10 Οκτωβρίου 2010

Δάσκαλος: λειτούργημα ἢ δουλειά;



«Ἐσὺ ποὺ πῆρες τὴν ἀπόφαση νὰ γίνεις δάσκαλος, ἔτσι κι ἔτσι ἔχεις δώσει, ὡς τώρα, πολλὲς ἐξετάσεις. Θυμήσου, προτοῦ ν’ ἀρχίσεις τὴν δουλειά σου, νὰ κάμεις καὶ μιά τελευταῖα ἐξέταση, ὄχι μπροστὰ σὲ ἐπιτροπὲς καὶ καθηγητές, παρὰ μονάχος, ὁλομόναχος μὲ τὸν ἑαυτό σου. Ρῖξε μιά ματιὰ στὴν ψυχή σου καὶ κοίταξε: Καίει ἐκεῖ μέσα ἄσβηστη κι ἀσάλευτη ἡ λαχτάρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο; Τότε πάει καλὰ κι εὐλογημένη ἡ ἀπόφασή σου. Ἂν ὅμως βρεῖς πὼς ὅλος ὁ πόθος σου εἶναι πότε νὰ ἐλευθερωθεῖς ἀπ’ αὐτὸν καὶ συλλογίζεσαι μόνον πῶς καὶ πότε θὰ πλουτίσεις, τότε ἄλλαξε τὸ ταχύτερο ἀπόφαση, ἐν ὅσῳ εἶσαι ἀκόμη νέος, γιατί βρίσκεσαι σὲ στραβὸ δρόμο. Ὅ,τι ἐλπίζεις, δὲν θὰ σοῦ τὸ φέρει τὸ ἐπάγγελμά σου. Κι ὁ ἴδιος τὸ βλέπεις, ἡ Πολιτεία δὲν εἶναι γενναία στοὺς μισθούς της… Ἂν ὅμως ἡ ψυχή σου μοιάζει κάπως μὲ τὴν ψυχὴ τῆς Μάνας, ποὺ κι ὅταν τὸ γεννήσει τὸ παιδὶ ἐξακολουθεῖ, μὲ τὴν ἀδιάκοπη τρεμοῦλα καὶ λαχτάρα, ὁλοένα νὰ τὸ δημιουργεῖ καὶ νὰ τὸ φτιάχνει, τότε νὰ εἶσαι βέβαιος, πὼς δὲν θὰ γκρεμισθεῖς ἀπὸ τὰ ὕψη, ποὺ ἀνέβασες τὸν ἑαυτό σου μὲ τὴν ἀπόφασή σου νὰ γίνεις δάσκαλος καὶ τὴ ζωή σου θὰ περάσεις ἀνθρωπινά… Σὰν τὴν ψυχὴ τῆς Μάνας πρέπει κι ἡ δική σου ψυχὴ νὰ εἶναι ὑπὸ ἀδιάκοπη λαχτάρα φλογισμένη. Τότε πήγαινε μὲ θάρρος μπροστά, ἀλλιῶς γύρισε πίσω, ἐπειδὴ ἡ ζωή σου θὰ εἶναι πάντα δυστυχισμένη».

Τὸ ὡραῖο καὶ ρομαντικὸ αὐτὸ κείμενο ἀνήκει στὸν φιλόλογο καὶ κριτικὸ Γιάννη Ἀποστολάκη καὶ γράφτηκε πρὶν ἀπὸ 80 περίπου χρόνια. Στὶς πρόσφατες ἀνακοινώσεις τῶν βάσεων γιὰ τὰ ΑΕΙ, διαπιστώσαμε ὅτι τὸ ἐπάγγελμα, ἡ δουλειὰ τοῦ δασκάλου ἀπέκτησε αἴφνης λάμψη. Οἱ φτωχοὶ συγγενεῖς τῆς Ἐκπαίδευσης μαγνητίζουν τοὺς μαθητές. Δέλεαρ ὁ εὔκολος καὶ γρήγορος διορισμός. Οὐδὲν τὸ μεμπτόν, θὰ πεῖ κάποιος.

Κατατρομαγμένοι οἱ νέοι ἀπὸ τὸ ἀνθρωποβόρο τέρας τῆς ἀνεργίας, παραμερίζουν τὶς ὅποιες κλίσεις και… κλήσεις τους καὶ ἐπιλέγουν αὐτὸ ποὺ παρέχει σίγουρη δουλειά. Τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δασκάλου ἔχει ὅμως μιά ὑψοποιὸ ἰδιαιτερότητα. Προϋποθέτει ἕνα προσόν, τὸ ὁποῖο δὲν ἀνιχνεύεται στὶς ἐξετάσεις: ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ παιδί, «ἡ ἀσάλευτη καὶ ἄσβηστη λαχτάρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο», ὅπως σημείωνε ὁ Ἀποστολάκης.

Ἔχω γράψει κι ἄλλοτε πὼς κατ’ ἀντίθεση πρὸς τοὺς ὑπόλοιπους ἐργαζόμενους, ποὺ δίνουν ὅ,τι ἔχουν, οἱ δάσκαλοι δίνουν (διδάσκουν) ὅ,τι εἶναι. Καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ μεταβάλλει τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δασκάλου σὲ λειτούργημα, γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάστηκε τὸ ἄγειν ἄνθρωπο, ἡ ἀγωγή, «τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος , ὁ ὁποῖος ἀφιέρωσε τὴν χριστομίμητο ζωή του στὴν παιδαγωγία τῆς νεότητας, ἔγραφε: «τοῦτο διδασκάλου ἀρίστου, τὸ δι’ ἐαυτοῦ παιδεύειν ἃ λέγει», αὐτὸ εἶναι τὸ χαρακτηριστικο τοῦ ἄριστου δασκάλου, τὸ νὰ διαπαιδαγωγεῖ, ἐπιβεβαιώνοντας τὰ ὅσα διδάσκει μὲ τὸ προσωπικὸ του παράδειγμα. Γιὰ νὰ σημειώσει κάπου ἀλλοῦ «καὶ ἐπὶ τὴν ἀγάπην κατάφευγε συνεχῶς, συσκιάζων τὸ φορτικὸν τῶν εἰρημένων», νὰ καταφεύγει, δηλαδή, ὁ δάσκαλος συνεχῶς στὴν ἀγάπη, γιὰ νὰ ἐλαφρύνει τὸ φορτίο τῆς διδασκαλίας. Καημὸ τὸ ἔχω νὰ διεξαχθεῖ κάποτε ἕνα παιδαγωγικὸ σεμινάριο μὲ θέμα συμβουλὲς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στοὺς δασκάλους. Τὰ ἁγιασμένα λόγια τους, γεμάτα ἀγάπη γιὰ τὸν πλησίον, εἶναι ἀπαγορευμένα ἀπὸ τὴν «Νέα Ἐποχή» τῆς Παιδείας. Ἕνα τέτοιο ὅμως σεμινάριο θὰ προκαλοῦσε τὰ εἰρωνικὰ μειδιάματα τῶν δῆθεν προοδευτικῶν. Πῶς νὰ ἀκουστοῦν λόγια σὰν τὰ παρακάτω: «Ὁ δάσκαλος πρέπει νὰ διακρίνεται καὶ ὅταν μιλάει καὶ ὅταν σιωπᾶ («φθεγγόμενον καὶ σιγῶντα») καὶ ὅταν τρώει καὶ ὅταν κάνει ὁτιδήποτε ἄλλο, καὶ ἀπὸ τὸ βάδισμά του καὶ ἀπὸ τὸ βλέμμα του καὶ ἀπὸ τὴν ἐμφάνισή του καὶ ἀπὸ ὅλα γενικά». Τὰ μάτια τῶν μαθητῶν στρέφονται ἄγρυπνα πάνω μας καὶ ἢ μιμοῦνται ἢ ἀπωθοῦνται.

Ἡ παλαμικὴ ρήση «σχολεῖο ἴσον δάσκαλος» ἰσχύει διαχρονικά. Σήμερα αὐτὸ ποὺ εἰσπράττουμε ἀπὸ τὴν Πολιτεία καὶ τοὺς ἐκπροσώπους της εἶναι ἀπειλὲς γιὰ ἀξιολόγηση (ἀπὸ ποιούς;), φοβέρες γιὰ δικές της παραλείψεις, ἐπικρίσεις, γιατί παραμένουμε ἀπροσάρμοστοι στὶς νέες τεχνολογίες καὶ ἄλλα ἠχηρὰ καὶ ἀνθηρὰ κοτσανολογήματα. Ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι οἱ νέοι ποὺ μπαίνουν στὴν ἐκπαίδευση μὲ ἀποκλειστικὸ κίνητρο τὴν ἐξασφάλιση τοῦ δημοσίου, θὰ ἀπωλέσουν, ἢ μᾶλλον θὰ παραχωρήσουν, πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ χαρακτηρίζουν ἕνα σχολεῖο ἐλεύθερο καὶ δημοκρατικό. «Ἂν συλλογίζεσαι μόνο πότε θὰ πλουτίσεις, ἄλλαξε ἀπόφαση», πράγμα ἀδύνατο βέβαια. Γιὰ ἄλλους παιδαγωγία εἶναι λειτούργημα καὶ γιὰ ἄλλους ἁπλῶς δουλειὰ ἢ καί… δουλεία. Ἴσως ἡ λέξη δάσκαλος να προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ρῆμα δάω, ποὺ σημαίνει φωτίζω (ἐξοῦ καὶ δάδα-δαδί), τὸ ὁποῖο μὲ ἐνεστωτικὸ ἀναδιπλασιασμὸ γίνεται δαδάσκω, διδάσκω= διδάσκαλος=δάσκαλος. Τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας οἱ Δάσκαλοι τοῦ Γένους ὀνομάζονταν φωτιστές. Ἡ ἀμάθεια ἰσοδυναμοῦσε μὲ τὸ σκοτάδι. Σήμερα, τὴν περίοδό τῆς… τιποτοκρατίας καὶ τοῦ νεο-ραγιαδισμοῦ, χρειάζονται δάσκαλοι, φωτιστές, οἱ ὁποῖοι τιμοῦν τὸ λειτούργημά τους καὶ ὄχι φωταδιστές, ποὺ διαχέουν προκλητικὰ τὴν δουλεία τους και προβάλλουν τά νεφελώδη ἰδεολογήματά τους.



Νατσιός Δημήτρης- δάσκαλος

Ένα θαύμα του Αγίου Δημητρίου μας προειδοποιεί για το Μακεδονικό



Ὁ μήνας Ὀκτώβριος εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένος μέ τή Μακεδονία καί τήν πρωτεύουσά της, τή Θεσσαλονίκη. Στίς 13.10.1904 σκοτώθηκε στό χωριό Στάτιστα τῆς Καστοριᾶς-σημερινό χωριό Μελᾶς- ὁ Ἀνθυπολοχαγός τοῦ Πυροβολικοῦ Παῦλος Μελᾶς πού εἶχε μεταβεῖ μέ ψευδώνυμο στήν τουρκοκρατούμενη Μακεδονία γιά νά βοηθήσει τόν ἀγῶνα τῶν ἐντοπίων Ἑλλήνων κατά τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων καί τῶν Βουλγάρων κομιτατζήδων. Αὐτή θεωρεῖται συμβολικά ὡς ἡ ἔναρξη τῆς ἔνοπλης φάσεως τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος. Ἐξ ἄλλου στίς 26 Ὀκτωβρίου 1912 , τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ πολιούχου της Ἁγίου Δημητρίου, ἐλευθερώθηκε ἀπό τόν Ἑλληνικό Στρατό ἡ Θεσσαλονίκη, συμβασιλεύουσα τοῦ Βυζαντίου (Ρωμανίας) καί σημερινή συμπρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδος. Ἐπειδή αὐτές τίς ἡμέρες (φθινόπωρο 2010) πιεζόμεθα διεθνῶς νά «κλείσουμε» τό ζήτημα τῆς ὀνομασίας τῶν Σκοπίων μέ μία ἀπαράδεκτη ἐθνικη ὑποχώρηση κρίνω σκόπιμο νά θυμηθοῦμε τό ἱστορικό ὑπόβαθρο τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος καί πῶς αὐτό συνδέεται μέ τόν Μυροβλήτη Ἅγιο Δημήτριο.

Ἡ Μακεδονία ὡς γεωγραφικός, ἱστορικός καί ἐθνολογικός ὅρος εἶναι ἄρρηκτα ταυτισμένη μέ τήν ἱστορία τοῦ Ἑλληνισμοῦ στήν Ἀρχαιότητα καί στό Βυζάντιο. Ἄλλωστε ὁ Ἀλέξανδρος καί οἱ ἐπίγονοί του δημιούργησαν στήν Ἀνατολική Μεσόγειο ἕναν πολιτισμό, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται ἑλληνιστικός καί ἔτσι γίνεται δεκτός στήν διεθνῆ βιβλιογραφία. Ἀκριβῶς διότι ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ὡς Μακεδών, δηλαδή Ἕλλην τοῦ Βορρᾶ, μετέφερε παντοῦ ἑλληνικό πολιτισμό. Ἡ πρώτη φορά στήν ἱστορία πού ἔγινε λόγος γιά ἔθνος «Μακεδόνων» ἦταν γύρω στό ἔτος 1600. Τότε οἱ Ἕλληνες, οἱ Σέρβοι, οἱ Βούλγαροι καί ἄλλοι βαλκανικοί λαοί ἦσαν ὑπόδουλοι στούς Ὀθωμανούς. Ὁ Παπισμός μέ ὁρμητήριο τά παράλια τῆς Δαλματίας, τά ὁποῖα ἀνῆκαν τότε στήν Βενετία, προσπαθοῦσε νά προσηλυτίσει τούς ὑποδούλους Ὀρθοδόξους. Γιά νά ἑλκύσει τούς Σέρβους καί τούς Βουλγάρους ἕνας Ρωμαιοκαθολικός προπαγανδιστής, ὁ Μάουρο Ὀρμπίνι, ἐπενόησε τήν θεωρία περί Μακεδονικοῦ ἔθνους, τό ὁποῖο ἔχει σλαβικές ρίζες καί εἶναι ἄσχετο πρός τόν Ἑλληνισμό. Τίς καινοφανεῖς αὐτές θεωρίες κατέγραψε στό βιβλίο του «Τό Βασίλειο τῶν Σλάβων», ἀλλά δέν κατόρθωσε νά προσελκύσει σημαντικό ἀριθμό Ὀρθοδόξων.

Ἡ ἑπόμενη προσπάθεια γιά κατασκευή «Μακεδονικοῦ» ἔθνους ἐμφανίσθηκε κατά τήν διάρκεια τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος μεταξύ Ἑλλήνων καί Βουλγάρων στά πρῶτα χρόνια τοῦ 20 οῦ αἰῶνος. Ἡ Βουλγαρική προπαγάνδα , ἡ ὁποία ἐξεφράζετο ἀπό τήν Σχισματική Ἐκκλησιαστική Ἐξαρχία καί ἀπό ὀργανώσεις ὅπως ἡ Β.Μ.Ρ.Ο. (στά βουλγαρικά σημαίνει Ἐσωτερική Μακεδονική Ἐπαναστατική Ὀργάνωση, δηλαδή Ε.Μ.Ε.Ο.) ἔρριξε ἀρχικά τό σύνθημα ὅτι ἡ Μακεδονία πρέπει νά ἀνήκει στή Βουλγαρία. Κάποια ὅμως παράταξη αὐτονομήθηκε μέσα στούς κόλπους τοῦ Βουλγαρικοῦ κινήματος καί ἔρριξε τό σύνθημα «ἡ Μακεδονία στούς Μακεδόνες». Σκοπός τους ἦταν ἀφ’ ἑνός μέν νά προσελκύσουν καί πληθυσμούς πού δέν εἶχαν βουλγαρική συνείδηση, ἀφ’ ἑτέρου δέ νά συνδυάσουν τό αἴτημα αὐτό μέ κοινωνικά καί ἀγροτικά αἰτήματα ὥστε νά γίνουν πιό δημοφιλεῖς. Οὔτε αὐτοί ἐπέτυχαν κάτι σημαντικό, διότι ἁπλούστατα «Μακεδονικό» ἔθνος οὐδέποτε ὑπῆρξε.

Ὅλες οἱ πηγές τοῦ 19ου καί τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος καταγράφουν στόν χῶρο τῆς ἱστορικῆς Μακεδονίας Ἕλληνες (Ρωμηούς), Σέρβους, Βουλγάρους, Ἕβραίους, Μουσουλμάνους καί ὀλιγάριθμους ρουμανίζοντες. Στήν ἀπογραφή τοῦ Ὀθωμανοῦ Διοικητῆ τῆς περιφερείας Μοναστηρίου Χιλμῆ πασᾶ ἀναφέρονται τό 1904 ὅλες αὐτές οἱ ἐθνότητες στή Μακεδονία, πουθενά ὅμως δέν καταγράφεται ἔστω καί μία μικρή ὁμάδα πού νά ἀνήκει σέ κάποιο «Μακεδονικό» ἔθνος. Ἐπίσης στίς ἀναφορές τῶν Δυτικῶν προξένων τῆς Θεσσαλονίκης πρός τίς Κυβερνήσεις τους γιά τήν βουλγαρική ἐξέγερση τοῦ 1903 ( ἐξέγερση τοῦ Ἤλιντεν, δηλ. τοῦ Προφήτη Ἠλία) δέν ὑπάρχει ἡ παραμικρή ἀναφορά σέ «Μακεδόνες» ὡς λαό μέ ξεχωριστή ταυτότητα. Ἡ περιοχή τῶν Σκοπίων μετά τήν ἀπελευθέρωσή της ἀπό τούς Τούρκους ὀνομάσθηκε ἀρχικά Νότιος Σερβία, ἀργότερα δέ ἀπετέλεσε τήν Ἐπαρχία Ἀξιοῦ μέ τό ὄνομα Βάρνταρσκα τῆς τότε Γιουγκοσλαβίας.

Ἡ τρίτη καί σπουδαιότερη προσπάθεια κατασκευῆς τοῦ τεχνητοῦ Μακεδονικοῦ ἔθνους ἔγινε ἀπό τόν κομμουνιστή ἡγέτη τῆς Γιουγκοσλαβίας, τόν Κροάτη Τίτο, ὅταν ἔληγε ὁ Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος (1944). Ὁ Τίτο βλέποντας ὅτι στό νότιο τμῆμα τῆς Γιουγκοσλαβίας, τό ὀνομαζόμενο τότε Βάρνταρσκα, ζοῦσαν Ἕλληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι καί Ἀλβανοί σκέφθηκε νά ἐξουδετερώσει τίς πιθανές διεκδικήσεις τῶν γειτονικῶν του χωρῶν δημιουργῶντας τό ἔθνος τῶν Μακεδόνων καί τήν Σοσιαλιστική Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας, ὡς αὐτόνομη ὀντότητα μέσα στό πλαίσιο τῆς Γιουγκοσλαβίας. Ἀξιοποιῶντας ἕνα σύνθημα πού καλλιέργησε από τό 1924 ἡ Κομμουνιστική Διεθνής και χρησιμοποιῶντας τίς ἀστυνομικές, καταπιεστικές καί προπαγανδιστικές μεθόδους πού διαθέτουν τά μονοκομματικά καθεστῶτα ἐπέβαλε πλύση ἐγκεφάλου στόν πληθυσμό. Ἔτσι μετά ἀπό τόσες δεκαετίες οἱ ἄνθρωποι αὐτοί –σέ πολύ μεγάλο ποσοστό- ἔχουν πεισθεῖ ὅτι εἶναι Μακεδόνες ἀπόγονοι τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Παράλληλα ἡ σκοπιανή προπαγάνδα ἐργάσθηκε στό ἐξωτερικό προβάλλοντας μία κατασκευασμένη Ἱστορία περί Μακεδονίας καί χρησιμοποιῶντας τήν Σχισματική «Ἐκκλησία τῆς Μακεδονίας», τήν ὁποία οὐδεμία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει..

Τό 1991 μέ τήν διάλυση τῆς Γιουγκοσλαβίας τό ἔθνος-φάντασμα ἀπέκτησε ἀνεξάρτητη κρατική ὀντότητα καί συνεχίζει νά διεκδικεῖ τήν χρήση τοῦ ὀνόματος Μακεδονία κατά τρόπο πού πλαστογραφεῖ τήν Ἱστορία, ἐνῶ προβάλλει ἐδαφικές καί μειονοτικές διεκδικήσεις εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κίνδυνος φυσικά δέν εἶναι μήπως μᾶς ἐπιτεθεῖ ἕνα φτωχό κρατίδιο, τό ὁποῖο σπαράσσεται ἀπό ἐμφύλιες ἔριδες μεταξύ Σλάβων καί Ἀλβανῶν. Ὁ πραγματικός κίνδυνος εἶναι νά ἀποσυνδεθεῖ διεθνῶς ὁ ὅρος Μακεδονία ἀπό τήν Ἑλλάδα καί τόν Ἑλληνισμό, ὁπότε θά εἴμαστε πλέον ......ὑπόλογοι ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες πού ὀνομάζουμε Μακεδονία τήν Βόρειο Ἑλλάδα.

Τό ζήτημα τοῦ ὀνόματος δέν εἶναι ἀσήμαντο οὔτε ἀμελητέο. Ὁ Πλάτων στόν «Κρατύλο» διδάσκει ὅτι τό ὄνομα εἶναι σημαντικό διότι περιγράφει τή οὐσία τοῦ περιεχομένου. Καί μή μοῦ πεῖτε ὅτι εἶναι ἀδύνατο ἕνα κράτος νά ἀλλάξει σήμερα τό ὄνομά του. Πρό ὀλίγων ἐτῶν ἡ Γιουγκοσλαβία μετονομάσθηκε σέ Σερβία –Μαυροβούνιο μέ ὑπόδειξη τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως. Τό ζητούμενο εἶναι νά πιέσουμε μέ κάθε νόμιμο τρόπο τά Σκόπια ἀξιοποιῶντας καί τήν εὐρωπαϊκή μας ἔνταξη. Διότι δυστυχῶς ἀπό τό 1944 μέχρι σήμερα δέν πιέσαμε ὅσο ἔπρεπε τούς βόρειους γείτονές μας. Καί σήμερα πληρώνουμε τήν ἀδράνειά μας.

Στό Β΄ βιβλίο τῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου περιγράφεται μεταξύ ἄλλων ἡ συνωμοσία τοῦ Μαύρου καί τοῦ Κοῦβερ. Περί τό 680 μ.Χ. Βούλγαροι στρατιῶτες καί Ἕλληνες αἰχμάλωτοι ἀναμίχθηκαν καί δημιούργησαν ἕνα καινούργιο ἔθνος, τό ὁποῖο ἐγκαταστάθηκε στήν περιοχή τῶν Σκοπίων καί εἶχε ὡς στόχο τήν κατάληψη τῆς Βυζαντινῆς Θεσσαλονίκης . Ἡ διήγηση μοιάζει σάν νά προφητεύει τήν κατασκευή τοῦ «Μακεδονικοῦ ἔθνους» πού μᾶς ταλαιπωρεῖ σήμερα. Διότι οἱ σημερινοί ψευδομακεδόνες τῶν Σκοπίων προέρχονται ἀπό ἄτομα πού μέχρι τό 1944 δήλωναν Βούλγαροι καί ἀναμίχθηκαν μέ Ἕλληνες πολιτικούς πρόσφυγες. Ἡ ἐξιστόρηση καταλήγει μέ τή θαυματουργική ἐπέμβαση τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὁ ὁποῖος ματαιώνει τά κακόβουλα σχέδια καί σώζει τήν πόλη του (1). Ἄς προσευχηθοῦμε καί σήμερα στόν Μυροβλήτη Ἅγιο να βοηθήσει τήν Θεσσαλονίκη καί τή Μακεδονία ὁλόκληρη καί νά μπορέσουμε νά συμβιώσουμε εἰρηνικά μέ τούς γείτονές μας χωρίς προκλήσεις καί ἀνιστόρητους ἀλυτρωτισμούς.





(1). Συμεών τοῦ Μεταφραστοῦ καί Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης: «Μαρτύριο καί Θαύματα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου», Μετάφραση Γ. Παπαδημητρόπουλου, ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 2004, σελ. 221 -232.



Κωνσταντῖνος Χολέβας

Πολιτικός Ἐπιστήμων

Συνάρτηση στόχων η ανάκαμψη



Tου Χρηστου Γιανναρα

Για να βγει μια χώρα από κρίση πολλαπλή (οικονομική χρεοκοπία, κατάρρευση του πολιτικού συστήματος, ανεπάρκεια της κρατικής μηχανής, δραματική απώλεια κοινωνικής συνοχής) δεν αρκούν μέτρα περιστατικά και περιστασιακά, απλώς «πυροσβεστικά». Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανακάμψει από τη σημερινή καταβαράθρωση με γιατροσόφια οικονομολόγων και αστειότητες «διαλόγου» ανάμεσα σε συντεχνίες συμφερόντων. Χρειάζεται στόχος ικανός να συνεγείρει καθολικά τις ατομικές συνειδήσεις, να προκαλέσει καινούργιο κοινωνικό συμβόλαιο.

Να καθορίσει η Ελλάδα τον ρόλο της και το περιεχόμενο του ονόματός της στη διεθνή σκηνή, τον δικό της ρόλο στον εταιρισμό με την Ε.Ε. Ο ρόλος δεν απαιτεί οπωσδήποτε ισχύ, πολεμική ή οικονομική, σημαίνει πριν από όλα, ειδοποιό διαφορά, σαφή, έμπρακτη, ενδιαφέρουσα για τους άλλους ετερότητα. Ο Βρετανός, ακόμα και το έσχατο μεθυσμένο ρεμάλι στα προάστια του Μάντσεστερ, σώζει την περηφάνια της διαφοράς του κοσμοπολίτη Αγγλοσάξονα, ο Γάλλος την καύχηση της κουλτούρας του, ο Γερμανός την έπαρση της κυριαρχικής του πάντοτε ισχύος. Δίκαιη, όμως, περηφάνια ετερότητας έχει και ο πολίτης της μικρής, ελάχιστης Φινλανδίας, ο Ούγγρος, ο Εβραίος, ο Ιρλανδός. Για δικούς του λόγους ο καθένας.

Η συνείδηση της ετερότητας δεν είναι ψυχολογική αυθυποβολή, ετικέτα φολκλορική, συλλογικός ναρκισσισμός για κατορθώματα προγόνων. Είναι συνειδητή μετοχή, έμπρακτη και με συνέπεια, σε συγκεκριμένη ευθύνη για συγκεκριμένη πρόταση: Τι το ξεχωριστό αντιπροσωπεύει μια κοινωνία, που ο ιστορικός της περίγυρος το έχει ανάγκη και άλλος δεν μπορεί να το προσφέρει. Αυτό το ξεχωριστό στοιχείο, το ιδιαίτερο, λειτουργεί σαν δελτίο ταυτότητας των πολιτών της χώρας στο διεθνές πεδίο, κυρίως των εκπροσώπων και αρχόντων της, είναι τίτλος προσδιορισμού και αναγνώρισης, αιτιολογικό γνώμης και μετοχής στα διεθνώς συμβαίνοντα.

Με το τεχνητό, μεταπρατικό μας κρατίδιο οι Νεοέλληνες προσπαθήσαμε, εκατόν εβδομήντα χρόνια, να προβάλλουμε ως συλλογική ετερότητα το κουτοπόνηρο επινόημα του Κοραή: Οτι σαρκώνουμε, σαν απευθείας απόγονοι, την αρχαιοελληνική κληρονομιά, χάρη στο όνομά μας και μόνο δικαιούμαστε αναγνώριση και μετοχή στο διεθνές γίγνεσθαι – ασχέτως αν καταλαβαίνουμε γρυ από τη γλώσσα και τα συγγράματα των αρχαίων Ελλήνων, αν χτίζουμε απέναντι από τον Παρθενώνα το αρχιτεκτονικό ανοσιούργημα του κ. Τσουμί.

Πάντως, το ιδεολόγημα της επαρχιώτικης μειονεξίας του κοραϊσμού τέλειωσε, γελοιοποιήθηκε καίρια, με τη στρατιωτική δικτατορία του 1967 - 1974. Και απόμεινε μονόδρομος ο απολυτοποιημένος οικονομισμός, δηλαδή η παραίτηση από κάθε αξίωση συλλογικής ετερότητας, ενεργού ταυτότητας, ξεχωριστού ρόλου στο διεθνές γίγνεσθαι. Αυτή η παραίτηση στο όνομα του απολυτοποιημένου οικονομισμού, είναι το τυπικό γνώρισμα τριτοκοσμικών κυρίως κοινωνιών, παγιδευμένων στη λογική μονοδιάστατης «ανάπτυξης» που θα πει, μεγιστοποίησης της κατά κεφαλήν καταναλωτικής ευχέρειας. Και ως οργανικό παράγωγο του Ιστορικού Υλισμού (από τον οποίο και συμφύονται σιαμαίοι μαρξισμός και καπιταλισμός) εξωραΐστηκε ο απολυτοποιημένος οικονομισμός σαν μονόδρομος «προόδου», παντιέρα μιας λιμασμένης για ευδαιμονισμό «Αριστεράς».

Βέβαια, στον απολυτοποιημένο οικονομισμό είχε παγιδεύσει την Ελλάδα, από τη δεκαετία κιόλας του ’50, ο «εθνάρχης» Κωνσταντίνος Καραμανλής – ανεπίγνωστα (ασφαλώς) ένοχος για ένα από τα πιο στυγερά εγκλήματα στην ελληνική ιστορία: την οικιστική ομοιομορφοποίηση του ελλαδικού τοπίου, την έμπρακτη παραίτηση από κάθε συνείδηση και ευθύνη ετερότητας, αισθητών βιωμάτων ιδιογενούς καταγωγής και συνέχειας. Στον ίδιο αυτόν μονόδρομο επανέφερε τη χώρα ο Καραμανλής και με τη μεταπολίτευση του 1974. Στον οικονομικό επέμεινε και ο Ανδρέας Παπανδρέου, κατασπαταλώντας σε ψηφοθηρικές παροχές τους πακτωλούς των ευρωπαϊκών «πακέτων σύγκλισης» για να εξαγοράσει την ηδονή της εξουσίας.

Σήμερα πια, η ταυτότητα με την οποία προσδιορίζουν την Ελλάδα τα διεθνή ΜΜΕ, η ταυτότητα που αποδίδουν οι πάντες στον Ελληνα όπου της γης ταξιδέψει, είναι αυτή του πολίτη μιας οικονομικά κατεστραμμένης και κοινωνικά διεφθαρμένης χώρας. Το όνομα «Ελλάδα», όπως ακριβώς το όνομα «Ρουάντα» δεν παραπέμπει συνειρμικά ούτε σε Ιστορία ούτε σε πολιτιστική ετερόρτητα, αλλά μόνο σε μια οικονομία ρημαγμένη από ληστρικές συντεχνίες κομμάτων, συνδικάτων και αετονύχηδων «προμηθευτών» του Δημοσίου.

Πώς μπορεί μια τέτοια χώρα να αποβλέψει σε ανάκαμψη ξεκινώντας από τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου και της ευθύνης της στον ευρωπαϊκό και στον διεθνή στίβο; Μοιάζει ουτοπικό, ανεδαφικό, αντιφατικό. Ομως, η συνειδητοποίηση της προτεραιότητας να επανακαθορίσουμε ρόλο και ταυτότητα του Ελληνα στη διεθνή σκηνή, είναι μάλλον το τελευταίο χαρτί που μένει για την αφύπνιση κοινωνικής δυναμικής, την αναχαίτιση της οικονομικής καταστροφής και της κοινωνικής αποσύνθεσης. Ουτοπικό και ανεδαφικό είναι να περιμένουμε αυτόν τον επανακαθορισμό από το ελεεινό και υπόδικο στις συνειδήσεις πολιτικό προσωπικό της χώρας. Μπορούμε να τον πετύχουμε στο πεδίο της λογικής και της δικής μας ανάγκης: αν πάρουμε απόσταση από την κομματική καφρίλα.

Η γλώσσα, παρ’ όλη τη διαστρέβλωση και ατίμωσή της από όσους εγκλημάτισαν στο υπουργείο Παιδείας μετά τη μεταπολίτευση, παραμένει δυναμική ζύμη για την αποκατάσταση της συλλογικής ετερότητας των Ελλήνων. Η σπουδή και επανεύρεση της μακραίωνης εμπειρικής παράδοσης, από τον Θουκυδίδη ώς τον Μακρυγιάννη, του μεταφυσικού στόχου της πολιτικής, η εκδοχή της πολιτικής ως κοινού αθλήματος να «αληθεύει» ο βίος, μπορεί επίσης να είναι ελληνική μοναδικότητα κατεξοχήν επίκαιρη στο φθίνον «παράδειγμα» της Νεωτερικότητας σήμερα. Δεν μιλάμε για θρησκευτικά ιδεολογήματα που εγκυμονούν φονταμενταλισμούς και θεοκρατίες τύπου Χομεϊνί ή Μπους, αλλά για το πέρασμα από «το ζητείν απανταχού το χρήσιμον» στο «αποβλέπειν προς το αληθέστατον». Με την αλήθεια κατόρθωμα σχέσεων κοινωνίας, όχι νάρθηκα κανονιστικών διατάξεων.

Γλώσσα και αλήθεια, δηλαδή ελευθερία από τον πρωτογονισμό του ατομοκεντρισμού και της ιδιοτέλειας, γεννούσαν πάντοτε όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της ελληνικής ιδιαιτερότητας: Το φιλότιμο (την ευγενέστερη εκδοχή της φιλοδοξίας: ανάγκη για τα «δίκαια και ανεκτίμητα εύγε»), την αρχοντιά της φιλοξενίας, τη μεγαλοψυχία της προσφοράς, την πατίνα της «ευγένειας» (nobilitas, εξοχότητας) που ήταν κατάκτηση ήθους, όχι δεδομένο βιολογικής καταγωγής.

Οσο μεγαλώνει η «μικρά ζύμη» των πολιτών των συνειδητοποιημένων σε αυτές τις προτεραιότητες, σώζεται και η ελπίδα να απελευθερωθεί κάποτε η ελληνική κοινωνία από τη σημερινή υποτέλεια στα συμφέροντα και στις ορέξεις του κομματικού, δημοσιογραφικού, συνδικαλιστικού υποκόσμου. Το άρρωστο κομμάτι αυτής της κοινωνίας διαχειρίζεται τις τύχες όλων μας, βασανίζει σαδιστικά τους πολλούς μόνο για τη δική του ψυχοπαθολογική ηδονή της εξουσίας και της δημοσιότητας. Ομως, όταν η συνειδητοποίηση του τι μας στερούν κερδίσει την κρίσιμη μάζα του κοινωνικού σώματος, τότε θα συμβεί η απροκαθόριστη έκρηξη, η πραγματική, όχι ρητορική εθνεγερσία.

Και ο τρόπος της εθνεγερσίας, πάντοτε, μόνον ένας: Υπηρεσιακή κυβέρνηση εξωκομματικών προσωπικοτήτων, με εντολή για τη σύγκληση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης και καινούργιο, εξ υπαρχής, Σύνταγμα.

01 Οκτωβρίου 2010

Άννα Διαμαντοπούλου


ΑΦΑΙΡΕΣΕ ΑΠΟ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ Ε' ΚΑΙ ΣΤ' ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΒΑΣΙΚΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Η «δράση» της ωραίας Άννας στο υπουργείο Παιδείας, πολλές φορές παραμένει στο σκοτάδι. Σαφέστατα, αποτελεί πολιτική επιλογή της υπουργού Παιδείας, να μην διαφημίζει τις πολιτικές της αποφάσεις και παρεμβάσεις στον ευαίσθητο χώρο της Παιδείας, όπου οι νέοι άνθρωποι διαμορφώνουν άποψη για τον περιβάλλοντα χώρο και εφοδιάζονται με γνώσεις για την υπόλοιπη ζωή τους. Η Παιδεία γαλουχεί πολίτες, επιστήμονες και γενικότερα σκεπτόμενους ανθρώπους. Αυτό όμως, φαίνεται πως δεν συνάδει με την οπτική γωνία και τις στοχεύσεις της κυρίας Διαμαντοπούλου στο θέμα της ποιότητας των Ελλήνων πολιτών του αύριο.
Έτσι, μαθαίνουμε πως η «ωραία Άννα» έκανε και πάλι το θαύμα της, αφού με δική της παρέμβαση αφαιρέθηκαν εκπαιδευτικά κεφάλαια σε διάφορες στάδια της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευση. Και η «αφαιρετική» προσφορά της υπουργού Παιδείας στην Παιδεία της χώρας είναι ιδιαζόντως «ενδιαφέρουσα», σε σχέση με την λέξη «έθνος».
Ποιά κεφάλαια έκρινε η Διαμαντοπούλου ότι δε χρειάζονται και τα αφαίρεσε από τη διδακτέα ύλη στην Ε' Δημοτικού;
Η αναδιάρθρωση και ο εξορθολογισμός της διδακτέας ύλης στη Γεωγραφία Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού προβλέπει να μην αξιοποιηθούν τα παρακάτω Κεφάλαια:

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ Ε’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
Κεφάλαιο 6ο (Η μορφή και το σχήμα της Ελλάδας)
Κεφάλαιο 34ο (Τα γεωγραφικά διαμερίσματα και οι περιφέρειες της Ελλάδας)
Κεφάλαιο 42ο (Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης)
Κεφάλαιο 43ο (Η σημασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης)
Κεφάλαιο 47ο (Το ελληνικό στοιχείο στις αρχαίες ελληνικές εστίες)

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΣΤ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
Κεφάλαιο 3ο (Οι γεωγραφικές συντεταγμένες της γης)
Κεφάλαιο 30ο (Πολιτιστικά χαρακτηριστικά των λαών της Ευρώπης)
Κεφάλαιο 31ο (Αξιοθέατα, μνημεία και ιστορική συνέχεια των λαών της Ευρώπης)
Κεφάλαιο 32ο (Τομείς παραγωγής αγαθών και παροχής υπηρεσιών)


Και αυτά, από την μέχρι στιγμής έρευνά μας, συμβαίνουν μόνο στο… Δημοτικό. Η έρευνα συνεχίζεται, με την ίδια ένταση που η υπουργός Παιδείας στοχεύει στην λήθη τμημάτων της Ελλάδας. Μέχρι τώρα, είχαν ειπωθεί πάρα πολλά για την πολιτικό Άννα Διαμαντοπούλου και για τα πολιτικά της οράματα. Κάποιος, εκεί στο υπουργείο Παιδείας, θα πρέπει να ενημερώσει την «ωραία Άννα» πως ίσως σε λίγο καιρό να μην έχει οράματα, αλλά ζώντες εφιάλτες…

Η ΕΚΠΟΡΝΕΥΣΗ ΤΗΣ ΠΟΥΤΑΝΑΣ


Λέει κάπου νομίζω ο
Μισέλ Φουκό,
πως η χειρότερη μορφή καταστολής είναι η καταδίκη στη σιωπή. Και αυτήν
ακριβώς την
καταστολή είναι ολοφάνερο ότι αντιμετωπίζει η άποψη που επιζητά να
διερευνήσει
τα βαθύτερα πολιτισμικά αίτια της τρέχουσας κρίσης. Ψελλίσματα μόνον
ακούγονται
από ελάχιστους, αφού σύσσωμο το σύστημα –και διόλου τυχαία- επιχειρεί να
εξαντλήσει την κριτική του αποκλειστικά και μόνο στα πολιτικά και
οικονομικά
χαρακτηριστικά του, αφήνοντας ουσιαστικά ανέγγιχτο τον πυρήνα του προβλήματος. Προφανείς οι αναπαραγωγικοί
λόγοι που συνιστούν αυτή τη συστημική στρατηγική.

Όμως, έχει έρθει η ώρα
να
μιλήσουμε για τα καίρια και ουσιώδη της κρίσης. Και απ’ αυτήν ακριβώς τη
συζήτηση,
από την ικανότητα της να διασπάσει τους μηχανισμούς της καταδίκης σε
σιωπή, νομίζω
ότι θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η δυνατότητα του
τόπου να ξεπεράσει την κρίση και τις οδυνηρές
της συνέπειες.

Αλλά μέγιστο
προαπαιτούμενο γι’
αυτό αποτελεί η αναζήτηση, η ανάδειξη και η καταδίκη των μηχανισμών που
για
δεκαετίες οργάνωσαν άλλοι συνειδητά και άλλοι ανεπίγνωστα την
πολιτισμική
αλλοτρίωση του λαού μας. Την αλλοτρίωση
που με τη σειρά της εξέθρεψε το κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικό τέρας που
απειλεί
σήμερα να μας εξαφανίσει. Αυτή η αποξένωση από την πολιτισμική μας
ιδιοπροσωπία
κουβάλησε το νερό στο μύλο της καταχνιάς που μας
καταπνίγει.

Αλλά αυτή η αποξένωση
έχει
ονοματεπώνυμο. Έχει πρόσωπα και φορείς που την διέσπειραν και την
προώθησαν
συχνά με λυσσαλέο τρόπο. Έχει συμφέροντα
και υποστηρικτές που ωφελήθηκαν από τη πλατιά διάδοση της. Μα το πιο
επικίνδυνο
είναι ότι σήμερα αυτοί ακριβώς που φέρουν την κύρια ευθύνη για την
εγκληματική
αλλοτρίωση της κοινωνίας, αυτοί οι ίδιοι, δεν διστάζουν να εμφανίζονται
ως
τιμητές της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, ως κήνσορες των ασθενών
σημείων της
κοινωνικής νοοτροπίας, ως εισαγγελείς κατά
της διαφθοράς και αναξιοκρατίας! Πιάνουν θέσεις στο μεταπολιτευτικό
σκηνικό –όποτε
κι αν έρθει αυτό- και απλώνουν παντού την καταγγελτική διάρροια τους,
έχοντας
όμως όρθιο το δάχτυλο στα χείλη, ως σινιάλο σιωπής, όταν η κουβέντα
φτάνει στα
ουσιώδη.

Και αγωνιώ πραγματικά
για την ώρα
που κάποιος θα τους υποδείξει ευγενικά και δίχως σεξισμούς την αγαπημένη
τους έτσι
κι αλλιώς θέση για το δάκτυλο τους, απαιτώντας ταυτόχρονα την ανάληψη
των
ευθυνών τους για την σημερινή κατάντια του λαού και του έθνους. Ποιός
στ’
αλήθεια καλλιέργησε επί σειρά ετών μια αντίληψη για το ίδιο το
περιεχόμενο του
πολιτισμού ως βλαχοεπαρχιώτικο
culture και
όχι ως νοο-τροπία, ως τρόπο κατανόησης της
ανθρώπινης
ύπαρξης, συνύπαρξης και πράξης; Ποιός
με κίνητρο τον εφηβικό του θυμό –με την
ψυχαναλυτική σημασία του όρου- μίσησε
κάθε τι ελληνικό στον τόπο αυτό, επειδή η
μικροαστή μαμά του δεν του έκατσε, αλλά ερωτεύτηκε τον μπαμπά του; Ποιός
συστηματικά
και σταθερά κατεδάφισε το αξιακό
περιεχόμενο της κοινωνίας, παραδίνοντας
την στον πιο αισχρό και μηδενιστικό
καταναλωτισμό; Και πιο απλά. Ποιός
ανήγαγε το σούσι σε
νεοελληνική διατροφική
αξία και το γκαζόν σε προτεραιότητα του πρωτογενούς τομέα της
οικονομίας; Ποιός
προώθησε την πιο βλαμμένη
εκδοχή της αμερικανιάς μέσα
από εκατοντάδες ταινίες
καταστροφής που αντιλαμβάνονται την ανθρώπινη σάρκα –και ψυχή- ως
ακαταπόνητης
αντοχής; Ποιός διαφήμισε τη
βιομηχανία των γυμναστηρίων και των solarium;
Ποιός αθώωσε στα
μάτια της κοινωνίας την πιο χυδαία εκπόρνευση του ανθρώπινου σώματος;
Ποιός
έσπρωξε στη πλήρη «χαλάουα» τις καρδιές των κοριτσιών και τα στήθη των
αγοριών
μας; Ποιός έκανε πρότυπο
την ψευτογκλαμουριά του σκυλοτράγουδου; Ποιός οργάνωσε
τα βραβεία «Α-γ-ρίων»; Ποιός
τα δεκάδες reality
και
τις γελοιογραφίες των «ταλέντων»
που τσαλάκωσαν απλά τις προσδοκίες χιλιάδων νέων ανθρώπων; Ποιός
παρουσίασε τα
μεσημεριανά που σέρβιραν
κυνικά και συχνά χαιρέκακα τη μιζέρια του διπλανού;
Ποιός έστησε τις ψευτοσοβαρές εκπομπές που
«αγίαζαν» τους διεφθαρμένους της
πολιτικής και της οικονομίας; Ποιός
αθώωσε τη σπατάλη των Ολυμπιακών και ποιός
προώθησε αυτοπροσώπως τον υποκινούμενο εθελοντισμό της αρπαχτής; Ποιός
καλλιέργησε στα free press editorial του
τα must της
ισχυρής Ελλάδας του σημιτικού
«εκσυγχρονισμού»; Ποιός
φιλοτέχνησε
το ηρώο της –με γερμανική καθοδήγηση- ποδοσφαιρικής πρωταθλήτριας
Ευρώπης και
ποιός τα αγάλματα του Ρουβοψινάκιδων στο γυφτομπαρόκ της
eurovision; Ποιός με
υποδειγματικές συμπεριφορές εμφύσησε στη λαϊκή συνείδηση την
πρωτοκαθεδρία μιας χρησιμοθηρικής και ατομικιστικής αποτελεσματικότητας;
Ποιός πλαστικοποίησε τα συναισθήματα και αλουμινοποίησε την
αρχιτεκτονική του λαού μας; Ποιός εξέθεσε το οικολογικό κίνημα στο
επίπεδο εξωραϊστικού συλλόγου και την αριστερά των συλλογικοτήτων σε
γκλαμουράτο μόρφωμα ετσιθελικών διεκδικήσεων; Ποιός αποθέωσε το
εγωκεντρικό μότο "να είσαι ο εαυτός σου"...και στα αρχίδια σου; Ποιός
διασκέδασε πρώτο τραπέζι πίστα
αγκαλιά με διεφθαρμένους πολιτικούς και σαβουροτηλεπαρουσίαστριες; Ποιός ντόπαρε την ελληνική
κοινωνία στην αντιδημιουργική
λογική του τζογαδόρικου
νεοπλουτισμού; Ποιός έβγαλε
το σκασμό μπροστά στην κυριαρχία
του αμοραλισμού; Ποιός
ανέδειξε τα στίλβωντα ζαντολάστιχα σε κριτήριο έρωτα; Ποιός
πέταγε μπουκάλια στην αρένα των χουλιγκάνων;
Ποιός αρθρογράφησε
υπερασπιζόμενος
τις fuck-less κυρίες
του εθνομηδενισμού; Ποιός περιθωριοποίησε κάθε πολιτική και
δημοσιογραφική φωνή
που αντιστεκόταν στην εθνική ύπνωση; Ποιός ανακήρυξε σε γραφικότητα τον
πατριωτισμό; Ποιός με την
καθημερινή στάση ζωής του ανήγαγε την κυνική
προστυχιά σε κοσμοπολίτικο ιδεολόγημα και ξέπλυνε τα μυαλά χιλιάδων
ανθρώπων για
να οικοδομήσει το lifestyle προφίλ
του; Ποιός γέμισε τα περίπτερα μας με την κιτρινίλα των μονοσύλλαβων
βαρβαρικών του εκδόσεων; Ποιός
απέκρυψε την αλήθεια για την κατάντια μας; Ποιός ανυποψίαστος για την
ισχύ της παράδοσης που κουβαλά στο σαρκίο του, έφτυσε γεμάτος
επαρχιώτικη μειονεξία το παρελθόν του; Και να το πω και πιο βαριά! Ποιός
γάμησε τα ιερά και τα όσια
των πεθαμένων μας;
Ποιός
άλλος απ’ όλους αυτούς τους γνωστούς
δημοσιογράφους και τηλεπαρουσιαστές που σήμερα «καρφώνουν» τους ήδη
τελειωμένους στη
συνείδηση της κοινωνίας πολιτικούς, για να την βγάλουν για μια ακόμη
φορά καθαρή
στη θύελλα που -τα ερεθισμένα
από την κοκαΐνη- ρουθούνια τους οσμίζονται.

Αυτός ο
εσμός των media που γέμισε τη ζωή μας
με τη σαπίλα της ψευτισμένης
μικροζωώλας
του, επιζητά σήμερα την εκ νέου
εκπόρνευση του. Ως «πουτάνα» που εκ
νέου εκπορνεύεται σ’ έναν «καλό» γάμο!
Και δυστυχώς, δεν έχω βέβαιη απάντηση για το αν η ελληνική κοινωνία θα
αποδεχτεί εκ νέου το ρόλο του «καλού πελάτη», υπό την απειλή του ΔΝΤ νταβατζή της!



ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

maniaki beach


Ύστατο μετερίζι! Νά σπρώχνεις τήν Ζωή μέ τόν θάνατό σου,
έκει πού τήν όνειρεύτηκες!






ΠΕΖΑ ΔΡΑΜΑΤΑ
ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ, Ο ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ ΤΩΝ
ΨΥΧΩΝ
(Ἱστορικὸ δράμα σὲ μέρη τρία καὶ εἰκόνες ἕντεκα)


[Ὑπόθεση τοῦ ἔργου εἶναι ἡ τρικυμιώδης ζωὴ τοῦ Παπαφλέσσα. ῾Η εὐφυΐα του, ἡ παλικαριά του, ἡ φιλοπατρία του, καὶ ἡ ἄμετρη φιλοδοξία του τὸν ἀνέδειξαν ἀπὸ ταπεινὸ καλόγηρο, πρωταγωνιστὴ τῆς ῾Ελληνικῆς ᾽Επαναστάσεως. Ἡ δράση του παρουσίασε στιγμὲς θαυμαστοῦ μεγαλείου ἀλλὰ καὶ στιγμὲς ἠθικοῦ ξεπεσμοῦ, ὡς τὴ στιγμὴ ποὺ ἀποφάσισε νὰ ἀναμετρηθῆ στὸ Μανιάκι μὲ τὸν ᾽Ιμπραήμ.]


ΕΙΚΟΝΑ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
[νύχτα, πλαγιὰ βουνοῦ, ψηλὰ ἀπ’ τὸ Μανιάκι.]
ΣΚΗΝΗ Δ΄
ΦΛΕΣΣΑΣ - ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ
[μπαίνει ἀπὸ δεξιὰ ὁ Παπαγιώργης.]


ΦΛΕΣΣΑΣ - Ζύγωσε, Παπαγιώργη, νὰ πυρωθῆς, ἄρχισε νὰ τσούζη ὁ βοριάς. [ὁ Παπαγιώργης κάθεται σιωπηλός.] Ἄκου Παπαγιώργη· μὴ σοῦ φανῆ παράξενο αὐτό, ποὺ θὰ σοῦ πῶ. Πές, πὼς δὲν εἶμαι οὔτε μινίστρος, οὔτε ἀρχιμαντρίτης, οὔτε ἀρχηγός σου, οὔτε τίποτε. Πές, πὼς εἶμαι ἕνας ἁπλός... μιὰ ψυχὴ μὲς στὸ ποίμνιο.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Γιατί μοῦ τὰ λὲς αὐτὰ;
ΦΛΕΣΣΑΣ - Πές, πὼς δὲν εἶναι πόλεμος· πὼς δὲν εἴμαστε στὸ
Μανιάκι· πὼς δὲν εἴμαστε κλεισμένοι σὲ ταμπούρι. Πές, πὼς εἶσαι
στὸ ἱερὸ κι ἐγὼ εἶμαι ἕνας πιστός... ποὺ σὲ ζυγώνει... δειλὸς καὶ ντρο-
πιασμένος,
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Μὰ γιατί νὰ βάλω μὲ τὸ νοῦ μου οὗλα
αὐτά;
ΦΛΕΣΣΑΣ - [ζεστά.] Γιατὶ ἔτσι εἶναι...
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - [σὲ μεγάλη ἀπορία καὶ συγκίνηση.] Μὰ τί
γυρεύεις ἀπὸ μὲνα;
ΦΛΕΣΣΑΣ - Τίποτα· νὰ ξομολογηθῶ.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Ἀλήθεια, φέρνεσαι σὰ χριστιανὸς τὴν ὥρα
τούτη... Δὲν ξαίρομε τί μᾶς βρίσκει...
ΦΛΕΣΣΑΣ - Στάθηκα ἕνας ἁμαρτωλός, Παπαγιώργη...
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Ἔ, καλά, καὶ ποιός δὲν εἶναι; ῎Ετσι εἴμαστε
ὅλοι.


ΦΛΕΣΣΑΣ - Ὄχι, Παπαγιώργη, μέσα μου ἡ λάσπη ἤτανε πάντα πλησμονή, ὅσο κι ἂν πάσκιζα νὰ τὴ νικήσω. Ὁ Θεὸς κι ὁ διάολος παλεύανε, νύχτα μέρα, μέσα στὴν ψυχή μου· κι ἤτανε πάντα ὁ σατα- νάς, ποῦχε τὸν τελευταῖο λόγο.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Μεγάλο βάσανο καὶ τοῦτο, τὸ δικό σου,
δηλαδή !


ΦΛΕΣΣΑΣ - Μάταια πάλευα γιὰ κάτι, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μὲ γαληνέψη. Θεοῦ πρόσωπο δὲν εἶδα παρὰ μονάχα τρεῖς στιγμές... τρεῖς στιγμὲς μονάχα...
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Δὲ σὲ καταλαβαίνω, βρὲ παιδί μου... ποιές
στιγμές.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Ἡ μιά, ὅταν πρωτομπῆκα στὸ μυστήριο τῆς
Ἑταιρίας.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Ἡ δεύτερη;
ΦΛΕΣΣΑΣ - ῞Οταν κατεβαίναμε μὲ τὸν Κολοκοτρώνη νὰ


βαρέσωμε τὸ Δράμαλη.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Κι ἡ τρίτη;
[ἀρχίζει νὰ ξημερώνη σιγὰ σιγά.]


ΦΛΕΣΣΑΣ - Ἐτούτη ἡ ἀποψινή. Σὰ νὰ σκίζεται κάθε φορὰ τὸ καταπὲτασμα τ’ οὐρανοῦ ἄνωθεν ἕως κάτω καὶ σὰ ν’ ἀντικρίζω φῶς ἀπ’ τὸν Παράδεισο.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Δὲ σὲ καταλαβαίνω! Γιατί αὐτὲς τὶς τρεῖς
στιγμὲς μονάχα;


ΦΛΕΣΣΑΣ - Γιατὶ αὐτὲς τὶς τρεῖς στιγμὲς μονάχα, Παπαγιώρ- γη μου, δόθηκα σ’ ὅ,τι δὲν εἶναι μικρὸ σὰν τὸν ἑαυτούλη μας, πρό- σκαιρο σὰν τὴ ζωούλα μας, στενὸ σὰν τὸν ἐγωισμό μας. Μ’ αὐτὲς ἦταν τρεῖς στιγμὲς μονάχα, σ’ ὁλάκερη ζωή· κὶ ὅλο τὸν ἄλλο καιρὸ νά τρέχης πίσω ἀπὸ λάμψεις, θέσεις, ἀξιώματα, μικρόχαρες φρο- ντίδες καὶ λογαρισαμούς. Πόσο εὔκολα ξεχνούσαμε κάθε φορὰ τοὺς φρικτούς μας ὅρκους νὰ ὑπηρετήσωμε μὲ πίστη τὸν τρανὸν ἀγώνα. Καὶ νά ποιό εἶναι τὸ κατάντημα. Ἀπὸ τὶς ἀνομίες μας νὰ κινδυνεύη ἡ λευτεριά μας.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Ὁ θεὸς εἶναι μεγάλος· θὰ μᾶς συγχωρέση
ὅλους.


ΦΛΕΣΣΑΣ - Ἀκόμα χτὲς ἔφτασα δῶ μὲ τὸ κεφάλι μου γεμάτο στοχασμοὺς ἀκάθαρτους· ἦρθα νὰ δώσω καὶ νὰ κερδίσω μιὰ μάχη, μονάχα γιὰ ψευτοπολιτική· νὰ πάρω καινούργια δύναμη ἀπὸ τὴ νίκη· νὰ λευτερώσω φυλακισμένους καπετάνιους... Κι ὅλα αὐτὰ γιατί; γιὰ ποιόν; Γιά μένα! Γιὰ νὰ γίνη ὁ Παπαφλέσσας ἀπὸ μινίστρος πρόεδρος. [περιπαίζοντας.] Μικρόχαρες φροντίδες. Ἂς εἶναι εὐλογημένο τ’ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ποὺ τὶς ἔσβησε μὲ τὴ θεία βουλή του καὶ μὲ χέρι σταθερὸ μ’ ἔφερε ν’ ἀντικρίσω τὸ μεγάλο μου χρέος· καὶ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπ’ αὐτό· νὰ πεθάνω! Πρόσεξε καλά· δὲν τὸ λέω στὸν καπετάνιο τὸν Παπαγιώργη ἀπ’ τὸ Περθώρι· τὸ λέω στὸν πνευματικό, ποὺ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ ξαναπῆ σὲ κανένα...
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Γιατί τὸ λὲς αὐτό; Τὴν ὥρα του κανένας δὲν
τὴν ξέρει.


ΦΛΕΣΣΑΣ - ῎Οχι ξέρω καλά. [ἐμπιστευτικὰ καὶ θλιμμένα.] Βοήθεια δὲν προσμένω ἀπὸ πουθενά. ῞Ολοι μᾶς πρόδωσαν, ἀκόμα καὶ οἱ πιὸ δικοί μας, Παπαγιώργη... Δὲν εἶμαι σίγουρος οὔτε γιὰ τὸν Πλαπούτα... Καταλαβαίνεις;
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Τότε τί στέκεις νὰ πολεμήσης τί στεκόμα-
στε;


ΦΛΕΣΣΑΣ - Γιὰ νὰ πέσωμε... Πρέπει νὰ πέσωμε, γιὰ ν’ ἀναστηθοῦμε στὴν ψυχή τοῦ ῎Εθνους καὶ νὰ τὴν ἀναστήσωμι... Κατάλαβέ το, Παπαγιώργη... τ’ ὄμορφο παραμύθι ποὺ μᾶς ἕνωσε καὶ μᾶς ξεσήκωσε στὸ μεγάλο ξεκίνημὰ μας, ξεθώριασε καὶ θέλει αἶμα, γιὰ νὰ ζωντανέψη. Πρέπει νὰ πεθὰνωμε, γιὰ νὰ τὸ θρέψωμε· νὰ γίνωμε κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι παραμύθι... Καὶ δῶ εἶναι, Παπαγιώργη,
τὸ ἄλλο βαρὺ ἁμάρτημα, ποὺ ξομολογιέμαι στὸν πνευματικό: ἡ δική μου ἡ ζωὴ εἶναι δική μου καὶ μπορῶ νὰ τὴν ἀποφασίσω... Μὰ ἔχω τὸ δικαίωμα να μαντρώνω ἔτσι ὅλα τοῦτα τὰ παλικάρια καὶ νὰ τοὺς κρύβω την ἀλήθεια, πὼς εἶναι βέβαιος ὁ χαμός; [ὁ Παπαγιώργης σωπαίνει ὁ Φλέσσας τὸν κοιτάζει στὰ μάτια.] Γιατί δὲ μοῦ κραίνεις;


ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - [μὲ μεγάλη συγκίνηση καὶ μὲ τὰ χέρια κατὰ τὸν οὐρανό.] Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς συγχωρέση, ἐσένα, κι ἀπὸ τούτη τὴ στιγμὴ καὶ μένα!...
ΦΛΕΣΣΑΣ - [μ’ ἄξαφνη ἔντονη χαρά.] Μοῦ δίνεις ἄφεση; [σκύβει
τὸ κεφάλι μπροστά του.]
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - [ἁπλώνει τὸ χέρι του ἐπάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι
του μὲ μεγάλη συγκίνηση.] Ἀφοῦ εἶναι γιὰ Θεὸ καὶ γιὰ Πατρίδα!
[ἔχει ξημερώσει τέλεια· οἱ πρῶτες ἀχτίνες τοῦ ἥλιου χτυποῦν στὰ
κλαριὰ τῆς γκορτσᾶς*.]


ΦΛΕΣΣΑΣ - [φιλώντας τὸ χέρι τοῦ Παπαγιώργη.] Σ’ εὐχαριστῶ. Μ’ ἀνοίγεις τὸν Παράδεισο... Εἶμαι πιὸ ἀλαφρὸς κι ἀπ’ τὸ πουλί, ὅταν αὐγὴ ἀφήνη τὸ κλαρὶ γιὰ τὸ ξέγνοιαστο πέταγμά του, [ὄρθιος.] Εὐλογημένη μέρα αὐτή, ποὺ ξημερώνει, κι ἂς εἶναι ἡ στερνὴ μας. ῎Ε! σεῖς, ἀπάνω! σηκωθῆτε! [τοὺς ξεκουνάει· αὐτοὶ ξυπνοῦν· στὸν Πα- παγιώργη.] Μιλιὰ γιὰ ὅσα εἴπαμε... ἔχω τὸ λόγο σου. [στοὺς ἄλλους ποῦχαν ἀνακαθίσει.] ῎Ε! σύ, ὀρὲ Τισαμενέ*, σύρτε μὲ τὸ Δημήτρη νὰ ποτίστε τ’ ἄλογα. [ὁ Τισαμενὸς κι ὁ Δημήτρης φεύγουν.] Καὶ σύ, ὁρὲ Λεβιδιώτη, σύρε νὰ πῆς στοὺς Καπεταναίους νάρθουνε στὴ στιγμὴ σὲ μένα. Ἔχω νὰ τοὺς μιλήσω.
ΛΕΒΙΔΙΩΤΗΣ - Στὶς προσταγές σου.
[ὁ Λεβιδιώτης φεύγει.]
ΣΚΗΝΗ Ε΄
ΦΛΕΣΣΑΣ, ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ καὶ σὲ λίγο ΚΕΦΑΛΑΣ


ΦΛΕΣΣΑΣ - [στὸν Παπαγιώργη.] Αὐτὸν τὸν Τισαμενὸ θέλω νὰ τονὲ διώξω, Παπαγιώργη, ἀπὸ δῶ πέρα. Τὸν λυπᾶμαι! Τί νὰ τόν κάνουμε; Καλαμαρὰς κι ἔχει ἕνα σωρὸ ψυχὲς ἀπάνω του. Μονάχα πρέπει νάβρω τρόπο. [κοιτάζοντας ἀριστερά.] Κάποιος ἔρχεται. [φωνάζει.] Ἐσύ ’σαι, ὀρὲ Κεφάλα; Τί χαμπέρια φέρνεις;


ΚΕΦΑΛΑΣ - [μπαίνοντας ἀριστερὰ λαχανιασμένος.] ῾Ο Ἀράπης


φάνηκε.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Κατὰ ποῦ, ὀρέ;
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Εἶναι κοντά;
ΚΕΦΑΛΑΣ - Ἀπάνω ἀπ’ τὴ Σκάρμιγκα κι ἀπὸ τὸ Κεφαλόβρυσο...
Σύγνεφο τὰ μπαϊράκια* του... Γεράκια ἀμέτρητα, ποὺ φτερακᾶνε
στὸν ἀγέρα...
ΦΛΕΣΣΑΣ - Οἱ στρατοὶ δὲν πολεμᾶνε μὲ τὰ μπαϊράκια*, ὀρὲ
Κεφάλα... παρακάτω...
ΚΕΦΑΛΑΣ - Εἶναι χιλιάδες ἡ πεζούρα κι ἡ καβάλα...
ΦΛΕΣΣΑΣ - Θέλω νὰ ξέρω, πῶς τοὺς μέτρησες; Γιατὶ τὸ μάτι τὸ
σκιαγμένο τοὺς πέντε, ὀρέ, τοὺς κάνει χίλιους· παρακάτω...
ΚΕΦΑΛΑΣ - Μ’ ἔστειλες νὰ δῶ αὐτὸ ποὺ εἶδα, γιὰ αὐτὸ ποὺ
θέλει ἡ ἀφεντιά σου; Ὁ κάμπος γιόμισε ἀπ’ τ’ ἄλογά τους.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Ταχιὰ θὰ τὰ καβαλικεύουν τὰ παλικάρια μας σὰν
τ’ ἄλογα τοῦ Δράμαλη... Παρακάτω!...
ΚΕΦΑΛΑΣ - Μαυρίζει ὁλοῦθε ὁ τόπος ἀπ’ τὰ φουσάτα* τους.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Μαυρίζει, γιατὶ εἶναι μαῦρα τ’ ἀντράποδα ὀρὲ Κε-
φάλα... Παρακάτω!...
ΚΕΦΑΛΑΣ - ῾Ολοῦθε ἀστράφτει ὁ τόπος ἀπ’ τὶς ἁρματωσιές
τους!


ΦΛΕΣΣΑΣ - Οἱ στρατοὶ δὲν πολεμᾶνε μὲ τ’ ἀτσάλι καὶ τὸ σί- δερο· πολεμᾶνε μὲ τοῦτο, ὀρὲ Κεφάλα! [χτυπάει τὴν καρδιά του. ] Παρακάτω!...


ΚΕΦΑΛΑΣ - Παρακάτω! Δὲν ἔχει παρακάτω... Θὰ τοὺς δῆς μονάχος σου, γιατὶ ὅπου καὶ νάναι, φτάνουν, ἐδῶ, μπροστά μας, στὰ ριζά.
[ἀπὸ δεξιὰ κι ἀριστερὰ μπαίνουν ἄτακτα μὲ θόρυβο οἱ
καπεταναῖοι.]
ΣΚΗΝΗ ΣΤ΄
ΟΙ ΑΠΑΝΩ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΠΕΤΑΝΑΙΟΙ Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ, ΠΙΕΡΡΟΣ,
ΒΟΪΔΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ, ΚΟΡΜΑΣ, ΤΣΑΛΑΦΑΤΙΝΟΣ
Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ - Ὁ Μπραΐμης εἶν’ ἀπὸ κἀτω. Παίρνει ξυστὰ τὰ
ριζοβούνια.
ΚΟΡΜΑΣ - Ἔβγα νὰ δῆς· μὲ τὸ μάτι φαίνεται· νά, καθρέφτης!...
ΒΟΪΔΗΣ Μ. - Δυὸ κολόνες ἡ πεζούρα καὶ μιὰ καβαλαραῖοι.
ΤΣΑΛΑΦΑΤΙΝΟΣ - Καὶ μιὰ κολόνα ἔχει ξεκόψει ἀπὸ δεξά·


πάει νὰ μᾶς πάρη τὶς πλάτες.
ΚΕΦΑΛΑΣ - Νὰ φύγωμε ἀπὸ τὸ μέρος τῆς Ἁγιᾶς.
ΦΛΕΣΣΑΣ - [ἄγρια.] Τί;
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Θάχωμε τὸ βουνὸ βοηθό.


Β0ΪΔΗΣ Μ. - Ἐδώ ’μαστε κλεισμένοὶ σὰν τὰ ποντίκια στὴν τρύπα τους· ἐκεῖ στεκόμαστε καὶ πολεμᾶμε στἀ ριζά... Κι ἅμα δοῦμε τὰ στενά, γλιστρᾶμε καὶ γλιτώνομε.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Καὶ γλιτώνομε καὶ σένα πούσαι χρήσιμος
γι’ ἄλλη περίσταση στὸ Ἔθνος...


ΦΛΕΣΣΑΣ - Καὶ σύ, ὀρὲ Παπαγιώργη; καὶ σύ; ποὺ τὰ μιλήσαμε καλὰ καὶ ξέρεις, πὼς ἡ νίκη μας εἶναι σίγουρη; [τὸν πιάνει ἀπ’ τὰ γένεια.] Γιατί μοῦ τὰ ντροπιάζεις αὐτὰ τὰ γένεια, Παπαγιώργη, δὲ μοῦ λές; Γιὰ ποιάν ἄλλη περίσταση χρειάζομαι, ὁρέ, ἂν μὴ γιὰ τούτη; [Στὸν Κεφάλα.] Καὶ σένα ἀλλιῶς σ’ ἐχτίμαγα, ὀρὲ Κεφάλα· σὲ εἶχα γιὰ καλύτερο. [στοὺς ἄλλους.] Ποῦ νὰ φύγωμε, ὀρέ, καὶ ποῦ νὰ πᾶμε; Εἴμαστε ταχτικό, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ πισωγυρίζωμε συ- νταγμένοι; Ἅμα βγοῦμε ἀπὸ τοῦτα τὰ λιθάρια, θὰ σκορπίσωμε κι οἱ καβαλάρηδες τοῦ ᾽Ιμπραὴμ θὰ μᾶς λιανίζουν ἕναν ἕνα... βγάλτε ἀπ’ τὸ μυαλό σας τὴ φευγάλα... Ἐδῶ θὰ μείνωμε καὶ θὰ νικήσωμε. [ἀπὸ δεξιὰ μπαίνει ὁ Μπιτσιάνης.] Τί εἶναι, ὀρὲ Μπιτσιάνη;
ΣΚΗΝΗ Ζ΄
ΟΙ ΑΠΑΝΩ ΚΑΙ ΜΠΙΤΣΙΑΝΗΣ


ΜΠΙΤΣΙΑΝΗΣ - Ἅμα φάνηκαν οἱ Ἀραπάδες; τρία τέσσερα μπουλούκια, παλικάρια ἀπὸ τὰ δυὸ ταμπούρια τ’ ἀκρινά, ἀρχίσανε πρῶτα νὰ μουρμουρίζουνε: Ἐσεῖς οἱ καπεταναῖοι ἔχετε ἀλόγατα κι ἅμα στενέψουνε τὰ πράματα, τὸ σκᾶτε... Ἐμᾶς ὅμως θὰ μᾶς βροῦν ἐδωπέρα. Κι ἄρχισαν ἀμέσως νὰ πέφτουν λίγοι λίγοι μέσα στὴ ρεματιὰ κι ὕστερα τὸ κακὸ δυνάμωσε καὶ τώρα φεύγουν...
ΦΛΕΣΣΑΣ - Εἶναι πολλοί, ὀρέ;


ΜΠΙΤΣΙΑΝΗΣ - Ὡς χίλιοι... Δὲ θέλει ἡ ἀφεντιά σου νὰ τοὺς
μιλήσης τίποτε;


ΦΛΕΣΣΑΣ - [θυμωμένα.] Ὄχι· δὲ μοῦ χρειάζονται ψοφίμια... θέλω ἄντρες καὶ ἔχω, δόξα σοι ὁ Θεός· μοῦ μένουνε ἀπάνω κάτω ἄλλοι χίλιοι. [πηδάει σὲ μιὰ πέτρα, γιὰ νὰ βλέπῃ ἔξω αὐτοὺς ποὺ φεύγουν, φωνάζει.] Κιοτῆδες! Ἔ! Κιοτῆδες! Ἄντε. Τραβᾶτε μὲ τὴ μουντζούρα στὸ κούτελο καὶ μὲ τὸ θάνατο πιὸ σίγουρο ἀπ’ τὸ σπαθὶ τοῦ καβαλάρη! [ἀπ’ ἀριστερὰ μπαίνουν ὡχροὶ ὁ Τισαμενὸς μὲ τὸ Δημήτρη τὸ σημαιοφόρο.] Τί εἶναι, ὀρὲ Τισαμενέ;
ΣΚΗΝΗ Η΄
ΟΙ ΑΠΑΝΩ, ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Ο ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ


ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ - [τρομαγμένος.] Τούτη τὴ στιγμὴ μᾶς κουλουριὰζει ὁ Ἀράπης· ἀνεβαίνοντας ἀπ’ τὸ νερὸ μὲ τ’ ἄλογα ἀπ’ τὴ ραχούλα εἶδα μιὰ κολόνα καβαλάρηιδες, ποὺ πάει κατὰ τὸ Μαργιέλι.
ΦΛΕΣΣΑΣ - [μὲ ἄγρια χαρά,] Γειά σου, ἀσίκη! Αὐτὸ θέλω κι
ἐγὼ νὰ κάνης... Τώρα θὰ πολεμήσωμε σὰν τὰ θεριά...
ΚΕΦΑΔΑΣ - Κι ἐγὼ σοῦ λέω νὰ φύγωμε, ἀνοίγοντας τὸ δρόμο
μὲ τὰ σπαθιά!
ΒΟΪΔΗΣ Μ. - Μιὰ φωτιὰ θὰ φᾶμε... Πόσοι θὰ σκοτωθοῦμε;
Πενήντα; ἑκατό; Οἱ ἄλλοι θὰ γλιτώσωμε.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Πάρε τ’ ἄλογό μας, ὀρὲ Τισαμενέ, καὶ τράβα μὲ τοὺς
σεΐζηδες* νὰ κολῆστε στὸ βουνό...


ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ - [μὲ μεγάλη συγκίνηση.] Καταλαβαίνω! Μοῦ κάνεις ὅ,τι καὶ στ’ Ἀνάπλι... Σὲ κάθε δύσκολη στιγμὴ μ’ ἔστελνες νὰ φουμάρω ἕνα τσιμπούκι...


ΦΛΕΣΣΑΣ - Ναί! Τράβα καὶ τώρα νὰ φουμάρης ἕνα τσιμπούκι, καλαμαρά, γιὰ νὰ καταλάβουν ὅλοι τους, πὼς τ’ ἄλογα δὲν τάχομε γιὰ τὴ φευγάλα. Καὶ πὴρα ἀπὸ ’κεῖ ψηλά, ποὺ θάσαι, νὰ τὰ δῆς ὅλα καλά, γιά νὰ μᾶς κάνης τὸν ἱστορικὸ τῆς μάχης. Ἄντε, τράβα!
ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ - [τὸν φιλεῖ.] Ὁ Θεὸς κοντά σου.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Στὸ καλό! [ὁ Τισαμενὸς φεύγει.]


ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ - Νὰ πάω κι ἐγώ;
ΦΛΕΣΣΑΣ - Τί λές, ὀρέ, πάρε τὸ μπαϊράκι καὶ βάστα το κοντά
μου· νὰ ξέρη ὁ βρωμάραπας, ποῦ βρίσκομαι.
[ὁ σημαιοφόρος ἐκτελεῖ. Ἀπὸ μακριὰ ἀκούγονται σαλπίσματα
καὶ ταμποῦρλα.]


Νά τους! Καλῶς ὁρίσατε, μουσαφιραῖοι, Ἀκοῦτε; Τοὺς συνάζει, γιὰ νὰ τοὺς ρίξη ἀπάνω μας. [προσταχτικά.] Οἱ προσταγές μου εἶναι τοῦτες: Οὔτε ἕνα βόλι δὲ θὰ ρίξετε, ἂν δὲν ἀκοῦστε τὸ δικό μας τὸ ταμπούρι... Καὶ νὰ ξέρετε ἀπὸ τώρα· θὰ τοὺς ἀφῆστε νὰ ζυγώσουν σὲ μισὸ τίρο* ντουφεκιοῦ. Ἀκοῦτε; σὲ μισὸ τίρο ντουφεκιοῦ... Τραβᾶτε! Καὶ γιὰ τὴ νίκη νάστε σίγουροι... Ὁ ῾Υψηλάντης μὲ διακόσιους, ὀρέ, κράτησε τὸ Δράμαλη στὸ Ἄργος· ἐμεῖς εἴμαστε πέντε φορὲς τόσοι κι ἀπόξω φτάνει ὥρα τὴν ὥρα βοήθεια. Κι ἂν οὗλοι οἱ ἄλλοι δὲν ἐρθοῦν, ὁ ἀδελφός μου ὁ Νικήτας δὲ θὰ μᾶς ἀφήση· κι ἂν αὐτὸς δὲν ἔρθη, ὁ Πλαπούτας δὲ θὰ λείψη· σὲ λίγο θάχομε πάρει τὶς πλάτες τοῦ Ἰμπραὴμ καὶ θὰ τονὲ βαροῦμε...


ΤΣΑΛΑΦΑΤΙΝΟΣ - Κι ἂν ὅλοι μᾶς ἀφήσουνε;
ΒΟΪΔΗΣ - Κι ἂν δὲν ἐρθῆ κανένας;
Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ - Τί γινόμαστε, δὲ μοῦ λές;


ΦΛΕΣΣΑΣ - Κι ἂν ὅλοι μᾶς ἀφήσουνε... κι ἂν ὅλοι σκοτωθοῦμε, στὸν τόπο τοῦ κάθε σκοτωμένου θὰ φυτρώσουν χίλιοι, καὶ δῶ καὶ στὴ Ρούμελη. Κι ὁ Ἀράπης θὰ χαθῆ. Καταλαβαίνω, ὀρέ· μᾶς πονάει νὰ μὴ ζήσωμε καὶ ν’ ἀπολάψωμε τὸ Ἔθνος λεύτερο. Μὰ δὲν ξεχνάω, παιδὶ σὰν ἤμουνα, μιὰ μέρα, ποὺ ὁ παππούλης μου, ὀγδόντα χρονῶν γέρος, φύτευε μὲ τὸ χέρι του κάτι δεντράκια τόσα δά. Καὶ τὸν ἀναγελοῦσα μέσα μου, γιατὶ οὔτε τὸν ἴσκιο τους θὰ χαιρότανε ποτές, οὔτε τὸν καρπό τους θὰ γευόταν. Κατάλαβα τί ἔκανε, μονάχα σὰ μεγάλωσα καὶ κάθισα ἑγὼ στὸν ἴσκιο τους κι ἔφαγα τοὺς καρπούς τους.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Τί γυρεύουν ἐδῶ οἱ ἱστορίες τοῦ παπ·ποῦ
σου;


ΦΛΕΣΣΑΣ - Τὴν ἴδια δουλειὰ κάνομε κι ἐμεῖς, ὀρέ, σ’ αὐτὰ τὰ βράχια... Δέντρο φυτεύομε, κι ἂς μὴν εἶναι γιὰ μᾶς, ποὺ θὰ γενῆ θεόρατο, γιὰ νάρχωνται γενιὲς καὶ γενιὲς νὰ κάθωνται στὸν ἴσκιο του καὶ νὰ μᾶς βλογᾶνε.
ΒΟΪΔΗΣ - [στοὺς καπεταναίους.] Πᾶμε στὰ ταμπούρια μας, ὀρέ.


Κι ὅποιος ζήση ἀπὸ μᾶς, ἂς ἀκούη τῶν γυναικῶν τὰ μοιρολόγια!
[τὴν ὥρα τούτη φεύγουν, ὁ Βοϊδὴς Μαυρομιχάλης, ὁ Κορμάς, ὁ
Μπιτσιάνης καὶ ὁ Κεφάλας.]
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Ἐγὼ θὰ κάτσω δῶ κι ἂς μοῦ ’βρισες τὰ γέ-


νεια.
Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ - Κι ἐγώ.
ΤΣΑΛΑΦΑΤΙΝΟΣ - Κι ἐγώ. Ἂν μὲ θές.


ΦΛΕΣΣΑΣ - Πιάστε ντουφεκίστρες. [στὸ σημαιοφόρο του.] Ἐδῶ τὸ μπαϊράκι, ὀρέ, νὰ ξέρη ὁ βρωμάραπας ποῦ βρίσκομαι. [ὁ σημαιοφόρος ἐκτελεῖ, μπαίνει ὁ Λεβιδιώτης.]
ΛΕΒΙΔΙΩΤΗΣ - ᾽Εδῶ μπροστὰ στὸ σύδεντρο μαζώχτηκαν˙ οἱ
ἀκροβολιστές τους εἶναι κιόλας ἀπὸ κάτω.


ΦΛΕΣΣΑΣ - Σκασμός. Στὴν ντουφεκίστρα σου! [πηδάει σ’ ἕνα λιθάρι ἀγναντεύοντας μὲ τὸ χέρι.] Μωρὲ στὰ βουβὰ γλιστρήσανε οἱ μουσαφιραῖοι! [φωνάζει.] Βαρῆτε!! [μπαταριές, σαλπίσματα, τυμπανοκρουσίες˙ γυρίζοντας στὸ σημαιοφόρο του, χαμηλά, βραχνά.] Σκίσ’ τὸ μπαϊράκι, χῶστο στὸν κόρφο σου καὶ φεύγα! Νὰ γλιτώσης τὸ σταυρό!
ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ - [ἐκτελεῖ ἀστραπιαΐα μὲ μεγάλη συγκίνηση.]
Καλὸ βόλι, καπετάνιο!
ΦΛΕΣΣΑΣ - Ἀμήν!!


[μπαταριές, σαλπίσματα, πανδαιμόνιο, φωνές. Αὐλαία κλείνει καὶ ἀνοίγει ἀμέσως... ἡσυχία, σκοτάδι ἀπόλυτο... μπαίνουν δυὸ χωρι- άτες μὲ φαναράκια καὶ δυὸ στρατιῶτες τοῦ ᾽Ιμπραΐμ καὶ πίσω του


ὁ Ἰμπραΐμ ὁ ἴδιος.]
Α΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Ὁ Πασὰς προστάζει νὰ βρεθῆ τὸ κουφάρι του.
[Ψάχνουν.]
Β΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Νά το. ᾽Εδῶ ’ναι.
ΙΜΠΡΑΪΜ - [ἀράπικα.] Ἐρ φαοῦ μὲν ὰ ὰ λάλ, ἄριτ οὐὰ κιφού.
Β΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Τί λέει;
Α΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Νὰ τὸν σηκώσωμε ὀρθόν.
[ἐκτελοῦν οἱ δυὸ χωριάτες καὶ οἱ δυὸ στρατιῶτες ὁ Ἰμπραΐμ


ζυγώνει καὶ τὸν φιλεῖ στὸ σκοτάδι.]
Α΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Τὸν φίλησε;
Β΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Ναί.
ΙΜΠΡΑΪΜ - Χουὰ κάαν ράγκελ σάαλιχ οὐὰ σουγκάαα!


Β΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Τί εἶπε, ὀρέ;
Α΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Εἶπε, ὅτι αὐτὸς ἤτανε ἕνας ἄντρας ἀληθινός...
Αὐτὸ εἶπε.
(ΑΥΛΑΙΑ)
« Παπαφλέσσας »
Σπύρος Μελὰς

Γιάννης Τσαρούχης


Γενικά οι Έλληνες είναι
αγράμματοι και αγνοούν τους θυσαυρούς της πατρίδας τους.Θα γίνουν
θρήσκοι όσο μορφώνονται ,αντίθετα με άλλους που όσο μορφώνονται παύουν
να είναι θρήσκοι.

Ο καχύποπτος ιδιώτης


....γιατί οι άνθρωποι είναι "απαιδαγώγητοι στις πολιτικές
ελευθερίες". Γι΄ αυτό άφησαν τις κοινοτικές υποθέσεις στου πεπρωμένου
την διάκριση και κοιτάζουν μόνο τα ατομικά τους συμφέροντα.
Καθένας έκαμε πολιτικόν του φίλο εκείνον που επί Τουρκοκρατίας ήξερε
πως είχε δύναμιν αναγνωρισμένη". Η Κοινότητα ως συνθετική μονάδα παραγωγής αποτελεί πια
ανεπίστρεπτη παρελθοντολογία δεν είναι πια ούτε καν παράδοσις. Ο
καχύποπτος ιδιώτης δεν ισορροπεί πλέον με την αγάπη του για τις
διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά τις εξωθεί στις εγωιστικότερες συγκρούσεις. Ο
ιδιώτης τεντώνει το τόξο του μικρού του ευτελούς συμφέροντος μέχρι της
ασυδοσίας. Στο ζοφερό αυτό κλίμα εκτρέφεται ο πολιτικαντισμός, ως ένα
παράσιτο το οποίο εκτρέφεται από τον νέο τύπο πολίτη - ιδιώτη και
απομυζεί τις δυνάμεις της κοινωνίας και του Έθνους.

Και πάντα να θυμάσαι:


Το παράδοξο της εποχής μας στο διάβα της ιστορίας είναι ότι έχουμε
ψηλότερα κτήρια, αλλά με χαμηλότερες προδιαγραφές, πλατύτερους δρόμους
αλλά στενότερες αντιλήψεις.

Ξοδεύουμε περισσότερα αλλά έχουμε
λιγότερα. Αγοράζουμε περισσότερα αλλά απολαμβάνουμε λιγότερα

Έχουμε
μεγαλύτερα σπίτια, αλλά μικρότερες οικογένειες, περισσότερες ανέσεις
αλλά λιγότερο χρόνο.

Έχουμε περισσότερα πτυχία, αλλά λιγότερο
νόημα, περισσότερη γνώση αλλά λιγότερη κρίση, περισσότερους
ειδικούς
και ακόμη περισσότερα προβλήματα.

Περισσότερα φάρμακα και
λιγότερη ευφορία.

Πίνουμε πολύ, καπνίζουμε πολύ, ξοδεύουμε πολύ
απερίσκεπτα, γελούμε πολύ λίγο, οδηγούμε πολύ γρήγορα,
θυμώνουμε πολύ
γρήγορα, ξενυχτούμε πολύ, ξυπνούμε πολύ κουρασμένοι, διαβάζουμε πολύ
λίγο,
παρακολουθούμε πολύ τηλεόραση και προσευχόμαστε πολύ σπάνια.

Έχουμε
πολλαπλασιάσει τα υπάρχοντά μας, αλλά έχουμε μειώσει τις αξίες μας.

Μιλούμε
πολύ, αγαπούμε πολύ σπάνια και μισούμε πολύ συχνά.

Μάθαμε πώς να
εξασφαλίζουμε τα προς το ζην, αλλά όχι τη ζωή.

Προσθέσαμε χρόνια
στη ζωή μας αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας.

Φτάσαμε στο Φεγγάρι,
αλλά δυσκολευόμαστε να διασχίσουμε τον δρόμο που πάει για τον γείτονά
μας.

Κατακτήσαμε το έξω διάστημα, αλλά όχι τον εσωτερικό μας
κόσμο.

Κάναμε μεγαλύτερα πράγματα αλλά όχι καλύτερα πράγματα.

Καθαρίζουμε
τον αέρα αλλά μολύνουμε την ψυχή. Διασπάσαμε το άτομο, αλλά όχι την
προκατάληψη.

Γράφουμε περισσότερα αλλά μαθαίνουμε λιγότερα.
Σχεδιάζουμε περισσότερα αλλά πραγματοποιούμε λιγότερα.

Μάθαμε να
βιαζόμαστε αλλά όχι να περιμένουμε.

Φτιάξαμε περισσότερους Η/Υ να
κρατούν περισσότερες πληροφορίες, να παράγουν περισσότερα αντίγραφα από
ποτέ αλλά εμείς επικοινωνούμε όλο και λιγότερο.

Αυτές είναι οι
μέρες του γρήγορου φαγητού και της αργής χώνεψης, μεγάλοι άντρες αλλά
μικροί χαρακτήρες,
υπερβολικά κέρδη αλλά ρηχές σχέσεις.

Αυτές
είναι οι μέρες των δύο εισοδημάτων αλλά των περισσότερων διαζυγίων, των
πιο εντυπωσιακών σπιτιών
αλλά των διαλυμένων σπιτικών.

Αυτές
είναι οι μέρες των γρήγορων ταξιδιών, των πανών μιας χρήσης, της
πεταμένης ηθικής,
των υπέρβαρων σωμάτων και των χαπιών που κάνουν τα
πάντα, από ευθυμία, ηρεμία μέχρι θάνατο.

Ζούμε σε ένα καιρό που η
βιτρίνα της ζωής μας φαίνεται ότι είναι πλούσια και γεμάτη,
αλλά η
αποθήκη της είναι άδεια.

Είναι ο καιρός που η τεχνολογία μπορεί
να φέρει αυτό το γράμμα σε σένα και ο καιρός που μπορείς να διαλέξεις ή
να
μοιραστείς αυτή την ενόραση ή απλώς να πατήσεις σβήσιμο.

Να
θυμάσαι, πέρνα χρόνο με αυτούς που αγαπάς, γιατί δε θα ναι κοντά σου
πάντα.

Να θυμάσαι να λες μια ευγενική κουβέντα σε κάποιον που
αποβλέπει σε σένα με θαυμασμό,
γιατί αυτό το μικρό άτομο σύντομα θα
μεγαλώσει και θα φύγει από το πλευρό σου.

Να θυμάσαι, να δίνεις
μια ζεστή αγκαλιά σε αυτόν που βρίσκεται δίπλα σου γιατί αυτό είναι ο
μόνος θησαυρός που μπορείς να δώσεις με την καρδιά σου και δεν κοστίζει
τίποτα.

Να θυμάσαι να λες «σε αγαπώ» στο σύντροφό σου και στους
αγαπημένους σου αλλά κυρίως να το εννοείς.

Ένα φιλί και μια
αγκαλιά μπορεί να επουλώσει τραύματα όταν ξεκινά από βαθιά μέσα σου.

Να
θυμάσαι να κρατάς τα χέρια και να χαίρεσαι τη στιγμή γιατί μια μέρα
αυτό το άτομο κάποια μέρα
δε θα ναι πια εκεί.

Δώσε χρόνο για
αγάπη, δώσε χρόνο για συνομιλία!

Και δώσε χρόνο για να μοιραστείς
πολύτιμες σκέψεις του μυαλού σου.


Και πάντα να θυμάσαι:

Η
ζωή δε μετριέται με το πόσες ανάσες παίρνουμε αλλά με τις στιγμές που
μας κόβουν την ανάσα.

Ἡ γενιά τοῦ Πολυτεχνείου καί ἡ καμπούρα της…


Ἡ γενιά πού αὐτοθαυμάστηκε καί αὐτοδοξάστηκε ὅσο καμμία ἄλλη ἴσως τούς
τελευταίους δύο αἰῶνες στήν χῶρα μας, ἀλλά καί ταυτόχρονα πού
αὐτοαναιρέθηκε ὅσο καμμία, εἶναι ἀκριβῶς αὐτή, ἡ «γενιά τοῦ
Πολυτεχνείου». Ἔδωσε πλησμονή ὑποσχέσεων, ἀνήγγειλε τήν δημιουργία ἑνός
νέου κράτους καί μιᾶς νέας κοινωνίας, επαγγέλθηκε μιά οἰωνεί πολιτιστική
ἐπανάσταση καί… ἀπετυχέ παντοῦ παταγωδῶς. Ἡ γενιά τῆς «Ἀλλαγῆς», πού
ἄλλαξε τά πάντα πρός τό χειρότερο… ἔτσι θά μείνει δυστυχῶς στήν Ἱστορία.
Συγκροτήθηκε κατά βάση ἀπό ἐπιστήμονες πού ἐξελίχθηκαν εἴτε σέ
τεχνοκράτες εἴτε σέ ἐπαγγελματίες πολιτικούς. Ἀναδείχθηκαν μέσα ἀπό μία
περίοδο μέ ἰδιαίτερα ὀξεία πολιτική ἀντιπαλότητα καί ἔντονες κοινωνικές
ἀναζητήσεις ἀλλά συνάμα καί ἐξαιρετικά σημαντική οἰκονομική καί
παραγωγική ἀνάπτυξη. Ἡ μετεμφυλιακή περίοδος, δηλαδή χονδρικά ἡ
εἰκοσιπενταετία 1950-1975, δημιούργησε κρίσιμα πολιτικά ἀδιέξοδα, τόσο
πρίν ὅσο καί μετά τό 1967, ἀλλά τουλάχιστον δημιούργησε πρωτογενή καί
δευτερογενή ἀνάπτυξη διόλου εὐκαταφρόνητη γιά μιά χῶρα πού ὡς τό 1949
εἶχε φθάσει σε ὁριακό σημεῖο.

Ἀνέλαβαν λοιπόν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς
γενιᾶς τοῦ Πολυτεχνείου νά σηκώσουν στούς ὤμους τους μιά πολιτικά
δοκιμασμένη ἀλλά οἰκονομικά εὔρωστη χῶρα πού ἐπιπλέον διέθετε
ἐντυπωσιακή πολιτιστική ὁμοιογένεια. Πάνω στήν ἐξέγερση τοῦ
Πολυτεχνείου, ἡ ὁποία παρ’ ὅλη τήν ἱστορική της θολούρα συγκρότησε ἕνα
ἐκπληκτικῆς διείσδυσης καί μακρᾶς διαρκείας πολιτικό ὑπόβαθρο,
ἑδραιώθηκε ὅλη ἡ πορεία τῆς μεταπολίτευσης. Ἀρκεῖ νά σημειώσουμε ὅτι ἡ
πολύ μεγαλύτερη σέ κλίμακα καί προβολή ἐξέγερση τοῦ γαλλικοῦ Μάη τοῦ
’68, σέ καμμία περίπτωση δέν ἐπέτυχε νά ἐπιβάλλει μία πολιτική τάξη στήν
γαλλική κοινωνία. Δηλαδή, ἐνῶ ὁ ἑλληνικός Νοέμβρης τοῦ ’73 δέν πέτυχε
τόν ἀντικειμενικό του σκοπό, την κατάρρευση τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος,
πέτυχε ὡστόσο νά γίνει ἄμεσα ἀναγνωρίσιμο σύμβολο καί μέ ἐντυπωσιακή
ἀποτελεσματικότητα νά συνθέσει τήν νομιμοποιητική βάση σχεδόν κάθε
πολιτικῆς καί πολιτιστικῆς ἐπιλογῆς τῶν κυβερνήσεων ἀπό τό 1974 κι
ἔπειτα.

Πάνω στόν μύθο τοῦ Πολυτεχνείου ἀναδείχθηκαν καί
καθιερώθηκαν ἄνθρωποι μέ πρώτιστο μέλημα τήν προσωπική τους ἀνέλιξη κι
ἐπιτυχία. Τό κράτος θεωρήθηκε, ἰδίως μετά τό 1981 γιά νά εἴμαστε
δίκαιοι, λάφυρο και ἡ πολιτική μηχανισμός προσωπικῆς ἐπαγγελματικῆς
ἀναγνώρισης. Μέσα ἀπό αὐτό τό μονοπάτι κάθε θεσμός τῆς δημοκρατίας, ὅπως
τό κοινοβούλιο κι ὁ συνδικαλισμός, κάθε πυλῶνας τῆς πολιτείας, ὅπως ἡ
δημόσια διοίκηση καί ἡ τοπική αὐτοδιοίκηση, ἀκόμα καί κάθε ἔκφραση τοῦ
πολιτισμοῦ, ὅπως ἡ ἀκαδημαϊκή παιδεία καί ἡ τέχνη, βρέθηκαν αἰχμάλωτοι
τοῦ κόμματος-κράτους. Χρησιμοποιήθηκαν ἀπό τόν προσωπικό τυχοδιωκτισμό
καί τόν πολιτικό ἀριβισμό ὅλες οἱ λειτουργίες, οἱ ἀξίες καί τά ἐρείσματα
τῆς κοινωνίας. Παράλληλα ὁ κρατικός μηχανισμός θεωρήθηκε καί
μετατράπηκε σέ ὄχημα εὔκολου καί γρήγορου πλουτισμοῦ, τόσο αὐτῶν πού
ἐπέβαιναν στό ὄχημα ὅσο κι αὐτῶν πού κατάφερναν νά συνάψουν οἱαδήποτε
σχέση μέ τήν λειτουργία του. Βλέποντας κάποιος τήν κατάσταση μέσω αὐτοῦ
τοῦ πρίσματος ἡ θέση στήν ὁποία ἔχουμε βρεθῆ σήμερα, μέ χιλιαπλασιασμό
τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους ἀπό τό 1974, δέν φαίνεται παράδοξη.

Τό
κυριότερο ὅμως «ἐπίτευγμα» τῆς γενιᾶς πού κυβερνᾶ τήν χῶρα τά τελευταῖα
20-25 ἔτη καί συνεχίζει καί σήμερα νά ὁρίζει τίς τύχες τοῦ ἑλληνικοῦ
λαοῦ εἶναι ἡ χωρίς προηγούμενο πνευματική καί ἠθική ἀφαίμαξη τῶν
Ἑλλήνων. Μπορεῖ τά ποσοστά ἐπιμὀρφωσης νά ἀνέβηκαν ἀλλά ἡ οὐσία τῆς
παιδείας τῶν Ἑλλήνων καταβαραθρώθηκε. Σημειώνει εὔστοχα ὁ κ.Ρακιντζής:
«Τό μόνο πού μένει στή χῶρα μας εἶναι νά κρατήσει ζωντανό κι ἀκμαῖο ἕνα
ἄλλο κεφάλαιο: τόν ἑλληνικό πολιτισμό, τήν ἑλληνικότητα μέσα στο
εὐρωπαϊκό γίγνεσθαι. Ἕνα σημάδι τῆς παρακμῆς μας εἶναι ὅτι τά παιδιά μας
εἶχαν σταματήσει νά μεγαλώνουν ἑλληνοκεντρικά». Πλήρης ἀφελληνισμός τῆς
παιδείας καί τοῦ σκέπτεσθαι. Αὐτή ἡ πορεία ἔφτασε τά παιδιά μας στό
σοβαρό ἔλλειμμα γλωσσικῆς, ἱστορικῆς καί πολιτιστικῆς παιδείας. Ὡς
συνέπεια ἦρθε τό μεγάλο παθητικό στήν ἐθνική αὐτοσυνείδηση. Γίναμε ἕνας
λαός – ἰδίως οἱ νεώτεροι, οἱ κάτω τῶν 40 – χωρίς πολιτιστική κι ἐθνική
ρίζα, ἤ μάλλον χωρίς σύνδεση μέ τήν ρίζα του.

Κάθε σχέση μέ τήν
ἑλληνικότητα, μέ τήν κρυστάλλινη διαύγεια τοῦ πολιτιστικοῦ μας
πεπραγμένου, ποινικοποιήθηκε συνδεόμενη μέ μελανές πολιτικές πρακτικές
μιᾶς ἐποχῆς ἀκραίου φανατισμοῦ καί ἐθνικοῦ διχασμοῦ. Ὅποιος μιλοῦσε γιά
ἑλληνικό πολιτισμό, ἑλληνική γλῶσσα, ἑλληνική ἱστορία, ἑλληνική παράδοση
αὐτοδικαίως ἐπέσυρε κι ἐν πολλοῖς καί σήμερα ἐπισύρει τόν χαρακτηρισμό
τοῦ φασίστα, τοῦ άκροδεξιοῦ καί λοιπούς τίτλους πού ἀφειδῶς χρησιμοποιεῖ
ἡ χορεία τῶν ἐπαγγελματιῶν προοδευτικῶν καί δημοκρατῶν. Ἐξοῦ καί ἡ
ἀκολουθοῦσα ἐρώτηση: «Δέν φοβόσαστε στήν ἐποχή μας μήπως σᾶς ποῦν
φασίστα;». Μέ παρρησία ὅμμως ἔρχεται κι ἡ ἀπάντηση: « Ὄχι. Εἶμαι ἕνας
ἄνθρωπος πού ἔχω ζήσει στό ἐξωτερικό καί ἐκτιμῶ τήν μοναδικότητά μας,
τόν πολιτισμό καί τήν παράδοσή μας. Ἄν τά χάσουμε ὅλα αὐτά, θά
ἀπορροφηθοῦμε καί θά γίνουμε μιά ἀσήμαντη εὐρωπαϊκή ἐπαρχία, πού θά
ἀκολουθεῖ τά χαρακτηριστικά τῶν ἄλλων, τά ὁποῖα δέν μᾶς ταιριάζουν
κιόλας. Ὀφείλουμε νά κοιτάξουμε τήν ἱστορία μας γιά νά μπορέσουμε νά
βγοῦμε ἀπό τήν κρίση, νά διαβάσουμε τούς ἀρχαίους συγγραφεῖς, νά
ἀνακαλύψουμε ποιοί εἴμαστε. Δέν νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι φασιστικό ἤ
σωβινιστικό. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο».

Αὐτό ἐπέτυχε ἡ «γενιά
τοῦ Πολυτεχνείου». Νά μεταλλάξει τό ἀναγκαῖο καί φυσικό σέ φασιστικό καί
σωβινιστικό. Νά κάνει τά αὐτονόητα, ἀπαγορευμένα. Νά μᾶς κάνει «τῶν
Εὐρωπαίων περίγελο καί τῶν ἀρχαίων παλιάτσους», ὅπως ἔγραψε κάποτε ὁ
ποιητής. Τῶρα βέβαια πού ἡ γύμνια αὐτῆς τῆς γενιᾶς ἀποκαλύφθηκε ψάχνει
τόν ἔνοχο ὁπουδήποτε μακριά της. Κάποιος ἄλλος πρέπει νά φταίει γιά τήν
δική της ἀνεπάρκεια. Πότε-πότε ὅμως ἡ καμήλα πρέπει νά σταματᾶ νά κοιτᾶ
γιά τίς ἄλλες καμποῦρες καί νά γυρίζει νά δεῖ τή δική της. Ἴσως ἐκεῖ
βρίσκεται τό πρόβλημα…


τοῦ Γιάννη Ἀ. Χαραλαμπίδη

Νεοελληνική ταυτότητα


Οι Νεοέλληνες καυχόμασταν ως πριν από λίγες δεκαετίες για το επίτευγμά
μας να σχηματίσουμε ένα από τα πλέον αμιγή εθνικώς κράτη στην ευρωπαϊκή
ήπειρο με ελάχιστο μειονοτικό πληθυσμό. Πέραν του ότι η καύχηση αυτή στα
πλαίσια των πολυπολιτισμικών κοινωνιών θεωρείται ξεπερασμένη,
αποδεικνύεται και κενή περιεχομένου, καθώς σε βάθος ανάλυση αποδεικνύει
ότι οι συνεκτικές του κοινωνικού σώματος δυνάμεις εμφανίζονται
εξασθενημένες σε μεγάλο βαθμό και μόνο για ενότητα δεν μπορεί να γίνεται
λόγος στον καιρό μας. Αλλά ενότητα ως προς τί; Είναι το εύλογο ερώτημα
που ανακύπτει από την προηγούμενη θέση.


Η απάντηση στο ερώτημα είναι σαφέστατα φορτισμένη από
θρησκευτική πίστη (και θεωρώ και τον υλισμό μορφή θρησκευτικής πίστης)
και ιδεολογήματα. Αν κάνουμε ιστορική αναδρομή στην αυτοκρατορία της
Ρωμανίας (Βυζάντιο), θα διαπιστώσουμε ότι τα συνεκτικά στοιχεία της ήταν
η θρησκευτική πίστη (Ορθοδοξία) και η αποδοχή της κεντρικής εξουσίας
(αυτοκράτωρ). Το εθνικό στοιχείο ήταν υπολανθάνον. Μόνο κατά τον 19ο
αιώνα με το σχηματισμό των εθνικών κρατών στη Δυτική Ευρώπη το στοιχείο
αυτό καταλαμβάνει κυρίαρχη θέση στο κράτος. Η αίρεση αντιμετωπίζεται από
την κεντρική εξουσία ως εξ ίσου επικίνδυνη με την αμφισβήτησή της εκ
μέρους των κατά τόπους οικονομικά ισχυρών. Ο διωγμός των αιρετικών
οδήγησε σε επικρίσεις της Εκκλησίας, την οποία αρκετοί ιστορικοί
ταυτίζουν με την “θεοκρατική” εξουσία, αγνοώντας την ύπαρξη μαρτύρων της
πίστεως και κατά την περίοδο αυτή. Ο διωγμός των οικονομικά και
κοινωνικά ισχυρών ερμηνεύεται ως διαπάλη οικονομικών συμφερόντων. Αξίζει
να τονιστεί ότι η υλιστική ερμηνεία της ιστορίας θεμελιώνεται
αποκλειστικά στην αναζήτηση οικονομικών κινήτρων πίσω από κάθε ανθρώπινη
ενέργεια. Χωρίς να είναι εξ ολοκλήρου εσφαλμένη η μέθοδος αυτή,
αδυνατεί, λόγω πίστεως των ερευνητών, να δει τη διαχρονική υπέρβαση των
ανθρωπίνων μικροτήτων από κάποια αναστήματα, αγίους της Εκκλησίας αλλά
και υλιστές. Αδυνατεί δηλαδή να διακρίνει τον ήρωα μέσα στο πλήθος των
δειλών και προσκυνημένων, τον ελεήμονα που διαθέτει και το τελευταίο
λεπτό μέσα στο πλήθος των απλήστων, εκείνους που θυσιάζονται από αγάπη
για την πίστη τους και την πατρίδα τους από τους άλλους που ξεπουλούν τα
πάντα για να σώσουν το τομάρι τους, όπως χαρακτηριστικά εκφράζεται ο
λαός μας.


Η σύγχρονη “επιστημονική” έρευνα εστιάζει την προσοχή της στην
κοινωνικοπολιτική αντιπαράθεση. Και ο σχετικά πρόσφατος εμφύλιος πόλεμος
στη χώρα μας παρέχει άφθονη τροφή στους ερευνητές. Εκείνο που δεν
θέλουν να προσέξουν είναι ότι ο λαός μας που παρασύρθηκε από τη δίνη των
αντιπαραθέσεων σε παγκόσμια κλίμακα είχε δείξει την ομοψυχία του,
θρησκευτική και εθνική μόλις λίγα έτη ενωρίτερα γράφοντας το τελευταίο
ελληνικό έπος. Ελάχιστα γνώριζαν οι αντιμαχόμενοι από ιδεολογίες. Στην
ελληνική ύπαιθρο, που πρωταγωνίστησε στα γεγονότα, οι άνθρωποι του
μόχθου, με τις όποιες αδυναμίες αλλά και το πλήθος των πατροπαράδοτων
αρετών του λαού μας, ονειρεύονταν έναν δικαιότερο κόσμο και μια κοινωνία
περισσότερο δική τους, καθώς το νεοελληνικό κράτος, που είχε
σχηματιστεί κατά τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα, ελάχιστα τους εξέφραζε. Και
ας μη παραβλέπουμε χάριν ιδεολογικών σκοπιμοτήτων ότι οι
αντιπαρατασσόμενες ιδεολογίες είχαν γεννηθεί από δυτική μήτρα.


Ο λαός μας άντεξε, μένοντας πιστός στην παράδοσή του, ώς το
τέλος της δεκαετίας του 1950. Τότε ετέθη σε εφαρμογή το τελευταίο μέρος
τόσο του θρησκευτικού όσο και του εθνικού αποχρωματισμού του. Τα
μεταναστευτική εμβάσματα στην αρχή, το τουριστικό συνάλλαγμα στη
συνέχεια και η εντυπωσιακή σε σύντομο χρονικό διάστημα ανόρθωση της
οικονομίας (κι ας μη είχαμε δώσει την δέουσα τότε σημασία) οδήγησαν στη
σταδιακή υιοθέτηση του δυτικού τρόπου ζωής, του καταναλωτικού με
“αβανταδόρο” του εκμαυλισμού την Πολιτεία. Οι νικητές του εμφυλίου
πολέμου, δεμένοι στο άρμα των ισχυρών προστατών τους είχαν κάθε λόγο να
επισπεύδουν τις διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού. Η Διοικούσα
Εκκλησία έχουσα ταχθεί με το μέρος των νικητών προς αντιμετώπιση από
κοινού του αθέου κομμουνισμού, ωσάν ο καπιταλισμός να ήταν ιδεολογία από
Θεού, ελάχιστα έπραξε για την εθνική συμφιλίωση. Η αστική διανόηση, με
σαφώς εχθρικές κατά κανόνα ως προς την Εκκλησία θέσεις, διολίσθησε προς
το μαρξιστικό στρατόπεδο, παρά την γνώση των συνεπειών. Και ενώ αυτή
υποβοηθούσε τις προσπάθειες των φιλοδυτικών κυβερνήσεων της χώρας στον
εκδυτικισμό της ελληνικής κοινωνίας, η Διοικούσα Εκκλησία έχανε τη
δυνατότητα να αρθρώνει ευαγγελικό λόγο, ώσπου ήρθε η δικτατορία των ΗΠΑ
και εμωράνθη πλήρως ταυτισθείσα με τους ανερμάτιστους του συνθήματος
“Ελλάς Ελλήνων χριστιανών”!


Η μεταπολίτευση σημαδεύτηκε από μία άνευ προηγουμένου
ενορχηστρωμένη επίθεση κατά της Εκκλησίας (προσοχή όχι κατά προσώπων που
με τη στάση τους την κηλίδωσαν). Ο κοινωνικός μετασχηματισμός φαινόταν
πιό εφικτός παρά ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Η Δύση φάνταζε ως η
οραματίστρια και η δυναμένη να εξασφαλίσει την ειρηνική συνύπαρξη των
λαών υπό καθεστώς πλήρους ελευθερίας και επαρκούς κοινωνικής
δικαιοσύνης. Η κατάρρευση του κομμουνισμού χαιρετίστηκε ως ο θρίαμβος
του ελευθέρου κόσμου! Και τότε σιγά σιγά ο καπιταλισμός άρχισε να
δείχνει τα αιχμηρά δόντια του! Απάτες διαδέχονταν η μία την άλλη, αλλά ο
λαός, έχοντας εξασφαλίσει σημαντική οικονομική επιφάνεια στην
πλειονοψηφία του, δεν είχε τη διάθεση να αφουγκραστεί ή να υποψιαστεί
μήπως η ευμάρεια εκείνη ήταν επίπλαστη.


Έχοντας αποκτήσει και ο λαός υλιστική συνείδηση ερμηνείας της
ιστορίας και μη διαθέτοντας σε επάρκεια πνευματικούς καθοδηγητές,
επιδόθηκε με πάθος στο στημένο καταναλωτικό παιχνίδι της σπατάλης και
του τζόγου. Στο τέλος τα έχασε όλα. Όλα; Όχι βέβαια, απομένει η ελπίδα.
Ποτέ δεν είναι αργά να ξαναγυρίσουμε στις πηγές μας και να ριζώσουμε
ξανά στην παράδοση, που τόσο άφρονα απεμπολήσαμε. Βέβαια το σύστημα
λυσσομανά πλέον κατά της παραδόσεως αυτής. Η εκπαίδευση είναι φανερά
εχθρική προς την πίστη και την πατρίδα, βδελύσεεται μάλιστα κάθε τι το
εθνικό ως παρωχημένο και επιζήμιο στην προοπτική της ειρηνικής
συνύπαρξης των μαζών υπό την συνθλιπτική πίεση της κρεατομηχανής της
νέας τάξης πραγμάτων! Όλοι αυτοί που κατασπατάλησαν τον πλούτο του λαού
μας μιας τριακονταετίας (1951-1980) σε μια δεύτερη τριακονταετία
(1981-2010) εμφανίζονται τώρα ως οι μάγοι που θα τα ξαναφτιάξουν όλα
ρόδινα! Όλοι αυτοί οι υποτελείς στη Δύση, οι οπαδοί του δυτικού
υλιστικού πνεύματος και υπέρμαχοι του δυτικού πολιτισμού, αυτοί που
έχουν εξασφαλισθεί στη Δύση, επιχειρούν να καταφέρουν τελειωτικά
κτυπήματα στον ψυχορραγούντα, όπως νομίζουν, λαό μας. Και ανθρωπίνως
ψυχορραγούμε, αν λάβουμε υπ’ όψιν και τη δημογραφική γήρανση, στην οποία
μας οδήγησε η απεμπόληση της παράδοσής μας και η υιοθέτηση ξένων
προτύπων διαβίωσης, αλλά και το πλήθος των μεταναστών, που η απληστία
των δυτικών φίλων μας εξωθεί, σε μια κίνηση απελπισίας ή ελπίδας, στη
χώρα μας.


Εκείνο που δεν λαμβάνουν υπ’ όψη οι κατεργαζόμενοι το τέλος των
εθνών και λαών, είναι οι κρυμμένες δυνάμεις, οι οποίες ενεργοποιούνται
σε κρίσιμες καταστάσεις.


Συνέλληνες, ας πάψουμε να πιστεύουμε σε σωτήρες. “Μη πεποίθατε
επ’ άρχοντας επί υιούς ανθρώπων, οις ουκ εστι σωτηρία”, γράφει ο
ψαλμωδός. Ο Θεός μόνο σώζει, Αυτός, στον οποίο στήριζαν οι πρόγονοί μας
τις ελπίδες τους, και τον οποίο εμείς καταφρονήσαμε περιφρονώντας τις
σωτήριες εντολές Του. Ας λάβουμε απόφαση για ένα νέο ξεκίνημα.

Απόστολος
Παπαδημητρίου

Σχέδιο Καλλικράτης



Σχέδιο Καλλικράτης: Φαινομενική πρόθεση, να λυθούν τα
προβλήματα της περιφέρειας. Ποιοι είναι όμως οι κίνδυνοι που
ελλοχεύουν;


Μήπως γινόμαστε τελικά ομοσπονδία;


Χωρίζοντας διοικητικά την Ελλάδα σε 13 αυτοδιοικούμενα τμήματα αυξάνεται η ισχύς των εκλογικών ποσοστών των μειονοτήτων εκεί όπου αυτές υπάρχουν.


Αν θεωρήσουμε δηλαδή ότι στη Θράκη έχουμε χ αριθμό αυτοαποκαλούμενων Τούρκων, αυτή η ποσότητα μεταφράζεται σε ένα μικρό ποσοστό επί του συνολικού Ελληνικού πληθυσμού με το παρόν σύστημα.
Απομονώνοντας όμως διοικητικά τη Θράκη αυτό το ποσοστό γιγαντώνεται.


Βάσει της απογραφής του 2001 στη Θράκη έχουμε 86.000 Μουσουλμάνους τους οποίους η Ελληνική πολιτεία κάνει το άπαν για να τους χαρίσει στην Τουρκία. Επίσης κατά το 2001έχουν απογραφεί 363.479 κάτοικοι στη Θράκη (αναλογία 1/4).


Αυτά όμως αφορούν τους αριθμούς του 2001. Μην ξεχνάμε ότι το 2011 είναι έτος
απογραφής. Τι έχει μεσολαβήσει;


Έχουν Ελληνοποιηθεί χιλιάδες μουσουλμάνοι λαθρομετανάστες τους
οποίους και κατευθύνει το κράτος του Κολωνακίου μαζικά στις μουφτίες της
Θράκης ασχέτως αν διαμένουν στην Αθήνα. Αυτά σε συνδυασμό με την
υπογεννητικότητα των Ελλήνων θα οδηγήσουν σε μεγάλες και δυσάρεστες
εκπλήξεις κατά την απογραφή του 2011.


Αντίστοιχες άτυπες μειονότητες έχουν δημιουργηθεί κατά τα τελευταία χρόνια τόσο στην Μακεδονία όσο και στην Ήπειρο με τις μετακινήσεις και τις Ελληνοποιήσεις Αλβανών που “ ντεμέκ” έχουν ενσωματωθεί στην Ελλάδα θαρρείς και είναι από την Αυστραλία και έχουν κόψει επαφή με την πραγματική τους πατρίδα.


Έτσι οδηγούμαστε σε διάσπαρτες μειονότητες αλλοεθνών σε όλη την Ελλάδα που σε συνδυασμό με το σχέδιο Καλλικράτης θα μπορούν να εκλέξουν τον επαυξημένων αρμοδιοτήτων νέου τύπου περιφερειάρχη....


Εδώ έρχεται η Θεωρία της αυτοδιάθεσης των λαών που ως δούρειος ίππος θα λειτουργήσει στα Καλλικρατικά κρατίδια.
Μπορεί ποτέ μια Ελληνοποιημένη Αλβανική μειονοτική κοινωνία να μην μπορέσει να εκλέξει Αλβανό περιφερειάρχη;
Μπορεί ποτέ μια Ελληνοποιημένη (ή μάλλον Τουρκοποιημένη) μουσουλμανική μειονοτική
κοινωνία να μην μπορέσει να εκλέξει δικό της περιφερειάρχη στην Θράκη;


Δεν έχει όμως καμία σημασία το αποτέλεσμα. Σημασία έχει η
καταγραφή του ποσοστού των επιθυμούντων την ανεξαρτητοποίηση, οι οποίοι
τεχνηέντως θα αυξάνονται διαρκώς και θα προβάλουν την καταπίεση τους
από την Ελληνική πολιτεία. Ενός μάλιστα ποσοστού που όπως είπαμε ενώ
πανελλαδικά θα φαίνεται μικρό, Καλλικρατικά όμως θα είναι ισχυρό.


Τα ποσοστά αυτά θα αυξάνονται και από τις αντιδράσεις κάποιων
θερμοκέφαλων Ελλήνων, που καταπιεσμένοι από την αδικία του
Αθηνοκεντρισμού, θα πιστέψουν στην ανάγκη αυτονόμησης της περιοχής τους.
Σε αυτό το αποτέλεσμα θα οδηγήσουν αδικίες σε όλο το φάσμα της
κοινωνικής ζωής αλλά κυρίως στον αθλητισμό όπου μπορεί να καλλιεργηθεί
συμπεριφορά όχλου. Έτσι λοιπόν η άδικη σφυρίχτρα στα παιχνίδια του
Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού δεν είναι απλά άδικη αλλά και αντεθνική
αφού ενισχύει αυτό το συναίσθημα της καταπίεσης.


Εξάλλου πάντα θα βρίσκονται «καλοθελητές» που διασπείρουν το διχασμό, καλοθελητές
είτε αριστεροί είτε δεξιοί.


Μπορεί επομένως η ομοσπονδοποίηση της Ελλάδας να είναι ένα ωραίο όνειρο για κάποιους αλλά στην ουσία είναι ο δούρειος ίππος του διαμελισμού της πατρίδας αφού δεν συμβαίνει μόνη της αλλά ακολουθεί μια σειρά από γεγονότα που νομοτελειακά ενισχύουν τα αποσχιστικά ρεύματα.
Φυσικά οι ενέργειες ενίσχυσης αυτών των ρευμάτων δεν έχουν ολοκληρωθεί
από την μεριά της κυβέρνησης. Ενισχύει διαρκώς τη δημιουργία πολυεθνικού
μωσαϊκού στην Ελλάδα με κινήσεις προς χώρες του πρώην ανατολικού
μπλοκ.


Σε όλους αυτούς τους κινδύνους η κυβέρνηση απαντά με ένα συγκεντρωτισμό στην άσκηση της εξουσίας που κορυφώνεται με την ανάληψη του ρόλου του Υπουργού Εξωτερικών από τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Γιατί; Τι φοβάται ο κος Παπανδρέου και δεν δίνει το υπουργείο σε κάποιον συνεργάτη του;


Όταν βέβαια το σχέδιο ολοκληρωθεί, το παγκόσμιο σύστημα ξαφνικά
θα ενισχύσει τις ακροδεξιές οργανώσεις και κόμματα ώστε να ενισχύονται
οι προστριβές των πληθυσμών και άρα και τα αποσχιστικά ρεύματα.


Όλοι στο παιχνίδι και ο Ελληνικός λαός στην άγνοια.

'Ενας λαός απρόβλεπτος


'Ενας λαός απρόβλεπτος, που λατρεύει τον πρωινό ύπνο και το αραλίκι, αλλά έρχεται δεύτερος σ' εργατικότητα στον κόσμο μετά τα τζαπόνια (δες τι μαθαίνεις μαζί μου)!!!
'Ενα έθνος καταχρεωμένο, με καταθέσεις όμως στην Ελβετία (sic). 'Ενας λαός... που πεινάει (θεωρητικά), αλλά το καλοκαίρι μένει στο πολυτελές ξενοδοχείο, στη διπλανή σουίτα με τον Άγγλο που έκανε οικονομίες όλο τον χρόνο για να 'ρθει διακοπές εδώ, που είναι καλά και φτηνά. Και του πηδάμε και την γκόμενα και τον σπάμε και στο ξύλο, άμα ζητήσει τα ρέστα του και τον στήνουμε και στο αεροδρόμιο μερικές μέρες, για να εμπεδώσει τη δύναμη του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, που διεκδικεί περισσότερα λεφτά και λιγότερη δουλειά.
Η Ευρώπη θέλει να βάλει την Ελλάδα στο ένα της παπούτσι, αλλά το πιο πιθανό είναι να καταλήξει η ίδια να περπατάει ξυπόλητη. Ποιος άλλος λαός έβγαλε ποτέ άσμα, με ενδεικτικούς για την ψυχολογία της βαριεστημάρας στίχους: "Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι"; (μπορώ ?). Που αν το πεις αυτό σε Γερμανό θα πέσει κάτω λιπόθυμος και θα κάνεις ένα μικρό Παγκόσμιο για να τον συνεφέρεις. Τη ρεμαλοσύνη μην την κλαις. Αλλά, ναι, να τη φοβάσαι, γιατί δεν ξέρεις ποτέ τι θα σου ξημερώσει.
Τα ρεμάλια είναι παντοτινά κι εμείς χρόνια τώρα επιβιώνουμε ως έθνος χάρη στην τσαχπινιά και τη ρεμαλιά μας (σκίσε τη γάτα !). Ο 'Ελληνας έχει την ψυχολογία του αμετανόητου ρεμαλιού γραμμένη στο DNA του (επιστροφές δεν γίνονται δεκτές). Εγωιστές, καλοπερασάκηδες, ζαμανφουτίστες, τεμπέληδες (έχουμε και τις αρετές μας), άστατοι, απρόβλεπτοι (προσέχεις για να έχεις), τσαμπουκάδες, αιώνια ανώριμοι (όχι, δεν το μετράω για ελάττωμα). Και παρόλα αυτά γοητευτικοί (έναν καθρέφτη !). Mια χώρα φτωχή, που τα παίρνει από τους πλούσιους συγγενείς της, για να πληρώσει τα βερεσέδια στον μπακάλη και καταλήγει να τρώει στα μπουζούκια τους λογαριασμούς Δ.E.H.,O.T.E. και EYΔAΠ, για τα μάτια τής απέναντι ξανθιάς (τις μελαχρινές, ως γνωστόν, τις παντρεύονται, οπότε περιμένουν στο σπίτι με τα μωρά)...
Εμείς είμαστε Βαλκάνιοι κι αν κάτι θα 'χαμε να υποστηρίξουμε ως μοντέλο, θα'ταν αυτό που 'ναι γραμμένο στο DNA μας. Γι' αυτό ακριβώς εκνευρίζομαι με τους απέξω -και με τους μέσα μερικές φορές- όταν δεν δείχνουν το σέβας που έχουν υποχρέωση να εκφράζουν. Γονυπετείς, δηλαδή, και με ταπεινότητα. Και δεν είναι ότι δεν μας γουστάρουν ή ότι δεν τους λέει η χώρα μας. Είναι το αιώνιο κόμπλεξ που θα νιώθουν πάντα οι χθεσινοί γι' αυτούς που τους φωτίσανε. 'Ετσι η Kατρίν -δημοσιογράφος εκ Παρισίων, πρώην γκόμενα του κολλητού μου, διαμένουσα εν Eλλάδι- πίνοντας τη φραπεδιά της κάτω από μουριά στην Πλάκα, ακουμπώντας τα ποδαράκια της σε δυο καρέκλες και τα χεράκια της σε άλλες δυο, έβριζε με τα σπαστά ελληνικά της την Eλλάδα και τους 'Ελληνες. Τα καμάκια, τους σερβιτόρους, τους ταξιτζήδες, τον Παπανδρέου -γιατί τραβιότανε (από τότε) με τη Mιμή- τις συνήθειές μας, εμένα, τον γκόμενό της, και έχουν περάσει από τότε 10 χρόνια και ακόμη ζει και δουλεύει στην Aθήνα. Στη χώρα της δεν θα τόλμαγε να απλώσει την ποδάρα στην καρέκλα και τον καφέ της δεν θα τσακιζόντουσαν να της τον κεράσουν. Στη χώρα της ο Γάλλος είναι Γάλλος κι ο Ξένος είναι Ξένος!
'Οταν οι Ευρωπαίοι κοιμούνται κι ονειρεύονται τις καλοκαιρινές τους διακοπές στην Ελλάδα, εμείς αναστενάζουμε πάνω σε τραπέζια, έχουμε κυκλοφοριακό στις 4 το ξημέρωμα στην παραλιακή, παρκάρουμε μες στη μέση στην Ομόνοια για να πάρουμε εφημερίδες, πλακωνόμαστε στα φιλιά κι αν τύχει -όχι σπάνια- πλακωνόμαστε και στις σφαλιάρες μεταξύ μας. 'Ολοι μας θέλουμε να 'μαστε πρωθυπουργοί, γιατί εκτός απ' τη δόξα θα βάζαμε και τάξη σ' αυτόν τον τόπο κι όλοι μας έχουμε άποψη για όλα. Πουθενά στον κόσμο δεν βγαίνουν στους δρόμους οι γαύροι για να πανηγυρίσουν που έχασε ο ΠΑΟ απ' τον Aγιαξ, και δυο γειτονιές παραπέρα να πανηγυρίζουν οι Παναθηναϊκοί που έχασαν μεν, αλλά έφτασαν πολύ κοντά στη νίκη δε. Εκτός όλων αυτών των αρετών, πίνουμε, καπνίζουμε -τα φουγάρα της Ευρώπης- βρίζουμε και ζούμε και παραπάνω απ' όλους τους Eυρωπαίους. Θεοί; Θεοί.
'Οποια πέτρα κι αν σηκώσεις σ' όλο τον κόσμο, βρίσκεις από κάτω Ελληνάρα, ο οποίος διαπρέπει κιόλας σ'αυτή τη χώρα που ξέπεσε. Δεν ξέρω αν φταίει το κύτταρό μας, αλλά αυτόν ακριβώς που διαπρέπει τον φθονούμε, σπανίως τον στηρίζουμε -εκτός κι αν έχει γίνει μακαρίτης- και συνήθως πριν διαπρέψει έξω, εδώ τον έχουμε πετροβολήσει. Στα μεγαλύτερα ινστιτούτα ερευνών, στα πανεπιστήμια, στα καζίνα, ακόμα και στις φυλακές, οι καλύτερες μούρες που κάνουν καριέρα είναι ελληνικές.
Γι' αυτό γουστάρω που 'μαι 'Ελληνας και Βαλκάνιος, που λιάζομαι στο Aιγαίο, που κλαίω με τον Πύρρο Δήμα, που γελάω με τον Χατζηχρήστο στον Ηλία Tου 16ου (fake μπάτσος που από τσιλιαδόρος γίνεται εξουσία), με την καφετζού Βασιλειάδου. Γουστάρω τις ΔΕΛΤΑ στις γειτονιές -που εκτός από τοματάκι ΚΥΚΝΟΣ, ρίχνεις και μια πολιτική ανάλυση. Γουστάρω τα θερινά τα σινεμά, γουστάρω που έχουμε τα χιλιάδες μπαρ, κλαμπ, ταβέρνες, σουβλατζίδικα (συνήθως τα λένε Τ' ΑΓΡΑΦΑ), γουστάρω που 'χουμε ταξιτζήδες με πτυχίο αρχιτέκτονα, που ακόμα κουτσομπολεύουμε, που έχουμε τέλεια φέτα. Γουστάρω ούζα στο Πλωμάρι στη Μυτιλήνη, ρακιά και Ψαραντώνη στα Ανώγεια, τις πίπιζες στο πανηγύρι του Α'η Συμιού στο Μεσολόγγι και γουστάρω που στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Χρυσό κριάρια και στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παλικάρια. Γουστάρω τον φαντάρο στην Ευδοκία, που χορεύει ζεϊμπέκικο, γουστάρω τον ψαρά στ' ανοιχτά της Kαλύμνου, γουστάρω που είμαι απ' την ίδια χώρα με τον Ελύτη, που πάνε κι έρχονται τα κεράσματα στο σύστριγκλο που γίνεται τις νύχτες, γουστάρω τον Καζαντζίδη και τον Δαμιανό, γουστάρω που ψηφίζω συνήθως λάθος και που 'μαι στη μέση ανάμεσα σ' Ανατολή και Δύση και στη γυναίκα μου και τη μαμά μου.
Γενικά, γουστάρω πολύ που είμαι 'Ελληνας και Βαλκάνιος. Κι όποιος δεν
καταλαβαίνει δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει !!!

Η Προσευχή του Διάκου την παραμονή της μάχης της Αλαμάνας


Ήτανε νύχτα. Τα βουνά, οι λαγκαδιές,
τα δένδρα,οι βρύσες, τ' αγριολούλουδα, ο ουρανός, τ' αγέρι,στέκουν
βουβά ν' ακούσουνε την προσευχή του Διάκου.
« Όταν η μαύρ' η μάνα μου, εμπρός σε μιαν εικόνα,Πλάστη μου, μ' εγονάτιζε με σταυρωτά τα χέριακαί μώλεγε να δεηθώ για κειούς, που το
χειμώνα σα λύκοι ετρέχαν στα βουνά με χιόνια, μ' αγριοκαίρια, για να μη
ζούνε στο ζυγό, ένιωθα τη φωνή μου να ξεψυχάη στα χείλη μου, εσπάραζε η
καρδιά μου, μου ετρέμανε τα γόνατα, σα νά 'θελε η ψυχή μου να φύγη με τη
δέηση από τα σωθικά μου.
Ύστερα μούλεγε κρυφά να Σου ζητώ τη χάρη και να μ'αξιώσης μια φορά ένα σπαθί
να ζώσω και να μην έρθη ο θάνατος να μ'εύρη να με πάρη, πρίν πολεμήσω
ελεύθερος, για Σέ πριν το ματώσω.Πατέρα παντοδύναμε, άκουσες την ευχή μου• μου φύτεψες μέσ' στην καρδιά αγάπη, πίστη, ελπίδα, έδωκες μια αχτίδα Σου αθέρα στο σπαθί
μου και μού'πες: Τώρα πέθανε για Με, για την Πατρίδα.
Έτοιμος είμαι, Πλάστη μου!
Λίγες στιγμές ακόμα και σβηώνται τ' άστρα Σου για με. Για με θα σκοτειδιάση τ' όμορφο γλυκοχάραμα.Θα μου κλειστή το στόμα, που εκελαηδούσε στα βουνά, στη ρεματιά, στη βρύση• θα μαραθούν τα πεύκα μου. Αραχνιασμέν' η λύρα, που μου ήταν
αδερφοποιητή κι όπου μ' εμέ στη φτέρη αγκαλιασμένη επλάγιαζε, τώρα θα
μείνη στείρα καί στ' άψυχο κουφάρι της θα να βογγάη τ' αγέρι.Όλα τ' αφήνω με χαρά, χωρίς ν' αναστενάξω.
Και τό'χω περηφάνεια μου, που εδιάλεξες εμένα αυτήν την έρμη την ποριά με το κορμί να φράξω.
Ευχαριστώ Σε, Πλάστη μου!Δε θα χαθούν σπαρμένα και δε θα μείνουν άκαρπα τ' άχαρα κόκκαλά μου.
Ευλόγησέ τηνε τη γη, οπού θα μ' αγκαλιάση και στοίχειωσε κάθε σπειρί από τα χώματα μου, να γένη αδιάβατο βουνό το μνήμα του Θανάση.
Θέ μου! ξημέρωσέ τηνε την αυριανή τη
μέρα! Θα μας θυμάτ' η Αρβανιτιά και θα την τρώ' η ζήλεια. Θα χλιμιντράνε
τ' άλογα, θα καίνε τον αγέρα με τ' άγρια τα χνώτα τους γκέκικα
καριοφίλια, θα γίνουν πάλι τα Θερμιά λαίμαργη καταβόθρα.Χιλιάδες ήρθαν θερισταί και Χάρος οργοτόμος, μουγκρίζουν, φοβερίζουνε, πως δε θα μείνη λώθρα σ' αυτήν τη
δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος.
Κι εμείς θα πάμε με χαρά σ' αυτόν τον καταρράχτη. Επάνωθέ μας θά'σαι Σύ, και τα πατήματα μας θα νά'χουνε για στήριγμα τη φοβερή τη στάχτη, πώμεινε σπίθ'ακοίμητη βαθιά στα σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Για ν' ακουστή στη Δύση, πως δεν απονεκρώθηκε και πως θ' ανθοβολήση τώρα με τα Μαγιάπριλα ή δουλωμένη χώρα.Ευλογημέν' η ώρα!»Έσκυψ' ο Διάκος ως τη γη, έσφιξε με τα χείλη κι εφίλησε γλυκά γλυκά το πατρικό του χώμα.
Έβραζε μέσα του η καρδιά και στα ματόκλαδά του καθάριο, φωτοστόλουστο, ξεφύτρωσ' ένα δάκρυ...
Χαρά στο χόρτο πώλαχε να πιη σε τέτοια βρύση.Πλαγιάζει ο λεονταρόψυχος! Τα νιάτα, η θωριά του, τ' αστέρια βλέπουν με χαρά και κάπου κάπου αφήνουν κρυφά το θόλο τ' ουρανού για να διαβούν σιμά του.
Μοσχοβολάει τριγύρω του και τον σφιχταγκαλιάζει στον κόρφο της η άνοιξη, σα νά'τανε παιδί της• Χαρούμενα τα λούλουδα φιλούν το μέτωπο του.χάνει με μιας την ασχημιά και την ταπεινοσύνη ο έρμος ο αζώηρος, η ποταπή η λαψάνα, γλυκαίνει το χαμαίδρυο, στου χαμαιλειού τη ρίζα αποκοιμιέται ο θάνατος και το περιπλοκάδι, που πάντα κρύβεται δειλό και τ' άπλερο κορμί του αλλού στυλώνει το φτωχό, δυναμωμένο τώρα
τρελλό, περηφανεύεται και θέλει να κλαρώση στ'ανδρειωμένο μέτωπο για ν'
ακουστή πως ήταν στη φοβερή παραμονή μια τρίχ' απ' τα μαλλιά του.
Πλαγιάζει ο λιονταρόψυχος!Του ύπνου του οι ώραις όσο κι'αν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θα γένουν ν'αποστομώσουν το θολό, τ' αγριωμένο κύμα του χρόνου που μας έπνιξε.Μ' εκείνην την ρανίδαπώσταξ' από τα μάτια του θα ξεπλυθή η μαυράδα, που ελέρωνε της μοίρας μας το νεκρικό δεφτέρι.
Ο Διάκος στο κρεββάτι του, ζωσμένος τη φλοκάτη, σαν αητός μες στη φωλιά, ολάκερο ένα
γένος έκλωθ' εκείνην την βραδιά. Όταν προβάλ'η μέρα, θα νάβγουν τ' αητόπουλα με τροχισμένα νύχια, με θεριεμμένα τα φτερά, ν'αρχίσουν το κυνήγι...

Πλάστη μεγαλοδύναμε! Αξίωσέ μας όλους, πριν μας σκεπάση η μαύρη γη, στα δουλωμένα πλάγια να κοιμηθούμε μια νυχτιά τον ύπνο του Θανάση!