03 Δεκεμβρίου 2010

Οι άγιοι αναρχικοί - The holy anarchists


Από τον 4ο αιώνα μ.Χ. στην αιγυπτιακή έρημο άρχισε τη ζωή της η μακροβιότερη αναρχική κοινωνία όλων των εποχών: οι χριστιανοί αναχωρητές. Ήταν άνθρωποι που ζούσαν εκεί, για να βρουν την ησυχία που τους ήταν απαραίτητη για την προσευχή τους. Όπως, όταν θέλεις ν’ ακούσεις έναν δίσκο με πολύ λεπτή μουσική, κλείνεις πόρτες και παράθυρα και απομονώνεσαι στην πιο ήσυχη γωνιά σου (λέει ο π. Σωφρόνιος τουEssex), έτσι κι όταν θέλεις ν’ ακούσεις τη φωνή του Θεού απομονώνεσαι στο πιο ήσυχο μέρος που μπορείς να βρεις. Δεν το κάνεις από μίσος ή αποστροφή προς τον κόσμο ή προς το σώμα σου ή προς τις χαρές της ζωής κ.τ.λ. Αυτό έχει ξεκαθαριστεί πολλές φορές στην ιστορία του χριστιανισμού. Απλώς, το πιο ήσυχο μέρος για ν’ ακούσεις είναι η έρημος.

Η εκπληκτική αυτή κοινωνία της «πανερήμου», όπως την ονόμαζαν, αν και περιελάμβανε μερικά μοναστήρια (που ήταν οργανωμένες και ιεραρχημένες κοινότητες), στο σύνολό της ήταν «αναρχική», γιατί δεν περιείχε καμιά απολύτως εξουσιαστική δομή, εκτός από την άτυπη –αλλά πολύ ουσιαστική– σχέση δασκάλου και μαθητή, δηλαδή «γέροντα» και «υποτακτικού». Με τη σχέση αυτή κάθε καινούργιος κάτοικος της ερήμου εισαγόταν στις πνευματικές επιστήμες, όπως στην ταπείνωση και τη διάκριση (την ικανότητα αξιολόγησης των πνευματικών εμπειριών). Η σχέση ήταν ελεύθερη: έπρεπε να υπακούς απόλυτα στο γέροντά σου (να του εμπιστευτείς τη ζωή σου, για να απελευθερωθείς από την εξάρτηση στις επιθυμίες σου), αλλά μπορούσες να φύγεις από αυτόν, να πας σ’ έναν άλλο ή και να μείνεις χωρίς γέροντα. Κανείς δε σε υποχρέωνε να κάνεις τίποτα.
Σ’ αυτή την κοινωνία, που ήταν γεμάτη αγάπη πολύ περισσότερο από τις δικές μας συμβατικές κοινωνίες, πολλοί έχασαν το δρόμο, αλλά και χιλιάδες αγίασαν. Στο Γεροντικό αναφέρεται ότι ο άγιος Ιάκωβος της Πανεφώ, όταν ρωτήθηκε, από κάποιον αδύναμο μοναχό, ώς πού μπορεί να φτάσει ο κάτοικος της πανερήμου, ύψωσε τα χέρια σε προσευχή και φλόγες πετάχτηκαν από τα δάχτυλά του. «Αν θέλεις, γίνε όλος σαν φωτιά» απάντησε.
Φυσικά η κοινωνία της πανερήμου δεν ήταν αποκομμένη από την παγκόσμια Εκκλησία, ούτε επιθετική απέναντι σε άλλες εκφάνσεις της χριστιανικής ζωής. Και, πολύ περισσότερο, δεν αρνιόταν την ιεροσύνη και τα άγια μυστήρια, που μας παραδόθηκαν από το Θεό για να μας βοηθήσουν στην ένωσή μας μ’ Εκείνον και μεταξύ μας. Γι’ αυτό μοναστήρια και αναχωρητές συνυπήρχαν αρμονικότατα, ενώ κάποιοι αναχωρητές κατέληξαν επίσκοποι και Πατέρες της Εκκλησίας, χωρίς να θεωρήσουν ότι αυτό αντιστρατεύεται στον «δικό τους τρόπο» προσέγγισης του Θεού. Επισκέπτονταν (ή είχαν ανάμεσά τους) ιερείς κανονικά χειροτονημένους από επίσκοπο, λειτουργούσαν και κοινωνούσαν το άχραντο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Χριστού. Όμως η ιεροσύνη στην αρχαία και στην ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι «εξουσιαστικός θεσμός», αλλά χάρισμα του Αγίου Πνεύματος, και ο ιερέας δεν είναι κάποιος «αντιπρόσωπος του Θεού», αλλά ο φορέας του χαρίσματος (και της ευθύνης) να τελεί τη θεία λειτουργία, την εξομολόγηση και τις άλλες θεμελιώδεις εκκλησιαστικές πράξεις και να φέρνει τα άχραντα μυστήρια στους χριστιανούς. Ο ίδιος, ως άνθρωπος, μπορεί να υποτάσσεται ως μαθητής σε έναν άγιο διδάσκαλο, που να μην είναι ιερέας.
Το ότι κοινωνούσαν ακόμη και οι πιο προοδευμένοι πνευματικά αναχωρητές, φαίνεται από περιπτώσεις όπως της αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας, που, αν και ζούσε στα βάθη της παλαιστινιακής ερήμου και ήταν η ίδια μια μεγάλη διδασκάλισσα της αγιότητας, ο Θεός έστειλε τον άγιο Ζωσιμά, να την κοινωνήσει πριν την κοίμησή της.

Έσβησε η πανέρημος;
Θα έλεγα πως η κοινωνία αυτή διατηρήθηκε μέχρι τη μουσουλμανική κατάκτηση της βόρειας Αφρικής, αν και δεν είμαι βέβαιος πως έπαψε ποτέ εντελώς να υπάρχει. Όμως το σπουδαίο είναι πως γρήγορα ξεπήδησαν κι άλλες παρόμοιες «πανέρημοι», στην έρημο της Παλαιστίνης, στη χερσόνησο του Άθωνα, στα δάση της Ρωσίας, αλλά και στα δάση της Γαλλίας, στα νησιά γύρω από τη Βρετανία και σε πολλά άλλα μέρη της Ευρώπης, όταν ολόκληρη η Ευρώπη γνώριζε μόνον ένα χριστιανισμό, τον ορθόδοξο.
Ας σημειωθεί ότι κάθε αναρχική κοινωνία, για να πραγματωθεί, χρειάζεται υψηλή πνευματική καλλιέργεια των μελών της. Η καλλιέργεια αυτή ήταν η επιδίωξη των χριστιανών αναχωρητών, η πνευματική πρόοδος, που πρώτο βήμα είχε την κάθαρση της καρδιάς και τελευταίο –μιας μακράς και δύσκολης πορείας– την ένωση με τον Τριαδικό Θεό διά του Χριστού, τη θέωση, που ταυτίζεται με την αγαπητική ένωση προς όλα τα πλάσματα του κόσμου. Το τελευταίο φανερώνει και ότι η κοινωνία της πανερήμου δεν ήταν «ιδιόρρυθμη» και «θνησιγενής», παρόλο που όλοι οι κάτοικοί της ήταν άγαμοι. Ήταν άγαμοι, αλλά δεν ήταν στείροι –η κατάστασή τους υπερέβαινε το γάμο, γιατί ο γάμος ξεκινά ως ένωση με έναν άνθρωπο, ενώ εκείνοι επιδίωκαν, και πετύχαιναν στο βαθμό που προόδευαν, ένωση με όλους και με όλα. Ο μοναχός είναι «ο πάντων κεχωρισμένος και πάσι συνηρμοσμένος» (χωρισμένος απ’ όλους και ενωμένος με όλους) κατά τον ασκητικό συγγραφέα του 4ου αι. Ευάγριο Ποντικό. Φυσικά ήταν άνθρωποι και των δύο φύλων.
Μια ακόμη διευκρίνιση: οι αναχωρητές δεν ζούσαν απομονωμένοι, παρά μόνον κάποιοι που έφταναν στο ανώτατο στάδιο πνευματικής προόδου (αγιότητας) και μπορούσαν να είναι τέλεια ενωμένοι με όλους χωρίς να βλέπουν κανέναν (μα και ένας μεγάλος επιστήμονας μπορεί να ζει εντελώς απομονωμένος, γιατί θέλει να ασχολείται απερίσπαστος με την επιστήμη του). Οι μεγάλοι αυτοί δάσκαλοι (που ταυτίζονταν τόσο με τους συνανθρώπους τους, ώστε ένιωθαν τη χαρά και τον πόνο των άλλων ως δικά τους) είχαν υπερβεί και τις φυσικές ανθρώπινες ανάγκες –τον ύπνο, το φαγητό, τη θερμότητα– ή μάλλον είχαν τόσο γεμίσει από τη χάρη του Τριαδικού Θεού, έχοντας παραδώσει ολόκληρο τον εαυτό τους στα χέρια Του, ώστε ζούσαν ήδη τα ύψη του παραδείσου και οι ανάγκες τους αυτές είχαν ξεπεραστεί από μόνες τους. Ο μεγάλος τους ασκητικός αγώνας (οι νηστείες, οι αγρυπνίες, οι χαμαικοιτίες [=το να κοιμούνται στο έδαφος]) συνέβαλλε σ’ αυτή την ένωση με το Θεό, αλλά δεν την προκαλούσε αυτόματα, γιατί «υπάρχει ακραία άσκηση και εκ του πονηρού», για να θυμηθούμε το λόγο της μεγάλης Μητέρας της ερήμου, της αγίας Συγκλητικής. Ο ασκητικός αγώνας στον αρχαίο –και τον ορθόδοξο– χριστιανισμό συμβάλλει στο απόλυτο άνοιγμα της καρδιάς μας προς το Θεό, δεν είναι μια «πνευματική και σωματική εξάσκηση» που ενεργοποιεί «δικές μας δυνάμεις» κάνοντάς μας «συνειδητούς και δυνατούς», όπως στις θρησκείες της κεντρικής και ανατολικής Ασίας.
Ο κανόνας για τους ερημίτες ήταν να ζουν σε συστάδες καλυβιών, σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους, ώστε να υπάρχει η οριακή ανθρώπινη σχέση που επιτρέπει την άσκηση της έμπρακτης αγάπης, παρηγορεί στη μοναξιά της ερήμου και προστατεύει από τους πειρασμούς – και ιδίως το μεγαλύτερο πειρασμό, την ψευδαίσθηση της αγιότητας, που ονομάζεται, στη γλώσσα της ερήμου, «πλάνη». Γι’ αυτό στους βίους τους υπάρχουν τόσοι σοφοί διάλογοι μεταξύ τους, αλλά και τόσες περιπτώσεις ζεστής και βαθιάς συμπεριφοράς. Η έρημος δεν είναι απομόνωση.


Ο κοσμικός αναρχισμός και η έρημος

Οι νεότεροι επαναστατημένοι στοχαστές, που αποκαθήλωσαν το Θεό από την καρδιά τους, χωρίς να Τον έχουν γνωρίσει ποτέ, ανακάλυψαν τον αναρχισμό, αλλά δεν έμαθαν για την ύπαρξη αυτής της αναρχικής κοινωνίας, παρόλο που, όταν εκείνοι έγραφαν ή αγωνίζονταν ποικιλότροπα, τουλάχιστον η ρωσική και η αθωνική πανέρημος υπήρχαν στην ακμή τους. Η τελευταία (το Άγιο Όρος) ακμάζει και σήμερα, μέσα από τις δυσκολίες και τις περιπέτειες της ανθρώπινης ιστορίας φυσικά.
Βέβαια, άγιοι αναδείχθηκαν και συνεχίζουν ν’ αναδεικνύονται και στις πόλεις, αθόρυβα και ταπεινά, όπως αρμόζει στον ταπεινό Θεό μας, που καμία σχέση δεν έχει με το μπαμπούλα του γνωστού σε σας ηθικισμού. Όμως κάθε άγιος ή αγία –ακόμη και σε μια πολυκατοικία ή σε μια πλινθοπαράγκα, όπου μπορεί να μεγαλώνει δέκα παιδιά– έχει λίγη έρημο στην καρδιά του. Τη χρειάζεται, για ν’ αποσύρεται εκεί και ν’ αφουγκράζεται την πιο λεπτή μουσική του κόσμου, την προσευχή.
Μ’ αυτή την ενατένιση της αγιοτόκου πανερήμου, μέσα από επιτόπιες επισκέψεις ή από βιβλία σαν το Γεροντικό, το Μητερικό, το Λειμωνάριο, τη Θηβαΐδα του Βορρά, το Αγιορείται Πατέρες και αγιορείτικα (του γέροντα Παΐσιου) κ.π.ά., θαρρώ πως είναι κατάλληλο να ξεκινήσει την πορεία του όποιος θέλει να γνωρίσει αληθινά το χριστιανισμό. Μπορεί συχνά οι εμπειρίες του να γίνουν σκανδαλιστικές, μπορεί κάποτε, άθελά του, να περάσει κι από λάθος δρόμο. Όμως η ευχή των αγίων της ερήμου –της αμμώδους ερήμου της Αιγύπτου και της Παλαιστίνης, της δασώδους ερήμου του Άθωνα, της δασώδους, βαλτώδους ή παγωμένης ερήμου της Ρωσίας, των δασών της Ρουμανίας ή της Σερβίας, ακόμη και της παγωμένης ερήμου της Αλάσκας, όπου αγίασαν ο άγιος Γερμανός της Αλάσκας, ο άγιος Ιννοκέντιος Βενιαμίνωφ, ο άγιος Ιάκωβος Νετσέτωφ κ.ά., αλλά και της τσιμεντένιας ερήμου της Ομόνοιας των Αθηνών, όπου αγίασε ο γέροντας Πορφύριος– η ευχή όλων αυτών των δασκάλων ως πολύτιμος σύντροφος και πολικός αστέρας θα τον συνοδεύει. Καλό ταξίδι.

 

As of the 4th century A.D., the desert lands of Egypt saw the beginning of the longest-living anarchic society of all time: that of the Christian anachorites. These were people who had chosen to live there, in order to find the tranquility that was necessary for their praying. Comparatively speaking: when we want to listen very attentively to some very subtle music, we usually shut doors and windows and isolate ourselves in our quietest corner (according to fr. Sophrony of Essex).The same applies when you want to hear the voice of God – you isolate yourself in the quietest place you can find. You don’t do it out of spite or aversion to the world, or to your body or to the joys of life etc.. This has been made clear innumerable times in the history of Christianity; quite simply, the quietest place on earth that enables one to hear is the desert.
This amazing ultra-desertsociety -as it was called- albeit host to several monasteries (which were organized societies complete with a hierarchy), was basically an “anarchic” society overall, because it did not possess any authoritative structure whatsoever, except for the informal (but most essential) relationship between teacher and pupil, i.e. that of a “Geron” (Elder) and a “subject” (pupil). Every new addition to the denizens of the desert would be initiated through this form of relationship to the spiritual sciences, for example to humility and discernment (the ability to evaluate spiritual experiences). This form of relationship was liberal: you had to be absolutely obedient to your Elder (to trust him with your very life, in order to release yourself from your dependence on your personal desires), but you could also leave him to go to another Elder, or even to live without an Elder. No-one would force you to do anything.
In this society -which was replete with more love than our secular, conventional societies- many lost the path; however, thousands did attain sainthood. The “Gerontikon” (a collection of narrations about the desert Elders) mentions how saint Jacob of Panepho, when asked by a certain wavering monk to what spiritual heights a denizen of the ultra-desert can reach, the saint lifted up his arms in prayer and flames sprang from his fingertips. “If you want to, make your whole become a fire” he replied.
Naturally the ultra-desert society was not cut off from the worldwide Church, nor was it hostile towards the other expressions of Christian living. Even more so, it did not deny priesthood and the holy sacraments, which were given to us by God to help us in our union with Him as well as between us. This is why monasteries and anachorites coexisted harmoniously, while some anachorites even ended up as Bishops and Fathers of the Church, without regarding that this conflicted with “their special way” of approaching God. Anachorites would visit (or have among them) priests canonically ordained by a Bishop; they would officiate and they would partake of the Body and the Precious Blood of Christ. But in the ancient and the Orthodox Church, priesthood was not an “institution of power”; it was seen as a gift of the Holy Spirit, and the priest was not some kind of “representative of God”, but was the bearer of that gift (and of the responsibility) of performing the Divine Liturgy, of confessional and the other fundamental ecclesiastic practices and of bringing the immaculate sacraments to other Christians. As a person, that same priest could well be subject (as a pupil) to a holy teacher, who could quite easily not be a priest.
The fact that even the most “spiritually advanced” anachorites received Holy Communion is evident in cases like saint Maria the Egyptian, who, although withdrawn into the depths of the Palestinian desert for decades and herself a major teacher of holiness, God nevertheless sent her saint Zosimas to give her Holy Communion, prior to her repose.
Is the ultra-desert now extinct?
I would say that this society was preserved intact up until the Muslim conquest of northern Africa, although I cannot say for certain that it has ceased to exist altogether. What is important is that soon afterwards, other, similar “ultra-desert” societies sprang up in the desert of Palestine, on the Athos peninsula, in the forests of Russia, but also in the forests of France, the islands around Britain and in many other parts of Europe, at a time when all of Europe knew of only one Christianity: the Orthodox one.
It should be noted that for every anarchic society to survive successfully, a spiritual cultivation of very high standards is imperative for its members. This was the cultivation that the Christian anachorites strove to attain: the spiritual cultivation, whose first stage consisted of the catharsis (cleansing) of the heart and whose last stage (of a lengthy and arduous course) was their union with the Triadic God through Christ (theosis-deification), which relates to the loving union with all the creations of the world. This last point also reveals that the ultra-desert society was not a “strange” kind, or one that was “mortality-oriented”, even though all its denizens were celibate. They were indeed celibate, but they were not barren: their spiritual state surpassed marriage, because marriage begins as a union with one person, whereas they strove (and succeeded, depending on the degree of their spiritual progress) for a union with everyone and everything. A monk is one who is apart from everyone and united with everyone” (ο πάντων κεχωρισμένος και πάσι συνηρμοσμένος), according to the 4th century ascetic author, Evagriosof Pontus. Of course the word “monk” implied people of both sexes.
One more clarification: anachorites did not live entirely isolated from others, except only those who had reached the highest stage of spiritual progress (sanctity) and were able to be perfectly united with everyone without even seeing anyone (even a dedicated scientist can live entirely isolated, because he desires to apply himself without distractions to his science). These great teachers (who identified with their fellow-man to such a degree that they would even feel the other’s joy or pain as though it were their own), had even surpassed certain natural human needs: sleep, food, warmth… Actually, they were so replete with the Grace of the Triadic God (by having surrendered their whole being into His hands) that they were already savoring the heights of Paradise and therefore those needs had been overcome on their own. Their strict ascetic labours (fasting, night-vigils, sleeping on the ground, etc.) had also contributed to this union with God but these labours did not achieve that status automatically, as “there can be extreme ascesis of a suspicious nature” (to recall the words of the great Mother of the desert, saint Syncletike). The ascetic struggle in ancient –and Orthodox– Christianity aspires to the unconditional opening of our heart to God. It is not a “spiritual and physical exercise” that will activate “powers within us”, thus making us “conscientious and strong”, as is the case in the religions of central and eastern Asia.
As a rule, these hermits used to live in clusters of huts, with a short distance between them (enough for a marginal human association that would allow them to exercise that spiritual love in practice); this proximity of their abodes was also a solace in the loneliness of the desert and a guard against temptations – especially the biggest temptation of all: the illusion of having attained holiness, which in the language of the desert is called “delusion”. This is why we find so many wise dialogues between anachorites in their bios, but also so many instances of a warm and profound behaviour. The desert is not an absolute isolation.

Secular anarchy and the desert
Modern-day, rebel thinkers who have removed God from their hearts without ever having discovered Him have instead discovered anarchism; and yet, they never learnt of the existence of this anarchic society, despite the fact that during the time they were struggling or writing about it in their own various ways, at least the Russian and the Athonite ultra-deserts were already flourishing. The latter (the Holy Mountain Athos) continues to prosper to this day, albeit confronting the various difficulties and adventures of human history.
Saints have been produced and continue to be produced, even in bustling cities, unobtrusively and humbly, in the way that befits our humble God (which is nothing like the bogey-man that others acknowledge, known as ‘morality’). Most certainly, every saint – man or woman – regardless whether they live in a condominium or a wooden shack, possibly even raising ten children, also has a piece of desert in his/her heart. They need it, in order to withdraw there and to hearken to the subtlest music in the world: prayer.


By focusing our gaze on the saint-producing ultra-deserts, either by actually visiting them or by perusing books like the “Gerontikon” (Elder Fathers), the “Miterikon” (Elder Mothers), the “Leimonarion” (the Prairie narratives), the “Thebes of the North”, the “Hagiorite Fathers” and the “Hagiorite Narrations” by the Elder Paisios and many other such books, I am convinced that it is the best way, for one who desires to truly become acquainted with Christianity, to begin their journey. It is possible that the experience they will encounter may become scandalous, and it may be that they will even –unwittingly– stray onto a wrong path. Whatever the case, may the blessing of all the saints of the deserts - the sandy desert of Egypt and Palestine, the wooded desert of Athos, the wooded, boggy or frozen desert of Russia, the woods of Rumania or Serbia, even the frozen desert of Alaska where saint Herman of Alaska, saint Innocent Beniaminov, saint Jacob Netchetov and others attained sainthood, but also the cement desert of Omonoia Square in the heart of Athens where the Elder Porphyry attained sainthood – be their valuable companions and their polar star that will guide them along the way. We wish them a good journey…

Η πιο όμορφη σταγόνα


Κάποτε τρεις Άγγελοι τσακώνονταν. Το θέμα του καυγά ήταν το ποιος έχει προσφέρει το καλύτερο δώρο στον Θεό. Αφού πέρασαν μήνες, χρόνια ο Θεός δεν άντεχε άλλο να τους ακούει κάθε μέρα να τσακώνονται. Και τους είπε: για να σταματήσετε να τσακώνεστε θα πάτε να μου φέρεται την πιο όμορφη σταγόνα του κόσμου.
Χαρούμενοι οι άγγελοι έτρεξαν γρήγορα να πάνε να φέρουν στον δημιουργό τους αυτό που ζήτησε.  Ο πρώτος πήγε και Του έφερε την πιο όμορφη πρωινή δροσοσταλιά, ο Θεός την κοίταξε και του είπε πράγματι είναι πολύ όμορφη δροσοσταλιά που έχω, αλλά θα περιμένουμε και των άλλων ώστε να μην αδικήσουμε κανέναν.
 Μετά από λίγο έρχεται και ο δεύτερος άγγελος και του παρουσιάζει μια σταγόνα από τα μάτια μια μάνας χήρας που έκλεγε για το άρρωστο παιδί της, την κοιτά ο Θεός και του λέγει πράγματι είναι πολύ όμορφη, αλλά θα περιμένουμε και τον τρίτο άγγελο.
Μετά από λίγο παρουσιάζεται και ο τρίτος άγγελος με μια σταγόνα από τα μάτια ενός αμαρτωλού που μόλις είχε μπει στο εξομολογητάρι την παρουσιάζει στον Θεό και λέγει ο Θεός όντος είναι η πιο όμορφη σταγόνα που έχω δει πότε, και είναι όπως του Πέτρου, όπως του Παύλου, όπως του Αδάμ και της Εύας.

02 Δεκεμβρίου 2010

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)

Ενεργή φιλέλληνας, αιώνια ερωτευμένη με τον Καποδίστρια η Ρωξάνδρα Στούρτζα, κυρία επί των τιμών στη Ρωσική Αυλή, υπήρξε το πιο καίριο στήριγμα του Κυβερνήτη μα και χιλιάδων Ελλήνων που έφταναν κατατρεγμένοι στα ρωσικά εδάφη.
Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)
Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)
Αριστοκρατικής καταγωγής Ελληνίδα, γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη, κόρη του ευγενούς Σκαρλάτου Στούρτζα και της κόρης του πρίγκιπα της Μολδαβίας Κωνσταντίνου Μουρούζη, Σουλτάνας. Ο πατέρας της εγκαταστάθηκε στην Πετρούπολη και τοποθετήθηκε σύμβουλος στην αυλή του τσάρου Αλέξανδρου, ενώ η Ρωξάνδρα με εξαιρετικές σπουδές διαμόρφωσε μια ιδιαίτερα ευγενική και στοχαστική προσωπικότητα που εντυπωσίασε τους αριστοκρατικούς κύκλους της Πετρούπολης και την οδήγησε στην τσαρική αυλή όπου έγινε κυρία επί των τιμών.
 «Αφηνόμουν ελεύθερη να εκφράζω τις ιδέες μου με το αυθορμητισμό που με χαρακτηρίζει, ο δε Αυτοκράτωρ χωρίς να κρύβει την έκπληξή του για την ειλικρίνειά μου, μου απαντούσε με μίαν εμπιστοσύνη την οποίαν σπανίως επεδείκνυε. Θυμούμαι, ακόμη, μεταξύ άλλων εξ ίσου παραδόξων πραγμάτων, ότι του είπα το εξής: Εφ’ όσον μου παραχωρεί τόση εγκαρδιότητα, Μεγαλειότατε, αισθάνομαι ότι σας οφείλω μιαν ομολογία. Αφορά κάποιες πεποιθήσεις μου οι οποίες δεν εναρμονίζονται απολύτως με την κοινωνική θέση την οποίαν κατέχω. Στο βάθος της ψυχής μου είμαι δημοκρατικών φρονημάτων. Απεχθάνομαι τις διάφορες Αυλές και ουδέποτε απέδωσα αξία σε όλες αυτές τις διακρίσεις της τάξεως και της καταγωγής, οι οποίες μου παγώνουν την ψυχή και με κάνουν να πλήττω θανάσιμα. Μη τυχόν όμως προδώσετε το μυστικό μου σε αυτήν εδώ την χώρα, γιατί αυτό θα το πληρώσω ακριβά».
Εκεί η Ρωξάνδρα γνωρίστηκε με τον κόμη Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος διορίστηκε υπουργός των Εξωτερικών της Ρωσίας. Ο έρωτας της Ρωξάνδρας Στούρτζα με τον Ιωάννη Καποδίστρια ήταν φλογερός και άφησε εποχή. Ωστόσο ήταν ένας έρωτας ανεκπλήρωτος, καθώς ο Καποδίστριας έφυγε για την Ευρώπη αρχικά και μετά για την Ελλάδα ως Κυβερνήτης.
«Έβλεπα τον Καποδίστρια όλες τις ημέρες στο σπίτι μας, στη Βιέννη, στα δείπνα που οργάνωνε η μητέρα μου. Ανάμεσα στους άλλους προσκαλεσμένους μας. Έπειτα από τα τόσα γράμματα που μου είχε στείλει από την Ελβετία, όπου μου φανέρωνε το ενδιαφέρον του για μένα, με τόσες τρυφερές εκφράσεις, ότι θα του ήμουν απαραίτητη για την ευτυχία της ζωής του, ότι δεν έβλεπε την ώρα να με συναντήσει για να μου ειπεί προφορικά, “διά ζώσης”, όσα δεν μπορούσε να μου γράψει, περίμενα με αγωνία αυτή την ώρα.Εκείνος, όμως, πάντοτε αφάνταστα μελαγχολικός, μου μιλούσε με ανεξήγητη ψυχρότητα όσο ποτέ. Και όταν εγώ του απαντούσα με γλυκύτητα ή με τη σιωπή της λύπης, εκείνος γινόταν πιο απόμακρος… Η αγωνία μου είχε γίνει αβάσταχτη…».
Η Ρωξάνδρα παντρεύτηκε τον κόμη Εντλινγκ, αδελφό της τσαρίνας Ελισάβετ, και αφιερώθηκε στο σημαντικό φιλανθρωπικό και εκπαιδευτικό της έργο, προσφορά στη μόρφωση των νέων Ελλήνων.
Ήταν μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας για την ενίσχυση της εκπαίδευσης των Ελληνοπαίδων και βοήθησε προσωπικά όλους τους Έλληνες φοιτητές της δυτικής Ευρώπης. Στα χρόνια της Επανάστασης βοήθησε αποφασιστικά στο ζήτημα της περίθαλψης των Ελλήνων προσφύγων της Οδησσού, ενώ προσπάθησε να ενισχύσει τον αγώνα στην Ελλάδα μέσω των υψηλών επαφών της στην Ευρώπη. Πέθανε στις 16 Ιανουαρίου 1844.
  
Πηγές

  • Ελένης Ε. Κούκκου « Ιωάννης Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη». Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Γυναίκες φιλέλληνες», τεύχος 228, 18 Μαρτίου 2004.
  • Στούρτζα Ρωξάνδρα, «Απομνημονεύματα», Εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Αθήνα, 2006.

Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια

Στις 8 Οκτωβρίου 1831,* ο μεγάλος κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος αφιέρωσε όλη τη ζωή του στην υπηρεσία της πατρίδος του, έπεφτε νεκρός από ελληνικές, δυστυχώς, σφαίρες. Πολλοί έγραψαν για τον τραγικό θάνατο του. Μεταξύ αυτών είνε και ο Ιταλός Τζεκκίνι.
Γιατρός κι αυτός, είχε σπουδάσει στην Ιταλία μαζί με τον Καποδίστρια,  ο οποίος όταν γίνηκε κυβερνήτης, τον κάλεσε κοντά του ως γιατρό του. Ο Τζεκκίνι συνεδέετο στενώτατα με τον κυβερνήτη. Στο πολύτιμο δε, για την ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, βιβλίο του «Εικόνες της Νεωτέρας Ελλάδος» αφιερώνει ένα σημαντικό κεφάλαιο στη δολοφονία του φίλου του.
Ο Τζεκκίνι πέρασε το βράδυ της εβδόμης Οκτωβρίου – της παραμονής δηλαδή της δολοφονίας – στην Τύρινθα, όπου τον είχαν καλέσει να δη έναν άρρωστο. Την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησε νωρίς – νωρίς για το Ναύπλιο, που απέχει δυο μίλια από την Τύρινθα. Ασυνήθιστη όμως κίνησις επικρατούσε στους εξοχικούς δρόμους και πολλοί άνθρωποι έτρεχαν σ’ αυτούς τρομαγμένοι και λυπημένοι. Ο Τζεκκίνι ρώτησε ένα απ’ αυτούς γνωστό του τι συνέβαινε κι αυτός του απάντησε ότι σκότωσαν το Καποδίστρια.


Η δολοφονία του Καποδίστρια. Έργο λαϊκού ζωγράφου μέσα στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα.
Όσο ο Τζεκκίνι προχωρούσε και σίμωνε στο Ναύπλιο, τόσο τα πλήθη που έφευγαν από την πόλι μεγάλωναν. Πανικός είχε πιάσει όλους τους Ναυπλιώτες κι έτρεχαν να σωθούν στα γειτονικά χωριά. Όταν τέλος έφθασε στην πόλι, βρήκε την πύλη κλεισμένη από στρατό που δεν άφηνε κανένα να περάση.  Αμέσως έτρεξε στο παλάτι του κυβερνήτου, επλησίασε για να κυττάξη , αν τα τραύματά του ήσαν σοβαρά, και είδε ότι ο Καποδίστριας ήταν πια νεκρός.
«Άφησα – γράφει ο Τζεκκίνι – τον σκοτωμένο μεταξύ μερικών στρατηγών του, υπουργών του και γερουσιαστών, οι οποίοι από τη λύπη τους ήσαν άφωνοι σαν τον νεκρό, κι εβγήκα στους δρόμους για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου, αν παρουσιαζόταν ανάγκη. Διέτρεξα όλη την πόλι χωρίς να συναντήσω ψυχή ζωντανή, παρά μερικούς στρατιώτες που έστεκαν σε κάθε γωνιά δρόμου ακίνητοι, σαν αγάλματα, με το τουφέκι έτοιμο, να πυροβολήσουν όποιον θα τολμούσε να κάνει το παραμικρό.
Νεκρική σιωπή τρόμου βασίλευε σ’ όλην αυτή την έρημο που ωνομάζετο Ναύπλιο. Όλες οι πόρτες των σπιτιών ήσαν  κλειστές και τα παράθυρα κατάκλειστα. Ούτε ένα μαγαζί δεν ήταν ανοιχτό. Όλοι περίμεναν από στιγμή σε στιγμή κάποιο κίνημα, κάποια καταστροφή, γιατί ο λαός ήταν χωρισμένος σε δύο αντίθετα στρατόπεδα, τα πάθη δυνατά και ο κίνδυνος διαρπαγής των περιουσιών μέγιστος. Το κλείσιμο θυρών και παραθυριών έγινε πρώτα αυθόρμητο από το λαό, έπειτα όμως κι’ η κυβέρνησι έβγαλε προκήρυξι να μείνουν όλα κατάκλειστα. Μονάχα στους στρατώνες επικρατούσε ζωή και κίνησι, και μάλιστα υπερβολική.  Ξαναγύρισα στο Παλάτι του κυβερνήτη, όπου έμαθα από τους φρουρούς πως σκοτώθηκε ο Καποδίστριας».
Και ο Τζεκκίνι διηγείται παρακάτω την ιστορία της δολοφονίας. Μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι, πριν φύγει ο Καποδίστριας  από το σπίτι του για να πάη στην εκκλησία του Aγίου Σπυρίδωνος, έξω από την οποία σκοτώθηκε, ένα αγαπημένο σκυλάκι του τριγύριζε ανήσυχο γύρω από τα πόδια του, γαύγιζε και δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγη. Επέμενε μάλιστα τόσο το πιστό ζώο, ώστε ο Καποδίστριας αναγκάσθηκε να το διώξη επανειλημμένως μέσα από τα πόδια του.
Όταν σίμωσε στην εκκλησία, ο Καποδίστριας διέκρινε απέξω το Γιώργη και Κωνσταντή, παιδιά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και σταμάτησε για μια στιγμή, αλλά αμέσως εξακολούθησε το δρόμο του. Μέσα στην εκκλησία δεν ήσαν παρά 4 – 5 γυναίκες.
Όταν ο Καποδίστριας έφθασε σιμά τους, οι δυο Μαυρομιχαλαίοι έβγαλαν το καπέλλο τους. Ο Καποδίστριας έβγαλε κι αυτός το καπέλλο του κι εχαιρέτησε πρώτα το Γιώργη κι έπειτα γύρισε να χαιρετίσει και τον Κωσταντή. Μα την ίδια  στιγμή ο Γιώργης τράβηξε το πιστόλι του και πυροβόλησε. Το πιστόλι όμως δεν πήρε φωτιά. Τράβηξε τότε ένα άλλο πιστόλι, πυροβόλησε και τον πλήγωσε στον δεξί κρόταφο. Η σφαίρα βγαίνοντας έσπασε το αριστερό μέρος το μετώπου. Συγχρόνως, την ίδια στιγμή, ο Κωσταντής του κάρφωσε το μαχαίρι του  στην κοιλιά. Αμέσως ο Καποδίστριας σωριάστηκε αναίσθητος καταγής.
«Τόσο ήσαν ξαφνικά τα χτυπήματα τους, ώστε μπορεί κανείς να πιστεύση ότι ο κυβερνήτης δεν άκουσε ούτε τον ήχο της πιστολιάς, ούτε ένιωσε τον πόνο της μαχαιριάς», λέει ο Τζεκκίνι, υποστηρίζοντας ότι ο θάνατος επήλθε ακαριαίος.
Οι δυο ακόλουθοι του Καποδίστρια τράβηξαν αμέσως τα πιστόλια των κι επυροβόλησαν. Αλλά κανένα από τα δυο δεν πήρε φωτιά. Η τρίτη όμως σφαίρα, που έρριξε κατά των δολοφόνων  ένας κουλοχέρης Κρητικός, (ο οποίος μολονότι είχε μόνο ένα χέρι, ήταν ο καλύτερος μπιλιαρδιστής στην Ελλάδα) χτύπησε τόσο καλά τον Κωσταντή, ώστε του πέρασε η σφαίρα πέρα – πέρα το θώρακα.
Μ’ όλη τη βαρειά λαβωματιά ο Κωσταντής  έτρεξε σε μια πόρτα και παρακάλεσε να του ανοίξουν. Αλλά δεν του άνοιξαν κι έτσι αναγκάσθηκε να τραπή εις φυγήν, ενώ πλήθος λαού τον κυνηγούσε. Όταν ο λαός τον έφθασε, τον βρήκε κατά γης να πλέει στο αίμα του. Την ώρα δε που το πλήθος τον χτυπούσε με τα μαχαίρια του και τον κομμάτιαζε, πριν ξεψυχίσει ο Κωσταντής είπε:
-Κάμετε μου ό,τι θέλετε αλλά ο τύραννος πέθανε!
Το πτώμα το έσυραν στο στρατώνα που ήταν στην πλατεία του Πλατάνου. Ο Τζεκκίνι το πλησίασε, το είδε και με θαυμασμό περιγράφει το λεβέντικο κορμί του:
«Ήταν ένας από τους ωραιότερους άνδρες της Ελλάδος τόσο για το αθλητικό κορμί του, όσο και για το πρόσωπο που έμοιαζε  σαν του Απόλλωνα. Τα σγουρά, ξανθά μακρυά μαλλιά του που έφθαναν ως τον ώμο του, ήσαν γεμάτα αίματα και χώματα».
Ο Τζεκκίνι πήγε κατόπιν στο εστιατόριο του Ρούσου, το καλύτερο του Ναυπλίου, όπου τις άλλες ημέρες συγκεντρωνόταν τόσο πλήθος ώστε δεν εύρισκε κανείς θέσι να καθήση. Την ημέρα όμως εκείνη ο Τζεκκίνι ήταν μονάχος με τον ξενοδόχο κι ενώ ήταν μεσημέρι έτρωγε με φως, γιατί οι πόρτες και τα παράθυρα ήσαν κατάκλειστα. Σε μια στιγμή άκουσε απ’ έξω οχλοβοή και θόρυβο. Τότε ο ξενοδόχος του είπε:
-«Ξέσπασε η επαναάστασι!».
Ο Τζεκκίνι κοίταξε από το παράθυρο κι είδε πλήθη λαού να σέρνουν στους δρόμους το πτώμα του Κωσταντή Μαυρομιχάλη με βρισιές και με κατάρες. Άλλοι τον έσπρωχναν με τις ομπρέλες των (γιατί ψιχάλιζε), άλλοι το κλωτσούσαν με τα πόδια, άλλοι το έφτυναν, άλλοι έκαναν άσεμνες χειρονομίες. Ο Τζεκκίνι μάλιστα είδε  με τα μάτια του κάποιον απ’ το πλήθος που άρπαξε το χέρι του σκοτωμένου και  του το δάγκασε με λύσσα.
Τέλος, έπειτα από πολλή ώρα το πέταξαν στη θάλασσα. Τη νύχτα, από το Ίτς- Καλέ, ο Τζεκκίνι, κάτω από το φως του φεγγαριού, διέκρινε το πτώμα του Κωνσταντή να δέρνεται από τα κύματα, να χτυπά στ’ ακρογιάλι και να ξανατραβά για την ανοιχτή θάλασσα.  
Ο Γιώργης Μαυρομιχάλης, αφού δολοφόνησε τον Καποδίστρια, έτρεξε να καταφύγει στο σπίτι του πρεσβευτού της Γαλλίας Ρουέν, αλλ’ όπως ήταν ζαλισμένος από το έγκλημα, έκαμε λάθος και μπήκε στο γειτονικό σπίτι, όπου κατοικούσε ένας Γάλλος συνταγματάρχης του πυροβολικού. Ανέβηκε τις σκάλες, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και τον βρήκε στο κρεββάτι   με τη γυναίκα του. Δείχνοντας του το πιστόλι, χαρούμενος του είπε: – Τον σκοτώσαμε!…  - νομίζοντας ότι ήταν μπροστά στον πρεσβευτή της Γαλλίας και ότι θα τον ευχαριστούσε η είδησις αυτή, γιατί η Γαλλία πολεμούσε τον Καποδίστρια ως ρωσόφιλο.
Μόλις τ’ αντρόγυνο άκουσε τα λόγια αυτά, πήδηξε τρομαγμένο από το κρεββάτι και κατέφυγε στη Γαλλική πρεσβεία, όπου βρήκε  πάλι το Γιώργη Μαυρομιχάλη, ο οποίος εντωμεταξύ είχε πηδήσει από το παράθυρο και από την αυλή μπήκε στη Γαλλική πρεσβεία, που του έδωσε καταφύγιο.  Μόλις ο λαός έμαθε ότι ο δολοφόνος κρυβόταν στη Γαλλική πρεσβεία, αγριεμένος  έτρεξε εκεί ζητώντας από τον πρεσβευτή να του τον παραδώση.
Αλλά ο πρέσβυς αρνήθηκε με την πιο μεγάλη αναίδεια. Το πλήθος τότε αγρίεψε σε βαθμό επικίνδυνο. Τότε ευτυχώς, επενέβη ο συνταγματάρχης Αλμέϊδα,  πορτογαλικής καταγωγής, ο οποίος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στην επαναστατημένη Ελλάδα, και ήταν στρατιωτικός  διοικητής Ναυπλίου.
Παρουσιάσθηκε στο Γάλλο πρεσβευτή Ρουέν και του εξήγησε το δίκαιο θυμό του λαού και τον κίνδυνο που απειλούσε κι αυτή ακόμη τη ζωή του πρεσβευτού από ένα θεριωμένο ασκέρι. Ο πρέσβυς κατάλαβε τότε τι τον περίμενε και δέχτηκε την πρόταση του Αλμέϊδα, δηλαδή να παραδώση σ’ αυτόν το δολοφόνο, ο δε Αλμέϊδα, του εγγυήθηκε ότι ο λαός δε θα τον αγγίξη, αλλά θα τον δικάση το νόμιμο δικαστήριο.  Κι έτσι, κρυφά ο δολοφόνος παραδώθηκε στον Αλμέϊδα, ο οποίος τον έκλεισε μέσα στο Παλαμήδι.
Ο Τζεκκίνι επαινεί τη διπλωματική ικανότητα του Αλμέϊδα, χωρίς την επέμβαση του οποίου ο λαός θα έκαιγε τη Γαλλική πρεσβεία και θα εδημιουργούντο θλιβερά επεισόδια.
Ο Τζεκκίνι μαζύ με άλλους γιατρούς έκαμε την εξέταση του πτώματος του Καποδίστρια και υπέβαλαν την έκθεσί των στην νέα κυβέρνηση, που απετελείτο από το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Ανδρέα Μεταξά, Ι. Κωλλέτη, Ανδρέα Ζαΐμη και Δημ. Βουδούρη.
Ο νεκρός τοποθετήθηκε στη Μητρόπολι, όπου πήγε ο λαός συγκινημένος και τον προσκύνησε. Η κηδεία ήταν μεγαλοπρεπέστατη. Σε είκοσι θαυμάσια προσκέφαλα που τα κρατούσαν γερουσιασταί,  βρισκόντουσαν τα παράσημα του κυβερνήτου. Έπειτα  ακολούθησαν οι υπουργοί, οι πρέσβεις, οι αρχές, ο στρατός, καθώς και τα αγήματα και οι στρατιώτες των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων. Όλο το Ναύπλιο ακολουθούσε τον αγαπημένο του νεκρό με καταφανή θλίψι. Μουσικές των ξένων στόλων έπαιζαν πένθιμα εμβατήρια, ενώ τα κανόνια των καραβιών και του Κάστρου βροντούσαν… Όλα τα παράθυρα ήσαν στολισμένα με πένθιμα χαλιά. Ακόμα κι οι εχθροί του Καποδίστρια δεν έλειψαν από την εκδήλωσι αυτή του πόνου.
Τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1832 ο νεκρός μετεφέρθη σ’ ένα ρωσικό πολεμικό, το οποίο μετέφερε το πτώμα του αδικοσκοτωμένου πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας στο ωραίο του νησί, την Κέρκυρα για να ταφεί εκεί.
(Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου) 
* Ως ημερομηνία θανάτου του Κυβερνήτη αναφέρεται στο κείμενο η 8η Οκτωβρίου 1831.   Κατ’ άλλους και μάλιστα κατά τον Κων/νο Τσάτσο η 27η Σεπτεμβρίου 1831. Ίσως οι διαφορετικές ημερομηνίες προκύπτουν λόγω παλαιού και νέου ημερολογίου.   
Κώστας Καιροφύλας
Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος V, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 2004.

Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831)

http://argolikivivliothiki.gr/ 

Το Ναύπλιο δεν είναι μόνο μια πανάρχαια πόλη, στην οποία ο Μύθος και η Ιστορία χάνονται στο βάθος του χρόνου, η πρώτη πρωτεύουσα του ελεύθερου κράτους, στους δρόμους της οποίας παίχθηκε η ιστορία του Νέου Ελληνισμού αλλά και μια τραγική και «θανάσιμη» πόλη. Το κυριακάτικο πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 στις 6.45′ περίπου με το παλιό ημερολόγιο, στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδω­νος δολοφονήθηκε ο πρώτος Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας.

Πλατεία Σιντριβανίου με το Παλατάκι του Καποδίστρια
Ο κυβερνήτης το πρωινό της αποφράδας εκείνης ημέρας ξεκίνησε για να εκκλησιαστεί, όπως συνήθιζε, στον Άγιο Σπυρίδωνα, προστάτη άγιο της πατρίδας του της Κέρκυρας. Βγήκε από την κυβερνητική κατοικία, το γνωστό παλατάκι, αργότερα κατοικία και του Όθωνα, (που βρισκόταν στο χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα του Όθωνα), από την κύρια ανατολική καμαρωτή είσοδο προς την πλατεία Σιντριβανιού, σημερινή πλατεία Τριών Ναυάρχων, φορώντας τη βαθυγάλαζη ρεντικότα, άσπρο παντελόνι και βαθυγάλαζο καπέλο, συνοδευόμενος από τους δυο φρουρούς, τον Γ. Κοζώνη και Α. Λεωνίδα, έστριψε δεξιά και έφθασε στο Μεγάλο Δρόμο (οδό Βασ. Κων/νου), ακολούθησε πορεία προς τα δυτικά και σε λίγο συνάντησε, την σημερινή οδό Αγγέλου Τερζάκη, (πρώην Ε. Σωφρόνη), και έστριψε αριστερά κατευθυνόμενος προς τον Άγιο Σπυρίδωνα.

Σχέδιο πόλης Ναυπλίου (1834) με την πορεία του Καποδίστρια
Προχώρησε στην οδό Αγγέ­λου Τερζάκη λίγα μέτρα και στην συμβολή των οδών Δ. Πλαπούτα και Αγγέλου Τερζάκη μέσα στο μουχρωμένο πρωινό πάνω στο σταυροδρόμι συνάντησε μπροστά του κακό σημάδι, τους δυο Μαυρομιχαλαίους, Κωνσταντίνο και Γεώργιο ντυμένους με τα καλά τους, φορώντας φουστανέλες, συνοδευόμενους από δυο φρουρούς τον Ι. Καραγιάννη και τον Α. ΓεωργίουΝαυ­πλίου. διότι ήταν υπό επιτήρηση, με τον οπλισμό τους, καινούριες μπιστόλες που είχαν αγοράσει πριν από λίγες μέρες από μαγαζί του
Οι Μαυρομιχαλαίοι κατοικούσαν σε μικρή απόσταση ανατολικότερα από τον τόπο συνάντησης στην οδό Γ. Τερτσέτη, πάροδο της οδού Πλαπούτα μεταξύ της πλατείας του Αγίου Γεωργίου και της οδού Αγγέλου Τερζάκη, και είχαν βγει με κακό σκοπό, αναζητώντας πρωΐ – πρωΐ την Κυριακή τον Κυβερνήτη για ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον γνωστό μανιάτικο τρόπο για λόγους τιμής.
Ο κυβερνήτης τους χαιρέτησε βγάζοντας το καπέλο του αμίλητος, εκείνοι ξαφνιάστηκαν και του ανταπέδωσαν σιωπηλοί τον χαιρετισμό. Στη συνέχεια ο Κυβερ­νήτης συνέχισε απρόσκοπτα με τους δυο συνοδούς φρουρούς του την πορεία του προς την εκκλησία, ακολουθώντας το καθιερωμένο σύντομο δρομολόγιο του κυριακάτικου εκκλησιασμού του με αργό περπάτημα συνολικής διάρκειας επτά λεπτών περίπου. Έστριψε δεξιά στην αρχή της οδού Σταϊκοπούλου και προχώρησε προς την εκκλησία.
Οι Μαυρομιχαλαίοι μετά τον χαιρετισμό μέσα στο πρωινό δεν ακολούθησαν τον Κυβερνήτη, αλλά έφυγαν γρήγορα ανηφορίζοντας νότια της οδού Τερζάκη το ανηφορικό στενό με τα σκαλοπάτια, διέσχισαν στη συνέχεια τη μικρή πλατεία μπροστά από την εκκλησία και έφτασαν νωρίτερα στον Άγιο Σπυρίδωνα, όπου περίμεναν τον Κυβερνήτη στην πόρτα της εκκλησίας, όπως έκαναν και την προηγούμενη Κυριακή, αλλά ο Κυβερνήτης έγκαιρα ειδοποιημένος δεν είχε πάει στην εκκλησία.

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα
Ο Κυβερνήτης αφού προχώρησε αριστερά (δυτικά) στην αρχή της οδού Σταϊκοπού­λου, έστριψε δεξιά στο πρώτο στενό ανηφορικό δρόμο, που οδηγεί από την Σταϊκο­πούλου, στην πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα, μπροστά από το ιερό της εκκλησί­ας. Μόλις ανέβηκε τον ανηφορικό δρόμο και πρόβαλε στο στενό του Αγίου Σπυρίδωνα, σημερινή οδό Ιωάννη Καποδίστρια, κοντοστάθηκε για λίγο να αναπνεύσει και να ξεκουραστεί, αλλά αντίκρυσε ξανά μπροστά του τον Κωνσταντίνο Μαυ­ρομιχάλη, να στέκεται έξω στη δεξιά πλευρά της πόρτας της εκκλησίας, υποπτεύθη­κε το κακό, έστρεψε για λίγο το κεφάλι του προς τα ανατολικά στη μικρή πλατεία, όπου βρισκόταν η οικία του υπουργού Ροδίου, και αψηφώντας τον κίνδυνο και με πίστη στο θεό συνέχισε την ηρωική πορεία του προς τον τόπο του μαρτυρίου.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία δημοσιευμένη στη Γενική Εφημερίδα, ο Κυβερνήτης μόλις έφθασε στην πόρτα και πάτησε το πόδι του στο πλατύσκαλο και έμπαινε στην εκκλησία, ο Κων/νος Μαυρομιχάλης, κρατώντας με το αριστερό κατεβασμένο χέρι το φέσι του, σήκωσε το δεξιό χέρι που κρατούσε κρυμμένη την οπλισμένη μπιστόλα κάτω από λευκό μπουρνούζι, τράβηξε τη σκανδάλη και τον πυροβόλησε εκ των όπισθεν στην πίσω δεξιά πλευρά της κεφα­λής, ενώ συγχρόνως ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, που στεκόταν στην εσωτερική πλευρά της πόρτας, όρ­μησε και τον χτύπησε με μαχαίρι στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς στη βουβωνική χώρα.

Η πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα. Δεξιά η λαβωματιά της σφαίρας από τον πυροβολισμό του φρουρού Ι. Καραγιάννη.
Στη συνέχεια ο I. Καραγιάννης ένας από τους φρουρούς των Μαυρομιχαλαίων, ο οποίος στεκόταν εξωτερικά της εκκλησίας απέναντι στην είσοδο της εκκλησίας κοντά στην τούρκικη κρήνη, πυροβόλησε άστοχα κατά των φρουρών του Καποδίστρια, αλλά η σφαίρα αστόχησε και χτύπησε στη δεξιά πλευρά της πόρτας όπου σώζεται και σήμερα η λαβωματιά της πέτρας από το κτύπημα της σφαίρας.
Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχά­λης μετά το φονικό ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλοπάτια στο απέναντι σοκκάκι από την πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα, την οδό Πλάτωνος, αλλά τον πυροβόλησε θανάσιμα ο μονόχειρας φρουρός του Καποδίστρια, Γ. Κοζώνης. Ο Κωνσταντίνος, θανάσιμα τραυματισμένος, ανέβηκε τη σκάλα, έστριψε αριστερά στο σοκκάκι αναζητώντας καταφύγιο σε σπίτια της περιοχής ξεσηκώνοντας με τις φωνές τη γειτονιά.
Συνελήφθη όμως σε λίγο, η πόλη ολόκληρη αναστατώθηκε από το φονικό του Κυβερνήτη, το οργισμένο πλήθος και στρατιώτες τον λιντσάρισαν, κτυ­πώντας τον με ξύλα και σπαθιά και τον έσερναν στα καλντερίμια τ’ Αναπλιού ως την πλατεία του Πλάτανου (Συντάγματος), μπροστά από το ενετικό κτίριο του στρατώνα (σημερινό Μουσείο), όπου εξεψύχησε. Το οργισμένο πλήθος έριξε το άψυχο κορμί του στη θάλασσα.

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, έργο του Διονυσίου Τσόκου, 1850.
Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης αμέσως μετά το φονικό, μαζί με τους δυο φρουρούς των Μαυρομιχαλαίων έφυγε προς τα δυτικά της εκκλησίας τρέχοντας προς το Βου­λευτικό, ακολουθώντας στη σημερινή οδό Καποδιστρίου, και κατέφυγε στη Γαλλι­κή πρεσβεία, που βρισκόταν στην οδό Σταϊκοπούλου, δυτικότερα από το Μουσείο, δίπλα στην οικία του ταγματάρχη Θ. Βαλλιάνου, λέγοντας «τον σκοτώσαμε… χίλια κομμάτια έγινε…».
Στη συνέ­χεια παραδόθηκε στις αρχές, φυλακίστηκε δικάσθηκε από στρατοδικείο και εκτελέσθηκε διά τουφεκισμού στις 10 Οκτωβρίου στην Πλατεία, έξω από τα ανατολικά τείχη της πόλης και της Πύλης της Ξηράς, στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται το κτίριο του ΟΤΕ και ο σταθ­μός του τραίνου. Το φονικό του Κυβερνήτη βύθισε σε βαθύ πένθος και απογοήτευση το πα­νελλήνιο.
Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας προσέφερε τον εαυτό του θυσία και με το αίμα του βάφτηκε στο Ναύπλιο η πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα, προστάτη της πατρίδας του της Κέρκυρας. Με την δολοφονία του κόπηκε βίαια η προσπάθεια ανάκαμψης και εκσυγχρονισμού του μόλις ελεύθερου νέου Ελληνικού κράτους. Ο θάνατος του Κυβερνήτη έγινε λαϊκός θρήνος, μέσα από τα δημοτικά τραγούδια. Ο χώρος της δολοφονίας του I. Καποδίστρια στο Ναύπλιο είναι ένας από τους τραγικότερους και ιερότερους χώρους της πατρίδας μας.
Μπροστά από την εκκλησία, λίγο πριν την είσοδο, υπάρχει ακόμα το καντήλι, στον τόπο μαρτυρίου του Κυβερνήτη. Ο άδικος και τραγικός θάνατος του I. Καποδίστρια παραμένει ζωντανός στη μνήμη των Ελλήνων που επισκέπτονται καθημερινά τον μαρτυρικό τόπο του θανά­του του. Τη θλιβερή είδηση της δολοφονίας του Κυβερνήτη με χαρακτηριστικά μοτίβα της δημοτικής ποίησης την περιγράφει, μεταξύ των άλλων, και το ακόλουθο πελο­ποννησιακό τραγούδι, που αποτελείται από 14 δεκαπεντασύλλαβους στίχους:

Ένα πουλάκι ξέβγαινε ‘πό μέσ’ από τ’ Ανάπλι,
στηγ Κόρθο κάνει κολατσιό και στη Βστίτσα γιόμα,
στημ Πάτρα μπαρκαρίζεται, στο Μεσολόγγι πάει,
πάει χαμπέρια των Κλεφτών και των καπεταναίων.
-Πες μας, πες μας, πουλάκι μου, κανα-καλό χαμπέρι.
-Τι να σας πω, μωρέ παιδιά, τι να σας μολογήσω,
εψές, προψές που πέρναγ’ από μέσ’ από τ’ Ανάπλι,
άκουσα το μουσαφερέ και τηγ κρυφή κουβέντα,
τόγ Κυβερνήτη σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι.
Τρεις ντουφεκιές του ρίξανε με τρι’ ασημένια βόλια.
Το ‘να τόμ πήρε στηγ καρδιά και τ’ άλλο στο πλεμόνι,
το τρίτο το φαρμακερό τόμ πήρε στο κεφάλι.
Το στόμα τ’ αίμα γέμισε, τ’ αχείλι του φαρμάκι
κ’ η γλώσσα τ’ αηδονολαλεί σαν το χελιδονάκι.

Είναι αξιοσημείωτο ότι στο δημοτικό τραγούδι, με βάση το δημοτικό μοτίβο δεν αναφέρει μια ντουφέκια (μπιστολιά) αλλά τρεις(!) με τρία ασημένια! βόλια.
Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι σε άλλο εκτενέστερο δημοτικό τραγούδι με εμφανή λόγια στοιχεία περιγράφει με ιστορική ακρίβεια τη σκηνή της δολοφονίας :

«Μια Κυριακή ξημέρωσε, να μη είχε ξημερώσει
ο Κυβερνήτης κίνησε να πάει στην Εκκλησία,
στην πόρτα όπου επάτησε, σκύβει να προσκυνήσει,
ο Γιώργης και ο Κωνσταντής δυο μπέηδες της Μάνης,
μια μπιστολιά του ρίξανε, φαρμακερό μαχαίρι.»
   
Χρήστος Πιτερός
Αρχαιολόγος Δ’ ΕΠΚΑ Ναυπλίου
Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

Καποδίστριας Ιωάννης (1776-1831)


Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.
Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.
Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831): Έξοχος διπλωμάτης, πολιτικός και πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα από γονείς ευγενείς. Ο πατέρας του Αντώνιος Καποδίστριας, που ήταν δικηγόρος και πολιτικός, αλλά και η μητέρα του Διαμαντίνα το γένος Γονέμη κατάγονταν από ευγενείς οικογένειες και ήταν γραμμένοι στη Χρυσή Βίβλο, το περίφημο Libro d’ Oro. Ο Ιωάννης Καποδίστριας μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κέρκυρα, σπούδασε ιατρική στο περιώνυμο τότε πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Εκεί είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και μαθήματα νομικής και φιλοσοφίας. Στην Ιταλία ήταν τότε πολύ διαδεδομένες οι επαναστατικές ιδέες της Γαλλικής επανάστασης. Ο Καποδίστριας, όντας από τη φύση του φιλελεύθερος, δέχτηκε τα μηνύματα αυτά και έθεσε αργότερα τον εαυτό του στην υπηρεσία του λαού, προσφέροντας τις υπηρεσίες του ως επιστήμονας, αφιλοκερδώς πολλές φορές, και ως πολιτικός.
Επανήλθε στην πατρίδα του την Κέρκυρα το 1797 σε ηλικία 21 ετών και δεν άργησε να διακριθεί. Ίδρυσε την «Εταιρία των Φiλων», έναν φιλολογικό σύλλογο με έντονη πνευματική και πολιτιστική δράση, και τον «Εθνικό Ιατρικό Σύλλογο», τον πρώτο μέχρι τότε στα ελληνικά χρονικά. Διορίστηκε διευθυντής στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Κέρκυρας, που ιδρύθηκε μετά τη Ρωσοτουρκική παρέμβαση στα Επτάνησα (1800).  
Από το 1801 ήδη άρχισε να έχει ανάμειξη στην πολιτική. Διετέλεσε Γραμματέας της Ιονίου Πολιτείας και ως υπεύθυνος της εκπαίδευσης (έφορος) ίδρυσε 40 σχολεία και φρόντισε για την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας της Ιονίου πολιτείας. Το 1807 η Γερουσία του ανέθεσε την οχύρωση και άμυνα της Αγίας Μαύρας (Λευκάδας), την οποία απειλούσε ο Αλή Πασάς. Και τότε απέδειξε πως δεν ήταν μόνο έξοχος διπλωμάτης και πολιτικός, αλλά ότι διέθετε και σπάνια οργανωτικά και στρατιωτικά προσόντα.

Ρωξάνδρα Στούρτζα – Edling Λιθογραφία. Από την συλλογή του Πρίγκιπος Anatole Gagarine
Ρωξάνδρα Στούρτζα – Edling Λιθογραφία. Από την συλλογή του Πρίγκιπος Anatole Gagarine
Δεν άργησε, όμως, να εγκαταλείψει την αγαπημένη του Κέρκυρα, που τόσο νοσταλγούσε στη συνέχεια, και να πάει στην Αγία Πετρούπολη (1809) προσκεκλημένος του Τσάρου. Εκεί γνώρισε και τη Ρωξάνδρα Στούρτζα,* που διετέλεσε κυρία επί των τιμών της αυτοκράτειρας Ελισάβετ, συζύγου του τσάρου Αλεξάνδρου του Α´, είναι «η μόνη γυναίκα που αγάπησε» ο Ιωάννης Καποδίστριας,  ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας.  Ο Τσάρος Αλέξανδρος Α΄ του ανέθεσε διάφορες εμπιστευτικές αποστολές και το 1815 τον διόρισε υπουργό των Εξωτερικών της Ρωσικής αυτοκρατορίας.  Η πολιτική του καριέρα στη Ρωσία συμπίπτει με σημαντικά γεγονότα στην Ευρώπη, καθοριστικά πολλές φορές για την τύχη των λαών. Η συμβολή του Καποδίστρια στη διαμόρφωση του πολιτικού χάρτη της Ευρώπης(1814-1822) υπήρξε μεγάλη. Ιδίως η αναγνώριση της Ελβετίας από τις μεγάλες δυνάμεις ήταν δική του επιτυχία. Γι’ αυτό και τιμήθηκε ως επίτιμος πολίτης στη Γενεύη, στη Λοζάνη και στο Καντόνι του Πο σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες του προς την Ελβετία.
Η σύγκρουσή του όμως με τον Καγκελάριο της Αυστρίας Μέτερνιχ, ο οποίος ήταν η ψυχή της Ιερής Συμμαχίας, δεν άργησε να φανεί. Η πάλη των δύο ανδρών σε διπλωματικό επίπεδο ήταν σφοδρή. Ο Καποδίστριας εξωθούσε τον Τσάρο σε πόλεμο εναντίον της Τουρκίας και στην επίλυση του Ανατολικού ζητήματος με τα όπλα. Έτσι, θα ελευθερωνόταν και η Ελλάδα. Ο Μέτερνιχ πάλι τον ανάγκαζε να μένει πιστός στις αποφάσεις της Βιέννης (1815) και στις αρχές της «Ιερής Συμμαχίας» για τη διατήρηση της «νομιμότητας» στην Ευρώπη με τη δίωξη των φιλελεύθερων ιδεών και την κατάπνιξη κάθε απελευθερωτικού κινήματος.
Ο Καποδίστριας, εκτιμώντας ότι το πολιτικό κλίμα της Ευρώπης ήταν αρνητικό για την Ελληνική υπόθεση, αρνήθηκε να δεχτεί την πρόταση των φιλικών να ηγηθεί της επανάστασης. Με το ξέσπασμα της επανάστασης, διαφοροποιήθηκε πολύ από την επίσημη πολιτική της Ρωσίας και γι’ αυτό απομακρύνθηκε με εύσχημο τρόπο· πήρε άδεια επ’ αόριστον τον Αύγουστο 1822, εγκαταστάθηκε στην Ελβετία και από εκεί δεν έπαψε να εργάζεται για την ελληνική υπόθεση με το πλήθος των γνωριμιών του και το μεγάλο κύρος που διέθετε.
Τα χρόνια πέρασαν και οι αγώνες των Ελλήνων απέδωσαν καρπούς. Κατά την Γ΄ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827), ύστερα από πρόταση του Κολοκοτρώνη, ο Καποδίστριας εκλέγεται να κυβερνήσει τη μικρή τότε ελεύθερη Ελλάδα για επτά χρόνια. Στις 7 Ιανουαρίου 1828 ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας έφτασε στο Ναύπλιο και κατόπιν πήγε στην Αίγινα, που θα ήταν προσωρινή πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους. Ο Ιωάννης Καποδίστριας κλήθηκε να συστήσει κράτος από το μηδέν.
Τα σύνορα δεν είχαν καθοριστεί. Ο πόλεμος δεν είχε λήξει. Η χώρα μας ήταν ήδη χρεωμένη στους Άγγλους από τα δάνεια, που είχαν δαπανηθεί στις ανάγκες του πολέμου αλλά και στον εμφύλιο. Η εικόνα που παρουσίασαν οι τότε υπουργοί στον κυβερνήτη ήταν φρικτή. Δεν υπήρχαν ούτε δικαστήρια ούτε δικαστές. Δεν υπήρχε ούτε στρατός, ούτε πολεμοφόδια.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας άρχισε αμέσως το τεράστιο έργο που τον περίμενε. Αναδιοργάνωσε το στρατό και το στόλο και ανακατέλαβε τη Δυτική και Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Με τη συνθήκη που θα υπογραφόταν θα ευνοούνταν οι περιοχές που είχαν πολεμήσει με επιτυχία. Επίσης, έφτασαν Γαλλικά στρατεύματα υπό τον Μαιζόν για την απομάκρυνση των Τουρκοαιγυπτίων του Ιμπραήμ από το Μοριά. Σε διπλωματικό επίπεδο έδωσε σκληρές μάχες, για να κερδίσει ό,τι καλύτερο για την πατρίδα. Αναδιοργάνωσε την επαρχιακή διοίκηση και έθεσε τις βάσεις της οικονομίας. Νοιάστηκε για τη γεωργία, που την εμπλούτισε με νέες καλλιέργειες (πατάτας), για την κτηνοτροφία, το εμπόριο, τη ναυτιλία.
Έκοψε το πρώτο νόμισμα, τον ασημένιο φοίνικα, εκπόνησε το πρώτο δασμολογικό και φορολογικό σύστημα. Έθεσε τις βάσεις της εκπαίδευσης με πολλά σχολεία αλληλοδιδακτικά, στα οποία οι πιο προχωρημένοι μαθητές δίδασκαν τους υπόλοιπους υπό την εποπτεία του δασκάλου, και άλλα χειροτεχνίας, δηλαδή πρακτικής κατεύθυνσης. Στην Αίγινα ιδιαίτερα, ίδρυσε ορφανοτροφείο με διευθύντρια τη Μαντώ Μαυρογένους, όπου βρήκαν περίθαλψη και προστασία 600 ορφανά, καθώς επίσης και το Κεντρικό Σχολείο, οι απόφοιτοι του οποίου προορίζονταν για ανώτερες σπουδές. Επίσης, ίδρυσε το Πρότυπο Αγροκήπιο και τη Γεωργική σχολή Τίρυνθας. Στον τομέα της δικαιοσύνης έθεσε τις βάσεις απονομής δικαίου με τη δημοσίευση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και πολλών νόμων, με την ίδρυση πρωτοδικείων στις έδρες των νομών, ειρηνοδικείων στις κωμοπόλεις, καθώς και εφετείων. Το έργο που επιτελέστηκε στα τριάμισι χρόνια διακυβέρνησής του μέχρι τη δολοφονία του ήταν τεράστιο και πρωτοφανές.
Η αντίδραση κατά του κυβερνήτη ήταν από την αρχή σχεδόν έντονη και συνεχώς αυξανόμενη. Στην προσπάθειά του να δημιουργήσει κεντρική εξουσία και να θέσει τις βάσεις για την οικονομία, βρήκε αντιμέτωπους τους άρχοντες, που αντιπροσώπευαν την παλιά αριστοκρατία. Οι πρόκριτοι φοβούνταν ότι θα έχαναν τα παλιά τους προνόμια και την εξουσία τους και γι’ αυτό δεν εννοούσαν να υπακούουν στα κελεύσματα του νεοσύστατου κράτους. Δεν εννοούσαν π.χ. ότι έπρεπε να πληρώνουν φόρους. Και όχι μόνο τούτο, αλλά ζητούσαν υπέρογκα ποσά ως πολεμική αποζημίωση για όσα είχαν χαλάσει κατά τη διάρκεια του αγώνα.
Οι Κουντουριώτηδες από την Ύδρα ζητούσαν τόσο πολλά για τα καράβια τους που είχαν καταστραφεί, για τους μισθούς των πλοιάρχων και πληρωμάτων και για άλλα ακόμη, που ο Αγώνας γι’ αυτούς θα ήταν κερδοσκοπική επιχείρηση, αν η κυβέρνηση είχε να τους αποζημιώσει. Το ίδιο κάνανε κι οι Σπέτσες και τα Ψαρά. Κι εκείνος που υποδαύλιζε την αντικαποδιστριακή τακτική ήταν ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος, ο πρώτος και μεγαλύτερος πολιτικάντης της νεότερης ιστορίας μας, ο οποίος έβλεπε να του γλιστρούν μέσα από τα χέρια τα τρανά αξιώματα. Το νησί της Ύδρας ήταν το μεγαλύτερο αντικαποδιστριακό κέντρο, όπου προσέφευγαν οι δυσαρεστημένοι και συνωμότες. Άλλο κέντρο ήταν η Μάνη των Μαυρομιχάληδων.
Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27-9-1831 από τον Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, αδερφό και γιο αντίστοιχα του Πετρόμπεη,** έχει υπερτονιστεί από τους ιστορικούς. Την εγκληματική ενέργεια όμως δεν πρέπει να ερμηνεύουμε με βάση τα προσωπικά πάθη των δραστών. Ίσως να μην το αποτολμούσαν, εάν η ατμόσφαιρα δεν ήταν τεταμένη και αν δεν υπήρχε τόσο το πλήθος ανθρώπων, που φανερά επιθυμούσαν το θάνατο του κυβερνήτη. Είχαν φτάσει στο σημείο να μαζεύουν χρήματα για το σκοπό αυτό κρυφά. Και ως ηθικούς αυτουργούς δεν πρέπει να θεωρούμε μόνο τη φάρα των Μαυρομιχαλαίων, τους Κουντουριώτηδες, τον Μαυροκορδάτο και άλλους, καθώς επίσης και την υδραίικη εφημερίδα «Απόλλων», η οποία πανηγύριζε για τον θάνατο του κυβερνήτη κι ύστερα έπαψε να εκδίδεται, επειδή είχε εκπληρώση τον προορισμό της· ηθικοί αυτουργοί ήταν και οι ξένοι και ιδίως οι Άγγλοι, οι οποίοι έβλεπαν στο πρόσωπο του Καποδίστρια όχι τον Έλληνα κυβερνήτη αλλά τον Ρώσο πράκτορα. Στη συνέχεια όλοι κατάλαβαν το μέγα σφάλμα, αλλά ήταν πια αργά.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ακέραιος χαρακτήρας, έντιμος και θερμός πατριώτης και ανιδιοτελής. Αρνήθηκε σύνταξη από τη Ρωσία, για να μη θεωρηθεί μισθοδοτούμενος από τους ξένους. Αρνιόταν τον μισθό του. Δυο φορές θέλησαν να του κόψουν κάποια χορηγία, για να έχει τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως αρχηγός κράτους προς τους ξένους, τη μια το «Πανελλήνιο» (η Κυβέρνηση), την άλλη η Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829). Και τις δυο φορές αρνήθηκε. Ξόδεψε όλη του την περιουσία για τις ανάγκες της πατρίδας. Πούλησε ακόμα και τις πολύτιμες πέτρες από τα παράσημά του. Και ήταν πολύ λιτοδίαιτος, όσο έβλεπε τη χώρα βουτηγμένη στα ερείπια και σε φρικτή ανέχεια. Ο λαός τον αγαπούσε υπερβολικά και θρήνησε πολύ για το χαμό του.
  
Υποσημειώσεις  
* Έβλεπα τον Καποδίστρια όλες τις ημέρες στο σπίτι μας, στη Βιέννη, στα δείπνα που οργάνωνε η μητέρα μου. Ανάμεσα στους άλλους προσκαλεσμένους μας. Έπειτα από τα τόσα γράμματα που μου είχε στείλει από την Ελβετία, όπου μου φανέρωνε το ενδιαφέρον του για μένα, με τόσες τρυφερές εκφράσεις, ότι θα του ήμουν απαραίτητη για την ευτυχία της ζωής του, ότι δεν έβλεπε την ώρα να με συναντήσει για να μου ειπεί προφορικά, “διά ζώσης”, όσα δεν μπορούσε να μου γράψει, περίμενα με αγωνία αυτή την ώρα. Εκείνος, όμως, πάντοτε αφάνταστα μελαγχολικός, μου μιλούσε με ανεξήγητη ψυχρότητα όσο ποτέ. Και όταν εγώ του απαντούσα με γλυκύτητα ή με τη σιωπή της λύπης, εκείνος γινόταν πιο απόμακρος… Η αγωνία μου είχε γίνει αβάσταχτη…».
  Οι γραμμές αυτές είναι της Ρωξάνδρας Στούρτζα.
** Αν ο καθένας από εσάς (και ομιλώ δι’ εκείνους που κατέχουν τας πρώτας θέσεις εις την πολιτικήν ζωήν της χώρας) με εβοήθει ολίγον και καλοπίστως, λησμονών δια μίαν στιγμήν τα προσωπικά του συμφέροντα, το έργον μου θα εγίνετο περισσότερον εύκολον δι’ εμέ και περισσότερον καρποφόρον δια την Πατρίδα… 
 Προς τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη,   Μάιος 1828

Πηγές
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Ελένης Ε. Κούκκου « Ιωάννης Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη». Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996.
  • Κωνσταντίνου Τσάτσου, « Ιωάννης Καποδίστριας – Διακόσια χρόνια από την γέννησή του 1776 – 1976 », Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1976.
  • Ιωάννης Καποδίστριας, « Κείμενα»,  Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1976.