Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άφιερωμένο έξαιρετικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άφιερωμένο έξαιρετικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
26 Σεπτεμβρίου 2011
01 Σεπτεμβρίου 2011
T' αργαλειό
Αχ αυτό, αχ αυτό το αργαλειό σου
με τρελαίνει πω, πω, πω
σαν περνώ απ' το στενό σου
του διαόλου θηλυκό.
Κι όλη μέρα τακ-τακ-τακ, τουκ-τουκ-τουκ,
το πέταλό σου κάνει
και το πανί σου κι η απαντή σου
σε πειρασμό με βάνει.
Με τα χίλια,με τα χίλια δυο στολίδια
όπου υφαίνεις τ' αργαλειό
να κουζουλαθούνε θέλει
τα κοπέλια στο χωριό.
Κι όλη μέρα τακ-τακ-τακ, τουκ-τουκ-τουκ,
το πέταλό σου κάνει
και το πανί σου κι η απαντή σου
σε πειρασμό με βάνει.
Να 'ξερα, να ΄ξερα πως είσαι μόνη
κάθε τόσο απου περνώ
θα στεκόμουνα λιγάκι
να σου γλυκοτραγουδώ.
Κι όλη μέρα τακ-τακ-τακ, τουκ-τουκ-τουκ,
το πέταλό σου κάνει
και το πανί σου κι η απαντή σου
σε πειρασμό με βάνει.
με τρελαίνει πω, πω, πω
σαν περνώ απ' το στενό σου
του διαόλου θηλυκό.
Κι όλη μέρα τακ-τακ-τακ, τουκ-τουκ-τουκ,
το πέταλό σου κάνει
και το πανί σου κι η απαντή σου
σε πειρασμό με βάνει.
Με τα χίλια,με τα χίλια δυο στολίδια
όπου υφαίνεις τ' αργαλειό
να κουζουλαθούνε θέλει
τα κοπέλια στο χωριό.
Κι όλη μέρα τακ-τακ-τακ, τουκ-τουκ-τουκ,
το πέταλό σου κάνει
και το πανί σου κι η απαντή σου
σε πειρασμό με βάνει.
Να 'ξερα, να ΄ξερα πως είσαι μόνη
κάθε τόσο απου περνώ
θα στεκόμουνα λιγάκι
να σου γλυκοτραγουδώ.
Κι όλη μέρα τακ-τακ-τακ, τουκ-τουκ-τουκ,
το πέταλό σου κάνει
και το πανί σου κι η απαντή σου
σε πειρασμό με βάνει.
28 Ιουνίου 2011
ΔΕΝ ΣΑΣ ΜΟΙΑΖΩ

Δεν σας μοιάζω, όχι...όχι...
ποτέ δεν σας έμοιαζα,
πέρασε κάποιος καιρός που νόμιζα πώς είμαι ένας από σας,
όμως όχι, δεν σας μοιάζω,
εγώ δεν λέω ψέματα,
ούτε τρώγω μόνος μου τις σάρκες μου,
δεν τρέφομαι με αίμα,
ούτε διασκεδάζω με τα κομμάτια των ανθρώπων πού διαμελίστηκαν στον τροχό.
Όχι...δεν σας μοιάζω,
για μένα το χάδι είναι πολύτιμο,
το χαμόγελο αναντικατάστατο
και δεν θέλω να άρχω στους τυφλούς,
βασιλιάς μονόφθαλμος δεν θέλω να είμαι..
Δεν σας μοιάζω...
για μένα ένα φιλί έχει μεγαλύτερη αξία από μια βαλίτσα χρυσάφι
και χρυσάφι είναι μια στιγμή πού περνά
μέσα σε δυο λατρεμένα χέρια.
Όχι...δεν σας μοιάζω...
όμως μου φαίνεται σαν να πέρασαν αιώνες,
από τότε που είχαμε τα ίδια όνειρα
Ναι...Ναι...δεν σας μοιάζω...
ήρθε η ώρα να σας αποχαιρετήσω καλοί μου φίλοι....
μου κάνατε παρέα...
με συντροφέψατε...
με παρηγορήσατε...
και με φτάσατε ως εδώ..
όμως δεν σας μοιάζω..
Εγώ είμαι καταδικασμένος στην αιώνια μοναξιά...
καταδικασμένος να ζω έξω από την ψευδαίσθηση...
έξω από τα δήθεν και τα πρέπει....
Ίσως και να το ήξερα πάντα...
Τώρα ήρθε η ώρα να κινήσω για το δικό μου βουνό...
Να σκαρφαλώσω στα δικά μου ανεμοδαρμένα ύψη....
είναι η ώρα να βαδίσω το δικό μου μοναδικό δρόμο απερίσπαστος...
και μόνος.....
τελικά ίσως και να σας μοιάζω...
ναι...ναι...μάλλον σας μοιάζω...
πόσο εγωιστής έγινα....

Οι εικόνες είναι πίνακες του ζωγράφου και γλύπτη Γιάννη Γαΐτη
08 Ιουνίου 2011
Δως μου τ'αθάνατο νερό
Ξέχασε απόψε ο Θεός
να ανάψει το φεγγάρι
και εγώ φιλώ τα μάτια σου
γλυκό μου παλικάρι
Δως μου τ'αθάνατο νερό
δροσιά απ'την καρδιά σου
χίλιες φορές να αναστηθώ
χίλιες να 'μαι δικιά σου
να 'μαι δικιά σου
να 'μαι δικιά σου
Θάλασσα είναι η κάμαρα
καράβι είναι η νύχτα
καν' τα φιλιά σου γιασεμιά
και στο κορμί μου ρίχτα
να ανάψει το φεγγάρι
και εγώ φιλώ τα μάτια σου
γλυκό μου παλικάρι
Δως μου τ'αθάνατο νερό
δροσιά απ'την καρδιά σου
χίλιες φορές να αναστηθώ
χίλιες να 'μαι δικιά σου
να 'μαι δικιά σου
να 'μαι δικιά σου
Θάλασσα είναι η κάμαρα
καράβι είναι η νύχτα
καν' τα φιλιά σου γιασεμιά
και στο κορμί μου ρίχτα
18 Μαΐου 2011
30 Απριλίου 2011
Σ' αγαπώ
Κάτω απ' το φως του Φεγγαριού,
τα χάδια ενός παλικαριού,την ξελογιάζανε,
γιατί την κράταγε σφιχτά,
και τα φιλιά του τα πνιχτα τη συνταράζανε.
Έτσι κι αυτός ο νιος με χάδια τη νανούριζε,
σαν μεθυσμένη αυτή με γλύκα του μουρμούριζε,
σ' αγαπώ,σ' αγαπώ.
Να 'ταν να μην τελειώσει τούτη η γλύκα,
που μου μεθάει την καρδιά,
σ' αγαπώ,σ' αγαπώ.
Όπως είσαι εδώ κοντά μου,
στον βελούδινο οντά μου,
ας μην τέλειωνε η βραδιά.
Έτσι κι αυτός ο νιος με χάδια τη νανούριζε,
σαν μεθυσμένη αυτή με γλύκα του μουρμούριζε,
σ' αγαπώ,σ' αγαπώ.
Να 'ταν να μην τελειώσει τούτη η γλύκα,
που μου μεθάει την καρδιά,
σ' αγαπώ,σ' αγαπώ.
Όπως είσαι εδώ κοντά μου,
στον βελούδινο οντά μου,
ας μην τέλειωνε η βραδιά,σ' αγαπώ.
τα χάδια ενός παλικαριού,την ξελογιάζανε,
γιατί την κράταγε σφιχτά,
και τα φιλιά του τα πνιχτα τη συνταράζανε.
Έτσι κι αυτός ο νιος με χάδια τη νανούριζε,
σαν μεθυσμένη αυτή με γλύκα του μουρμούριζε,
σ' αγαπώ,σ' αγαπώ.
Να 'ταν να μην τελειώσει τούτη η γλύκα,
που μου μεθάει την καρδιά,
σ' αγαπώ,σ' αγαπώ.
Όπως είσαι εδώ κοντά μου,
στον βελούδινο οντά μου,
ας μην τέλειωνε η βραδιά.
Έτσι κι αυτός ο νιος με χάδια τη νανούριζε,
σαν μεθυσμένη αυτή με γλύκα του μουρμούριζε,
σ' αγαπώ,σ' αγαπώ.
Να 'ταν να μην τελειώσει τούτη η γλύκα,
που μου μεθάει την καρδιά,
σ' αγαπώ,σ' αγαπώ.
Όπως είσαι εδώ κοντά μου,
στον βελούδινο οντά μου,
ας μην τέλειωνε η βραδιά,σ' αγαπώ.
Καταραμένη απ' τον Αλλάχ
Πίσω απ` τα σύννεφα
το φεγγάρι έχει σβήσει
και στο βιβλίο της ζωής
μια ημέρα έχει κλείσει.
Πού μένεις μόνη κι απελπισμένη
κι απ` τον Αλλάχ καταραμένη.
Γιατί δεν έμεινες πιστή
και σ` έχει ο Αλλάχ καταραστεί
είναι αργά να μετανιώσεις
το κρίμα εδώ θα το πληρώσεις.
Βγαίνει το φάντασμα
μόλις φύγει το φεγγάρι
και κλαίει τον άδικο χαμό
το χλομό το παλικάρι.
Πού μένεις μόνη κι απελπισμένη
κι απ` τον Αλλάχ καταραμένη.
Γιατί δεν έμεινες πιστή
και σ` έχει ο Αλλάχ καταραστεί
είναι αργά να μετανιώσεις
το κρίμα εδώ θα το πληρώσεις.
Το μπαλκόνι του Αρχάγγελου
Ποια γλώσσα μιλάω, ποιαν άγια λαλιά
Ποιον ήλιο πιστεύω και ποιαν αγκαλιά.
10 Απριλίου 2011
Αχ μπαρμπουνάρα μου!
Εγώ είμαι όλο παίζω κόρτε και γελώ
κι έτσι περνάω το ωραίο μου καιρό,
με μια ματιά μου πέφτουν όλοι σαν χαλί,
χορεύουν βήμα για ένα μόνο μου φιλί.
Αχ μπαρμπουνάρα μου, νέοι, γέροι ψιθυρίζουν,
τα μαύρα μάτια πού τη καρδιά ραΐζουν.
Έχω μανία να ανεβαίνω στα auto,
μα η τρέλα μου είναι το τιμόνι να κρατώ,
έτσι μ' αρέσει να γλεντάω τη ζωή,
δεν δίνω διάρα ο κοσμάκης τι θα πεί.
Εισ’αφράτη σα φρατζόλα σαν το χάσικο ψωμί
Όποιος σε κοιτάζει εσένα τονε ζώνουν οι καϋμοί
Αχ βρε κοπελίτσα μου όπου πάω σε γυρεύω
Άσπρη φρατζολίτσα μου μέρα νύχτα σε ζητώ
Άσπρη φρατζολίτσα μου όπου πάω σε γυρεύω
Αχ βρε κοπελίτσα μου μέρα νύχτα σε ζητώ
Σα θυμούμαι βρε μικρό μου τη γλυκειά σου ευωδιά
Θέλω πάλι στο πλευρό μου να σε νιώσω μια βραδυά
Αχ βρε κοπελίτσα μου όπου πάω σε γυρεύω
Άσπρη φρατζολίτσα μου μέρα νύχτα σε ζητώ
Άσπρη φρατζολίτσα μου όπου πάω σε γυρεύω
Αχ βρε κοπελίτσα μου μέρα νύχτα σε ζητώ
Άσπρη κάτασπρη κοπέλα τον καϋμό σου δε βαστώ
Μεσ’το σπίτι ξαναέλα έλα και δεν ταγιαντώ
Αχ βρε κοπελίτσα μου όπου πάω σε γυρεύω
Άσπρη φρατζολίτσα μου μέρα νύχτα σε ζητώ
Άσπρη φρατζολίτσα μου όπου πάω σε γυρεύω
Αχ βρε κοπελίτσα μου μέρα νύχτα σε ζητώ
04 Μαρτίου 2011
Νίκος Γούναρης
Αθήνα, Τετάρτη 5 Μαΐου 1965, ώρα 5:30 το απόγευμα. Ένας ακόμα κορυφαίος του ελληνικού τραγουδιού, ο Νίκος Γούναρης, αφήνει την τελευταία του πνοή στα πενήντα του χρόνια, χτυπημένος από την επάρατο.
Ο θάνατός του -αναμενόμενος από το ευρύ κοινό που είχε πληροφορηθεί από τα λαϊκά περιοδικά αλλά και την περιρρέουσα φημολογία τη βαριά κατάσταση της υγείας του- δεν δείχνει να αιφνιδιάζει κανέναν, και η θλιβερή είδηση περνά στα ψιλά των περισσότερων αθηναϊκών εφημερίδων, που εκείνες τις ημέρες κυριαρχούνταν από τα ρεπορτάζ για την αιματηρή εισβολή των Αμερικανών στον Άγιο Δομίνικο. Λιτό και το αγγελτήριο της κηδείας του καλλιτέχνη στη Μητρόπολη Αθηνών, που υπογραφόταν από την αγαπημένη σύντροφο -αλλά και μούσα- της ζωής του Βαλεντίνη, τη μητέρα του Όλγα, τα παιδιά του και τον συνονόματο εγγονό.
Εκείνες τις στιγμές -τις δύσκολες στιγμές του αποχωρισμού- η σκέψη πολλών ίσως να πέταξε μελαγχολικά στη θρυλούμενη ρήση του Βασίλη Τσιτσάνη «Όσο υπάρχει Γούναρης δεν μπορεί το λαϊκό να σηκώσει κεφάλι». Ήταν μια παρεξηγημένη φράση που δεν εξέφραζε κάποια διάθεση επίκρισης για την όλη καλλιτεχνική οντότητα και προσφορά του Νίκου Γούναρη, αλλά το ακριβώς αντίθετο. Πιο απλά, τα λόγια εκείνα του Τσιτσάνη -αν ειπώθηκαν ακριβώς έτσι- αποτελούσαν την πλέον πανηγυρική αναγνώριση της αξίας του αντιπάλου, ενός αντιπάλου που μπορούσε, έστω και μόνος πια, να κρατά ψηλά στις προτιμήσεις του κοινού τόσο στο λεγόμενο ελαφρό τραγούδι (ανόητος όρος που δυστυχώς επικράτησε για το δυτικόπνευστο ελληνικό τραγούδι), όσο και τις συγγενείς αρχοντορεμπέτικες και λαϊκόστροφες εκδοχές του.
Σήμερα, κάπου μισό αιώνα μετά, γνωρίζουμε ότι η αμφιλεγόμενη εκείνη φράση του Βασίλη Τσιτσάνη δεν ευσταθούσε, ή τουλάχιστον δεν ευσταθούσε απόλυτα. Το λαϊκό τραγούδι -αυτό που εμείς σήμερα εννοούμε μονοσήμαντα λαϊκό τραγούδι- είχε «σηκώσει κεφάλι» πολύ πριν τον θάνατο του Γούναρη, και τον είχε αφήσει πίσω. Αυτό το επιβεβαιώνουν όχι μόνον η δισκογραφία αλλά και οι άμεσες μνήμες των επιζώντων, που -από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50- καταγράφουν την πλήρη κυριαρχία του εξ ανατολών ορμώμενου λαϊκού ήχου, ο οποίος άλλοτε πατούσε στην καταδιωκόμενη από τους πάντες ρεμπέτικη παράδοση, άλλοτε στο δημοτικό τραγούδι, άλλοτε σε δάνειες μελωδίες αντιγραμμένες από τους ραδιοσταθμούς της γειτονικής Τουρκίας, της Μέσης Ανατολής και των μακρινών Ινδιών, κι άλλοτε στη γόνιμη παρέμβαση του μεγάλου Μάνου Χατζιδάκι και του επίσης μεγάλου Μίκη Θεοδωράκη, καθώς και των άξιων επιγόνων τους.
Από την εποχή αυτή υποχωρεί οτιδήποτε το «παλαιό» στις μουσικές προτιμήσεις των λαϊκών τάξεων, και μαζί και τα τραγούδια του Γούναρη, που αργά αλλά σταθερά «μετακομίζουν» -μαζί με εκείνα του ήδη μακαρίτη Μιχάλη Σουγιούλ και άλλων άξιων συνθετών, στιχουργών και ερμηνευτών του σχετικά πρόσφατου «ελαφρού» παρελθόντος- στην άχαρη κατηγορία που πολιτογραφήθηκε με την ονομασία ρετρό. Η διαφορά -η ευτυχής διαφορά- ως προς τον Γούναρη είναι ότι η «μετακόμιση» αυτή συντελέστηκε με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς, μάλλον αδιόρατους για όσους ήταν τότε ήδη σαραντάρηδες ή πενηντάρηδες και θεωρούσαν αδιανόητη την απόσπαση τραγουδιών σαν τα Άρχισαν τα όργανα, Η Σουσουράδα, Μια κότα στρουμπουλή, Πάμε στα μπουζούκια, Σε είδα να κλαδεύεις, Για τις γυναίκες ζούμε, Σκαλί, καλέ μου, σκαλί κ.ά. από τα λαϊκά τους γλέντια. Αντίθετα, οι νεότεροι -στους οποίους ανήκει και ο γράφων- σνόμπαραν επιδεικτικά στις αρχές των σίξτις οτιδήποτε παρέπεμπε στο «ελαφρό» μουσικό παρελθόν (ακόμα και αυτό που εξέφραζε ο Νίκος Γούναρης) και αναζητούσαν κάτι σαν καταφύγιο στην πραγματική ή νομιζόμενη αυθεντία τού συνοδεία μπουζουκιού λαϊκού ήχου, στους μουσικούς πειραματισμούς που οδηγούσαν στο «Νέο Κύμα», στις μπουάτ και στις ροκ και ποπ εισαγόμενες διεθνείς επιτυχίες. Λίγα χρόνια μετά -στο δεύτερο πια μισό της δεκαετίας του 1960- ο ήδη μακαρίτης Γούναρης θα περάσει διακριτικά στο νοσταλγικό παρελθόν, αφήνοντας πλήρως ελεύθερο το πεδίο τόσο στο αναγεννημένο αυθεντικό ρεμπέτικο (που επέστρεφε δυναμικά στο προσκήνιο μετά από δεκαετίες καθεστωτικών αλλά και… αντικαθεστωτικών καταδιώξεων) όσο και στα ποικίλα ακούσματα του λεγόμενου έντεχνου λαϊκού τραγουδιού - πολλές εκδοχές του οποίου ήταν εξαίρετες και κάποιες άλλες επιεικώς για τα μπάζα.
Η νέα αυτή εποχή -από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 μέχρι και τις ημέρες μας- υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή για τους επιζώντες ή μη εκπροσώπους του παλιού καλού ελαφρού μας τραγουδιού, που περιφρονήθηκαν και ρίχτηκαν συλλήβδην στον Καιάδα της λήθης ή και λοιδορήθηκαν άγρια ως περίπου πολιτισμικά συνυπεύθυνοι για όλα τα έως τότε δεινά της δημόσιας και της κοινωνικής ζωής. Ο γενικός αυτός αφορισμός, που εξαπολύθηκε ανοήτως και αναιδώς «επί δικαίους και αδίκους» (μην εξαιρουμένων ακόμα και ανθρώπων εγνωσμένης στάσης ζωής όπως ο Αττίκ, η Δανάη Στρατηγοπούλου και φυσικά ο Νίκος Γούναρης), συχνά στοιχειοθετήθηκε με μια γνωστή σε όλους μομφή: ότι, δηλαδή, θεμέλιο στοιχείο του ελαφρού μας τραγουδιού ήταν το «σ’ αγαπώ - μ’ αγαπάς» και όχι η ουσία των τόσων και τόσων μεγάλων προβλημάτων της ζωής και της κοινωνίας. Επρόκειτο για μια μομφή που ίσως σε κάποιο άλλο άρθρο θα μπορούσαμε να την καταδείξουμε ως τουλάχιστον αφελή και άδικη. Εδώ, το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι το καλό ερωτικό τραγούδι είναι βαθύτατα πολιτικό - κι αλλοίμονο σε όσους εναποθέτουν τη ζωή και τα όνειρά τους σε ανέραστους σωτήρες…
Στο σημείο αυτό θα σημειώναμε ότι ο Νίκος Γούναρης αντιμετωπίστηκε με περισσότερο σεβασμό -συγκρινόμενος με πολλούς και άξιους «ελαφρούς» ομοτέχνους του- την εποχή που το λαϊκό τραγούδι θριάμβευε ολοκληρωτικά στις προτιμήσεις του κοινού και «ισοπέδωνε» κάθε αντίθετο μουσικό ρεύμα. Κι αυτό ήταν αποτέλεσμα μιας διάχυτης αίσθησης ότι τα τραγούδια του -έστω και παλαιάς κοπής- ακουμπούσαν πάντοτε στο λαϊκό αισθητήριο και δεν είχαν «τελειώσει». Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι ο ίδιος απολάμβανε πάντοτε την αγάπη και εκτίμηση σημαντικών εκπροσώπων της «άλλης πλευράς» -αυτής του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού- που τον εμπιστεύονταν, γλεντούσαν συχνά μαζί του και τον «νομιμοποιούσαν» με κάθε τρόπο ως δικό τους άνθρωπο. Είναι γνωστή, π.χ., η βαθιά εκτίμηση και ο σεβασμός που έτρεφε γι’ αυτόν ο Στέλιος Καζαντζίδης (δεν έχανε ευκαιρία να εξυμνήσει τον ίδιο και τα τραγούδια του), όσο και η αγάπη του Γιάννη Παπαϊωάννου, που γράφει στο βιβλίο του «Ντόμπρα και σταράτα»:
«Από αυτούς του ευρωπαϊκού, μόνο ΕΝΑΣ είναι σωστός. Ο Γούναρης. Αυτό το παιδί είναι δικός μας. Από το ρεμπέτικο ξεκίνησε, μας εκτιμά και τον εκτιμάμε»!
Και η πιο πάνω αναφορά αποκτά ιδιαίτερη αξία αν μπει δίπλα-δίπλα σ’ εκείνην του Μίμη Τραϊφόρου -επιφανούς εκπροσώπου της σχολής του ελαφρού τραγουδιού- ο οποίος έγραφε το 1982 στο οπισθόφυλλο του δίσκου Σοφία Βέμπο - Νίκος Γούναρης. Δυο Μεγάλες Αξέχαστες Φωνές:
«Δεν ξέρω τι πιστεύετε εσείς οι σημερινοί για τη Βέμπο και τον Γούναρη, μα εμείς οι… χτεσινοί ή μάλλον οι… προχτεσινοί, τους θεωρούμε σαν τα δύο και μοναδικά ιερά τέρατα του ελαφρού τραγουδιού!.. Εμείς οι παληοί, όταν λέμε ελληνικό τραγούδι το απλώνουμε και το περιορίζουμε στη Βέμπο και στον Γούναρη. Όχι γιατί η εποχή μας δεν έδωσε κι άλλες φωνές άξιες κι ενδιαφέρουσες, μα γιατί η Βέμπο κι ο Γούναρης δέχτηκαν τη σφραγίδα της θείας δωρεάς και σφράγισαν με το τραγούδι τους μια ολόκληρη εποχή σπάνιου τραγουδιού (…)».
Ποιος, όμως, ήταν αλήθεια ο Νίκος Γούναρης, και τι είναι αυτό που τον έκανε αποδεκτό από όλους; Τι είναι αυτό που διέσωσε τον μύθο του μέσα στον χρόνο και τον εκτόξευσε μέχρι και τις ημέρες μας; Κι ακόμα, τι είναι αυτό που ωθεί σήμερα -εποχή των τόσο διαφορετικών ακουσμάτων- τόσο πολλούς νέους ανθρώπους να αναζητούν τα τραγούδια του σε παλαιοπωλεία και στους μαγικούς διαδρόμους του youtube; Ειλικρινά δεν ξέρω αν πρόκειται για μια ακόμα μεταμοντέρνα «φαγούρα» ή για κάτι πιο βαθύ, που έχει σχέση με το ότι ο Γούναρης κέρδισε επάξια την αναγνώριση πως ήταν αυθεντικός, πως δεν υπήρξε ποτέ ένας ακόμα «δήθεν» της τέχνης του - κάτι διαφορετικό από αυτό που έδειχνε σε όλους. Κι αυτό που έδειχνε ήταν ο καλόκαρδος χαρακτήρας, τα μοναδικά φωνητικά του προσόντα, οι μεγάλες σκηνικές του ικανότητες και η ανεξάντλητη ικανότητά του να γράφει ή να ερμηνεύει όμορφα τραγούδια, που προκαλούσαν το λαρύγγι να τα τραγουδήσει.
Γράφει σχετικά ο Κώστας Μυλωνάς στο έργο του «Ιστορία του Ελληνικού Τραγουδιού» (τόμος 1, σελ. 241 και επ.):
«Ο Γούναρης είχε το χάρισμα να “κατεβάζει” από το πάλκο το τραγούδι του• ο τρόπος που ερμήνευε είχε αντίκρισμα στις μεγάλες μάζες, είχε αμεσότητα και αλήθεια. Δεν τραγουδούσε μόνο με το στόμα του αλλά και με την ψυχή του, εγκαινιάζοντας μια καινούργια άποψη επικοινωνίας με το κοινό που τότε ακόμα έβλεπε τον τραγουδιστή σαν έναν ηθοποιό που ζει τον ρόλο του και πάσχει μαζί του. Δεν ήταν, όμως, ο στημένος θεατρίνος που με ψεύτικες υπερβολές προσπαθεί να κερδίσει τη συγκατάθεση και την αποδοχή, αλλά ο λυμένος καλλιτέχνης που έχει ταυτιστεί με το αντικείμενό της δουλειάς του, την οποία γνωρίζει πολύ καλά και είναι γεννημένος γι’ αυτήν. Είχε καταπληκτικές φωνητικές ευκολίες, λιτότητα στην έκφραση και θαυμάσια τεχνική, αλλά κυρίως ένα μοναδικό ταλέντο να μηδενίζει την απόσταση ανάμεσα σ’ αυτόν και στο ακροατήριό του (…)».
Και συμπληρώνει -στα 1985- ο ανώνυμος σχολιογράφος, στο οπισθόφυλλου του δίσκου Χρυσή Εποχή – Νίκος Γούναρης:
«Η χαρακτηριστική μελωδική φωνή του, ζεστή, βελούδινη αλλά συγχρόνως τόσο αρρενωπή, δίκαια επέβαλε τον Ν. Γούναρη σαν ένα κορυφαίο ερμηνευτή σ’ αυτό που ονομάσαμε ελαφρό τραγούδι (…) Είναι ένα σύμβολο της εποχής του και κάθε νεώτερη γενιά “ανακαλύπτει” και αναγνωρίζει τον μελωδικό αυτόν τροβαδούρο της Αθήνας (…)».
Στo πλαίσιο ενός μικρού άρθρου σαν κι αυτό δεν μπορεί να γίνει μια σε βάθος θεώρηση για τη ζωή και το έργο του Νίκου Γούναρη - κάτι τέτοιο απαιτεί μακροχρόνιες έρευνες και πολύ-πολύ μελάνι και χαρτί. Αυτό, όμως, που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι όλη η διαδρομή της ζωής του, από τότε που είδε το φως -στα 1915- μέχρι τις ύστατες στιγμές της επιθανάτιας αγωνίας του, υπήρξε καθαρή και συνεπής. Νέος ακόμα και αυτοδίδακτος, αναζήτησε την τύχη του στο ευρωπαϊκό τραγούδι της δεκαετίας του 1930 και μέχρι τον πόλεμο, άλλοτε μόνος και άλλοτε σε συνεργασία με άλλους σημαντικούς ομοτέχνους (στη σύνθεση, στον στίχο και στην ερμηνεία), πέτυχε να χτίσει ένα αξιοπρόσεκτο όνομα στον χώρο του. Κατά την περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου αναφέρεται ότι τραγούδησε πρώτος -πριν τη Σοφία Βέμπο- το περίφημο «Κορόιδο Μουσολίνι» (σε στίχους Γιώργου Οικονομίδη), ενώ στα χρόνια της Κατοχής συνέχισε να μετέχει δραστήρια στα καλλιτεχνικά δρώμενα και παράλληλα να παίρνει μέρος και στον κοινό αγώνα του έθνους κατά των ξένων κατακτητών, διακινδυνεύοντας συχνά τη ζωή του. Την εποχή ακριβώς αυτήν της άγριας τρομοκρατίας συνθέτει και το πατριωτικό τραγούδι του «Χαϊδάρι» (σε στίχους Κώστα Κοφινιώτη), που δυστυχώς «θάφτηκε» από τις μεταπολεμικές πολιτικές σκοπιμότητες και δεν έγινε ποτέ ιδιαίτερα γνωστό. Και ίσως γι’ αυτό πρέπει να ξαναθυμίσουμε τους στίχους εκείνου του λησμονημένου τραγουδιού:
Όπως στην άλλη τη ζωή / όταν θα πας ένα πρωί
στην κόλαση σε στείλουνε / αν δε σου δώσουν χάρη
έτσι στη μαύρη τη σκλαβιά / παίρνουν του κόσμου τα παιδιά
οι άτιμοι οι Γερμανοί / τα στέλνουν στο Χαϊδάρι.
Περνούσανε μαρτυρικά / μέναν ’κεί μέσα νηστικά
λες κι εγκληματούσανε / λες κ’ είχαν κάνει κάτι
ερήμωσαν συνοικισμούς / με μπλόκους κι εξευτελισμούς
τον Βύρωνα, την Κοκκινιά / Καισαριανή, Παγκράτι.
Και κάθε μέρα αποκεί / την κολασμένη φυλακή
παίρνουν παιδιά αμούστακα / για να τα τουφεκίσουν
χωρίς τη μάνα τους να δουν / μόν’ τ’ άκουγαν να τραγουδούν
γιατ’ ήξεραν τ’ αδέρφια τους / ελεύθερα θα ζήσουν.
Τα χτύπαγαν με απονιά / του Χαϊδαριού κάθε γωνιά
κρύβει βασανιστήρια / που ο νους σου δεν τα βάζει
άλλα ν’ ακούς κι άλλα να λες / κι όμως, μανούλα μου, μην κλαις
απ’ της σκλαβιάς τα σίδερα / η λευτεριά χαράζει.
Μετά τον πόλεμο το άστρο του Νίκου Γούναρη αναδύεται κατακόρυφα στο ελληνικό μουσικό στερέωμα και από το 1947 -οπότε και πρωτοταξιδεύει στις ΗΠΑ- η φωνή του κατακτά και τον ελληνισμό της διασποράς. Έκτοτε, και για αρκετά χρόνια, κυριαρχεί απόλυτα στις προτιμήσεις του κοινού, άλλοτε ως συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής, άλλοτε ως συνθέτης και ερμηνευτής, και άλλοτε απλώς ως ερμηνευτής. Από τα πολλά τραγούδια που συνδέθηκαν τότε -υπό την οποιαδήποτε ιδιότητα- με το όνομά του αναφέρουμε ενδεικτικά τους τίτλους Για τις γυναίκες ζούμε όλοι, Γύρνα πάλι αγάπη μου, Ποιος σε πήρε και μου ’φυγες, Αυτός ο άλλος, Πού να ’σαι τώρα αγαπημένη, Ένα βράδυ που ’βρεχε, Το γιασεμί, Μη σε τρομάζουν τα γκρίζα μου μαλλιά, Μπαμ και κάτω, Λένε πως είναι οι γυναίκες πονηρές, Όμορφη Αθήνα, Μια κότα στρουμπουλή, Ο κόσμος άλλαξε, Πάμε στα μπουζούκια, Πλαφ και πλουφ, Γλυκά μου μάτια, Εσύ με κάνεις και γράφω τραγούδια, Όταν γελάς, Σουσουράδα, Σκαλί καλέ μου σκαλί και Σε είδα να κλαδεύεις.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό που καθιέρωσε τον Νίκο Γούναρη ως πρωταγωνιστή υπήρξε η ικανότητά του να παράγει συναίσθημα, να μετατρέπει, με την κιθάρα, τη θεία φωνή και το χαμόγελό του το κάθε του τραγούδι σε αφορμή για γλέντι ή -ακόμα- για ένα διακριτικό δάκρυ στην άκρη του ματιού. Ίσως αξίζει να δανειστούμε εδώ λίγες γραμμές από το οπισθόφυλλο του δίσκου Nico Gunaris & Trio Belcanto, που κυκλοφόρησε πριν από αρκετά χρόνια στη Νέα Υόρκη. Γράφει σχετικά ο ομογενής Μιχάλης Μάνος:
«Πολυτάλαντος, αλήθεια, καλλιτέχνης προικίστηκε από τις μούσες ο Νίκος Γούναρης: ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ με καθάριο φωνητικό μέταλλο, που ζη ο ίδιος έντονα τον στίχο, το μέλος και τους συναισθηματικούς των κραδασμούς. ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΣ με λεπτότατο και πηγαίο λυρισμό, που γίνεται δέκτης και ερμηνευτής μαζί των αισθημάτων και των αιτημάτων του λαού μας. ΚΙΘΑΡΙΣΤΗΣ δεινός και συναρπαστικός, που εναρμονίζει θαυμάσια τον ήχο των χορδών με της φωνής του τις απαλές εναλλαγές. ΠΥΡΟΔΟΤΗΣ ΤΟΥ ΓΛΕΝΤΙΟΥ στάθηκε σε όλη την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία ο Νίκος Γούναρης, με το τραγούδι και την κιθάρα του (…)».
Κλείνοντας, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε και σ’ εκείνον τον πιπεράτο μύθο για την ιδιωτική ζωή του Νίκου Γούναρη, που έγινε απολύτως πιστευτός και συγκίνησε βαθιά όλον τον κόσμο - και ιδίως κάθε «κερασφόρο» σύζυγο. Αναφερόμαστε, βεβαίως, στην παντελώς ανυπόστατη διάδοση σύμφωνα με την οποία είχε δήθεν εγκαταλειφθεί άκαρδα από την αγαπημένη του, για χάρη κάποιου άλλου. Σ’ αυτήν, λοιπόν, την «άκαρδη» -σύμφωνα με τα διαδιδόμενα- αναφέρονταν τα πιο απελπισμένα αλλά και εμπορικότατα ερωτικά του τραγούδια (όπως π.χ. τα Γύρνα πάλι αγάπη μου, Ποιος σε πήρε και μου ’φυγες, Πού να ’σαι τώρα αγαπημένη, Ένα βράδυ που ’βρεχε), αλλά και το εξόχως κακεντρεχές Αυτός ο άλλος, με δική του μουσική σε στίχους κατά παραγγελίαν στον Κώστα Κοφηνιώτη, το οποίο σχεδόν αναγκάστηκε να ερμηνεύσει ώστε ν’ αποφορτίσει, να ελαφρύνει το «κλίμα», σε μια προσπάθεια να απαλλαγεί κατά το δυνατόν από τα συναισθήματα «συμπαράστασης» που τον κατέκλυζαν! Ωστόσο, εκείνο το παραμύθι εξακολουθεί ακόμα -μετά από τόσες δεκαετίες- να γίνεται πιστευτό από πολλούς λάτρεις του μεγάλου καλλιτέχνη. Πλάκα δεν έχει;
28 Φεβρουαρίου 2011
Φως μου ακριβό, αχ μη σπαταληθείς ανώφελα.
Χάθηκα ξανά σε λαβυρίνθους κι έχασα καιρό
Να σ'αναζητώ άμοιρη ψυχή μου
Έχασα καιρό άμοιρη ψυχή μου
Θεέ μου πώς ποθώ μιαν ηλιαχτίδα
Ταίρι φωτεινό νά 'χω φυλαχτό
Σε ηλιόλουστη πατρίδα
Σε ταξίδι μυστικό
Με ουράνια πυξίδα
Θέλω να σε βρω να σου ζητήσω μια πνοή
Θέλω να ντυθώ του έρωτά σου τη μορφή
Θέλω να χαρώ μαζί σου την ανατολή
Φως μου ακριβό, αχ μη σπαταληθείς ανώφελα
Σβήνω και ξεχνώ τα περασμένα
Ένα πρωινό όλα θά 'ναι αλλιώς
Τα κομμάτια μου ενωμένα
Θά 'χω δρόμο ανοιχτό
Και στο πλάι μου εσένα
Θέλω να σε βρω να σου ζητήσω μια πνοή
Θέλω να ντυθώ του έρωτά σου τη μορφή
Θέλω να χαρώ μαζί σου την ανατολή
Φως μου ακριβό, αχ μη σπαταληθείς ανώφελα.
Να σ'αναζητώ άμοιρη ψυχή μου
Έχασα καιρό άμοιρη ψυχή μου
Θεέ μου πώς ποθώ μιαν ηλιαχτίδα
Ταίρι φωτεινό νά 'χω φυλαχτό
Σε ηλιόλουστη πατρίδα
Σε ταξίδι μυστικό
Με ουράνια πυξίδα
Θέλω να σε βρω να σου ζητήσω μια πνοή
Θέλω να ντυθώ του έρωτά σου τη μορφή
Θέλω να χαρώ μαζί σου την ανατολή
Φως μου ακριβό, αχ μη σπαταληθείς ανώφελα
Σβήνω και ξεχνώ τα περασμένα
Ένα πρωινό όλα θά 'ναι αλλιώς
Τα κομμάτια μου ενωμένα
Θά 'χω δρόμο ανοιχτό
Και στο πλάι μου εσένα
Θέλω να σε βρω να σου ζητήσω μια πνοή
Θέλω να ντυθώ του έρωτά σου τη μορφή
Θέλω να χαρώ μαζί σου την ανατολή
Φως μου ακριβό, αχ μη σπαταληθείς ανώφελα.
24 Φεβρουαρίου 2011
20 Φεβρουαρίου 2011
16 Φεβρουαρίου 2011
Το χρυσό κλειδί
Εσείς του κόσμου οι σοφοί
για δώστε απάντηση σωστή.
Ποιος έχει το χρυσό κλειδί
όπου ανοίγουν οι ουρανοί;
Ένα κορίτσι το ‘χει
κι όποιος κι αν το παρακαλεί,
όχι του λέει όχι.
Βρε κορίτσι, βρε κορίτσι
μια ζωή την έχουμε.
Άνοιξέ μας άνοιξέ μας
άλλο δεν αντέχουμε.
Μάγισσες ρίχτε χαρτιά
και μελετήστε τα καλά.
Ποιος έχει το χρυσό κλειδί
όπου ανοίγουν οι ουρανοί;
Ένα κορίτσι το ‘χει
κι όποιος κι αν το παρακαλεί,
όχι του λέει όχι.
για δώστε απάντηση σωστή.
Ποιος έχει το χρυσό κλειδί
όπου ανοίγουν οι ουρανοί;
Ένα κορίτσι το ‘χει
κι όποιος κι αν το παρακαλεί,
όχι του λέει όχι.
Βρε κορίτσι, βρε κορίτσι
μια ζωή την έχουμε.
Άνοιξέ μας άνοιξέ μας
άλλο δεν αντέχουμε.
Μάγισσες ρίχτε χαρτιά
και μελετήστε τα καλά.
Ποιος έχει το χρυσό κλειδί
όπου ανοίγουν οι ουρανοί;
Ένα κορίτσι το ‘χει
κι όποιος κι αν το παρακαλεί,
όχι του λέει όχι.
Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Λίνος Κόκοτος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Πουλόπουλος
Μουσική: Λίνος Κόκοτος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Πουλόπουλος
La chiave d'oro
Voi sapienti della terra
datemi, su, una risposta giusta
Chi ha la chiave d'oro
quella per cui s'aprono i cieli ?
Una ragazzina ce l'ha
e chiunque gliela domandi
no gli risponde no
Eh, ragazzina eh, ragazzina
abbiamo una vita sola
Aprici aprici
non ne possiamo più
Maghe, calate le carte
e leggete le cose fauste.
Chi ha le chiave d'oro
quella per cui s'aprono i cieli ?
Una ragazzina ce l'ha
e chiunque gliela domandi
no gli risponde no
datemi, su, una risposta giusta
Chi ha la chiave d'oro
quella per cui s'aprono i cieli ?
Una ragazzina ce l'ha
e chiunque gliela domandi
no gli risponde no
Eh, ragazzina eh, ragazzina
abbiamo una vita sola
Aprici aprici
non ne possiamo più
Maghe, calate le carte
e leggete le cose fauste.
Chi ha le chiave d'oro
quella per cui s'aprono i cieli ?
Una ragazzina ce l'ha
e chiunque gliela domandi
no gli risponde no
Το ερημονήσι
Γεια σου Απρίλη, γειά σου Μάρτη
και πικρή Σαρακοστή
βάζω πλώρη και κατάρτι
και γυρεύω ένα νησί
που δεν βρίσκεται στον χάρτη
βάζω πλώρη και κατάρτι
Γεια σας έχθρες, γεια σας μίση
και γινάτι καθενός
άμα βρεις το ερημονήσι
όλα τ΄άλλα είναι καπνός
Το κρατάνε στον αέρα
τέσσερα χρυσά πουλιά
δεν γνωρίζεις εκεί πέρα
ούτε κλέφτη ούτε φονιά
ούτε μάνα, ούτε πατέρα
δεν γνωρίζεις εκεί πέρα
Μες της ερημιάς τ΄αγέρι
όλα αλλάζουνε με μιας
πιάνεις του Θεού το χέρι
και στα κύματα ακουμπάς
σαν το άγριο περιστέρι
πιάνεις του Θεού το χέρι
Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Λίνος Κόκοτος
Πρώτη εκτέλεση: Ρένα Κουμιώτη
L'isola deserta
Addio Aprile addio Marzo
e addio triste Quaresima
armo prora ed albero
e vado in cerca di un'isola
che non si trova sulle carte
armo prora ed albero
Addio inimicizie, addio odi
addio ostilità di ognuno
quando troverai l'isola deserta
tutto il resto è solo fumo
La sostengono nell'aria
quattro uccelli d'oro
là non sai che sia
un ladro né un assassino
né mamma né papà
là non sai che sia
Nel vento della solitudine
tutto cambia in un istante
prendi Dio per la mano
e ti appoggi sulle onde
come una colomba selvatica
prendi Dio per la mano
e addio triste Quaresima
armo prora ed albero
e vado in cerca di un'isola
che non si trova sulle carte
armo prora ed albero
Addio inimicizie, addio odi
addio ostilità di ognuno
quando troverai l'isola deserta
tutto il resto è solo fumo
La sostengono nell'aria
quattro uccelli d'oro
là non sai che sia
un ladro né un assassino
né mamma né papà
là non sai che sia
Nel vento della solitudine
tutto cambia in un istante
prendi Dio per la mano
e ti appoggi sulle onde
come una colomba selvatica
prendi Dio per la mano
Το θαλασσινό τριφύλλι
Μια φορά στα χίλια χρόνια
του πελάγου τα τελώνια
μες στα σκοτεινά τα φύκια
μες τα πράσινα χαλίκια.
Το φυτεύουνε και βγαίνει
πριν ο ήλιος ανατείλει
το μαγεύουνε και βγαίνει
το θαλασσινό τριφύλλι.
Το θαλασσινό τριφύλλι ποιος
θα βρει να μου το στείλει.
Ποιος θα βρει να μου το στείλει
το θαλασσινό τριφύλλι.
Μια φορά στα χίλια χρόνια
κελαηδούν αλλιώς τ' αηδόνια.
Δε γελάνε μήτε κλαίνε,
μόνο λένε μόνο λένε.
Μια φορά στα χίλια χρόνια
γίνεται η αγάπη αιώνια.
Να 'χεις τύχη να 'χεις τύχη
κι η χρονιά να σου πετύχει.
Το θαλασσινό τριφύλλι ποιος
θα βρει να μου το στείλει.
Ποιος θα βρει να μου το στείλει
το θαλασσινό τριφύλλι.
Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Λίνος Κόκοτος
Πρώτη εκτέλεση: Ρένα Κουμιώτη
The sea trefoil
Once in thousand years
the ghosts of the sea
inside the dark seaweeds
inside the green shingle
they plant and it grows
before the sun arises
they charm and it grows
the sea trefoil.
The sea trefoil who
shall find and send me.
Who shall find and send me
the sea trefoil.
Once in thousand years
the nightingales trill elsewise
Neither they lauph, nor weep
they only talk, they only talk.
Once in thousand years
love becomes eternal.
Be in luck's way, be in luck's way
and may your year be successful.
The sea trefoil who
shall find and send me.
Who shall find and send me
the sea trefoil.
the ghosts of the sea
inside the dark seaweeds
inside the green shingle
they plant and it grows
before the sun arises
they charm and it grows
the sea trefoil.
The sea trefoil who
shall find and send me.
Who shall find and send me
the sea trefoil.
Once in thousand years
the nightingales trill elsewise
Neither they lauph, nor weep
they only talk, they only talk.
Once in thousand years
love becomes eternal.
Be in luck's way, be in luck's way
and may your year be successful.
The sea trefoil who
shall find and send me.
Who shall find and send me
the sea trefoil.
Il trifoglio marino
Una volta sola in mille anni
i demoni del mare
fra le alghe tenebrose
fra i ciottoli verdastri
Lo seminano e spunta
prima che avvampi il sole
gli fanno un incantesimo e spunta
il trifoglio marino.
Il trifoglio marino chi
lo trova e me lo manda.
Chi lo trova e me lo manda
il trifoglio marino.
Una volta sola in mille anni
gli usignoli hanno un altro cinguettìo.
Non ridono e neppure piangono
solo parlano, solo parlano.
Una volta sola in mille anni
nasce l'amore eterno.
Buona fortuna, buona fortuna
e ti tocchi la buona annata.
Il trifoglio marino chi
lo trova e me lo manda.
Chi lo trova e me lo manda
il trifoglio marino
i demoni del mare
fra le alghe tenebrose
fra i ciottoli verdastri
Lo seminano e spunta
prima che avvampi il sole
gli fanno un incantesimo e spunta
il trifoglio marino.
Il trifoglio marino chi
lo trova e me lo manda.
Chi lo trova e me lo manda
il trifoglio marino.
Una volta sola in mille anni
gli usignoli hanno un altro cinguettìo.
Non ridono e neppure piangono
solo parlano, solo parlano.
Una volta sola in mille anni
nasce l'amore eterno.
Buona fortuna, buona fortuna
e ti tocchi la buona annata.
Il trifoglio marino chi
lo trova e me lo manda.
Chi lo trova e me lo manda
il trifoglio marino
Το τριζόνι
Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στου γιασεμιού την ευωδιά
Στων φύλλων το μουρμουρητό
στων άστρων τον χρυσό γιαλό
Οι άνθρωποι μ' αρνήθηκαν
κανείς δε μου σιμώνει
κανείς δε μου σιμώνει
Μόνο μου κάνει συντροφιά
της νύχτας το τριζόνι:
της νύχτας το τριζόνι:
-Έννοια σου λέει έννοια σου
κι εγώ είμαι δω κοντά σου
Για συντροφιά στην έγνοια σου
και για παρηγοριά σου
Για συντροφιά στην έγνοια σου
και για παρηγοριά σου
Τρι και τρι τρι και τρι
τι πικρή που 'ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι
Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στων Αρχαγγέλων τη σκιά
Στην ερημιά του φεγγαριού
στο κυματάκι του γιαλού
στο κυματάκι του γιαλού
Τι να 'φταιξα της μοίρας μου
κι έτσι με φαρμακώνει
κι έτσι με φαρμακώνει
Μονάχα μου αποκρίνεται
της νύχτας το τριζόνι:
της νύχτας το τριζόνι:
-Είμαι μικρό πολύ μικρό
μα 'ναι ο Θεός μεγάλος
Αυτό ποτέ δε θα σ' το πω
μήτε κανένας άλλος
Αυτό ποτέ δε θα σ' το πω
μήτε κανένας άλλος
Τρι και τρι τρι και τρι
τι πικρή που 'ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι.
Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Ντόρα Γιαννακοπούλου
Άλλες ερμηνείες:
Σούλα Μπιρμπίλη
Τάνια Τσανακλίδου
Il grillo
Ho dormito ho dormito
nel profumo del gelsomino
nella solitudine della luna
nelle piccole onde della riva
Gli uomini mi hanno rifiutato
nessuno mi vuole vicino
Solo mi fa compagnia
il grillo della notte
No non prendertela mi dice
Ché sto qui vicino a te
Per esserti compagno nel cruccio
E per darti consolazione
Cri cri cri cri cri cri
Com'è dolce la vita
Com'è dolce, com'è amara
Cri cri cri cri cri cri
nel profumo del gelsomino
nella solitudine della luna
nelle piccole onde della riva
Gli uomini mi hanno rifiutato
nessuno mi vuole vicino
Solo mi fa compagnia
il grillo della notte
No non prendertela mi dice
Ché sto qui vicino a te
Per esserti compagno nel cruccio
E per darti consolazione
Cri cri cri cri cri cri
Com'è dolce la vita
Com'è dolce, com'è amara
Cri cri cri cri cri cri
Τα 'δατε τα μάθατε
Ήταν μια Θεία θέληση
κι ενός Αγίου τάμα,
εμείς οι δυο να σμίξουμε
και να γενεί το θάμα.
Οι βάρκες ν' ανεβαίνουνε
ως τα ψηλά μπαλκόνια
κι οι ορτανσίες να πετούν
καθώς τα χελιδόνια.
Ν' ανάβουν οι ʼγιοι κερί
στη χάρη των δυονώ μας
και τα ψαράκια να φυλούν
την άκρη των ποδιών μας.
Όλος ο κόσμος ν' απορεί
μωρέ τι να 'ν' και τούτο
με το μπουζούκι να λαλεί
και το μικρό λαγούτο.
Τα 'δατε τα μάθατε
μια αγάπη που εγεννήθη,
άνθρωπος δεν την κατελεί
κι ο Άδης ενικήθη.
Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Σούλα Μπιρμπίλη
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Σούλα Μπιρμπίλη
Avete visto, ora lo sapete
Era una volontà di Dio
e il voto di un Santo,
che noi due ci unissimo
e si compisse il miracolo.
Le barche che salgono
fino agli alti balconi
e le ortensie che volano
come fossero rondini.
Accendano i santi un cero
per la grazia di noi due
e i pesciolini ci diano baci
sulla punta dei piedi.
Che tutto il mondo si chieda
ma di', ma cos'è questo
e che parli col buzuki
e con il piccolo liuto
Avete visto, ora lo sapete
che è nato un amore
nessuno lo rovina
e Ade è stato sconfitto.
Η Μάγια
Η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
μέσ' απ' τους ουρανούς περνά.
Κάποτε λίγο σταματά
στο φτωχικό μου και κοιτά.
-Γεια σας τι κάνετε; Καλά;
-Καλά. Πώς είναι τα παιδιά;
-Τι να σας πω εκεί ψηλά τα
τρώει τ' αγιάζι κι η ερημιά.
-Γι αυτό πικραίνεσαι κυρά,
δε μου τα φέρνεις εδωνά;
-Ευχαριστώ μα 'ναι πολλά
θα σου τη φάνε τη σοδειά.
-Δώσε μου καν την πιο μικρή
τη Μάγια την αστραφτερή.
-Πάρ' την κι έχε λοιπόν στο νου
πως θά 'σαι ο άντρας τ' ουρανού.
Λάμπουνε γύρω τα βουνά,
τα χέρια μου βγάνουν φωτιά.
Κι η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
φεύγει και μ' αποχαιρετά.
μέσ' απ' τους ουρανούς περνά.
Κάποτε λίγο σταματά
στο φτωχικό μου και κοιτά.
-Γεια σας τι κάνετε; Καλά;
-Καλά. Πώς είναι τα παιδιά;
-Τι να σας πω εκεί ψηλά τα
τρώει τ' αγιάζι κι η ερημιά.
-Γι αυτό πικραίνεσαι κυρά,
δε μου τα φέρνεις εδωνά;
-Ευχαριστώ μα 'ναι πολλά
θα σου τη φάνε τη σοδειά.
-Δώσε μου καν την πιο μικρή
τη Μάγια την αστραφτερή.
-Πάρ' την κι έχε λοιπόν στο νου
πως θά 'σαι ο άντρας τ' ουρανού.
Λάμπουνε γύρω τα βουνά,
τα χέρια μου βγάνουν φωτιά.
Κι η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
φεύγει και μ' αποχαιρετά.
Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Σούλα Μπιρμπίλη
Maia
La Chioccia che ha sette figlie
passa attraverso i cieli.
A volte si ferma un po'
sulla mia povera casa e guarda.
- Salve come sta ? Bene ?
- Bene. Come stanno le figliole ?
- Che le posso dire, lassù
le consuma il gelo e la solitudine.
- Per questo è tanto triste, signora,
non me le vuole portare qua ?
- Grazie, ma sono troppe
ti mangeranno tutto il raccolto.
- Dammi almeno la più piccola,
Maia, la raggiante.
- Prendila, ma tieni allora in mente
che sarai il marito celeste.
S' illuminano i monti intorno,
le mie mani sprigionano fiamme.
E la Chioccia che ha sette figlie
se ne va e mi dà l'addio.
passa attraverso i cieli.
A volte si ferma un po'
sulla mia povera casa e guarda.
- Salve come sta ? Bene ?
- Bene. Come stanno le figliole ?
- Che le posso dire, lassù
le consuma il gelo e la solitudine.
- Per questo è tanto triste, signora,
non me le vuole portare qua ?
- Grazie, ma sono troppe
ti mangeranno tutto il raccolto.
- Dammi almeno la più piccola,
Maia, la raggiante.
- Prendila, ma tieni allora in mente
che sarai il marito celeste.
S' illuminano i monti intorno,
le mie mani sprigionano fiamme.
E la Chioccia che ha sette figlie
se ne va e mi dà l'addio.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)















