Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βίοι ήρώων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βίοι ήρώων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Απριλίου 2012

«Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός και θ’ αποθάνω!».




Ο Αθανάσιος Διάκος ήταν ηρωικός αγωνιστής και μάρτυρας κι ένας από τους πρωτεργάτες της Επανάστασης του 1821.
Γεννήθηκε γύρω στο 1788 (σύμφωνα με άλλη εκδοχή το 1782). Ο τόπος γέννησης του Αθανάσιου Διάκου, αποτελεί σημείο τριβής και διεκδικείται από δύο χωριά, την Άνω Μουσουνίτσα και την Αρτοτίνα. Και τα δυο, χωριά της Φωκίδος.
Το βέβαιο είναι ότι ο Διάκος έλκει την καταγωγή του και στα δυο χωριά. Ο πατέρας του ήταν από την Μουσουνίτσα και η μητέρα του από την Αρτοτίνα.
Σημείο τριβής, αποτελεί και το πραγματικό επώνυμο του Διάκου. Αναφέρονται τα Μασαβέτας (γράφεται και Μασσαβέτας) και Γραμματικός. Από εκεί και πέρα υπάρχει μια αμφισβήτηση μεταξύ αρκετών ιστορικών, με στοιχεία που συχνά αντικρούονται μεταξύ τους, τόσο για το γενεαλογικό δέντρο του Διάκου, κυρίως απ’ την πλευρά του πατέρα του, όσο και για τον τόπο γέννησης και διαμονής του (παρατίθενται κάποιες γνώμες στο τέλος του κειμένου).
Το πιο πιθανό είναι, βάσει των στοιχείων, ότι ο Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε στην... Αρτοτίνα και το κανονικό όνομα του πατέρα του ήταν Γεώργιος Γραμματικός.



Ο Διάκος ήταν εγγονός ενός ντόπιου Κλέφτη, του Νικόλαου Γραμματικού, ο οποίος σκοτώθηκε σε μάχη με τους Τούρκους. Ο πατέρας του Διάκου τότε, φοβούμενος για τη ζωή του, κατέφυγε σαν ψυχοπαίδι στον θείο του Αθανάσιο Γραμματικό, έναν εύπορο κάτοικο της Αρτοτίνας, ο οποίος ατύπως τον υιοθέτησε. Έτσι ο Γεώργιος Γραμματικός, εμφανίζεται και με το επώνυμο Ψυχογιός (περισσότερο παρατσούκλι, λόγω της άτυπης υιοθεσίας). Ο Γεώργιος Γραμματικός, όταν μεγάλωσε παντρεύτηκε την Χρυσούλα Καφούρου κι έκαναν 5 παιδιά μεταξύ των οποίων και τον Αθανάσιο Διάκο.
Αργότερα, όταν ο Αθανάσιος Γραμματικός πέθανε, ο πατέρας του Διάκου κληρονόμησε ένα κοπάδι πρόβατα και μια στάνη για να ζήσει την πολυμελή οικογένειά του.
Η μοίρα όμως ήταν σκληρή με την οικογένεια. Οι Τούρκοι συνέλαβαν τον πατέρα του Διάκου να εφοδιάζει τους ξεσηκωμένους Κλέφτες με τρόφιμα. Έτσι οδήγησαν τόσο αυτόν όσο κι έναν εκ των αδερφών του Διάκου, τον Απόστολο, στο Παντρατζίκι Φθιώτιδος, την σημερινή Υπάτη, όπου τους κρέμασαν.

Κατατρομαγμένη η μάνα του Διάκου , πήγε το 12χρονο παιδί της και το εμπιστεύτηκε στους καλόγερους του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου κοντά στην Αρτοτίνα. Πέραν όμως του φόβου της μάνας, υπήρχε και μια ακόμη σκοπιμότητα. Μετά την οικονομική καταστροφή, η χειροτονία του νεαρού Θανάση επιβάλλονταν πλέον και για λόγους βιοποριστικούς, καθώς στα μοναστήρια, λόγω των ειδικών σχέσεων που είχαν αυτά με τους Τούρκους, ζούσαν πιο άνετα σε σχέση με τους υπόλοιπους υπόδουλους Έλληνες.

Εκεί ο Διάκος διδάσκεται από κάποιον μοναχό την Οκτώηχο και το Ψαλτήριο. Έγινε μοναχός σε ηλικία δεκαεπτά ετών και, λόγω της αφοσίωσής του στη χριστιανική πίστη και της ιδιοσυγκρασίας του χειροτονήθηκε διάκονος, με το ιερατικό όνομα «Άνθιμος» και κράτησε από τότε για επίθετό του τον ιερατικό του βαθμό (Διάκος).
Ο Διάκος περιγράφεται ως άτομο μετρίου αναστήματος, με ωραία μάτια και μακριά μαύρα μαλλιά, προσεγμένη ενδυμασία και σοβαρό βλέμμα, ιδιαίτερα ευκίνητος και γοργός στα πόδια, ενώ ήταν και άριστος στη σκοποβολή.
Ήταν διάκονος ακόμα, όταν κατά τη διάρκεια ενός γάμου στην Αρτοτίνα πυροβόλησε στον αέρα μαζί με άλλους χωρικούς που διασκέδαζαν. Από τους πυροβολισμούς εκείνους σκοτώθηκε ο γιος της Κουτσογιάννενας, από ισχυρή οικογένεια της Κωσταρίτσας, χωριού της Δωρίδας. Για το φόνο εκείνο θεωρήθηκε ένοχος ο Διάκος και καταδιώχτηκε.
Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Διάκος σ’ αυτόν τον γάμο αναγκάστηκε αμυνόμενος να σκοτώσει έναν Τούρκο, όταν αυτός ένιωσε προσβεβλημένος που ηττήθηκε απ’ τον Διάκο σε επιτόπιο διαγωνισμό σκοποβολής.
(Η λαϊκή παράδοση αναφέρει πως όταν ο Αθανάσιος Διάκος ήταν μοναχός, ένας Τούρκος πασάς πήγε στο μοναστήρι με τα στρατεύματά του και εντυπωσιασμένος απ' την εμφάνιση του νεαρού μοναχού, του έκανε άσεμνες προτάσεις. Ο Διάκος προσβλήθηκε απ' τα λεγόμενα του Τούρκου (και την μετέπειτα πρόταση) και μετά από καβγά τον σκότωσε.)
Έτσι αναγκάστηκε να φύγει στα κοντινά βουνά και να γίνει Κλέφτης, καταφεύγοντας στο «λημέρι» του ξακουστού στη Δωρίδα Κλέφτη Τσαμ Καλόγερου, ανάμεσα στα Βαρδούσια και την Γκιώνα. Στην μάχη της Ζελίστας, ο Διάκος σκότωσε με ένα κλαδί έναν Τούρκο και του πήρε τον οπλισμό του, κατακτώντας έτσι και τον τίτλο του Κλέφτη.
Παρ’ όλη την παλληκαριά του όμως, φαίνεται ότι η χριστιανική του πίστη τον ήλεγχε ακόμη κι έτσι, νομίζοντας πως ο φόνος ξεχάστηκε, επιστρέφει στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη, όπου και διαμένει για έναν χρόνο (συνολικά καλογέρεψε για 12 χρόνια). Μετά από προδοσία όμως, ανήμερα Δεκαπενταύγουστο, την ώρα του πανηγυριού τον συνέλαβαν. Σιδηροδέσμιος οδηγήθηκε στο Λιδωρίκι, όπου ο Φερχάτ πασάς διέταξε να κρεμαστεί την επόμενη μέρα. Το βράδυ, ο Διάκος κατάφερε να δραπετεύσει με την βοήθεια του Κλέφτη Καφέτσου.

Επειδή ο Τσαμ Καλόγερος είχε σκοτωθεί, το απόσπασμά του χωρίστηκε σε τρία μικρότερα αποσπάσματα. Ο Διάκος είχε διασυνδεθεί με τον Γούλα Σκαλτσά, έναν συχωριανό του από την Αρτοτίνα και έγινε πρωτοπαλίκαρό του. Όταν ο Σκαλτσάς πήρε το αρματολίκι του Λιδωρικίου, ο Διάκος είχε στον έλεγχό του όλη την περιοχή από τον Μόρνο ως τα ορεινά της Ηπείρου, δείχνοντας σύντομα τα διοικητικά του προσόντα. Οι σχέσεις των δυο αντρών κράτησαν για λίγο. Ο Διάκος στην συνέχεια πήγε στα Σάλωνα (Άμφισσα), στον Κοσμά Σουλιώτη. Εκεί βρήκε ένα φιρμάνι του Αλή πασά που έλεγε να τον «χαλάσουν». Ο Σουλιώτης που του αποκάλυψε περιεχόμενο του φιρμανιού, τον συμβούλεψε να ζητήσει βοήθεια από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, που εκείνον τον καιρό είχε καλές σχέσεις με τον Αλή πασά.
Οι δυο άντρες πράγματι συναντήθηκαν το 1814 κι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος έπεισε τον Αλή πασά να μην εκτελέσει το φιρμάνι, τουναντίον να εντάξει τον Διάκο στο σώμα των «Τσοχανταρέων» (σωματοφυλάκων), στο οποίο προΐστατο ο ίδιος ο Ανδρούτσος.
Στα τέλη του 1818, ο Διάκος γίνεται πρωτοπαλίκαρο του Ανδρούτσου και μέλος της Φιλικής Εταιρίας, ενώ άρχισαν την προετοιμασία της Επανάστασης στη Λιβαδειά. Την απόφαση αυτή την πήρε μαζί με τους επισκόπους Ταλαντίου Νεόφυτο και Άμφισσας Ησαΐα, σε σύσκεψη που έκαναν στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά.
Στα χρόνια που ακολουθούν και που καταλήγουν στην Επανάσταση του 1821, ο Διάκος είχε φτιάξει τη δική του ομάδα Κλεφτών.
Το 1820, όταν ο Αλή πασάς στασιάζει εναντίον της Οθωμανικής Πύλης, καλεί σε βοήθεια τον Ανδρούτσο κι αυτός ανταποκρίνεται, πηγαίνοντας στα Ιωάννινα. Τότε οι σχέσεις Διάκου και Ανδρούτσου ψυχραίνονται και οι τοπικοί άρχοντες της Λειβαδιάς, με την σύμφωνη γνώμη του εκεί πασά, τον εκλέγουν Αρματολό της Λειβαδιάς. Ο Διάκος παίρνει στο αρματολίκι του και τον 16χρονο ανηψιό του (από την αδερφή του Σοφία) Κωνσταντίνο Κούστα. Το παιδί αυτό θα βρεθεί δίπλα του σε όλη την υπόλοιπη ζωή του εώς και τον τραγικό του θάνατο.

Σύντομα μετά από το ξέσπασμα των εχθροτήτων, ο Διάκος κι ένας ντόπιος καπετάνιος και φίλος, ο Βασίλης Μπούσγος, οδήγησαν ένα απόσπασμα μαχητών στη Λειβαδιά με σκοπό την κατάληψη της.
Τη νύχτα της 28ης προς την 29η Μαρτίου οι επαναστάτες είχαν συγκεντρωθεί στον λόφο του Προφήτη Ηλία της Λιβαδειάς και όταν ο Τούρκος διοικητής Χασάν αγάς απέρριψε την πρόταση του Διάκου για παράδοση, άρχισε η επίθεση.
Στις 31 Μαρτίου, μετά από τρεις ημέρες άγριας μάχης από σπίτι σε σπίτι, και το κάψιμο του σπιτιού του Μιρ Αγά (συμπεριλαμβανομένου του χαρεμιού), οι Τούρκοι που είχαν κλειστεί στον πύργο Ώρα, παραδόθηκαν και την 1η Απριλίου, σε πανηγυρική δοξολογία στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής Λιβαδειάς, οι επίσκοποι Σαλώνων, Ταλαντίου και Αθηνών ευλόγησαν την επαναστατική σημαία του Διάκου.
Στην συνέχεια επιχειρεί να καταλάβει την Λαμία, που ήταν το διοικητικό κέντρο της περιοχής, καθώς και την Υπάτη. Δεν είχε όμως την απαιτούμενη βοήθεια και στήριξη από τον τοπικό οπλαρχηχό Μήτσο Κοντογιάννη, ο οποίος θεωρούσε ότι δεν είχε φτάσει ακόμη η ώρα για ξεσηκωμό και απέτυχε.
Ο Χουρσίτ πασάς, που πολιορκούσε στα Ιωάννινα τον Αλή πασά, έστειλε τον Κιοσέ Μεχμέτ και τον Ομέρ Βρυώνη με 8.000 πεζικό και 900 ιππείς (ενώ την άλλη μέρα προστέθηκαν κι άλλα 3.000 άτομα) να καταπνίξουν την επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα και έπειτα να προχωρήσουν στην Πελοπόννησο, για να ματαιώσουν τα σχέδια του Κολοκοτρώνη για την Τριπολιτσά. Ο κίνδυνος για την επανάσταση ήταν μεγάλος.
Ο Διάκος και το απόσπασμά του, που ενισχύθηκαν από τους μαχητές οπλαρχηγούς Πανουργιά και Δυοβουνιώτη, αποφάσισαν να αποκόψουν την τούρκικη προέλαση στη Ρούμελη με την λήψη αμυντικών θέσεων κοντά στις Θερμοπύλες.
Αφού συσκέπτηκαν στο χωριό Κομποτάδες, στις 20 Απριλίου 1821, η ελληνική δύναμη των 1.500 ανδρών χωρίστηκε σε τρία τμήματα: ο Δυοβουνιώτης θα υπερασπιζόταν την γέφυρα του Γοργοποτάμου με 600 άνδρες, ο Πανουργιάς τα ύψη της Χαλκωμάτας με 500 άνδρες, και ο Διάκος την γέφυρα της Αλαμάνας με 500 άνδρες.
Στρατοπεδεύοντας στο Λιανοκλάδι, κοντά στη Λαμία, οι Τούρκοι διαίρεσαν γρήγορα τη δύναμή τους, επιτιθέμενοι το πρωί της 23ης Απριλίου. Η κύρια τούρκικη δύναμη επιτέθηκε στον Διάκο. Η άλλη επιτέθηκε στο Δυοβουνιώτη, του οποίου το απόσπασμα γρήγορα οδηγήθηκε σε οπισθοχώρηση, και η υπόλοιπη στον Πανουργιά, οι άντρες του οποίου υποχώρησαν όταν πληγώθηκε.
Έχοντας η πλειοψηφία των Ελλήνων υποχωρήσει, οι Τούρκοι συγκέντρωσαν την επιθετική τους ισχύ ενάντια στη θέση του Διάκου στη γέφυρα της Αλαμάνας. Βλέποντας ότι ήταν θέμα χρόνου προτού κατακλυστούν απ’ τον εχθρό, ο Μπούσγος, που πολεμούσε παράλληλα με τον Διάκο, του πρότεινε να υποχωρήσουν. Ο ψυχογιός του, βλέποντας τους άλλους να φεύγουν έφερε ένα άλογο στον Διάκο και τον παρότρεινε να φύγει κι αυτός.
Όμως ο Διάκος δεν δείλιασε και δεν έφυγε. «Δεν φεύγω» του απάντησε.
Θυμήθηκε ότι και ο Λεωνίδας άλλοτε, κάπου εκεί κοντά, δε φοβήθηκε τις μυριάδες των Περσών. «Αγίασε» με το αίμα του άλλη μια φορά τον ιερό εκείνο τόπο, όπου οι προσκυνητές θαυμάζουν την παλιά και τη νέα ανδραγαθία των Ελλήνων. Πολέμησε λοιπόν με πρωτοφανή ανδρεία και ανέστησε τις παλιές ένδοξες ημέρες των 300 του Λεωνίδα.
Κι αυτός πλέον δεν είχε ούτε 300, αλλά μόνο 20-30 συμπολεμιστές του σε μια απελπισμένη μάχη σώμα με σώμα, λίγες ώρες πριν συντριβούν…
Η άνιση μάχη αρχίζει κι απ’ τους πρώτους νεκρούς που πέφτουν μπροστά του, είναι ο αδερφός του Κωνσταντίνος Μασαβέτας, τον οποίο ο Διάκος χρησιμοποιεί πλέον σαν ασπίδα στις επιθέσεις που δέχεται. Με μόνο 10 αγωνιστές που του έχουν απομείνει, μεταβαίνει στη θέση Μανδροστάματα της μονής Δαμάστας, όπου οχυρώνεται και πολεμά εκεί για μια ώρα περίπου.

Όλοι οι σύντροφοί του σκοτώνονται, εκτός απ’ τον ψυχογιό του. Ο ίδιος τραυματίζεται κι αφού πετάει το τουφέκι του που έχει σπάσει από την υπερβολική χρήση, όπως και το σπαθί του που το βρήκε βόλι κοντά στην λαβή, συνεχίζει να πολεμά και να αντιστέκεται, βαστώντας στο αριστερό χέρι την πιστόλα του. Οι Τούρκοι τον αναγνωρίζουν κι αφού τον περικυκλώνουν, τον συλλαμβάνουν ζωντανό, μες τα αίματα και τον οδηγούν στον Ομέρ Βρυώνη. Ο Ομέρ Βρυώνης σεβάσθηκε αρχικά τον ήρωα και δεν άφησε να τον σκοτώσουν επί τόπου.
Ο τελικός απολογισμός της μάχης της ημέρας εκείνης, ήταν περίπου 300 Έλληνες κι ελάχιστοι Τούρκοι νεκροί, ενώ αρκετοί ήταν οι τραυματίες.

Οι πασάδες, έχοντας αιχμάλωτους πλέον τον Διάκο και τον ψυχογιό του όδευσαν προς τη Λαμία (Ζητούνι). Χάριν της κενοδοξίας τους, έβαλαν τον Διάκο να περπατά μπροστά πεζός. Φοβούμενοι όμως σύντομα, μην τυχόν επιχειρήσει να διαφύγει τον έβαλαν να καθίσει σε ένα μουλάρι που είχε ελαφρά δεμένα το πόδια του για να μην μπορεί να τρέξει.
Την νύχτα της 23ης Απριλίου 1821, αφού έφτασαν στη Λαμία, τον ανέκριναν, παρόντος και του Χαλήλ μπέη, σημαίνοντα Τούρκου της Λαμίας, κοντά στην πλατεία Λαού, πλησίον του σημείου όπου θανατώθηκε τελικά ο Διάκος, ζητώντας να μάθουν στοιχεία για την Επανάσταση. Ο Διάκος άφοβα τους απάντησε ότι όλο το έθνος των Ελλήνων αποφάσισε να χαθεί ή να ελευθερωθεί.

Ο Ομέρ Βρυώνης, ο οποίος φέρεται να ήταν ελληνικής καταγωγής και δεν ήθελε τον θάνατο του Διάκου, καθώς τον γνώριζε από την αυλή του Αλή πασά και εκτιμούσε τις ικανότητές του, στην διάρκεια της συνοπτικής αυτής δίκης, του πρόσφερε τιμές, με αντάλλαγμα να παραιτηθεί του αγώνα και να προσχωρήσει στο τουρκικό στρατόπεδο, ασπαζόμενος τον ισλαμισμό. Ο Διάκος αρνήθηκε περήφανα.
Ο Μεχμέτ πασάς (συστράτηγος, αλλά ανώτερος του Ομέρ Βριώνη), θαυμάζοντας το θάρρος του Διάκου του είπε ότι είναι πρόθυμος να του παρέχει ιατρική περίθαλψη, αν ήθελε να τεθεί στην υπηρεσία του. Ο Διάκος απέρριψε την πρότασή του, λέγοντας «Δεν σε υπηρετώ. Αλλά και να σε υπηρετήσω, δε θα σε ωφελήσω». Ο Μεχμέτ πασάς τότε τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει. Αυτό δεν φαίνεται να πτόησε τον Διάκο που του απάντησε «Η Ελλάς έχει πολλούς Διάκους».

Την επόμενη μέρα, την 24η Απριλίου, ημέρα Κυριακή και κατόπιν επίμονης απαιτήσεως του Χαλήλ μπέη, εκδόθηκε απόφαση για θανατική ποινή με ανασκολοπισμό (σούβλισμα), καθώς όπως υποστήριζε, ο Διάκος είχε σκοτώσει πολλούς Τούρκους και θα έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά.
Ο Χαλήλ μπέης μάλιστα, απαίτησε στο σημείο του μαρτυρίου να είναι παρών κι ο ανηψιός του Διάκου, ο 16χρονος Κωνσταντίνος Κούστας, έτσι ώστε, βλέποντάς τον ο Διάκος, να μην βασανίζεται μόνο σωματικά, αλλά και ψυχικά.
Αυτός που κοινοποίησε την σκληρή απόφαση στον Διάκο, του έδωσε να κρατά στα χέρια του και το εργαλείο του θανάτου του, λέγοντάς του να τον ακολουθήσει κρατώντας το. Αυτός αγανακτώντας το πέταξε κάτω και φώναξε σε μερικούς Αλβανούς που ήταν γύρω του, «Δεν βρίσκεται κάποιος να με σκοτώσει; Γιατί αφήνετε τους Ανατολίτες να με παιδεύουν; Εγώ κακούργος δεν είμαι» (σύμφωνα με άλλη εκδοχή, αυτό φέρεται να το είπε όταν τον σούβλιζαν).

Κάποιοι απ’ τον συγκεντρωμένο κόσμο του είπαν τότε να τουρκέψει για να σώσει το τομάρι του. Ο Διάκος γυρίζοντας προς αυτούς, τους απαντά, «Εγώ Γραικός εγεννήθηκα και Γραικός θ’ αποθάνω» (σύμφωνα με άλλη εκδοχή, αυτή η φράση ειπώθηκε ενώπιον του Ομέρ Βρυώνη, όταν του έκανε ανάλογη πρόταση, ενώ ποικίλουν και οι όροι, Ρωμιός ή Χριστιανός).

Οδεύοντας προς τον τόπο του μαρτυρίου, η παράδοση φέρει τον Διάκο να μονολογεί με πίκρα ατενίζοντας την ανοιξιάτικη φύση «Για ιδέ καιρόν που διάλεξεν ο χάρος να με πάρει. Τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάν’ η γη χορτάρι».
Ο Διάκος τελικά οδηγήθηκε απέναντι από την καλύβα του γερο-Μπακογιάννη στην πλατεία Λαού, εκεί που βρίσκεται σήμερα το κενοτάφιο.
Πως όμως γινόταν ο ανασκολοπισμός από τους Τούρκους;
Μια λεπτομερής περιγραφή βρίσκεται στο Γαλλικό Grand Dictionnaire:
«To βασανιστήριο του διοβελισμού ένα από τα φοβερότερα εφευρήματα της ανθρώπινης θηριωδίας, είναι το σούβλισμα του κατάδικου σε ξύλινο πάσσαλο.
Ξαπλώνουν το θύμα καταγής μπρούμυτα με τα πόδια πολύ ανοικτά και τα χέρια δεμένα στην ράχη. Για να ακινητοποιηθεί εντελώς και να μη διαταράσσεται η εργασία του δημίου στερεώνεται στη ράχη του μελλοθάνατου ένα σαμάρι επάνω στο οποίο κάθεται ένας από τους βοηθούς του. Ο δήμιος, αφού προετοιμάσει την είσοδο με λίπος, πιάνει το παλούκι με τα δύο του χέρια και το μπήγει όσο βαθύτερα μπορεί και ύστερα το χτυπάει με κόπανο ώστε να εισχωρήσει πενήντα ή εξήντα εκατοστά. Ανασηκώνει τότε τον σουβλισμένο και το στερεώνει στο χώμα αφήνοντας το θύμα να ξεψυχήσει καρφωμένο. Καθώς ο δύστυχος δεν μπορεί να κρατηθεί από πουθενά το παλούκι βυθίζεται, εξαιτίας του βάρους του σώματος, όλο και πιο πολύ και τελικά βγαίνει ή από τη μασχάλη ή από το στήθος ή από το στομάχι. Κι ο θάνατος που θα τερματίσει το αποτρόπαιο μαρτύριο αργεί.


Αναφέρονται περιπτώσεις παλουκωμένων που έζησαν τρεις ημέρες σ αυτή την θέση. Η διάρκεια του βασανισμού εξαρτάται από την σωματική διάπλαση του ατόμου και την κατεύθυνση που δίνεται στον πάσαλο. Αυτό εξηγείται εύκολα. Από έναν εκλεπτυσμό της φρικαλέας θηριωδίας τους φροντίζουν μα μην είναι αιχμηρό το παλούκι αλλά αμβλύ και κάπως στρογγυλεμένο στην άκρη. Γιατί η αιχμή θα περνούσε τα όργανα κατά την διολίσθηση του παλουκιού και θα προκαλούσε τον άμεσο θάνατο. Η στρογγυλεμένη όμως απόληξη του πασσάλου παραμερίζει τα σπλάχνα, τα μετακινεί χωρίς να εισχωρεί στους ευαίσθητους ιστούς… παρά τους εφιαλτικούς πόνους που προκαλεί η συμπίεση των νεύρων η ζωή παραμένει για ορισμένο χρόνο. Γιατί είναι προφανές ότι αν το παλούκι, αντί να ακολουθήσει τον άξονα του σώματος, εισχωρήσει λοξά δεν θα βγει από το στέρνο ή την μασχάλη αλλά θα τρυπήσει το υπογάστριο. Κι έτσι αφού παραμείνει άθικτη η θωρακική χώρα και δεν πλήττονται βασικά όργανα η ζωή θα παραταθεί περισσότερο».

Παρ’ ότι ο ανασκολοπισμός του Διάκου είναι αδιαμφισβήτητος, εν τούτοις οι πληροφορίες που αφορούν τον τόπο και τις ώρες του μαρτυρίου του, είναι συγκεχυμένες.
Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι ο Διάκος σουβλίστηκε στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το κενοτάφιο. Υπάρχει όμως και η άποψη ότι μεταφέρθηκε στην Αλαμάνα κι αφού σουβλίστηκε, τον έστησαν όρθιο και τον αποτελείωσαν οι Τούρκοι με πυροβολισμούς.
Κατά μία άλλη εκδοχή, «Ζων ο κατάδικος ετίθετο επί ανεστραμμένου σάγματος ύπτιος, δεμένος χείρας και πόδας, δύο ρωμαλέοι δήμιοι εκάθoντο επ’ αυτού, τρίτος εστήριζεν εις τον πρωκτόν ξύλινον οβελόν όμοιον με τας σούβλας ας μεταχειριζόμεθα δια το ψήσιμον των αρνιών του Πάσχα, και τέταρτος δια σιδηράς ή ξυλίνης σφύρας εκτύπα του οβελού το οπίσθιον, εωσούν η ακωκή εξήρχετο εκ της κεφαλής ή θατέρας των ωμοπλατών καθ’ ην τυχαίως ελάμβανεν διεύθυνσιν. Εάν ο οβελός εξήρχετο εκ της αριστεράς ωμοπλάτης ο ούτω βασανιζόμενος απέθνησκε μετ ολίγον, εάν δε εκ της δεξιάς έζη και τρεις και τέσσερας ημέρας. Τρεις όλας ημέρας εβασανίσθη ούτως ο αείμνηστος Διάκος και ήθελεν βασανισθή έτι πλέον εάν οίκτου δεν τω έθραυε δια σφαίρας το κρανίον εις άτακτος».

Σύμφωνα πάντως με τον παππού του γιατρού Κουνούπη, ο οποίος δήλωνε αυτόπτης μάρτυρας του μαρτυρικού θανάτου του Διάκου, μετά το σούβλισμα, ο όχλος άναψε φωτιά επί της οποίας τοποθέτησαν τον κατακρεουργημένο, αλλά ζωντανό ακόμα ήρωα για να τον ψήσουν. Τότε κάποιος ονόματι Θανάσης Μάνθος, έδεσε στην άκρη ενός ξύλου ένα βρεγμένο πανί και το έφερε με τρόπο στο στόμα του Διάκου. Μόλις υγράνθηκαν τα χείλη του, ο Διάκος ξεψύχησε.
Το ψήσιμο του Διάκου, το οποίο θεωρείται από μερικούς αμφισβητήσιμο, αναφέρεται και στην επίσημη έκθεση της Κρατικής Επιτροπής Αποκαταστάσεως Αγωνιστών, η οποία του απονέμει τιμητικά μετά θάνατον τον βαθμό του Στρατηγού.
Οι Τούρκοι, μετά από 6 ημέρες (κατ’ άλλους 3-5), όταν η δυσωδία από το σώμα του Διάκου, αλλά κι από τα κεφάλια των άλλων αγωνιστών που ήταν περιστοιχισμένα γύρω του, άρχισε να γίνεται αφόρητη, διέταξαν τους Λαμιώτες Κεφάλα και Φαροδήμο να ξεσουβλίζουν τον Διάκο και μαζί με τα υπόλοιπα μαρτυρικά κορμιά να τα πετάξουν.
Όπως μαρτυρά ο ανηψιός του Διάκου, Κωνσταντίνος Κούστας, το σκήνωμα του ήρωα πετάχτηκε σε έναν μεγάλο σκουπιδόλακκο, βορειοδυτικά της Λαμίας, ανάμεσα στον λόφο του Αγίου Λουκά και το σημερινό στρατόπεδο της Μεραρχίας Υποστηρίξεως. Κατόπιν ρητής εντολής του πασά, το άψυχο σώμα σκεπάστηκε με κοπριές, αφ΄ ενός για να λιώσει πιο γρήγορα κι αφ’ ετέρου για να επιτείνει τον εξευτελισμό τόσο της σορού του Διάκου, όσου και της κεφαλής του Δεσπότη Σαλώνων που είχε πεταχτεί στον ίδιο λάκκο.
Το τι απέγινε η σορός του Διάκου και που ετάφη αν ετάφη, παραμένει εώς σήμερα ένα ερωτηματικό.
Η παράδοση λέει, πως κάποιος πήγε κρυφά μετά από μερικές μέρες και ξέθαψε το σώμα. Το μετέφερε και το έθαψε κοντά σε ένα μικρό ερημοκκλήσι της Λαμίας, εκεί όπου αργότερα χτίστηκε το σπίτι του Παπαδογιώργου. Το σημείο αυτό τοποθετείται κοντά στην πλατεία Διάκου στην νότια πλευρά, προς τα σκαλιά που οδηγούν στην οδό Καρπενησίου.
Το Δημοτικό Συμβούλιο της Λαμίας, με ψήφισμά του στις 10 Αυγούστου 1843 αποφάσισε και ενέκρινε δαπάνη 150 δραχμών για «…την ανακομιδή των λειψάνων του αοίδομου πρωτομάρτυρος και πρωταγωνιστού Αθανασίου Διάκου και την μεταφοράν και εναπόθεσιν αυτών περί ώραν…».
Όπως αναφέρει αργότερα ο Θ. Λάσκαρης, «…το μέρος ηρευνήθη, αλλ’ ουδέν ίχνος ευρέθη».
Στην Εθνική Βιβλιοθήκη, υπάρχει έγγραφο με θέμα μια αίτηση (η οποία έγινε δεκτή) προς την Κρατική Επιτροπή Αποκαταστάσεως Αγωνιστών, την οποία είχε υποβάλλει ο αγωνιστής του 1821 και πρώην διερμηνέας του Ομέρ Βρυώνη, Παναγιώτης Σκορδής. Ο Σκορδής ζητά την οικονομική βοήθεια της πολιτείας, καθώς ξόδεψε όλη του την περιουσία στον Αγώνα. Ανάμεσα στις πράξεις τις οποίες γράφει και πιστεύει ότι θα πρέπει να εκτιμηθούν, αναφέρει και την εξαγορά έναντι 5.000 γροσίων απ’ τους Τούρκους της σορού του Αθανάσιου Διάκου, με 130 ακόμα «κεφαλάς», καθώς και την απελευθέρωση 24 αιχμαλώτων.
Το έγγραφο αυτό, αν και δεν διευκρινίζεται εδώ που ακριβώς έθαψε ο Σκορδής τις σορούς, υποστηρίζεται από ανάλογο του συνταγματάρχη Ζαφειρόπουλου, το οποίο αναφέρει τα εξής:
«Πιθανότατα ακόμη, αν ο Δήμος Λαμιέων επανέλθει επί του ψηφίσματος της 16-8-1843, μια νέα έρευνα επί του σημείου της ταφής του Διάκου, να είναι επιτυχής. Αν σκεφτούμε μάλιστα πως στην περιοχή αυτή, εκτός του σώματος του ήρωα ερρίφθησαν και τα κεφάλια 130 αγωνιστών, τότε μάλλον πρέπει να υποθέσουμε πως πρόκειται για έναν πολύ μεγάλο ομαδικό τάφο».
Ο βάναυσος τρόπος θανάτου του Διάκου στα χέρια των Τούρκων τρομοκράτησε αρχικά το λαό της Ρούμελης, αλλά η γενναία στάση του κοντά στις Θερμοπύλες, που θυμίζει την ηρωική άμυνα του Λεωνίδα απέναντι στους Πέρσες, τον έκανε μάρτυρα για τον απελευθερωτικό σκοπό.
Ένα μνημείο στέκεται τώρα κοντά στη γέφυρα της Αλαμάνας, το σημείο της τελικής μάχης του…

Στο σημείο του μαρτυρικού του θανάτου, στην οδό Καλύβα Μπακογιάννη (πλησίον της πλατείας Λαού) στην πόλη της Λαμίας, υπάρχει σήμερα ένα κενοτάφιο για να μας θυμίζει αυτόν τον μεγάλο και πραγματικό ήρωα. Το 1886 με πρόταση του ταγματάρχου Ρούβαλη και αργότερα (1889) με ενέργειες του δημάρχου Λαμιέων, Σκληβανιώτου, κατασκευάστηκε σε ανάμνηση της τραγικής θυσίας του Αθανασίου Διάκου.
Είναι ένας Γολγοθάς, δηλαδή συσσώρευση μεγάλων λίθων πού έχει στην κορυφή του μαρμάρινο σταυρό τον οποίο περιβάλλουν φύλλα δάφνης. Στην πρόσοψη του Γολγοθά υπάρχει η επιγραφή:




«Ούτος ο τόπος ενθα τήν 23ην Απριλίου 1821 υπό των Τούρκων ανασκολοπισθείς εμαρτύρησε υπέρ Πίστεως και Ελευθερίας ο Αθανάσιος Διάκος».
Σε άλλη πλάκα πού τοποθετήθηκε το 1930 με την συμπλήρωση 100 χρόνων ελεύθερης Λαμίας, ο ποιητής Κωστής Παλαμάς έγραψε τούς ακόλουθους στίχους:



«Και των ηρώων καύχημα στην δόξα του Κυρίου,
Θανάση Διάκο σ΄ έφερεν ο δαρμός του μαρτυρίου,
και ενώ σου σπάραζε κακή φωτιά το τίμιο σώμα,
τραγούδι αγγελικό φιλί σου μύρωνε το στόμα».

Ένα εκ των χωριών που τον διεκδικεί ως τόπος γεννήσεώς του, το χωριό Άνω Μουσουνίτσα, μετονομάστηκε αργότερα Αθανάσιος Διάκος προς τιμήν του.






ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ
Τρία πουλάκια κάθουνταν ψηλά στη Χαλκουμάτα.
Το ‘να τηράει τη Λειβαδιά και τ’ άλλο το Ζητούνι.
Το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:
«Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην’ ο Καλύβας έρχεται, μην’ ο Λεβεντογιάννης;
Νουδ’ ο Καλύβας έρχεται νουδ’ ο Λεβεντογιάννης.
Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δεκαοχτώ χιλιάδες».

Ο Διάκος σαν τ’ αγροίκησε πολύ του κακοφάνη.
Ψηλή φωνή εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
«Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλληκάρια,
δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες,
γλήγορα για να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα,
που ‘ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια».


Παίρνουνε τ’ αλαφριά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
«Καρδιά, παιδιά μου», φώναξε, «παιδιά μη φοβηθείτε.
Σταθείτε αντρειά σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθείτε».


Ψιλή βροχούλαν έπιασε κι ένα κομμάτι αντάρα.
Τρία γιουρούσιαν έκαμαν, τα τρία αράδα αράδα.
Έμεινε ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες.
Τρεις ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες.
Βουλώσαν τα κουμπούρια του κι ανάψαν τα τουφέκια.

Κι ο Διάκος εξεσπάθωσε και στη φωτιά χουμάει.
Ξήντα ταμπούρια χάλασε κι εφτά μπουλουκμπασήδες,
και το σπαθί του κόπηκε ανάμεσα απ’ τη χούφτα
και ζωντανό τον έπιασαν και στον πασά τον πάνουν.
Χίλιοι τον παν από μπροστά και χίλιοι από κατόπι.

Κι ο Ομέρ Βρυώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:
«Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξεις;
Να προσκυνήσεις στο τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσεις;».

Κι εκείνος τ’ αποκρίθηκε και στρίφτει το μουστάκι:
«Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας, μουρτάτες να χαθείτε!
Εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θε ν’ αποθάνω.
Α, θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες
μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρίστε,
όσο να φτάσει ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βόγιας».


Σαν τ’ άκουσε ο Χαλίλμπεης, αφρίζει και φωνάζει:
«Χίλια πουγκιά σας δίνω ‘γω κι ακόμα πεντακόσια,
τον Διάκο να χαλάσετε, τον φοβερό τον κλέφτη,
γιατί θα σβήσει την Τουρκιά κι όλο μας το ντοβλέτι».


Τον Διάκο τότε παίρνουνε και στο σουβλί τον βάζουν.
Ολόρτο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε,
την πίστη τους τούς ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες:
«Σκυλιά, κι αν με σουβλίσετε ένας Γραικός εχάθη.
Ας είναι ο Οδυσσεύς καλά και ο καπετάν Νικήτας,
που θα σας σβήσουν την Τουρκιά κι όλο σας το ντοβλέτι».

 
 
Μαρτυρίες και απόψεις για την καταγωγή του Αθανάσιου Διάκου
 

Μια πρώτη ιστορικά και αυθεντική μαρτυρία για την Άνω Μουσουνίτσα ως γενέτειρας του Αθανασίου Διάκου, είναι η μαρτυρία του Ιωάννη Μαμούρη ή Γιάννη του Γκούρα, όπως ο ίδιος συνήθιζε να υπογράφει και ο οποίος σε πιστοποιητικό με ιδιόγραφη υπογραφή του αναφέρει ως γενέτειρα του Αθανασίου Διάκου -που ήταν σύγχρονός του και συμπολεμιστής του κατά των τουρκικών δυνάμεων- την Άνω Μουσουνίτσα.
Μια άλλη έγγραφη αναφορά, υπάρχει στο τρίτομο έργο του Ιάκωβου Ραγκαβή που περιλαμβάνει «Περιγραφή γεωγραφική, ιστορική, αρχαιολογική και στατιστική της Αρχαίας και Νέας Ελλάδος» με τον πρώτο τόμο να περιλαμβάνει την «Στερεάν, Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα». Το βιβλίο εκδόθηκε το 1853, άρα τα στοιχεία που περιλαμβάνει έχουν συλλεγεί αρκετά νωρίτερα και, εν πάση περιπτώσει, πολύ κοντά στα γεγονότα του 1821.
Ο Ραγκαβής, συλλέγοντας το υλικό για το έργο του ήλθε σε επαφή με πηγές και ανθρώπους που είχαν ζήσει τα γεγονότα του 1821. Η θυσία του Διάκου, πολύ πρόσφατη, είχε συνταράξει το Πανελλήνιο, ιδιαίτερα δε την περιοχή που καλύπτει ο συγκεκριμένος τόμος και ο Ραγκαβής πρέπει να θεώρησε την ακόλουθη υποσημείωση ως απότιση φόρου τιμής προς την γενέτειρα του ήρωα.
«Η Αρτοτίνα ην πατρίς του περιφήμου ήρωος Διάκου (Αθανασίου), ος υψώσας πρώτος την σημαίαν της επαναστάσεως την 28ην Μαρτίου 1821 και αριστεύσας κατά την Λεβαδιάν και αλλαχού, εμαρτύρησε, συλληφθείς και ανασκολπισθείς εις Λαμίαν υπό του Ομέρ – Βριόνου».

Λίγα χρόνια αργότερα, το Υπουργείο Παιδείας ζήτησε το 1858 προς όλους τους εκπαιδευτικούς του κράτους να συγκεντρώσουν και υποβάλλουν ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία του τόπου όπου ο καθένας υπηρετούσε. Ο Ηπειρώτης δάσκαλος Φ. Παπαδόπουλος που υπηρετούσε τότε στην Αρτοτίνα υπέβαλε στο Υπουργείο Παιδείας στις 18.12.1858 μελέτη-αναφορά με τίτλο «περί καταγωγής και διαλέκτου των κατοίκων της κώμης Αρτοτίνης Δωρίδος» (δημοσιεύθηκε το 1868 στην «Εφημερίδα των Φιλομαθών») όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρει :
«Διο και κατά τον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα διέπρεψαν πολλοί εκ των ενταύθα, οίον ο αείμνηστος Διάκος, ο Καλτσάς, ο Σιαφάκας κ.λ.π».

Η πληροφορία αυτή, θεωρείται επίσημη και υπεύθυνη αφού παρέχεται από κρατικό λειτουργό, έχει ταυτόχρονα «ανυπολόγιστην ιστορικήν αξίαν διότι είναι γνησία και απηλλαγμένη πάσης πλάνης και τούτο διότι ο περί ου υπηρετών ως δημοδιδάσκαλος εις την Αρτοτίναν μετά 37 έτη από του θανάτου του Διάκου, αντλεί στοιχεία από το οικογενειακόν και συγγενικόν του περιβάλλον ως και τους παιδικούς φίλους του ήρωος» (Ι. Κ. Μασούρα «Ποία η γενέτειρα του Αθανασίου Διάκου», Αθήναι 1975).

Η χήρα του Κωνσταντίνου Μασαβέτα (αδερφός του Αθανάσιου Διάκου) σε αναφορά της προς τον Βασιλέα στις 04.01.1859 (την υπογράφει ο υιός της Δήμος) με την οποία ζητεί την αύξηση της σύνταξης που ήδη από το 1837 παίρνει ως χήρα του Κ. Μασσαβέτα ο οποίος «μαχόμενος τότε μετά του αδερφού του έπεσε πρώτος και ο αείμνηστος Αθανάσιος Διάκος μετεχειρίσθη το πτώμα του ως προπέτασμα μέχρις ότου συλληφθείς έδωκε τον μαρτυρικόν θάνατον».
Στη συνέχεια αναφέρει «έκτοτε μείνασε χήρα εγκαταλελειμμένη μετά τριών τέκνων εξ ων το ένα θήλυ άτινα δια να διαθρέψω κ.λ.π».
Τα τρία τέκνα είναι ο Δήμος, η Θεοδώρα και ο Γούλας που περιλαμβάνονται στο πιστοποιητικό του δημάρχου Κροκυλίου που ακολουθεί. Το 1865 εκδόθηκε το υπ’ αρ. 687/10-1-1865 Πιστοποιητικό του Δημάρχου Κροκυλίου (Ο Δήμος είχε χειμερινή πρωτεύουσα τους Πενταγυιούς και θερινή την Αρτοτίνα), ύστερα από αίτηση των ανηψιών του Διάκου (παιδιών της αδελφής του Σοφίας) Παπαβασίλη Κούστα και Αποστόλη Κούστα προκειμένου να υποβληθεί στην Εξεταστική Επιτροπή των Αγωνιστών, σύμφωνα με το από 31.12.1864 Β.Δ «περί των κατά τον υπέρ Ανεξαρτησίας αγώνα εκδουλεύσεων και θυσιών».
Το Πιστοποιητικό αυτό που πρώτος ανακάλυψε ο διακεκριμένος ιστορικός, ερευνητής και συγγραφέας Τάκης Λάππας το 1946, βρίσκεται στα Αρχεία Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
Ακολουθεί αυτούσιο το Πιστοποιητικό:

«Βασίλειον της Ελλάδος
Αριθ΄ 687
Ο Δήμαρχος Κροκυλείου πιστοποιεί ότι:
Πλησιέστεροι και ζώντες συγγενείς του υπέρ πατρίδος τεθνεώτος και εν τω Ιερώ Αγώνι πεσόντος οπλαρχηγού Διάκου, είναι οι εξής:
Παπαβασίλειος Κούστας, κάτοικος Αρτοτίνης, ανεψιός επ’ αδελφή ονόματι Σοφίας, μη επιζώσης
Ιωάννης Κούστας, ομοίως.
Γκόλφω σύζυγος Δημητρίου Τσόλη, κάτοικος Κωστάρτσας
Φέγγω σύζυγος Αθανασίου Ζαρονίκου, κάτοικος Αρτοτίνης
Αικατερίνη σύζυγος Δημητρίου Κολοβού, κάτοικος Αρτοτίνης
Ζωΐτσα χήρα Δημ. Τζουβελέκου, κάτοικος Κολοκυθιάς Υπάτης, ανεψιά εκ της ιδίας αδελφής
Κωνσταντίνος, Γεώργιος, Νικόλαος, Αντώνιος και Αικατερίνη χήρα Παπαδημητρίου, κάτοικοι Αρτοτίνης, τέκνα του αποβιώσαντος Αποστόλου Κούστα, ανεψιού του ποτέ Διάκου, επ’ αδελφή.
Γκόλφω σύζυγος Ιωάννου Ράϊκου, κάτοικος Αρτοτίνης, ανεψιά εξ ανεψιάς αυτού, ήτοι εγγονή της αδελφής του Σοφίας.

1) Δήμος Μασαβέτας, κάτοικος Άνω Μουσουνίτσας της Παρνασίδος, ανεψιός επ’ αδελφώ ονόματι Κώστας Μασσαβέτας, φονευθέντος εις την ιδίαν μάχην.
2) Θεοδώρα χήρα Γεωργίου Κελεστοπούλου, ανεψιά, ήτοι θυγάτηρ του ποτέ Μασαβέτα, κάτοικος Άνω Μουσουνίτσας της Παρνασσίδος.
3) Προσέτι δύο τέκνα του αποθανόντος Γούλα Κωνσταντίνου Μασαβέτα, ήτοι του ρηθέντος αδελφού του, των οποίων τα ονόματα δεν μας είναι ακριβώς γνωστά.
4) Κρουστάλλω χήρα Μάλου, κάτοικος Μαυρολιθαρίου της Παρνασσίδος, Αικατερίνη χήρα Παναγή Βλάχου, κάτοικος Αρτοτίνης του Δήμου μας, Βλάχα χήρα Καραδήμα, κάτοικος Τριβιδίου, τέκνα επ’ αδελφή του Διάκου, ονόματι Καλομοίρας, μη επιζώσης.
5) Αικατερίνη σύζυγος Κ. Ρουφαγάλα, κάτοικος Αρτοτίνης, Κυρούλα χήρα Ιωάννου Ζάβαλη, κάτοικος επίσης, Ευφροσύνη σύζυγος Ιωαν. Δ. Τσιτσή, κάτοικος επίσης, Ιωάννης και Γεώργιος Σταμάτης και Καλομοίρα Γεωργ. Σταμάτη, κάτοικοι επίσης, έγγονοι της ανωτέρω αδελφής του Καλομοίρας.

Εν Πενταγιοίς τη 10 Ιανουαρίου 1865.
Ο Δήμαρχος
(Τ.Σ.) Γ. Αναγ. Κόταρης »


Πρόκειται για πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του Αθανάσιου Διάκου που χορηγείται από τον δήμαρχο του τόπου γέννησης του προσώπου στο οποίο αναφέρεται, δηλαδή τον Αθανάσιο Διάκο και περιλαμβάνει όλους τους επιζώντες τότε πλησιέστερους συγγενείς του, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας τους.
Κατά συνέπεια από αυτό και μόνο το επίσημο στοιχείο αποδεικνύεται ότι ο Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε στην Αρτοτίνα.
Ο Γεώργιος Κρέμος, καθηγητής και Υφηγητής της Ιστορίας από το Στείρι της Λειβαδιάς, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία (ιστορία–γεωγραφία), μετά από επιτόπια έρευνα στην Αρτοτίνα το 1876, πρώτος κατέγραψε και δημοσίευσε πλήρες γενεαλογικό δένδρο της πατρικής οικογένειας του Διάκου:
«Τω 1760 εκ της άνω Μουσουνίτσας κατήλθεν εις Αρτοτίναν Γεώργιος τις νεανίσκος, ορφανός μητρός τε και πατρός και πενέστατος. τούτον υιοθέτησεν ο θείος αυτού Αθανάσιος Γραμματικός, εξ ου, ως υιοθετηθείς, ωνομάσθη Γεώργιος Ψυχογυιός. Ο Γεώργιος έλαβε σύζυγον την Χρυσούλαν εξ ων εγεννήθησαν πέντε τέκνα ήτοι: 1. Σοφία, 2. Καλομοίρα, 3. Απόστολος, 4. Κωνσταντίνος, 5. Αθανάσιος».

Και συνεχίζει σε άλλο σημείο:
«Ο Αθανάσιος Διάκος εκ πατρός Γεωργίου Ψυχογυιού εκ της Άνω Μουσουνίτσας και μητρός Χρυσούλας εγεννήθη εν Αρτοτίνη τω 1781 ότι τη 26 Οκτωβρίου 1820 διορισθείς οπλιτάρχης Λεβαδείας διετέλεσε τοιούτος μέχρι της εν Αλαμάνα συλλήψεως, ήτοι μέχρι της 23 Απριλίου 1821, ότε διεδέξατο αυτόν ο Βασίλειος Μπούσγος και παρά ταύτα ουδέν. Παν δε γεγραμμένον παρά ταύτα είναι απόβλητον και αλλότριον της ιστορικής αληθείας».

Ας σημειωθεί ότι η επίσκεψη του Κρέμου στην Αρτοτίνα (και την Άνω Μουσουνίτσα) με τις πρωτόγονες, εν γένει, συνθήκες εκείνης της εποχής είχε ένα σκοπό: την ανεύρεση απογόνων του Διάκου προκειμένου να τιμηθούν από την Πολιτεία. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα αυτής της αναζήτησης στον παντελώς ανύποπτο χρόνο της δεκαετίας του 1870;
Ας αφήσουμε τον Κρέμο να μας το διηγηθεί:
«Ανευρεθείς δε και μετ’ αναντιλέκτους της γνησιότητος αυτού μαρτυρίας προσκληθείς εις Αθήνας και ελθών συν το πατρί ετέθη υπό την προστασίαν ημών ο μικρός ανεψιός του Διάκου Κώστας Κούστας υιός του Ιωάννου Κούστα υιού της αδελφής του ήρωος. Τον νέον Κώστα άγοντα το δέκατον τέταρτον έτος μετωνομάσαμεν αθρόοι προς διάσωσιν του ηρωικού ονόματος Κώσταν Διάκον».

Περίπου τα ίδια αναφέρουν, ο ιατρός Κωνσταντίνος Διάκος, ο αξιόλογος ιστοριοδίφης και λαογράφος Δ. Λουκόπουλος και ο Ιωάννης Βάρδος. Ο ιατρός Διάκος, το 1926, λέει, ότι ο επονομασθείς Ψυχογυιός ονομάζονταν Πανουργιάς:
«Ο Αθανάσιος Διάκος εγεννήθη εν Αρτοτίνη παρά του Κωνσταντίνου Ψυχογυιού, καταγομένου εξ Άνω Μουσουνίτσης εκ της οικογενείας Πανουργιά όστις είχεν υιοθετηθή παρά του εν Αρτοτίνη εκ μητρός πρώτου θείου του Γραμματικού ονομαζομένου και ως θετός υιός έλαβε το όνομα Ψυχογυιός. Αφού αποκατεστάθη εν Αρτοτίνη ενυμφεύθη και έλαβεν ως σύζυγον θυγατέρα του εξ Αρτοτίνης Μπουκουβάλα, μετά της οποίας εγέννησε τρεις υιούς τον Απόστολον Ψυχογυιόν, τον Δημήτριον τον επονομασθέντα Μασαβέταν και τον Αθανάσιον Ψυχογυιόν τον περί ου η έρις ήρωα, θυγατέρας δε δύο την Καλομοίραν και την Σοφίαν. 
Ο μεν Ψυχογυιός μετά του μεγαλυτέρου υιού του Αποστόλου (αδελφού του ήρωος) απέθανεν εις τας φυλακάς Υπάτης, η δε σύζυγός του Ψυχογίνα (μήτηρ του ήρωος) μετά των θυγατέρων και του Αθανασίου ορφανοί και καταδιωκόμενοι παρά των Τούρκων, αποξενωθέντες δε και της οικίας των διέμενον εν τινι καλύβη όοπυ υπάρχει και μηλέα ήδη φέρουσα την τοπωνυμίαν «ψυχογίνα τη μηλιά», έτι και νυν, και ο Δημήτριος ο επικληθείς Μασαβέτας κατέφυγεν εις Μουσουνίτσαν πατρίδα του πατρός του Πανουργιά. 
Αι αδελφαί του ήρωος αποκατεστάθησαν εν Αρτοτίνη, η μεν Καλομοίρα υπανδρευθείσα τον Γεώργιον Σταμάτην, η δε Σοφία τον εκ Παλουκόβης την καταγωγήν Κωνσταντίνον Κούσταν, όστις τυγχάνει και ο πάππος του υποφαινομένου».

Μια άλλη εκδοχή σε σχέση με την καταγωγή του Διάκου, αποτελεί μια νεότερη μελέτη του Κων. Παπαχρήστου με τίτλο «Πού εγεννήθη ο Αθανάσιος Διάκος» ( Ακαδημία Αθηνών, Πρακτικά 1939, Τόμος ΙΔ!), σύμφωνα με την οποία, ο πατέρας του Διάκου δεν ονομάζονταν Γεώργιος, αλλά Νικόλαος και το επώνυμό του δεν ήταν Πανουργιάς ή Ψυχογυιός, αλλά Μασαβέτας. Αιτιολογεί δε, την όλη αναφορά στην Αρτοτίνα λόγω της καταγωγής της μητέρας του Διάκου και του μοναστηριού που βρίσκονταν εκεί, όπου και είχε καταφύγει ο Αθανάσιος Διάκος:
«Ο πατήρ του Διάκου ουδέποτε ωνομάσθη Ψυχογυιός και ουδέποτε κατώκησεν εις την Αρτοτίναν. Παρέμεινεν εις Μουσουνίτζαν και εκεί συνεκρότησε την οικογένειάν του. Αι δύο υιοθεσίαι, αι δύο μετοικεσίαι και η πολυωνυμία του πατρός του Διάκου προκαλούν κατάπληξιν. 
Δημώδης παράδοσις, ήτις γνωρίζει την Αρτοτίναν ως γενέτειραν του Διάκου, ανεπτύχθη ενωρίς αφ’ ενός μεν ένεκα της Αρτοτινής καταγωγής της Χρυσούλας και του ανδρός του τέκνου αυτής Κώστα Κούστα, αφ’ ετέρου δε ένεκα του εγκλεισμού του νεαρού Αθανασίου εις την παρά την Αρτοτίναν Μονήν του Ιωάννου του Προδρόμου.
Ο Διάκος, υιός του Νίκου Μασσαβέτα, εγεννήθη εις την κωμόπολιν της Παρνασσίδος την Μουσουνίτζαν, καθώς πληροφορούσιν και ο Περραιβός και ο Φιλήμων και άλλοι ιστορικοί και ιστοριοδίφαι».


Στην ίδια άποψη για το επώνυμο, συγκλίνουν και οι μαρτυρίες του στρατηγού Μακρυγιάννη, που γνώριζε τον Διάκο και του Ιωάννη Μαμούρη (Γιάννης Γκούρας), οι οποίοι αναφέρουν ότι το επώνυμο του Διάκου ήταν Μασαβέτας.


 


24 Φεβρουαρίου 2011

Οι πρώην τρισόλβιοι πρόκριτοι που μεταβλήθησαν σε επαίτες






Λέγεται μεταξύ σοβαρού και αστείου ότι «πατέρας» της νεοελληνικής ιστοριογραφίας θεωρείται ο περιβόητος Γερμανός ιστορικός Ιάκωβος – Φίλιππος Φαλμεράϋερ (1790-1861). Ο Φαλμεράϋερ έγινε γνωστός διότι αμφισβήτησε την συνέχεια του Ελληνικού Έθνους. Υποστήριζε ότι κατά το τέλος του 6ου μ.Χ. αιώνα οι Έλληνες εξαφανίστηκαν λόγω των σλαβικών επιδρομών. Πολλοί ξένοι αλλά και ημέτεροι ιστορικοί, ιδιαιτέρως ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, αντέκρουσαν τις υποβολιμαίες και εμπαθείς συγγραφές του και έκτοτε κανείς δεν αποδέχεται την θεωρία του, πλην βεβαίως των νεογραικύλων της σήμερον.

Ισχύει, όμως, πάντοτε ο αείχλωρος λόγος των προγόνων: «Ουδέν κακόν αμιγές καλού». Ο Φαλμεράϋερ μάς «γέννησε» τον Παπαρρηγόπουλο. Όμως και οι τωρινοί «Φαλμεράϋερ» αφυπνίζουν τον λαό και αναγκάζουν πολλούς έγκριτους επιστήμονες να στρέψουν την προσοχή τους στην ένδοξη εποχή της Παλιγγενεσίας και στην προηγηθείσα Οθωμανοκρατία. Επιπλέον στην εποχή της εθνικής κατήφειας και της τρομοκρατίας από τις άπληστες συμμορίες των πολυεθνικών απατεώνων, η ενασχόληση με τους αθάνατους ήρωες του ’21, προσδίδει στον λαό κάποιον ανασασμό, ψήγματα εθνικής υπερηφάνειας. Αρχή έγινε με την κ. Ρεπούση, οι νυν τηλεϊστορικοί συνεχίζουν το έργο της, τους είμαστε ευγνώμονες. Τα ψεύδη και οι επιστημονικοφανείς σαχλαμάρες τους «γεννούν» την «καλή ανησυχία», όπως θα έλεγε ο γέροντας Παΐσιος. Ο λαός κατανοεί το μέγεθος της πνευματικής «αποπλάνησης», θυμάται ότι υπάρχει και η ευλογημένη μελέτη, όχι μόνο τα τηλεκοπρίσματα, διότι «αταλαίπωρος γαρ τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας και επί τα ετοίμα μάλλον τρέπονται». (Θουκυδίδης). Είναι σίγουρο ότι μια νέα γενιά εθνικών ιστορικών εκκολάπτεται.

Τώρα. Στο πρώτο επεισόδιο της τηλεϊστορίας ακούστηκε από τον «ξεναγό» της Τατσόπουλο ότι τα τρία δεινά της Οθωμανοκρατίας ήταν οι Τούρκοι, οι παπάδες και οι κοτζαμπάσηδες. Για τους παπάδες, την ελληνοσώτειρα την Εκκλησία,, την κιβωτό του Γένους έχουν γραφτεί και θα γραφούν πολλά. Ετοιμάζει εγκύκλιο και η Ιερά Σύνοδος. (Είναι σατανικό το μίσος τους κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Συγκρίνουν, εξισώνουν μάλλον, τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό με τους αιμοσταγείς μπέηδες της Τουρκίας. Είπαμε «πας άφρων μαίνεται…»).

Για τους κοτζαμπάσηδες, τους πρόκριτους, τους Δημογέροντες, τους εύπορους Έλληνες της εποχής δεν ακούγεται όμως ούτε ένας λόγος υπεράσπισης. Για να μην παρεξηγηθώ. Σίγουρα την περίοδο της σκλαβιάς πολλοί εξ αυτών έδειξαν χειρίστη διαγωγή, κατάντησαν τσιράκια και συνεργάτες των Τούρκων, καταπίεζαν και λήστευαν τους ομοεθνείς τους. Όμως, αν δεν πρόσφεραν οι πρόκριτοι και κυρίως οι «οικοκυραίοι» των τριών ναυτικών νήσων, Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, όλο «το είναι» τους για τις ανάγκες του Αγώνα, η Επανάσταση δύσκολα θα πετύχαινε. Νομίζω πως και οι Υψηλάντες πρόκριτοι, Φαναριώτες ήταν, αλλά «θυσίασαν πρώτα ζωή, πλούτη∙ και θυμώνται Θεόν, πατρίδα και θρησκεία» γράφει ο Μακρυγιάννης. Πρόκριτος ήταν και ο Χρήστος Καψάλης, που ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη στην Έξοδο.

Για την συνέχεια χρησιμοποιώ ένα εξαιρετικό άρθρο του αείμνηστου Τάσου Λιγνάδη, που περιέχεται στο βιβλίο του «Καταρρέω», εκδόσεις «Ακρίτας», σελ. 197, με τίτλο: «Οι πρώην τρισόλβιοι (=πάμπλουτοι) πρόκριτοι που μεταβλήθησαν σε επαίτες». Ο Λιγνάδης καταφεύγει σ’ ιστορικό λόγο που εκφώνησε στην Βουλή των Ελλήνων ο βουλευτής Φθιώτιδος Μιλτιάδης Χουρμούζης, μια από τις πιο έντιμες μορφές της ιστορίας μας, αγωνιστής ο ίδιος της Επανάστασης και θεατρικός συγγραφέας, που όταν άφησε το σπαθί, έπιασε την πένα για να χτυπήσει την βαυαροκρατία. Στην πρώτη αγόρευσή του, το 1852, ο Χουρμούζης αναφέρεται στους προκρίτους των νήσων «οίτινες διά τον πατριωτισμόν των ελησμόνησαν και τέκνα και γονείς και συζύγους και εγένοντο επαίται σήμερον αυτοί εκείνοι, οι πολλάκις, αντί άμμου και λίθων, μεταχειρισθέντες ως έρμα τον άργυρον». Εξηγεί ο Λιγνάδης: «Αναφέρω απλώς ότι για να εκπλεύσουν οι στόλοι κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως ήταν απαραίτητο να προκαταβληθούν στα πληρώματα οι μισθοί δύο μηνών. Τα διπλά αυτά μηνιαία καταβάλλονταν από τους προκρίτους που ήταν και πλοιοκτήτες. Η προσωρινή Διοίκηση έδινε σε αντάλλαγμα έγγραφα αναγνωρίσεως, που το μόνο τους αντίκρισμα ήταν η εκποίηση εθνικής γης, η οποία μόνο στο μέλλον επρόκειτο να αποκτήσει κάποια σημασία. Έτσι γέμισαν από χαρτιά τις στέρνες τους που τις άδειασαν από τα τάλληρά τους οι καραβοκυραίοι». Σε άλλη αγόρευσή του το ίδιο έτος ο Χουρμούζης επιτίθεται κατά των βουλευτών που ανέχονταν να παίρνουν τα υψηλά επιμίσθια την στιγμή που «λιμμώτουν σήμερον αι χήραι και τα ορφανά του Γιατράκου, του Νικηταρά, του Κολανδρούτσου, του Λυκούργου (Λογοθέτη) και μυρίων άλλων τούτων». Το 1855 επανέρχεται λέγοντας μεταξύ άλλων: «….ο Παναγιώτης Κρεββατάς, τον οποίον διάσημοι οπλαρχηγοί βλέποντες μακρόθεν ερχόμενον, «ο άρχοντας, έλεγον, έρχεται» και μετά σεβασμού όρθιοι τον υπεδέχοντο, αποθανών αφήκε την σύζυγόν του άπορον, διότι τον πλούτον του εδαπάνησε και αυτός αφειδώς εις τας ανάγκας της πατρίδος. Του Κρεββατά λοιπόν η σύζυγος λαμβάνει σύνταξιν 20 μόνον δραχμών κατά μήνα. Οποία ύβρις κατά του παρελθόντος…Σέκερης και Λεβέντης, η προσωποποιημένη αύτη δυάς του ακραιφνούς πατριωτισμού, εθυσίασαν περιουσίαν κολοσσιαίαν διά της πατρίδος την απελευθέρωσιν και όμως αι χήραι και τα ορφανά των σπανίων τούτων ανδρών διάγουσιν ως δουλοπάροικοι εντός της ελευθέρας Ελλάδος, μη έχοντα ουχί πέντε στρέμματα γης, ουχί καλύβην αλλ’ ουδ’ άρτον. Εις την αυτήν δε κατηγορίαν ευρίσκονται και αι χήραι και τα ορφανά του Λυκούργου, του Θ. Δεληγιάννη, του Περούκα, του Ιω. Βλάχου, του Μακρή, του Κεφάλα, του Αναγνωσταρά και τοσούτων άλλων διασήμων αγωνιστών…. Συμφέρει βεβαίως εις τινάς να λησμονήσωμεν το παρελθόν ημών, όπερ όμως αδύνατον. Χειμών δριμύς ήτο, ότε κατά το 1822 παρεδόθη η Ακροκόρινθος, πλείστα δε λάφυρα περιήλθον εις χείρας ημών, μεταξύ των οποίων πολλαί βαρύτιμοι μηλωταί (= επενδύτες από μαλλί προβάτου). Έτρεμεν εκ του ψύχους ο διάσημος της Πελοποννήσου οπλαρχηγός….Παναγιώτης Γιατράκος και αντί να θέση επί των ώμων του μίαν των μηλωτών εκείνων, έγραψεν εις την οικογένειάν του, ήτις τω απέστειλε μιαν παλαιοκαζάκαν. Παραδόξως εφάνη…και εις τον Γαβριήλ Αμανίτην και εις τον Γεώργιον Σπυρίδωνος (τον εκ δυσπραγίας παραφρονήσαντα και αποβιώσαντα προ τινός χρόνου ενταύθα) και εις τον Ηλίαν Μπισπίκην και εις αυτόν έτι τον αγορεύοντα (ενν. τον εαυτό του) νεανίαν τότε, η τοιαύτη του στρατηγού διαγωγή∙ ερωτώμενος δε περί ταύτης έλεγε: αδελφούλια μου, εν όσω έχω φορέματα εις το σπίτι μου οικονομούμαι∙ όταν δε τελειώσουν, ας είναι καλά η Πατρίς. Ναι, αείμνηστε στρατηγέ Γιατράκε, η πατρίς είναι καλή διά τους μη μετασχόντας των αγώνων σου, αλλ’ η σύζυγός του…πολλάκις νήστις εκοιμήθη…η θυγάτηρ σου ουδέ εν στρέμμα έλαβε διά προίκα…ο υιός σου έχει προ πολλού ως ενέχυρον την πολύτιμον σπάθην, την οποίαν παρά του Κιαμήλεπεκ έλαβες…»».

Στην αγόρευση αυτή του Χουρμούζη ήταν παρών και ο πρωθυπουργός (σημ. ο Βούλγαρης) προς τον οποίο απευθυνόμενος ο βουλευτής Φθιώτιδος τον ερώτησε ρητορικώς για το πόση σύνταξη έπαιρναν οι χήρες του πρώην ναυάρχου της Ελλάδος Ιακώβου Τομπάζη, του «λεοντόκαρδου» Μιαούλη, του Βόταση, του Σαχτούρη, του Αποστόλη και του Αναστασίου Τσαμαδού, που έπεσε στη Σφακτηρία. Η μνεία του ονόματος του Αναστασίου Τσαμαδού έκανε τον Χουρμούζη να θυμίσει στη Βουλή την εξής περίπτωση:

«Περί τον Μάρτιον, νομίζω του 1825, παρουσιάσθη ανάγκη να εκκινήση αμέσως ο ελληνικός στόλος ο κατά του Ιμπραήμ Πασά. Συνήλθον τότε εν τω μοναστηρίω οι μεγάθυμοι οικοκυραίοι της Ύδρας και απεφάσισαν να συνεισφέρουν και τα τελευταία τάλληρά των προς εκκίνησιν του στόλου, τέσσαρες δε χιλιάδες ταλλήρων ανελογίσθησαν εις τον γέροντα Τσαμαδόν: «αδελφοί, είπε τότε εις τους άλλους, τάλληρα πλέον δεν μοι έμειναν, διότι όσα είχα τα εδαπάνησα (σημ. είχε δαπανήσει για τον Αγώνα 150.000 τάλληρα) ∙ έχω όμως την ζωήν μου ακόμη και ιδού επιβαίνω του πλοίου μου ως ναύτης». Και ταύτα ειπών, εκίνησε τρέμοντας πόδας ο γηραιός οικοκύρης της Ύδρας, όπως θυσιάσει διά την απελευθέρωσιν της πατρίδος ό,τι εισέτι τω έμενε: την ζωήν του αυτήν… Τούτου δε ο υιός Λάζαρος ελθών εις Αθήνας διά να ζητήση περίθαλψιν παρά της κυβερήσεως και μη εισακουσθείς κατέβη πεζός εις Πειραιά, διότι και της δραχμής εστερείτο δι’ αγώγιον, και μεταβάς εις Ύδραν δωρεάν διά τινος υδραϊκού πλοιαρίου αυτοχειριάσθη ο δύσποτμος»! (Δύσποτμος= δυσ+πότμος. Πότμος είναι αυτό που πέφτει στον καθένα, η μοίρα. Δύσποτμος είναι ο κακότυχος).

Και συνέχισε ο Χουρμούζης:

«Εις εκ των πρώτων οικοκυραίων της Ύδρας, ο Θεόδωρος Γκίκας, προσήνεγκεν όλην αυτού την χρηματικήν κατάστασιν, συνισταμένην εις 900.000 δραχμάς εις τας ανάγκας της πατρίδος∙ και λέγω όλην, διότι μετά τον θάνατον αυτού η σύζυγός επεκαλέσθη της κυβερνήσεως την συνδρομήν και μη εισακουσθείσα κατέφυγεν εις την ευεργετικήν αρωγήν των επτά ορνίθων της, των οποίων τα ωά πωλούσα ηγόραζεν τον άρτον της ημέρας, ο δε Παπαμιχαλάκης, ο ιερεύς της ενοριακής της εκκλησίας η Ανάληψις, συνήθροιζεν επ’ ονόματί της κατά Κυριακήν διά του δίσκου ολίγα λεπτά, άτινα έδιδεν εις την χήραν του βαθύπλουτου Γκίκα, έως ου η δυσπραγία και η λύπη έδωκαν τέλος εις τα βάσανά της».

Στο πόνημά του «πώς δει ιστορίαν συγγράφειν», ο Λουκιανός γράφει ότι ο ιστορικός πρέπει να είναι «άφοβος, αδέκαστος, ελεύθερος παρρησίας και αληθείας φίλος». Το να λες ότι όλοι οι πρόκριτοι ήταν περίπου μάστιγα του λαού, ψεύδεσαι. Ο κ. Τατσόπουλος και οι συν αυτώ δεν αρκούνταν στην ασημαντότητά τους, ήθελαν επωνυμία. Όμως, όπως λέει και ο θυμόσοφος λαός μας, «όσο ψηλότερα πηδάει η μαϊμού τόσο περισσότερο φαίνεται ο κώλος της».



Νατσιός Δημήτρης


δάσκαλος-Κιλκίς

10 Ιανουαρίου 2011

«ΠΟΥΤΑΝΑ ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΘΑ ΙΣΩΣΕΙΣ ΠΟΤΕ»

epanastsi_1821 

Οι ήρωες του '21 χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά "βρώμικες" λέξεις για να εκφράσουν όμως τα αγνά, ανιδιοτελή, "καθαρά", σε τελική ανάλυση, πατριωτικά τους αισθήματα. Σε αντίθεση με το σήμερα που υπό το πρίσμα της "πολιτικής ορθότητας" συντελούνται οι μεγαλύτερες προδοσίες κατά της πατρίδας. Ο Γρηγόρης Μιχαλόπουλος σκιαγραφεί δυο παρομοιώδεις ατάκες του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του Γεώργιου Καραϊσκάκη (όποιος... ντρέπεται να μη διαβάσει το κείμενο που ακολουθεί!)
Θ. Κολοκοτρώνης: «ΠΟΥΤΑΝΑ ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΘΑ ΙΣΩΣΕΙΣ ΠΟΤΕ»
kolokotronis_theodoros 
Ο Γέρος του Μοριά, ο Μεγάλος αυτός αγωνιστής μετά τα τόσα και τόσα που γλίτωσε την εκτέλεσή του (μαζί με τον Πλαπούτα) στο παρά ένα, είπε τη φράση (δες Σπύρο Μελά): «ΠΟΥΤΑΝΑ ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΘΑ ΙΣΩΣΕΙΣ ΠΟΤΕ»!
Είχε άδικο;
Τα πάντα στο σφυρί. Τα πάντα! Αρκεί να ρέει το χρήμα! Αρκεί να υπάρχει κονόμα!

Ο Άλλος Αγωνιστής του ’21, ίσως ο πιο αγνός Πατριώτης που τον «έφαγαν» στο Φάληρο όταν είχε προτάσεις να τα βρει με τον Τούρκο Δικαστή απάντησε, με τον δικό του τρόπο, το ΟΧΙ… του! «Ρώτησα τον μπούτσο μου και μου είπε όχι»! Και μετά, σε άλλη επιστολή, «Ο μπούτσος μου έχει τρουμπέτας και τσουμπλέκια και όποια θέλω παίζω».
Και αυτό το ΟΧΙ του το πλήρωσε!
Βέβαια, σήμερα οι Προτάσεις του ΟΠΟΙΟΥ Εχθρού αλλά και μη είναι καλοδεχούμενες, άσχετα αν είναι Προδοτικές και σε βάρος του Τόπου! Άλλο Τόπος, άλλο Τσέπη!

Ο Καποδίστριας, ο τραγικός κυβερνήτης, δήλωσε μέσα στην αγανάκτησή του από τις παράλογες αξιώσεις των ποικίλων κοτζαμπάσηδων και λοιπών λαμογιών της Εποχής: «Λυπάμαι, όχι γιατί με ταλαιπωρεί η απόφασή μου να έλθω στην Ελλάδα, αλλά γιατί διαπίστωσα πόσο αδύναμη είναι η ψυχή που έχει ο Έλληνας στο ΟΧΙ μπροστά στην αδικία και τη φιλοχρηματία! Αρκεί να γιομίσει το δικό του σελάχι.
Από εκεί και πέρα, δεν λογαριάζει Χήρες, Ορφανά, Φτωχούς, Αγωνιστές, Γνήσια Παλικάρια! Τόσο χάλασε η φυλή μας;».

Μόνο τόσο! Και πού να ζούσε ακόμη!
Με όσα γίνονται ΣΗΜΕΡΑ στον Τόπο φαίνεται καθαρά αυτός ο χαλασμός!
Τίποτα ΟΡΘΙΟ! Καμία αντίσταση. Αρκεί να υπάρχουν προτάσεις για χρήμα! Αρκεί να ρέουν τα Ευρώ!
Οι κομπίνες οργιάζουν. Και κατά σαφή τρόπο, ΟΥΔΕΙΣ πληρώνει!

Φωνάζουν οι ξένοι: «ΝΑ ΜΠΟΥΝ ΦΥΛΑΚΗ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΕΦΑΓΑΝ».
ΑΣΤΕΙΑ! Τόσο λίγο γνωρίζουν την Ελλάδα; Απλώς, να γίνει θόρυβος. Και ΟΥΔΕΙΣ θα περάσει την Πόρτα του Κορυδαλλού.

Ο Τόπος κυβερνιέται από ΔΩΔΕΚΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ. Ανάμεσά τους και οι ΚΑΘΑΡΟΙ, κανά τεσσάρι… Οι ΛΟΙΠΟΙ συνεργάτες ΟΛΩΝ των Καταστάσεων… Από δωσίλογοι μέχρι κομπιναδόροι.
Αυτοί οι «κύριοι», έχουν εξαπολύσει τους ποικίλους παρατρεχάμενους για μπροστινούς.
Και η απορία: ΕΝΤΙΜΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, από αυτούς τους Δώδεκα, να στηρίζουν ανθρωπάκια στον Τύπο, στις Τράπεζες, στη Βουλή και σε άλλους Τομείς της Κοινωνίας;
Γιατί, άραγε, στηρίζουν ανάξιους; Κλέφτες; Μιζαδόρους; Και, σε κάποιες περιπτώσεις, και… ΑΔΕΛΦΕΣ; Γιατί; Νοιάζονται τόσο για τη διαφθορά; Την υπερασπίζονται; Άραγε; Πολλές οι υποθέσεις!

Όπως πάμε, δικαιώνουμε τον Αυστριακό Μέτερνιχ που έγραφε ότι «η Ελλάδα έχει κατέβει τα τελευταία σκαλοπάτια της εθνικής υποστάσεως». Γιατί; Μα από ΤΟΤΕ γνώριζαν οι Ευρωπαίοι τα όσα έφτιαχναν… Μη κρυβόμαστε!
Και τούτο, μιας και αποφασίσαμε να τα λέμε ΟΛΑ: Στις ρεμούλες, στις αρπαχτές, στα ψέματα που σερβίραμε στην Ευρώπη, στις κομπίνες και τα λοιπά γνωστά, στο Βατοπέδι, στο Χρηματιστήριο, στα ΟΜΟΛΟΓΑ, μήπως φταίνε – αφού τα φορτώνουμε πάντα στους ξένους – οι Τούρκοι; Οι Εβραίοι; Οι Άγγλοι; Οι Γάλλοι; Οι Γερμανοί;
Καιρός να το κόψουμε αυτό το παραμύθι!
ΔΕΝ ΘΑ ΙΣΩΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ!


Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ: «Ρώτησα τον μπούτσο μου και μου είπε ΟΧΙ»!

epanastasi_1821 
Οι μέρες, καλούν ηρωικές Μορφές. Και το πρώτο κάλεσμα είναι του Γιώργη Καραϊσκάκη!
- Έλα, του γράφει ο Πασάς, να σου δώσω χωράφια, γρόσια, δύναμη, ό,τι θες. Έλα στη δούλεψή μου.
Και ο Καραϊσκάκης, με το γνωστό του χιούμορ και τις απόψεις για τα Ελληνικά Θέματα, του απαντά:
- Ρώτησα τον μπούτσο μου και μου είπε ΟΧΙ!!!

Αυτός ήταν ο Αρχιστράτηγος που, αργότερα, «έφαγαν» πισώπλατα. ΑΥΤΟΣ ήταν ο γενναίος. Ο Άνδρας. Ο Ασυμβίβαστος. Ο απόμακρος από τα αρπαχτιλίκια. Ο στρατιώτης για την Πατρίδα.
Και το ερώτημα είναι: Οι σημερινοί, ποιον ρωτάνε; Όχι, βέβαια, αυτόν που ρώτησε ο Καραϊσκάκης… Απλώς, χωρίς να χρειάζονται ξεχωριστές σκέψεις, ρωτάνε την τσέπη τους! Την κυρία τους! Την γκόμενά τους! Τους λογαριασμούς τους!
Τέτοιες απαντήσεις δεν υπάρχουν σήμερα! Έφυγαν οι διάφοροι «ισμοί». Ένας κυριαρχεί: Ο ΠΟΡΤΟΦΟΛΙΣΜΟΣ! Το χρήμα και πάνω τούρλα, όπως λέει ο Λαός! Θέλουν τις δυνάμεις τους ανέξοδες. Θέλουν καλούδια στην πορεία τους. Χωρίς πίκρες και στενοχώριες. Μόνος στόχος είναι το ΕΦΑΠΑΞ και η καλή σύνταξη. Και, μετά, βλέπουν. Όλο και κάτι πρόσθετο θα προκύψει!
ΤΟΤΕ υπήρχαν Μορφές! Ο Γέρος του Μοριά, ο Νικηταράς, ο Παπαφλέσσας, ο Πλαπούτας, η Μπουμπουλίνα, ο Κανάρης – οι Αποφασισμένοι! Σήμερα, υπάρχουν οι ΒΟΛΕΜΕΝΟΙ! Οι ΑΝΕΜΟΔΟΥΡΕΣ! Με ΟΛΟΥΣ, για ΟΛΑ!
ΤΟΤΕ, υπήρχαν ΑΝΔΡΕΣ. Πολέμαρχοι για την Πατρίδα, αλλά φτωχοί! Σήμερα, υπάρχουν α-πολέμαρχοι, κατοικούντες στα Βόρεια Προάστια, με πισίνες και «Καγιέν». Τότε, υπήρχε ο Κολοκοτρώνης, που έγραφε στον Πλαπούτα: «Άκου ρε… Στείλε μου κανά δυο μπόγια σκουτί να ράψω κανένα σώβρακο γιατί σκύβω και φαίνεται ο κώλος μου και γελάνε τα παλικάρια μου»!
Τότε υπήρχε ο Καραϊσκάκης που έγραφε, απαντώντας σε δελεαστικές προτάσεις: «Ο μπούτσος μου έχει τρουμπέτες, έχει και τουρμπελέκια και ό,τι θέλω παίζω…».
Τώρα, άλλα Όργανα παίζουν… Προμήθειες, μεγάλη ζωή και κάργα παράσημα στο στήθος, από ανύπαρκτες μάχες!

Τότε, 1821. Σήμερα, 2011. ΔΥΟ εποχές, ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΙ. Ο Κόσμος της Τιμής, 1821. Και ο Κόσμος της Αρπαγής και της Λαμογιάς, 2011.

28 Νοεμβρίου 2010

Λεωνίδας -Παπαφλέσσας: "Βίοι παράλληλοι"


Κόρινθος 481 π.Χ.
Οι Έλληνες το φθινόπωρο του 481 π.Χ.( Ο Μιλτιάδης είχε χάσει τη θέση του ως επικεφαλής πολιτικός της Αθήνας, τη περιουσία του και τέλος τη ζωή του) συγκάλεσαν πανελλήνιο συμβούλιο (Εθνοσυνέλευση) στο ναό του Ποσειδώνα στη Κόρινθο προκειμένου να αναχαιτίσουν τους Πέρσες. Αλλά:Διαφορετικές απόψεις είχανε σχηματιστεί μέχρι να οδηγηθούν οι Έλληνες στο συνέδριο, εσωτερικές διχόνοιες οι οποίες μετά την ήτα των Περσών οδήγησαν στους Πελοποννησιακούς Πολέμους ( εσωτερικές διχόνοιες).

Β' Εθνοσυνέλευσης στο Αστρος Κυνουρίας 1823 μΧ.

Η Ελληνική Επανάσταση διήνυε ήδη το πέμπτο έτος της και η Πελοπόννησος ελεγχόταν πλέον από ελληνικές δυνάμεις πλην των φρουρίων της Πάτρας, της Μεθώνης και της Κορώνης. Οι πολεμικές επιχειρήσεις ωστόσο επισκιάζονταν από τις εσωτερικές διχόνοιες των Ελλήνων. Ηδη από τις αρχές του 1823, στο πλαίσιο της Β' Εθνοσυνέλευσης στο Αστρος Κυνουρίας, είχαν παρατηρηθεί έντονες διαφωνίες και σκληρός ανταγωνισμός ανάμεσα στην «παράταξη» των στρατιωτικών και στη μερίδα των πολιτικών. Κόκκινο πανί για την πολιτική παράταξη αποτελούσαν στη μεν Στερεά Ελλάδα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, στη δε Πελοπόννησο ο γέρος του Μοριά Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Μετά το πέρας της Συνέλευσης το χάσμα ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές έμοιαζε αγεφύρωτο και ο πρώτος εμφύλιος (φθινόπωρο 1823 - καλοκαίρι 1824) ήταν προ των πυλών.
Ο Παπαφλέσσας όπως και ο Λεωνίδας συμμετείχε στην Εθνοσυνέλευση.

Όταν το 1825, ο αλβανικής καταγωγής Αιγύπτιος πολέμαρχος Ιμπραήμ καταλάμβανε ακάθεκτος την Πελοπόννησο (ως σύμμαχος των Τούρκων, με αντάλλαγμα την διοίκηση της Κρήτης, της Κύπρου και της Πελοποννήσου) κι απειλούσε με καταστροφή τον ελληνικό αγώνα, το περιβόητο Εκτελεστικό, με πρόεδρο το Γ. Κουντουριώτη και γραμματέα τον Μαυροκορδάτο, άρχισε να συζητά πως ο μόνος τρόπος για ν’ αντιμετωπιστεί ο Ιμπραήμ ήταν να σχηματιστεί, με τα χρήματα του δεύτερου δανείου των δυο εκατομμυρίων λιρών, μισθωτός στρατός στην Αμερική που θα ερχόταν να πολεμήσει στην Ελλάδα! Λες και ο Ιμπραήμ θα περίμενε να φτιαχτεί πριν ο στρατός, να μεταφερθεί, με ιστιοφόρο τότε, από τα πέρατα του κόσμου στον τόπο μας κι έπειτα να μας πολεμήσει. Η εξωφρενική αυτή πρόταση βρίσκει, σωστά, τούτη δω την κριτική του Κόκκινου:
«Το πράγμα φανερώνει μέχρι ποίου σημείου δεν αντελαμβάνοντο την φοβερά πραγματικότητα οι αποκλείοντες την ληψιν σοβαρών στρατιωτικών μέτρων εντός αυτής της Πελοποννήσου δια της χρησιμοποιήσεως των εις την φυλακην ή υπό καταδίωξιν Πελοποννησίων αρχηγών, διότι αυτοί ήσαν οι συζητουντες την μετάκλησιν ξένου στρατού, ανυπάρκτου ακόμη, προς αντιμετώπισιν του Ιμβραήμ».

Ο Παπαφλέσσας, ως υπουργός Εσωτερικών, πρότεινε να δοθεί αμνηστία, να απελευθερωθούν όλοι οι κρατούμενοι οι στρατιωτικοί ηγέτες (ο Κολοκοτρώνης είχε χάσει τη θέση του ως επικεφαλής πολιτικός ,αγωνιστής και αργότερα τη ζωή του, όπως και ο Μιλτιάδης πριν την μάχη των Θερμοπυλών) που ήταν αντίθετοι με την κυβέρνηση Κουντουριώτη και ενωμένος ο λαός να αντιμετωπίσει τον εισβολέα. Οι καρέκλες, όμως, μετρούσαν περισσότερο από τον κίνδυνο. Η πρότασή του απορρίφθηκε. Μάνιασε. Ανέβηκε στο βήμα της Βουλής κι ανήγγειλε ότι θα μαζέψει 10.000 οπλοφόρους, θα αφήσει το Ναύπλιο και θα κατευθυνθεί προς την Τριπολιτσά και εν συνεχεία προς τη Μεσσηνία με σκοπό να αναμετρηθεί με τη στρατιά του Ιμπραήμ, η οποία ήταν εκπαιδευμένη από Γάλλους αξιωματικούς που είχαν πλούσια στρατιωτική εμπειρία από τους ναπολεόντειους πολέμους. Κι όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, ή θα πεθάνει ή θα νικήσει. Αν όμως, τα κατάφερνε, υποσχέθηκε να γυρίσει με τον στρατό του και να απελευθερώσει ο ίδιος τους φυλακισμένους. Ο Παπαφλέσσας έδειξε όλο του το μεγαλείο κι εγκαταλείποντας τα αξιώματα, ανέλαβε ο ίδιος ν’ ανακόψει την προέλαση του Ιμπραήμ, μεταβαίνοντας στο Μανιάκι, στις 16 Μαΐου 1825. Η πράξη του αυτή ήρθε σαν επιστέγασμα της όλης μεγάλης προσφοράς του στον Αγώνα.
Στην πρόσκλησή του Παπαφλέσσα ανταποκρίθηκαν σχεδόν 700 πολεμιστές, με τους οποίους κατευθύνθηκε στο σημείο Λεοντάρι, όπου και ενώθηκαν με τον ανιψιό του Παπαφλέσσα Δημήτρη Φλέσσα και τα περίπου 150 «τουφέκια» του. Ακολούθησαν οι οπλαρχηγοί Αναστάσης Κουμουνδούρος, Χρήστος Πατρινέλλης, Αδαμάκης Αποστολόπουλος, Παναγιώτης Μπούρας και Αναστάσης Κουλοχέρας με τα «ασκέρια» τους. Οταν η στρατιά προχώρησε στους Λάκκους, στο δυναμικό της προστέθηκαν ο Γιώργος Μπούτος και ο πολέμαρχος Καρακίτσος με τους άνδρες τους. Αργότερα ο Παπαφλέσσας πληροφορήθηκε ότι ο Πλαπούτας σκόπευε να προστρέξει σε βοήθειά του με περίπου 1.600 πολεμιστές του, ενώ και οι αρκάδες οπλαρχηγοί τού διεμήνυαν ότι θα έσπευδαν προς ενίσχυση της ελληνικής στρατιάς με τουλάχιστον 2.000 «τουφέκια».
Η μάχη στο Μανιάκι Η «Λεωνίδειος μάχη»
Αφού συγκέντρωσε δύναμη περίπου 2.000 ελλήνων αγωνιστών (1.500 ή μόλις 1.200 κατ' άλλους) από την Αρκαδία, τη Μεσσηνία και τη Μάνη, ο Παπαφλέσσας πορεύθηκε προς την περιοχή της Πυλίας και συγκεκριμένα κοντά στο χωριό Μανιάκι, που βρισκόταν βορειοανατολικά της Πύλου, σε υψόμετρο 580 μ. Εκεί οχυρώθηκε στις 16 Μαΐου και έστησε τρία πρόχειρα προχώματα (ταμπούρια) σε θέση που επέτρεπε την εποπτεία της γύρω περιοχής από ψηλά. Στο ένα πρόχωμα επικεφαλής τοποθετήθηκε ο ανιψιός του, ο Δημήτριος Φλέσσας, με τους Μεσσηνίους, το άλλο ανέλαβαν να προστατεύσουν ο Βοϊδής Μαυρομιχάλης και οι μανιάτες οπλαρχηγοί και τέλος στο τρίτο, το βόρειο, το πιο επικίνδυνο και εκτεθειμένο, έμεινε ο ίδιος με μερικά από τα παλικάρια του.
Ξημέρωνε 20ή Μαΐου 1825. Ο αιγυπτιακός στρατός πλησίαζε από τον κάμπο. «Είχεν μαυρίσει ο κάμπος από τον πολύν στρατόν» σημειώνει χαρακτηριστικά ο Φωτάκος. Στη θέα του πολυάριθμου αιγυπτιακού πεζικού και ιππικού - περί τους 6.000 άνδρες συνολικά (άλλοι μιλούν για 2.500-3.000 Αιγυπτίους) - που πλησίαζε ορμώμενο από την καταληφθείσα πόλη της Πύλου πολλοί ήταν οι Ελληνες που δείλιασαν και εξέφρασαν την άποψη ότι το σημείο δεν ήταν κατάλληλο για άμυνα, πόσο μάλλον για αναμέτρηση των άνισων αριθμητικά στρατών, με συνέπεια τη γενικευμένη λιποταξία. Περισσότεροι από 1.000 Ελληνες εγκατέλειψαν το μέτωπο.
Ο Παπαφλέσσας, εμμένοντας στην άποψή του ότι η μάχη έπρεπε πάση θυσία να δοθεί στο Μανιάκι, απέμεινε να το υπερασπιστεί με μόνο 600 ή 500 ή κατ' άλλες ιστορικές πηγές 300 πιστούς συντρόφους, κυκλωμένος από τουλάχιστον 3.000 αιγυπτίους πεζούς και ιππείς. Με μοναδικά του όπλα ένα γιαταγάνι που του είχε χαρίσει ο βοεβόδας της Καλαμάτας Αρναούτογλου και ένα στολισμένο με φίλντισι καριοφίλι που έγραφαν το όνομά του ο Παπαφλέσσας ήταν αποφασισμένος να εμποδίσει με τη θυσία του την προέλαση της αιγυπτιακής στρατιάς, την οποία οδηγούσε ο γάλλος εξωμότης συνταγματάρχης Ντε Σεβ Σουλεϊμάν μπέης μαζί με τον ίδιο τον Ιμπραήμ πασά.
Εβδομάδες μετά τη μάχη στο Μανιάκι κυκλοφόρησε στο Παρίσι λιθογραφία με φανταστική σύνθεση που απεικονίζει την κορύφωση της σύγκρουσης, στην οποία αναγράφεται η φράση: «Η εν Μανιακίω της Πυλίας μάχη, καθ' ην ο Γρηγόριος Παπαφλέσσας, ηρωικώς μαχόμενος, έπεσε ως νέος Λεωνίδας».


Η θυσία του Παπαφλέσσα

Η Ρούμελη είχε το «νέο Λεωνίδα της», τον Αθανάσιο Διάκο, που κάτω από παρόμοιες συνθήκες δεν πισωδρόμησε στην Αλαμάνα. Τώρα, στο πρόσωπο τούτον Παπαφλέσσα, θ’ αποχτούσε στο Μανιάκι κι ο Μοριάς τον Λεωνίδα του.Χαρακτηριστικά, κατά την διάρκεια της μάχης, μερικοί από τούς καπεταναίους «ιδόντες τον προφανή κίνδυνον» παρακινούσαν τον ανεψιό του Δημήτρη να του πει να κάνουνε γιουρούσι και διασπώντας τις γραμμές της εχθρικής καβαλαρίας να γλιτώσουν όσοι τούς ευνοήσει ή τύχη. «Κανείς», όμως, «δεν ετόλμα να του εκστόμιση τοιούτον τι κατά πρόσωπον».Τον σιμώνουν τέλος ο Κεφάλας κι ο παπα-Γιώργης(και στην μάχη των Θερμοπυλών υπήρχε "κληρικός", ο μάντης Μεγιστίας), γνωστοί και οι δύο για την παλικαριά τους, και του λένε, από μέρος όλων των καπεταναίων, πως αυτή στεκόταν ή τελευταία τους ευκαιρία να σωθούν. Τότε ο Παπαφλέσσας αποκρίνεται στον Κεφάλα:
- Έχασα τις ελπίδες που στήριζα πάνω σου. Και μαζί μ’ αυτές και την υπόληψη που είχα για σένα.
Έπειτα γυρνά, πιάνει τον παπα-Γιώργη από τα γένια και τραβώντας τα του λέει:
- Μου τα ντρόπιασες, παπα-Γιώργη!
Σταματά μια στιγμή και ύστερα του ξαναλέγει:
- Που να πάμε να φύγουμε; Έχουμε τακτικό στράτευμα όπου, όταν θα βγει από τα ταμπούρια, θ’ αποτραβηχτεί με τάξη πολεμώντας; Δεν ξέρεις τάχα πως οι άτακτοι άμα βγουν από τα ταμπούρια σκορπίζουν κι ο καθένας παίρνει δικό του δρόμο; Τότε πέντε καβαλαραίοι του Ιμπραήμ θα μας σφάξουν όλους. Και θ’ ακολουθήσει μεγάλο κακό για το έθνος όπως θα ψυχωθούν οι εχθροί και θα δειλιάσουν οι δικοί μας. Τι φοβάσαι, Παπαγιώργη; Εσύ ξέρεις τα γράμματα που έγραψα και πήρα. Σε ρωτώ, έχεις αμφιβολίες πως μέσα σε δύο ώρες πέντε χιλιάδες δικοί μας δε θα χτυπάνε απέξω τον Ιμπραήμ; Ακόμα κι άλλοι να μην έρθουν ο Πλαπούτας δε θα λείψει. Είμαι βέβαιος πως θα νικήσουμε.
Aν όμως, ο μη γένοιτο, νικηθούμε, θ’ αδυνατίσουμε τη δύναμη του εχθρού και ή ιστορία θα ονομάσει τούτον τον πόλεμο Λεωνίδειον μάχην, παπα-Γιώργη!

Υστερα από αλλεπάλληλες βολές του αιγυπτιακού πυροβολικού και από σειρά εφόδων του ιππικού το πρώτο οχύρωμα που έπεσε ήταν αυτό του Παπαφλέσσα και στη συνέχεια αυτό του Βοϊδή. Ακολούθησε δραματική μάχη σώμα με σώμα. Αφού προξένησαν τη μέγιστη δυνατή φθορά στα στίφη των Αιγυπτίων - περισσότεροι από 600 Αιγύπτιοι νεκροί - τα ελληνικά τυφέκια σίγησαν μέχρις ενός. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Γιαννάκης Παπάς, γιος του μακεδόνα αγωνιστή της Επανάστασης Εμμανουήλ Παπά. Μετά το πέρας της μάχης ο Ιμπραήμ ζήτησε επίμονα να μεταφέρουν ενώπιόν του τον νεκρό Παπαφλέσσα. Οταν οι στρατιώτες τού έφεραν το ακέφαλο πτώμα του πελοποννήσιου οπλαρχηγού, διέταξε να τον στήσουν όρθιο πάνω σε ένα δέντρο. Μετά τον θάνατο όλων των Ελλήνων στην μάχη των Θερμοπυλών ο Ξέρξης διατάζει να βρεθεί το σώμα του Λεωνίδα, διατάζει να αποκεφαλιστεί, και να στηθεί όρθιο.

ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ

Είναι γνωστό το σπαρτιάτικο ταν ή επί τας αλλά και ο Παπαφλέσσας χαρακτηριστικά λέγεται ότι δήλωνε πως είτε θα επέστρεφε νικητής είτε θα έπεφτε στο πεδίο της μάχης.

Τι να πει κανείς...
Διχόνοιες: Κολοκοτρώνης, Παπαφλέσσας, Αριστείδης ,Θεμιστοκλής
Ας μη ξεχνάμε ότι και πριν τις Θερμοπύλες ο Αριστείδης συμφιλιώνεται με τον Θεμιστοκλή. Λίγο αργότερα ο Αριστείδης υποβοήθησε τον αφανισμό του Θεμιστοκλέους...


Το γεύμα με τον Πλούτωνα

Στο Μανιάκι:Ηταν ένας τολμηρός Αμερικανός φιλέλληνας που ονομαζόταν Χάου ,ο οποίος ειχε την περιέργεια αλλά και το θάρρος ,να βρεί ποιος ήταν ο επικεφαλής των Ελλήνων σε αυτό το απονενοημένο διάβημα αναμέτρησης με τα στρατεύματα του Ιμπραήμ . Ο Χάου γράφουν οι ιστορικοί έμεινε κατάπληκτος όταν τον έφεραν μπροστά στον Παπαφλέσσα.
Τον είχε γνωρίσει σαν Υπουργό των Εσωτερικών στο Ανάπλι,με πολυτελή εμφάνιση,σε ένα άνετο σπίτι.Τώρα τον έβλεπε μπροστά του άγρυπνο,καθισμένο σε ένα βράχο ,ζωσμένο με πιστόλια και γιαταγάνι,αγνώριστο ,μεταμορφωμένο,έτοιμο για την μεγάλη θυσία.
Ο Παπαφλέσσας τον δέχτηκε εγκάρδια του πρόσφερε ψητό κρέας,ψωμί χωριάτικο και λίγο τυρί ,τσούγκρισε μαζί του το ποτήρι με το κρασί και σε μια στιγμή του είπε << Αύριο τέτοια ώρα θα τρώμε με τον Πλούτωνα >>. Ακριβώς η ίδια φράση όπως ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες.


Και εάν δεν κάνω λάθος, ο Λεωνίδας και ο Παπαφλέσσας ήταν και οι δυο Αρκάδες...

01 Οκτωβρίου 2010

maniaki beach


Ύστατο μετερίζι! Νά σπρώχνεις τήν Ζωή μέ τόν θάνατό σου,
έκει πού τήν όνειρεύτηκες!






ΠΕΖΑ ΔΡΑΜΑΤΑ
ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ, Ο ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ ΤΩΝ
ΨΥΧΩΝ
(Ἱστορικὸ δράμα σὲ μέρη τρία καὶ εἰκόνες ἕντεκα)


[Ὑπόθεση τοῦ ἔργου εἶναι ἡ τρικυμιώδης ζωὴ τοῦ Παπαφλέσσα. ῾Η εὐφυΐα του, ἡ παλικαριά του, ἡ φιλοπατρία του, καὶ ἡ ἄμετρη φιλοδοξία του τὸν ἀνέδειξαν ἀπὸ ταπεινὸ καλόγηρο, πρωταγωνιστὴ τῆς ῾Ελληνικῆς ᾽Επαναστάσεως. Ἡ δράση του παρουσίασε στιγμὲς θαυμαστοῦ μεγαλείου ἀλλὰ καὶ στιγμὲς ἠθικοῦ ξεπεσμοῦ, ὡς τὴ στιγμὴ ποὺ ἀποφάσισε νὰ ἀναμετρηθῆ στὸ Μανιάκι μὲ τὸν ᾽Ιμπραήμ.]


ΕΙΚΟΝΑ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
[νύχτα, πλαγιὰ βουνοῦ, ψηλὰ ἀπ’ τὸ Μανιάκι.]
ΣΚΗΝΗ Δ΄
ΦΛΕΣΣΑΣ - ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ
[μπαίνει ἀπὸ δεξιὰ ὁ Παπαγιώργης.]


ΦΛΕΣΣΑΣ - Ζύγωσε, Παπαγιώργη, νὰ πυρωθῆς, ἄρχισε νὰ τσούζη ὁ βοριάς. [ὁ Παπαγιώργης κάθεται σιωπηλός.] Ἄκου Παπαγιώργη· μὴ σοῦ φανῆ παράξενο αὐτό, ποὺ θὰ σοῦ πῶ. Πές, πὼς δὲν εἶμαι οὔτε μινίστρος, οὔτε ἀρχιμαντρίτης, οὔτε ἀρχηγός σου, οὔτε τίποτε. Πές, πὼς εἶμαι ἕνας ἁπλός... μιὰ ψυχὴ μὲς στὸ ποίμνιο.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Γιατί μοῦ τὰ λὲς αὐτὰ;
ΦΛΕΣΣΑΣ - Πές, πὼς δὲν εἶναι πόλεμος· πὼς δὲν εἴμαστε στὸ
Μανιάκι· πὼς δὲν εἴμαστε κλεισμένοι σὲ ταμπούρι. Πές, πὼς εἶσαι
στὸ ἱερὸ κι ἐγὼ εἶμαι ἕνας πιστός... ποὺ σὲ ζυγώνει... δειλὸς καὶ ντρο-
πιασμένος,
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Μὰ γιατί νὰ βάλω μὲ τὸ νοῦ μου οὗλα
αὐτά;
ΦΛΕΣΣΑΣ - [ζεστά.] Γιατὶ ἔτσι εἶναι...
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - [σὲ μεγάλη ἀπορία καὶ συγκίνηση.] Μὰ τί
γυρεύεις ἀπὸ μὲνα;
ΦΛΕΣΣΑΣ - Τίποτα· νὰ ξομολογηθῶ.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Ἀλήθεια, φέρνεσαι σὰ χριστιανὸς τὴν ὥρα
τούτη... Δὲν ξαίρομε τί μᾶς βρίσκει...
ΦΛΕΣΣΑΣ - Στάθηκα ἕνας ἁμαρτωλός, Παπαγιώργη...
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Ἔ, καλά, καὶ ποιός δὲν εἶναι; ῎Ετσι εἴμαστε
ὅλοι.


ΦΛΕΣΣΑΣ - Ὄχι, Παπαγιώργη, μέσα μου ἡ λάσπη ἤτανε πάντα πλησμονή, ὅσο κι ἂν πάσκιζα νὰ τὴ νικήσω. Ὁ Θεὸς κι ὁ διάολος παλεύανε, νύχτα μέρα, μέσα στὴν ψυχή μου· κι ἤτανε πάντα ὁ σατα- νάς, ποῦχε τὸν τελευταῖο λόγο.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Μεγάλο βάσανο καὶ τοῦτο, τὸ δικό σου,
δηλαδή !


ΦΛΕΣΣΑΣ - Μάταια πάλευα γιὰ κάτι, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μὲ γαληνέψη. Θεοῦ πρόσωπο δὲν εἶδα παρὰ μονάχα τρεῖς στιγμές... τρεῖς στιγμὲς μονάχα...
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Δὲ σὲ καταλαβαίνω, βρὲ παιδί μου... ποιές
στιγμές.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Ἡ μιά, ὅταν πρωτομπῆκα στὸ μυστήριο τῆς
Ἑταιρίας.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Ἡ δεύτερη;
ΦΛΕΣΣΑΣ - ῞Οταν κατεβαίναμε μὲ τὸν Κολοκοτρώνη νὰ


βαρέσωμε τὸ Δράμαλη.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Κι ἡ τρίτη;
[ἀρχίζει νὰ ξημερώνη σιγὰ σιγά.]


ΦΛΕΣΣΑΣ - Ἐτούτη ἡ ἀποψινή. Σὰ νὰ σκίζεται κάθε φορὰ τὸ καταπὲτασμα τ’ οὐρανοῦ ἄνωθεν ἕως κάτω καὶ σὰ ν’ ἀντικρίζω φῶς ἀπ’ τὸν Παράδεισο.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Δὲ σὲ καταλαβαίνω! Γιατί αὐτὲς τὶς τρεῖς
στιγμὲς μονάχα;


ΦΛΕΣΣΑΣ - Γιατὶ αὐτὲς τὶς τρεῖς στιγμὲς μονάχα, Παπαγιώρ- γη μου, δόθηκα σ’ ὅ,τι δὲν εἶναι μικρὸ σὰν τὸν ἑαυτούλη μας, πρό- σκαιρο σὰν τὴ ζωούλα μας, στενὸ σὰν τὸν ἐγωισμό μας. Μ’ αὐτὲς ἦταν τρεῖς στιγμὲς μονάχα, σ’ ὁλάκερη ζωή· κὶ ὅλο τὸν ἄλλο καιρὸ νά τρέχης πίσω ἀπὸ λάμψεις, θέσεις, ἀξιώματα, μικρόχαρες φρο- ντίδες καὶ λογαρισαμούς. Πόσο εὔκολα ξεχνούσαμε κάθε φορὰ τοὺς φρικτούς μας ὅρκους νὰ ὑπηρετήσωμε μὲ πίστη τὸν τρανὸν ἀγώνα. Καὶ νά ποιό εἶναι τὸ κατάντημα. Ἀπὸ τὶς ἀνομίες μας νὰ κινδυνεύη ἡ λευτεριά μας.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Ὁ θεὸς εἶναι μεγάλος· θὰ μᾶς συγχωρέση
ὅλους.


ΦΛΕΣΣΑΣ - Ἀκόμα χτὲς ἔφτασα δῶ μὲ τὸ κεφάλι μου γεμάτο στοχασμοὺς ἀκάθαρτους· ἦρθα νὰ δώσω καὶ νὰ κερδίσω μιὰ μάχη, μονάχα γιὰ ψευτοπολιτική· νὰ πάρω καινούργια δύναμη ἀπὸ τὴ νίκη· νὰ λευτερώσω φυλακισμένους καπετάνιους... Κι ὅλα αὐτὰ γιατί; γιὰ ποιόν; Γιά μένα! Γιὰ νὰ γίνη ὁ Παπαφλέσσας ἀπὸ μινίστρος πρόεδρος. [περιπαίζοντας.] Μικρόχαρες φροντίδες. Ἂς εἶναι εὐλογημένο τ’ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ποὺ τὶς ἔσβησε μὲ τὴ θεία βουλή του καὶ μὲ χέρι σταθερὸ μ’ ἔφερε ν’ ἀντικρίσω τὸ μεγάλο μου χρέος· καὶ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπ’ αὐτό· νὰ πεθάνω! Πρόσεξε καλά· δὲν τὸ λέω στὸν καπετάνιο τὸν Παπαγιώργη ἀπ’ τὸ Περθώρι· τὸ λέω στὸν πνευματικό, ποὺ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ ξαναπῆ σὲ κανένα...
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Γιατί τὸ λὲς αὐτό; Τὴν ὥρα του κανένας δὲν
τὴν ξέρει.


ΦΛΕΣΣΑΣ - ῎Οχι ξέρω καλά. [ἐμπιστευτικὰ καὶ θλιμμένα.] Βοήθεια δὲν προσμένω ἀπὸ πουθενά. ῞Ολοι μᾶς πρόδωσαν, ἀκόμα καὶ οἱ πιὸ δικοί μας, Παπαγιώργη... Δὲν εἶμαι σίγουρος οὔτε γιὰ τὸν Πλαπούτα... Καταλαβαίνεις;
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Τότε τί στέκεις νὰ πολεμήσης τί στεκόμα-
στε;


ΦΛΕΣΣΑΣ - Γιὰ νὰ πέσωμε... Πρέπει νὰ πέσωμε, γιὰ ν’ ἀναστηθοῦμε στὴν ψυχή τοῦ ῎Εθνους καὶ νὰ τὴν ἀναστήσωμι... Κατάλαβέ το, Παπαγιώργη... τ’ ὄμορφο παραμύθι ποὺ μᾶς ἕνωσε καὶ μᾶς ξεσήκωσε στὸ μεγάλο ξεκίνημὰ μας, ξεθώριασε καὶ θέλει αἶμα, γιὰ νὰ ζωντανέψη. Πρέπει νὰ πεθὰνωμε, γιὰ νὰ τὸ θρέψωμε· νὰ γίνωμε κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι παραμύθι... Καὶ δῶ εἶναι, Παπαγιώργη,
τὸ ἄλλο βαρὺ ἁμάρτημα, ποὺ ξομολογιέμαι στὸν πνευματικό: ἡ δική μου ἡ ζωὴ εἶναι δική μου καὶ μπορῶ νὰ τὴν ἀποφασίσω... Μὰ ἔχω τὸ δικαίωμα να μαντρώνω ἔτσι ὅλα τοῦτα τὰ παλικάρια καὶ νὰ τοὺς κρύβω την ἀλήθεια, πὼς εἶναι βέβαιος ὁ χαμός; [ὁ Παπαγιώργης σωπαίνει ὁ Φλέσσας τὸν κοιτάζει στὰ μάτια.] Γιατί δὲ μοῦ κραίνεις;


ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - [μὲ μεγάλη συγκίνηση καὶ μὲ τὰ χέρια κατὰ τὸν οὐρανό.] Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς συγχωρέση, ἐσένα, κι ἀπὸ τούτη τὴ στιγμὴ καὶ μένα!...
ΦΛΕΣΣΑΣ - [μ’ ἄξαφνη ἔντονη χαρά.] Μοῦ δίνεις ἄφεση; [σκύβει
τὸ κεφάλι μπροστά του.]
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - [ἁπλώνει τὸ χέρι του ἐπάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι
του μὲ μεγάλη συγκίνηση.] Ἀφοῦ εἶναι γιὰ Θεὸ καὶ γιὰ Πατρίδα!
[ἔχει ξημερώσει τέλεια· οἱ πρῶτες ἀχτίνες τοῦ ἥλιου χτυποῦν στὰ
κλαριὰ τῆς γκορτσᾶς*.]


ΦΛΕΣΣΑΣ - [φιλώντας τὸ χέρι τοῦ Παπαγιώργη.] Σ’ εὐχαριστῶ. Μ’ ἀνοίγεις τὸν Παράδεισο... Εἶμαι πιὸ ἀλαφρὸς κι ἀπ’ τὸ πουλί, ὅταν αὐγὴ ἀφήνη τὸ κλαρὶ γιὰ τὸ ξέγνοιαστο πέταγμά του, [ὄρθιος.] Εὐλογημένη μέρα αὐτή, ποὺ ξημερώνει, κι ἂς εἶναι ἡ στερνὴ μας. ῎Ε! σεῖς, ἀπάνω! σηκωθῆτε! [τοὺς ξεκουνάει· αὐτοὶ ξυπνοῦν· στὸν Πα- παγιώργη.] Μιλιὰ γιὰ ὅσα εἴπαμε... ἔχω τὸ λόγο σου. [στοὺς ἄλλους ποῦχαν ἀνακαθίσει.] ῎Ε! σύ, ὀρὲ Τισαμενέ*, σύρτε μὲ τὸ Δημήτρη νὰ ποτίστε τ’ ἄλογα. [ὁ Τισαμενὸς κι ὁ Δημήτρης φεύγουν.] Καὶ σύ, ὁρὲ Λεβιδιώτη, σύρε νὰ πῆς στοὺς Καπεταναίους νάρθουνε στὴ στιγμὴ σὲ μένα. Ἔχω νὰ τοὺς μιλήσω.
ΛΕΒΙΔΙΩΤΗΣ - Στὶς προσταγές σου.
[ὁ Λεβιδιώτης φεύγει.]
ΣΚΗΝΗ Ε΄
ΦΛΕΣΣΑΣ, ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ καὶ σὲ λίγο ΚΕΦΑΛΑΣ


ΦΛΕΣΣΑΣ - [στὸν Παπαγιώργη.] Αὐτὸν τὸν Τισαμενὸ θέλω νὰ τονὲ διώξω, Παπαγιώργη, ἀπὸ δῶ πέρα. Τὸν λυπᾶμαι! Τί νὰ τόν κάνουμε; Καλαμαρὰς κι ἔχει ἕνα σωρὸ ψυχὲς ἀπάνω του. Μονάχα πρέπει νάβρω τρόπο. [κοιτάζοντας ἀριστερά.] Κάποιος ἔρχεται. [φωνάζει.] Ἐσύ ’σαι, ὀρὲ Κεφάλα; Τί χαμπέρια φέρνεις;


ΚΕΦΑΛΑΣ - [μπαίνοντας ἀριστερὰ λαχανιασμένος.] ῾Ο Ἀράπης


φάνηκε.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Κατὰ ποῦ, ὀρέ;
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Εἶναι κοντά;
ΚΕΦΑΛΑΣ - Ἀπάνω ἀπ’ τὴ Σκάρμιγκα κι ἀπὸ τὸ Κεφαλόβρυσο...
Σύγνεφο τὰ μπαϊράκια* του... Γεράκια ἀμέτρητα, ποὺ φτερακᾶνε
στὸν ἀγέρα...
ΦΛΕΣΣΑΣ - Οἱ στρατοὶ δὲν πολεμᾶνε μὲ τὰ μπαϊράκια*, ὀρὲ
Κεφάλα... παρακάτω...
ΚΕΦΑΛΑΣ - Εἶναι χιλιάδες ἡ πεζούρα κι ἡ καβάλα...
ΦΛΕΣΣΑΣ - Θέλω νὰ ξέρω, πῶς τοὺς μέτρησες; Γιατὶ τὸ μάτι τὸ
σκιαγμένο τοὺς πέντε, ὀρέ, τοὺς κάνει χίλιους· παρακάτω...
ΚΕΦΑΛΑΣ - Μ’ ἔστειλες νὰ δῶ αὐτὸ ποὺ εἶδα, γιὰ αὐτὸ ποὺ
θέλει ἡ ἀφεντιά σου; Ὁ κάμπος γιόμισε ἀπ’ τ’ ἄλογά τους.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Ταχιὰ θὰ τὰ καβαλικεύουν τὰ παλικάρια μας σὰν
τ’ ἄλογα τοῦ Δράμαλη... Παρακάτω!...
ΚΕΦΑΛΑΣ - Μαυρίζει ὁλοῦθε ὁ τόπος ἀπ’ τὰ φουσάτα* τους.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Μαυρίζει, γιατὶ εἶναι μαῦρα τ’ ἀντράποδα ὀρὲ Κε-
φάλα... Παρακάτω!...
ΚΕΦΑΛΑΣ - ῾Ολοῦθε ἀστράφτει ὁ τόπος ἀπ’ τὶς ἁρματωσιές
τους!


ΦΛΕΣΣΑΣ - Οἱ στρατοὶ δὲν πολεμᾶνε μὲ τ’ ἀτσάλι καὶ τὸ σί- δερο· πολεμᾶνε μὲ τοῦτο, ὀρὲ Κεφάλα! [χτυπάει τὴν καρδιά του. ] Παρακάτω!...


ΚΕΦΑΛΑΣ - Παρακάτω! Δὲν ἔχει παρακάτω... Θὰ τοὺς δῆς μονάχος σου, γιατὶ ὅπου καὶ νάναι, φτάνουν, ἐδῶ, μπροστά μας, στὰ ριζά.
[ἀπὸ δεξιὰ κι ἀριστερὰ μπαίνουν ἄτακτα μὲ θόρυβο οἱ
καπεταναῖοι.]
ΣΚΗΝΗ ΣΤ΄
ΟΙ ΑΠΑΝΩ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΠΕΤΑΝΑΙΟΙ Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ, ΠΙΕΡΡΟΣ,
ΒΟΪΔΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ, ΚΟΡΜΑΣ, ΤΣΑΛΑΦΑΤΙΝΟΣ
Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ - Ὁ Μπραΐμης εἶν’ ἀπὸ κἀτω. Παίρνει ξυστὰ τὰ
ριζοβούνια.
ΚΟΡΜΑΣ - Ἔβγα νὰ δῆς· μὲ τὸ μάτι φαίνεται· νά, καθρέφτης!...
ΒΟΪΔΗΣ Μ. - Δυὸ κολόνες ἡ πεζούρα καὶ μιὰ καβαλαραῖοι.
ΤΣΑΛΑΦΑΤΙΝΟΣ - Καὶ μιὰ κολόνα ἔχει ξεκόψει ἀπὸ δεξά·


πάει νὰ μᾶς πάρη τὶς πλάτες.
ΚΕΦΑΛΑΣ - Νὰ φύγωμε ἀπὸ τὸ μέρος τῆς Ἁγιᾶς.
ΦΛΕΣΣΑΣ - [ἄγρια.] Τί;
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Θάχωμε τὸ βουνὸ βοηθό.


Β0ΪΔΗΣ Μ. - Ἐδώ ’μαστε κλεισμένοὶ σὰν τὰ ποντίκια στὴν τρύπα τους· ἐκεῖ στεκόμαστε καὶ πολεμᾶμε στἀ ριζά... Κι ἅμα δοῦμε τὰ στενά, γλιστρᾶμε καὶ γλιτώνομε.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Καὶ γλιτώνομε καὶ σένα πούσαι χρήσιμος
γι’ ἄλλη περίσταση στὸ Ἔθνος...


ΦΛΕΣΣΑΣ - Καὶ σύ, ὀρὲ Παπαγιώργη; καὶ σύ; ποὺ τὰ μιλήσαμε καλὰ καὶ ξέρεις, πὼς ἡ νίκη μας εἶναι σίγουρη; [τὸν πιάνει ἀπ’ τὰ γένεια.] Γιατί μοῦ τὰ ντροπιάζεις αὐτὰ τὰ γένεια, Παπαγιώργη, δὲ μοῦ λές; Γιὰ ποιάν ἄλλη περίσταση χρειάζομαι, ὁρέ, ἂν μὴ γιὰ τούτη; [Στὸν Κεφάλα.] Καὶ σένα ἀλλιῶς σ’ ἐχτίμαγα, ὀρὲ Κεφάλα· σὲ εἶχα γιὰ καλύτερο. [στοὺς ἄλλους.] Ποῦ νὰ φύγωμε, ὀρέ, καὶ ποῦ νὰ πᾶμε; Εἴμαστε ταχτικό, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ πισωγυρίζωμε συ- νταγμένοι; Ἅμα βγοῦμε ἀπὸ τοῦτα τὰ λιθάρια, θὰ σκορπίσωμε κι οἱ καβαλάρηδες τοῦ ᾽Ιμπραὴμ θὰ μᾶς λιανίζουν ἕναν ἕνα... βγάλτε ἀπ’ τὸ μυαλό σας τὴ φευγάλα... Ἐδῶ θὰ μείνωμε καὶ θὰ νικήσωμε. [ἀπὸ δεξιὰ μπαίνει ὁ Μπιτσιάνης.] Τί εἶναι, ὀρὲ Μπιτσιάνη;
ΣΚΗΝΗ Ζ΄
ΟΙ ΑΠΑΝΩ ΚΑΙ ΜΠΙΤΣΙΑΝΗΣ


ΜΠΙΤΣΙΑΝΗΣ - Ἅμα φάνηκαν οἱ Ἀραπάδες; τρία τέσσερα μπουλούκια, παλικάρια ἀπὸ τὰ δυὸ ταμπούρια τ’ ἀκρινά, ἀρχίσανε πρῶτα νὰ μουρμουρίζουνε: Ἐσεῖς οἱ καπεταναῖοι ἔχετε ἀλόγατα κι ἅμα στενέψουνε τὰ πράματα, τὸ σκᾶτε... Ἐμᾶς ὅμως θὰ μᾶς βροῦν ἐδωπέρα. Κι ἄρχισαν ἀμέσως νὰ πέφτουν λίγοι λίγοι μέσα στὴ ρεματιὰ κι ὕστερα τὸ κακὸ δυνάμωσε καὶ τώρα φεύγουν...
ΦΛΕΣΣΑΣ - Εἶναι πολλοί, ὀρέ;


ΜΠΙΤΣΙΑΝΗΣ - Ὡς χίλιοι... Δὲ θέλει ἡ ἀφεντιά σου νὰ τοὺς
μιλήσης τίποτε;


ΦΛΕΣΣΑΣ - [θυμωμένα.] Ὄχι· δὲ μοῦ χρειάζονται ψοφίμια... θέλω ἄντρες καὶ ἔχω, δόξα σοι ὁ Θεός· μοῦ μένουνε ἀπάνω κάτω ἄλλοι χίλιοι. [πηδάει σὲ μιὰ πέτρα, γιὰ νὰ βλέπῃ ἔξω αὐτοὺς ποὺ φεύγουν, φωνάζει.] Κιοτῆδες! Ἔ! Κιοτῆδες! Ἄντε. Τραβᾶτε μὲ τὴ μουντζούρα στὸ κούτελο καὶ μὲ τὸ θάνατο πιὸ σίγουρο ἀπ’ τὸ σπαθὶ τοῦ καβαλάρη! [ἀπ’ ἀριστερὰ μπαίνουν ὡχροὶ ὁ Τισαμενὸς μὲ τὸ Δημήτρη τὸ σημαιοφόρο.] Τί εἶναι, ὀρὲ Τισαμενέ;
ΣΚΗΝΗ Η΄
ΟΙ ΑΠΑΝΩ, ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Ο ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ


ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ - [τρομαγμένος.] Τούτη τὴ στιγμὴ μᾶς κουλουριὰζει ὁ Ἀράπης· ἀνεβαίνοντας ἀπ’ τὸ νερὸ μὲ τ’ ἄλογα ἀπ’ τὴ ραχούλα εἶδα μιὰ κολόνα καβαλάρηιδες, ποὺ πάει κατὰ τὸ Μαργιέλι.
ΦΛΕΣΣΑΣ - [μὲ ἄγρια χαρά,] Γειά σου, ἀσίκη! Αὐτὸ θέλω κι
ἐγὼ νὰ κάνης... Τώρα θὰ πολεμήσωμε σὰν τὰ θεριά...
ΚΕΦΑΔΑΣ - Κι ἐγὼ σοῦ λέω νὰ φύγωμε, ἀνοίγοντας τὸ δρόμο
μὲ τὰ σπαθιά!
ΒΟΪΔΗΣ Μ. - Μιὰ φωτιὰ θὰ φᾶμε... Πόσοι θὰ σκοτωθοῦμε;
Πενήντα; ἑκατό; Οἱ ἄλλοι θὰ γλιτώσωμε.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Πάρε τ’ ἄλογό μας, ὀρὲ Τισαμενέ, καὶ τράβα μὲ τοὺς
σεΐζηδες* νὰ κολῆστε στὸ βουνό...


ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ - [μὲ μεγάλη συγκίνηση.] Καταλαβαίνω! Μοῦ κάνεις ὅ,τι καὶ στ’ Ἀνάπλι... Σὲ κάθε δύσκολη στιγμὴ μ’ ἔστελνες νὰ φουμάρω ἕνα τσιμπούκι...


ΦΛΕΣΣΑΣ - Ναί! Τράβα καὶ τώρα νὰ φουμάρης ἕνα τσιμπούκι, καλαμαρά, γιὰ νὰ καταλάβουν ὅλοι τους, πὼς τ’ ἄλογα δὲν τάχομε γιὰ τὴ φευγάλα. Καὶ πὴρα ἀπὸ ’κεῖ ψηλά, ποὺ θάσαι, νὰ τὰ δῆς ὅλα καλά, γιά νὰ μᾶς κάνης τὸν ἱστορικὸ τῆς μάχης. Ἄντε, τράβα!
ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ - [τὸν φιλεῖ.] Ὁ Θεὸς κοντά σου.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Στὸ καλό! [ὁ Τισαμενὸς φεύγει.]


ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ - Νὰ πάω κι ἐγώ;
ΦΛΕΣΣΑΣ - Τί λές, ὀρέ, πάρε τὸ μπαϊράκι καὶ βάστα το κοντά
μου· νὰ ξέρη ὁ βρωμάραπας, ποῦ βρίσκομαι.
[ὁ σημαιοφόρος ἐκτελεῖ. Ἀπὸ μακριὰ ἀκούγονται σαλπίσματα
καὶ ταμποῦρλα.]


Νά τους! Καλῶς ὁρίσατε, μουσαφιραῖοι, Ἀκοῦτε; Τοὺς συνάζει, γιὰ νὰ τοὺς ρίξη ἀπάνω μας. [προσταχτικά.] Οἱ προσταγές μου εἶναι τοῦτες: Οὔτε ἕνα βόλι δὲ θὰ ρίξετε, ἂν δὲν ἀκοῦστε τὸ δικό μας τὸ ταμπούρι... Καὶ νὰ ξέρετε ἀπὸ τώρα· θὰ τοὺς ἀφῆστε νὰ ζυγώσουν σὲ μισὸ τίρο* ντουφεκιοῦ. Ἀκοῦτε; σὲ μισὸ τίρο ντουφεκιοῦ... Τραβᾶτε! Καὶ γιὰ τὴ νίκη νάστε σίγουροι... Ὁ ῾Υψηλάντης μὲ διακόσιους, ὀρέ, κράτησε τὸ Δράμαλη στὸ Ἄργος· ἐμεῖς εἴμαστε πέντε φορὲς τόσοι κι ἀπόξω φτάνει ὥρα τὴν ὥρα βοήθεια. Κι ἂν οὗλοι οἱ ἄλλοι δὲν ἐρθοῦν, ὁ ἀδελφός μου ὁ Νικήτας δὲ θὰ μᾶς ἀφήση· κι ἂν αὐτὸς δὲν ἔρθη, ὁ Πλαπούτας δὲ θὰ λείψη· σὲ λίγο θάχομε πάρει τὶς πλάτες τοῦ Ἰμπραὴμ καὶ θὰ τονὲ βαροῦμε...


ΤΣΑΛΑΦΑΤΙΝΟΣ - Κι ἂν ὅλοι μᾶς ἀφήσουνε;
ΒΟΪΔΗΣ - Κι ἂν δὲν ἐρθῆ κανένας;
Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ - Τί γινόμαστε, δὲ μοῦ λές;


ΦΛΕΣΣΑΣ - Κι ἂν ὅλοι μᾶς ἀφήσουνε... κι ἂν ὅλοι σκοτωθοῦμε, στὸν τόπο τοῦ κάθε σκοτωμένου θὰ φυτρώσουν χίλιοι, καὶ δῶ καὶ στὴ Ρούμελη. Κι ὁ Ἀράπης θὰ χαθῆ. Καταλαβαίνω, ὀρέ· μᾶς πονάει νὰ μὴ ζήσωμε καὶ ν’ ἀπολάψωμε τὸ Ἔθνος λεύτερο. Μὰ δὲν ξεχνάω, παιδὶ σὰν ἤμουνα, μιὰ μέρα, ποὺ ὁ παππούλης μου, ὀγδόντα χρονῶν γέρος, φύτευε μὲ τὸ χέρι του κάτι δεντράκια τόσα δά. Καὶ τὸν ἀναγελοῦσα μέσα μου, γιατὶ οὔτε τὸν ἴσκιο τους θὰ χαιρότανε ποτές, οὔτε τὸν καρπό τους θὰ γευόταν. Κατάλαβα τί ἔκανε, μονάχα σὰ μεγάλωσα καὶ κάθισα ἑγὼ στὸν ἴσκιο τους κι ἔφαγα τοὺς καρπούς τους.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Τί γυρεύουν ἐδῶ οἱ ἱστορίες τοῦ παπ·ποῦ
σου;


ΦΛΕΣΣΑΣ - Τὴν ἴδια δουλειὰ κάνομε κι ἐμεῖς, ὀρέ, σ’ αὐτὰ τὰ βράχια... Δέντρο φυτεύομε, κι ἂς μὴν εἶναι γιὰ μᾶς, ποὺ θὰ γενῆ θεόρατο, γιὰ νάρχωνται γενιὲς καὶ γενιὲς νὰ κάθωνται στὸν ἴσκιο του καὶ νὰ μᾶς βλογᾶνε.
ΒΟΪΔΗΣ - [στοὺς καπεταναίους.] Πᾶμε στὰ ταμπούρια μας, ὀρέ.


Κι ὅποιος ζήση ἀπὸ μᾶς, ἂς ἀκούη τῶν γυναικῶν τὰ μοιρολόγια!
[τὴν ὥρα τούτη φεύγουν, ὁ Βοϊδὴς Μαυρομιχάλης, ὁ Κορμάς, ὁ
Μπιτσιάνης καὶ ὁ Κεφάλας.]
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Ἐγὼ θὰ κάτσω δῶ κι ἂς μοῦ ’βρισες τὰ γέ-


νεια.
Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ - Κι ἐγώ.
ΤΣΑΛΑΦΑΤΙΝΟΣ - Κι ἐγώ. Ἂν μὲ θές.


ΦΛΕΣΣΑΣ - Πιάστε ντουφεκίστρες. [στὸ σημαιοφόρο του.] Ἐδῶ τὸ μπαϊράκι, ὀρέ, νὰ ξέρη ὁ βρωμάραπας ποῦ βρίσκομαι. [ὁ σημαιοφόρος ἐκτελεῖ, μπαίνει ὁ Λεβιδιώτης.]
ΛΕΒΙΔΙΩΤΗΣ - ᾽Εδῶ μπροστὰ στὸ σύδεντρο μαζώχτηκαν˙ οἱ
ἀκροβολιστές τους εἶναι κιόλας ἀπὸ κάτω.


ΦΛΕΣΣΑΣ - Σκασμός. Στὴν ντουφεκίστρα σου! [πηδάει σ’ ἕνα λιθάρι ἀγναντεύοντας μὲ τὸ χέρι.] Μωρὲ στὰ βουβὰ γλιστρήσανε οἱ μουσαφιραῖοι! [φωνάζει.] Βαρῆτε!! [μπαταριές, σαλπίσματα, τυμπανοκρουσίες˙ γυρίζοντας στὸ σημαιοφόρο του, χαμηλά, βραχνά.] Σκίσ’ τὸ μπαϊράκι, χῶστο στὸν κόρφο σου καὶ φεύγα! Νὰ γλιτώσης τὸ σταυρό!
ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ - [ἐκτελεῖ ἀστραπιαΐα μὲ μεγάλη συγκίνηση.]
Καλὸ βόλι, καπετάνιο!
ΦΛΕΣΣΑΣ - Ἀμήν!!


[μπαταριές, σαλπίσματα, πανδαιμόνιο, φωνές. Αὐλαία κλείνει καὶ ἀνοίγει ἀμέσως... ἡσυχία, σκοτάδι ἀπόλυτο... μπαίνουν δυὸ χωρι- άτες μὲ φαναράκια καὶ δυὸ στρατιῶτες τοῦ ᾽Ιμπραΐμ καὶ πίσω του


ὁ Ἰμπραΐμ ὁ ἴδιος.]
Α΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Ὁ Πασὰς προστάζει νὰ βρεθῆ τὸ κουφάρι του.
[Ψάχνουν.]
Β΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Νά το. ᾽Εδῶ ’ναι.
ΙΜΠΡΑΪΜ - [ἀράπικα.] Ἐρ φαοῦ μὲν ὰ ὰ λάλ, ἄριτ οὐὰ κιφού.
Β΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Τί λέει;
Α΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Νὰ τὸν σηκώσωμε ὀρθόν.
[ἐκτελοῦν οἱ δυὸ χωριάτες καὶ οἱ δυὸ στρατιῶτες ὁ Ἰμπραΐμ


ζυγώνει καὶ τὸν φιλεῖ στὸ σκοτάδι.]
Α΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Τὸν φίλησε;
Β΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Ναί.
ΙΜΠΡΑΪΜ - Χουὰ κάαν ράγκελ σάαλιχ οὐὰ σουγκάαα!


Β΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Τί εἶπε, ὀρέ;
Α΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Εἶπε, ὅτι αὐτὸς ἤτανε ἕνας ἄντρας ἀληθινός...
Αὐτὸ εἶπε.
(ΑΥΛΑΙΑ)
« Παπαφλέσσας »
Σπύρος Μελὰς