Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΟΡΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΟΡΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
03 Ιουνίου 2012
06 Απριλίου 2012
Η Ανάσταση του Λαζάρου
Το Σάββατο του Λαζάρου κατέχει ξεχωριστή θέση στο λειτουργικό ημερολόγιο. Δεν ανήκει στις σαράντα ημέρες της μετάνοιας της Μ. Τεσσαρακοστής ούτε και στις οδυνηρές ημέρες της Μ. Εβδομάδας, αυτές που αρχίζουν από τη Μ. Δευτέρα και τελειώνουν τη Μ. Παρασκευή. Μαζί με την Κυριακή των Βαΐων συνθέτουν ένα σύντομο χαρούμενο πρελούδιο των γεμάτων πόνο ημερών που ακολουθούν. Δύο σημαντικά περιστατικά συνδέονται με τη Βηθανία: εκεί ανέστησε τον Λάζαρο και από εκεί ξεκίνησε ο Ιησούς την πορεία και άνοδο Του προς τα Ιεροσόλυμα.
Η ανάσταση του Λαζάρου είναι ένα γεγονός που, όπως θα δούμε, έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία. Συνδέεται μυστηριωδώς με την Ανάσταση του Κυρίου μας και παίζει, ως προς αυτή, το ρόλο μιας έμπρακτης προφητείας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Λάζαρος μας παρουσιάζεται στο κατώφλι της Μ. Εβδομάδας αναστημένος, ως προάγγελος της νίκης του Χριστού επί του θανάτου, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, παραμονές των Θεοφανείων, προανήγγειλε τον Επιφανέντα Χριστό. Πέρα όμως από τον πρωταρχικό αυτό χαρακτήρα της, η ανάσταση του Λαζάρου έχει και κάποιες δευτερεύουσες πτυχές τις οποίες είναι χρήσιμο να εξετάσουμε:
Η ανάσταση του Λαζάρου αναγγέλλει την ανάσταση των νεκρών η οποία έρχεται ως συνέπεια της Αναστάσεως του Κυρίου: « Λάζαρον τεθνεώτα τετραήμερον ανέστησας εξ Άδου, Χριστέ, προ του σου θανάτου διασείσας του θανάτου το κράτος και δι’ ενός προσφιλούς την πάντων ανθρώπων προμηνύων εκ φθοράς ελευθερίαν». Το Σάββατο του Λαζάρου είναι, κατά κάποιο τρόπο, η εορτή όλων των νεκρών. Μας δίνει την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε και να συγκεκριμενοποιήσουμε την πίστη μας στην Ανάσταση. Ο Κύριός μας, τονώνοντας το ηθικό της Μάρθας, μας δίνει σχετικά με τους κεκοιμημένους μας μια πολύτιμη διδασκαλία. Είπε στη Μάρθα: « Αναστήσεται ο αδελφός σου». Η Μάρθα απάντησε: « Γνωρίζω ότι ο αδελφός μου θα αναστηθεί κατά τη γενική ανάσταση της εσχάτης ημέρας». Και ο Ιησούς ανταπάντησε: « Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή». Η πίστη της Μάρθας ήταν ανεπαρκής σε δύο σημεία. Προέβαλε στο μέλλον, και μόνο στο μέλλον, την ανάσταση του αδελφού της και, δεύτερον, δεν αντιλαμβανόταν αυτή την ανάσταση παρά μόνο σε σχέση με ένα γενικό νόμο. Ο Ιησούς όμως της δείχνει ότι η ανάσταση είναι ένα γεγονός ήδη παρόν, επειδή Αυτός δεν προξενεί απλώς, αλλά είναι η ανάσταση και η ζωή. Οι κεκοιμημένοι μας ζουν διά και εν Χριστώ. Η ζωή τους συνδέεται με την προσωπική παρουσία του Χριστού και εκδηλώνεται εν αυτή. Εάν θελήσουμε να ενωθούμε πνευματικά με ένα κεκοιμημένο αδελφό μας που αγαπούσαμε πολύ, δεν θα προσπαθήσουμε να τον ζωντανέψουμε στη φαντασία μας, αλλά θα έρθουμε σε επικοινωνία με τον Ιησού και εν Αυτώ θα τον βρούμε.
Η ανάσταση του Λαζάρου είναι μια θαυμάσια επεξήγηση του χριστολογικού δόγματος. Μας δείχνει πώς, στο πρόσωπο του Ιησού, η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώνονται χωρίς να συγχέονται: «Ανάστασις και ζωή των ανθρώπων υπάρχων, Χριστέ, εν τω μνήματι Λαζάρου επέστης, πιστούμενος ημίν τας δύο ουσίας σου». Αφενός, στον Ιησού ο άνθρωπος μπορεί να λυγίσει μπροστά στη συγκίνηση και να θλιβεί για την απώλεια ενός φίλου: « Εδάκρυσεν ο Ιησούς. Έλεγον δε οι Ιουδαίοι, ίδε πως εφίλει αυτόν». Αφετέρου, ο Θεός, εν Χριστώ, μπορεί να διατάξει τον θάνατο ως έχων εξουσία: « Φωνή μεγάλη εκραύγασε· Λάζαρε, δεύρο έξω. Και εξήλθεν ο τεθνηκώς…».
Τέλος, η ανάσταση του Λαζάρου παρακινεί τον αμαρτωλό να ελπίζει ότι, ακόμη και αν είναι πνευματικά νεκρός, μπορεί να ξαναζήσει: « Καμέ, φιλάνθρωπε, νεκρόν τοις πάθεσιν, ως συμπαθής εξανάστησον, δέομαι». Είναι κάποιες φορές που μια τέτοια πνευματική ανάσταση φαίνεται εξίσου αδύνατη όπως και η ανάσταση του Λαζάρου: « Κύριε, ήδη όζει, τεταρταίος γαρ εστί». Όλα όμως είναι δυνατά για τον Ιησού, από το να μεταστρέψει τον πιο σκληρόκαρδο αμαρτωλό μέχρι να αναστήσει ένα νεκρό: « Λέγει ο Ιησούς, άρατε τον λίθον…».
Να λιοπόν τι θα μάθουμε, αν πάμε το Σάββατο αυτό στη Βηθανία, στον τάφο του Λαζάρου. Εμείς όμως δεν θέλουμε να συναντήσουμε τον Λάζαρο. Θέλουμε να συναντήσουμε στη Βηθανία τον Ιησού και να ξενινήσουμε μαζί Του τη φετινή Μ. Εβδομάδα. Μας προσκαλεί ο ίδιος και μας περιμένει. Η Μάρθα ήρθε κρυφά να πει στην αδελφή της: « Ο διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σοι». Και η Μαρία « ως ήκουσεν, εγείρεται ταχύ και έρχεται προς Αυτόν». Ο Κύριος με καλεί. Θέλει κατά τις ημέρες του Πάθους Του να μην τον εγκαταλείψω. Θέλει, αυτές ακριβώς τις μέρες να αποκαλυφθεί σε μένα – που μπορεί ήδη να «όζω» – με ένα τρόπο καινούριο και υπέροχο. Κύριε, έρχομαι.
( Lev Gillet,(ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας) Πασχαλινή κατάνυξη, Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ ( Φεβρουάριος 2009) σ. 51- 55).
Η ανάσταση του Λαζάρου είναι ένα γεγονός που, όπως θα δούμε, έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία. Συνδέεται μυστηριωδώς με την Ανάσταση του Κυρίου μας και παίζει, ως προς αυτή, το ρόλο μιας έμπρακτης προφητείας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Λάζαρος μας παρουσιάζεται στο κατώφλι της Μ. Εβδομάδας αναστημένος, ως προάγγελος της νίκης του Χριστού επί του θανάτου, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, παραμονές των Θεοφανείων, προανήγγειλε τον Επιφανέντα Χριστό. Πέρα όμως από τον πρωταρχικό αυτό χαρακτήρα της, η ανάσταση του Λαζάρου έχει και κάποιες δευτερεύουσες πτυχές τις οποίες είναι χρήσιμο να εξετάσουμε:
Η ανάσταση του Λαζάρου αναγγέλλει την ανάσταση των νεκρών η οποία έρχεται ως συνέπεια της Αναστάσεως του Κυρίου: « Λάζαρον τεθνεώτα τετραήμερον ανέστησας εξ Άδου, Χριστέ, προ του σου θανάτου διασείσας του θανάτου το κράτος και δι’ ενός προσφιλούς την πάντων ανθρώπων προμηνύων εκ φθοράς ελευθερίαν». Το Σάββατο του Λαζάρου είναι, κατά κάποιο τρόπο, η εορτή όλων των νεκρών. Μας δίνει την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε και να συγκεκριμενοποιήσουμε την πίστη μας στην Ανάσταση. Ο Κύριός μας, τονώνοντας το ηθικό της Μάρθας, μας δίνει σχετικά με τους κεκοιμημένους μας μια πολύτιμη διδασκαλία. Είπε στη Μάρθα: « Αναστήσεται ο αδελφός σου». Η Μάρθα απάντησε: « Γνωρίζω ότι ο αδελφός μου θα αναστηθεί κατά τη γενική ανάσταση της εσχάτης ημέρας». Και ο Ιησούς ανταπάντησε: « Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή». Η πίστη της Μάρθας ήταν ανεπαρκής σε δύο σημεία. Προέβαλε στο μέλλον, και μόνο στο μέλλον, την ανάσταση του αδελφού της και, δεύτερον, δεν αντιλαμβανόταν αυτή την ανάσταση παρά μόνο σε σχέση με ένα γενικό νόμο. Ο Ιησούς όμως της δείχνει ότι η ανάσταση είναι ένα γεγονός ήδη παρόν, επειδή Αυτός δεν προξενεί απλώς, αλλά είναι η ανάσταση και η ζωή. Οι κεκοιμημένοι μας ζουν διά και εν Χριστώ. Η ζωή τους συνδέεται με την προσωπική παρουσία του Χριστού και εκδηλώνεται εν αυτή. Εάν θελήσουμε να ενωθούμε πνευματικά με ένα κεκοιμημένο αδελφό μας που αγαπούσαμε πολύ, δεν θα προσπαθήσουμε να τον ζωντανέψουμε στη φαντασία μας, αλλά θα έρθουμε σε επικοινωνία με τον Ιησού και εν Αυτώ θα τον βρούμε.
Η ανάσταση του Λαζάρου είναι μια θαυμάσια επεξήγηση του χριστολογικού δόγματος. Μας δείχνει πώς, στο πρόσωπο του Ιησού, η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώνονται χωρίς να συγχέονται: «Ανάστασις και ζωή των ανθρώπων υπάρχων, Χριστέ, εν τω μνήματι Λαζάρου επέστης, πιστούμενος ημίν τας δύο ουσίας σου». Αφενός, στον Ιησού ο άνθρωπος μπορεί να λυγίσει μπροστά στη συγκίνηση και να θλιβεί για την απώλεια ενός φίλου: « Εδάκρυσεν ο Ιησούς. Έλεγον δε οι Ιουδαίοι, ίδε πως εφίλει αυτόν». Αφετέρου, ο Θεός, εν Χριστώ, μπορεί να διατάξει τον θάνατο ως έχων εξουσία: « Φωνή μεγάλη εκραύγασε· Λάζαρε, δεύρο έξω. Και εξήλθεν ο τεθνηκώς…».
Τέλος, η ανάσταση του Λαζάρου παρακινεί τον αμαρτωλό να ελπίζει ότι, ακόμη και αν είναι πνευματικά νεκρός, μπορεί να ξαναζήσει: « Καμέ, φιλάνθρωπε, νεκρόν τοις πάθεσιν, ως συμπαθής εξανάστησον, δέομαι». Είναι κάποιες φορές που μια τέτοια πνευματική ανάσταση φαίνεται εξίσου αδύνατη όπως και η ανάσταση του Λαζάρου: « Κύριε, ήδη όζει, τεταρταίος γαρ εστί». Όλα όμως είναι δυνατά για τον Ιησού, από το να μεταστρέψει τον πιο σκληρόκαρδο αμαρτωλό μέχρι να αναστήσει ένα νεκρό: « Λέγει ο Ιησούς, άρατε τον λίθον…».
Να λιοπόν τι θα μάθουμε, αν πάμε το Σάββατο αυτό στη Βηθανία, στον τάφο του Λαζάρου. Εμείς όμως δεν θέλουμε να συναντήσουμε τον Λάζαρο. Θέλουμε να συναντήσουμε στη Βηθανία τον Ιησού και να ξενινήσουμε μαζί Του τη φετινή Μ. Εβδομάδα. Μας προσκαλεί ο ίδιος και μας περιμένει. Η Μάρθα ήρθε κρυφά να πει στην αδελφή της: « Ο διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σοι». Και η Μαρία « ως ήκουσεν, εγείρεται ταχύ και έρχεται προς Αυτόν». Ο Κύριος με καλεί. Θέλει κατά τις ημέρες του Πάθους Του να μην τον εγκαταλείψω. Θέλει, αυτές ακριβώς τις μέρες να αποκαλυφθεί σε μένα – που μπορεί ήδη να «όζω» – με ένα τρόπο καινούριο και υπέροχο. Κύριε, έρχομαι.
( Lev Gillet,(ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας) Πασχαλινή κατάνυξη, Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ ( Φεβρουάριος 2009) σ. 51- 55).
18 Μαρτίου 2012
Οι χαιρετισμοί της Θεοτόκου – Ερμηνεία Γ’ στάσης
Γ’ ΣΤΑΣΗ
Νέαν έδειξε κτίσιν, εμφανίσας ο Κτίστης, ημίν τοις υπ’ αυτού γενομένοις εξ ασπόρου βλαστήσας γαστρός, και φυλάξας ταύτην ώσπερ ην άφθορον, ίνα το θαύμα βλέπομεν, υμνήσωμεν αυτήν βοώντες
Ο Χριστός ανέπλασε τον κόσμο μας έδειξε καινούργια κτίση, ο Ίδιος βλάστησε από κοιλία χωρίς σπόρο και διαφύλαξε αυτήν άφθορη και μετά την γεννησή Του. Και βλέπουμε εμείς αυτό το θαύμα, υμνούμε την μητέρα Του φωνάζοντάς της.
Χαίρε, το άνθος της αφθαρσίας χαίρε, το στέφος της εγκρατείας.
Χαίρε Παναγία που’σαι το άνθος που δεν το άγγιξε η φθορά.Χαίρε που είσαι εκείνη που βραβεύθηκες για την αγνότητα και την εγκράτεια.
Χαίρε, αναστάσεως τύπον εκλάμπουσα χαίρε, των Αγγέλων τον βίον εμφαίνουσα.
Χαίρε που είσαι η λαμπρή προεικόνιση της Θείας Αναστάσεως. Διότι όπως βγήκε από σένα στον κόσμο ο Λυτρωτής χωρίς να πάθει τίποτε η παρθενία σου, έτσι βγήκε και από τον τάφο φυλάξας τα σήμαντρα σώα. Χαίρε ακόμη διότι φανερώνεις στη ζωή σου την ζωή των αύλων Αγγέλων.
Χαίρε, δένδρον αγλαόκαρπον, εξ ου τρέφονται πιστοί χαίρε, ξύλον ευσκιόφυλλον, υφ, ου σκέπτονται πολλοί.
Χαίρε που είσαι δέντρο με καρπό τον Χριστό από τον οποίον τρέφονται οι πιστοί μεταλαμβάνοντας την γλυκύτητά του. Και δέντρο ακόμα με πλατύ φύλλωμα παντοδυνάμου προστασίας που δίνει ίσκιο και σκεπάζει πολλούς.
Χαίρε, κυοφορούσα οδηγόν πλανωμένοις χαίρε, απογεννώσα λυτρωτήν αιχμαλώτοις.
Χαίρε που κυοφόρησες και γέννησες τον Ιησού που μας οδηγεί από την πλάνη στην αλήθεια και μας ελευθερώνει από τα πάθη που μας είχαν αιχμαλωτίσει.
Χαίρε, Κριτού δικαίου δυσώπησις χαίρε, πολλών πταιόντων συγχώρησις.
Είσαι εκείνη που κάνεις τον δίκαιο Κριτή, τον Υιό σου, να μας συγχωρεί και να ξεχνά τις αμαρτίες μας.
Χαίρε, στολή των γυμνών παρρησίας χαίρε, στοργή πάντα πόθον νικώσα. Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Είμαστε γυμνοί από κάθε δικαιολογία κι ελευθεροστομία δεν έχουμε απέναντι του θείου Υιού σου. Αλλά οι μεσιτείες σου που μας ντύνουν με το δικαίωμα να Του μιλάμε, δικαίωμα που δεν το αξίζουμε και το αποκτάμε χάρη σ’ εσένα. Είσαι ακόμα η στοργική εκείνη αγάπη, που κανένα άλλο αίσθημα δεν μπορεί να την ξεπεράσει.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Ξένον τόκον ιδόντες, ξενωθώμεν του κόσμου, τον νουν εις ουρανόν μεταθέντες΄ δια τούτο γαρ ο υψηλός Θεός, επί γης εφάνη ταπεινός άνθρωπος, βουλόμενος ελκύσαι προς το ύψος, τους αυτώ βοώντας Αλληλούια
Αφού είδαμε τόσο παράξενη γέννηση, ας αποξενωθούμε από τον κόσμο μεταθέτοντας το νου μας στον ουρανό. Γι’αυτό και ο απρόσιτος θεός έγινε άνθρωπος θέλοντας να μας τραβήξει στα ύψη ενώ θα του φωνάζαμε όλοι αλληλούια.
’Ολον ην εν τοις κάτω, και των άνω ουδόλως, απήν ο απερίγραπτος Λόγος συγκατάβασις γαρ θεϊκή, ου μετάβασις δε τοπική γέγονε, και τόκος εκ Παρθένου θεολήπτου, ακουούσης ταύτα.
Ο Υιός και λόγος του θεού ήταν ολόκληρος πάνω στη γη και συγχρόνως δεν απουσίαζε από τον ουρανό. Διότι επρόκειτο για συγκατάβαση θεική, και όχι για τοπικό περιορισμό της θεότητας. Κι η παρθένος Μαρία δέχθηκε μέσα της τον θεό και Τον γέννησε, ακούοντας από εμάς τα εξής.
Χαίρε, Θεού αχωρήτου χώρα χαίρε, σεπτού μυστηρίου θύρα.
Χαίρε Μαρία γιατί είσαι ο τόπος που χώρεσε τον αχώρητο θεό. Είσαι η θύρα από την οποία οι λογισμοί μας περνούν για να εισέλθουν στο σεπτό μυστήριο της θείας σαρκώσεως.
Χαίρε, των απίστων αμφίβολον άκουσμα χαίρε των πιστών αναμφίβολον καύχημα.
Οι άπιστοι σε ακούνε και πέφτουν σε αμφιβολίες αλλά για μας είσαι το καύχημα και η βεβαιότης μας.
Χαίρε, όχημα πανάγιον του επί των Χερουβείμ χαίρε, οίκημα πανάριστον του επί των Σεραφείμ.
Χαίρε γιατί είσαι ο θρόνος και το πύρινο άρμα όπου στέκεται Εκείνος ο οποίος στέκεται πάνω στα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ.
Χαίρε, η ταναντία εις ταυτό αγαγούσα χαίρε, δι’ η παρθενίαν και λοχείαν ζευγνούσα.
Χαίρε γιατί ένωσες δυο αντίθετα πράγματα. Έκαμες ζευγάρι αξεχώρητο, την παρθενία και την μητρότητα.
Χαίρε, δι ης ελύθη παράβασις. Χαίρε, δι ην ηνοίχθη παράδεισος.
Χαίρε διότι με σένα λύθηκε η ενοχή της Εύας και ανοίχθησαν πάλι οι πόρτες του παραδείσου.
Χαίρε, η κλείς της Χριστού βασιλείας χαίρε, ελπίς αγαθών αιωνίων. Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Χαίρε γιατί είσαι το κλειδί που ανοίγει για μας τη βασιλεία του Χριστού. Είσαι η ελπίδα των αιωνίων αγαθών.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Πάσα φύσιν Αγγέλων, κατεπλάγη το μέγα, της σης ενανθρωπήσεως έργον΄ τον απρόσιτον γαρ ως Θεόν, εθεώρει πάσι προσιτόν άνθρωπον, ημίν μεν συνδιάγοντα, ακούοντα δε παρά πάντων ούτως Αλληλούια.
Όλες οι τάξεις των αγγέλων έπεσαν σε μεγάλη έκπληξη μπροστά στο μεγάλο έργο της θείας ενανθρωπήσεως. Διότι έβλεπαν τον θεό που είναι απρόσιτος να γίνεται άνθρωπος και έτσι να είναι προσιτός σε όλους και να μας συναναστρέφεται, ενώ απ’όλους να ακούει Αλληλούια.
Ρήτορας πολυφθόγγους, ως ιχθύας αφώνους, ορώμεν επί σοι Θεοτόκε απορούσι γαρ λέγειν το πως, και παρθένος μένεις και τεκείν ίσχυσας ημείς δε το μυστήριον θαυμάζοντες, πιστώς βοώμεν.
Ρήτορες που έχουν χειμαρρώδη γλώσσα τους βλέπουμε μπροστά σου πιο αφώνους και από ψάρια. Διότι τα χάνουν και δεν ξέρουν πώς να εξηγήσουν το ότι και γέννησες και μένεις παρθένος. Κι εμείς θαυμάζοντας το μυστήριο φωνάζουμε με πίστη.
Χαίρε, σοφίας Θεού δοχείον χαίρε, προνοίας αυτού ταμείον.
Χαίρε γιατί είσαι εκείνη πάνω στην οποία λάμπει όλη η σοφία του θεού. Εκείνη στην οποίαν θησαυρίσθησαν όλα τα θαύματα της θείας προνοίας.
Χαίρε, φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα χαίρε τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα.
Τους απίστους φιλοσόφους τους αποδεικνύεις ασόφους. Και τους τεχνίτες του λόγου, που επίσης δεν πιστεύουν, τους φανερώνεις άμυαλους.
Χαίρε, ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί χαίρε, ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί.
Χαίρε που μπροστά σου φαίνονται μωροί οι ικανότατοι συζητητές της φιλοσοφίας. Και μπροστά στην αλήθειά σου μαράθηκαν και ξεχάστηκαν οι μυθογράφοι ποιητές της αρχαιότητας.
Χαίρε, των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα χαίρε, των αλιέων τας σαγήνας πληρούσα.
Οι αρχαίοι Αθηναίοι που είχαν μεγάλη επίδοση στο να υφαίνουν δίχτυα του λόγου, όπου πιάνονταν οι άνθρωποι τα είδανε από σένα να σχίζονται και να σπάζουν. Διότι συ είσαι η μητέρα της μόνης Αληθείας, δηλαδή του Χριστού.Και αντιθέτως συ είσαι που γεμίζεις με ψυχές νεοφωτίστων τα δίχτυα των αποστόλων.
Χαίρε, βυθού αγνοίας εξέλκουσα χαίρε, πολλούς εν γνώσει φωτίζουσα.
Χαίρε γιατί τραβάς και ανασύρεις από τον βυθό της αγνοίας τις ψυχές. Και φωτίζεις ακόμα πολλούς στην αληθινή σοφία και γνώση.
Χαίρε, ολκάς των θελόντων σωθήναι χαίρε, λιμήν των του βίου πλωτήρων. Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Χαίρε που είσαι το πλοίο όπου ανεβαίνουν όσοι θέλουν να σωθούν. Είσαι το λιμάνι όπου καταφεύγουν όσοι θαλασσομαχούν στο πέλαγος των βιοτικών φροντίδων.
Σώσαι θέλων τον κόσμον, ο των όλων κοσμήτωρ, προς τούτον αυτεπάγγελτος ήλθε και ποιμήν υπάρχων ως Θεός, δι’ ημάς εφάνη καθ’ ημάς άνθρωπος ομοίω γαρ το όμοιον καλέσας, ως Θεός ακούει. Αλληλούια.
Θέλοντας να σώσει τον κόσμο Εκείνος που έφτιαξε κι εστόλισε όλα αυτά που βλέπουμε στον κόσμο, ήλθε μέσα στον κόσμο με τη θέλησή Του. Και ενώ ήταν ο ποιμένας μας και ο θεός μας παρουσιάστηκε για χάρη μας ανάμεσά μας ως άνθρωπος. Για να καλέσει όμοιος τον όμοιο, ακούοντας ως θεός Αλληλούια.
Οι χαιρετισμοί της Θεοτόκου – Ερμηνεία Β’ στάσης
Β’ ΣΤΑΣΗ
‘Ηκουσαν οι ποιμένες των Αγγέλων υμνούντων, την ένσαρκον Χριστού παρουσίαν. Και δραμόντες ως προς ποιμένα, θεωρούσι τούτον ως αμνόν άμωμον, εν τη γαστρί Μαρίας βοσκηθέντα, ην υμνούντες είπον.
‘Οταν οι ποιμένες άκουσαν τούς αγγέλους να υμνούν την παρουσία του Χριστού ανάμεσα στους ανθρώπου ως ανθρώπου έτρεξαν στο σπήλαιο να τον δουν.Περίμεναν να δουν ποιμένα και απεναντίας τον είδαν σαν άμωμο αρνί που είχε βοσκήσει και θραφεί μέσα στην κοιλιά της Μαρίας.Και τότε έκθαμποι της είπανΧαίρε, Αμνού και Ποιμένος μήτηρ. Χαίρε, αυλή λογικών προβάτων.
Η Παναγία είναι μητέρα του ποιμένος όλων των ανθρώπων και του αμνού του θεού. Είναι ακόμα η μάνδρα των λογικών προβάτων, εκείνη δηλαδή που κλείνει στην αγκαλιά της όλους τους πιστούς.Χαίρε, αοράτων εχθρών αμυντήριον. Χαίρε, παραδείσου θυρών ανοικτήριον.
Ασπίδα μας εναντίον των αοράτων εχθρών και εναντίων των δαιμόνων είσαι Παναγία μας.Και κλειδί που μας άνοιξες πάλι τις πόρτες του παραδείσου.
Χαίρε, ότι τα ουράνια συναγάλλεται τη γη. Χαίρε, ότι τα επίγεια συγχορεύει ουρανοίς.
Χάρη σε σένα ευφραίνονται μαζί ουρανός και γη, κι όλα τα κτίσματα ενωμένα δοξάζουν τον Κύριο.
Χαίρε, των Αποστόλων το ασίγητον στόμα. Χαίρε, των Αθλοφόρων το ανίκητον θάρσος.
Οι απόστολοι σε είχαν για ασίγητο στόμα τους, και από σένα έπαιρναν το υπερφυσικό τους θάρρος και δύναμη οι μάρτυρες।
Χαίρε, στερρόν της πίστεως έρεισμα. Χαίρε, λαμπρόν της χάριτος γνώρισμα.
Χαίρε στήριγμα ασάλευτο της πίστεως. Χαίρε λαμπρό αποτέλεσμα της Θείας χάριτος.
Χαίρε, δι’ ης εγυμνώθη ο άδης. Χαίρε, δι’ ης ενεδύθημεν δόξαν.
Εξ’αιτίας σου γυμνώθηκε από την δυναμή του ο θάνατος κι εμείς φορέσαμε τη δόξα.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Θεοδρόμον αστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι, τη τούτου ηκολούθησαν αίγλη. Και ως λύχνον κρατούντες αυτόν, δι’ αυτού ηρεύνων κραταιόν άνακτα. Και φθάσαντες τον άφθαστον, εχάρησαν αυτώ βοώντες.
Αλληλούια.
Οι μάγοι είδαν τον αστέρα, που είχε ανάψει ο Θεός στον ουρανό και τον ακολούθησαν. Το άστρο αυτό ήταν σαν λυχνάρι, που κρατώντας το στα χέρια, έψαχναν στο φως του για τον βασιλέα του παντός. Έφθασαν έτσι μπροστά στον άφθαστο εις δόξαν και χάρηκαν και του φώναξαν Αλληλουία.
‘Ιδον παίδες Χαλδαίων, εν χερσί της Παρθένου, τον πλάσαντα χειρί τους ανθρώπους. Και δεσπότην νοούντες αυτόν, ει και δούλου έλαβε μορφήν, έσπευσαν τοις δώροις θεραπεύσαι, και βοήσαι τη ευλογημένη.
Οι μάγοι, που είχαν έλθει από τη μακρινή Χαλδαία, είδαν στα χέρια της Παρθένου αυτόν που τα χέρια Του έπλασαν τους ανθρώπους. Τον είδαν Κύριο του παντός, παρ’ όλο ότι είχε πάρει μορφή δούλου, μορφή ανθρώπινη, κι έσπευσαν να του προσφέρουν τα δώρα τους σαν σε Βασιλέα και να φωνάξουν στην ευλογημένη μητέρα Του τα εξής.
Χαίρε, αστέρος αδύτου μήτηρ. Χαίρε, αυγή μυστικής ημέρας.
Χαίρε, συ που γέννησες τον αστέρα που δεν δύει ποτέ. Χαίρε, αυγή μιας καινούργιας ημέρας με φως μυστικό, θείο, πνευματικό.
Χαίρε, της απάτης την κάμινον σβέσασα. Χαίρε, της Τριάδος τους μύστας φωτίζουσα.
Έσβησες Κόρη του Θεού την κολασμένη φωτιά της αμαρτωλής γνώσεως, και φωτίζεις τους μύστες της Αγίας Τριάδος.
Χαίρε, τύραννον απάνθρωπον εκβάλουσα της αρχής. Χαίρε, Κύριον φιλάνθρωπον επιδείξασα Χριστόν.
Γκρέμισες ακόμα από τον θρόνο του τον τύραννο διάβολο, και μας φανέρωσες τον φιλάνθρωπο Κύριο.
Χαίρε, η της βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας. Χαίρε, η του βορβόρου ρυομένη των έργων.
Μας λυτρώνεις από τη θρησκεία των ειδώλων, μας σώζεις από τη λάσπη των κακών έργων.
Χαίρε, πυρός προσκύνησιν παύσασα. Χαίρε, φλογός παθών απαλλάττουσα.
Έβαλες τέλος στην προσκύνηση του πυρός, που λάτρευαν οι αρχαίοι λαοί και μας απάλλαξες από την φλόγα των παθών.
Χαίρε, πιστών οδηγέ σωφροσύνης. Χαίρε, πασών γενεών ευφροσύνη.
Είσαι οδηγός σωφροσύνης για τους πιστούς. Είσαι η ευφροσύνη όλων των γεννεών.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Κήρυκες θεοφόροι, γεγονότες οι Μάγοι, υπέστρεψαν εις την Βαβυλώνα, εκτελέσαντές σου τον χρησμόν, και κηρύξαντές σε τον Χριστόν άπασιν, αφέντες τον Ηρώδην ως ληρώδη, μη ειδότα ψάλλειν Αλληλούια.
Έγιναν οι μάγοι κήρυκες θεοφόροι και γύρισαν στη Βαβυλώνα, αφού συμμορφώθηκαν με το πρόσταγμα του Αγγέλου να μην περάσουν από τα Ιεροσόλυμα όπου τους περίμενε ο Ηρώδης για να μάθει από το στόμα τους που είχε γεννηθεί, ο Χριστός. Γύρισαν στην πατρίδα τους και κήρυξαν σε όλους τον Χριστό, αφήνοντας στα παραμιλητά του τον Ηρώδη, που δεν ήξερε να ψάλλει Αλληλουία.
Λάμψας εν τη Αιγύπτω, φωτισμόν αληθείας, εδίωξας του ψεύδους το σκότος. Τα γαρ είδωλα ταύτης Σωτήρ, μη ενέγκαντά σου την ισχύν πέπτωκεν, οι τούτων δε ρυσθέντες, εβόων προς την Θεοτόκον.
Όταν ο Ιωσήφ και η Παναγία πήραν τον Χριστό κι έφυγαν στην Αίγυπτο για να γλυτώσουν το Θείο Βρέφος από τη μανία του Ηρώδη, έλαμψε σ’ εκείνη τη χώρα το φως της αληθείας. Και τα είδωλά της, μην αντέχοντας την παρουσία του Σωτήρος, γκρεμνίσθηκαν μόνα τους. Κι όσοι σώθηκαν απ’ αυτά, φώναξαν στην Θεοτόκο:
Χαίρε, ανόρθωσις των ανθρώπων. Χαίρε, κατάπτωσις των δαιμόνων.
Χαίρε συ που είσαι η ανόρθωση και η σωτηρία των ανθρώπων. Χαίρε συ που είσαι το γκρέμισμα των δαιμόνων.
Χαίρε, της απάτης την πλάνην πατήσασα. Χαίρε, των ειδώλων τον δόλον ελέγξασα.
Πάτησες και συνέτριψες την πλάνη και την απάτη. Απέδειξες τη δολερότητα των ειδώλων.
Χαίρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραώ τον νοητόν. Χαίρε, πέτρα η ποτίσασα τους διψώντας την ζωήν.
Όπως η ερυθρά θάλασσα, κατά την έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο, σκέπασε με τα κύματά της τον Φαραώ, που τους κατεδίωκε, έτσι και συ κατεπόντισες σαν άλλη θάλασσα τον νοητό Φαραώ, δηλαδή τον διάβολο και τα στρατεύματά του. Κι όπως ο βράχος στην έρημο, που τον χτύπησε ο Μωυσής με το ραβδί του, ανάβρυσε νερό, έτσι κι εσύ σαν άλλους Ισραηλίτες ξεδιψάς όσους διψούν την αληθινή ζωή, μέσα στην πνευματική έρημο του κόσμου.
Χαίρε, πύρινε στύλε οδηγών τους εν σκότει. Χαίρε, σκέπη του κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Όπως η πύρινη στήλη οδηγούσε τη νύχτα τους Εβραίους στην έρημο, έτσι κι εσύ μας οδηγείς μέσα στα πνευματικά σκοτάδια. Κι όπως η φωτεινή νεφέλη τους σκέπαζε την ημέρα, έτσι κι εσύ σκεπάζεις τον κόσμο, πλατύτερη από νεφέλη.
Χαίρε, τροφή του μάννα διάδοχε. Χαίρε, τρυφής αγίας διάκονε.
Είσαι η τροφή που διαδέχθηκε το μάννα και η διάκονος των αγίων απολαύσεων.
Χαίρε, η γη της επαγγελίας. Χαίρε, εξ ης ρέει μέλι και γάλα.
Όπως η γη της επαγγελίας ήταν το ωραίο τέρμα της πορείας του Ισραήλ έτσι είσαι και συ για μας η γη που μας υποσχέθηκε ο θεός από την οποία ρέει η χαρά και η ειρήνη.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Μέλλοντος Συμεώνος, του παρόντος αιώνος, μεθίστασθαι του απατεώνος, επεδόθης ως βρέφος αυτώ, αλλ’ εγνώσθης τούτω και Θεός τέλειος। Διόπερ εξεπλάγη σου την άρρητον σοφίαν κράζων Αλληλούια.
Όταν επρόκειτο ο βαθύγερος Συμεών να φύγει από αυτόν τον απατηλό κόσμο αξιώθηκε να δεχθεί στις αγκάλες του τον Θεό ως βρέφος.Και γεμάτος έκπληξη για την ανείπωτη σοφία του θεού αναφώνησε Αλληλούια.
02 Μαρτίου 2012
Ερμηνεία στους Α' Χαιρετισμούς της Θεοτόκου

Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη, ειπείν τη Θεοτόκε το χαίρε. (γ') και συν τη ασωμάτω φωνή, σωματούμενον σε θεωρών Κύριε, εξίστατο και ίστατο, κραυγάζων προς αυτήν τοιαύτα.
Όταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ πήγε στην παρθένο Μαρία για να της αναγγείλει ότι θα γινόταν Μητέρα του Χριστού, είδε ότι ενώ ακουόταν η ασώματη φωνή του, ο Υιός του Θεού έπαιρνε σώμα μέσα στα άσπιλα σπλάχνα της Παναγίας. Τότε θαύμασε λοιπόν, το άυλο και ουράνιο αυτό πνεύμα και άρχισε να απευθύνει στην Θεοτόκο τα παρακάτω "χαίρε".
Χαίρε, δι’ ης η χαρά εκλάμψει Χαίρε, δι’ ης η αρά εκλείψει.
Μες από την Παναγία θα έβγαινε η λάμψη της χαράς, δηλαδή ο Λυτρωτής. Και πάλι μες από την Παναγία θα δινόταν στους ανθρώπους η απαλλαγή από την κατάρα του προπατορικού αμαρτήματος.
Χαίρε, του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις. Χαίρε των δακρύων της Εύας η λύτρωσις.
Χαίρε, γιατί με σένα ξαναφωνάζει κοντά του τον πεσμένο Αδάμ ο θεός και λυτρώνει την Εύα από τα δάκρυά της.
Χαίρε, ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς. Χαίρε, βάθος δυσθεώρητον και Αγγέλων οφθαλμοίς.
Οι ανθρώπινοι λογισμοί δεν μπορούν να φτάσουν εύκολα στο ύψος της αξίας που σου έδωσε η Χάρις του Θεού. Και τα μάτια των αγγέλων δεν μπορούν να βυθοσκοπήσουν το μυστήριο που επάξια εκπροσωπείς.
Χαίρε, ότι υπάρχεις Βασιλέως καθέδρα. Χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα.
Μαρία κρατάς στα γόνατά σου ως επίγειος θρόνος τον Κύριον του παντός. Βαστάζεις Εκείνον που όλα τα ορατά και αόρατα βαστάζει.
Χαίρε, αστήρ εμφαίνων τον ήλιον. Χαίρε, γαστήρ ενθέου σαρκώσεως.
Είσαι ο αυγερινός, που λάμπεις πριν ανατείλει ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, ο Χριστός. Είσαι η γυναίκα που από σένα και με την θέλησή σου πήρε σάρκα ο Υιός του Θεού.
Χαίρε, δι’ ης νεουργείται η κτίσις. Χαίρε, δι’ ης βρεφουργείται ο Κτίστης.
Είσαι εκείνη με την οποίαν ανανεώνεται η κτίση και από την οποία προήλθε ως βρέφος ο Κτίστης.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε!
Βλέπουσα η Αγία, εαυτήν εν αγνεία, φησί τω Γαβριήλ θαρσαλέως. Το παράδοξον σου της φωνής, δυσπαράδεκτόν μου τη ψυχή φαίνεται. Ασπόρου γαρ συλλήψεως, την κύησιν πως λέγεις κράζων.
Βλέποντας η Παναγία ότι ήταν παρθένος απόρησε πως θα ήταν δυνατό να γεννήσει παιδί. Σάστισε στα λόγια του Αρχαγγέλου και ταράχτηκε. Της φάνηκαν παράδοξα και δεν μπορούσε να τα εννοήσει. Και με το θάρρος της αγνότητας τον ρώτησε πως θα γινόταν αυτό αφού ήταν παρθένος.
Γνώσιν άγνωστον γνώναι, η Παρθένος ζητούσα, εβόησε προς τον λειτουργούντα, Εκ λαγόνων αγνών, Υιόν πως εστί τεχθήναι δυνατόν; λέξον μοι. προς ην εκείνος έφησεν εν φόβω, πλην κραυγάζων ούτω.
Αλληλούια
Αυτό που ζητούσε να μάθει η Παναγία ήταν γνώση που ξεπερνούσε την δύναμη του ανθρώπινου λογικού Ήταν θείο μυστήριο. Ερωτά όμως τον άϋλο λειτουργό του Υψίστου τον Αρχάγγελο και τον παρακαλεί να της πει πώς θα συμβεί να γεννήσει παιδί από παρθενικά σπλάχνα. Και ο Γαβριήλ, έμφοβος ενώπιον εκείνης που θα έδινε στον κόσμο τον Σωτήρα, της λέγει με λειτουργική φωνή:
Χαίρε, βουλής απορρήτου μύστις. Χαίρε, σιγής δεομένων πίστις.
Χαίρε συ που ο Κύριος σε αξιώνει να μάθεις τη μυστική Του απόφαση και θέληση. Χαίρε που τα ανέκφραστα πληροφορείσαι με την πίστη.
Χαίρε, των θαυμάτων Χριστού το προοίμιον. Χαίρε, των δογμάτων αυτού το κεφάλαιον.
Η Παναγία είναι το πρώτο και μεγαλύτερο από τα θαύματα της ενσάρκου οικονομίας. Είναι ακόμα η βάση και το αποκορύφωμα των δογμάτων της πίστεώς μας στον Χριστό.
Χαίρε, κλίμαξ επουράνιε δι’ ης κατέβη ο Θεός. Χαίρε, γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν.
Σκάλα που κατέβηκε ο θεός, για να έλθει από τον ουρανό στη γη, είναι η Παναγία. Και συγχρόνως και γέφυρα, που μας ενώνει και ανεβάζει από τη γη στον ουρανό.
Χαίρε, το των Αγγέλων πολυθρύλητον θαύμα! Χαίρε, το των δαιμόνων πολυθρήνητον τραύμα.
Εσένα Μαρία θαυμάζουv οι άγγελοι κι ο ένας στον άλλον μεταδίδει τα σχετικά με σε. Και συ είσαι που τραυμάτισες τους χαιρέκακους δαίμονες τον κατάλληλο καιρό.
Χαίρε, το φως αρρήτως γεννήσασα. Χαίρε, το πως μηδένα διδάξασα.
Γέννησες το Φως του κόσμου με τρόπο ανείπωτο και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει το πως.
Χαίρε, σοφών υπερβαίνουσα γνώσιν. Χαίρε, πιστών καταυγάζουσα φρένας.
Είσαι κάτι που οι σοφοί δεν μπορούν να εννοήσουv.Είσαι η αυγή, που λάμπει στο νου τωv πιστών.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε!
Δύναμις του Υψίστου, επεσκίασε τότε, προς σύλληψιν τη απειρογάμω. Και την εύκαρπον ταύτης νηδύν, ως αγρόν υπέδειξεν ηδύν άπασι, τοις θέλουσι θερίζειν σωτηρία, εν τω ψάλλειν ούτως.
Η δύναμη του Υψίστου έπεσε κατά τον Ευαγγελισμό πάνω στη Μαρία και την ήσκιωσε. Και η εύκαρπη κοιλία της έγινε για μας γλυκό χωράφι, απ' όπου θερίσαμε τη σωτηρία, ψάλλοντας όλοι μαζί
Αλληλούια.
Έχουσα θεοδόχον, η Παρθένος την μήτραν, ανάδραμε προς την Ελισάβετ, το δε βρέφος εκείνης ευθύς, επιγνόν τον ταύτης ασπασμόν, έχαιρε και άλμασιν, εβόα προς την Θεοτόκον.
Μετά τον Ευαγγελισμό η Παναγία πήγε να επισκεφθεί την Ελισάβετ τη συγγενή της, που ήταν ήδη έγκυος στον Ιωάννη τον Πρόδρομο। Και μόλις η Μαρία, που είχε συλλάβει το Χριστό, πλησίασε την Ελισάβετ, το βρέφος που ήταν στην κοιλία της Ελισάβετ κατάλαβε ότι ήταν η Μητέρα του Κυρίου και σκίρτησε. Και με τα σκιρτήματα αυτά η μητέρα του Ιωάννη την χαιρέτησε ως εξής:
Χαίρε, βλαστού αμαράντου κλήμα. Χαίρε, καρπού ακηράτου κτήμα.
Χαίρε κλήμα από την αμάραντη ρίζα του οίκου Δαυίδ. Χαίρε συ που τον άφθαρτο καρπό κατέχεις,δηλαδή τον Ιησού.
Χαίρε, γεωργόν γεωργούσα φιλάνθρωπον. Χαίρε φυτουργόν της ζωής ημών φύουσα.
Συ είσαι ο αγρός όπου βλάστησε ο φιλάνθρωπος γεωργός, δηλαδή ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Συ είσαι το χώμα όπου φύεται ο Φυτευτής της ζωής μας.
Χαίρε, άρουρα βλαστάνουσα ευφορίαν οικτιρμών. Χαίρε, τράπεζα βαστάνουσα ευθηνίαν ιλασμών.
Χαίρε γη, που βλαστάνεις με ευφορία τους Θείους οικτιρμούς και τράπεζα που έχεις πάνω σου τη δωρεά τωv θείων ιλασμών.
Χαίρε, ότι λειμώνα της τρυφής αναθάλλεις. Χαίρε, ότι λιμένα των ψυχών ετοιμάζεις.
Χλοερό λιβάδι για να εντρυφούμε έγινες κι ετοιμάζεις λιμάνι απάνεμο όπου θα καταφεύγουν οι ψυχές.
Χαίρε, δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα. Χαίρε, παντός του κόσμου εξίλασμα.
Οι δεήσεις σου στον Κύριο για μας είναι ως θυμίαμα ενώπιόν Του ευπρόσδεκτο. Και συ εξιλεώνεις όλον τον κόσμο.
Χαίρε, Θεού προς θνητούς ευδοκία. Χαίρε, θνητών προς Θεόν παρρησία.
Η καλοσύνη του θεού σε μας αποδείχθηκε με σένα.Και συ μας δίνεις θάρρος να απευθυνόμαστε σε Εκείνον.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε
Ζάλην ένδοθεν έχων, λογισμών αμφιβόλων, ο σώφρων Ιωσήφ εταράχθη, προς την άγαμόν σε θεωρών, και κλεψίγαμον υπονοών άμεμπτε! Μαθών δε σου την σύλληψιν εκ Πνεύματος Αγίου έφη.Αλληλούια
Ο δίκαιος Ιωσήφ έπεσε σε ταραχή και η σκέψη του κρυφά τον παίδευε και τον ζάλιζε,βλέποντας σε άγαμη και υποπτευόμενος ότι είχες γίνει έγκυος από άλλον άνδρα.Αλλά όταν έμαθε ότι το παιδί που είχες στο σπλάχνο σου ήταν από πνεύμα Άγιο αναφώνησε. Αλληλούια.
Πηγή: http://eiskapernaoum.blogspot.com/2009/03/blog-post_07.html
27 Φεβρουαρίου 2012
ΚΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ
Τεσσαρακοστή ή απλά Σαρακοστή, ονομάζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία η περίοδος νηστείας διάρκειας σαράντα ημερών. Αν και υπάρχει αντίστοιχη περίοδος νηστείας πριν από τα Χριστούγεννα η οποία ονομάζεται Μικρή Τεσσαρακοστή ή Σαρανταήμερο, με τον όρο Τεσσαρακοστή αναφερόμαστε κυρίως στην νηστεία της περίοδου πριν το Πάσχα που είναι αρχαιότερη και αυστηρότερη και ονομάζεται Μεγάλη Τεσσαρακοστή ή και Αγία Τεσσαρακοστή και η οποία φέτος αρχίζει τη Δευτέρα, 7 Μαρτίου.
Σύμφωνα με τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η περίοδος αυτή περιελάμβανε και την Μεγάλη εβδομάδα:
"Ιδού προς το τέλος εφθάσαμεν λοιπόν της Αγίας Τεσσαρακοστής, και της νηστείας διανύσαμε τον πλουν...επειδή εις την μεγάλην ταύτην εβδομάδα εφθάσαμεν τη του Θεού χάριτι". Αυτό επαναλαμβάνει και ο άγιος Νεκτάριος Αιγίνης: "ο χρόνος της κατηχήσεως επερατούτο κατά την Μεγάλην Εβδομάδα της Μεγάλης τεσσαρακοστής".
Σύμφωνα με τον καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ, Βλ. Φειδά, υπήρξε μια ποικιλία τάσεων για την πασχάλια νηστεία στην αρχαία εκκλησία η οποία "οφειλόταν αφ' ενός μεν στην ποικιλία των τοπικών παραδόσεων, αφ' ετέρου δε στην τάση επεκτάσεως της νηστείας προς μίμησιν της πολιτείας του Κυρίου". Aπό τις τάσεις αυτές προέκυψε κατά τo τέλος του 3ου αιώνα η προπασχάλια νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής η οποία μαρτυρείται για πρώτη φορά με την ονομασία Τεσσαρακοστή, στις αρχές του 4ου αιώνα στον 5ο κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου όπου αναφέρεται:
"Αι δε σύνοδοι γινέσθωσαν, μία μεν προ της Τεσσαρακοστής, ίνα πάσης μικροψυχίας αναιρουμένης, το δώρον καθαρόν προσφέρηται τω Θεώ δευτέρα δε..." δηλ. "Οι σύνοδοι να γίνονται μία πριν από τη σαρακοστή, για να προσφέρεται στο Θεό καθαρό το δώρο, αφού εκλείψει κάθε μικροψυχία και η δεύτερη...".
Παρόμοιες αναφορές κάνει και ο ιστορικός Σωκράτης (380-440) ο οποίος μαρτυρεί διχογνωμία για τη διάρκεια της νηστείας: "Οι δε εν Ιλλυριοίς και όλη τη Ελλάδι, και οι εν Αλεξανδρεία, προ εβδομάδων εξ την προ του Πάσχα νηστείαν νηστεύουσι, Τεσσαρακοστήν αυτήν ονομάζοντες. Άλλοι δε παρά τούτους, οι προ επτά της εορτής εβδομάδων της νηστείας αρχόμενοι, και τρεις μόνας πενθημέρους εκ διαλειμμάτων νηστεύοντες, ουδέν ήττον και αυτοί Τεσσαρακοστήν τον χρόνον τούτον καλούσι. Και θαυμάσαι μοι έπεισι, πως ούτοι περί τον αριθμόν των ημερών διαφωνούντες Τεσσαρακοστήν αυτήν ονομάζουσι".
Ο τελικός χρόνος έναρξης-λήξης της νηστείας ορίστηκε κατά τον 5ο αιώνα.
H νηστεία αυτή έχει θεσπιστεί κατά μίμηση της νηστείας του Χριστού στην έρημο όπως και ο αριθμός των σαράντα ημερών σχετίζεται με την χρονική διάρκεια της νηστείας εκείνης (Ματθ. 4,2). Η διάρκεια της νηστείας εκτείνεται από την Καθαρή Δευτέρα ως το Σάββατο του Λαζάρου, μετά το οποίο αρχίζει η Μεγάλη εβδομάδα. Κατά τη νηστεία εντέλλεται η αποχή από κρέας, ψάρι, αυγό και γαλακτοκομικά, εκτός από την Κυριακή των Βαΐων όπου επιτρέπεται το ψάρι, όπως και την ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, αν δε συμπέσει με τη Μ. Εβδομάδα.
Με την πάροδο του χρόνου, κάθε πολυήμερη περίοδος νηστείας άρχισε να ονομάζεται Τεσσαρακοστή ή Σαρακοστή (και από την ονομασία αυτή, τα επιτρεπτά προς κατανάλωση τρόφιμα ονομάστηκαν "σαρακοστιανά"). Ο Αναστάσιος ο Σιναΐτης (6ος αι.) αναφέρεται σε τρεις τεσσαρακοστές όπου σε αυτές του Πάσχα (49 ημέρες μαζί με τη Μεγάλη εβδομάδα όπου νηστεύουμε σε ανάμνηση των Παθών του Χριστού) και των Χριστουγέννων (40 ημέρες) εντάσσει και αυτή των Αγίων Αποστόλων (από την επομένη των Αγίων Πάντων μέχρι την 28η Ιουνίου). Σε αυτές θα πρέπει να προστεθεί και μία ακόμη σημαντική περίοδος νηστείας, αυτή του Δεκαπενταύγουστου (συνολικά 15 μέρες) όπου εορτάζεται η Κοίμηση της Θεοτόκου.
Το διάστημα μέχρι τη Μεγάλη εβδομάδα
Το διάστημα μέχρι τη Μεγάλη εβδομάδα περιλαμβάνει τις εξής εορτές:
Η πρώτη εβδομάδα της Τεσσαρακοστής λέγεται και Καθαρή, επειδή καθαριζόμαστε εσωτερικά με την προσευχή και τη νηστεία, με την οποία στρέφουμε και το σώμα "στην υπηρεσία της ψυχής".
Η πρώτη Κυριακή της Καθαρής Εβδομάδας λέγεται Κυριακή της Ορθοδοξίας όπου γιορτάζουμε το θρίαμβο της Ορθοδοξίας εναντίον των εχθρών της και την οριστική αναστήλωση των αγίων εικόνων. Η γιορτή αυτή καθιερώθηκε την εποχή της αυτοκράτειρας του Βυζαντίου Θεοδώρας, το έτος 843, όποτε και αναστηλώθηκαν οι άγιες εικόνες.
Η Δεύτερη Κυριακή των Νηστειών ορίσθηκε εις μνήμη του υπερασπιστή της Ορθοδοξίας αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, που έζησε τον δέκατο τέταρτο αιώνα. Η Εκκλησία προβάλλει το παράδειγμα του αγίου Γρηγορίου προς μίμηση από τους πιστούς.
Η Τρίτη Κυριακή των Νηστειών είναι η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως. Η Εκκλησία προβάλλει προς προσκύνηση τον Τίμιο και ζωοποιό Σταυρό ψάλλοντας τον ύμνο "Τον Σταυρόν Σου προσκυνούμεν, Δέσποτα, και την αγίαν Σου Ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζομεν" (όπως και στην εορτή της υψώσεως του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου), υπενθυμίζοντας στους πιστούς ότι πλησιάζει η χαρμόσυνη ημέρα της Αναστάσεως.
Ακολουθεί η Τετάρτη Κυριακή των Νηστειών όπου γιορτάζουμε τη μνήμη του οσίου Ιωάννου (6ος-7ος αι.), του συγγραφέα του περίφημου βιβλίου της Κλίμακος, ένα βιβλίο με πνευματικές διδαχές που γράφτηκε ώστε "ωσάν κάποια κλίμαξ [σκάλα] που θα φθάνη τις πύλες του ουρανού...θα ανεβάζη εκεί σώους και αβλαβείς όσους θέλουν".
Την Πέμπτη της εβδομάδας αυτής και κατά τον Όρθρο, ψάλλεται η ακολουθία του Μεγάλου κατανυκτικού Κανόνα. Πρόκειται για το εκτενές ποίημα του σημαντικού μελωδού της Εκκλησίας, αρχιεπίσκοπου Κρήτης Ανδρέα (7ος αι.), που αποτελείται από 280 τροπάρια. Στο έργο αυτό περιέχεται ολόκληρη η ιστορία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και μέσω αυτού η Εκκλησία καλεί τον άνθρωπο να μιμηθεί τις αρετές και "όσα δε των φαύλων απόφευγειν".
Κατά την Πέμπτη Κυριακή των Νηστειών τελεί η Εκκλησία τη μνήμη της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας.
Κάθε Παρασκευή, από την πρώτη εβδομάδα της Μ. Τεσσαρακοστής ψάλλεται ο Ακάθιστος Ύμνος ή αλλιώς, οι Χαιρετισμοί, μια καθιερωμένη ονομασία για την ακολουθία του Ακάθιστου ύμνου, η οποία προήλθε από τα αλλεπάλληλα "Χαίρε" που περιλαμβάνει. Στο σύνολό του, ο Ακάθιστος ύμνος περιλαμβάνει 24 οίκους (λειτουργικά άσματα που συνήθως ακολουθούν αλφαβητική ακροστιχίδα) οι οποίοι ψάλλονται τμηματικά σε διάρκεια 5 εβδομάδων ως εξής: καταρχάς 4 ακολουθίες, από 6 οίκους την κάθε φορά, κι έπειτα άλλη μία ακολουθία όπου ψάλλεται ολόκληρος ο Ακάθιστος, και με τους 24 οίκους.
Το Σάββατο της Έκτης Εβδομάδας της Μ. Τεσσαρακοστής τελείται η μνήμη της αναστάσεως του φίλου του Χριστού Λαζάρου, τον οποίο ο Κύριος ήγειρεν εκ νεκρών λέγοντας δεύρο έξω (Ιωάν. 11,43).
Την επομένη, Έκτη Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής, γιορτάζεται η Κυριακή των Βαΐων, προς ανάμνηση της θριαμβευτικής εισόδου του Ιησού στα Ιεροσόλυμα.
To πνευματικό νόημα της Σαρακοστής *
Πώς θα μπορούσε η Μεγάλη Σαρακοστή να έχει όχι μια απλή επιφανειακή, αλλά μια αληθινή επίδραση στην ύπαρξή μας; Πώς είναι δυνατόν να εφαρμόσουμε στη ζωή μας τη διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με τη Μεγάλη Σαρακοστή όπως μας μεταδίδεται κυρίως μέσα από τη λατρεία αυτής της περιόδου; Τούτη η ζωή είναι πολύ διαφορετική από τη ζωή των ανθρώπων εκείνων που ζούσαν τον καιρό που γράφονταν αυτοί οι ύμνοι και οι Ακολουθίες και συντάσσονταν οι κανόνες και τα τυπικά. Ζούσε τότε κανείς σε μια σχετικά μικρή και βασικά αγροτική κοινωνία, μέσα σ' ένα οργανωμένο ορθόδοξο κόσμο και η Εκκλησία διαμόρφωνε το γενικό ρυθμό της ζωής του. Τώρα όμως ζούμε σε τεράστια αστικά κέντρα, σε τεχνοκρατούμενες κοινωνίες, πληθωρικές στα θρησκευτικά «πιστεύω» τους με εκκοσμικευμένες απόψεις για τον κόσμο, και μέσα σ' αυτές εμείς οι ορθόδοξοι αποτελούμε μια ασήμαντη μειονότητα.
Η Μεγάλη Σαρακοστή δεν είναι πια «αισθητή», όπως ήταν παλιά στην Ελλάδα ή στην Ρωσία, ας πούμε. Η ερώτησή μας λοιπόν είναι πολύ ουσιαστική: πώς μπορούμε εμείς -πέρα από το να κάνουμε μια ή δυο «συμβατικές» αλλαγές στην καθημερινή ζωή μας - να τηρήσουμε τή Σαρακοστή; Είναι φανερό, λόγου χάρη, ότι για τους πιο πολλούς από τους πιστούς το να παρακολουθούν καθημερινά τις Ακολουθίες αυτής της περιόδου είναι πέρα από κάθε συζήτηση. Εξακολουθούν, φυσικά να εκκλησιάζονται την Κυριακή, αλλά, όπως έχουμε πει, τις Κυριακές της Σαρακοστής η Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον εξωτερικά, δεν αντανακλά κάτι από τη Μεγάλη Σαρακοστή και έτσι δεν μπορεί κανείς να έχει ούτε καν την αίσθηση του λατρευτικού τυπικού της Σαρακοστής, δεδομένου μάλιστα ότι η λατρεία είναι το μόνο μέσο που μας μεταφέρει στο πνεύμα της Σαρακοστής. Και εφ' όσον η Σαρακοστή με κανένα τρόπο δεν χρωματίζει τον πολιτισμό στον οποίο ανήκουμε, δεν είναι ν' απορεί κανείς που αρνητικά καταλαβαίνουμε τη Σαρακοστή, δηλαδή, σαν μια περίοδο στην οποία απαγορεύονται μερικά πράγματα, όπως το κρέας, τα λίπη, οι χοροί και οι διασκεδάσεις.
Η συνηθισμένη ερώτηση: «τι προσπαθείς να στερηθείς τούτη τη Σαρακοστή;» συνοψίζει τέλεια την αρνητική προσέγγιση της Σαρακοστής. Σαν θετική προσέγγιση, θεωρείται η αντίληψη ότι η Σαρακοστή είναι ο καιρός για την πραγματοποίηση της ετήσιας «υποχρέωσης» της Εξομολόγησης και της θείας Κοινωνίας («... και όχι αργότερα από την Κυριακή των Βαΐων...» έγραφε ένα φυλλαδιάκι μιας ενορίας). Και αφού εκπληρωθεί αυτή η υποχρέωση τότε το υπόλοιπο της Σαρακοστής φαίνεται να χάνει όλα τα θετικά νοήματα.Έτσι είναι φανερό ότι έχει αναπτυχθεί μια, μάλλον βαθιά, διαφωνία ανάμεσα στο πνεύμα ή τη «θεωρία» της Σαρακοστής, που προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε με βάση τη λατρεία, και στην κοινή και συνηθισμένη αντίληψη που επικρατεί και υποστηρίζεται όχι μόνο από τους λαϊκούς αλλά ακόμα και από τους ίδιους τους κληρικούς. Γιατί είναι πάντοτε πολύ πιο εύκολο να περιορίσεις κάτι πνευματικό μέσα σε κάτι τυπικό παρά ν' αναζητήσεις το πνευματικό μέσα στο τυπικό.
Μπορούμε να πούμε, χωρίς καμιά υπερβολή, ότι αν και η Μεγάλη Σαρακοστή "τηρείται" ακόμα, όμως έχει χάσει την επίδρασή της στη ζωή μας, σταμάτησε να είναι το λουτρό της μετανοίας και της ανανέωσης που είχε σαν σκοπό της, σύμφωνα με τη λειτουργική καί πνευματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Αλλά τότε, μπορούμε άραγε να ξαναβρούμε και να ξανακάνουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή μια πνευματική δύναμη για την καθημερινή πραγματικότητα της ύπαρξής μας; Η απάντηση σ' αυτή την ερώτηση εξαρτάται πρώτα πρώτα - θα έλεγα και μοναδικά - από το αν επιθυμούμε να πάρουμε στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή ή όχι. Όσο και αν είναι νέες ή διαφορετικές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούμε σήμερα, όσο και αν είναι πραγματικές οι δυσκολίες και τα εμπόδια που υψώνονται από το σύγχρονο κόσμο μας, τίποτε απ' αυτό δεν αποτελεί αμετάκλητο εμπόδιο, τίποτε δεν κάνει τη Μεγάλη Σαρακοστή «αδύνατη».
Η πραγματική αιτία για την οποία βαθμιαία χάνουμε την επίδραση της Σαρακοστής στη ζωή μας βρίσκεται βαθύτερα. Είναι η δική μας συνειδητή ή ασυνείδητη μείωση της θρησκείας σε ένα επιπόλαιο τυπικισμό και συμβολισμό, πράγμα που αποτελεί ακριβώς το ξεστράτισμα και μετριάζει τη σοβαρότητα των απαιτήσεων της θρησκείας από τη ζωή μας, την αίτηση για δέσμευση και προσπάθεια. Αυτή η μείωση, θα πρέπει να προσθέσουμε, είναι, κατά κάποιο τρόπο, ιδιόμορφη στην Ορθοδοξία. Οι χριστιανοί της Δύσης, Καθολικοί ή Προτεστάντες, όταν αντιμετωπίζουν αυτό που εκείνοι θεωρούν «αδύνατον» αλλάζουν την ίδια τη θρησκεία, την «προσαρμόζουν» στις νέες συνθήκες έτσι ώστε να την κάνουν «εφαρμόσιμη». Πρόσφατα, λόγου χάρη, είδαμε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία πρώτα να ελαττώνει τη νηστεία στο κατώτατο όριο και ύστερα να την ξεφορτώνεται τελείως.
Με σωστή και δικαιολογημένη αγανάκτηση, καταγγέλλουμε μια τέτοια «προσαρμογή» σαν προδοσία της χριστιανικής παράδοσης και σαν περιορισμό στο ελάχιστο της χριστιανικής πίστης. Και πραγματικά, η αλήθεια και η δόξα της Ορθοδοξίας είναι ότι δεν «προσαρμόζεται» και δεν συμβιβάζεται με τις χαμηλότερες επιδιώξεις και δεν κάνει το Χριστιανισμό «εύκολο». Αυτό είναι η δόξα για την Ορθοδοξία αλλά φυσικά, όχι για μας, τους ορθόδοξους. Δεν είναι σήμερα, ούτε και χθες, αλλά πολύ παλιότερα που βρήκαμε ένα τρόπο να συμφιλιώνουμε τις απόλυτες απαιτήσεις της Εκκλησίας με την ανθρώπινη αδυναμία μας" και αυτό δεν γίνεται μόνο με «απώλεια του προσώπου» αλλά και με πρόσθετες αφορμές για αυτοδικαίωση και ήσυχη συνείδηση.
Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι η εκπλήρωση αυτών των απαιτήσεων συμβατικά, και ο συμβολικός τυπικισμός που διαποτίζει σήμερα όλη τη θρησκευτική μας ζωή. Έτσι, λόγου χάρη, δε θα σκεπτόμασταν ποτέ να αναθεωρήσουμε τη Λειτουργία μας και τους μοναστικούς κανονισμούς της -Θεός φυλάξοι!- θα συνεχίζαμε όμως να ονομάζουμε την Ακολουθία της μιας ώρας «ολονύκτια αγρυπνία» και υπερήφανα θα εξηγούσαμε ότι αυτή είναι η ίδια Ακολουθία που έκαναν οι μοναχοί στη Λαύρα του Αγίου Σάββα τον 9ο αιώνα! Σε σχέση με τη Μεγ. Σαρακοστή, αντί να κάνουμε ουσιαστικές ερωτήσεις -«τι είναι νηστεία; ή «τι είναι Σαρακοστή»;- εμείς ικανοποιούμαστε με τα σύμβολά της. Στα εκκλησιαστικά περιοδικά και φυλλάδια εμφανίζονται συνταγές για «ένα υπέροχο νηστήσιμο πιάτο»!
Μπορεί ακόμα η ενορία και να συγκεντρώσει μερικά πάρα πάνω χρήματα οργανώνοντας ένα καλοδιαφημισμένο «σαρακοστιανό γεύμα». Είναι τόσα πολλά εκείνα που στις εκκλησίες μας εξηγούνται συμβολικά σαν ενδιαφέροντα, πολύχρωμα και διασκεδαστικά έθιμα και παραδόσεις, σαν κάτι δηλαδή που μας δένει όχι τόσο πολύ με τον Θεό και με μια νέα ζωή «εν Αυτώ», όσο με το παρελθόν και τις συνήθειες των προγόνων μας, ώστε γίνεται όλο και περισσότερο δύσκολο να διακρίνουμε πίσω απ' αυτά τα λαϊκά έθιμα τη σοβαρότητα της θρησκείας σε όλη της την έκταση. Θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει τίποτε το άσχημο στα διάφορα έθιμα. Όταν αυτά πρωτοεμφανίστηκαν ήταν τα μέσα με τα οποία η κοινωνία μπορούσε να δείξει ότι έπαιρνε στα σοβαρά τη θρησκεία. Τότε τα έθιμα δεν ήταν σύμβολα, αλλά η ίδια η ζωή. Αυτό που συνέβηκε πάντως ήταν το ότι καθώς άλλαξε η ζωή και έπαψε λίγο λίγο η θρησκεία να τη διαμορφώνει στην ολότητά της, λίγα από τα έθιμα διασώθηκαν σαν σύμβολα ενός τρόπου ζωής που δεν υπήρχε πια. Και αυτό που διασώθηκε ήταν εκείνο που, αφ' ενός είναι έντονα ζωντανό και αφ' ετέρου είναι λιγότερο δύσκολο.
Ο πνευματικός κίνδυνος εδώ είναι ότι σιγά σιγά αρχίζει κανείς να καταλαβαίνει τη θρησκεία σαν ένα σύστημα από σύμβολα και έθιμα μάλλον, παρά να ερμηνεύει όλα αυτά σαν μια πρόκληση για πνευματική ανανέωση και προσπάθεια. Μεγαλύτερη είναι η προσπάθεια που γίνεται για να προετοιμάζονται νηστίσιμα φαγητά ή για το πασχαλινό τραπέζι, παρά για τη νηστεία και τη συμμετοχή στην πνευματική πραγματικότητα του Πάσχα. Αυτό σημαίνει ότι, όσο τα έθιμα και οι παραδόσεις δεν συνδεθούν και πάλι με τη γενική θρησκευτική αντίληψη από την οποία προέρχονται, όσο δηλαδή δεν παίρνουμε στα σοβαρά τα σύμβολα, η Εκκλησία θα παραμένει χωρισμένη από τη ζωή και δεν θα την επηρεάζει καθόλου. Αντί να παριστάνουμε με σύμβολα την «πλούσια κληρονομιά» μας καιρός είναι ν' αρχίσουμε να την ενσωματώνουμε στην καθημερινή ζωή μας. Το να πάρουμε λοιπόν στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή σημαίνει ότι θα τη θεωρούμε, πρώτα απ' όλα με την πιο βαθιά έννοια, μια πνευματική πρόκληση που απαιτεί αντίδραση, απόφαση, πρόγραμμα και συνεχή προσπάθεια. Kαι ακριβώς για το λόγο αυτό, όπως ξέρουμε, θεσπίστηκαν από την Εκκλησία οι εβδομάδες προετοιμασίας για τη Μεγάλη Σαρακοστή.
Η περίοδος αυτή είναι καιρός για δράση, για απόφαση, για προγραμματισμό. Και ο καλύτερος και ευκολότερος τρόπος είναι ν' ακολουθήσουμε την καθοδήγηση της Εκκλησίας που είναι η μελέτη και ο στοχασμός πάνω στα πέντε ευαγγελικά θέματα που μας προσφέρονται τις πέντε Κυριακές της περιόδου πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή. Τα θέματα αυτά είναι: η διακαής επιθυμία (Ζακχαίος), η ταπείνωση (Τελώνης και φαρισαίος), επιστροφή από την εξορία (Άσωτος), η κρίση (Κυριακή της Απόκρεω) και η συγχωρητικότητα (Κυριακή της Τυροφάγου). Αυτές οι ευαγγελικές περικοπές δεν διαβάζονται μόνο και μόνο για ν' ακουστούν στην Εκκλησία" σκοπός είναι να τις «πάρω μαζί μου στο σπίτι» και να στοχαστώ πάνω σ' αυτές σχετίζοντάς τις μάλιστα με τη ζωή μου, την οικογενειακή μου κατάσταση, τις επαγγελματικές υποχρεώσεις μου, το ενδιαφέρον μου για τα υλικά πράγματα, τις σχέσεις μου με τους συγκεκριμένους ανθρώπους με τους οποίους ζω. Αν σ' αυτή την προσπάθεια περισυλλογής προσθέσει κανείς και την προσευχή αυτής της περιόδου: «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλαις ζωοδότα...» και τον ψαλμό 136 «επί των ποταμών της Βαβυλώνος εκεί εκαθήσαμεν...» μπορεί να καταλάβουμε τι σημαίνει να «νιώθεις ότι είσαι με την Εκκλησία», και πώς μπορεί μια λειτουργική περίοδος να χρωματίσει τη καθημερινή ζωή. Επίσης είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να διαβάσει κανείς κάποιο θρησκευτικό βιβλίο. Ο σκοπός δε αυτού του διαβάσματος δεν είναι μόνο ν' αυξήσουμε τις θρησκευτικές γνώσεις μας" είναι βασικά να καθαρίσουμε το μυαλό μας απ' όλα όσα συνήθως το πλημμυρίζουν. Είναι πραγματικά απίστευτο πόσο στο μυαλό μας συνωστίζονται όλων των ειδών οι έννοιες, τα ενδιαφέροντα, οι αγωνίες και οι εντυπώσεις και πόσο ελάχιστο έλεγχο ασκούμε πάνω σ' όλα αυτά. Διαβάζοντας ένα θρησκευτικό βιβλίο συγκεντρώνουμε την προσοχή μας σε κάτι εντελώς διαφορετικό από το συνηθισμένο περιεχόμενο των σκέψεών μας" δημιουργείται έτσι μια άλλη διανοητική και πνευματική ατμόσφαιρα. Όλα αυτά, φυσικά, δεν είναι «συνταγές», ίσως να υπάρχουν άλλοι τρόποι για να προετοιμαστεί κανείς για τη Σαρακοστή. Το βασικό σημείο είναι ότι, στη διάρκεια αυτής της περιόδου βλέπουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή σαν να βρίσκεται σε κάποια απόσταση, σαν κάτι δηλαδή που ακόμα έρχεται και που μας το στέλνει ο ίδιος ο Θεός σαν ευκαιρία για αλλαγή, για ανανέωση, για εμβάθυνση, και ότι παίρνουμε αυτή την επερχόμενη ευκαιρία πολύ στα σοβαρά. Έτσι, όταν την Κυριακή της Συγγνώμης αφήνουμε το σπίτι μας και πάμε στον Εσπερινό, μπορεί να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε δικά μας - έστω και για λίγο - τα λόγια από το Μεγάλο Προκείμενο που ανοίγει τη Μεγάλη Σαρακοστή: Mη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι...
(* Από το βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή», του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, εκδ. Ακρίτας)
Σύμφωνα με τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η περίοδος αυτή περιελάμβανε και την Μεγάλη εβδομάδα:
"Ιδού προς το τέλος εφθάσαμεν λοιπόν της Αγίας Τεσσαρακοστής, και της νηστείας διανύσαμε τον πλουν...επειδή εις την μεγάλην ταύτην εβδομάδα εφθάσαμεν τη του Θεού χάριτι". Αυτό επαναλαμβάνει και ο άγιος Νεκτάριος Αιγίνης: "ο χρόνος της κατηχήσεως επερατούτο κατά την Μεγάλην Εβδομάδα της Μεγάλης τεσσαρακοστής".
Σύμφωνα με τον καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ, Βλ. Φειδά, υπήρξε μια ποικιλία τάσεων για την πασχάλια νηστεία στην αρχαία εκκλησία η οποία "οφειλόταν αφ' ενός μεν στην ποικιλία των τοπικών παραδόσεων, αφ' ετέρου δε στην τάση επεκτάσεως της νηστείας προς μίμησιν της πολιτείας του Κυρίου". Aπό τις τάσεις αυτές προέκυψε κατά τo τέλος του 3ου αιώνα η προπασχάλια νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής η οποία μαρτυρείται για πρώτη φορά με την ονομασία Τεσσαρακοστή, στις αρχές του 4ου αιώνα στον 5ο κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου όπου αναφέρεται:
"Αι δε σύνοδοι γινέσθωσαν, μία μεν προ της Τεσσαρακοστής, ίνα πάσης μικροψυχίας αναιρουμένης, το δώρον καθαρόν προσφέρηται τω Θεώ δευτέρα δε..." δηλ. "Οι σύνοδοι να γίνονται μία πριν από τη σαρακοστή, για να προσφέρεται στο Θεό καθαρό το δώρο, αφού εκλείψει κάθε μικροψυχία και η δεύτερη...".
Παρόμοιες αναφορές κάνει και ο ιστορικός Σωκράτης (380-440) ο οποίος μαρτυρεί διχογνωμία για τη διάρκεια της νηστείας: "Οι δε εν Ιλλυριοίς και όλη τη Ελλάδι, και οι εν Αλεξανδρεία, προ εβδομάδων εξ την προ του Πάσχα νηστείαν νηστεύουσι, Τεσσαρακοστήν αυτήν ονομάζοντες. Άλλοι δε παρά τούτους, οι προ επτά της εορτής εβδομάδων της νηστείας αρχόμενοι, και τρεις μόνας πενθημέρους εκ διαλειμμάτων νηστεύοντες, ουδέν ήττον και αυτοί Τεσσαρακοστήν τον χρόνον τούτον καλούσι. Και θαυμάσαι μοι έπεισι, πως ούτοι περί τον αριθμόν των ημερών διαφωνούντες Τεσσαρακοστήν αυτήν ονομάζουσι".
Ο τελικός χρόνος έναρξης-λήξης της νηστείας ορίστηκε κατά τον 5ο αιώνα.
H νηστεία αυτή έχει θεσπιστεί κατά μίμηση της νηστείας του Χριστού στην έρημο όπως και ο αριθμός των σαράντα ημερών σχετίζεται με την χρονική διάρκεια της νηστείας εκείνης (Ματθ. 4,2). Η διάρκεια της νηστείας εκτείνεται από την Καθαρή Δευτέρα ως το Σάββατο του Λαζάρου, μετά το οποίο αρχίζει η Μεγάλη εβδομάδα. Κατά τη νηστεία εντέλλεται η αποχή από κρέας, ψάρι, αυγό και γαλακτοκομικά, εκτός από την Κυριακή των Βαΐων όπου επιτρέπεται το ψάρι, όπως και την ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, αν δε συμπέσει με τη Μ. Εβδομάδα.
Με την πάροδο του χρόνου, κάθε πολυήμερη περίοδος νηστείας άρχισε να ονομάζεται Τεσσαρακοστή ή Σαρακοστή (και από την ονομασία αυτή, τα επιτρεπτά προς κατανάλωση τρόφιμα ονομάστηκαν "σαρακοστιανά"). Ο Αναστάσιος ο Σιναΐτης (6ος αι.) αναφέρεται σε τρεις τεσσαρακοστές όπου σε αυτές του Πάσχα (49 ημέρες μαζί με τη Μεγάλη εβδομάδα όπου νηστεύουμε σε ανάμνηση των Παθών του Χριστού) και των Χριστουγέννων (40 ημέρες) εντάσσει και αυτή των Αγίων Αποστόλων (από την επομένη των Αγίων Πάντων μέχρι την 28η Ιουνίου). Σε αυτές θα πρέπει να προστεθεί και μία ακόμη σημαντική περίοδος νηστείας, αυτή του Δεκαπενταύγουστου (συνολικά 15 μέρες) όπου εορτάζεται η Κοίμηση της Θεοτόκου.
Το διάστημα μέχρι τη Μεγάλη εβδομάδα
Το διάστημα μέχρι τη Μεγάλη εβδομάδα περιλαμβάνει τις εξής εορτές:
Η πρώτη εβδομάδα της Τεσσαρακοστής λέγεται και Καθαρή, επειδή καθαριζόμαστε εσωτερικά με την προσευχή και τη νηστεία, με την οποία στρέφουμε και το σώμα "στην υπηρεσία της ψυχής".
Η πρώτη Κυριακή της Καθαρής Εβδομάδας λέγεται Κυριακή της Ορθοδοξίας όπου γιορτάζουμε το θρίαμβο της Ορθοδοξίας εναντίον των εχθρών της και την οριστική αναστήλωση των αγίων εικόνων. Η γιορτή αυτή καθιερώθηκε την εποχή της αυτοκράτειρας του Βυζαντίου Θεοδώρας, το έτος 843, όποτε και αναστηλώθηκαν οι άγιες εικόνες.
Η Δεύτερη Κυριακή των Νηστειών ορίσθηκε εις μνήμη του υπερασπιστή της Ορθοδοξίας αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, που έζησε τον δέκατο τέταρτο αιώνα. Η Εκκλησία προβάλλει το παράδειγμα του αγίου Γρηγορίου προς μίμηση από τους πιστούς.
Η Τρίτη Κυριακή των Νηστειών είναι η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως. Η Εκκλησία προβάλλει προς προσκύνηση τον Τίμιο και ζωοποιό Σταυρό ψάλλοντας τον ύμνο "Τον Σταυρόν Σου προσκυνούμεν, Δέσποτα, και την αγίαν Σου Ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζομεν" (όπως και στην εορτή της υψώσεως του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου), υπενθυμίζοντας στους πιστούς ότι πλησιάζει η χαρμόσυνη ημέρα της Αναστάσεως.
Ακολουθεί η Τετάρτη Κυριακή των Νηστειών όπου γιορτάζουμε τη μνήμη του οσίου Ιωάννου (6ος-7ος αι.), του συγγραφέα του περίφημου βιβλίου της Κλίμακος, ένα βιβλίο με πνευματικές διδαχές που γράφτηκε ώστε "ωσάν κάποια κλίμαξ [σκάλα] που θα φθάνη τις πύλες του ουρανού...θα ανεβάζη εκεί σώους και αβλαβείς όσους θέλουν".
Την Πέμπτη της εβδομάδας αυτής και κατά τον Όρθρο, ψάλλεται η ακολουθία του Μεγάλου κατανυκτικού Κανόνα. Πρόκειται για το εκτενές ποίημα του σημαντικού μελωδού της Εκκλησίας, αρχιεπίσκοπου Κρήτης Ανδρέα (7ος αι.), που αποτελείται από 280 τροπάρια. Στο έργο αυτό περιέχεται ολόκληρη η ιστορία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και μέσω αυτού η Εκκλησία καλεί τον άνθρωπο να μιμηθεί τις αρετές και "όσα δε των φαύλων απόφευγειν".
Κατά την Πέμπτη Κυριακή των Νηστειών τελεί η Εκκλησία τη μνήμη της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας.
Κάθε Παρασκευή, από την πρώτη εβδομάδα της Μ. Τεσσαρακοστής ψάλλεται ο Ακάθιστος Ύμνος ή αλλιώς, οι Χαιρετισμοί, μια καθιερωμένη ονομασία για την ακολουθία του Ακάθιστου ύμνου, η οποία προήλθε από τα αλλεπάλληλα "Χαίρε" που περιλαμβάνει. Στο σύνολό του, ο Ακάθιστος ύμνος περιλαμβάνει 24 οίκους (λειτουργικά άσματα που συνήθως ακολουθούν αλφαβητική ακροστιχίδα) οι οποίοι ψάλλονται τμηματικά σε διάρκεια 5 εβδομάδων ως εξής: καταρχάς 4 ακολουθίες, από 6 οίκους την κάθε φορά, κι έπειτα άλλη μία ακολουθία όπου ψάλλεται ολόκληρος ο Ακάθιστος, και με τους 24 οίκους.
Το Σάββατο της Έκτης Εβδομάδας της Μ. Τεσσαρακοστής τελείται η μνήμη της αναστάσεως του φίλου του Χριστού Λαζάρου, τον οποίο ο Κύριος ήγειρεν εκ νεκρών λέγοντας δεύρο έξω (Ιωάν. 11,43).
Την επομένη, Έκτη Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής, γιορτάζεται η Κυριακή των Βαΐων, προς ανάμνηση της θριαμβευτικής εισόδου του Ιησού στα Ιεροσόλυμα.
To πνευματικό νόημα της Σαρακοστής *
Πώς θα μπορούσε η Μεγάλη Σαρακοστή να έχει όχι μια απλή επιφανειακή, αλλά μια αληθινή επίδραση στην ύπαρξή μας; Πώς είναι δυνατόν να εφαρμόσουμε στη ζωή μας τη διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με τη Μεγάλη Σαρακοστή όπως μας μεταδίδεται κυρίως μέσα από τη λατρεία αυτής της περιόδου; Τούτη η ζωή είναι πολύ διαφορετική από τη ζωή των ανθρώπων εκείνων που ζούσαν τον καιρό που γράφονταν αυτοί οι ύμνοι και οι Ακολουθίες και συντάσσονταν οι κανόνες και τα τυπικά. Ζούσε τότε κανείς σε μια σχετικά μικρή και βασικά αγροτική κοινωνία, μέσα σ' ένα οργανωμένο ορθόδοξο κόσμο και η Εκκλησία διαμόρφωνε το γενικό ρυθμό της ζωής του. Τώρα όμως ζούμε σε τεράστια αστικά κέντρα, σε τεχνοκρατούμενες κοινωνίες, πληθωρικές στα θρησκευτικά «πιστεύω» τους με εκκοσμικευμένες απόψεις για τον κόσμο, και μέσα σ' αυτές εμείς οι ορθόδοξοι αποτελούμε μια ασήμαντη μειονότητα.
Η Μεγάλη Σαρακοστή δεν είναι πια «αισθητή», όπως ήταν παλιά στην Ελλάδα ή στην Ρωσία, ας πούμε. Η ερώτησή μας λοιπόν είναι πολύ ουσιαστική: πώς μπορούμε εμείς -πέρα από το να κάνουμε μια ή δυο «συμβατικές» αλλαγές στην καθημερινή ζωή μας - να τηρήσουμε τή Σαρακοστή; Είναι φανερό, λόγου χάρη, ότι για τους πιο πολλούς από τους πιστούς το να παρακολουθούν καθημερινά τις Ακολουθίες αυτής της περιόδου είναι πέρα από κάθε συζήτηση. Εξακολουθούν, φυσικά να εκκλησιάζονται την Κυριακή, αλλά, όπως έχουμε πει, τις Κυριακές της Σαρακοστής η Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον εξωτερικά, δεν αντανακλά κάτι από τη Μεγάλη Σαρακοστή και έτσι δεν μπορεί κανείς να έχει ούτε καν την αίσθηση του λατρευτικού τυπικού της Σαρακοστής, δεδομένου μάλιστα ότι η λατρεία είναι το μόνο μέσο που μας μεταφέρει στο πνεύμα της Σαρακοστής. Και εφ' όσον η Σαρακοστή με κανένα τρόπο δεν χρωματίζει τον πολιτισμό στον οποίο ανήκουμε, δεν είναι ν' απορεί κανείς που αρνητικά καταλαβαίνουμε τη Σαρακοστή, δηλαδή, σαν μια περίοδο στην οποία απαγορεύονται μερικά πράγματα, όπως το κρέας, τα λίπη, οι χοροί και οι διασκεδάσεις.
Η συνηθισμένη ερώτηση: «τι προσπαθείς να στερηθείς τούτη τη Σαρακοστή;» συνοψίζει τέλεια την αρνητική προσέγγιση της Σαρακοστής. Σαν θετική προσέγγιση, θεωρείται η αντίληψη ότι η Σαρακοστή είναι ο καιρός για την πραγματοποίηση της ετήσιας «υποχρέωσης» της Εξομολόγησης και της θείας Κοινωνίας («... και όχι αργότερα από την Κυριακή των Βαΐων...» έγραφε ένα φυλλαδιάκι μιας ενορίας). Και αφού εκπληρωθεί αυτή η υποχρέωση τότε το υπόλοιπο της Σαρακοστής φαίνεται να χάνει όλα τα θετικά νοήματα.Έτσι είναι φανερό ότι έχει αναπτυχθεί μια, μάλλον βαθιά, διαφωνία ανάμεσα στο πνεύμα ή τη «θεωρία» της Σαρακοστής, που προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε με βάση τη λατρεία, και στην κοινή και συνηθισμένη αντίληψη που επικρατεί και υποστηρίζεται όχι μόνο από τους λαϊκούς αλλά ακόμα και από τους ίδιους τους κληρικούς. Γιατί είναι πάντοτε πολύ πιο εύκολο να περιορίσεις κάτι πνευματικό μέσα σε κάτι τυπικό παρά ν' αναζητήσεις το πνευματικό μέσα στο τυπικό.
Μπορούμε να πούμε, χωρίς καμιά υπερβολή, ότι αν και η Μεγάλη Σαρακοστή "τηρείται" ακόμα, όμως έχει χάσει την επίδρασή της στη ζωή μας, σταμάτησε να είναι το λουτρό της μετανοίας και της ανανέωσης που είχε σαν σκοπό της, σύμφωνα με τη λειτουργική καί πνευματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Αλλά τότε, μπορούμε άραγε να ξαναβρούμε και να ξανακάνουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή μια πνευματική δύναμη για την καθημερινή πραγματικότητα της ύπαρξής μας; Η απάντηση σ' αυτή την ερώτηση εξαρτάται πρώτα πρώτα - θα έλεγα και μοναδικά - από το αν επιθυμούμε να πάρουμε στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή ή όχι. Όσο και αν είναι νέες ή διαφορετικές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούμε σήμερα, όσο και αν είναι πραγματικές οι δυσκολίες και τα εμπόδια που υψώνονται από το σύγχρονο κόσμο μας, τίποτε απ' αυτό δεν αποτελεί αμετάκλητο εμπόδιο, τίποτε δεν κάνει τη Μεγάλη Σαρακοστή «αδύνατη».
Η πραγματική αιτία για την οποία βαθμιαία χάνουμε την επίδραση της Σαρακοστής στη ζωή μας βρίσκεται βαθύτερα. Είναι η δική μας συνειδητή ή ασυνείδητη μείωση της θρησκείας σε ένα επιπόλαιο τυπικισμό και συμβολισμό, πράγμα που αποτελεί ακριβώς το ξεστράτισμα και μετριάζει τη σοβαρότητα των απαιτήσεων της θρησκείας από τη ζωή μας, την αίτηση για δέσμευση και προσπάθεια. Αυτή η μείωση, θα πρέπει να προσθέσουμε, είναι, κατά κάποιο τρόπο, ιδιόμορφη στην Ορθοδοξία. Οι χριστιανοί της Δύσης, Καθολικοί ή Προτεστάντες, όταν αντιμετωπίζουν αυτό που εκείνοι θεωρούν «αδύνατον» αλλάζουν την ίδια τη θρησκεία, την «προσαρμόζουν» στις νέες συνθήκες έτσι ώστε να την κάνουν «εφαρμόσιμη». Πρόσφατα, λόγου χάρη, είδαμε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία πρώτα να ελαττώνει τη νηστεία στο κατώτατο όριο και ύστερα να την ξεφορτώνεται τελείως.
Με σωστή και δικαιολογημένη αγανάκτηση, καταγγέλλουμε μια τέτοια «προσαρμογή» σαν προδοσία της χριστιανικής παράδοσης και σαν περιορισμό στο ελάχιστο της χριστιανικής πίστης. Και πραγματικά, η αλήθεια και η δόξα της Ορθοδοξίας είναι ότι δεν «προσαρμόζεται» και δεν συμβιβάζεται με τις χαμηλότερες επιδιώξεις και δεν κάνει το Χριστιανισμό «εύκολο». Αυτό είναι η δόξα για την Ορθοδοξία αλλά φυσικά, όχι για μας, τους ορθόδοξους. Δεν είναι σήμερα, ούτε και χθες, αλλά πολύ παλιότερα που βρήκαμε ένα τρόπο να συμφιλιώνουμε τις απόλυτες απαιτήσεις της Εκκλησίας με την ανθρώπινη αδυναμία μας" και αυτό δεν γίνεται μόνο με «απώλεια του προσώπου» αλλά και με πρόσθετες αφορμές για αυτοδικαίωση και ήσυχη συνείδηση.
Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι η εκπλήρωση αυτών των απαιτήσεων συμβατικά, και ο συμβολικός τυπικισμός που διαποτίζει σήμερα όλη τη θρησκευτική μας ζωή. Έτσι, λόγου χάρη, δε θα σκεπτόμασταν ποτέ να αναθεωρήσουμε τη Λειτουργία μας και τους μοναστικούς κανονισμούς της -Θεός φυλάξοι!- θα συνεχίζαμε όμως να ονομάζουμε την Ακολουθία της μιας ώρας «ολονύκτια αγρυπνία» και υπερήφανα θα εξηγούσαμε ότι αυτή είναι η ίδια Ακολουθία που έκαναν οι μοναχοί στη Λαύρα του Αγίου Σάββα τον 9ο αιώνα! Σε σχέση με τη Μεγ. Σαρακοστή, αντί να κάνουμε ουσιαστικές ερωτήσεις -«τι είναι νηστεία; ή «τι είναι Σαρακοστή»;- εμείς ικανοποιούμαστε με τα σύμβολά της. Στα εκκλησιαστικά περιοδικά και φυλλάδια εμφανίζονται συνταγές για «ένα υπέροχο νηστήσιμο πιάτο»!
Μπορεί ακόμα η ενορία και να συγκεντρώσει μερικά πάρα πάνω χρήματα οργανώνοντας ένα καλοδιαφημισμένο «σαρακοστιανό γεύμα». Είναι τόσα πολλά εκείνα που στις εκκλησίες μας εξηγούνται συμβολικά σαν ενδιαφέροντα, πολύχρωμα και διασκεδαστικά έθιμα και παραδόσεις, σαν κάτι δηλαδή που μας δένει όχι τόσο πολύ με τον Θεό και με μια νέα ζωή «εν Αυτώ», όσο με το παρελθόν και τις συνήθειες των προγόνων μας, ώστε γίνεται όλο και περισσότερο δύσκολο να διακρίνουμε πίσω απ' αυτά τα λαϊκά έθιμα τη σοβαρότητα της θρησκείας σε όλη της την έκταση. Θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει τίποτε το άσχημο στα διάφορα έθιμα. Όταν αυτά πρωτοεμφανίστηκαν ήταν τα μέσα με τα οποία η κοινωνία μπορούσε να δείξει ότι έπαιρνε στα σοβαρά τη θρησκεία. Τότε τα έθιμα δεν ήταν σύμβολα, αλλά η ίδια η ζωή. Αυτό που συνέβηκε πάντως ήταν το ότι καθώς άλλαξε η ζωή και έπαψε λίγο λίγο η θρησκεία να τη διαμορφώνει στην ολότητά της, λίγα από τα έθιμα διασώθηκαν σαν σύμβολα ενός τρόπου ζωής που δεν υπήρχε πια. Και αυτό που διασώθηκε ήταν εκείνο που, αφ' ενός είναι έντονα ζωντανό και αφ' ετέρου είναι λιγότερο δύσκολο.
Ο πνευματικός κίνδυνος εδώ είναι ότι σιγά σιγά αρχίζει κανείς να καταλαβαίνει τη θρησκεία σαν ένα σύστημα από σύμβολα και έθιμα μάλλον, παρά να ερμηνεύει όλα αυτά σαν μια πρόκληση για πνευματική ανανέωση και προσπάθεια. Μεγαλύτερη είναι η προσπάθεια που γίνεται για να προετοιμάζονται νηστίσιμα φαγητά ή για το πασχαλινό τραπέζι, παρά για τη νηστεία και τη συμμετοχή στην πνευματική πραγματικότητα του Πάσχα. Αυτό σημαίνει ότι, όσο τα έθιμα και οι παραδόσεις δεν συνδεθούν και πάλι με τη γενική θρησκευτική αντίληψη από την οποία προέρχονται, όσο δηλαδή δεν παίρνουμε στα σοβαρά τα σύμβολα, η Εκκλησία θα παραμένει χωρισμένη από τη ζωή και δεν θα την επηρεάζει καθόλου. Αντί να παριστάνουμε με σύμβολα την «πλούσια κληρονομιά» μας καιρός είναι ν' αρχίσουμε να την ενσωματώνουμε στην καθημερινή ζωή μας. Το να πάρουμε λοιπόν στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή σημαίνει ότι θα τη θεωρούμε, πρώτα απ' όλα με την πιο βαθιά έννοια, μια πνευματική πρόκληση που απαιτεί αντίδραση, απόφαση, πρόγραμμα και συνεχή προσπάθεια. Kαι ακριβώς για το λόγο αυτό, όπως ξέρουμε, θεσπίστηκαν από την Εκκλησία οι εβδομάδες προετοιμασίας για τη Μεγάλη Σαρακοστή.
Η περίοδος αυτή είναι καιρός για δράση, για απόφαση, για προγραμματισμό. Και ο καλύτερος και ευκολότερος τρόπος είναι ν' ακολουθήσουμε την καθοδήγηση της Εκκλησίας που είναι η μελέτη και ο στοχασμός πάνω στα πέντε ευαγγελικά θέματα που μας προσφέρονται τις πέντε Κυριακές της περιόδου πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή. Τα θέματα αυτά είναι: η διακαής επιθυμία (Ζακχαίος), η ταπείνωση (Τελώνης και φαρισαίος), επιστροφή από την εξορία (Άσωτος), η κρίση (Κυριακή της Απόκρεω) και η συγχωρητικότητα (Κυριακή της Τυροφάγου). Αυτές οι ευαγγελικές περικοπές δεν διαβάζονται μόνο και μόνο για ν' ακουστούν στην Εκκλησία" σκοπός είναι να τις «πάρω μαζί μου στο σπίτι» και να στοχαστώ πάνω σ' αυτές σχετίζοντάς τις μάλιστα με τη ζωή μου, την οικογενειακή μου κατάσταση, τις επαγγελματικές υποχρεώσεις μου, το ενδιαφέρον μου για τα υλικά πράγματα, τις σχέσεις μου με τους συγκεκριμένους ανθρώπους με τους οποίους ζω. Αν σ' αυτή την προσπάθεια περισυλλογής προσθέσει κανείς και την προσευχή αυτής της περιόδου: «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλαις ζωοδότα...» και τον ψαλμό 136 «επί των ποταμών της Βαβυλώνος εκεί εκαθήσαμεν...» μπορεί να καταλάβουμε τι σημαίνει να «νιώθεις ότι είσαι με την Εκκλησία», και πώς μπορεί μια λειτουργική περίοδος να χρωματίσει τη καθημερινή ζωή. Επίσης είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να διαβάσει κανείς κάποιο θρησκευτικό βιβλίο. Ο σκοπός δε αυτού του διαβάσματος δεν είναι μόνο ν' αυξήσουμε τις θρησκευτικές γνώσεις μας" είναι βασικά να καθαρίσουμε το μυαλό μας απ' όλα όσα συνήθως το πλημμυρίζουν. Είναι πραγματικά απίστευτο πόσο στο μυαλό μας συνωστίζονται όλων των ειδών οι έννοιες, τα ενδιαφέροντα, οι αγωνίες και οι εντυπώσεις και πόσο ελάχιστο έλεγχο ασκούμε πάνω σ' όλα αυτά. Διαβάζοντας ένα θρησκευτικό βιβλίο συγκεντρώνουμε την προσοχή μας σε κάτι εντελώς διαφορετικό από το συνηθισμένο περιεχόμενο των σκέψεών μας" δημιουργείται έτσι μια άλλη διανοητική και πνευματική ατμόσφαιρα. Όλα αυτά, φυσικά, δεν είναι «συνταγές», ίσως να υπάρχουν άλλοι τρόποι για να προετοιμαστεί κανείς για τη Σαρακοστή. Το βασικό σημείο είναι ότι, στη διάρκεια αυτής της περιόδου βλέπουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή σαν να βρίσκεται σε κάποια απόσταση, σαν κάτι δηλαδή που ακόμα έρχεται και που μας το στέλνει ο ίδιος ο Θεός σαν ευκαιρία για αλλαγή, για ανανέωση, για εμβάθυνση, και ότι παίρνουμε αυτή την επερχόμενη ευκαιρία πολύ στα σοβαρά. Έτσι, όταν την Κυριακή της Συγγνώμης αφήνουμε το σπίτι μας και πάμε στον Εσπερινό, μπορεί να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε δικά μας - έστω και για λίγο - τα λόγια από το Μεγάλο Προκείμενο που ανοίγει τη Μεγάλη Σαρακοστή: Mη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι...
(* Από το βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή», του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, εκδ. Ακρίτας)
25 Φεβρουαρίου 2012
Κυριακή τῆς Τυρινῆς
(Μάτθ. Στ΄ 14-21)
Δέ χρειάζεται νά διαθέτει κανείς «ὑψηλές θεολογικές γνώσεις» γιά νά κατανοήσει ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας, δήλ. τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἐκτός τῶν ἄλλων, εἶναι καί ἀσκητική!
Ἡ Ὀρθόδοξη ζωή ἐκφράζεται καί μέ τήν ἀγωνιστική καί ἀσκητική διάθεση τοῦ πιστοῦ.
Μία ἁπλή ματιά ἄν ρίξουμε στά ἱερά συναξάρια, ἀμέσως θά διαπιστώσει τοῦ λόγου τό ἀληθές. Καί ἀκριβῶς ἐπειδή ἔτσι ἔχουν τά πράγματα, γι’ αὐτό καί ἡ περίοδος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πού ἀνοίγεται ἀπό αὔριο μπροστά μας, μᾶς δίνει τήν δυνατότητα (ὅταν βεβαίως ὑπάρχουν οἱ προϋποθέσεις) νά ξεκινήσουμε λίγο περισσότερο τήν εὐλογημένη ἄσκηση.
Φυσικά, ὁλόκληρο τό ἔτος, γιά τόν συνειδητό πιστό εἶναι περίοδος πνευματικῶν ἀγώνων. Ὅμως, ἡ Μ. Τεσσαρακοστή, τόσο μέ τίς μοναδικές της ἀκολουθίες, ὅσο καί μέ τήν νηστεία καί γενικῶς τίς πνευματικές εὐκαιρίες, μᾶς δίνει τήν...
δυνατότητα νά πολεμήσουμε πάθη καί ἀδυναμίες, προσελκύοντας περισσότερο τήν χάρη τοῦ Θεοῦ! Ὅπως ὅμως τό σῶμα γιά νά ζεῖ καί νά κινεῖται χρειάζεται νά ὑπάρχει ἡ ψυχή, εἰδάλλως καταντᾶ πτῶμα, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ ἄσκηση καί ἰδίως ἡ νηστεία, ἀπαιτεῖ ὁρισμένες προϋποθέσεις. Ἀπαιτεῖ νά ὑπάρχει αὐτό τό πνεῦμα τῆς νηστείας πού εἶναι ἡ εἰλικρίνεια καί ἡ παραδοχή τῶν ἀδυναμιῶν μας. Ἀπαιτεῖ μέ μία λέξη τήν ταπείνωση, ὥστε νά μή καταντᾶ ἡ ὅλη προσπάθεια ἕνας ξερός τύπος, μέ ἀρνητικά τελικῶς ἀποτελέσματα τόσο γιά τόν ἴδιο τόν πιστό, ὅσο καί γιά τό περιβάλλον τοῦ γενικώτερα. Καί ὁμολογουμένως, στήν Εὐαγγελική περικοπή πού μελετοῦμε, μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ ἴδιος ὁ ἀγωνοθέτης, ὁ ἴδιος δήλ. ὁ Κύριος τήν οὐσία τῆς ὅλης ἀσκήσεως.
Πρῶτα ἄπ’ ὅλα, θέτει τήν προϋπόθεση τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτημάτων μας. Τήν προϋπόθεση πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τό νά συγχωροῦμε μέ ὅλη μας τήν καρδιά τά σφάλματα τῶν ἀδελφῶν μας. Κατόπιν μᾶς ἐξηγεῖ τό πῶς πρέπει νά γίνεται ἡ νηστεία. Δήλ. ὄχι μέ ὑποκριτική καί θεατρική διάθεση, γιά νά μᾶς ἐγκωμιάζουν οἱ ἄνθρωποι. Τοῦτο ἐάν γίνεται, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα, ὁ νηστεύων νά χάνει παντελῶς τόν μισθό του. Ἡ νηστεία, φυσικά, πρέπει νά γίνεται, ἀλλά νά συνοδεύεται μέ τήν χαρούμενη διάθεση καί κυρίως νά τό γνωρίζει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος καί τελικῶς βραβεύει τήν ὅλη διάθεση καί προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου. Καί ἐπειδή ὑφίσταται ὁ κίνδυνος, μέσα στήν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς, ὁ ἐχθρός νά ὑποκλέψει τό νοῦ τοῦ ἀγωνιστῆ καί νά τόν κολλήσει στό χρῆμα καί στήν ὕλη, γι’ αὐτό καί μᾶς ἐφιστᾶ τήν προσοχή, ὥστε, ναί μέν θά ἐργαζόμαστε, διότι ἔτσι πρέπει, ὅμως εἶναι ἀνάγκη νά εἴμαστε πολύ προσεκτικοί γιά νά μή γίνει ὁ πλουτισμός τοῦ χρήματος ἡ μεγάλη ἀγωνία τῆς καρδιᾶς μας καί ὁ τελικός σκοπός τῆς ζωῆς μας. Θησαυρός μοναδικός ὅπου θά πρέπει νά βρίσκεται ἡ καρδιά μας καί ἡ ὅλη ἐπιθυμία μας, εἶναι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καί τελικῶς, αὐτός ὁ οὐρανός!
Ἁπλά ἴσως φαίνονται καί ἀκούγονται τά ἀποκαλυπτικά αὐτά λόγια του Χριστοῦ. Νά ὅμως φίλοι μου, πού αὐτά τά «ἁπλά» τίς περισσότερες φορές, στήν πράξη, ἀποδεικνύονται ὡς τά δυσκολοτέρα.
Βεβαίως, γιά τόν πιστό πού ἔχει διάθεση γιά χριστιανική ζωή, μέ τήν χάρη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅλα γίνονται εὔκολα. Ὁ συγκλονιστικός λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τούς Φιλιππησίους «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμούντι μέ Χριστῷ» (Φιλιπ. Δ’ 13), δήλ. τά πάντα κατορθώνω μέ τήν δύναμη, πού μου δίνει ἡ κοινωνία καί ἡ σχέση μου μέ τόν Χριστό, ἀποδεικνύεται στίς τάξεις τῶν πιστῶν ὡς μία καταπληκτική βιωματική πραγματικότητα. Ἀντιθέτως, γιά τόν ἄνθρωπο πού δέν δείχνει τήν ἀγαθή διάθεση (διότι αὐτή ἡ διάθεση ἐπιτέλους ἀνήκει προσωπικά στόν ἄνθρωπο, ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι τοῦ Θεοῦ), καί τά πλέον εὔκολα, τοῦ φαίνονται ἀκατόρθωτα. Ὅταν λοιπόν ὑπάρχει ἡ θέληση καί ἡ διάθεση, τότε ξεκινᾶ καί ὁ εὐλογημένος ἀγώνας. Καί ναί μέν ὁ πιστός θά ἀντιμετωπίσει μύρια ἐμπόδια. Θά αἰσθανθεῖ ἴσως κάποιες στιγμές ὅτι ἡ κακία τοῦ κόσμου πάει νά τόν παρασύρει. Παλεύει ὁ ἀγωνιστής Χριστιανός μέ τό φοβερό θηρίο τοῦ ἐγωισμοῦ καί μέ τήν ἴδια τήν σάρκα πού ἀντιστρατεύεται τό πνεῦμα. «Ἡ γάρ σάρξ ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ πνεύματος, τό δέ πνεῦμα κατά τῆς σαρκός. Ταῦτα δέ ἀντίκειται ἀλλήλοις, ἴνα μή ἅ ἄν θέλητε ταῦτα ποιῆτε»(Γαλάτας Ἐ’ 17) δήλ. Ἡ διεφθαρμένη σαρκική φύση ἐπιθυμεῖ βεβαίως ἀντιθέτως πρός τό Πνεῦμα, καί τό Πνεῦμα ἀντιθέτως πρός τή διεφθαμένη σαρκική φύση. Αὐτά δέ ἀντιμάχονται τό ἕνα τό ἄλλο, γιά νά μήν κάνετε αὐτά τά ὁποία θέλετε (τονίζει καί πάλι ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, Πάυλος). Κάποιες ἀκόμα φορές, ὅλος αὐτός ὁ συνασπισμός τοῦ κακοῦ, γίνεται ἀφορμή νά χάνεται ἀπό τήν καρδιά τό κέφι τῶν ἰδανικῶν καί ὁ ἐνθουσιασμός γιά τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Φαίνεται ἴσως ὅτι ἔρχονται οἱ στιγμές πού ὁ πονηρός θέλει νά κυριαρχήσει. Ὅμως, ἐδῶ εἶναι πού χρειάζεται ἡ καρτερία καί ἡ ἐμμονή. Ἐδῶ ἐπιβάλλεται νά γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεός δέν ἐπιτρέπει ποτέ νά πειραστοῦμε περισσότερο τῶν δυνάμεών μας. Διασαλπίζει ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων τό Πνεῦμα τό Ἅγιον διά τοῦ Ἄπ. Παύλου καί μᾶς δίνει θάρρος καί μᾶς τονώνει: «πειρασμός ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν εἰ μή ἀνθρώπινος. Πιστός δέ ὁ Θεός, ὅς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπέρ ὁ δύνασθε, ἀλλά ποιήσει σύν τῷ πειρασμῶ καί τήν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν»!(Ἅ’ Κόρ. Ἰ’13). Δήλ. Δέν σᾶς ἔχει καταλάβει δοκιμασία, παρά μόνο ἀνάλογη πρός τίς ἀνθρώπινες δυνάμεις. Ὁ δέ Θεός εἶναι εὔσπλαγχνος καί δέν θά σᾶς ἀφήσει νά δοκιμασθεῖτε παραπάνω ἀπό τίς δυνάμεις σας, ἀλλά μαζί μέ τή δοκιμασία θά δώσει καί τή διέξοδο, ὥστε νά μπορεῖτε νά ὑποφέρετε.
Ναί, ἀδελφοί μου. Ἀγώνας καί μάλιστα σκληρός. Γί΄αὐτό ἄλλωστε καί αὐτή ἡ περίοδος ὀνομάζεται καί «στάδιον πνευματικοῦ ἀγῶνος». Ὅμως, δέν ἐγκαταλείπουμε τήν προσπάθεια καί προπαντῶς δέν ἀπελπιζόμαστε. Δέν ἀπελπιζόμαστε καί οὔτε βεβαίως συμβιβαζόμαστε, ὄχι διότι ἐλπίζουμε στίς μικρές δικές μας προσπάθειες «οὐ γάρ ἐπί τῷ τόξω μου ἐλπιῶ, καί ἡ ρομφαία μου οὐ σώσει μέ»(Ψάλμ. ΜΓ΄ 7), ἀλλά κυρίως διότι ἐπάνω ἀπό τόν προσωπικό μας ἀγώνα, ζητοῦμε καί μᾶς δίνεται ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Μᾶς παραστέκει καί μᾶς ἐνισχύει. Αὐτός ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι πού διακήρυξε τήν μεγάλη ἀλήθεια: «χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»(Ἰωάννου ΙΕ΄5). Καί τελικῶς συνειδητοποιοῦμε ὅτι Αὐτός εἶναι πού προσθέτει τή δύναμη καί φέρει τή νίκη. Ἐμεῖς ἁπλῶς τοῦ λέμε τό ναί, κάνοντας βεβαίως ὅ,τι εἶναι δυνατόν νά γίνεται ἀπό ἐμᾶς τούς ἴδιους. Γνωρίζουμε δέ, ὅτι σέ διαφορετική περίπτωση, ἐάν δήλ. δέν ἀγωνιστοῦμε, δέν παρεμβαίνει ὁ Θεός. Ἀνάγκη λοιπόν νά ἐμπιστευθοῦμε τήν ἀδυναμία μας στήν παντοδυναμία του. Νά καταφύγουμε στό ἔλεος καί στή χάρη του. Νά προσεγγίσουμε τά ἄχραντα μυστήρια μέ διάθεση εἰλικρινῆ καί μέ πόθο διαρκοῦς ἐπικοινωνίας μέ τόν Χριστό. Πάντοτε ἑνωμένοι μαζί του. Νά Χριστοποιηθοῦμε! Καί ὅταν γίνεται αὐτό, τότε αἰσθανόμαστε τήν ἀξία τῆς ἀσκήσεως καί τότε γευόμαστε ἔστω καί στό ἐλάχιστο τίς μοναδικές στιγμές πού λαχταροῦσαν οἱ θεῖοι πατέρες μας, βιώνοντας τή νηστεία, τήν ἀγρυπνία καί τήν προσευχή, ἀλλά συνάμα καί τό θάρρος τῶν μαρτύρων καί ὁμολογητῶν! Αὐτός ὁ ἀγώνας γιά τήν ἐν Χριστῷ ζωή ἀποτελεῖ καί τόν σκοπό τῆς ζωῆς μας.
Εἰλικρίνεια λοιπόν, ἀγαθή διάθεση, καί διακριτική ἄσκηση (μέ τήν ἄδεια τοῦ πνευματικοῦ μας), καί κυρίως ἱερός ἐνθουσιασμός, εἶναι αὐτά τά στοιχεῖα πού νοηματοδοτοῦν τόν ἀγώνα τῆς ταπεινώσεως μέσα στό στάδιο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ἀλλά καί σέ ὅλη μας τή ζωή.
Ἀγώνας λοιπόν. Ἀγώνας καί πάντα μπροστά. Ἀγώνας καί πάντα ψηλά!
Καί ἄς γνωρίζεις ἀδελφέ μου ὅτι, ὅταν ἁπλώνεις τά χέρια σου νά πιάσεις τ’ ἄστρα, μπορεῖ βέβαια νά μή τά φτάσεις, μά εἶναι σίγουρο πώς δέν θά καταλήξεις νά κρατᾶς μία χούφτα λάσπη.
Ἀμήν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



