Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Μαρτίου 2012

Ο κυρ Θόδωρος



Ο κυρ Θόδωρος ήταν μαραγκός. Εκείνη τη μέρα έφτιαχνε κιβώτια για κάποια ανθρωπιστική οργάνωση. Μέσα εκεί θα έβαζαν ρούχα για να τα στείλουν σε κάποια απομακρυσμένα ορφανοτροφεία κάπου στην Αφρική. Οταν τέλειωσε τη δουλειά του αργά το απόγευμα, στο δρόμο για το σπίτι, έψαξε στις τσέπες του να βρει τα γυαλιά του. Ομως εκείνα είχαν γίνει άφαντα. Με το νου του προσπάθησε να θυμηθεί τις δουλειές που έκανε. Τότε κατάλαβε οτι είχαν πέσει μέσα σε κάποιο κιβώτιο, το οποίο αφού καρφώθηκε γερά ταξίδευε για την Αφρική.

Το έπιασε απελπισία.
Είχε εφτά παιδιά. Είχε πληρώσει 100Ευρώ για τα γυαλιά αυτά εκείνο το πρωινό. Στη σκέψη οτι έπρεπε να φτιάξει άλλο ένα καινούργιο ζευγάρι τον έπιασε μεγάλος θυμός
"Αυτό είναι άδικο" φώναξε στο Θεό "Με βλέπεις που αγωνίζομαι, με βλέπεις που σου αφιερώνω χρόνο και χρήμα και εσύ τώρα μου κάνεις αυτό"

Πέρασαν αρκετοί μήνες από τότε.

Κάποια μέρα ο διευθυντής κάποιου ορφανοτροφείου επισκέφτηκε την Ελλάδα.
Ηθελε να περάσει από τις οργανώσεις, τις ενορίες που υποστήριζαν την αποστολή του στην Αφρική.
Την Κυριακή πέρασε και από τα γραφεία της ανθρωπιστικής οργάνωσης στην οποία προσέφερε ο κυρ Θόδωρος. Τους μάζεψε όλους και τους μίλησε.

Ξεκίνησε την ομιλία του με ευχαριστίες για την ύποστήριξη όλων στο έργο του για την σωτηρία τόσων παιδιών

"Πιο πολύ από όλα όμως" συνέχισε "Πρέπει να σας ευχαριστήσω για τα γυαλιά που μου στείλατε πριν από λίγο καιρό. Βλέπετε μια μέρα πέρασαν από τα γραφεία μας επαναστάτες και τα ρήμαξαν όλα, μαζί και τα δικά μου γυαλιά. Ημουν απελπισμένος. Ακόμα κι αν είχα τα χρήματα δεν μπορούσα με τίποτα να τα αντικαταστήσω. Εκτός από το οτι δεν έβλεπα καλά, με έπιαναν απίστευτοι πονοκέφαλοι. Το μόνο που κάναμε όλοι ήταν να προσευχόμαστε και να παρακαλούμε μήπως γίνει κάποιο θαύμα. Τότε έφτασαν τα κασόνια από σας. Οταν ανοίξαμε τα καπάκια βρήκαμε σε κάποιο από αυτά, πάνω πάνω, ένα ζευγάρι γυαλιά"

Στο σημείο αυτό ο διευθυντής σταμάτησε να μαζέψει τους λυγμούς που έπνιγαν τη φωνή του.
Κατόπιν προς μεγάλη έκπληξη όλων συνέχισε..

"Δεν θα το πιστέψετε, αλλά όταν τα δοκίμασαν ήταν σαν να είχαν γίνει παραγγελία για μένα. Ηθελα τόσο πολύ να σας ευχαριστήσω γι αυτό!"

Οι άνθρωποι τον άκουγαν να μιλά για τα γυαλιά αυτά και για το θαύμα, έτσι όπως το έζησε. Σκέφτηκαν όμως οτι ο διευθυντής μάλλον θα πρέπει να έχει μπερδέψει την δική τους οργάνωση με κάποια άλλη επειδή δεν υπήρχε κανένα ζευγάρι γυαλιά στον κατάλογο με τα πράγματα που είχαν στείλει.

Ομως στην πίσω σειρά καθόταν ήσυχα ο κυρ Θόδωρος και σκούπιζε τα δάκρυα του, ευχαριστώντας από μέσα του για το μεγαλύτερο μήνυμα που δέχτηκε ποτέ μέσα στη ψυχή του.

19 Ιανουαρίου 2012

Ξυπόλυτο τάγμα

 
Το Ξυπόλητο τάγμα είναι η αληθινή ιστορία 160 παιδιών, που η δράση τους πήρε διαστάσεις μύθου όταν διώχτηκαν από τα ορφανοτροφεία της Θεσσαλονίκης από τους Ναζί κατακτητές στα χρόνια της κατοχής του B' Παγκοσμίου Πολέμου.
Τα παιδιά μεταβάλλονται σ' ένα είδος καλόκαρδης ηρωικής συμμορίας, που κλέβει από τους Γερμανούς και του μαυραγορίτες για να συντηρεί τα μέλη της κι όσους μπορεί από τον κόσμο γύρω της.
Επίσης, πέρα από την αρωγή που παρείχαν στο κόσμο, κατάφερναν με την εξυπνάδα και το κουράγιο τους να βοηθούν την Αντίσταση, βρίσκοντας τρόπους να φυγαδεύουν στη Μέση Ανατολή Έλληνες, Αμερικάνους και Εγγλέζους αξιωματικούς, με σκοπό να ενωθούν με τους εκεί συμμαχικούς στρατούς.


ΜΗΝ ΦΟΒΑΣΑΙ. ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ...



Κρυωνεις, καλο μου?
Κι εγω
Πεινας, καρδια μου?
...
Κι εγω
Κλαις, αγαπη μου?
Κι εγω

Μην φοβασαι. Ειμαι εδω...

 

07 Ιανουαρίου 2012

Νικολάου, Μητροπ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, «Φωνή αύρας λεπτής», εκδ. Εν πλω


Πριν από αρκετά χρόνια με πλησίασε κάποιος νεαρός φοιτητής. Με πολλή διστακτικότητα, αλλά και με την ένταση του απαιτητικού αναζητητή , μου δήλωσε ότι είναι άθεος, που όμως θα ήθελε πολύ να πιστέψει, αλλά δεν μπορούσε. Χρόνια προσπαθούσε και αναζητούσε, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Συνομίλησε με καθηγητές και μορφωμένους, αλλά δεν ικανοποιήθηκε η δίψα του για κάτι σοβαρό. Άκουσε για μένα και αποφάσισε να μοιρασθεί μαζί μου την υπαρξιακή ανάγκη του. Μου ζήτησε μια επιστημονική απόδειξη περί υπάρξεως Θεού.
«Ξέρεις ολοκληρώματα ή διαφορικές εξισώσεις;», τον ρώτησα.
«Δυστυχώς όχι», μου απαντά, «είμαι της Φιλοσοφικής».
«Κρίμα, διότι ήξερα μια τέτοια απόδειξη», είπα εμφανώς αστειευόμενος.
Ένιωσε αμήχανα και κάπως σιώπησε για λίγο.
«Κοίταξε»,του λέω, «συγνώμη που σε πείραξα λιγάκι. Αλλά ο Θεός δεν είναι εξίσωση ούτε μαθηματική απόδειξη. Αν ήταν κάτι τέτοιο, τότε όλοι οι μορφωμένοι θα Τον πίστευαν. Να ξέρεις, αλλιώς προσεγγίζεται ο Θεός. Έχεις πάει ποτέ στο Άγιον Όρος; Έχεις ποτέ συναντήσει κανένα ασκητή;».
«Όχι πάτερ, αλλά σκέπτομαι να πάω, έχω ακούσει τόσα πολλά! Αν μου πείτε, μπορώ να πάω και αύριο. Ξέρετε κανένα μορφωμένο να πάω να τον συναντήσω;».
«Τί προτιμάς; Μορφωμένο που μπορεί να σε ζαλίσει ή άγιο που μπορεί να σε ξυπνήσει;».
«Προτιμώ τον μορφωμένο. Τους φοβάμαι τους αγίους».
«Η πίστη είναι υπόθεση της καρδιάς. Για δοκίμασε με κανέναν άγιο. Πώς σε λένε ;»,ρωτώ.
«Γαβριήλ»,μου απαντά.
Τον έστειλα σε έναν ασκητή. Του περιέγραψα τον τρόπο πρόσβασης και του έδωσα τις δέουσες οδηγίες. Κάναμε κι ένα σχεδιάγραμμα.
«Θα πας»,του είπα,«και θα ρωτήσεις το ίδιο πράγμα: Είμαι άθεος, θα του πεις, και θέλω να πιστέψω. Θέλω μια απόδειξη περί υπάρξεως Θεού».
«Φοβάμαι, ντρέπομαι». μου απαντά.
«Γιατί ντρέπεσαι και φοβάσαι τον άγιο και δεν ντρέπεσαι και φοβάσαι έμενα;», ρωτώ. «Πήγαινε απλά και ζήτα το ίδιο πράγμα».
Σε λίγες μέρες, πήγε και βρήκε τον ασκητή να συζητάει με κάποιο νέο στην αυλή του. Στην απέναντι μεριά περίμεναν άλλοι τέσσερις καθισμένοι σε κάτι κούτσουρα. Ανάμεσα σε αυτούς και ο Γαβριήλ βρήκε δειλά τη θέση του. Δεν πέρασαν περισσότερα από δέκα λεπτά και η συνομιλία του γέροντα με τον νεαρό τελείωσε.
«Τί γίνεστε παιδιά;», ρωτάει. «Έχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Έχετε πιει λίγο νεράκι;».
«Ευχαριστούμε, γέροντα», απάντησαν με συμβατική κοσμική ευγένεια.
«Έλα εδώ», λέγει απευθυνόμενος στον Γαβριήλ και ξεχωρίζοντάς τον από τους υπόλοιπους. «Θα φέρω εγώ το νερό, πάρε εσύ το κουτί αυτό με τα λουκούμια, και έλα πιο κοντά να σου πω ένα μυστικό: Καλά να είναι κανείς άθεος, αλλά να έχει όνομα αγγέλου και να είναι άθεος; Αυτό πρώτη φορά μού συμβαίνει».
Ο φίλος μας κόντεψε να πάθει έμφραγμα από τον αποκαλυπτικό αιφνιδιασμό. Πού γνώρισε το όνομά του; Ποιός του αποκάλυψε το πρόβλημά του; Τί τελικά ήθελε να του πει ο γέροντας;
«Πάτερ, μπορώ να σας μιλήσω λίγο;», μόλις που μπόρεσε να ψελλίσει.
«Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει· πάρε το λουκούμι, πιες και λίγο νεράκι και πήγαινε στο πιο κοντινό μοναστήρι να διανυκτερεύσεις».
«Πάτερ μου, θέλω να μιλήσουμε, δεν γίνεται;».
«Τί να πούμε, ρε παλικάρι; Για ποιόν λόγο ήλθες;».
«Στο ερώτημα αυτό ένιωσα αμέσως να ανοίγει η αναπνοή μου», αφηγείται, «η καρδιά μου να πλημμυρίζει από πίστη, ο μέσα μου κόσμος να θερμαίνεται· οι απορίες να λύνονται χωρίς κανένα λογικό επιχείρημα, δίχως καμία συζήτηση, χωρίς την ύπαρξη μιας ξεκάθαρης απάντησης. Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αυτομάτως όλα τα αν, τα γιατί, τα μήπως και έμεινε μόνο το πώς και το τί από δω κι εμπρός».
Ό,τι δεν του έδωσε η σκέψη των μορφωμένων, του το χάρισε ο ευγενικός υπαινιγμός ενός αγίου, αποφοίτου μόλις της τέταρτης τάξης του δημοτικού. Οι άγιοι είναι πολύ διακριτικοί. Σου κάνουν την εγχείρηση χωρίς αναισθησία και δεν πονάς. Σου κάνουν τη μεταμόσχευση χωρίς να σου ανοίξουν την κοιλιά. Σε ανεβάζουν σε δυσπρόσιτες κορυφές δίχως τις σκάλες της κοσμικής λογικής. Σου φυτεύουν την πίστη στη καρδιά, χωρίς να σου κουράσουν το μυαλό.
 

13 Δεκεμβρίου 2011

ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΜΩΑΜΕΘΑΝΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ


Μᾶς εἶχαν συλλάβει οἰκογενειακῶς μέ τό πρόσχημα μή πληρωμῆς τῶν φόρων. Κάθε πρωΐ σηκωνόμασταν πρίν φέξει γιά τήν δουλειά. Ἡ μητέρα καθάριζε τά γραφεῖα τῆς φυλακῆς. Ἔπρεπε πρίν τίς 8 νά λάμπουν ὅλα. Νά εἶναι τά τζάμια καθαρά, τά κομπιοῦτερ, οἱ ναργιλέδες καί εἰδικά τό γραφεῖο τοῦ διευθυντοῦ.
Μιά μέρα, δέν θά τήν ξεχάσω ποτέ, πῆγα μαζί της νά τήν βοηθήσω, ἐπειδή εἶχε πυρετό. Ἔκαιγε ὁλόκληρη καί ἔτρεμε. Μέ μιά κουβέρτα σκεπαζόμασταν ὅλοι, κι’ αὐτή ἦταν καί τρύπια. Ἐκείνη ἔκανε τήν ἡρωΐδα, δῆθεν ὅτι δέν κρύωνε, γιά νά σκεπαζόμαστε ἐμεῖς... Τό κρύο στούς 10 ὑπό τό μηδέν καί τό νερό παγωμένο. Ἐκεῖνο τό πρωΐ, σάν ἄνοιξαν τήν πόρτα τοῦ κελιοῦ γιά νά βγεῖ, παρακάλεσα τόν ὑπάλληλο νά πάω νά τήν βοηθήσω γιατί ζαλιζόταν, κρύωνε καί ἔτρεμε. Εἶδαν τά χάλια της καί μέ ἄφησαν.
Ἐκείνη τήν ἡμέρα δέν τά κατάφερνε καλά ἡ μάνα μου. Ἐγώ ἔκανα ὅ,τι μποροῦσα, νά φέρω νερό, νά πετάξω τά σκουπίδια. Ἀργήσαμε, καί μᾶς πρόλαβε ὁ διευθυντής στό γραφεῖο του, ὅταν ἦλθε.
– Ἀκόμη ἐδῶ εἶστε, εἶπε. Τί χάλια εἶναι αὐτά;
Τό πῶς βρέθηκε ἕνα τσιγάρο πατημένο κάτω, οὔτε πού τό καταλάβαμε. Φώναζε σάν ὑστερικός, λές καί εἴχαμε κάνει ἔγκλημα.
– Συγγνώμη, εἶπε ἡ μητέρα μου πηγαίνοντας νά μαζέψει τήν γόπα. 
Ὁ διευθυντής ὅρμησε βίαια ἐπάνω της, καί μέ μιά δυνατή κλωτσιά μέ τήν μπότα του τήν κόλλησε ἐπάνω στόν τοῖχο. Χτύπησε κάπου τό κεφάλι της, κι’ ἔμεινε ἀναίσθητη, πεταμένη στό πάτωμα. Ἔτρεξα κοντά της, κι’ εἶδα τό αἷμα νά τρέχει ἀπό τό κεφάλι της. Δέν ἄντεξα κι’ ἄρχισα νά φωνάζω καί νά κλαίω. Ὅρμησα ἐπάνω του καί τόν χτύπησα μέ τό ξύλο τῆς σκούπας στήν πλάτη... Ἐκεῖνος σφύριξε τότε, κι’ ὅρμησαν μέσα οἱ ἄνδρες τῆς φρουρᾶς. Μέ σάπισαν μέ τά γκλόμπς στό ξύλο. Βάραγαν στό κεφάλι, στήν πλάτη, χέρια, πόδια, ὅπου ἔβρισκαν...
Γεμᾶτο αἵματα μέ βάλανε στήν ἀπομόνωση γιά 40 μέρες... Ἕνας παράξενος ἥλιος μέ ζέσταινε... Ἦταν σάν νά βρισκόμουνα στήν κόλαση. Πυκνό σκοτάδι, γύρω γύρω ντουβάρι, τσιμέντο χωρίς φῶς. Κρύο μέσα, πολλούς βαθμούς κάτω ἀπό τό μηδέν, καί ἀνά δύο ὧρες ἄνοιγαν 11 βρύσες ἀπό τό ταβάνι καταβρέχοντάς με μέ κρύο, παγωμένο νερό... Εἶχα μελανιάσει, περιμένοντας τό τέλος μου. Τό ἤξερα ὅτι δέν θά ἄντεχα γιά πολύ. Δέν μπορῶ νά ὑπολογίσω πόσες μέρες πέρασαν, καθώς βρισκόμουν σέ ἀφασία καί σέ κῶμα.
Ἀλλά τότε ἀκριβῶς ἔζησα ἕνα θαῦμα. Τό πιό ὄμορφο συναίσθημα τῆς ζωῆς μου... Ἐκεῖ, πάνω στήν ὀροφή, εἶχε ἀνοίξει ἕνα μεγάλο τετράγωνο, καί ἀπό ἐκεῖ ἔμπαινε ἕνας ἥλιος!... Ἕνας λαμπερός ἥλιος, πού μέ ἔκαιγε στήν κυριολεξία. Ὄχι ἁπλῶς μέ ζέσταινε, ἀλλά μέ τσουρούφλιζε, σέ σημεῖο πού νά ἔχω μαυρίσει μετά, καί στό πρόσωπό μου. Κάθε μέρα, γιά ὧρες πολλές ἕνας ὑπέροχος ἥλιος μέ ζέσταινε, καί μέ βοηθοῦσε νά μήν κρυώσω. Οὔτε πεινοῦσα. Ἔνιωθα τόσο καλά, ἀφοῦ τό νερό πού ἔτρεχε ἀπό 11 βρύσες μέ δρόσιζε... 
Ἦταν ἀπίστευτη αὐτή ἡ ἐμπειρία πού εἶχα ζήσει ἐκεῖ, 40 μέρες μέσα στήν ἀπομόνωση. Ἔνιωθα τόσο δυνατός καί χορτάτος, πού τήν κατάξερη φέτα τό ψωμί πού μοῦ ἔφερναν, καθώς καί τό νερό οὔτε πού τά εἶχα πιάσει τόσες μέρες στά χέρια μου. Πρέπει 40 μέρες νά μήν ἔβαλα μπουκιά στό στόμα μου, οὔτε γουλιά νερό νά ἤπια... Καί ὅμως, οὔτε πείνασα, οὔτε δίψασα, οὔτε γραμμάριο βάρους ἔχασα, οὔτε λιποθύμησα. Ἔνιωθα ζεστός, χαρούμενος, χορτάτος, καί ἔγιναν καλά καί οἱ πληγές ἀπό τό πολύ ξύλο πού εἶχα φάει... 
Ὅταν μέ πῆγαν πάλι στό κελί μου, ἔλαμπα ἀπό ζωντάνια, ἀπό χαρά, ἀπό δύναμη καί ἤμουν κατάμαυρος, λές καί εἶχα κάνει ἐπί ὧρες ἡλιοθεραπεία... Ὅταν διηγήθηκα στούς γονεῖς μου τά καθέκαστα, γονάτισε ἡ μητέρα μου καί εὐχαρίστησε τόν Θεό πού εἰσάκουσε τίς προσευχές της. «Μέγας εἶσαι, Κύριε», εἶπε, «καί θαυμαστά τά ἔργα σου. Δόξα σοι ὁ Θεός». Ἄλλωστε, μέσα στό κελί μας εἶχε ἔλθει ὁ Χριστός πολλές φορές... Εἴχαμε νιώσει τήν χάρι Του, εἴχαμε ἰδεῖ τήν εὐλογία Του. Τόν ζήσαμε! Ἦταν ὁ μόνος ἐπισκέπτης πού εἴχαμε δεῖ ἐκεῖ, τόσα χρόνια... Ἄς εἶναι δοξασμένος ὁ ζωντανός καί ἀληθινός Θεός μας!

Ἐπιστολές ἀπό πραγματικά
γεγονότα που περιέχονται
στό βιβλίο «Συγκλονιστικές
Ἱστορίες Φυλακισμένων»,
ἐκδόσεις Ὀρθόδοξος Κυψέλη.

Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Φίλοι Φυλακισμένων (Φθινόπωρο-Χειμώνας 2011) του Συλλόγου Συμπαραστάσεως κρατουμένων, ο Ονήσιμος