Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Ιουνίου 2011

Σκέψεις, διλήματα, διπλωματία, ύπομονή, άπελπισία, θεωρία τού χάους!


Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του
κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε
κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα
χέρια:
το πιο φρικτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!

Τι πάλι να γυρίσουμε στη βαρετήν Ιθάκη,
στις μίζερες τις έγνοιες μας και τις φτηνές
χαρές μας
και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστόν
αράχνης
ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη
ζωή μας;

Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο
τι θα 'ναι
και να μη νοιώθουμε καμιά λαχτάρα
ν' ανατείλει,
πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς, που
μαραζώνουν
και πέφτουν σάπιοι καταγής να μοιάζουν
τα όνειρά μας;

Η τόλμη αφού μας έλλειψε (και θα μας λείπει πάντα!),
να βγούμε, μόνοι, απ' τη στενή και τη στρωτή
μας κοίτη
κ' ελεύθεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή
του κόσμου,
τους άγνωστους να πάρουμε και τους
μεγάλους δρόμους,
μ' ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιού στο
χώμα
και την ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην
αύρα,
τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία
τώρα
το παίγνιο να γίνουμε των άγριων των
κυμάτων

Κι όπου το φέρει! Ως πλόκαμοι μπορούν να
μας τραβήξουν τα κύματα της θάλασσας τα σκοτεινά τα βύθη,
μα και μπορούν, στη φόρα τους, να μας σηκώσουν τόσο
ψηλά - που με το μέτωπο ν' αγγίξουμε
τ' αστέρια!

18 Μαΐου 2011

ΣΧΕΔΟΝ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ


Απ’ όλα
μπορείς να δραπετεύσεις
εκτός
από τον εαυτό σου
που σε μισεί
και ούτε εσύ
να τον ξέρεις θέλεις.

Σου εύχομαι, λοιπόν
απόλυτη ομορφιά
εν ζωή
κι ας πέραν του τάφου η ψυχή ευφραίνεται.



Κάθε ομορφιά της ζωής
να σε ζυγώνει
να σε παίρνει αγκαλιά
κι ο πόνος ας ακολουθεί
κι ας ξεμακραίνει
κάτω από το βάρος μιας βαρυχειμωνιάς
που μέσα κι έξω λυσσομανά
και μας παγώνει.



Έκθετο
που ρίζες αναζητάς
έχοντας παραμάσχαλα
την ομοιότητα
και το επίχρυσο κλειδί
μιας ουτοπίας
σουρεαλιστικής.



Φέρνοντας
την πέτρα στο αλφάδι
πραγματώνεται μια αγωνία
φυλακίζεται το λίγο
που το ‘δα να περπατά δίπλα στο ελάχιστο.

Κι όταν η ζωή μας ζυγίζεται
σε ζυγαριά φαρμακείου
αποδεικνύεται
πως ζούμε λιγότερο
γιατί κάποιος κλέβει απ’ τις μέρες μας
ώρες πολλές.



Ήτανε, λέει, ένας Έρωτας
ανεκπλήρωτος
που έζησε
ζει
και θα ζει
για πάντα
στου παντού
το πουθενά
χωρίς φτερά…



Μια αγγελία
αναγγελία
στον κόσμο της λήθης
και της μνήμης…

Μια αγγελία
τίτλος – κηδεία
ζητιανεύει για μένα
τα προς το ζην
σε όποιον τύχει
και τη δει.



Έψαχνα
να βρω μια γέφυρα
να διασχίσω το ποτάμι˙
ενώ αυτός
μπήκε κατ’ ευθείαν
με τα ρούχα στο νερό.



Ένα πρόσωπο σπαθί
και μια ζωή
σαν θανάσιμη αρρώστια.



Αύριο
να μην ξεχάσω να ξυπνήσω
να βιαστώ, να μην αργήσω.

Αύριο
να θυμηθώ να σε φιλήσω
να ζωγραφίσω, να αρχίσω
να περπατήσω, να μιλήσω.

Αύριο
παράλληλες γραμμές ν’ ακολουθήσω.

Αύριο
έναν απωλεσθέντα εαυτό ν’ ανασκευάσω
αφού τον εντοπίσω
κι ύστερα
ύστερα να θυμηθώ
να θυμηθώ
να σε αφήσω.


Έπανασύνδεση 1


Ρέει
το έδαφος....
Κρατώ την αίσθηση
να' χω μοναχή
συντροφιά
...τον γυρισμό.
Πίσω κοιτάζω.
Ένα βήμα αφρό
θα προχωρήσω
προς το θαλασσινό παράθυρο
τώρα που τα ορύγματα ΄
όνείρα μου απίθωσα
στου ύπνου
το στρώμα το σκληρό.

04 Μαΐου 2011

Αγαπημένε μου !!!


Προσπαθώ να σταθώ στα πόδια μου...
Κρατιέμαι όρθια με νύχια και με δόντια,
πρέπει να είμαι όρθια...
Εχθές ένιωσα να καταρρέω,
γιατί σκεπτόμουν όλα όσα συνέβηκαν,
πόσο άλλαξε η ζωή μου μέσα σε λίγα λεπτά,
πόσες ευθύνες έχω να αντιμετωπίσω,
πόσο άνισος και μεγάλος είναι ο αγώνας μου,
πόσο μου λείπει ένα χέρι να κρατηθώ,
ένας άνθρωπος βρε παιδιά,να με βοηθήσει
κι αν δεν μπορεί να με βοηθήσει,
έστω να μου πεί,''προχώρα,είσαι δυνατή,θα τα καταφέρεις'',
ένας ώμος να γείρω πάνω του να κλάψω,
κάποιος να μου σκουπίσει τα δάκρια που καίνε,
έστω ένας τόπος να χωρέσει εμένα και τον πόνο μου,
τουλάχιστον ένα μικρό καταφύγιο,ας είναι μιά τρυπίτσα,
να μπώ μέσα να κρυφτώ,
να νοιώσω πως δεν θα με αγγίξουν οι κεραυνοί,
αυτοί που μαίνονται γύρω μου
και θέλουν να με λιώσουν,να με καταπιούν....
Εχθές ένοιωσα πολύ μικρή,μηδαμινή
κι όλα τριγύρω θεόρατα θεριά,μεγάλα σαρκοβόρα...
Τρόμαξα,φοβήθηκα,με έπιασε πανικός,
ήθελα να χαθώ,να σβήσω,να εξατμιστώ...
Κρύφτηκα μέσα στην μικρή μου ψυχούλα,
έκλεισα πόρτες και παράθυρα,
λούφαξα σε μιά γωνίτσα τρομαγμένη...
Έκλαψα,ούρλιαξα,
έχωσα τα νύχια μου στις σάρκες μου,
ήθελα να εκδικηθώ τον εαυτόν μου...
Δεν ήξερα γιατί,μα το ζητούσα απεγνωσμένα...
Έτσι με βρήκε το χάραμα,λιώμα,χαμένη,
με τα απομεινάρια της τραγωδίας μου,
ένας μικρός σωρός στάχτες
και χιλιάδες κομματάκια σπασμένης Ελευθερίας...
Μάζεψα όσα μπόρεσα,ένωσα όσα έπρεπε
άφησα χάμω πεταμένα,όλα μου τα ''θέλω'',
φόρεσα την μάσκα της ''δυνατής,
γιά να συνεχίσω να παλεύω,γιατί έτσι ''πρέπει''...
Υπόσχομαι όμως να ξαναγυρίσω,
να πάρω πίσω ότι είναι δικό μου,ότι μου ανήκει...
Το υπόσχομαι αγαπημένε μου !!!
Συγνώμη που δεν έβαλα την μάσκα μου,
εσύ θέλω να με βλέπεις όπως στ'αλήθεια είμαι,
άλλωστε στη εξομολόγηση δεν φοράμε μάσκες....
Μη φοβάσαι που λύγισα...
Έτσι είναι,λυγίζουν οι άνθρωποι καμμιά φορά...
Μη τρομάζεις γιά μένα...
Είμαι εδώ,όρθια,υπάρχω,αγαπώ...
Να,κοίταξέ με,γελάω,κλαίω,ζώ....

30 Απριλίου 2011

''ΚΡΑΥΓΗ''....



Έρημο το δωμάτιο και άδειο...

Μονάχα το κουφάρι μου,

αποτσίγαρα και στάχτες...

Σε έναν παλιό καθρέφτη απέναντι,

το όραμα του προσώπου σου

τρεμουλιάζει,

καθώς αχνά φωτίζει γύρω,

ένα κερί που αργοσβήνει...

Σκοτάδι,κρύο,παγωνιά,

μνήμες ακρωτηριασμένες

και σκοτωμέναι όνειρα...

Προσπαθώ να αγγίξω το βλέμμα σου,

να γαντζώθώ στη σκιά σου,

να ζεσταθώ απ'την ανάσα σου...

Μάταια...

Έφυγες,είμαι μόνη,φοβάμαι,

μισή χωρίς εσένα,

μάλλον πιό λίγη απο μισή...

Και προσπαθώ το βλέμμα σου ν'αγγίξω,

το γέλιο σου,το δάκρυ,την ψυχή σου...

Μα έφυγες και χάθηκες,

πυκνή ομίχλη τύλιξε,

σαν πέπλο το κορμί σου...

Έσβησε το χλωμό κερί,

πυκνό σκοτάδι και σιγή...

Μόνο ένα μπλούζ που κλαίει,

πεταμένο στα σκαλοπάτια του μυαλού,

ματώνει την καρδιά μου...

12 Απριλίου 2011

Μὲ τὶς λέξεις ποτὲ



Νύχτωσε
Κι ἀπ’ τὸ πρωὶ πασχίζω,
Νὰ γράψω ἕναν πραγματικὸ στίχο
Ὅμως οἱ λέξεις εἶναι ψεύτικες
Κι ὁ κόσμος ὄνειρο.

Ἀπηυδημένος μουντζουρώνω μὲ λύσσα, μὲ μανία
Ὥσπου σχίζεται τὸ χαρτὶ
Καὶ στροβιλιζόμενος μὲ τὶς λέξεις καὶ τὰ πράγματα,
Χανόμαστε μέσα ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα.

-«Ποιὰ εἶναι ἡ πραγματικότητα!» κραυγάζω στὸ κενὸ
-«Ἐγώ», ἀποκρίνεται μιὰ φωνὴ
Ἐμπρός μου στέκει ἕνα γυμνὸ πανέμορφο κορίτσι
Μὲ ἀγκαλιάζει καὶ σιωπηλὰ κάνουμε ἔρωτα
Ἀπὸ τοὺς πόρους τοῦ δέρματός της,
Γλυκὲς φωνοῦλες ψιθυρίζουν:
-«Μὲ τὶς λέξεις ποτὲ μὰ ποτὲ δὲν θὰ μάθεις ποιὰ εἶμαι

Οἱ καινούριες λέξεις


Ἀνοίγω τὸ στόμα κι ἀντὶ φωνῆς,
Βγαίνει τζιτζίκισμα…
Ἐμβρόντητος ἀντιλαμβάνομαι,
Ὅτι τὰ πάντα ἔχουν εἰπωθῆ,
Ὅτι ἡ πρώτη ὕλη τοῦ κόσμου –ἡ γλῶσσα,
Εἶναι νεκρή.

Εἴμαστε ὅλοι οἱ ποιητές φοβισμένοι,
Κλεισμένοι σ’ ἕνα δωμάτιο,
Κι ἀφουγκραζόμαστε τοὺς τριγμοὺς τοῦ κόσμου.

Αἴφνης ἡ πόρτα ἀνοίγει μὲ πάταγο
Κι ἕνα ὁλόγυμνο κορίτσι εἰσβάλλει
Ἔχει γιὰ στήθη δυὸ περιστέρια ζωντανὰ
-«Εἶμαι ἡ Ποίηση», δηλώνει
«Σᾶς φέρνω τὶς καινούριες λέξεις»
Κι ἀπ’ τὸ ξανθὸ αἰδοῖο της,
Φρρρ, πουλιὰ ἐλευθερώνει!

11 Απριλίου 2011

Αγαπημένη μου…



Τασος Λειβαδιτης (αποσπασμα)


Δος μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.
Σ’ εύρισκα, αγαπημένη,
στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων.
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου αγαπημένη μου.

Yστερα έρχόταν η βροχή.
Mα έγραφα σ’ όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ’ όνομα σου
κι έτσι είχε ξαστεριά στη κάμαρά μας.
Kράταγα τα χέρια σου
κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη.
Tα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα,
στο στόμα σου ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη…

Oλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο αγάπη μου,
τότε που μου χαμογελούσες.

Στην πιό μικρή στιγμή μαζί σου,
έζησα όλη τη ζωή.

Hξερες να δίνεσαι, αγάπη μου.
Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.
Kαι τότε όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια
θάναι δικά μας.

Θά ‘θελα να φωνάξω τ’ όνομά σου,
αγάπη μου, μ’ όλη μου τη δύναμη.
Nα το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο
καμιά ελπίδα πιά να μήν πεθάνει.

Ναι, αγαπημένη μου, πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα…

Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά-θυμάσαι;-
μου άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά
σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου,
αγαπημένη μου…

Αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ’ τον έρωτα
εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα
και πάλι την ελπίδα.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.
Θάθελα να φωνάξω το όνομά σου, αγάπη, μ’ όλη μου τη δύναμη.
Να τ’ ακούσουν οι χτίστες απ’ τις σκαλωσιές
και να φιλιούνται με τον ήλιο
να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές
και ν’ ανασάνουν όλα τα τριαντάφυλλα
να τ’ ακούσει η άνοιξη και να ‘ρχεται πιο γρήγορα
να το μάθουν τα παιδιά για να μη φοβούνται το σκοτάδι,
να το λένε τα καλάμια στις ακροποταμιές,
τα τρυγόνια στους φράχτες…

Να το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο
καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

Να τα’ ακούσει ο χρόνος και να μη σ’ αγγίξει, αγάπη μου, ποτέ.
…Μες στην αγάπη μας είναι ένα δροσερό κλωνάρι
ένα σπουργίτι
μια φυσαρμόνικα…

Καλημέρα γειτόνισσες
να και κει, αγάπη μου, εκεί στη γωνιά,
κοίταξε την άνοιξη που έρχεται
κοίταξε αυτά τα παλικάρια που γνέφουνε με τα δρεπάνια
και τα κορίτσια πίσω τους που δένουν σε δεμάτια τις ακτίνες του ήλιου
κοίταξε μας γνέφουν. Όλα μας γνέφουν. Καλημέρα.

Καλημέρα όλα εσείς κοντινά και μακρινά μου αδέρφια.
Ελάτε να σας γνωρίσω την αγαπημένη μου.
Πέστε μου, δεν είναι όμορφη;
Σαν τη ζωή και το τραγούδι, αδέρφια μου, την αγαπάω.

Και πιο πολύ.
Καλημέρα ουρανέ, καλημέρα ήλιε, καλημέρα άνοιξη.
Ελάτε λοιπόν να σας γνωρίσω την αγαπημένη μου.
Καλημέρα ευτυχία.

Αφησε λεύτερα τα χέρια μου


Αφησε λεύτερα τα χέρια μου και την καρδιά μου, άφησε λεύτερη!
Αφησε τα δάχτυλά μου να τρέξουν
στους δρόμους του κορμιού σου.
Το πάθος - αίμα, φωτιά, φιλιά -με ανάβει με τρεμουλιαστές φλόγες.
Αλλά εσύ δεν ξέρεις τι είναι τούτο!


Είναι η καταιγίδα των αισθήσεών μου
που διπλώνει τον ευαίσθητο δρυμό των νεύρων μου.
Είναι η σάρκα που φωνάζει με τις διάπυρες γλώσσες της!
Είναι η πυρκαγιά!Και συ είσαι εδώ,
τώρα που η καμμένη μου ζωή πετάει
προς το γεμάτο με άστρα, σαν τη νύχτα, σώμα σου!
Αφησε λεύτερα τα χέρια μου
και την καρδιά μου, άφησε λεύτερη!
υπάρχεις εσύ για να μου δώσεις τα πάντα,
και για να μου δώσεις αυτό που κατέχεις ήρθες στη γη
-όπως εγώ ήρθα για να σε περιέχω
για να σε επιθυμώ,για να σε δεχτώ!

10 Απριλίου 2011

Χτίσε τον κόσμο σου εκεί που θες να πας


Μεσ’του καθρέφτη σου τα μάτια θα με δεις 
Αν δε φοβάσαι αληθινά να τον κοιτάξεις ...
Είμαι εγώ, που σου φωνάζω σιωπηλά
Τις παρωπίδες που φοράς να τις πετάξεις 
Ο εαυτός σου... που τον ξέχασες παιδί
Μέσα στις κούκλες και τα άλλα τα παιχνίδια
Μνήμες κι εικόνες που τις κλείδωσες μαζί
Μεσ’του μπαούλου τα παιδιάστικα στολίδια
Είμαι εγώ που έκανα όνειρα πολλά
Για κόσμους όμορφους, στα σύννεφα απλωμένους
Είμαι εγώ που σε ταξίδευα συχνά
Σε παραμύθια μόνο τόπους ειδωμένους
Εκεί που ήρωας θεριεύει το καλό
Δράκοι και μάγισσες ξορκίζονται στο τέλος
Νάνοι και γίγαντες στον ίδιο το σκοπό
Τα χέρια ενώνουνε, κρατώντας το ίδιο βέλος
Εκεί που Πρίγκηπες και Ιππότες με σπαθιά
Χτυπάνε το άδικο κι ορκίζονται αιώνια ...
Στ’άσπρο τους τ’άλογο σε παίρνουν αγκαλιά
Και στο φιλί τους, τ’άστρα ανάβουν σα λαμπιόνια
Αυτός ο κόσμος είναι ακόμα ζωντανός
Όπως κι εγώ πίσω απ’το είδωλο που βλέπεις
Όπως και τότε που τον πίστευες ... μικρός,
Μα είναι δικός σου αν θες εκεί να επιστρέψεις
Κλείσε τα μάτια σου στον κόσμο που κοιτάς
Γύρνα το πρόσωπο και κοίτα εκεί που θέλεις
Χτίσε τον κόσμο σου εκεί που θες να πας
Και αλήθειας βλέμμα θα ‘χει μόνο ο καθρέφτης …

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ


Aνάθεμα τον Έρωτα με τα καλά τά κάνει,
και πώς κομπώνει και γελά τη φρόνεψιν, και σφάνει!
Σ' πόσ' άδικα, σ' πόσ' άπρεπα τον άνθρωπο μπερδαίνει,
κι οπού τον έχει για κριτήν, εις ίντα σφάλμα μπαίνει!
Πόσοι Aφεντόπουλοι όμορφοι ήσαν εκεί στη μέση,
και μόνον ο Pωτόκριτος της Aρετής αρέσει.
Kαι δε θωρεί πλιό στα ψηλά, μα χαμηλά ξαμώνει,
και με μαγνιά τα μάτια τση, κι αράχνην τα κουκλώνει.
Kαι να ξανοίξει δεν μπορεί, εις το καλό να πάγει,
μα εις τό τη βλάφτει προθυμά, γιατί η καρδιά τση εσφάγη.

Αν μ' Ηγάπας (Εκ του Γαλλικού)


Αν του βίου μου το σκότος
φαεινή έρωτος ακτίς
διεθέρμαινεν, ο πρώτος
της αλγούσης μου ψυχής
ο παλμός ήθελεν ήτο ραψωδία ευτυχής.
Δεν τολμώ να ψιθυρίσω
ό,τι ήθελον σε ειπεί:
πως χωρίς εσέ να ζήσω
μοι είναι αφόρητος ποινή -
αν μ' ηγάπας... πλην, φευ, τούτο είν' ελπίς απατηλή!

Αν μ' ηγάπας, των δακρύων
ήθελον το τέρμα ιδεί·
και των πόνων των κρυφίων.
Οι δε πλάνοι δισταγμοί
δεν θα ετόλμων πλέον να δείξουν την δολίαν των μορφή.
Εν τω μέσω οραμάτων
θείων ήθελ' ευρεθείς.
Ρόδα θαλερά την βάτον
θα εκόσμων της ζωής -
αν μ' ηγάπας... πλην, φευ, τούτο είν' απατηλή ελπίς!

Είμαι Τρελή Να Σ' Αγαπώ...


Είμαι τρελή να σ' αγαπώ, αφού πια έχεις πεθάνει,
να λιώνω στη λαχτάρα των φιλιών,
να νιώθω τώρα πως αυτό που μου' δωσες δε φτάνει,
δε φτάνει η δρόσος των παλιών.

Με μιαν ασίγαστη μανία να θέλω ό,τι μου λείπει,
να θέλω ό,τι μου κράτησες κρυφό,
κι έτσι να δέρνομαι μ' αυτό το μάταιο καρδιοχτύπι.
Στα μάτια σου την τρέλα να ρουφώ.

Τι θ' απογίνω, αγαπημένε, που θα σε ζητήσω ?
Άλλοτε οι μέρες φεύγανε στην προσμονή σου σκιές.
Αιώνες καρτερώντας σε μπορούσα να διανύσω,
με τ' όνειρό σου οι πίκρες μου γλυκιές.

Που να' σαι ? Τι ν' απόμεινε από σε να το ζητήσω ?
Που να' ναι το στερνό μου αυτό αγαθό ?
Ω, δεν μπορεί μια ολόκληρη ζωή γι' αυτό να ζήσω,
και μάταια καρτερώντας να χαθώ.

Άνοιξη ! Ο ήλιος χρυσαφιού πλημμύρα. Μάγια, μύρα
παντού, και σ' αγαπώ, σε καρτερώ.
Βραδύνεις κι υποψιάζομαι, ζηλεύω, δε σου πήρα
όλης σου της ψυχής το θησαυρό.

Τα λόγια σου ! Ω τα λόγια σου, μια υπόσχεση που καίει,
μια υπόσχεση που αργεί πολύ να 'ρθεί.
Τ' ακούω παντού, δεν παύουνε. Μέσα τους κάτι κλαίει,
μέσα τους τρέμει η αγάπη σου, προτού μοιραία χαθεί.

Τα λόγια σου με μέθυσαν τη μέθη του θανάτου
κι ακόμα δεν εσίγασαν. Μιλούν
και με τρελαίνουν, με μεθούν, με φέρνουν πιο σιμά σου,
ενώ πιο ακαταμάχητα στην ύπαρξή καλούν.

Αγαπημένε, αν τη ζωή τη δώσω πίσω, πε μου,
τι θα ωφελήσει, αφού δε θα σε βρω ?
Δε λογαριάζω τη ζωή, μα πως μπορεί, καλέ μου,
να σβήσει πια η αγάπη μου ? Και να μη σ' αγαπώ,

ενώ θα 'ναι Άνοιξη παντού που ακούστηκε η φωνή μας
να επικαλείται τον αιώνιον έρωτα, και μείς
στεφάνι να του πλέκουμε με μόνο το φιλί μας,
μέσα στο γιορτασμό λατρείας θερμής.

Ω ! δε μου δίνει ο θάνατος καμιά, καμιάν ελπίδα,
και μου τις έσβησε η Ζωή σα μια ψυχρή πνοή.
Τώρα μου μένει στου έρωτα την άγρια καταιγίδα
να ιδώ να μετρηθούν για με θάνατος και ζωή.

Θεώνη Δρακοπούλου-Παππά ( άλλως Μυρτιώτισσα)


Έρωτας τάχα να είν’ αυτό
που έτσι με κάνει να ποθώ
τη συντροφιά σου,
που σα βραδιάζει, τριγυρνώ
τα φωτισμένα για να ιδώ
παράθυρά σου;

Έρωτας να ειν’ η σιωπή
που όταν σε βλέπω, μου το κλείνει
σφιχτά το στόμα,
που κι όταν μείνω μοναχή,
στέκω βουβή κι εκστατική
ώρες ακόμα;

Έρωτας να είναι ή συφορά,
με κάποιου αγγέλου τα φτερά
που έχει φορέσει,
κι έρχεται ακόμη μια φορά
με τέτοια δώρα τρυφερά
να με πλανέσει;

Μα ό,τι και να’ναι το ποθώ,
και καλώς να’ ρθει το κακό
που είν’ από σένα.
θα γίνει υπέρτατο αγαθό,
στα πόδια σου αν θα σωριαστώ
τ’ αγαπημένα…

....μέσα στη φυγή


Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας,
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη,
ψηλαφούσε σιγά μέσα στα πράγματα
που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δεν θέλουμε
να πεθάνουμε με τόσο πάθος.

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια
κι αν αγκαλιάσαμε μ' όλη τη δύναμη μας
άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη,
μοναχά αυτός ο βαθύτερος καημός
να κρατηθούμε μέσα στη φυγή.

Του Αιγαίου


Ο έρωτας.
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι.

Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι.

Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησιά των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ενα νησί λικνίζει

Τον ερχομό.

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα


Eπειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Nα μπαίνω σαν Πανσέληνος
Aπό παντού, για το μικρό το πόδι σου μέσ' στ' αχανή
σεντόνια
Nα μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Aποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Mέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας
στοές
Yπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
Aκουστά σ' έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ"
Tριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό
πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Tο βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Tα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά
που μεγαλώνει
Tο γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Eπειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το
εξαργυρώνει:
Tόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Tόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Tριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Kαμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Tόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Mέσ' στους τέσσερεις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Nα φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Nα μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Eπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Eίναι νωρίς ακόμη μέσ' στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Nα μιλώ για σένα και για μένα.

...μια γυναίκα γεμάτη ανταποκρίσεις


Αρχίσαμε μια λέξη που να μην χωράει τον ουρανό
αλλά να τυραννει την άνεση του άνεμου, καθώς ξεχύνεται
στις χτυπημένες από την αρμη της προσδοκίας στεριές 'η
πάνω στα κρύα μουράγια όπου βαδίζει από αιώνες
απόκληρος της λησμονιάς ο ίσκιος. Ορκισμένη χωρά!
Ακόμη θυμόμαστε τα κουρέλια μιας πυρκαγιάς γενναιοφρονης,
τα πειράματα ενός χαρταετού που σάστισε τα δάχτυλα μας
ψηλά στον αέρα 'η στην αρχή ενός δρόμου όπου σταθήκαμε
για αναζητήσουμε μια γυναίκα γεμάτη ανταποκρίσεις,
γεμάτη σκιές στοργής ταιριασμένης στα τολμηρά κεφάλια μας.
Ακόμη θυμόμαστε την αγνότητα που την είχαμε βρει τόσο αινιγματική,
πλυμένη σε μιαν αυγή που αγαπούσαμε, γιατί δεν ξέραμε
πως μέσα μας, ακόμη πιο βαθιά, ετοιμάζαμε αλλά όνειρα πιο μεγάλα
που θαπρεπε να σφίξουν στην αγκαλιά τους
ακόμη περισσότερο χώμα, περισσότερο αίμα, περισσότερο νερό,
περισσότερη φωτιά, περισσοτέρων Έρωτα!

09 Απριλίου 2011

Αν σου λείψω μια μέρα


Αν σου λείψω μια μέρα μην ανησυχήσεις
ως το άλλο πρωι, ως το άλλο βράδυ, ως την Κυριακή.
Εδώ κάπου θα βρίσκομαι σ'έναν άρρωστο δίπλα,
μ' ένα πικρό ραβδί θα ψάχνω να βρω μια πηγή,
πόρτα σε πόρτα θα γυρνώ μ'ένα ψωμί στη μασχάλη.
Έχε αναμμένη τη φωτιά πάντοτε, γιατί πάντοτε
θα σου γυρίζω μουσκεμένος. Έχε ζεσταμένο
στα γόνατά σου ένα πουκάμισο κι έχε το νου σου
στην πόρτα και στη δημοσιά μην ακουστώ, γιατί,
δίχως λειψό αποφέγγαρο κι αστρί, κάθε φορά,
από την άκρη θα'ρχομαι του κόσμου.

Το Ψωμί


Ενα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό
ψωμί, είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό,
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος. κι αυτή
μ' ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ' αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό!
Ας μην το κρύβουμε.
Διψάμε για ουρανό.