Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Απριλίου 2012

Το τέλος της κυρα Ασπασίας

Γράφει η Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου
 
   Τι γαλήνη και τι ευτυχία ξεχύνονταν από κείνο το σπίτι! Τρία δωμάτια όλα κι όλα. Μπρος το σαλόνι με τους καναπέδες αντικριστά, με τα κάτασπρα κολλαριστά κεντητά καλύμματα, και πάνω οι φωτογραφίες των γονιών κι απογόνων που ξενιτεύτηκαν, φωτογραφίες κακόγουστα βαμμένες από κάποιο πλανόδια φωτογράφο. Στη μέση το τραπέζι μακρόστενο με το βελούδινο τραπεζομάντηλο να το σκεπάζει ως κάτω στο χωματένιο δάπεδο. Κι έπειτα η σερβάντα γιομάτη γυαλιστερά ποτήρια, χρωματιστά φλιτζάνια και στο τζάμι που τάκλεινε παλιές φωτογραφίες των παιδιών, σαν ήτανε μικρά, των εγγονιών, που μόνο τα καλοκαίρια έφθαναν να γεμίσουν το σπίτι φασαρία.
   Στο βάθος η κρεβατοκάμαρα μύριζε πάντοτε λιβάνι, με το παράθυρο βορινό συνέχεια να βουίζει στον αέρα, που όμως είχε τη θέα ολόκληρου του νησιού με τα περιβόλια καταπράσινα, με το χωριό αντικρύ κατάλευκο σα χιονισμένο ως κάτω τη θάλασσα, πάντα μαγεύτρα.
   Στη γωνιά τα εικονίσματα. Κάθε παιδί και όνομα, κάθε όνομα και άγιος, κάθε άγιος και εικόνα, κάθε εικόνα και η χρονολογία της γέννησης του παιδιού που προστάτευε.
   Το καντήλι πάντα αναμμένο ξέχυνε γαλήνιο φως και όταν τιντίριζε σαν πήγαινε να σβήσει, θαρρείς κι ο κόσμος ολάκερος πάλευε τον ύστατο ανασαμό του.
Το κρεβάτι σιδερένιο, με ασημένιο κεφαλάρι, τα σεντόνια κάτασπρα και πλουμιστά, τα μαξιλάρια καλοκεντημένα κι ατσαλάκωτα. Πάνω από το κρεβάτι ένας Σταυρωμένος κεντημένος σε βελούδο, παράξενος, όλο λουλούδια με χτυπητά χρώματα, δίχως αίματα ή κάτι που να θυμίζει θυσία ή πόνο. Σταυρωμένος πρόσχαρος κατάλληλος για νυφικό κρεβάτι.
  Απέναντι μια «καλημέρα» με καθρέφτη με ζωγραφιστά κορίτσια και πετσετοθήκη και κάτω της ακριβώς το λαβομάνο με την πήλινη λεκάνη στη μέση, το μοσκοσάπουνο από την Αμερική και την άσπρη κανάτα για το νερό.
Δίπλα μια πόρτα ένωνε το δωμάτιο των γέρων, απ’ όπου έφθανε διαπεραστικό μεσ’ τη γαλήνη το ερωτικό τραγούδι των καναρινιών, που μέσα από τα κλουβιά τους πάσχιζαν να δοξολογήσουν τον Έρωτα. Οι γέροι κοιμόντουσαν σε χωριστά ντιβάνια, όπως τα καναρίνια είχαν χωριστά κλουβιά, μα δεν τους ένοιαζε πια να τραγουδούν τον έρωτα. Είχαν τελέψει τον προορισμό τους, πρόσμεναν το θάνατο γαλήνια, καθισμένοι στη λιακάδα.
  Οι γέροι είχαν και τον «πόθο» τους, ένα «πόθο» που πλημύριζε το μικρό δωμάτιο με πράσια αντρειωμένα μπράτσα, το αγκάλιαζε, σκέπαζε την οροφή και τόκανε να μοιάζει με σπηλιά ή δάσος.
  Απέναντι στην αυλή η κουζινίτσα με το φουρνάκι, το βρυσάκι, τις λεκάνες και τις σκάφες. Σκοτεινή, μαυρισμένη από την κάπνα, μυρωμένη από τις μυρουδιές των φαγητών ήταν το μόνο δωμάτιο που κατοικιόταν. Εκεί έτρωγαν, εκεί, έπλεναν και πλενόντουσαν, εκεί κουβέντιαζαν, εκεί κεντούσαν, εκεί μαζεύονταν γύρω από το μαγκάλι να κουτσομπολέψουν, εκεί ζούσαν.
   Το αδιάκοπο μαρτύριο του νερού, που έβγαινε από τις στέρνες, το βρυσάκι που πάντα άδειαζε, το φαί που πάντα μαγειρευόταν, η ζωή και η κίνηση έδιναν στο κουζινάκι μιαν όψη εκκλησιάς, που δεν είχαν τ’ άλλα δωμάτια με τη γαλήνη και την πάστρα τους.
     Ο κυρ Στέλιος ολημερίς στο μαγαζί, η κυρα Ασπασία στο κουζινάκι.
Τις Κυριακές, μετά την εκκλησία, όπου πήγαιναν, πάντα καλοντυμένοι, ο κυρ Στέλιος πέρναγε την ώρα του στο καφενείο και η κυρα Ασπασία ξανάπιανε το μόχθο της καθημερινής αγόγγυστα. Μοναδική ελπίδα ανάπαυσης τα γηρατειά, οι γέροι που κάθονταν ολημερίς και μάζευαν τον ήλιο προσμένοντας το θάνατο.   Μα ούτε και σε αυτό δε μπορούσαν να ελπίζουν πια. Από τα δέκα παιδιά που ανάστησαν ούτε ένα δεν έμεινε στο ρημάδι το νησί να τους γηροκομήσει. Άλλος στην Αθήνα, άλλος στην Αμερική, άλλος στα καράβια. Και είχαν όλοι το σπίτι τους στο νησί, νοικοκυρεμένο, καλοφτιαγμένο. Τόσα σπίτια ρήμαζαν χρόνο στο χρόνο, έρημα κι ακατοίκητα, δίχως φωνές παιδιών, δίχως γέλια νιων.
    Μα τι να γίνει; Δίκιο έχουν τα παιδιά. Πώς να ζήσουν σε αυτό τον τόπο;  Πώς να προκόψουν; Τα παιδιά τους γύρευαν σπουδές, δουλειά. Πού να τα βρουν αυτά στο ρημαγμένο τους νησί; Το νησί είναι καλό μα μόνο για το καλοκαίρι. Ως πέρσι δεν είχε ούτε ηλεκτρικό. Πώς να ζήσουν τα παιδιά;
   Και όλο και στοίβαζε στο σαλόνι νέες φωτογραφίες η κυρα Ασπασία έγχρωμες, αληθινές, τόσο φυσικές, του Κωστάκη, του γιου της Φανής, της Στέλλας, της κόρης του Λάμπη και άλλα τόσα εγγόνια που τάξερε μόνο από τις φωτογραφίες, που δεν τα κανάκεψε, όπως η μάνα της κανάκεψε τα δικά της τα παιδιά.
    Και στο στενό της κουζινάκι την έπιαναν τα κλάματα σαν έβλεπε τη γριά της εκατό τόσων χρονών.
   -Ω μη με αξιώσεις, Θεέ μου, να ζήσω τόσα χρόνια! συλλογίζονταν. Τώρα πια τι σκοπό έχω δω πάνω; Να πλένω, να καθαρίζω, να μαγειρεύω, για ποιον; Για τους γέρους; Μα σε λίγο θα πεθάνουν κι αυτοί. Για τον κυρ Στέλιο; Πόσο θα ζήσει κι αυτός; Ας πέθαινα πρώτη, Θεέ μου! Ας λυτρωνόμουν πριν δω το χωριό έρημο, πριν μείνω σα φάντασμα να σέρνομαι στους άδειους δρόμους.

  Κι αν δεν τα’ αγάπησε τούτο το νησί η κυρα Ασπασία! Τα γλέντια, τα τραγούδια, τους χορούς που είχε ζήσει νύφη καλοστεκούμενη, κοπέλα αφράτη! Σαν έρχονταν καράβι ή καΐκι, ε ρε τι γλέντι άναβε στην πλατεία του αη Δημήτρη! Πώς ροδοκόκκινες οι κοπελιές χορεύανε το μπάλο, πώς γλυκοκοίταζαν οι άντρες, πώς κελαηδούσαν τα βιολιά!
   Κι ύστερα λένε τα παιδιά «έλα στην Αθήνα». Να την κλείσουνε σ’ ένα κουτί, μια πολυκατοικία, να μη μπορεί ν’ ανασάνει, να μη μπορεί να βγει έξω – Πόση φασαρία, χριστέ μου, κάνουν αυτά τα αυτοκίνητα- και σαν πεθάνει να τη θάψουν σε ένα τάφο, που θα την ξεθάψουν σε λίγα χρόνια με το ζόρι. Πεθαίνουν πολλοί εκεί, λέει. Δεν ξέρουν πού να τους θάψουν. Οι τάφοι είναι οικόπεδα.
  Ας τους να λένε. Θα μείνω εδώ, να πεθάνω ήσυχη, να με θάψουν σε καθαρή γη, να λιώσω, να μη τυραγνιέται η ψυχή μου ακόμη και μετά το θάνατο…
  
  Ο Θεός τη λυπήθηκε την κυρα Ασπασία. Γκρεμίστηκε ένα βράδυ στο σκοτεινό ανηφοράκι του σπιτιού της. Δεν είχε φως μα ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά το δρόμο.
  Την κουβάλησαν στο μοσκοβολιαστό κρεβάτι μισοπεθαμένη. Στύλωσε το βλέμμα στις εικόνες.
   -Δόξα σοι ο Θεός! ψιθύρισε. Πήγε να κάνει το σταυρό της μα δεν το τέλειωσε.
Το σπίτι μοσκοβολούσε λιβάνι, τα καναρίνια ξελαρυγγίζονταν νυχτιάτικες φλυαρίες.
   Δίχως γιατρούς, φασαρίες και περιττά βάσανα παράδωσε την ψυχή της σε Αυτόν που πίστευε. Οι άλλοι δίχως τη φροντίδα της αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στην Αθήνα. Οι γέροι μέσα σ’ ένα χρόνο πέθαναν κι αυτοί. Ο κυρ Στέλιος ταχιά προσαρμόστηκε στη ζωή της πρωτεύουσας.
   Το σπίτι τ’ όμορφο ρήμαξε κι αυτό. Αναρωτιέμαι συχνά τι νάχει απομείνει από τις γλάστρες της αυλής του.

25 Φεβρουαρίου 2012

Τό Παιδί τοῦ Γεφυριοῦ

Μία φορ κι να καιρ ταν νας νθρωπος πο εχε ναν πηρέτη. τι το λεγε καμνε, ταν μπιστος πολλά. νθρωπος μως τοτος, ρχοντας, δν καμνε παιδί. καμνε τάματα στος γίους, καμνε λεημοσύνες, πολλ καλά, βοηθοσε τ ρφανά, τς χρες, το γέρους.
ταν νας ποταμς κοντ στ χωριό τους. μα βρεχε, κατέβαινε ποταμός, ρμητικός, πλατύς, κα δν μποροσαν ο νθρποι ν τν περάσουν, περίμεναν μέχρι νὰ συχάσει κα μετά. Λέει νθρωπος μέσα του:
- Θ
κτίσω κι να γιοφύρι ν περνον τ πλάσματα, ν πηγαίνουν στ δουλειά τους κα σως μου πέμψει Θες να παιδί.
Πράγματι,
κτισε να μεγάλο γιοφύρι, σπου ν χειμωνιάσει, ταν τελειωμένο. τις κι τελέψαν τ κτίσιμο, λέγει στν πηρέτη, τν μισθωτό του:
- Ν
πς ν μπες κάτω π τ γιοφύρι, ν' γροικήσεις τί θ λαλον κενοι πο θ περνον π πάνω.
πηρέτης πγε, νέβην κι κατσε κάτω π τ γιοφύρι. Περνοσαν τ πλάσματα νας - νας κι λεγαν:...

- καμε πολλ καλ τοτος νθρωπος, μ τοτο τ γιοφύρι εναι τ καλύτερο πργμα πο μς καμε. Περνς χαρά σου, μήτε ν φοβηθες τν ποταμό, μήτε τίποτε. Θες ν το χαρίνει τ γυνακα του κα ν το χαρίσει κι να παιδί...
Πέρασε
ρκετ ρα, περνοσαν λλοι, λλοι, τ δια λαλοσαν, κι εχονταν πρ το νθρώπου. στερα ρθαν τρες - ταν γία Τριάδα. κούμπησαν πάνω στ κάγκελα το γιοφυριο κα λαλε γία Τριάδα:
- Γι
τοτο τ καλ κα γι λα τ καλ πο καμε νθρωπος τοτος θ το πέμψει Θες να παιδί, πο μα γίνει πέντε χρονν, τι πε θ γίνεται.
πηρέτης κουσε, φθόνησεν μως ψυχή του κι ταν νύχτωσε, ντ ν πάει ν πε στν φέντη το τί κουσε, πγε κα το επεν λλα:
- Περνο
σαν τ πλάσματα, στέκονταν κι λεγαν: "Ε, κα τοτος... κτισε να γιοφύρι κα νομίζει τι εναι κάμποσος. Τοτα λα πο κάμνει εναι ππώματα, καμώματα κα κάμποσες περιχάρισες". Δν επαν τίποτε καλ γι σένα.
Λυπήθηκε
νθρωπος, μως δν επε τίποτε. Στ μεταξύ, μπα μέρα, βγα μέρα, γκαστρώθη γυνακα του. ρθε ρα γέννησε, πραν τ μωρ ο γειτόνισσες, τ περιποιήθηκαν, τ τύλιξαν κα τ βαλαν στν κούνια. Φρόντισαν κα τν μάνα του κι φυγαν. γυνακα κουρασμένη κοιμήθη. Πάει τότε πηρέτης, πιάνει τ μωρ κα τ παίρνει ξω του χωριο, σ μία γυνακα πο ναγιωνε τ μωρά, μα πέθαινε μάνα τους. Τς λέει:
- Πάρε το
το τ μωρ ν τ ναγιώσεις κι τι δαπανήσεις κι τι θέλεις θ σ πλωρώσω. βγαλε μάλιστα κι τς δωσε κι να πεντόλιρο.
- Ε, με
νε συχος, γιέ μου, γ ατ τ δουλει κάμνω.
-
! Ν τ φροντίζεις σπου ν γίνει πέντε χρονν.
φήνει τ μωρ στ γυνακα κα πάει βουριτς πίσω στ σπίτι το φεντικο του. Πιάνει, σφαξε μίαν ρνιθα, παίρνει τ γαμα της κα τ βάλλει πάνω στ χείλη κα στ στήθη κα στ χέρια τς λεχνας.
Σηκώνεται
ντρας τς λεχνας τ πρωΐ, πάει ν δε τ μωρό, δν πάρχει μωρό.
- Παναγία μου, Κυκκώτισσά μου! Μ
τί γινε τ μωρό μας;
-
ρχεται τότε πηρέτης κοντά:
- Μ
τί παθες, φέντη;
- Παναγία μου, χάθηκε τ
μωρό!
- Δ
ν βλέπεις, α... φεντη πς τ φαγε μάνα του; Δν καταλαβαίνεις καθόλου τι τ φαγε γυνακα σου; Δές, τ φαγε. Δς τ χείλη της, τ χέρια της, τ στήθη της... τ φαγε.
- Γυρίζει
καημένος νθρωπος κα λέει στ γυνακα του πο στ μεταξ εχε ξυπνήσει π τς φωνς :
- Τί
καμες βρά; φαγες τ μωρό μας, κόρη συγχώρητη;
γυνακα μεινε μ νοικτ τ στώμα.
- Δ
ν καταλαβαίνω τίποτε. Γι τ΄νομα το Θεο κα τς Παναγίας, εναι δυνατ ν φάω τ μωρό μου; Φώναζε, κλαιε, δν ξερε τί ν κάμει, ταν γι ν πελλάνει.
ρχεται στ μεταξ στυνομία, τν πίασαν κα τν πραν τσι λεχνα πως ταν στ νοσοκομεο κι μα γίανε τν βαλαν στ φυλακή.
καημένος ντρας τς μεινε μόνος του, δν ξερε τί ν κάμει, θελε ν παθάνει π τ μαράζι του. Πήγαινε κάθε μήνα στ φυλακ κι βλεπε τ γυνακα του.
μως, ν τος φήκομεν τούτους κα ν πμε στ παιδί.
μπα μέρα, βγα μέρα, γινε πέντε χρονν. Πγε πηρέτης κενος, πλήρωσε τ γυνακα πο τ γλεπε, κα πρε τ παιδί. Πγε τότες κα κάθισε πέναντι τν σπιτιν το βασιλέα κα λέει στ παιδ :
- Ν
πες ν γίνει να σπίτι καλύτερο π τ σπίτι το βασιλι, πιπλωμένο πως νι τ πράγματα πο χει βασιλιάς.
- Ε, ν
γίνει να σπίτι καλύτερο π τ σπίτι το βασιλι, επε τ παιδί.
Πράγματι,
γινεν να παλάτι θαμα, μ τ πράγματα μέσα, τι χρειαζόταν. "Ν πες ν΄χε ψωμιά, ν πες ν΄χε λεφτά, ν πες ν' χε...", προστασσε συνέχαια κενος πηρέτης κα τ παιδ λεγε κα γένονταν λα.
Μία μέρα
πηρέτης πγε κα ζήτησε τν κόρη το βασιλι. "Ν μο δώκεις τν κόρη σου, χω κα παράδες πολλούς, μέτρητους, κι τι θέλεις. Ν τ σπίτια μου κα τ πράγματά μου...".
Το
τν δωκε βασιλις κα τν πρε στ σπίτι του. ταν μως νας σκυλοκακός... πήγαινε κι πινε κα μεθοσε κι λεμνε τν κόρη το βασιλι μέρα - νύχτα.
Μία νύχτα,
πηρέτης λειπε πάλι, πγε ν πιε. Τ παιδ σκέφτηκε: θ' ρθε πάλι τώρα κα θ΄ντακώσει φωνές, θ πάω ν κρυφτ κάτω π τν μονή". Μπκε κάτω π τ μονή. Γύρω - γύρω μον εχε ροχο (πως τ σκλουβέρκα) ς κάτω χαμα κα δν φαινόνταν. πηρέτης ρθε τ μεσάνυχτα μεθυσμένος, ρχίνησε τς φωνές, ν κακό....
- Ε
σαι τέλεια πελλός, λαλε του βασιλοπολα. Στ φρενοκομεο πρεπε ν σ πάρουν ντ ν σ παντρέψουν μ΄ μένα ν μ βασανίζεις. Φρενοκομεο θελες.
- Φρενοκομε
ο γώνι; Ν' ξερς τί κατάφερα γώνι!
Κα
τς επε τν στορία π τν ρχή, ταν κατσε κάτω π τ γιοφύρι. Τ παιδ στ μεταξ γροικοσε.
-
μουν π κάτω ΄κε ταν ρθαν τρία πλάσματα κα επαν τι φέντης μου θ κάμει να μωρ πο μα γινε πέντε χρονν, τι πε θ γένεται. Κι τις κα γέννησεν πγα κι πρα τ μωρ κι λειψα τ μάνα το κάμποσο γαμα τς ρνιθας. γ κα ντρας τς επαμε πς τ' φγε, κα τν πρε στυνομία κα τν βαλε στ φυλακή. Μετ π πέντε χρόνια, νάλαβα τ κοπελούδιν, κι επε κι γίνη τοτο τ παλάτι. Γίνηκε τ να, γίνηκε τ λλο. γώνι τ κατάφερα μία χαρ κι σούνι θ μο πες πς εμαι πελλός;".
μα κι κουσε λα τοτα, τ παιδ ξέβην π τν μον κα λέει το πηρέτη:
-
μάνα μου εναι στ φυλακ κι κύρης μου μαραζώνει; Ν γίνεις νας σκύλος λυσοδεμένος!
Ξαφνικ
πηρέτης γινε νας σκύλος λυσοδεμένος κάτω στ πάτωμα, κι λασσε.
Λαλε
τς κοπελούδας τ παιδί:
- Ν
πάεις στν κύρη σου, γιατί δν εναι πλάσμαν τοτο κα θ γενε πάλι τοτος τόπος δ ρημος.
Πέρνει τότε
κοπελοδα τι εχε δικό της κι φυγε.
Λέει τότες τ
παιδί:
- '
πως ταν πρν χωράφι, χωράφι ν γενε πάλι τοτος τόπος. γίνη! Πιάνει τότε τ σκύλο π τν λυσίδα κι λάμνησε.
- Λάμνε, λάμνε, π
γε κα βρκε τ χωριό του. Ρώτησε, βρκε τ σπίτι του, νέβην σω, βρκε τν κύρη του, λαλε του:

-
ντα κάμνεις δ;

-
ντα ν κάμω κακότυχος; Κλείω τ μορα μου.

- Γιατί ε
σαι κακότυχος;

-
τσι κι τσι πάθαμε.

- Θωρε
ς τοτον τ σκύλο; Εναι πηρέτης σου.

-
πηρέτης μου;

- Ναί,
ρθαν πάνω στ γιοφύρι τρία πλάσματα ν πηρέτης σου ταν π κάτω κι γροκαν. Ατ τ τρία πλάσματα ταν γία Τριάδα κι επε τι θ κάμεις να μωρ πο μα γινε πέντε χρονν, τι πε θ γένεται. Κι καμες μένα. Τοτος πηρέτης, σφαξε μία ρνιθα κι χρισε τ μάνα μου γαμα, τάχα πς μ' φαγε. Κα πο νι μάνα μου τώρα;

-
νι στν φυλακή. Λάμνε ν πμε ν τν ερομεν.

Σηκώνουνται, π
γαν κα τν ηραν, λαλε τς ντρας της:

- Δ
ς τ μωρ πο καμες.

- Τ
μωρ πο καμα; Κυρι΄λέησον, Παναγία μου Δέσποινα!

Τ
ς επαν κι κείνης τι γινε, τν βγαλαν π τ φυλακ κα πγαν ες τ σπίτια τους. Τότε νθρωπος κενος λέγει:

-
λεγε πς ταν μπιστος, κα τν πίστευα, μ δς κακ πού μου΄κάμε! Ν τν Σκοτώσομε!

-
χι πατέρα, λαλε το τ παιδί, τώρα θ δες, θ π ν χαθε, ν μν ερεθε πιά. ! Τοτος σκύλος ν χαθε ν πάει στ΄γρια ρη, ν μν ρθει πι ποτ στν κόσμο.

μέσως χάθηκε σκύλος.

μεινε νθρωπος κενος μ τ γυνακα του κα τ παιδί τους κι πέρασαν ζω χαρισάμενη.

Κυπριακ
Παραμύθι
ΠΗΓΗ νόστος
Καταγράφηκε
π τν Χαράλαμπο παμεινώνδα