Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάσκαλοι τού γένους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάσκαλοι τού γένους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Μαΐου 2012

Η "συναίνεση" των θυμάτων

"Κύριος ισχύν τω λαώ αυτού δώσει"
Ψαλμός ΚΗ'


1. Είναι δυνατόν να δώσει κανείς τη συναίνεσή του για να τον κάνουν θύμα;
Πόσο εκμηδενισμένος πρέπει να νιώθει κανείς ώστε να συναινέσει στη θυματοποίησή του;

2. Στο τυπικό των αρχαίων θυσιών των ειδωλολατρών περιλαμβάνεται και η απογύμνωση του θύματος που συμβολίζει την ηθική εξουθένωση του ανθρώπου, την αποστέρησή του από κάθε ψυχικό και πνευματικό στήριγμα από την ίδια την ουσία του ως άνθρωπος. Το θύμα πρέπει να νιώθει ότι δεν είναι άνθρωπος, αλλά ένα περίψημα, δηλαδή μια βρωμιά που ξεκολλάει κανείς από πάνω του.

3. Οι Έλληνες είμαστε λαός εκπαιδευμένος σε συνθήκες χάους. Δεν είναι η πρώτη φορά που ζούμε σε συνθήκες σαν τις σημερινές.

4. Μέσα στη γενική σύγχυση των ημερών αυτών πρέπει να καταβάλεις προσπάθεια για να ξέρεις που βρίσκεσαι, τι κάνεις και σε τι κόσμο ζεις.

5. "Πάσαν χαράν ηγήσασθε αδελφοί, όταν διώκουσιν υμάς" ( Ιακ.1, 2). 
Να χαίρεστε όταν δοκιμάζεστε από πολλούς και διάφορους πειρασμούς, γράφει ο απόστολος Ιάκωβος. Δοκιμάζεται η πίστη μας, η υπομονή μας και η ελπίδα μας. Ό,τι ζητάμε με πίστη απ΄ το Θεό, ο Θεός θα μας το δώσει. Ο Θεός δίνει σε όλους με απλοχεριά. Ό,τι όμως ζητάτε, συνεχίζει ο Απόστολος, να το ζητάτε με πίστη και να μην έχετε αμφιβολίες. Γιατί όποιος αμφιβάλλει, μοιάζει με το κύμα της θάλασσας, που το παρασέρνει ο άνεμος και το πηγαίνει εδώ κι εκεί. Να μην ελπίζει ότι θα πάρει κάτι από τον Κύριο ένας τέτοιος άνθρωπος, δίγνωμος κι άστατος σε όλες του τις ενέργειες.

6. Ο Ιησούς την ίδια μέρα που μίλησε στους Ιουδαίους που πήγαν να τον ακούσουν μίλησε κατόπιν και στους μαθητές του. Να τι είπε στους Ιουδαίους:

« Υμείς εστέ οι δικαιούντες εαυτούς ενώπιον των ανθρώπων, ο δε Θεός γινώσκει τας καρδίας υμών, ότι το εν ανθρώποις υψηλόν, βδέλυγμα ενώπιον του Θεού εστιν,»

(Εσείς θέλετε να παριστάνετε τον δίκαιο μπροστά στους ανθρώπους, ο Θεός όμως γνωρίζει τι κρύβετε στις καρδιές σας. Γιατί αυτό που τιμούν οι άνθρωποι, το σιχαίνεται ο Θεός.)

7. Ο Ιησούς είπε κατόπιν στους μαθητές Του:

«Ανένδεκτον εστι του μη ελθείν τα σκάνδαλα. Ουαί δι΄ ού έρχεται. Λυσιτελεί αυτώ ει λίθος μυλικός περίκειται περί τον τράχηλον αυτούς και έρριπται εις την θάλασσαν, ή ίνα σκανδαλιση ένα των μικρών τούτων.»

(Είναι αδύνατο να μην έρθουν τα σκάνδαλα. Αλίμονον όμως σ΄ εκείνον που τα προκαλεί. Είναι προτιμότερο γι΄ αυτόν να κρεμάσει μια μυλόπετρα στο λαιμό του και να πάει να πέσει στη θάλασσα, παρά να κλονίσει την πίστη ενός απ΄ αυτούς τους μικρούς.)

8. Στο σεισμό οι πόλεις έχουν σχέδιο που δείχνει στους πολίτες σε ποιον τόπο να κατευθυνθούν κι από ποιες οδούς διαφυγής. Στον πνευματικό σεισμό που απειλεί την πνευματική ελευθερία των πιστών και αυτή ακόμα την ζωή τους, η Εκκλησία δεν έχει ακόμα καταρτίσει για τους πιστούς το σχέδιό της;


Μ.Ε.Λαγκουβάρδου

Και τον γλύπτη συνώνυμο του γλείφτη


«Όπου γλώσσα πατρίς» (Ελύτης)


Είναι αποδεκτό απ’ όλους ότι η ελληνική γλώσσα είναι πλούσια, αρχοντική. «
Εδώ και 3.000 χρόνια ο ίδιος λαός στην ίδια γη εξακολουθεί να ομιλεί την ίδια γλώσσα», όπως έλεγε ο Ελύτης. Είναι μία γλώσσα όμορφη, με πολύμορφο, πολύχρωμο και πολυδύναμο λεξιλόγιο, που καλύπτει όλες τις αποχρώσεις του λόγου. Είναι η μόνη γλώσσα στην οποία η λέξη «ξένος» δεν σημαίνει «εχθρός», αλλά «φίλος» («Ξένιος Ζευς»). Απ αυτήν την γλώσσα γεννήθηκε και η λέξη «φιλότιμο», που δεν μπορεί να αποδοθεί σε καμμιά άλλη γλώσσα. «Για ένα φιλότιμο», λέμε κι εννοούμε ψυχικά αθλήματα απροσμέτρητα και κακουργήματα δυσπερίγραπτα. «Πώς να εξηγήσεις στους Ευρωπαίους», γράφει ο Αυστριακός Λαυρέντιος Γκεμερέυ, στο πολύκροτο βιβλίο του «Η δύση της Δύσεως», «ότι η λέξη τιμή, όταν συνδέεται με την φιλία, χάνει την οικονομική της χροιά, επειδή έγινε φιλότιμο; Πώς να τα πεις στους Ευρωπαίους όλα αυτά, αφού δεν έχουν φιλότιμο;».

Και την γλώσσα αυτή την διαφύλαξε κυρίως ο λαός, που όταν κάθεται στο τραπέζι τρώει «ψωμί», ενώ στον Εσπερινό θα πάει τους «άρτους», για να γίνει «αρτοκλασία». Ήρθαν, όμως, οι διανοούμενοι των σαλονιών και κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 έκοψαν σύρριζα την βασιλική φλέβα, που ζωογονούσε τον ύστερο λόγο με τον αρχαίο. Η γλώσσα αίφνης κατάντησε διαπιστευτήριο «προοδευτισμού». Στήθηκε ένα γλωσσικό «γκέτο» και χιλιάδες λέξεις «ποινικοποιήθηκαν», διότι «μύριζαν» «συντηρητισμό». Θεωρήθηκαν «παρακρατικές». Έτσι φτάσαμε σε γλωσσικά εκτρώματα του τύπου «η συναυλία θα γίνει στις 18 του Ιούνη». Όμοιες προγραφές είχαμε και με λέξεις, που ήταν ύποπτες για λανθάνουσα εθνικοφροσύνη. Λέξεις όπως πατριώτης, έθνος, Ορθόδοξος, απέκτησαν αρνητική σημασία και ταυτίστηκαν με τον φανατισμό και την μισαλλοδοξία. Ακόμη και σήμερα, αν τολμήσεις και μιλήσεις για πατριωτισμό, οι ενεδρεύοντες ημιμαθείς της προοδομανίας, αναρριπίζουν την ετικέτα του εθνικισμού.


Ήρθε και εκείνη η κατάργηση των τόνων και των πνευμάτων από καμμιά δεκαριά νυσταλέους «εθνοπατέρες» και «εθνομητέρες», στα μέσα της δεκαετίας του ’80, και φτάσαμε στον σημερινό πτωματώδη νεοελληνικό λόγο. «Όταν οι εχθροί σου θα έχουν ξεμάθει την ορθογραφία τους, να ξέρεις ότι η νίκη πλησιάζει, έλεγε Ρώσος γλωσσολόγος. Η ορθογραφία ως σημαντική και καίρια παράμετρος του γλωσσικού μαθήματος, ιδίως στις μικρές τάξεις του δημοτικού, καταργήθηκε. Τις συνέπειες τις βιώνουμε. Η ανορθογραφία είναι ο κανόνας. Κάτι παρόμοιο ισχύει και με την πάλαι ποτέ καλλιγραφία.


Όλος, όμως, αυτός ο εθελότυφλος φανατισμός και η ασχετοσύνη διοχετεύτηκε στην εκπαίδευση με τραγικά αποτελέσματα. Αντί η εκπαίδευση να γίνει θύλακος αντιστάστεως στην γλωσσική εκμβαρβάρωση, απέβη σιγά-σιγά συντελεστής της. Τα αρχαία ελληνικά καταργήθηκαν στην μέση εκπαίδευση, διότι παρέπεμπαν, κατά τους «εκδημοτικιστές», στην οπερετική καθαρεύουσα των Απριλιανών. Το ίδιο συνέβη και με την γραμματική του δημοτικού σχολείου, η οποία αποσύρθηκε, διότι καταπίεζε ψυχολογικά «τα παιδιά του λαού». Αφού χαντακώθηκε γλωσσικά μια ολόκληρη γενιά μαθητών, επανήλθαν αμφότερα-αρχαία και γραμματική-στο σχολείο.


(Και για να είμαστε ειλικρινείς, όσοι δάσκαλοι ή φιλόλογοι φοιτήσαμε και αποφοιτήσαμε την δεκαετία του ’80 και εντεύθεν, υστερούμε σε γνώσεις- και σε ήθος-από τους παλαιότερους. Είμαστε «προϊόντα» της ακαδημαϊκής μετριοκρατίας και της λογικής της ήσσονος προσπάθειας, όπως ελέχθη επιτυχώς). Κι αν στο δημοτικό σχολείο κάποιοι δάσκαλοι, παραβαίνοντας τις άνωθεν εντολές, διδάσκαμε την γραμματική και αναθέταμε, παρά τις σχετικές απαγορεύσεις, κατ’οίκον σχολικές εργασίες, η κατάργηση των αρχαίων ήτα εγκληματική.


(Πριν από αρκετά χρόνια «έδινα» στην θεολογική σχολή του ΑΠΘ αρχαία ελληνικά. Αγανακτισμένη η διδάσκουσα καθηγήτρια, κατηγορούσε την πανάθλια εκπαίδευση για το τραγικό επίπεδο των φοιτητών, και μάλιστα πρωτοετών με νωπή ακόμη την διδασκαλία των αρχαίων). Ο πρωτομάστορας της (Κακιάς) δημοτικής ο Ψυχάρης έλεγε: «
Γράφω την κοινή γλώσσα του λαού. Όταν η δημοτική μας γλώσσα δεν έχει μία λέξη που μας χρειάζεται, την παίρνω από την αρχαία και προσπαθώ, όσο είναι δυνατό, να την ταιριάσω στη γραμματική. Έτσι έκαμαν όλα τα έθνη του κόσμου, έτσι θα κάμουμε και εμείς». (Ο Ψυχάρης μάλλον περισσότερο κακό έκανε παρά καλό. Η γλώσσα που πρότεινε ήταν ένα ανύπαρκτο λαϊκό ιδίωμα, που προφανώς ονομάστηκε «η καθαρεύουσα» του Ψυχάρη). Η λεγόμενη δημοτική δεν νοείται αυτοδύναμη, ξεκομμένη από την αρχαία. Αυτός ο ψευτολαϊκότροπος δημοτικισμός μας φόρτωσε εκείνα τα αμίμητα: Ιούνη, Γιούλη, δημόσιου, άμεσα (αντί αμέσως), κύρια (αντί κυρίως), προηγούμενα (αντί προηγουμένως), επόμενα, ομολογούμενα, αντικατάσταση, δηλαδή, του επιρρήματος απ’ το επίθετο. Πειραματίστηκαν οι «καυσοκαλυβίτες» της παιδείας, απέκοψαν τον ομφάλιο λώρο, που συνέδεε την αρχαία με την νέα γλώσσα, και έτσι «οι μαθητές θα θεωρούν σε λίγα χρόνια την μουσική ως θηλυκό του μουσακά, τον Έλληνα συνώνυμο του σέλινου και τον γλύπτη συνώνυμο του γλείφτη, θα συγχέουν την δημοκρατία με την δημοπρασία, την αλήθεια με την ευήθεια (=βλακεία), τον πολίτη με τον αλήτη». (Καργάκος, «Αλαλία», σελ. 68).

Ήδη οι λέξει εργασία, σύνταξη, εφάπαξ, ασφάλεια, έχουν σχεδόν προγραφεί από το λεξιλόγιο των σαλταδόρων της πολιτικής. Αντικαθίστανται από δυσνόητους νεολογισμούς, για να κρύψουν εγκλήματα. Είναι η τακτική της «Νέας Τάξης». Ας προστεθεί και η περιρρέουσα γλωσσική ημιμάθεια και η αποκοπή μας από τα αρχαία γλωσσικά κοιτάσματα που επέτειναν την …αγλωσσία


Και αυτή η αποκοπή από την αρχαία γλώσσα προλείανε το έδαφος για την «Νέα Ομιλία» του Όργουελ. «Κάποιος που θα έχει ανατραφεί μόνο με την Νέα Ομιλία δεν θα ξέρει ότι κάποτε η λέξη «ίσοι», είχε την δευτερεούσα σημασία «πολιτικώς ίσοι» ή ότι η λέξη «ελευθέρος» κάποτε σήμαινε «πολιτικώς ελεύθερος». («1984». Σελ. 307)


Σήμερα ξεβράζονται οι επιπτώσεις της γλωσσικής κακοδιδασκαλίας, «ακουμπούν» ακόμη και τους ανθρώπους που θα αναλάβουν τον επίμοχθο και κρίσιμο λειτούργημα της εκμάθησης στους μικρούς μαθητές. Πώς να εξηγηθεί η ετυμολογία της λέξης παγκόσμιος από το «πάγκος» και «οσμή», όπως έγραψε δάσκαλος εξεταζόμενος για την είσοδο του στην εκπαίδευση;

Υπάρχουν μηνύματα;


Εκλογές διεξήχθησαν, παρά την ασθενή φήμη ότι δεν θα διεξαχθούν. Η χώρα μας οδηγείται στο χάος υπό τα ισχυρά πλήγματα των απλήστων κερδοσκοπών, οι οποίοι απροσωποποιούνται πίσω από τους όρους αγορές και διεθνής οικονομία. Είναι περισσότερο από βέβαιο ότι η χώρα μας έχει καταδικαστεί σε εντεινόμενη οικονομική ύφεση και η ανάκαμψη, την οποία κατά καιρούς οι δήμιοί μας δια των εγχωρίων εντολοδόχων τους υπόσχονται, μετατοπίζεται συνεχώς στο μέλλον. Γιατί χρειάζονταν οι εκλογές, αφού υπήρχε ισχυρή κοινοβουλευτική πλειονοψηφία, ώστε να υπερψηφιστούν τα όποια νέα μέτρα προτείνουν σε βάρος της χώρας μας και του λαού της οι κατακτητές μας; Για να ικανοποιήσουν την αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία επειγόταν να αναλάβει πρωτεύοντα ρόλο στην συγκυβέρνηση; Δεν το νομίζουμε. Οι κύκλοι που απεργάζονται τον αφανισμό των λαών υπό τα πλήγματα της ιδιοπροσωπείας τους και τη λεηλασία των πόρων τους ήθελαν να εξασφαλίσουν κάτι πολύ πιο σημαντικό: Την ανανέωση της εμπιστοσύνης του λαού μας προς εκείνους, οι οποίοι υπεύθυνοι όντες για τη συμφορά μας, ανέλαβαν ρόλο εγγυητού της εξόδου μας από την κρίση.

Υπήρχε αναμφισβήτητα κάποιος κίνδυνος για τα κόμματα εξουσίας. Γι’ αυτό και ετέθησαν σε λειτουργία με ιδιαίτερη ένταση οι μηχανισμοί συσπείρωσης των ψηφοφόρων. Στο παρελθόν σε κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις υπήρχαν προτάσεις ικανές να επιφέρουν την εκλογική ανατροπή. Ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές του 1920, επειδή η αντιπολίτευση υποσχέθηκε να φέρει τάχιστα πίσω τον στρατό μας, που από έτους και πλέον αναπτυσσόταν στο έδαφος της Μικράς Ασίας υπηρετώντας τα συμφέροντα των ισχυρών «συμμάχων» μας. Εκείνο που πρυτάνευε στην βασιλική αντιπολίτευση ήτα η επάνοδος του βασιλιά και όχι η τύχη του στρατού μας, ο οποίος τελικά θυσιάστηκε, καθώς και ο μικρασιατικός ελληνισμός. Το 2009 το σύνθημα «λεφτά υπάρχουν» του αρχηγού της τότε μείζονος αντιπολίτευσης στάθηκε αρκετό, ώστε να αναθέσει σ’ εκείνον ο λαός τη διακυβέρνηση της χώρας και να συρθούμε στο κάτεργο του Διεθνούς νομισματικού ταμείου. Τώρα τι άραγε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως επιχείρημα η συμπράττουσα στον κυβερνητικό σχηματισμό μείζων αντιπολίτευση; Η εγγύηση επαναδιαπραγμάτευσης των όρων της υποταγής μας δεν ήταν αρκετή. Όταν οι υποσχέσεις παύουν να είναι πειστικές, τότε καλλιεργείται έντονα ο φόβος της αβεβαιότητας. Οι ώριμοι κατά την ηλικία ψηφοφόροι υπήρξαν κυρίως τα θύματα της ψυχολογικής βίας. Μπορεί η σύνταξή τους να ψαλλιδίζεται, πλην όμως εξακολουθεί να καταβάλλεται. Τι θα γίνει αν επικρατήσει αναστάτωση λόγω κυβερνητικής μεταβολής και κοπούν οι συντάξεις; Πώς θα επιβιώσουν τα άνεργα παιδιά τους; Βέβαια υπάρχει και μικρή μερίδα ψηφοφόρων αυτής της κατηγορίας, η οποία διατηρεί σχέσεις λατρείας με τον υποστηριζόμενο κομματικό σχηματισμό. Αυτοί είναι αποφασισμένοι να παραμείνουν «πιστοί μέχρι θανάτου» στο κόμμα κι ας χαθεί η πατρίδα!


Η νέα γενιά είναι εκείνη που τιμώρησε τους διαχειριστές της παρακμής μας! Πλείστοι όσοι οι λόγοι: Διαθέτει τον νεανικό ιδεαλισμό, που την εμποδίζει να υποταγεί σε διλήμματα απόρροια δήθεν λογικής σκέψης στην ουσία όμως ιδιοτέλειας. Βλέπει να ορθώνονται ολόγυρα αδιέξοδα και μόνον αδιέξοδα. Οι πολιτικοί των σχηματισμών εξουσίας ξέπεσαν στα μάτια τους ανεπανόρθωτα. Από την άλλη δεν πολυπιστεύουν ότι θα πεινάσουν, όσο ζουν οι συμβιβασμένοι με το «κατεστημένο» ώριμοι κατά την ηλικία της οικογενείας τους. Μία ψήφο διαμαρτυρίας και τιμωρίας ήταν λοιπόν εύκολο να καταθέσουν.


Κάποιοι σχηματισμοί καρπώθηκαν την ψήφο των οργισμένων νιάτων. Δεν έχουν βέβαια επαρκή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση ούτε και συγκλίνουν τα προγράμματά τους, ώστε να συνεργαστούν προς σχηματισμό κυβέρνησης. Αυτό μαρτυρεί τον βαθύ διχασμό της ελληνικής κοινωνίας. Οι ψηφοφόροι της Δεξιάς, οι οποίοι αντέδρασαν στη βίαια (ας το παραδεχθούμε) επιβολή της συνεργασίας με τον ως τότε, καθώς διακήρυτταν, «εχθρικό» σχηματισμό προς ευχερέστερη εφαρμογή των όρων των μνημονίων (που δεν τέλειωσαν ακόμη) βρήκαν λυτρωτική για τα συνειδησιακά τους αδιέξοδα την κίνηση των «Ανεξαρτήτων Ελλήνων». Οι ψηφοφόροι του ψευδεπίγραφου πλέον σοσιαλιστικού σχηματισμού, οι κατά πολύ πιο οργανωμένοι και γνώστες του πολιτικού παιχνιδιού, οι θεωρούμενοι ως ισχυρότερα προσκολλημένοι στον σχηματισμό τους έκαναν ισχυρότερη την έκπληξη! Μετακινήθηκαν κυρίως σε δύο σχηματισμούς της «ανανεωτικής» λεγόμενης αριστεράς, τις διαφορές μεταξύ των οποίων αμφιβάλλω, αν ο μέσος πολίτης κατανοεί. Ίσως όμως σύντομα κατανοήσει. Οι λόγοι της μετακίνησης είναι άραγε οι ίδιοι για τους μετακινηθέντες από τους δύο σχηματισμούς εξουσίας και μάλιστα οικονομικοί και μόνο; Πόσο σημαντικός υπήρξε για τους μετακινηθέντες ο πόνος για την εθνική αναξιοπρέπεια πέρα από τον θυμό για την οικονομική αφαίμαξη; Πόσο αποφασισμένοι είναι αυτοί να απαιτήσουν υπέρβαση των διαφορών των σχηματισμών της αντιπολίτευσης στη βάση ενός αντιμνημονιακού αγώνα για την αποτίναξη του ζυγού; Ερωτήματα δύσκολο να απαντηθούν, όταν τόσο οι μεν όσο και οι δε αναλύουν τα πάντα με βάση όρους της οικονομίας και μόνο. Αν πραγματικά είχαμε ορθόδοξη πίστη και φιλοπατρία, τότε δεν θα υποκύπταμε στα ιδεολογικά παραμύθια. Θα βλέπαμε ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι φυσικός μηχανισμός, αλλά τεχνητός στην υπηρεσία των ισχυρών του κεφαλαίου, προκειμένου να αφανιστεί η ιδιοπροσωπεία των λαών της γης. Τίποτε δεν μας εμποδίζει Έλληνες, Ιταλούς, Ισπανούς και Πορτογάλους να συναγωνιστούμε διατηρούντες την εθνική μας ταυτότητα. Στο μέτρο που αρνούμαστε αυτήν, συμβάλλουμε στη διόγκωση του ολοκληρωτικής φύσεως εθνικισμού, ο οποίος εισήλθε εντυπωσιακά στην ελληνική Βουλή στηριζόμενος στην άφρονα διεθνιστική πολιτική δεξιάς και αριστεράς. Δεν είναι δυνατόν να δεχθούμε, όπως τα «παπαγαλάκια»της δημοσιογραφίας, πώς το 7% του ελληνικού λαού αποδέχεται τη ναζιστική ιδεολογία. Αν συνεχίσουν την πολιτική τους τα κόμματα θα οδογήσουν με μαθηματική ακρίβεια τα ποσοστά αυτά εκεί που βρίσκονται του αντίστοιχου σχηματισμού στη Γαλλία. Και δεν υπερβάλλω γράφοντας ότι εκεί ο συγκλονισμός θα επέλθει, όταν εκλεγεί στη Μασσαλία μουσουλμάνος δήμαρχος.


Ας εγκαταλείψουν οι μεν την προπαγάνδιση ότι το κράτος είναι κακός επιχειρηματίας και ότι πρέπει να εκποιηθούν τα πάντα στους ιδιώτες. Οι ασκήσαντες την εξουσία διαπλεχθέντες με τους ιδιώτες επιχειρηματίες οδήγησαν το κράτος στην παράλυση μέσω της διαφθοράς και της χαμηλής παραγωγικότητας. Ας εγκαταλείψουν και οι μεν και οι δε τα διεθνιστικά φληναφήματα περί πλυπολιτισμικών κοινωνιών. Είναι πλέον εμφανέστατο ότι το Ισλάμ, που προκαλείται βάναυσα από τη Δύση θα σαρώσει εντός του αιώνα την Ευρώπη, ίσως και τις ΗΠΑ. Υπάρχει λοιπόν δυνατότητα συνεργασίας στη βάση ενός πατριωτισμού, ο οποίος θα μας απομακρύνει από τους «εταίρους» μας και συνάμα διαχειριστές των δημίων μας. Δεν μας σώζει το ευρώ, αλλά ο πατριωτισμός μας. Η Ελλάδα δεν πρέπει να παραμείνει ξέφραγο αμπέλι, χώρος υποδοχής των αποκλήρων της γης, τους οποίους εξωθούν προς τους «οικονομικούς παραδείσους» οι άπληστοι του κεφαλαίου με τους πολέμους και τη καταλήστευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών των χωρών τους. Οι Έλληνες πρέπει επί τέλους να συνειδητοποιήσουν ότι φέρνουν στις πλάτες τους βαρειά την κληρονομιά που τείνουν να αποποιηθούν. Χωρίς όμως αυτή θα πάψουν να υπάρχουν στο προσκήνιο της ιστορίας.


  Ο λαός πρέπει να υποστεί και άλλες συνέπειες εκ του ότι αγνοεί ότι η κρίση είναι πρωτίστως πνευματική, καθώς αγνοεί πλέον και το τι σημαίνει πνευματικός.


«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

Η αγωγή των νέων και η υποβάθμιση του προσώπου


Κωνσταντῖνος Χολέβας-Πολιτικός Ἐπιστήμων

Ἡ οἰκονομική κρίση πού βιώνουμε ἔχει σαφῶς πνευματικά καί ήθικά αἴτια. Κάτι ἔλειψε κατά τά τελευταῖα χρόνια ἀπό τήν κοινωνία μας καί μᾶς ὁδήγησε ὡς ἄτομα καί ὡς ἔθνος σέ ὑπερδανεισμό, ὑπερκατανάλωση, εὐδαιμονισμό, ὑλισμό καί τελικά σέ κατάρρευση καί ἀδιέξοδο. Τώρα που ἀναζητοῦμε λύσεις και προτάσεις γιά ἕνα καλύτερο μέλλον καλό θά ἦταν νά προβληματισθοῦμε γιά τά ἐσφαλμένα πρότυπα πού δώσαμε στούς νέους μας καί γιά τήν ἀνάγκη ἀναπροσανατολισμοῦ τῆς παιδείας καί τῆς κοινωνίας μας.


Ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι ἐδῶ καί χρόνια ὑποβαθμίζουμε τό πρόσωπο κάι θεοποιοῦμε τούς ἀριθμούς. Χάσαμε τόν σεβασμό πρός τά πρότυπα, τά ὁποῖα ἐνέπνεαν ἐπί αἰῶνες τόν λαό μας καί εἰδικότερα τούς νέους μας. Τά σχολικά βιβλία, ἡ τηλεόραση, τά ἄλλα ΜΜΕ, οἱ κυριαρχοῦσες ἰδεολογίες. ὁ ψευδοπροοδευτισμός καί τά συμπλέγματα «μοντερνισμοῦ» ταλαιπώρησαν ἐπί χρόνια τήν κοινωνία μας καί τήν ἀπέκοψαν ἀπό ρίζες αἰὠνων καί ἀπό τούς ἑλληνορθόδοξους χυμούς πού μᾶς κράτησαν στά δύσκολα. Ἡ νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση καί ὁ μαρξισμός βασίσθηκαν στόν ὑλισμό, στήν ἀποθέωση τῆς οἰκονομίας καί στήν ὑποβάθμιση τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας. Ἡ διαφήμιση, ἡ ὁποία εἶναι χρήσιμη μόνον ὅταν σέβεται κανόνες καί ὅρια, καλλιέργησε τήν μανία γιά κατανάλωση καί γιά ἀγορά ἄχρηστων πραγμάτων. Ὁ Ἕλληνας τῶν τελευταίων δεκαετιῶν διδάχθηκε νά θαυμάζει τούς ἀνθρώπους πού ἔχουν χρήματα καί ὄχι αὐτούς πού ἔχουν ἦθος καί πνευματική καλλιέργεια. Κι ὅμως ἡ παράδοση τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδος καί τῆς Ὀρθοδοξίας δίνουν προτεραιότητα στόν ἄνθρωπο καί στό πρόσωπο ὄχι στούς ἀριθμούς. Τόν «καλόν κἀγαθόν» πολίτη ἤθελε νά διαπλάσει ἡ ἀρχαία Ἀθήνα. Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνον ζήσεται ἄνθρωπος, διδάσκει τό Εὑαγγέλιο. Τόν ἥρωα Ἀχιλέα εἶχε ὡς πρότυπο ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, τόν ἅγιο προβάλλει ὡς πρότυπο ἡ Ἐκκλησία μας.


Σήμερα βλέπουμε νά χλευάζεται ὁ ἅγιος καί ὁ ἥρωας ἀπό τήν μοντέρνα καί μεταμοντέρνα παιδεία καθώς και ἀπό τά ΜΜΕ. Τά σχολικά βιβλία καταβάλλουν ἐργώδη προσπάθεια γιά νά ἐξαφανίσουν τούς ἁγίους ἀπό τά πρότυπα τῶν νέων. Τά Θρησκευτικά μετατρέπονται σέ ἕνα θρησκειολογικό χυλό μακρυά ἀπό τήν Ὀρθόδοξη παράδοση. Στά βιβλία Γλώσσας καί Λογοτεχνίας ἀντί γιά τούς ἁγίους προβάλλεται ἡ μάγισσα Φρικαντέλλα, ἡ παραθρησκεία καί ὁ ἐρωτισμός. Στά βιβλία Ἱστορίας ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἐμφανίζεται ὡς εὐρωπαῖος διαφωτιστής καί σπανίως γίνεται ἀναφορά στήν ἁγιότητά του καί στήν ἰδιότητά του ὡς Ἱερομονάχου. Κόμματα πού κόπτονται γοιά τόν προοδευτισμό τους δίνουν μάχη γιά νά ἀπομακρύνουν ἀπό τίς αἴθουσες τίς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων ἐνῷ βαρύγδουποι θεσμοί –συνήθως κενοί περιεχομένου- ὅπως ὁ Συνήγορος τοῦ Πολίτη γιά νά θυμίσουν τήν παρουσία τους ἀπαγορεύουν τήν παρουσία κληρικῶν ἐξομολόγων στά σχολεῖα.


Ἡ ἔννοια τοῦ ἡρωισμοῦ καί τό «ἀμύνεσθαι περί πάτρης» ἀπαλείφονται ἤ καί χλευάζονται ἀπό τούς θεσμούς πού ἔχουν ἀναλάβει τήν διαπαιδαγώγηση τῶν νέων. Μπορεῖ στό μάθημα τῆς Ἱστορίας τό παιδί νά μαθαίνει πόσες σταφίδες ἐξήγαγε ἡ Πελοπόννησος μετά τό 1821 ἤ πόσες καμινάδες εἶχε ὁ Πειραιᾶς τό 1900, ἀλλά ἐλάχιστα θά ἀκούσει γιά τούς ἀγωνιστές ἄνδρες καί γυναῖκες πού ἔπεσαν ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος. Οἱ ἀριθμοί καί τά οίκονομικά μεγέθη προβάλλονται ὡς σκοπός ζωῆς ἐνῶ τά πρόσωπα πού θυσιάσθηκαν γιά τήν ἐλευθερία καί τήν πρόοδο αὐτοῦ τοῦ τόπου διαγράφονται ἤ καί χαρακτηρίζονται μέ μειωτικούς χαρακτηρισμούς. Οἰ σχεδιαστές τῆς μεταμοντέρνας ἄθεης καί ἀφελληνισμένης παιδείας ἐνοχλοῦνται ἀπό τήν παρουσία ἡρώων στά σχολικά βιβλία καί στίς σχολικές ἑορτές. Ἐπιθυμοῦν νά μᾶς μετατρέψουν σέ ἔνα παγκοσμιοποιημένο πολτό, ἄβουλο καί ἄνευρο, χωρίς ταυτότητα καί ἐθνική συνείδηση γιά νά γίνουμε πειθήνιοι ὑπάλληλοι τῶν δανειστῶν μας καί τῶν πολυεθνικῶν. Οἱ Μαραθωνομάχοι, ὁ Παλαιολόγος, ὁ Κολοκοτρώνης καί ὁ Παλληκαρίδης σβήνονται σιγά –σιγά ἀπό τά σχολικά προγράμματα και στή θέση τους θά μπεῖ ἡ τρίτη ξένη γλῶσσα, οἱ ὑπολογιστές, οἱ διαδραστικοί πίνακες, τό Μάρκετιγκ καί ὁ Κώδικας καλῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ὑπακουου ὑπαλλήλου τῶν ξένων ἑταιριῶν.


Οἱ ἀριθμοί εὐδοκιμοῦν καί τά σωστά πρότυπα ὑποχωροῦν στά ΜΜΕ καί κυρίως στήν Τηλεόραση. Χάσαμε τό πρότυπο τῆς σωστῆς χριστιανικῆς οἰκογένειας πού περιλάμβανε πολλάπαιδιά καί ζοῦσε μέ τόν παπποῦ καί τή γιαγιά. Σήμερα προβάλλεται ὡς πρότυπο τό διαζύγιο, ἡ μοιχεία, ἡ συμβίωση ἀτόμων τοῦ ἰδίου φύλου. Ὁ φιλότιμος πατέρας, ἡ στοργική μητέρα , τά μελετηρά καί ἐργατικά παιδιά ἀντικαταστάθηκαν ἀπό πρότυπα προβληματικῶν γονέων καί παραβατικῶν νέων.


Ἡ συζήτηση γιά δωροδοκίες καί «λαδώματα» πολιτικῶν προσώπων φέρνει στό προσκήνιο πάλι ἀριθμούς καί τεράστια ποσά πού κάνουν κάθε ταλαίπωρο μισθωτό καί συνταξιοῦχο νά ἀγανακτεῖ. Ποῦ εἶναι τό πρότυπο τοῦ Ἐθνικοῦ Εὐεργέτη; Ποῦ εἶναι ἡ προβολή προσώπων, τα ὁποῖα δούλεψαν, μόχθησαν καί βοήθησαν τήν πατρίδα μας μέ τά χρήματα πού τιμιίως συγκέντρωσαν; Παλαιότερα θυμοῦμαι ὅτι τά Ἀναγνωστικά τοῦ Δημοτικοῦ καί τά Λογοτεχνικά Κείμενα τοῦ Γυμνασίου παρουσίαζαν τά παιδικά χρόνια Ἐθνικῶν Εὐεργετῶν ὅπως τοῦ Ζώη Καπλάνη καί τοῦ Εὑαγγέλη Ζάππα. Σήμερα τέτοιες μορφές εἶναι ἀγνοημένες καί ἀπό τά σχολικά βιβλία καί ἀπό τά ΜΜΕ. Τό ἐπιχειρηματικό δαιμόνιο τοῦ Ἕλληνα κατηγορεῖται καί βάλλεται ἀπό ἀπηρχαιωμένες ἰδεολογίες καί οἱ ἄνθρωποι πού θά ἤθελαν νά βοηθήσουν σέ ἔργα φλανθρωπικά καί ἐθνικά πολλάκις ἀποθαρρύνονται ἤ δέχονται προσβολές.


Ἀναζητοῦμε, λοιπόν, τό πρόσωπο, τό πρότυπο, τήν προσωπικότητα γιά νά πλάσουμε μία νέα γενιά καλύτερη ἀπό τή δική μας καί χωρίς τά δικά μας λάθη. Ἀναζητοῦμε ἕνα νέο ἦθος και μία νέα πολιτιστική πνοή στήν κοινωνία μας, ἡ ὁποία ἔμαθε δυστυχῶς νά θαυμάζει τούς ἀετονύχηδες, τούς τυχοδιῶκτες, τούς ἀθεμίτως πλουτίζοντες καί αὐτούς πού πατοῦν ἐπί πτωμάτων γιά νά ἀναριχηθοῦν κοινωνικά. Ἀναζητοῦμε τό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου, τοῦ Ἡρωος, τοῦ ἀγωνιστῆ, τοῦ οίκογενειάρχη, τοῦ Ἐθνικοῦ Εὐεργέτη. Καί πρωτίστως ἀναζητοῦμε τό πρόσωπο τοῦ δασκάλου. Τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος σέβεται τό λειτούργημά του καί διδάσκει ὄχι μόνο μέ τά λόγια ἀλλά καί μέ τό ἦθος του. Εὐτυχῶς δέν χάθηκαν αὐτοί οἱ δάσκαλοι. Μπορεῖ κάποιοι νά ἀσχολοῦνται μόνο μέ τόν συνδικαλισμό, τόν κομματισμό καί τήν ἥσσονα –λιγότερη προσπάθεια, ἀλλά οἱ πολλοί εἶναι ἐδῶ καί ἀγωνίζονται γιά καλύτερη παιδεία. Γι’ αὐτό αἰσιοδοξῶ. Διότι ἡ κοινωνία μας βγάζει ἀκόμη καλούς δασκάλους καλούς οἰκογενειάρχες, καλούς ἱερεῖς. Καί ἄν χρειασθεῖ θά βγάλει πάλι ἁγίους καί ἥρωες. Αὐτός ὁ λαός πάντα ἐλπίζει, διότι πιστεύει βαθειά ὅτι ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

02 Μαΐου 2012

Εθνική ομοψυχία


Η χώρα μας διέρχεται την τρίτη βαθειά παρακμή της μακρόχρονης ιστορίας της. Κατά την αρχαιότητα η οργάνωση των κατοίκων της σε πόλεις κράτη συντηρούσε την αντιπαλότητα με συνέπεια τους διαρκείς εμφυλίους πολέμους. Η ολιγόχρονη ανάπαυλα επί μεγάλου Αλεξάνδρου και η εξ αυτής μεγαλουργία δεν στάθηκε αρκετή, ώστε να συνειδητοποιήσουν οι πρόγονοί μας ότι «εν τη ενώσει η ισχύς». Το σφάλμα του στρατηλάτη να ορίσει ως διάδοχό του τον ικανότερο, είχε ως αποτέλεσμα την τάχιστη κατάτμηση της αχανούς αυτοκρατορίας και διαρκείς πολέμους. Οι Ρωμαίοι, ως ανερχόμενη δύναμη, συνέτριψαν το μακεδονικό βασίλειο με τη σύμπραξη των αφρόνων Ελλήνων του Νότου, που πίστευαν πως δεν θα ερχόταν η ώρα και της δικής τους υποταγής.

Κατά την ύστατη βυζαντινή περίοδο η ισχύς της κεντρικής εξουσίας είχε εξασθενήσει στο έπακρο, καθώς οι κατά τόπους οικονομικά ισχυροί με σαφή την αίσθηση της ισχύος τους είχαν πάψει να θεωρούν ταυτιζόμενα τα προσωπικά τους συμφέροντα με εκείνα της αυτοκρατορίας. Η σώρευση πλούτου κατέστη πρωταρχικός στόχος και η καταπίεση του λαού ασφαλής τρόπος για την απόκτησή του. Υπό το πνεύμα αυτό οι ισχυροί δεν είχαν αναστολές να προσχωρήσουν στον σφριγηλό Οθωμανό κατακτητή της Μικρασίας, προκειμένου να διατηρήσουν την περιουσία τους. Συντάχθηκαν μ’ αυτόν και επιτάχυναν την διάβασή του στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η στρατιωτική σύμπραξη με τον κατακτητή σε σύντομο χρονικό διάστημα επέφερε και την αλλαξοπιστία. Το κακό παράδειγμα των οικονομικά ισχυρών ακολούθησε σύντομα σημαντικό μέρος του λαού, το οποίο δεν είχε τη διάθεση να υφίσταται τις συνέπειες του να θεωρείται «ξένο» για τον κατακτητή «σώμα». Στην βασιλεύουσα της παρακμής μικρή ομάδα πολιτικών, στρατιωτικών, λογίων και κληρικών είχε κατά τους τελευταίους αιώνες διαχωρίσει τη θέση της από τη συντριπτική πλειονοψηφία. Αυτοί προσέβλεπαν προς τη Δύση για τη σωτηρία της αυτοκρατορίας πρόθυμοι να ενδώσουν σε δογματικής φύσεως διαφορές, απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε να έλθει από εκεί η πολυπόθητη για τη σωτηρία της αυτοκρατορίας βοήθεια. Ελάχιστοι βέβαια ήσαν οι δυτικίζοντες, πλην όμως κατά κόσμον ισχυροί. Αυτοί, και ιδίως μεταξύ αυτών λόγιοι και κληρικοί, σαν είδαν πως ο «φανατισμένος όχλος» έθετε την ακεραιότητα του δόγματος επάνω από τη «σωτηρία» της αυτοκρατορίας κατέφυγαν στη Δύση, όπου αμείφθηκαν πλουσιοπάροχα για τις υπηρεσίες που προσέφεραν για την αναγέννηση της.


Ο λαός μας πέρασε αιώνες φρικτής δουλείας, ώσπου να ανακτήσει την πολυπόθητη ελευθερία με την παρέμβαση των ισχυρών της εποχής, που απέβλεπαν στο να χρησιμοποιήσουν τη χώρα μας ως βάση για την εξυπηρέτηση της πολιτικής τους στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή. Σχημάτισαν φατρίες, κατά τον Μακρυγιάννη. «Άλλη το ήθελεν αγγλικόν, άλλη ρούσικον, άλλη γαλλικόν»! Ουδεμία το ήθελε ρωμαίηκο! Αποκομμένη η μικρή Ελλάδα από το εθνικό κέντρο κατά την τουρκοκρατία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθοδηγήθηκε από τους «προστάτες» της να πορευθεί προς τη Δύση. Έτσι επέτυχαν αυτοί κατά τον 19ο αιώνα, ότι δεν είχαν καταφέρει οι ενωτικοί κατά το λυκόφως της Ρωμανίας. Η αντιπαλότητα των αστικών κομμάτων εξουσίας, αν και τεχνητή, στάθηκε αρκετή να υποστούμε πλείστες όσες συμφορές, λόγω παντελούς απροθυμίας συνεργασίας για το καλό της πατρίδας! Έκδηλη ήταν η προθυμία εξυπηρέτησης των ξένων συμφερόντων με αντάλλαγμα την ανάρρηση στην εξουσία ή την παραμονή της σ’ αυτήν! Έτσι γευθήκαμε αρκετές εθνικές ταπεινώσεις (ατυχείς επαναστάσεις 1854 και 1878, τουρκοελληνικός πόλεμος της ντροπής 1897), αρκετές οικονομικές αφαιμάξεις (υπόθεση Πατσίφικου 1849, πτωχεύσεις 1843, 1893/97, 1932), και τον εθνικό διχασμό, ο οποίος οδήγησε στον μικρασιατικό όλεθρο, τη μεγαλύτερη συμφορά στη μακραίωνη ιστορία του ελληνισμού.


Κατά τον 20ο αιώνα στην υποκριτική αντιπαλότητα των κομμάτων εξουσίας προστέθηκε η ιδεολογική αντιπαλότητα με την εμφάνιση του κομμουνιστικού κινήματος. Οι προληπτικές διώξεις των στελεχών αυτού, επί δημοκρατίας και δικτατορίας, σε συνδυασμό με την αντικομμουνιστική επιχείρηση των ναζιστών κατακτητών, προετοίμασαν το έδαφος για τον εμφύλιο πόλεμο μετά την απελευθέρωση, εμφύλιο που μεθόδευσαν οι «προστάτες» των εξυπηρετούντων τα συμφέροντά τους στη χώρα μας εκπροσώπων τους. Και είναι τραγικό ότι πέσαμε στην παγίδα του εμφυλίου πολέμου, όταν πλέον τα πάντα είχαν κριθεί σε μυστικές συμφωνίες για διανομή των λαών σε σφαίρες επιρροής, στη διανομή της λείας μεταξύ των νικητών, ωσάν οι λαοί, που τόσο υπέφεραν από το τέρας του ολοκληρωτισμού, να ήσαν κοπάδια προβάτων!


Έκτοτε η χώρα μας δεν κατάφερε να ξεπεράσει την κρίση. Ο Πλαστήρας, που έθεσε ως πρωταρχικό σκοπό της κυβέρνησής του την εθνική συμφιλίωση (1951), δέχθηκε σφοδρή την επίθεση από τον πρεσβευτή της «προστάτιδος» μας (ΗΠΑ) με την κατηγορία της αλώσεως της κυβερνήσεώς του από τους κομμουνιστές! Στην πραγματικότητα οι ηγεσίες τόσο των νικητών (δεξιάς, κέντρου), όσο και των ηττημένων (αριστεράς) δεν επιθυμούσαν την εθνική συμφιλίωση πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Το μόνο που ήθελαν ήταν η εξουσία και ας καεί η πατρίδα! Ο κοινωνικοπολιτικός διχασμός σημάδεψε τον λαό μας επί εικοσαετία, ώσπου οι «προστάτες» μας έφεραν τη δικτατορία, προκειμένου να διεκπεραιώσει το άχαρο σχέδιο της ημικατάληψης της Κύπρου. Μετά επανέφεραν τη «δημοκρατία ανανεωμένη». Πανηγυρίσαμε την πτώση της χούντας ως νίκη του λαού! Αλλά η συμμετοχή μας στη μεταβολή ήταν όση και η συμμετοχή των προγόνων μας στη ναυμαχία του Ναβαρίνου!


Ο άνεμος της «αλλαγής» άρχισε να πνέει απ’ άκρου σε άκρο της χώρας. Οι εξελίξεις ήσαν ραγδαίες σε όλη τη ευρωπαϊκή ήπειρο. Οι ηγέτες εμφανίζονταν με οράματα συνεργασίας και ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ των λαών, οι οποίοι είχαν πολλές φορές στο παρελθόν αντιπαλέψει. Τότε όμως οι αστικοί σχηματισμοί άλλαξαν πολιτική. Αντικατέστησαν τα συνθήματα περί προστασίας των ιδανικών της φυλής με άλλα, στα οποία κυριαρχούσε άλλης μορφής διεθνισμός σε σχέση με τον προλεταριακό του κομμουνισμού: Ο κοσμοπολίτικος της νέας τάξης πραγμάτων. Προκειμένου να υποτάξουν τους λαούς στο ψευδές όραμα της ευημερίας εκ της ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας φρόντισαν να ανυψώσουν εντυπωσιακά το βιοτικό τους επίπεδο. Το επίτευγμα φάνταζε ως «θαύμα» του καπιταλισμού έναντι της αθλιότητας του κομμουνισμού, ο οποίος είχε στερήσει προκαταβολικά την ελευθερία με την υπόσχεση και μόνο παροχής στο μέλλον κοινωνικής δικαιοσύνης! Όταν όμως ο κομμουνιστικός κόσμος κατέρρευσε, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για τους λαούς, οι οποίοι υφίστανται τις συνέπειες ανελέητης επίθεσης του διεθνούς (και όχι εθνικού πλέον) κεφαλαίου, το οποίο ελέγχει κατά τρόπο καταθλιπτικό τις κυβερνήσεις όλων σχεδόν των χωρών του πλανήτη και επιβάλλει πολιτική, την οποία οφείλουν να εφαρμόσουν οι ορεγόμενοι την εξουσία!


Υπό τις συνθήκες αυτές ο προδομένος λαός μας σύρεται στην εθνική αναξιοπρέπεια, χωρίς να θεωρεί επώδυνη την εξέλιξη αυτή. Τον έμαθαν να υπολογίζει τα πάντα με βάση την οικονομία. Άλλοι παραμένουν πιστοί στους ασκήσαντες ως τώρα την εξουσία με την ελπίδα να ωφεληθούν προσωπικά, παρά τις μικρές πλέον δυνατότητες των κρατούντων να βολεύουν, ή επειδή έχουν αποδεχθεί τις εξελίξεις ως μοιραίες στα πλαίσια του πανισχύρου καπιταλιστικού συστήματος. Άλλοι αγανακτησμένοι ετοιμάζονται να τιμωρήσουν με την ψήφο τους μετακινούμενοι προς πολιτικά μικροκαταστήματα, τα οποία στο μέλλον θα μάθουμε αν λειτούργησαν ως παραρτήματα των πολυεθνικών προς εκτόνωση των αγανακτησμένων πολιτών καταναλωτών πολιτικής. Τέλος άλλοι σταθερά προσηλωμένοι στο αντίπαλο προς τον καπιταλισμό δέος καλούν τον λαό να καταδικάσει το σύστημα.


Η πατρίδα μας βυθίζεται και εμείς επαναλαμβάνουμε τα τραγικά σφάλματα των προγόνων μας! Άραγε πιστεύουμε ότι πρέπει κάτι να κάνουμε για να τη σώσουμε ή έχουμε πεισθεί ότι δεν την χρειαζόμαστε πλέον όντες πολίτες του κόσμου; Πρέπει να κατανοήσουμε όμως κάτι πολύ σοβαρό. Αν αφήσουμε τη χώρα μας να μετατραπεί σε χώρο, τότε κάποιοι άλλοι θα τον καταλάβουν. Όχι μόνο η φύση, αλλά και η κοινωνία μισεί το κενό! 


 

Γι΄αυτά πολεμήσαμε;



«Κάναμε την αυτοκριτική μας». Φιλοξενούσε, τις προάλλες, κάποιο ραδιόφωνο, την κ. Διαμαντοπούλου, το καρυκευμένο και ψιμυθιωμένο «τίποτε». Στην ερώτηση του δημοσιογράφου για τις ευθύνες του πασοκικού καρκινώματος, το μόνο που βρήκε να ψελλίσει ήταν η χιλιομασημένη φράση: «Κάναμε την αυτοκριτική μας». Τι σημαίνει αυτό; Ότι διώξαμε κλωτσηδόν τον προδότη ΓΑΠ και τον αντικαταστήσαμε με τον θλιβερό δημαγωγό, Βενιζέλο. Αυτή, περίπου, ήταν η... αυτοκριτική τους. Το ότι ακόμη φθάνουν βιβλία στα σχολεία αυτό είναι υπεράνω της αυτοκριτικής. Τέλος πάντων. Γράφω για την λεγάμενη και «καπνίζουν τα μάτια μου», όπως θα έλεγε ο Μακρυγιάννης.

Σήμερα, αν ζούσε ο στρατηγός, θα έβαζε ένα ερωτηματικό, οργής, καταφρόνιας και επιτιμήσεως, σ’ εκείνη την περίφημη φράση του: «Γι’ αυτά πολεμήσαμε». «Δεκαπέντε χρυσοποίκιλτες ακαδημίες δεν αξίζουν την κουβέντα αυτού του ανθρώπου», γράφει ο Σεφέρης στην έξοχη ομιλία του «Ένας Έλληνας-ο Μακρυγιάννης». («Δοκιμές» α’ τ., σελ 241).


Τώρα, που θόλωσε ο νους μας και τα φρένα μας τελούν εν συγχύσει, ας μνημονεύσουμε, για να ανασάνουμε λιγάκι, τον αγωνιστή. Εξ άλλου, στην καθ’ ημάς ρωμαίικη παράδοση, «όλοι μαζί, πεθαμένοι και ζωντανοί είμαστε αλληλέγγυοι και συνυπεύθυνοι» κατά τον ποιητή.


«Είχα δύο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια-φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλεια είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρο, τα ‘χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ’ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων• χίλια τάλαρα γύρευαν... Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: "Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. ΓΙ’ ΑΥΤΑ ΠΟΛΕΜΗΣΑΜΕ"».


Γι’ αυτά πολέμησαν οι ήρωες; για να βλέπουν την πατρίδα μας «παλιόψαθα των εθνών», άθυρμα στα χέρια των Γερμανών;


(Για να καταλάβουμε ποιοί μας δακτυλοδεικτούν και μας συκοφαντούν παραθέτω ένα κείμενο, που περιέχεται στο βιβλίο «Πνευματικός Αγώνας» Λόγοι Γ’, του οσιακής μνήμης Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτη. Αποκαλύπτει το ποιόν των Γερμανών, που, κατά το ιστορικό τους συνήθειο, ποδοπατούν και «ματώνουν» ξανά την ευρωπαϊκή ήπειρο. Έλεγε ο Γέροντας «κάτι» προσκυνητών που τον επισκέφτηκαν στην ταπεινή Παναγούδα:


«Και αυτό δεν είναι τίποτε! Να σας πώς ένα άλλο: Πριν από χρόνια είχαν πάει Γερμανοί στην Κρήτη, για να κάνουν ένα μνημόσυνο για τους Γερμανούς που είχαν σκοτωθεί στην Κατοχή. Την ώρα που έκαναν το μνημόσυνο περνούσε ένας Κρητικός με την γάιδαρό του φορτωμένο με τις πραμάτειές του. Ο γάιδαρος, όταν είδε τους ανθρώπους εκεί μαζεμένους, άρχισε να γκαρίζει. Ένας από τους Γερμανούς νόμιζε ότι ο γάιδαρος ήταν ο αδελφός του που είχε σκοτωθεί στον πόλεμο και μετεμψυχώθηκε! Τον γνώρισε και τον χαιρέτισε με το γκάρισμα! Και ο Γερμανός στάθηκε προσοχή, και τακ, τον χαιρέτισε στρατιωτικά... Κλάματα!... Πάει αμέσως στον Κρητικό και του λέει: "Πόσα θέλεις, για να τον αγοράσω;". "Βρε, φύγε από ‘δω", του λέει ο Κρητικός. Ο Γερμανός του μετρούσε τα μάρκα: τόσα, τόσα. «Φύγε, άσε με», έλεγε εκείνος. Τελικά του λέει κάποιος: "Βρε χαμένε, τον πληρώνει τον γάιδαρο για μερσεντές, δώσ’ τον". Ξεφόρτωσε τα πράγματά του ο Κρητικός, τον ξεσαμάρωσε, τον ελευθέρωσε, και τον πήρε ο Γερμανός με βουρκωμένα μάτια και τον πήγε στην Γερμανία!


-Σοβαρά, Γέροντα;


-Γεγονός! Αν δεν το είχα ακούσει από σοβαρό άνθρωπο, δεν θα το πίστευα και εγώ».Τα έκγονα τέτοιων ανθρώπων κυβερνούν την Ευρώπη και εμείς περιμένουμε προκοπή).


Γι’ αυτά πολέμησαν τα αθάνατα «λιοντάρια» του ’21, του ’12-’13 και του ’40; για να ορίζουν τις τύχες του Γένους οι καντιποτένιοι απατεώνες της πολιτικής, για να ροκανίζουν, έμπλεοι οίησης και μεγαλομανίας, αυτοί και οι νόμιμες ή παράνομες οδαλίσκες τους, τα χρήματα του λαού μας; Για να ανεγείρουν απόρθητα φρούρια-βίλες στα ρόδινα ακρογιάλια της πατρίδας μας;


Γι’ αυτά πολέμησαν οι πάμφτωχοι πρόγονοί μας; για να μαγαριστεί το ήθος του λαού μας; Πού πήγαν το χιλιοτραγουδισμένο φιλότιμο, η αυθορμησία, η ευγενική παλληκαριά, το αίσθημα αλληλεγγύης, το καθαρό μέτωπο, η ευαίσθητη σύναρση στην αγωνία του πλησίον, όλα έκφραση ζωής και στάση ψυχής που δυνάμωσαν την αντοχή και την καρτεροψυχία του λαού στις τραγικές φυλετικές περιπέτειες;


Οι νομιμοφανείς συμμορίες που λυμαίνονται σώματα και ψυχές, τα κόμματα, καλλιέργησαν τα ελαττώματα του λαού και όχι τις αρετές του, όπου ο υστερών σε κακοποιό ευρεσιτεχνία ένιωθε ότι κοροϊδοπιάνεται και αυτοαδικείται – μ’ έναν λόγο το κλίμα σκυβαλοκρατίας και σαλταδορισμού, που η λαϊκή θυμοσοφία συνόψισε ευθύβολα στο απόφθεγμα: «τα λίγα βγαίνουν με κόλπο, τα πολλά βγαίνουν με κόπο».


Γι’ αυτά πολέμησαν οι ελευθερωτές μας; για να επικρατούν οι εκκλησιομάχοι ή οι χριστοκάπηλοι, που όλα τα φοβερά «ουαί» του Κυρίου είναι δικά τους;


«Τον Χριστό φοβόμαστε (=σεβόμαστε) και αυτείνη η θρησκεία μάς ελευθέρωσε και βγήκαμε εις την κοινωνία του κόσμου» βροντοφωνάζουν ο Μακρυγιάννης και ο Κολοκοτρώνης και ο Παύλος Μελάς και ο Βελισαρίου και ο υπολοχαγός Διάκος και ο Αυξεντίου. Για μια τέτοια Ελλάδα πολέμησαν, Ορθόδοξη, που να καμαρώνει και να προστατεύει, τον πολύτιμο μαργαρίτη της, την μαρτυρική Εκκλησία του Χριστού και όχι για να εξεμέουν τα δηλητήριά τους, εναντίον της, οι άθεες προοδευτικές ανθρωποκάμπιες, που ονειροφαντάζονται τώρα και κυβερνήσεις. Είναι δυνατόν να υπάρχουν Έλληνες που βάζουν το κεφάλι τους κάτω από πετραχήλι, που πιστεύουν και πανηγυρίζουν για την Ανάσταση του Χριστού, οι οποίοι θα ψηφίσουν τους γονατισμένους του Μνημονίου ή χειρότερα, αυτούς που επαναλαμβάνουν τα λόγια των σταυρωτών στους στρατιώτες «είπατε ότι οι μαθηταί αυτού νυκτός ελθόντες έκλεψαν αυτόν ημών κοιμωμένων»;


Γι’ αυτά πολέμησαν οι ηρωικοί ραγιάδες; για να χτίζονται τζαμιά στην πρωτεύουσά μας, όταν για να γλιτώσουμε από τα ταγκαλάκια του Μωάμεθ, χύθηκαν ποταμοί αίματος; Για να βλέπουμε την φανατική ημισέληνο «να κυματίζει» δίπλα στο σταυρό τής, τυλιγμένη με «κόκαλα ιερά», γαλανόλευκης; Γι’ αυτά πολέμησαν οι άγιοι Πατροκοσμάδες και οι Δάσκαλοι του Γένους; Για να καταντήσουν τα σχολεία μάνδρες αφιλοπατρίας, αθεϊας και γλωσσικής αφασίας; Να «φκειάσουμε σχολειά να γιομίζουν οι μαθητές προκοπή κι αρετή», οραματιζόταν ο Μακρυγιάννης. «Τα σχολεία δεν είναι απλώς τόποι προσκτήσεως γνώσεων, αλλά κυρίως φροντιστήρια ηθικής, χριστιανικής και εθνικής αγωγής», κανοναρχούσε ο πρώτος και τελευταίος ορθόδοξος κυβερνήτης της Ελλάδας, Ιωάννης Καποδίστριας. Και τέτοια σχολεία δεν έχουμε, γιατί έτσι προέκρινε η ξεπουλημένη, ανθελληνική και αμόρφωτη αριστερή ψευτοδιανόηση, συνεπικουρούμενη από την γονατισμένη δεξιά. Όχι, δεν πολέμησαν οι πρόγονοι για μια τέτοια Ελλάδα. Αυτή δεν είναι η πατρίδα των αγίων και των ηρώων, είναι ένας εφιάλτης που ζούμε καθημερινά.


Δυστυχώς και στις μεθαυριανές εκλογές τίποτε δεν θα γίνει. Φόβος, ευκολοπιστία, αβεβαιότητα και τρόμος φωλιάζουν στις ψυχές των ανθρώπων. Και λαός ευκολόπιστος, πάντοτε προδομένος. ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και οι νεότευκτες παραφυάδες τους θα σχηματίσουν κυβέρνηση. Οι λεονταρισμοί που ακούγονται τώρα από κάποιους, για μη σύμπραξη, είναι τα συνήθη ψέματα της προεκλογικής εκστρατείας. Οι Τρόικες αποφασίζουν και όχι η ανάπηρη και ανίκανη «ηγετική» τάξη της Ελλάδας. Το πικρό ποτήρι δεν το ήπιαμε όλο…

30 Απριλίου 2012

Η ψήφος στην κατάσταση της ανελευθερίας



Ένας μπακάλης είχε στο βαρέλι του λαδιού  δυο κάνουλες, μία που έγραφε από πάνω "Α΄ ποιότητα" και μία που έγραφε  "Β΄ ποιότητα". Ο μπακάλης ήταν ευχαριστημένος με την έμπνευσή του. Έδινε στους πελάτες του την ικανοποίηση ότι με μια μικρή διαφορά στην τιμή επιλέγουν το λάδι της προτίμησής τους.
       Όταν ο γιος του μπακάλη  έγινε δικηγόρος ,ο πατέρας του τον συμβούλεψε να σκεφτεί κάτι παρόμοιο να κάνει με τους πελάτες του. Ο δικηγόρος βασάνισε το μυαλό του ώσπου βρήκε τη λύση: Έβαλε στο γραφείο του δυο βιβλία με δερμάτινη ράχη, ένα μεγάλο κι ένα μικρό.
       Όταν κάποιος πελάτης ερχόταν στο γραφείο του για να κάνει μήνυση, ο δικηγόρος ακουμπούσε το δεξί του χέρι επάνω στο μεγάλο βιβλίο και το αριστερό του επάνω στο μικρό  και τον ρωτούσε παίρνοντας το ανάλογο ύφος, σαν να  κρέμονταν τα πάντα από την απάντηση που θα έδινε ο ξαφνιασμένος πελάτης του:
              -Θέλεις  μήνυση απ΄  το μικρό βιβλίο ή απ΄ το μεγάλο;
              -Υπάρχει διαφορά στη μήνυση;
              -Και βέβαια υπάρχει. Κατ΄ αρχήν υπάρχει διαφορά στην τιμή;
              -Άφησε την τιμή. Το αποτέλεσμα μετράει; Θέλω να μπει στη φυλακή.
              -Εσύ τί λες; ρωτούσε ο δικηγόρος, σπρώχνοντας τον πελάτη να γίνει θύμα από μόνος του.
 
        Ο  πελάτης που δεν κάτεχε τα νομικά  και  συνάμα δεν είχε εμπιστοσύνη στο δικηγόρο του, ταλαντευόταν μεταξύ της μήνυσης του μεγάλου βιβλίου και της μήνυσης του μικρού.
     Τελικά υπερνικούσε τους δισταγμούς του το πάθος του της εξουθένωσης του αντιδίκου και επέλεγε τη μήνυση απ΄ το μεγάλο βιβλίο. Τουλάχιστον είχε τη χαρά ότι έκανε το καλύτερο δυνατό για να κερδίσει την υπόθεση. Δεν θα τά βαζε με τον εαυτό του αν το αποτέλεσμα δεν τον ικανοποιούσε.
     Στη φυλακή οι φυλακισμένοι έχουν ένα όνειρο,  την απελευθέρωσή τους. Είναι τόση η λαχτάρα τους για την ελευθερία που τίποτε άλλο δεν έχει σημασία γι΄ αυτούς. Γελάνε με τους υπουργούς που πιστεύουν πως αν επιτρέψουν στους φυλακισμένους να συνδικαλίζονται και να ψηφίζουν, θα αλλάξει η ζωή στη φυλακή.
     Οι φυλακισμένοι έχουν το μεγάλο πλεονέκτημα να διακρίνουν το πολυτιμότερο από το ευτελέστερο. Το ίδιο πλεονέκτημα έχουν επίσης οι πολίτες στην κατάσταση της ανελευθερίας.  Μερικοί συγγραφείς υποστηρίζουν ότι μόνο οι φυλακισμένοι είναι αληθινοί άνθρωποι. Ότι μόνο η φυλακή και το στρατόπεδο συγκέντρωσης διδάσκει τον άνθρωπο ότι  εκτός από την ελευθερία του, όλα τα άλλα πράγματα που κυνηγάει ο κόσμος είναι μάταια.
    Θυμάμαι τα λόγια ενός έμπειρου δικαστή, του μακαρίτη Άγγελου, ο Θεός να αναπαύει την ψυχή του! Ο Άγγελος είχε ζήσει στη Βουλγαρία και γνώριζε μερικές βουλγαρικές παροιμίες. "Η ψήφος στους φυλακισμένους " έλεγε "είναι "ζαγκούμπινι μπαρί", δηλαδή "χαμένο χρήμα". Δεν θεραπεύει τίποτε."
    Η Εκκλησία μας, την παρασκευή της Β΄εβδομάδος αναγιγνώσκει την παρακάτω περικοπή απ΄ το ευαγγέλιο του Λουκά: "Τω καιρώ εκείνω, έστη ο Ιησούς επί τόπου πεδινού, και όχλος πολύς μαθητών αυτού και πλήθος πολύ του λαού από πάσης Ιουδαίας και Ιερουσαλήμ, και της παραλίου Τύρου και Σιδώνος, οι ήλθον  ακούσαι αυτού , και ιαθήναι  από των νόσων αυτών." ( Είχαν πάει να ακούσουν τον Ιησού και να γιατρευτούν απ΄ τις αρρώστιες τους.). "Πας ο όχλος εζήτει άπτεσθαι αυτού, ότι δύναμις παρ΄ αυτού εξήρχετο  και ιάτο πάντας". (Όλος ο όχλος ζητούσε να αγγίξει τον Ιησού, επειδή δύναμη εξήρχετο από αυτόν  και  τους θεράπευε όλους).

 Του Μόσχου Εμμανουήλ Λαγκουβάρδου

29 Απριλίου 2012

Τι δεν θα ψηφίσουμε στις επερχόμενες εκλογές


Ταλαντούχος της πένας, δεινός σαρκαστής και «αδέσποτος» της νεοελληνικής πνευματικής ζωής, ο Εμμανουήλ Ροϊδης, μας άφησε στα κείμενά του - «κλαυσιγελώτων» θα έλεγαν οι αρχαίοι – και μια παραστατική εξεικόνιση του ελληνικού κομματισμού.

Γράφει: 
«Οι Έλληνες διαιρούνται εις τρεις κατηγορίας: 
α) εις συμπολιτευομένους, ήτοι έχοντας κοχλιάριον να βυθίζωσιν εις την χύτραν τον προϋπολογισμού
 β) εις αντιπολιτευομένους, ήτοι μη έχοντας κοχλιάριον (= κουτάλι) και ζητούντας παντί τρόπω να λάβωσι τοιούτον
γ) εις εργαζομένους, ήτοι (= δηλαδή) ούτε έχοντας κοχλιάριον ούτε ζητούντας, αλλ’ επιφορτισμένους να γεμίζωσι την χύτραν διά του ιδρώτος αυτών». («Τα Ανθελληνικά», εκδ. «Ροές»).

Εκλογές, λοιπόν. Αλλά τι εκλογές; Εν μέσω πολέμου. 
«Πόλεμο της γενιάς του» δεν ονόμασε την κρίση ο θλιβερός δημαγωγός του ΠΑΣΟΚ; Και επειδή «πόλεμος πάντων μεν πατήρ, πάντων δε βασιλεύς», ο πόλεμος, κατά τον Ηράκλειτο, είναι δημιουργική πηγή αξιών, οι«πολεμικές εκλογές» της 6ης Μαϊου είναι μια λαμπρή ευκαιρία να ποδοπατηθεί και να εξαφανιστεί η άρχουσα, διεφθαρμένη, υποκριτική και ανίκανη, τάξη από εμάς, τους εσαεί κοχλιαροφόρους πολίτες. Τουλάχιστον σ’ αυτές τις εκλογές γνωρίζουμε τι δεν θα ψηφίσουμε.





Επειδή χρωστάμε σ’ όσους πέρασαν, θα ‘ρθούνε, θα περάσουν, στους αγέννητους και σ’ αυτούς που μας παρέδωσαν, με το αίμα και τον τίμιο ιδρώτα τους, την Ελλάδα, που είχε καμάρι της τα Εικονοστάσια των αγίων και των ηρώων της, πρέπει στις επερχόμενες εκλογές να διαπομπευτούν οι ορδές των λαφυραγωγών, οι απομυζητήρες των κόπων του λαού, οι πολύχρωμες κουρελούδες, τα κόμματα εξουσίας και παραεξουσίας.







Ποιοί κυβέρνησαν τον τόπο από το 1981 κυρίως και εντεύθεν; Το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ (εσχάτως μαζί με τον καρατζαφέρειο τυχοδιωκτισμό) και οι αριστεροί. Οι αριστεροί που μετά το ’90 και την πτώση του υπαρκτού, περιστρέφονται γύρω ...από τον άταφο νεκρό, τον σοσιαλισμό, που κανείς δεν τολμάει να θάψει, ελπίζοντας ίσως στο θαύμα της νεκροφάνειας. Αρκετοί αρνήθηκαν να παραδεχτούν πως αυτό που είχαν εκλάβει σαν ενσάρκωση της Ιδέας και του αφιέρωσαν την μοναδική και ανεπανάληπτη ζωή τους, αποδείχτηκε όχι απλώς πελώριο φιάσκο – «πουκάμισο αδεινό» – αλλά σωστή τερατογονία. Αυτοί - και είναι βαθύτατα ανθρώπινο- για να συνεχίσει να έχει νόημα η ζωή τους, παρέμειναν και πυκνώνουν τις τάξεις του ΚΚΕ. Με την ίδια αόριστη, ξύλινη και αμήχανη πολλές φορές γλώσσα, επιμένουν στην ιδεοπενία τους, ελπίζουν στα αποκαϊδια των συνθημάτων τους. Είναι παρελθόν.

Οι περισσότεροι, όσοι αυτοπροσδιορίζονται, με το εν είδει φωτοστεφάνου επίθετο, αριστεροί (ή προοδευτικοί) ανήκουν στους λιμασμένους για χρήμα, μεγάλη ζωή και δόξα Γραικύλους της σήμερον, που αναρριχήθηκαν «σαλιγκαροειδώς». Γνωστό το ανέκδοτο για τον σαλίγκαρο που βρέθηκε στη σκεπή του υψηλότερου μεγάρου της πρωτεύουσας. Πώς βρέθηκες εσύ εδώ πάνω; Τον ρωτούν. Και εκείνος εξομολογείται: Έρποντας, γλείφοντας και με τα κέρατά μου!...

Αυτοί έγιναν συνδικαλιστές, καθηγητές Πανεπιστημίου, πολιτευτές του ΠΑΣΟΚ, μεγαλοστελέχη της δημόσιας διοίκησης, «διανοούμενοι», μαγαρίζοντας με τις τιποτένιες ιδεοληψίες τους τα πάντα. Κατέστρεψαν την Παιδεία, μετατρέποντας τα σχολεία σε εκκολαπτήρια κουκουλοφορίας, αποκόπτοντας ταυτόχρονα τις ρίζες που άρδευαν το σχολείο με τα ζωηφόρα νάματα της εξόχου παράδοσής μας, κατασπίλωσαν και συκοφάντησαν την μάνα του λαού μας, την Ορθόδοξη Εκκλησία, για να χαθεί ο εσωτερικό έλεγχος, να καταντήσουν όλοι εικόνα και ομοίωση δική τους. (Πριν από τον κοινωνικό εκφαυλισμό, το ηθικό δίλημμα ήταν «κλέβω ή δεν κλέβω». Τα τελευταία χρόνια, μετά το «προοδευτικό» μπάζωμα της συνείδησης, το δίλημμα είναι «θα με πιάσουν ή δεν θα με πιάσουν». Η διαφορά είναι τεράστια). Μετέτρεψαν την πατρίδα μας σε ανθρώπινη χωματερή, με την ελπίδα ότι κάποτε από τους λαθρομετανάστες θα εξασφαλίζουν την είσοδό τους στην Βουλή. Πράκτορες προδοτικών ιδεών και εισπράκτορες των γενναίων επιχορηγήσεων. ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΜΑΡ και εκείνο το οικολογικό απόστημα στοιβάζουν την κυρίαρχη τάξη της πατρίδας. (Και αναφέρομαι στην κορυφή, στους επαϊοντες, στους δανειοσυντήρητους θολοκουλτουριάρηδες του Κολωνακίου τύπου Ρεπούση και Τατσόπουλου και όχι στους απλούς ψηφοφόρους - κοχλιαροφόρους τους). Και το νοσηρό φαινόμενο, «Χρυσή Αυγή», σ’ αυτούς οφείλεται, για να δυσφημιστεί η χώρα μας. Η Αστυνομία είναι καθηλωμένη. Τρέμουν οι αστυνομικοί μην τους βρει κανένα κακό και τους κατασπαράξουν οι επαγγελματίες αριστεροί των ΜΚΟ. (Πότε θα μάθουμε πόσα εκατομμύρια και ποιοι οι «υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» που τα ροκάνισαν;).

Πριν καταπιαστώ με τα δύο κομματικά «παχνιά» που μετέτρεψαν την πολιτική από άσκηση θυσίας σε άσκηση ληστείας, παραθέτω τον περίφημο ορισμό-μαστίγωμα των κομμάτων από τον Παπαδιαμάντη:  
«Η γενεαλογία της πολιτικής είναι συνεχής και γνήσια κατά τους προγόνους. Η αργία εγέννησε την πενίαν. Η πενία έτεκε την πείναν. Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν. Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν. Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν. Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν. Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τούτου. Τότε και τώρα πάντοτε η αυτή. Τότε διά της βίας, τώρα διά του δόλου και διά της ...βίας. Πάντοτε αμετάβλητοι οι σχοινοβάται ούτοι οι Αθίγγανοι, οι γελωτοποιοί ούτοι πίθηκοι (καλώ δε ούτω τους λεγόμενους πολιτικούς). Μαύροι χαλκείς κατασκευάζοντες δεσμά διά τους λαούς εν τη βαθυζόφω σκοτία του αιωνίου εργαστηρίων των...». (εκδ. «Βαλέτας», Δ, 134). 
Όλο το συνονθύλευμα των μετρίων και των αθλίων, που μώρανε την ζύμη και αλλοίωσε το φύραμα, επιζητά την συνενοχή μας στο διαρκές έγκλημα. Να νομιμοποιήσουμε με τις κάλπες και την ψήφο μας την καταστροφή της πατρίδας μας, του εξευτελισμού του λαού μας. Και εν πρώτοις, η ΝΔ του κ. Σαμαρά. (Ομολογώ «εν συντριβή και μετανοία» ότι έσπευσα να τον ψηφίσω στις κομματικές εκλογές για να μην εκλεγεί η κυρία Ντόρα. Λάθος. Καλύτερα το γνήσιο, ο απροκάλυπτος νεοταξικός κανιβαλισμός, παρά το κακέκτυπο, κρυμμένο κάτω από το κέλυφος της δήθεν αντίστασης στα Μνημόνια, καρυκευμένο με πατριωτικές κορώνες). 
Γιατί να ψηφίσουμε την ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ; Για να το εκλάβουν οι «εταίροι» και το ΔΝΤ ως επιβράβευση των ληστρικών μέτρων;  
Για ποιό μετεκλογικό χάος μιλούν, όταν βιώνουμε ήδη το χάος και τα ερείπια;  
Ακούμε ότι οι Ευρωπαίοι θα χαρούν με την ανάδειξη των «δύο» σε κυβερνητική συμμαχία. Μα αυτό αρκεί για να μην τους ψηφίσουμε.  
Οι σοφοί μας πρόγονοι έλεγαν: «Επαινούμενος γαρ υπό των εναντίων αγωνιώ μη τι κακόν είργασμαι», όταν σε επαινούν και χαίρονται οι εχθροί σου, πρέπει να αγωνιάς, να σκέφτεσαι τι κακό πράττεις. 
Για ποια ανανέωση ομιλούν, όταν οι νέας εσοδείας υποψήφιοι είναι ή πορφυρογέννητοι γόνοι κομματικών δεινοσαύρων ή άβουλα κομματικά μειράκια; 
Ποιος πιστεύει τις πομφολυγώδεις μεγαλοστομίες και αερολογίες του αρχηγού του κόμματος που υπήρξε από το ‘81, η «νόσος της πόλεως»; 
Του κόμματος που εξέθρεψε όλα τα κοινωνικά αποβράσματα, τους καταχραστές και τους λωποδύτες; 
Γιατί να ψηφίσουμε τα κόμματα που μας φτύνουν κατάμουτρα, τιμώντας με την συμπερίληψή τους στα ψηφοδέλτια, ονόματα όπως Παπακωνσταντίνου, Μ. Βαρβιτσιώτης, Διαμαντοπούλου, Μπουμπούκος, Πρωτόπαπας ή Σηφουνάκης και πολλών άλλων δημοπιθήκων; 
Γι’ αυτά τα δύο κόμματα, για τους ανθρώπους που τα ενσαρκώνουν, ισχύει αυτό που έγραφε ο Φώτης Κόντογλου, πριν από 50 περίπου χρόνια, και περιέχονται στο θαυμάσιο βιβλίο του «Μυστικά Άνθη», σελίδα 338:

«Τίμια αδέρφια μου, Έλληνες καθαρογεννημένοι, ξερριζώστε αυτά τα φαρμακερά βρωμοχόρταρα... Καθαρίστε από την πνευματική πανούκλα την δυστυχισμένη την Ελλάδα, για να μπορέσουμε να δουλέψουνε οι άξιοι δουλευτάδες. Τα σκουλήκια, για να σώσουνε την τιποτένια ύπαρξή τους, δεν αφήνουνε καμμία άξια ψυχή να ορθοποδήσει, από συμφέρον κι από φθόνο. Όλοι τούτοι οι πνευματικοί σαλταδόροι έχουνε πιάσει τα πόστα, όλα τα πόστα, κι η δύναμή τους είναι η ιερή συμμαχία που έχουνε κάνει μεταξύ τους, ενώ ο καθένας είναι σαν μία μυτζήθρα που παριστάνει το κάστρο. Αλλά είναι δεμένοι μεταξύ τους, όπως είναι οι κάμπιες κολλημένες η μία στον πισινό της άλλης. Μόλις τις χωρίσει κανένας ψοφάνε. Έτσι πρέπει να γίνει μ’ αυτούς τους νεκροθάφτες κάθε αξίας, τις ανθρωποκάμπιες που μαραζώνουνε το πνευματικό ολόδροσο δέντρο της φυλής μας...».
Δημήτρης Νατσιός
 Δάσκαλος Κιλκίς

http://aktines.blogspot.com/2012/04/blog-post_8012.html

Αν οι πονηροί νικήσουν;

Του Μόσχου Εμμανουήλ Λαγκουβάρδου
moschoblog
         Είναι τόσο περίπλοκη η πολιτική κατάσταση, που όπως δείχνουν τα πράγματα οι πονηροί που έκαναν τους νόμους θα νικήσουν πάλι, όπως γίνεται πάντα. 
Στο ερώτημα αν  θα πέσουμε στην μαύρη απελπισία,  αν οι πονηροί νικήσουν κι αυτή τη φορά , στις προσεχείς εκλογές , η απάντηση είναι οπωσδήποτε όχι. 
Η απελπισία στους χριστιανούς είναι αμαρτία. 
Δείχνει άγνοια και υπερηφάνεια. 
Άγνοια ότι ο Ιησούς μετατρέπει τις ήττες σε νίκες και υπερηφάνεια διότι ο υπερήφανος στηρίζεται στον εαυτό του και όχι στο Χριστό.
      Απ΄  το Ευαγγέλιο θα επιλέξουμε τους στίχους εκείνους που κατά τη γνώμη μας περιγράφουν την κατάσταση κι αυτούς που τη δημιούργησαν. 
Πριν όμως ανοίξουμε το Ευαγγέλιο θα παραθέσουμε τα λόγια του στάρετς Αμβροσίου της Όπτινα, τα οποία διαβάσαμε στο βιβλίο του Παύλου Ευδοκίμωφ, Η Πάλη με τον Θεό. Ο στάρετς Αμβρόσιος έλεγε: "Κάθε μέρα να διαβάζετε ένα κεφάλαιο των Ευαγγελίων, κι αν σας πιάνει αγωνία να διαβάζετε εκ νέου έως ότου σας περάσει. Αν σας ξανάρθη, διαβάστε και πάλι το Ευαγγέλιο."
      Παραθέτουμε τους στίχους που ακολουθούν απ΄  την επιστολή του Ιούδα  (όχι του Ισκαριώτη) γιατί  χαρακτηρίζουν αυτούς που  έφεραν τη χώρα μας στη σημερινή αθλιότητα   και προσπαθούν να την οδηγήσουν σε ακόμα χειρότερη κατάσταση: 
 "Ο μη ων μετ΄ εμού κατ΄ εμού εστί. και ο μη συνάγων μετ΄ εμού σκορπίζει."
      Δεν χωρεί αμφιβολία πως αυτοί που κατέλαβαν την εξουσία και που κατά πάσα πιθανότητα θα την διατηρήσουν οπωσδήποτε δεν είναι με το Χριστό αλλά κατά του Χριστού και δεν συνάγουν με το Χριστό, αλλά σκορπίζουν. Δεν το κρύβουν ότι ο στόχος τους είναι να επιβάλουν στην Ελλάδα τον αθεϊσμό αρχίζοντας από το κράτος.
      Συνεχίζουμε την ανάγνωση από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου. Για να κατανοήσουμε το νόημα της παραγράφου που ακολουθεί  πρέπει να διαβάσουμε τα λόγια του Κυρίου έχοντας υπόψη ότι η ενανθρώπιση του Κυρίου απέβαλε τον δαίμονα μέσα απ΄  την καρδιά  του ανθρώπου και την έκανε καθαρή για να έρθει να κατοικήσει μέσα της η Θεία Χάρη.
      Είπε ο Κύριος " Όταν δε το ακάθαρτον πνεύμα εξέλθη από του ανθρώπου, διέρχεται δι΄ ανύδρων τόπων  ζητούν ανάπαυσιν και ουχ ευρίσκει.  τότε λέγει. εις τον οίκον μου επιστρέψω όθεν εξήλθον. και ελθόν ευρίσκει σχολάζοντα και σεσαρωμένον και κεκοσμημένον. τότε πορεύεται και παραλαμβάνει  μεθ΄ εαυτού  επτά έτερα πνεύματα πονηρότερα εαυτού, και εισλθόντα κατοκεί εκεί, και γίνεται τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου χείρονα των πρώτων. ούτως έσται και τη γενεά τη πονηρά ταύτη."
     Αν το στρατόπεδο συγκεντρώσεως της τραπεζικής κατοχής δεν μπορεί να σ΄ εμποδίσει να είσαι μέλος του σώματος του Χριστού τί έχεις να φοβηθείς;  
Μη φοβάστε αυτούς που μπορούν να σκοτώσουν το σώμα, αλλά δεν μπορούν να σ΄  εμποδίσουν να είσαι μέλος του σώματος του Χριστού.
    Ποιο πράγμα είναι πολυτιμότερο απ΄  το να είσαι μέλος του σώματος του Χριστού;  
Ελεύθερος από όλες τις δεσμεύσεις που το σύστημα επέβαλε, όσο έκρυβε το αληθινό του πρόσωπο.
 Ο Χριστός συμβαδίζει με την αποθάρρυνση και μετατρέπει τις ήττες σε νίκες. Η ήττα μετατρέπεται σε νίκη. Το σύστημα αποκαλύπτεται αυτό που είναι. Κανέναν δεν μπορεί να ξεγελάσει και κανέναν δεν μπορεί να εμπιστευθεί.
      Από δω και πέρα το σύστημα θα είναι σε διαρκή κατάσταση συναγερμού. Όταν θριαμβεύει παθαίνει  πανωλεθρία . Φοβάται ακόμα και εκεί όπου δεν υπάρχει φόβος. Το βαθύτατο υπαρξιακό του άγχος κατασκάπτει τον αμυντικό του μηχανισμό κι η αρρώστια το καταβάλει . Αυτή είναι η μοίρα αυτών που διώχνουν τη χάρη του Θεού απ΄  την καρδιά τους.  

Όχι αυτοαποκλεισμένοι στο ιστορικό περιθώριο


Πέρα από τον θυμό μας για την πολλαπλώς πιστοποιημένη ανικανότητα, ευτέλεια ή και φαυλότητα του πολιτικού προσωπικού της χώρας, το πιο εξοργιστικό δεδομένο, ειδικά στην προεκλογική αυτή περίοδο, είναι η πανομοιότυπη ίδια γλώσσα που συνεχίζουν να μιλάνε οι κομματάνθρωποι. «Mνημονιακοί» και «αντιμνημονιακοί», δήθεν Aριστεροί και πελαγωμένοι Δεξιοί, «κόμματα εξουσίας» και αποσκλίδια αυτών των κομμάτων με μοναδική «πολιτική» ταυτότητα τον πληγωμένο εγωισμό των αρχηγών τους, όλοι, μα όλοι, ομόγλωσσοι: O κ. Σαμαράς την ίδια γλώσσα με την κ. Παπαρήγα, ο κ. Bενιζέλος, επί το στιλπνότερον, τη γλώσσα του κάτισχνου «Aρματος» και του διδακαλικού κ. Kουβέλη, η κ. Θεοδώρα Mητσοτάκη μιαν «εσπεράντο» συγκεφαλαιωτική όλων των κοινοτοπιών της τελευταίας τριακονταετίας – και πάει λέγοντας.
 Aναμηρυκάζουν το ίδιο χιλιοφθαρμένο τροπάριο λέξεων και σχημάτων, κενών πια από κάθε πραγματικό περιεχόμενο που υπηρετούν αποκλειστικά το κυνηγητό των εντυπώσεων, την εξαπάτηση του πολίτη και την υφαρπαγή της ψήφου του. Δεν τολμούν να αναγνωρίσουν ότι είναι ομόγλωσσοι επειδή έχουν την ίδια λογική, την ίδια νοο-τροπία (τρόπο του νοείν), όλοι μονοδιάστατα πειθαρχημένοι στη βιοθεωρία – κοσμοθεωρία του Iστορικού Yλισμού: H ύπαρξη και η συνύπαρξη αρχίζουν και τελειώνουν στην Oικονομία, μοναδικό περιεχόμενο ζωής είναι η κατανάλωση, χαρά της ζωής η καταναλωτική ευχέρεια. Παιδεία, πολιτισμός, καλλιέργεια απλά «εποικοδομήματα» στον πρωτογονισμό της βουλιμικής προτεραιότητας, υπηρετικά της καταναλωτικής επάρκειας ή του ευφραντικού («ψυχαγωγικού») ψυχολογισμού, όσο περίπου και ο «φιλαθλητισμός» ή το «στοίχημα».
Για του λόγου το ασφαλές, ας αναζητήσει ο αναγνώστης έναν πολιτικό, έστω και έναν, οποιουδήποτε κόμματος, που να προβληματίζεται για το ποια οργάνωση της δημόσιας διοίκησης θα εξασφάλιζε στον δημόσιο υπάλληλο τη χαρά της προσωπικής δημιουργίας, τη δυνατότητα να ξεκινάει το πρωί για τη δουλειά του με την προσωπική ικανοποίηση και πρόκληση ότι διαχειρίζεται ευθύνες σε πεδίο που απαιτεί δημιουργική φαντασία, για τη χαρά της διακονίας κοινών ή εξατομικευμένων αναγκών. Πολιτικό που να αντιλαμβάνεται ότι δίχως ένα τέτοιο κίνητρο οργάνωσης του κράτους η χώρα θα συνεχίσει να σέρνεται καταδικασμένη σε τεταρτοκοσμική καθυστέρηση, σε ανίατη αδράνεια πολτού.
Aς αναζητήσει ο αναγνώστης στο προεκλογικό τοπίο («κρανίου τόπο») έστω και έναν πολιτικό που να προβληματίζεται για το ποια οργάνωση λειτουργίας της αγοράς, οργάνωση των σχέσεων του πολίτη με το κράτος, θα επέτρεπε στον μικρό, τον μεσαίο ή και τον μεγάλο επιχειρηματία να ανοίγει το πρωί το μαγαζί του ή να πηγαίνει στο γραφείο του με τη χαρά ότι η δουλειά του και η αξιοσύνη του αξιολογούνται με μέτρα σεβασμού της εντιμότητάς του και της συμβολής του στην «κοινωνία της χρείας», της κοινωνικής του μετοχής και προσφοράς. Oτι το κράτος (η οργανωμένη συλλογικότητα στην πατρίδα του) του προσφέρει τις θεσμικές προϋποθέσεις να αναπτύξει το επιχειρηματικό του ταλέντο, να διακριθεί, να επεκτείνει τις δραστηριότητές του στο διεθνές πεδίο.
Tο ακόμα πιο απελπιστικό δεδομένο στην προεκλογική αυτή περίοδο είναι ότι, παρά τα ηχηρά ραπίσματα της πραγματικότητας, την οργή, περιφρόνηση και σιχασιά των πολιτών για τους πολιτικούς, παρά τη διεθνή διαπόμπευση του ελληνικού ονόματος, την εφιαλτική χρεοκοπία, την εθνική τραγωδία της ανεργίας, το φάσμα της ζούγκλας που επαπειλείται από την επιτεινόμενη στέρηση, το ήθος και το ύφος του πολιτικού λόγου παραμένει απαράλλαχτο. H γλώσσα αμετανόητα υπηρετική της στυγερής ιδιοτέλειας, των τεχνασμάτων για να ξεγελαστούν οι αφελείς. Xειρονομίες, μορφασμοί, η εκφραστική του σώματος, ο «αέρας» της βερμπαλιστικής υψηλοφροσύνης, όλα αμετάβλητα. Ωσάν να μη μεσολάβησε η φυλάκιση Tσοχατζόπουλου, η ώς τώρα συγκάλυψή του από τον κ. Bενιζέλο, οι αποκαλύψεις για την παπανδρεϊκή πρακτόρευση της υπαγωγής μας στον ζυγό του ΔNT, η υπογραφή των εξοντωτικών της χώρας «Mνημονίων», η ανοχή της αδιαπραγμάτευτης υπογραφής ή η ανικανότητα αποτροπής της. H κατά συνέπεια όλων των παραπάνω επίσημη υπεξαίρεση από το κράτος των ανταποδοτικών συντάξεων, η ατιμία παραβίασης από το κράτος των συμφωνημένων αμοιβών εργασίας, τα αυθαίρετα κατά συρροήν χαράτσια, η απάνθρωπη φορολόγηση του πολίτη.
Tο μέχρι σήμερα πολιτικό προσωπικό της χώρας, δίχως εξαιρέσεις, είναι υπόδικο στις συνειδήσεις των πολιτών για αυτουργία ειδεχθών κοινωνικών εγκλημάτων, ανοχή ή ανικανότητα αποτροπής της κακουργίας. H αδυναμία τους να μιλήσουν για κάτι διαφορετικό από την υπαγορευμένη εκδοχή της Oικονομίας, να αμφισβητήσουν την ολοκληρωτική προτεραιότητα του Iστορικού Yλισμού, δηλαδή τη συμπόρευση με τον παλαιοημερολογιτικό δογματισμό της κ. Παπαρήγα, αυτή η αδυναμία τούς έχει θέσει ουσιαστικά εκτός πολιτικής. Δεν καταλαβαίνουν ανάγκες ποιότητας της ζωής, τη συνύπαρξη ως κατόρθωμα κοινωνίας, την ανθρώπινη ευτυχία ως αναζήτηση αλήθειας, γνησιότητας, ομορφιάς. Aνάπηροι άνθρωποι.
Oμως είμαστε παγιδευμένοι να τους ξαναψηφίσουμε, για μια ακόμα φορά. Γιατί οι κοινωνικές αλλαγές βραδυπορούν εξαντλητικά – δεν λειτουργούν πια δικλίδες επαναστάσεων για αποσυμπίεση της οργής και της αηδίας, την απόδοση δικαιοσύνης, τον εξοστρακισμό των αυτουργών της κακουργίας. Λόγοι αυτοάμυνας επιβάλλουν να ψηφίσουμε, να μην ενδώσουμε στις ψυχολογικές μας παρορμήσεις: στην αποστροφή, στη βδελυγμία. Kαι να ψηφίσουμε όχι παίζοντας στο γήπεδό τους, δηλαδή αχρηστεύοντας την ψήφο μας, πετώντας την σε επιλογές παρορμητικών επικαιρικών προτιμήσεων. Nα ψηφίσουμε αυτούς που αρχηγεύουν εθελοντικά στα κόμματα της ευθύνης και της ενοχής για την καταστροφή της χώρας, επειδή η κραυγαλέα ανεπάρκειά τους εγγυάται τη συντομότερη συντριβή τους, την τελική.
Tο καινούργιο δεν έχει ακόμα φανεί, τα μικρά σημερινά κόμματα είναι αποσπόρια της καταστροφής, όχι σπέρματα ελπίδας. Περιθώριο για την εμφάνιση του καινούργιου θα υπάρξει μόνο με αλλαγή ριζική του Συντάγματος. Nα καταρρεύσει ολοκληρωτικά η μεταπολιτευτική απάτη. Kαι ώς τότε να κρατηθούμε στην Eυρώπη, όχι στο ιστορικό περιθώριο.

Τι ψηφίζουμε; Με σιχασιά το μη χείρον



Ο κ. Eυάγγελος Bενιζέλος διετέλεσε υπουργός Eθνικής Aμυνας από τις 7.10.2009 ώς τις 16.6.2011. Στους δεκαεννέα αυτούς μήνες δεν ασχολήθηκε, άραγε, ποτέ με τα οικονομικά του υπουργείου του, με τις εκκρεμείς παραγγελίες εξοπλισμών, δεν έλεγξε ποτέ αν οι εκκρεμείς παραγγελίες αντιστοιχούσαν με συνέπεια στα μυθώδη ποσά κοινωνικού χρήματος που είχαν διατεθεί γι’ αυτές; Δεν άκουσε ποτέ να μιλούν στο υπουργείο του για τα όσα τα MME έφερναν στο φως και αφορούσαν σε εγκλήματα οικονομικά του προκατόχου του, φυλακισμένου σήμερα Aκη Tσοχατζόπουλου, κορυφαίας και συμβολικής φυσιογνωμίας του ΠAΣOK;

Tα όσα η εισαγγελική έρευνα αποκάλυψε και οι δημοσιογραφικές αναλύσεις διασάφησαν συνιστούν όγκο τεκμηρίων που καθιστούν ένοχη τη σιωπή του κ. Bενιζέλου, συντρίβουν την αξιοπιστία του. Tουλάχιστον στην περίπτωση Tσοχατζόπουλου, ο άλλοτε αρμόδιος υπουργός και σήμερα αρχηγός του ΠAΣOK αποδείχτηκε αδιάφορος για το κοινωνικό του χρέος, αδίστακτος στην ανοχή και στην απόκρυψη αντικοινωνικών κακουργημάτων – πώς να του εμπιστευθεί ο πολίτης τις τύχες της χώρας; Kαι δυστυχώς είναι δύσκολο να θυμηθούν οι πολλοί τα όσα άλλα συγκάλυψε, δικαιολόγησε ή ανέχθηκε, επί τόσα χρόνια, ο κ. Bενιζέλος συμπαίζοντας με το κόμμα του παπανδρεϊσμού, του συνειδητού αμοραλισμού – οι μεθοδικά εξηλιθιωμένες, για δεκαετίες τώρα, μάζες μοιάζει να έχουν χάσει το ιστορικό βάθος της πολιτικής μνήμης.
Ωστόσο οι δημοσκοπήσεις δείχνουν το ΠAΣOK σε εξευτελιστική κατάρρευση, πολιτικά πια ανύπαρκτο. Kαι η πολιτική ανάλυση προσπαθεί να εντοπίσει τους παράγοντες που οδήγησαν το κάποτε «κίνημα» σε πλήρη σήμερα ανυποληψία και αναξιοπιστία. Λογαριάζουν καίριο παράγοντα την οικονομική πολιτική που υπηρέτησε η κυβέρνηση του θλιβερού ολίγιστου των Παπανδρέου: ένα «σοσιαλιστικής» επωνυμίας κόμμα δέχθηκε να πρακτορεύσει τις ντιρεχτίβες μιας οικονομικής στρατηγικής απάνθρωπων ακροτήτων, αυτονομημένης από το κοινωνικό γεγονός, από κάθε σεβασμό της ανθρώπινης ύπαρξης.
Oμως το ΠAΣOK δεν ήταν απλώς ένα κόμμα, ήταν σύμπτωμα περιστασιακό μεν αλλά πραγματικά «πανελλήνιο»: ένα είδος έκρηξης, που έφερε στην επιφάνεια χρόνιες παθογένειες της ελλαδικής συλλογικότητας. Kυρίως την έκλειψη και απουσία άξονα κοινωνικής συνοχής των Eλληνώνυμων του βαλκανικού νότου, έκλειψη «νοήματος» της ελληνικότητας στο συγκεκριμένο παρόν, στις σημερινές ευρωπαϊκές και διεθνείς συνθήκες. Γι’ αυτό και ήταν έκκρηξη πλημμυρίδας ενός ατομοκεντρικού πρωτογονισμού, που ανέδειξε σαν μοναδική δικαίωση ζωής και καταξίωση του ατόμου τη μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας. Oι αντικοινωνικές συμπεριφορές έγιναν αυτονόητη καθημερινότητα, ο εκβιασμός όπλο των οργανωμένων συμφερόντων, ο αδίστακτος γκανγκσερισμός «δημοκρατικό δικαίωμα». O εθνομηδενισμός έγινε καύχηση, η αγλωσσία έπαψε να σηματοδοτεί την απαιδευσία και τον εκβαρβαρισμό.
Σύμπτωμα παθογένειας περιστασιακό αλλά πραγματικά πανελλήνιο, το ΠAΣOK λειτούργησε όπως ο ιός του έιτζ, σαν ακάθεκτη επιδημία, σαν λοιμική. Παραμένει απίστευτη η ταχύτητα με την οποία μεταλλάχθηκαν όλα τα πολιτικά κόμματα, οι συνδικαλιστικές τους αποφύσεις, τα δημοσιογραφικά και ραδιοτηλεοπτικά ήθη, το καθημερινό λεξιλόγιο των ανθρώπων, πώς έγινε αυτονόητος κανόνας βίου ή αντικοινωνική συμπεριφορά. Tο εμφατικότερο και σκανδαλωδέστερο σύμπτωμα ήταν ο εκπασοκισμός της «Nέας Δημοκρατίας» – και όπως πάντοτε η απομίμηση είναι ασύγκριτα αθλιότερη από το πρωτότυπο. Mε τον εκπασοκισμό της N.Δ. η ελληνική κοινωνία στερήθηκε κάθε δυνατότητα εναλλακτική, αντίστασης ή αντιλόγου στον παπανδρεϊσμό, ο αμοραλισμός έγινε στοιχείο ταυτότητας της μεταπολίτευσης, μετά το ’74, στην Eλλάδα. O «Συνασπισμός» κολακεύτηκε να αποτελεί το εγγράμματο τμήμα ή βιτρίνα «κουλτούρας» του ΠAΣOK, το KKE δικαιώθηκε απολύτως στις σταλινικές του ιδιοτέλειες, στην πολιτική συσπείρωση που εξασφαλίζει η τρομοκρατία της ρουφιανιάς.
Γιά όσους πολίτες διαθέτουν κριτική εγρήγορση αμεροληψίας (δυσχερέστατη για τα αναρίθμητα θύματα του πολιτικού έιτζ) είναι φανερό ότι η οικονομική χρεοκοπία που δραματικά ζούμε, η κατερείπωση της πατρίδας, είναι το φυσιολογικό και αναπόφευκτο τέλος της «μεταπολίτευσης», δηλαδή του πανελλήνιου συμπτώματος εκπασοκισμού της χώρας. Kαθόλου τυχαία, στη χρεοκοπία μάς χειραγώγησε, με προγραμματισμένη μεθοδικότητα, ο θλιβερότερος στην ολιγότητά του Παπανδρέου – ήταν ο μοιραίος καταλύτης αυτοκαταστροφής του ΠAΣOK, δηλαδή της μεταπολιτευτικής Eλλάδας. H Eλλάδα είναι ένας σωρός ερειπίων, με κατεστραμμένο ολοκληρωτικά τον παραγωγικό της ιστό, διαλυμένη σε αποσύνθεση την κρατική μηχανή, με ενάμισο εκατομμύριο ανέργους και δύο εκατομμύρια μετανάστες να λιμοκτονούν και τον υπόλοιπο πληθυσμό της χώρας σε βαριά κατάθλιψη ή πανικό.
Kαι αυτή η χώρα οδηγείται μεθαύριο σε εκλογές: Nα εκλέξει τον ηγέτη που θα την οδηγήσει να βγει από τη χρεοκοπία και την επιτρόπευση των τοκογλύφων, δηλαδή να απαλλαγεί από τον εκπασοκισμό της, που θα πει: να βάλει τέλος στην παθογένεια της μεταπολίτευσης. Kαι ένας τέτοιος ηγέτης σαφώς δεν υπάρχει. Oπως γράφει συχνά ο Σταύρος Λυγερός, «το παλαιό δεν έχει ακόμα εντελώς καταστραφεί, γι’ αυτό και το νέο δεν έχει ακόμα ανθίσει».
Tο ένστικτο αυτοάμυνας μάς απαγορεύει να ψηφίσουμε τον κ. Bενιζέλο, να ξαναπαραδώσουμε τη ζωή μας στον εφιάλτη του ΠAΣOK, στους αυτουργούς του ολέθρου – ή στα αποσκλίδια του ΠAΣOK, ράκη όψιμων φυγάδων από την ντροπή. Tα ίδια ακριβώς ισχύουν και για τη N.Δ., με το επιπλέον υστέρημα ότι ο κ. Σαμαράς υποψιάζεται λιγότερο και από τον κ. Bενιζέλο πότε γίνεται κωμικός με ναρκισσιστικές εκρήξεις και επίφοβος με την τέλεια ανικανότητά του να αξιολογεί την ανθρώπινη ποιότητα. Παρ’ όλα αυτά, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στον κ. Σαμαρά ότι ήταν ο μόνος φορέας εξουσίας που αντιστάθηκε στον από παντού εκβιασμό με σθένος, και υπέκυψε μόνο όταν οι μεγαλώνυμοι εκβιαστές έδειξαν αποφασισμένοι να τραβήξουν τη σκανδάλη αποπομπής της Eλλάδας από το ευρώ.
Oπωσδήποτε, η γέννα του καινούργιου δεν θα έρθει με ψήφο ψυχολογικής εκτόνωσης χαρισμένη σε γελοιογραφίες του πατριωτισμού, σε νοσταλγούς του Σταλινισμού, σε αμακαδόρους της οικολογίας, της ομοφυλοφιλίας, της φιλορθοδοξίας. Aποκλείεται.

Γιατί κοινή η ανάσταση



Yπάρχουμε, όχι επειδή το επιλέξαμε, δεν αποφασίσαμε εμείς, ελεύθερα, να ύπαρχουμε. Δεν διαλέξαμε τους γεννήτορές μας, τη μητρική μας γλώσσα, δεν ήταν δική μας προτίμηση η γεωγραφική καταγωγή μας, η κοινωνία και πατρίδα μας, ο ιστορικός χρόνος όπου ενταχθήκαμε. Δεν είχαμε λόγο για τον σωματότυπό μας, το επίπεδο των διανοητικών μας δυνατοτήτων, τα ταλέντα που θα επιθυμούσαμε.
Mας δόθηκε, ωστόσο, ως διαφορά από κάθε άλλο έμβιο υπαρκτό, η επίγνωση της ανελευθερίας μας – δηλαδή η δυνατότητα να πιστοποιούμε τη διαφορά, το χάρισμα να διακρίνουμε την ελευθερία από την αναγκαιότητα. Kαι αυτή η πιστοποίηση είναι πόθος ελευθερίας, αλλά και κάποια εμπειρική γεύση της ελευθερίας. Δίχως δεδομένη με αισθητή προφάνεια την υπαρκτική πραγμάτωση της ελευθερίας, βιώνουμε εμπειρικά την ελευθερία περιορισμένη, κολοβωμένη, αλλά κοινά βεβαιωμένη.
Mέσω της λογικής και κριτικής μας ικανότητας, η εμπειρία βεβαιώνει την ελευθερία όχι καταρχήν ως δυνατότητα αδέσμευτων επιλογών, αλλά ως καταρχήν δυνατότητα ανυποταξίας στην αναγκαιότητα. Δυνατότητα να αρνούμαστε την ενστικτώδη, ενορμητική ανάγκη για χάρη της ανυπότακτης σε εγωτικές αναγκαιότητες «σχέσης». Σχέση είναι η θελημένη άρνηση προτεραιότητας του ενστίκτου, προτεραιότητας του εγώ, και γεννάει την άρνηση η χαρά από την αναγνώριση μιας «ετερότητας» έναντι. Eίναι χαρά, έκπληξη και συναρπαγή η έναντι ετερότητα (η μοναδικότητα, το ανόμοιο και ανεπανάληπτο μιας ύπαρξης ή ενός ενεργήματος), γιατί πραγματώνει και φανερώνει ελευθερία: την ύπαρξη αδέσμευτη από προκαθορισμούς και αναγκαιότητες ομοείδειας, ανυπότακτη σε οτιδήποτε θα αναιρούσε τη μοναδικότητά της.
Mε την εμπειρία της γνώσης που προσπορίζει η «σχέση», η ανακάλυψη της έναντι ετερότητας, πιστοποιούμε την ελευθερία από τις νομοτέλειες – αναγκαιότητες που παγιδεύουν υπαρκτικά το βιολογικό και ψυχολογικό μας εγώ, το δέσμιο σε ορμές και ενστικτώδεις ανάγκες φυσικό άτομο. Bεβαιωνόμαστε ότι Aιτιώδης Aρχή της ελευθερίας πρέπει να είναι μια ύπαρξη απροκαθόριστη από κάθε αναγκαιότητα φύσης ή ουσίας, επομένως προσιτή όχι με τη διάνοια που κρίνει – διακρίνει τους οριστικούς προκαθορισμούς της δεδομένης φύσης, αλλά με τη σχέση, την εμπειρία συνάντησης της ετερότητας.
Aν υπάρχει σημαίνον για να παραπέμψει στο ενδεχόμενο εμπειρικής σχέσης με την Aιτιώδη Aρχή της ελευθερίας, είναι το κάλλος, δηλαδή η κλήση – σε – σχέση (:«ως πάντα προς εαυτό καλούν, όθεν και κάλλος λέγεται»). H υπαρκτή – αισθητή πραγματικότητα που μας περιβάλλει δεν είναι μια τελειότητα μηχανικής αποτελεσματικότητας, είναι ένας «κόσμος» – κόσμημα αρμονίας, σοφίας, κάλλους. Eίναι λόγος υπαρκτικής μοναδικότητας που μας καλεί σε ελεύθερη ανταπόκριση σχέσης μαζί του, όπως μας καλεί η ζωγραφιά του ζωγράφου και η μουσική του μουσουργού.
Tο κάλλος είναι ερωτική κατηγορία, κλητική στην κατεξοχήν σχέση: στην υπαρκτική συν-ουσία. Γι’ αυτό σημαίνουμε την Aιτιώδη Aρχή της ελευθερίας και με το σημαίνον: «ο όντως Eρως». Δεν υπάρχει πριν από την ύπαρξή της καμιά αναγκαιότητα, καμιά ουσία, κανένας λόγος που να την προκαθορίζει. Yπάρχει, επειδή θέλει να υπάρχει και θέλει να υπάρχει, επειδή αγαπάει. H αγάπη είναι η πληρότητα της ελευθερίας, ο έρωτας σημαίνει τον αυθυπερβατικό χαρακτήρα της αγάπης, την αγάπη ως αλληλοπεριχώρηση της ύπαρξης, των θελημάτων, των ενεργημάτων. H Aιτιώδης Aρχή της ελευθερίας είναι αγάπη («αγάπη εστί»), γι’ αυτό και είναι Tριαδική: ερωτική κοινωνία και αλληλοπεριχώρηση τριών υποστάσεων της ελευθερίας, που μόνο με προσδιορισμούς σχέσης μπορούν να σημανθούν, όχι με ονόματα εγωτικών ατομικοτήτων. Δεν λέμε: Δίας, Aπόλλων, Eρμής, λέμε: Πατήρ, Yιός, Πνεύμα, ονόματα που εντοπίζουν την ύπαρξη ως αναφορά, ως σχέση, δηλαδή ως ελευθερία από κάθε οντικό – ατομικό καθορισμό.
H Aιτιώδης Aρχή της ελευθερίας που είναι αγάπη συνιστά την ύπαρξη ως ελευθερία, την πρόσληψη και των αιτιατών (δημιουργημάτων) της αγάπης στην ελευθερία της ύπαρξης: Eνανθρωπίζεται η αιτιώδης του υπαρκτού αγάπη, χρονούται μέσα στην Iστορία με σάρκα και αίμα ανθρώπινης ατομικότητας: Xριστός Iησούς. Kαι καταλύει, συντρίβει τους υπαρκτικούς περιορισμούς του ανθρώπου: ανίσταται εκ νεκρών. H ανάστασή του ιδρύει το γεγονός της εκκλησίας. Oχι μια ακόμα θρησκεία, όχι μια χρησιμοθηρική Hθική, όχι έναν κοινωφελή θεσμό. Eγκαινιάζει τρόπο ύπαρξης και συνύπαρξης που θέλει να είναι η πραγματοποίηση της Tριαδικής ελευθερίας, του όντως έρωτος.
Aν ο Xριστός αληθώς ανέστη εκ νεκρών, η ανάστασή του σπέρνει στον χρόνο την εκκλησία: «σπέρμα μικρότερον πάντων των σπερμάτων», «ζύμην μικράν εν τω φυράματι». Σπέρνει τη δυνατότητα της κοινής ανάστασης, της υπαρκτικής ελευθερίας «γένους του βροτείου παντός». Yπάρχουμε, επειδή η Aγάπη μάς κάλεσε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Eχουμε την ελευθερία να πούμε όχι στην κλήση της Aγάπης, στην ύπαρξη ως αγάπη, και το όχι είναι επιλογή «ανούσιας ανυπαρξίας». Tο ναι στην κλήση της Aγάπης είναι είσοδος στην ελευθερία της αγάπης, στην ύπαρξη ως ελευθερία.
Mε την εμπειρία της γνώσης που προσπορίζει η σχέση «προσδοκούμε ανάσταση νεκρών»: Tην απερινόητη πληρότητα να υπάρχουμε όχι από αναγκαιότητα και προκαθορισμό, αλλά επειδή θέλουμε να υπάρχουμε και να θέλουμε επειδή αγαπάμε με μέθη έρωτα. Nα υπάρχουμε όχι με τον δεδομένο τρόπο της φύσης, αλλά με την υπαρκτικά απεριόριστη ελευθερία της σχέσης.
«Kαι πού εστιν η γέεννα, η δυναμένη λυπήσαι ημάς, πού εστιν η κόλασις η εκφοβούσα ημάς πολυμερώς; Tί εστιν η γέεννα προς την χάριν της αναστάσεως αυτού, όταν εγείρη ημάς και ποιήση το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι την αφθαρσίαν;».

Η γνώμη μου για το Χριστό

 

                      Θεόδωρος Ι. Ζιάκας


Εμπειρία Απουσίας



Το ερώτημα του παρόντος τόμου το δέχτηκα σαν επαχθή πρόκληση: «Να διατυπώσω τη γνώμη μου για τον Χριστό». Ποια γνώμη;

Θεωρίες για τον χριστιανισμό, όπως και γνώμες για τις θεωρίες άλλων, έχω. Και μάλιστα αρκετά επεξεργασμένες, όπως εναβρύνομαι πολλές φορές να αυταπατώμαι. Είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν στην αξία των θεωριών. Νομίζω ότι είναι απαραίτητες για κάθε κοινωνική σύμπραξη. Ξέρω όμως ότι δεν έχουν σχέση με τον χώρο της προσωπικά βιωμένης αλήθειας. Αλλά αν πρόκειται να δώσω εδώ μια «προσωπική» απάντηση, μια «βιωμένη αλήθεια», τι αξία θα μπορούσε να έχει αυτή για τον αναγνώστη; Πιστεύω καμία. Αν μάθει κάτι από την απάντησή μου, αυτό φυσικά δεν θα αφορά τον Χριστό, αλλά αυτόν που μιλά για τον Χριστό. Επομένως: Γιατί να κοινοποιήσω την απάντησή μου, αν η πρόθεσή μου δεν είναι ναρκισσική; Αλλά αν την κρατήσω για τον εαυτό μου αναιρείται το διαβλητόν της προθέσεως;

Θα ξεφύγω από την αντίφαση επικαλούμενος: α) Την αδυναμία μου να πω όχι στον Εκδότη, αφού η ιδέα της συμμετοχής μου ήταν του παιδικού μου φίλου και σεβαστού π. Δημητρίου Τσέρπου. β) Το ενδεχόμενο να είναι λάθος ο συλλογισμός μου (δεν θεωρώ τον εαυτό μου αλάθητο). γ) Το γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν όλοι όσοι θα συμμετάσχουν να είναι λιγότερο σοφοί και περισσότερο ιδιοτελείς από μένα.

Πηγές

Ξέρω ότι ο Χριστός γεννήθηκε στην Παλαιστίνη. Ανέπτυξε μια διδασκαλία με άξονα την Αγάπη. Αλλά σε αντίθεση με τους κανονικούς δασκάλους πρώτα έπραττε και μετά δίδασκε. Συγχρόνως θεράπευε τους ανθρώπους που ζητούσαν τη βοήθειά του. Οι συναναστροφές του, ωστόσο, θεωρούνταν πολύ επιλήψιμες: Τελώνες και πόρνες. Και όχι οι καθώς πρέπει Γραμματείς και Φαρισαίοι. 

Το κατεστημένο ενοχλούνταν πολύ από τη δράση του. Αυτός όμως δεν έβαζε νερό στο κρασί του. Όταν πια πήγαινε να εδραιωθεί η φήμη ότι ήταν ο αναμενόμενος Βασιλιάς-Μεσσίας, τότε η πνευματική ηγεσία του τόπου σκηνοθέτησε μια δίκη-παρωδία και τον καταδίκασε σε θάνατο. Συμφέρει, είπαν, να χαθεί ένας αθώος, αντί για ολόκληρο το έθνος. Έκριναν ότι θα ήταν ασύνετο ν’ αφήσουν μια τόσο επικίνδυνη φήμη να φτάσει στ’ αυτιά της υπερδύναμης. Και τον παρέπεμψαν στον Πιλάτο. Τρεις μέρες μετά τον ατιμωτικό του θάνατο στον σταυρό, για τον οποίο λαός και ηγεσία κρίνονται συνυπεύθυνοι, ο Ιησούς ανέστη εκ νεκρών. Και είχε αρκετές επαφές με τους φίλους και μαθητές της διδασκαλίας του, στο διάστημα ως την Ανάληψή του. Η μαρτυρία των Μαθητών για τον Χριστό στοίχειωσε Εκκλησία στους αιώνες. Η Εκκλησία μετέφερε την ιστορία του από γενιά σε γενιά, μέχρις εμένα που την επαναλαμβάνω εδώ αυτή τη στιγμή. 

Πριν τη δω γραμμένη σε βιβλία, τη μαρτυρία για τον Χριστό, την είχα ακούσει από την αγράμματη γιαγιά μου κι από τη μάννα μου, που είχε βγάλει μόνο το δημοτικό. Τη γνώριζα, λοιπόν, από παιδί. Μέσα από λόγια ζυμωμένα σε τρόπο ζωής. 

Μικρός δεν ήμουν βέβαια κανένα λουλούδι. Αντιφατικές παρορμήσεις με έσπρωχναν μια κατά δω και μια κατά κει, προξενώντας ουκ ολίγες λαχτάρες στους δικούς μου. Διέγνωσαν μάλιστα ότι είχα σμπούρα και με πήγαν στον τοπικό Μάγο να μου την κόψει. Δεν πρέπει να πέτυχε και πολλά πράγματα, αφού μέχρι να βγάλω το γυμνάσιο εξακολουθούσα να χάνω τον προσανατολισμό μου και η Διαγωγή μου να παραμένει μονίμως χαλασμένη. Εσωτερικές δυνάμεις άγνωστες και σκοτεινές την έκαναν τη ζημιά. Αλλά διόλου ξένες προς αυτό που πάντοτε είμαι, αφού παραμένω ακόμη υπόλογος για τις αφύσικες εκδηλώσεις τους. 

Συγχρόνως μου άρεσε ο ρόλος του «έμμισθου νεωκόρου» στην εκκλησιά μας και βοηθού του Παπαγιάννη στα σαρανταλείτουργα, που δεν ήταν και λίγα εκείνο τον καιρό. Την εκκλησιά μας την είχε χτίσει ο Ιμπραήμ Καλαντζής, έλεγε η σκαλισμένη στην πέτρα επιγραφή. Το σωτήριον έτος 1774, προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου. Την εποχή που ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός όργωνε τη χερσωμένη ηπειρώτικη γη. 

Ένας από τους λόγους της παράξενης νεωκορικής προθυμίας μου ήταν η ανομολόγητη περιέργειά μου να ιδώ τα Πρόσωπα των Αγίων στις καπνισμένες βυζαντινές τοιχογραφίες. Είχα ανακαλύψει ότι λίγο τρίψιμο με λάδι έδιωχνε την κάπνα από τα Πρόσωπα και αυτά αποκαλύπτονταν σχεδόν ζωντανά. Βέβαια γρήγορα επανέρχονταν στην προτέρα κατάσταση, αλλά εγώ πέτυχα έτσι να εξερευνήσω σχεδόν όλα τα άγια Πρόσωπα. Και δεν καταλάβαινα έκτοτε πώς μπορούσαν να ισχυρίζονται μερικοί ότι στη βυζαντινή τέχνη όλα τα Πρόσωπα είναι τα ίδια. Επί πλέον μπορούσα να κάνω και ενδιαφέρουσες συγκρίσεις, γιατί ανάμεσα στα καθήκοντά μου ήταν να ανάβω ανελλιπώς τα καντήλια και στο απόμερο Μοναστήρι μας. Σωζόταν μόνο το Καθολικό [=ο κεντρικός ναός]. Είχε χτιστεί την ίδια περίοδο με την εκκλησιά του χωριού μας. 

Ενώ όμως ήταν αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, έφερε το παράξενο όνομα «Ιερά Μονή Αγγελομάχου». Φαίνεται ότι ζούσαν εκεί άνθρωποι που μάχονταν αγγέλους. Μόλις έμπαινες αριστερά έβλεπες πολύ καθαρά, στο ανοιχτό οστεοφυλάκιο, ό,τι είχε απομείνει από τους θεομάχους εκείνους. Οι Άγιοι ήταν εδώ πολύ διαφορετικοί, με στιβαρά μέλη και με ζωηρά χαρωπά χρώματα, με πιο έντονο το κόκκινο. Ο κερκυραίος μάστορας έβλεπε τα ίδια Πρόσωπα από την οπτική γωνία του Ιονίου πελάγους. Μερικές φορές αποξεχνιόμουν. Μ’ έπιανε η νύχτα και μ’ έλουζε κρύος ιδρώτας. Ώσπου ν’ αφήσω τρέχοντας τη ρεματιά είχα πεθάνει από τον φόβο. 

Παράλληλα την έβρισκα να ξεκλειδώνω το παράξενο μπαούλο του πατέρα μου και να εντρυφώ με τις ώρες στους εναποθηκευμένους τόμους του Μεγάλου Συναξαριστή. Έναν έναν τους έφερνε από την Αθήνα, όταν ερχόταν αδειούχος τα καλοκαίρια. Ανακάλυπτα εκεί ότι τα Πρόσωπα που γνώριζα από τους τοίχους της εκκλησιάς, είχαν το καθένα τη δική του συναρπαστική ιστορία. Βαθιά χάραζαν το φαντασιακό μου ο Βίος και η Πολιτεία τους: Μάρτυρες, που προτιμούσαν να τους ρίξουν στα θηρία, αντί να λιβανίσουν την εικόνα του Αυτοκράτορα. Προτιμούσαν να τους ξεσχίζουν στον τροχό, παρά να φάνε ένα κοψίδι από τα ειδωλόθυτα και να αρνηθούν τον Χριστό. Βεβαίωναν έτσι, με την ίδια τη ζωή τους, τη μαρτυρία για το Πρόσωπο του Χριστού. 

Αν τα αναφέρω όλα αυτά, με τόση λεπτομέρεια, είναι γιατί από πολύ μικρός συνοδεύουν μέσα μου τον σχηματισμό ενός «εγώ», εντελώς διαφορετικού απ’ αυτά που κοψοχόλιαζαν τη μάνα μου και μου κόστιζαν κάθε φορά το ξύλο της χρονιάς μου. Σε αντίθεση με τον αλλοπρόσαλλο χαρακτήρα των υπολοίπων «εγώ», αυτό εδώ ήταν ήρεμο και σταθερό. Καθαρό στα κριτήριά του και προειδοποιητικό, μπρος σε κάθε επικείμενη ανοησία. Ο χαρακτήρας του όμως ήταν παθητικός. Δεν ήταν σε θέση να αντιρροπήσει τα άλλα και χανόταν μέσα στην ταραχή που αυτά δημιουργούσαν.  Στις κρίσιμες όμως καμπές της μετέπειτα ζωής μου, όταν όλα τα άλλα με εγκατέλειπαν, αυτό έμενε στη θέση του, για να με στηρίξει και να με βοηθήσει να πάρω μια ψύχραιμη απόφαση. Το ανέφερα ως «ένα εγώ», γιατί ήταν «κάτι» που είχε τον δικό του λόγο, τη δική του μνήμη και τις δικές του προσδοκίες για μένα. Δεν είχε όμως κανένα συγκεκριμένο σχέδιο να προτείνει. Όταν καμιά φορά, που βρισκόμουν σε αμηχανία και κατάθλιψη, έπαιρνε τον έλεγχο των συνειρμών, μου πρότεινε απλώς ένα ονειρικό κολλάζ από τις ηρωικές ιστορίες που το εμψύχωναν. Η ευθύνη, για το τι θα κάνω και πώς θα το κάνω, δεν ήταν δική του. Ήταν δική μου. Αλλά ποιος είμαι «Εγώ»; Δυστυχώς το ερώτημα περιμένει ακόμη την απάντησή του. 

Μου είναι εντελώς κατανοητή σήμερα η φύση του παιδικού «εγώ», που μόλις περιέγραψα. Πρόκειται για την κρυστάλλωση μέσα στην προσωπικότητά μου ενός ψυχικού «κέντρου έλξης», από επιρροές των οποίων η μοναδική πηγή ήταν ένα απών Πρόσωπο: το Πρόσωπο του Χριστού.

Η «αλλαγή του κόσμου»

Η πρώτη μεγάλη προσωπική επιλογή μου ήταν «να δώσω τη ζωή μου για τον κομμουνισμό». 

Με την επιλογή αυτή, το ’65-66, στράφηκα εναντίον του χριστιανισμού και τον «απέρριψα». Τα επιχειρήματα του Μαρξ, ότι η θρησκεία είναι «το όπιο του λαού», η «ανάσα της καταπιεζόμενης μάζας», η δόλια παρηγοριά στον δούλο για να υπομένει αγόγγυστα τον ζυγό του, με άγγιξαν «σε ό,τι είχα πιο βαθύ». Στο μέτρο μάλιστα που έβλεπα να εμψυχώνουν ένα παγκόσμιο ηρωικό κίνημα, για την «αλλαγή του κόσμου», - την απελευθέρωση των λαών και την αταξική κοινωνία,- δεν μου άφηναν καμιά απολύτως λογική αμφιβολία. 

Φυσικά δεν χρειάζονταν τα μαρξιστικά επιχειρήματα για να αντιληφθώ τη μικρόνοια, την υποκρισία και την ιδιοτέλεια των εκπροσώπων της μετεμφυλιακής ελλαδικής Εκκλησίας. Ή την πραγματική αξία που είχαν οι μεγαλοσταυροί και τα κηρύγματα των καθεστωτικών θρησκευομένων. Αυτά τα διέκρινα κι από μόνος μου. Και ήμουν ήδη βέβαιος ότι δεν είχαν καμία σχέση με τον Χριστό. Ήξερα ότι ο Χριστός δεν είχε καμία ευθύνη για όλα αυτά. Ήρθε και η «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» και το πράγμα έδεσε από κάθε άποψη. Ο κοινωνικά κυρίαρχος χριστιανισμός κανένα έρεισμα αποδοχής δεν έβρισκε μέσα μου. Έπρεπε να ανατραπεί και να καταστραφεί. Μαζί με ολόκληρο το σύστημα της εθνικής υποτέλειας, της ταξικής εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, του οποίου αποτελούσε «εποικοδόμημα». 

Ταλανίστηκα όμως πολύ από μια απειλητική αντίφαση. Κάτω από τη λογικά άψογη συναισθηματική επιλογή μου, δούλευε σαν επίμονο σκουλήκι ο εξής λογισμός: Πώς μπορώ να αποκλείσω την πιθανότητα να υπάρχει Θεός; Κι αν είναι πράγματι ο άτεγκτος σαδιστής που περιγράφουν οι θεολόγοι; Αυτός που τιμωρεί με ανείπωτα βασανιστήρια σε μια αιώνια Κόλαση, όλους εκείνους, που τολμούν να αντιτάσσονται στις εξουσίες, τις εξ αυτού τεταγμένες; Παρέλειψα να αναφέρω ότι μαζί με τον Συναξαριστή, το μπαούλο του πατέρα μου είχε μέσα και αρκετή Ζωη-κή σαβούρα.

Κατέφαγα εκείνη την εποχή τους ατελείωτους τόμους της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, προσπαθώντας να εξαλείψω την απειλητική σκέψη. Με τι βαθιά ικανοποίηση ρούφηξα το βιβλίο του Οπάριν δεν λέγεται. Αποδείκνυε, με ατράνταχτες χημικές εξισώσεις, πώς από την ανόργανη ύλη μπορεί να παραχθεί ζωή αυτόματα, από μόνη της. Σημειωτέον ότι στη Χημεία ήμουν χειρότερος και απ’ τα Λατινικά: δεν καταλάβαινα τίποτα. Θυμάμαι επίσης πόσο συνεπαρμένος ένιωσα με το βιβλίο του Δαρβίνου, για την καταγωγή των ειδών, που αποδείκνυε, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι δεν χρειάζεται καθόλου να υποθέσουμε ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό. Αφού μπορεί, κάλλιστα, να προκύψει από τον πίθηκο, δια της εξελίξεως. Απέφευγα όμως να κοιτάξω από πιο κοντά το σκεπτικό των θεολόγων. Μην τυχόν και τα διπλώσω μπρος στον μεταφυσικό φόβο. Κάποια στιγμή διάλεξα τον δρόμο της «ηρωικής εξόδου» από την αντίφαση: Αν είναι να πάω στην Κόλαση, «επειδή θέλω το καλό της ανθρωπότητας», - με την επαναστατική βία κι όχι με το σταυρό στο χέρι, έναν τρόπο οφθαλμοφανώς ατελέσφορο και βολικό μονάχα για τους βασανιστές του ανθρώπου,- ας γίνει. Εγώ θα είμαι εντάξει με τη συνείδησή μου. Ο Άτεγκτος Δικαστής ας χαίρεται τη «δικαιοσύνη» του. Ευχαριστώ για τον Παράδεισό του αλλά δεν θα πάρω. Ήταν για μένα «θέμα αρχής».

Ποια ήταν όμως αυτή η «συνείδηση»; Από πού είχε προκύψει; Πώς μπορούσε ένας «συνειδητός υλιστής» να πιστεύει ότι έχει «συνείδηση»; 

Δεν είχα τότε σαφή ιδέα σε τι αντιστοιχούσε «μέσα μου» η λέξη «συνείδηση». Αρκετά αργότερα άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι δεν ήταν παρά το χριστιανικό «εγώ» των παιδικών μου χρόνων. Και κατά βάθος η εικόνα του Προσώπου του Χριστού και των Μαρτύρων του, η οποία λειτουργούσε, αφανώς, ως πρότυπο για την ενσάρκωση του δικού μου προσώπου. Τότε κατάλαβα και τι ακριβώς ήθελε να πει ο Ντοστογιέφσκι, όταν έγραφε πως ενώ τον έπειθαν τα επιχειρήματα του Μπελίνσκι εναντίον του ιστορικού χριστιανισμού, δεν άγγιζαν καθόλου τον εσωτερικό σεβασμό του προς το Πρόσωπο του Χριστού. Στο τρικυμισμένο φαντασιακό της νεότητάς μου ο φοβερός Θεός – Τιμωρός κι ο επαναστάτης Χριστός της αγάπης και του σταυρού, δεν ήταν το αυτό πρόσωπο. Η επίσημη ευσεβιστική μας παιδεία δεν είχε κατορθώσει να τους ταυτίσει μέσα μου. Βοήθησαν εδώ και ορισμένα κείμενα του πατρινού χριστιανικού αναρχισμού του περασμένου αιώνα. Απ’ όλα είχε το περίφημο μπαούλο. 

Θα έλεγα, για να κάνω και λίγη θεωρία, το εξής: Το παιδικό «χριστιανικό εγώ» πήρε το μέρος μου, όταν εξεγέρθηκα εναντίον του κοινωνικά διεμβαλλόμενου «χριστιανικού υπερεγώ». Χωρίς όμως να μου δίνει και την επίγνωση του ουσιαστικά χριστιανικού χαρακτήρα της ρήξης αυτής. Με άφηνε να νομίζω πως ήταν ο Μαρξ αυτός που με χειραγωγούσε στην ενηλικίωση. 

Επειδή δεν νομίζω ότι αποτελώ καμιά φοβερά σπέσιαλ περίπτωση, καταλήγω να πιστεύω ότι η μεγάλη μάζα των ανιδιοτελών αγωνιστών, που συνεπάρθηκαν από την κομμουνιστική ιδέα, πρέπει να οιστροιλατούνταν από μια ανάλογης υφής συνείδηση. Ένας από τους καλύτερους φίλους και παλιός μου σύντροφος, επιμένει να ισχυρίζεται ότι τον κινούσαν οι αθεϊστικές απελευθερωτικές αξίες του Διαφωτισμού. Βλέποντας όμως το ήθος του, είμαι βέβαιος πως διακρίνω την αφανή παρουσία του χριστιανικού Προσώπου. Την επισκιάζει απλώς η αλλεργία του για τον καθεστωτικό χριστιανισμό και τον κομπλεξικό θεό του.

Η «αλλαγή του εαυτού»

Η στράτευσή μου έλαβε χώρα σε όχι και τόσο ευτυχείς στιγμές για τον κομμουνισμό: Αποκαθήλωση του Στάλιν, ρήξη Κίνας-Σοβιετικής Ένωσης κ.τ.λ. Ακόμα και οι φανατικοί είχαν αρχίσει να υποψιάζονται ότι κάτι δεν πάει καλά με τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Άσχετα αν δεν το ομολογούσαν. 

Ο ιστορικός κομμουνισμός δεν ήταν καθόλου στα μάτια μου το άσπιλο και άμωμο δόγμα του δεκάτου ενάτου αιώνα. Από το «παιδομάζωμα» ήξερα και τι κουμάσια ήταν οι αρχηγοί του δικού μας εισαγόμενου, αλλά και ιθαγενούς κομμουνισμού. Την αδελφή της μάνας μου, νεαρό κορίτσι, την είχαν σκοτώσει εν ψυχρώ, επειδή δεν ήθελε να τους ακολουθήσει. Εγώ όμως δεν πήγαινα μ’ «αυτούς», αλλά με τους «άλλους»: εκείνους που μάχονταν για τον «σωστό κομμουνισμό». Δηλαδή με τους ηρωικούς μαχητές του προέδρου Μάο και της Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης. 

Θυμάμαι, σαν τώρα, την κουβέντα ενός μπάρμπα μου, στο καφενείο της οδού Ζήνωνος πίσω από την Ομόνοια, όπου είχαν το στέκι τους οι συγχωριανοί μας: «Εσύ μωρέ θα σιάξεις τον κομμουνισμό;». Προς Θεού δεν πίστευα κάτι τέτοιο. Κατ’ αρχήν δεν είχα καμιά εγγύηση ότι «θα σιάξει ο κομμουνισμός». Όμως δεν ήταν αυτό που με ενδιέφερε το περισσότερο. Εμένα μου αρκούσε ότι είχα κάνει την «ηρωική επιλογή» της ζωής μου, που «με αποκαθιστούσε στα μάτια μου ως άνθρωπο» και δυσφορούσα απέναντι σε όποιον πήγαινε να μου το χαλάσει. Εντάχθηκα, λοιπόν, ψυχή τε και σώματι, στη μεγάλη προσπάθεια οικοδόμησης του «σωστού επαναστατικού κόμματος», η οποία, λαμβάνοντας υπόψη την αρνητική εμπειρία της ΕΣΣΔ και της Τρίτης Διεθνούς, την πείρα του παγκόσμιου «αντιρεβιζιονιστικού» κινήματος και τη λαμπρή «Σκέψη» του προέδρου Μάο, θα μπορούσε αυτή τη φορά να λύσει το πρόβλημα. 

Πολύ γρήγορα όμως άρχισαν να έρχονται τα οδυνηρά μηνύματα της διάψευσης των προσδοκιών. Και μάλιστα σε συνθήκες παρανομίας. Το «εκ της εμπειρίας όμμα» ξεσκέπαζε αμείλικτα τους ευσεβείς μου πόθους. Επιτυγχάναμε ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που επιδιώκαμε. Αναπαράγαμε τα ίδια συμπτώματα που μας είχαν απομακρύνει από τους «ρεβιζιονιστές»: την υποκρισία, την εξουσιομανία, τον οπορτουνισμό, τον φραξιονισμό κ.λπ. Ο καθένας μας γινόταν κι από ένας μικρός Στάλιν. Τηρουμένων των αναλογιών οι δικοί μας σταλινίσκοι δεν είχαν και πολλά να ζηλέψουν απ’ αυτούς που είχαμε απορρίψει. Τι έφταιγε λοιπόν; Ποιο ήταν το πρόβλημα; 

Μη νομιστεί ότι ήταν εύκολο να τεθούν τα ερωτήματα αυτά. Όσο εύκολα μπορεί κανείς να λοιδορεί εκ των υστέρων πράγματα και καταστάσεις εκείνης της εποχής, άλλο τόσο δύσκολο και απίστευτα οδυνηρό, ήταν για κάποιον να «σταθεί κριτικά» απέναντι σε όσα αλάθητα θέσπισαν οι Μεγάλοι Πατέρες του κομμουνισμού. Για μένα ήταν μια ψυχική ρήξη πολύ πιο δύσκολη από την προηγούμενη, γιατί σήμαινε την παραδοχή ολοκληρωτικής υπαρξιακής αποτυχίας. Τα είχα ποντάρει όλα στο κόκκινο. Και τα έχανα όλα. Μαζί και τα ναύλα της επιστροφής. Θυμάμαι ότι είχα ήδη προβεί σε συμβολική ανατίναξη των «γεφυρών της επιστροφής», καίγοντας όλα μου τα χαρτιά. (Δυστυχώς και το βιβλιάριο του ΙΚΑ. Μ’ ένα σωρό ένσημα σκληρής δουλειάς στην οικοδομή.) 

Περιττό να επαναλάβω ότι το μόνο που δεν έχασα, ή δεν έκαψα, ήταν το ξεχασμένο μικρό παθητικό «εγώ» των παιδικών μου χρόνων. Κι αυτό ήταν που με έσωσε: Όταν έπεσε η δικτατορία καθίσαμε με τον Άρη Ζεπάτο, φίλο και τέως σύντροφο στην «Οργάνωση», και κάναμε τον απολογισμό. Ανακεφαλαιώνοντας τη δική μας και τη διεθνή εμπειρία, ορίσαμε το πρόβλημα ως «μετασχηματισμό του επαναστατικού υποκειμένου στο αντίθετό του». Το ερώτημα ήταν: γιατί ένα συλλογικό υποκείμενο, που μάχεται για την κατάργηση της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας, είναι καταδικασμένο να τις αναπαραγάγει, αρχίζοντας από τις εσωτερικές του σχέσεις; 

Το συμπέρασμα αυτού του απολογισμού είχε τρία σημεία: α) Δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτε, προς το καλύτερο, αν συγχρόνως δεν αλλάζεις ο ίδιος. β) Δεν είναι καθόλου εύκολο να αλλάξεις. Και γ) ο μαρξισμός δεν είχε καμιά θεωρία και πρακτική για το ζήτημα της αυτο-αλλαγής του υποκειμένου της αλλαγής. Ούτε και καμιά άλλη γραμμή σκέψης μέσα στο σύνολο του δυτικού πολιτισμού. 

Δεν μπορείς, λοιπόν, να αλλάξεις τον κόσμο αν δεν μπορείς να αλλάξεις τον εαυτό σου. Το θεώρημα τούτο αναιρούσε ολόκληρη τη μαρξιστική πρόταση ή τουλάχιστον την έβαζε σε παρένθεση. Ποιος με βεβαίωνε ότι η «αλλαγή του κόσμου», που επαγγελόταν ο μαρξισμός, δεν ήταν απλώς η «αλλαγή» που μπορούσε να φανταστεί ένας άνθρωπος, που ήταν ανίκανος να αλλάξει τον εαυτό του; Χωρίς εξωμαρξιστικό αρχιμήδειο στήριγμα ήταν αδύνατο να τεθεί μια τέτοια ερώτηση. Κι αυτό το στήριγμα το είχα. Ανέφερα ήδη ποιο ήταν. 

Από το σημείο αυτό και έπειτα αρχίζει μια δεύτερη μακρά αναζήτηση, προσεχτικότερη τώρα. Στόχος: η ανεύρεση θεωρίας και πρακτικής για την αυτο-αλλαγή του υποκειμένου. 

Για να είχε σωστή αφετηρία μια τέτοια αναζήτηση έπρεπε να ξεκαθαριστεί καλύτερα το πρόβλημα, πράγμα που απαιτούσε κάποιες συνθήκες πειραματισμού: α) Ανθρώπους με αποδεδειγμένα καλές προθέσεις και β) την οργάνωσή τους σε ένα σχήμα που θα επιδιώκει την πραγμάτωση ευγενών επαναστατικών σκοπών. Το πείραμα θα είχε σκοπό να αποκλείσει τη συσκότιση του προβλήματος από τον παράγοντα «κακές προθέσεις». Αν διέψευδε το θεώρημα του «μετασχηματισμού στο αντίθετο» τόσο το καλύτερο. Η διαχείριση της αμφιλογίας αυτής ήταν ένα ειδικό πρόβλημα, αλλά όχι το καθοριστικό. 

Η Μεταπολίτευση ήταν η ιδεώδης συγκυρία για «επαναστατικούς πειραματισμούς». Έτσι η Οργάνωσή μας, ο Προλεταριακός Αγώνας, φτιάχτηκε σχετικά εύκολα και εργάστηκε εντατικά επί δύο χρόνια, με άξονα δράσης την υποστήριξη του εργοστασιακού συνδικαλισμού, που όντας ακόμη στην αρχή του, δεν είχε προλάβει να καπελωθεί από τα κόμματα. Το πείραμα επαλήθευσε το θεώρημα για τον αναπότρεπτο «μετασχηματισμό στο αντίθετο». Τα ίδια φαινόμενα παρατηρήθηκαν, αλλά σε ήπια ένταση, λόγω των ελεγχόμενων συνθηκών «οικοδόμησης». Σκεφθείτε ότι διασπαστήκαμε χωρίς να βγάλουμε μαχαίρια. Λέγοντας απλώς «καληνύχτα».

Τίποτα δεν με δέσμευε, εν συνεχεία, στην αναζήτηση των δυνατοτήτων «αλλαγής του εαυτού». Φόρτωσα τις πολιτικές μου σκοτούρες στο ΠΑΣΟΚ και πήρα τον καινούργιο δρόμο προς το άγνωστο. Έψαξα στη σύγχρονη ψυχολογία. Είχα ήδη κάποια προπαίδεια, καθώς είχα αρχίσει από τον Β. Ράϊχ, την εποχή που ήταν της μόδας και είχα συνεχίσει με Κ. Γιούγκ. Διαπίστωσα ότι η μοντέρνα ψυχολογία, καθώς ασχολείται μόνο με τον ψυχικά ασθενή, δεν είναι σε θέση να δώσει απαντήσεις. Εδώ χρειαζόταν μια άλλη ψυχολογία, που να ασχολείται με τον υγιή άνθρωπο. Η αναζήτηση μιας τέτοιας ψυχολογίας οδηγεί αναγκαστικά σε συστήματα ανατολικής προελεύσεως, εσωτεριστικά και αποκρυφιστικά. Απ’ όσα μπόρεσα να διεξέλθω το ενδιαφέρον μου συγκέντρωσε το «σύστημα» του μυστηριώδη Έλληνα της Υπερκαυκασίας Γεωργίου Ιβάνοβιτς Γκουρτζίεφ (Γεωργιάδη), το οποίο παρουσιαζόταν, απ’ αυτόν και τους μαθητές του, ακριβώς ως το ζητούμενο σύστημα αυτο-αλλαγής του συνηθισμένου-υγιούς ανθρώπου. 

Το σύστημα αυτό ξεκινούσε από την αναγνώριση της μηχανικότητας του συνηθισμένου ανθρώπου και διατεινόταν ότι έχει ολόκληρο οπλοστάσιο μεθόδων για την υπερνίκησή της. Δυστυχώς όμως για μένα ο προσανατολισμός του ήταν εξωκοινωνικός. Ναι μεν στόχευε στον άνθρωπο που είναι κύριος του εαυτού του, στην «πραγματική ατομικότητα», αλλά την πραγμάτωσή της τη θεωρούσε δυνατή μόνο στο «αστρικό πεδίο» και όχι στις κοινωνικές σχέσεις. Η άποψή του για την κοινωνική πραγματικότητα ήταν ότι αυτή καθορίζεται από «κοσμικές επιδράσεις», τις οποίες με τίποτα δεν μπορούμε να επηρεάσουμε. Φυσικά δεν ήταν αυτού του είδους η «ατομικότητα» που εμένα μ’ ενδιέφερε. Εγώ ζητούσα την αλλαγή του εαυτού, ως προϋπόθεση για την αλλαγή του κόσμου. 

Η μελέτη επίσης της συλλογικής όψης του προβλήματος με είχε οδηγήσει στη νεομαρξιστική Σχολή της Φρανκφούρτης και ειδικότερα στη διαλεκτική της αυτοαναίρεσης του Διαφωτισμού. Και τέλος στο πρόβλημα της αποσύνθεσης του νεωτερικού ατόμου και της μηχανοποίησής του, λόγω της αφομοίωσής του από τα αυτονομημένα μηχανικά συστήματα. 

Βρέθηκα, έτσι, μπρος σε μια νέα εκδοχή πλατωνικού σπηλαίου: Μπρος στη διαπίστωση ότι ο σύγχρονος άνθρωπος είναι δέσμιος μιας διπλής μηχανικότητας. Μιας μηχανικότητας πολιτισμικής και μιας άλλης βαθύτερης, αγνώστου προελεύσεως. Ήταν επομένως φανερό γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, - διπλά μηχανοποιημένος, μέσα σε ένα μηχανοποιημένο κοινωνικό σύστημα,- δεν ήταν ικανός να αλλάξει το παραμικρό, στον εαυτό του και στην κοινωνία. Να αλλάξει κάτι σε κατεύθυνση αντίθετη προς αυτήν που κινείται το Σύστημα. Ελάχιστα παρηγορητική μια τέτοια κατανόηση καθιστούσε το πρόβλημα άλυτο.

Οι μεταμαρξιστικές θεωρήσεις δεν έδιναν λύση, γιατί δεν έβλεπαν το εσωτερικό-ψυχικό περιεχόμενο του προβλήματος. Τα συστήματα που το έβλεπαν δεν έδιναν σημασία στην εξωτερική-κοινωνική του πλευρά. Πλήρες αδιέξοδο λοιπόν. Για μια ακόμη φορά «στο χείλος της αβύσσου». 

Η αναζήτηση του Προσώπου

Μερικές από τις ιδέες του Γεωργιάδη ήταν «αποκάλυψη»: Η ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι ένα ημιτελές ον, που πρέπει να ολοκληρωθεί με δικές του συνειδητές προσπάθειες. Η ιδέα ότι χαρακτηριστικό της υπανάπτυξής του είναι η μηχανικότητά του, μια ειδική μορφή ύπνου. Η ιδέα ότι έχει πολλά άγνωστα και συχνά εχθρικά μεταξύ τους εγώ, η χαοτική κίνηση των οποίων τον κάνει έρμαιο της τύχης και της ανάγκης. Η διάκριση ουσίας και προσωπικότητας μέσα του. Η διάκριση νοητικού, συναισθηματικού, κινητικού και ενστικτώδους νου. Η μεγάλη σημασία της αποστασιοποιημένης αυτοπαρατήρησης και της πάλης με την ψηφιακή σκέψη, τη φαντασία και τα αρνητικά συναισθήματα. 

Όμως σε μια υποσημείωσή του ο Π. Ουσπένσκι παρείχε την πληροφορία, ότι μια εξαιρετική διαπραγμάτευση των παραπάνω θεμάτων, μπορούσε να βρει κανείς σε ένα βιβλίο ονόματι Φιλοκαλία, που χρησιμοποιούνταν στην Ορθόδοξη Εκκλησία για την καθοδήγηση των μοναχών. Η υποσημείωση αυτή προκάλεσε μια «έλαμψη», που φώτισε δια μιας μέσα μου τον δρόμο προς τη λύση του προβλήματος. Λες να βρίσκεται εδώ η λύση; Να την ψάχνεις σε Ανατολή και Δύση και να βρίσκεται μες στα πόδια σου; Στη δική σου παράδοση; Η «έλαμψη» δεν ήταν φυσικά κανένα «θαύμα», αφού οι εντυπώσεις της οσιογραφίας του Μεγάλου Συναξαριστή ήταν ήδη βαθιές στα παιδικά υποστρώματα της μνήμης μου.

Περιχαρής ανέκρουσα πρύμνα και αγόρασα αμέσως τη Φιλοκαλία. Έπεσα με τα μούτρα και διαπίστωσα ότι η διαίσθησή μου ήταν «απολύτως σωστή»: Όλα υπήρχαν εδώ. Στο πρωτότυπο και δίχως απαράδεκτες εκλεκτικές προσμίξεις με προχριστιανικά και προελληνικά δάνεια. Κατάλαβα επί τέλους και τι ήταν αυτό που αγνοούν όλα τα συστήματα της «αυτοεξέλιξης»: Ότι μόνο η Αγάπη μπορεί να σε κάνει να αλλάξεις. Και η Αγάπη είναι γεγονός κοινωνίας και προϋποθέτει το Πρόσωπο. Στη συνέχεια κατάλαβα και τι σημαίνει Πρόσωπο, γιατί χάρη στους προοδευτικούς καθηγητές της Παντείου, ήρθα σε επαφή και με την εντελώς άγνωστή μου θεολογική οντολογία του Προσώπου. Εκείνο τον καιρό το προοδευτικό κατεστημένο της Παντείου έκανε μεγάλο σαματά στις εφημερίδες, για να μη γίνει καθηγητής ο Γιανναράς. Πράγμα που με οδήγησε στο Πρόσωπο και ο Έρως. 

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, συνειδητοποίησα ότι το πρόβλημα που με απασχολούσε, δεν ήταν παρά η ενσάρκωση του Προσώπου στο πεδίο των κοινωνικών του σχέσεων. Ναι μεν είμαστε δεσμώτες ενός διπλού αυτοματισμού, αλλά υπάρχει δυνατότητα «καλής αλλοίωσης»: Απελευθέρωσης από τα διπλά δεσμά. Αλλαγής του εαυτού και συγχρόνως αλλαγής του κόσμου. Όταν λέμε Πρόσωπο, στην Ορθόδοξη παράδοση, το βλέμμα μας στρέφεται στον Χριστό. Αυτός είναι το πρωτότυπό μας. Είμαστε φτιαγμένοι «κατ’ εικόνα του» και το πρόβλημά μας είναι να ενσαρκώσουμε αυτή την εικόνα: να πάμε στο «καθ’ ομοίωσιν». Προσωπικά και κοινωνικά. Ως εν ουρανώ και επί της γης. 

Συμπέρασμα

Το μικρό χριστιανικό «εγώ» των παιδικών μου χρόνων ήταν αυτό που μου παραστάθηκε στην υπαρξιακή και κοινωνική μου αναζήτηση. 

Για να μιλήσω πιο θεωρητικά: Με βοήθησε να διαβώ το πρώτο κατώφλι, που βγάζει στο δρόμο της εξατομίκευσης και μ’ εγκατέλειψε μπρος στο δεύτερο, που βγάζει στον δρόμο του Προσώπου. Ενώ γνωρίζω πώς μπορώ να προχωρήσω κείτομαι τώρα ανήμπορος μπρος στο δεύτερο κατώφλι. Σαν τον παράλυτο της Βηθεσδά, που δεν είχε άνθρωπο να τον βάλει στην κολυμβήθρα. Πώς να αλλάξεις: α) Σχέσεις και εθισμούς από μακρού εμπεδωμένους; (Αυτοματισμός πρώτου βαθμού) β) Κοινωνικές δομές που κανείς πλέον δεν πιστεύει ότι μπορούν να αλλάξουν; (Αυτοματισμός δευτέρου βαθμού). Αμφίλογη και τραγική σήμερα η γνώση της «αυτοαλλαγής του υποκειμένου της αλλαγής του κόσμου». Όταν και αν την αποκτήσεις, έχεις ήδη αναπότρεπτα αναπτυχθεί και σκληρυνθεί στην αντίθετη κατεύθυνση. Και συ και οι άλλοι. Πόσο αφάνταστα μακρινότερη νιώθω σήμερα την παρουσία του Προσώπου, από το προβληματικό εκείνο μειράκιο, που πάλευε με τις σκοτεινιασμένες αγιογραφίες! 

Κοντολογίς: Η εμπειρία μου από τον Χριστό είναι η εμπειρία της απουσίας Του. Ο Χριστός μοιάζει να είναι ο απών άξονας της ταυτότητάς μας, της ατομικής και της συλλογικής. Παραδόξως όμως η πλήρωση του αβυσσαλέου κενού της απουσίας Του, ήταν και το βαθύτερο κίνητρο της δικής μου παρουσίας. Η απουσία Του είναι έτσι η αποτυχία μου. Μια θανατερή γεύση κενού, που για να την αποφύγω την αναπαράγω, καταφεύγοντας σε υποκατάστατα της παρουσίας Του.