Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Ιανουαρίου 2012

(Διο) Γιάννης ό σιδεράς






Διογένης ο Σινωπεύς(400-323πχχ), ΄Ο ΚΥΩΝ΄
Σπουδαίος συνεχιστής των διδασκαλιών του Αντισθένη υπήρξε ο Διογένης , ο οποίος συνέδεσε την ιδιόρρυθμη προσωπικότητά του με την απόλυτη εγκράτεια αλλά και την απόλυτη περιφρόνηση στις καθιερωμένες αξίες τιμής και δόξας και στην προσήλωση σε ιδέες και δόγματα, που καθιστούν τον άνθρωπο δούλο. Αυτό, τον κατέστησε περίφημο για τα ανέκδοτά του και για την απάθειά του, απέναντι στις ηδονές. Παροιμιώδεις επίσης, έμειναν η απλότητα, η λιτότητα και το ελεγκτικό και συνάμα χλευαστικό πνεύμα του απέναντι στους άλλους. Για να ειρωνευτεί τον Πλάτωνα:
  • Πλάτωνος ὁρισαμένου, Ἄνθρωπός ἐστι ζῷον δίπουν ἄπτερον, καὶ εὐδοκιμοῦντος, τίλας ἀλεκτρυόνα εἰσήνεγκεν αὐτὸν εἰς τὴν σχολὴν καί φησιν, "οὗτός ἐστιν ὁ Πλάτωνος ἄνθρωπος."[όταν Ο Πλάτωνας όρισε ότι ΄ο άνθρωπος είναι ζώον δίποδο, άπτερο΄, χαρούμενος έφερε έναν ξεπουπουλιασμένο πετεινό στη σχολή και είπε ΄αυτός είναι ο άνθρωπος του Πλάτωνα΄]
  • καί ποτε Πλάτωνα εν δείπνω πολυτελή κατανοήσας ελάας αψάμενον, ΄τι΄φησίν,΄ο σοφός εις Σικελίαν πλεύσας των τραπεζών τούτων χάριν, νύν παρακειμένων, ουκ απολαύεις;΄ και ος ΄αλλά νη τους Θεούς΄φησί ΄Διογένη, κακεί τα πολλά προς ελάας και τα τοιαύτα εγινόμην΄, ο δε ΄τι ουν έδει πλειν εις Συρακούσας ή τότε η Αττική ουκ έφερεν ελάας;΄[Όταν κάποτε σ’ ένα πλούσιο δείπνο συνάντησε τον Πλάτωνα να τρώει ελιές, του είπε: ΄Πώς εσύ, που πήγες στη Σικελία γι’ αυτά τα πλούσια τραπέζια, τώρα που απλώνονται μπροστά σου δεν τ’ απολαμβάνειςκι εκείνος αποκρίθηκε: ΄Μα τους θεούς, Διογένη, κι εκεί τις περισσότερες φορές , έτρωγα μόνο ελιές ή κάτι παρόμοιο΄.Κι ο φιλόσοφος: ΄Ναι, ε; Κι έπρεπε να ταξιδέψεις ως τις Συρακούσες; Ή μήπως τότε η Αττική δεν έβγαζε ελιές;΄]
Ο Διογένης γεννήθηκε στη Σινώπη του Πόντου και πέθανε στην Κόρινθο. Λέγεται ότι οι Σινωπείς τον εξόρισαν γιατί παραχάραξε το τοπικό νόμισμα. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι ακολούθησε στην εξορία τον πατέρα του Ικεσία, επόπτη του νομισματοκοπείου της Σινώπης, όταν αυτός κατηγορήθηκε σαν παραχαράκτης. Έτσι ο Διογένης, αφού περιπλανήθηκε μαζί του, κατέληξε στην Αθήνα και ακολούθησε τον Αντισθένη. Η παράδοση λέει ότι είχε μόνιμη κατοικία του ένα πιθάρι κοντά στο Μητρώο της Αγοράς και γύριζε στους δρόμους όλη μέρα με ένα φανάρι. Όταν τον ρωτούσαν τι το χρειάζεται το φανάρι την ημέρα, αυτός απαντούσε: ΄Άνθρωπο ζητώ΄. Η διδασκαλία του ήταν επαναστατική και ανατρεπτική για την τάξη που επικρατούσε τότε. Προσπάθησε με τα επιχειρήματα του, να αλλάξει την ανθρώπινη κοινωνία που είχε διαφθαρεί. Αυτό κατά την γνώμη του θα γινόταν δυνατό, μόνο αν ο άνθρωπος επέστρεφε στην φύση. Η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκεται στη φυσική ζωή και πως μόνο με την αυτάρκεια, την λιτότητα, την αυτογνωσία και την άσκηση μπορεί να την εξασφαλίσει. Ο Πλάτωνας τον αποκαλούσε ΄τρελό Σωκράτη΄. Υπήρξε είρωνας καυστικότατος απέναντι στις ανθρώπινες αδυναμίες, κυρίως δε στη ματαιοδοξία και την υπεροψία. Τρεφόταν μόνο από προσφορές των θαυμαστών του.
Ο ίδιος, αυτοσαρκαζόμενος, έλεγε:΄ με φωνάζουν «σκύλο», γιατί σ’ αυτούς που μου δίνουν, κουνάω την ουρά μου, αυτούς που δε μου δίνουν, τους γαυγίζω και τους κακούς, τους δακγώνω!΄
Σ’ ένα ταξίδι του στην Αίγινα, ο Διογένης συνελήφθη από πειρατές και στάλθηκε στην Κρήτη για να πουληθεί ως δούλος. Ο πλούσιος Ξενιάδης, εντυπωσιασμένος από το πνεύμα του, τον αγόρασε, παίρνοντάς τον μαζί του στην Κόρινθο. Εκεί, του εμπιστεύτηκε το νοικοκυριό του και του ανέθεσε την ανατροφή των δύο γιων του. Ο Εύβουλος στην ΄πώληση του Διογένη΄ αναφέρει για τη διαπαιδαγώγησή τους, ότι επέτρεπε να ασκούνται στην ιππασία, την τοξοβολία, τη σφεντόνα, τον ακοντισμό και στην παλαίστρα τόσο, όσο χρειαζόταν για να είναι υγιείς. Τους μάθαινε να αυτοεξυπηρετούνται, να τρώνε λιτά, να πίνουν νερό, να μην είναι καλλωπισμένοι, να μη χαζεύουν στο δρόμο. Συχνά τους πήγαινε για κυνήγι. Τα παιδιά αυτά τον υπεραγαπούσαν και τον φρόντιζαν.
Ο Διογένης ο Λαέρτιος παραθέτει μεγάλο κατάλογο από έργα που αποδίδονται στο Διογένη, από τα οποία σώζονται αρκετά, δυστυχώς όχι στην Ελληνική. Ο μαθητής του Κράτης ο Θηβαίος και αργότερα, ο Λουκιανός ο Σαμοσατεύς και ο Ιουλιανός ο Φιλόσοφος, οπαδοί των κυνικών διδασκαλιών, περιέσωσαν πολλά αποφθέγματά του.
Το άγαλμα του Διογένη, σήμερα στη Σινώπη
Ο Διογένης ψάχνει για "άνθρωπους" με το φανάρι!


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΔΙΟΓΕΝΗ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Εν τῷ Κρανείῳ ἡλιουμένῳ αὐτῷ, Ἀλέξανδρος ἐπιστάς, φησίν, "αἴτησόν με ὃ θέλεις." καὶ ὅς, "ἀποσκότησόν μου," φησί.
Ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν γνώστης της κυνικής φιλοσοφίας, γνώριζε για τον Διογένη, για το ύφος και το πνεύμα του. Όταν ήρθε στη Κόρινθο, ζήτησε να τον γνωρίσει και έστειλε ένα υπασπιστή του να τον βρει και να του τον παρουσιάσει. Αφού ο υπασπιστής τον εντόπισε, του είπε: “Σε ζητεί ο Βασιλεύς Αλέξανδρος να σε δει”. Ο Διογένης απάντησε “Εγώ δεν θέλω να τον δώ. Εάν θέλει αυτός, άς έρθει να με δει”. Και πράγματι, ο Αλέξανδρος πήγε να τον συναντήσει.
Τον πλησιάζει ο Αλέξανδρος και του λέει ΄Είμαι ο Βασιλιάς Αλέξανδρος΄. Ο Διογένης ατάραχος απαντά ΄Και γώ είμαι ο Διογένης ο Κύων΄. Ο Αλέξανδρος απορεί και του λέγει ΄Δεν με φοβάσαι;΄ Ο Διογένης απαντάει ΄Και τί είσαι; Καλό ή κακό;΄. Ο Αλέξανδρος μένει σκεπτικός. Δεν μπορεί ένας βασιλεύς να πεί ότι είναι κακό, γιατί αν είναι καλό, ποιός να φοβάται το καλό; Αντί να απαντήσει ο Αλέξανδρος τον ρωτάει: “Τί χάρη θές να σου κάνω;” Και ο Διογένης ξανά με λογοπαίγνιο απαντά “Αποσκότησόν μου”(βγάλε με από το σκοτάδι), που έχει αποδοθεί ως ‘ μη μου κρύβεις τον ήλιο ή μη μου παίρνεις αυτό που δεν μπορείς να μου δώσεις΄, εννοώντας όμως ΄βγάλε με από το σκοτάδι και δείξε μου την αλήθεια΄.Ο Αλέξανδρος τον θαύμασε και είπε το περίφημο: ΄Εάν δεν ήμουν Αλέξανδρος, θα ήθελα να ήμουν Διογένης΄.
Ο Δίωνας Ο Χρυσόστομος, στο έργο του ΄Περί βασιλείας΄ (ΛΟΓΟΙ Α,Β,Γ,Δ), περιγράφει ότι σ’ αυτήν τη συνάντηση ο Διογένης έδωσε στο νεαρό φιλόδοξο και γεμάτο ορμή, Αλέξανδρο, να καταλάβει, ποιες αρετές πρέπει να έχει ως άνθρωπος, αλλά κυρίως ως βασιλιάς, πραγματικός άρχων. Χαρακτηριστικά του λέει: “Εάν κατακτήσεις όλη την Ευρώπη, όλη την Αφρική και την Ασία ακόμα, και δεν χαλιναγωγήσεις τα πάθη σου, δεν θα είσαι άξιος να κυβερνήσεις λαούς. Ακόμα και εάν περάσεις τις Στήλες του Ηρακλέους και διανύσεις όλο τον ωκεανό και κατακτήσεις αυτή την ήπειρο που είναι μεγαλυτέρα της Ασίας και δεν υποτάξεις το χειρότερο εχθρό σου, τον εαυτό σου, πάλι δεν θα μπορείς να ωφελήσεις το λαό και να είσαι καλός κυβερνήτης΄ .

04 Δεκεμβρίου 2011

Ο Νεοκλής Σαρρής και η άγνωστη Τουρκία


Κωνσταντίνος Χολέβας-Πολιτικός Επιστήμων

Τα ξημερώματα του Σαββάτου 19 Νοεμβρίου έφυγε από κοντά μας ο σπουδαίος Κωνσταντινουπολίτης κοινωνιολόγος και τουρκολόγος Νεοκλής Σαρρής. Δίδαξε επί πολλά έτη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, έγραψε πάμπολλα βιβλία για την Τουρκία και για κοινωνιολογικά θέματα, αγωνίσθηκε ως πολιτικά ενεργό στέλεχος του Κεντρώου χώρου και έγινε ευρύτερα γνωστός για τις μαχητικές τηλεοπτικές του εμφανίσεις με επίκεντρο τα εθνικά θέματα. Χάρις στο μαχητικό δάσκαλο Νεοκλή μάθαμε πολλά και ενδιαφέροντα για τη γειτονική μας χώρα, η οποία νομίζω ότι παραμένει ακόμη άγνωστη σ’ εμάς τους Έλληνες. Ο Σαρρής προσπάθησε να δημιουργήσει τα θεμέλια μιας σοβαρής τουρκολογικής έρευνας στη χώρα μας και επεσήμανε με τεκμηρίωση και γνώση τους κινδύνους για τον Ελληνισμό που προκαλούνται από τον νεο-οθωμανικό επεκτατισμό. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έδωσε με γενναιότητα τη μάχη κατά του καρκίνου του πνεύμονος.

Συνέχιζε κατά τρόπο αξιοθαύμαστο να ομιλεί και να αγωνίζεται παρά την ασθένειά του και τις βαριές θεραπείες που ακολουθούσε. Τον θυμάμαι σε μία τηλεοπτική εκπομπή για το απαράδεκτο βιβλίο Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού τον Μάρτιο του 2007. Είχε μόλις εντοπισθεί η πάθησή του, αλλά είχε τη δύναμη και τη θέληση να έλθει εκείνο το βράδυ στο μέγαρο της δημόσιας τηλεόρασης. Με χαμόγελο μας διηγήθηκε την περιπέτειά του στην αίθουσα του μακιγιάζ. Έφερε μαζί του ένα γαλλικό δημοσιογραφικό Αλμανάκ του 1821, το οποίο ανέφερε ότι την άνοιξη ξεκίνησε στην Πελοπόννησο μεγάλη εξέγερση των Ελλήνων με αρχηγό τον Μητροπολίτη της Πάτρας (Παλαιών Πατρών) Γερμανό. Αργότερα έμαθα ότι επέβλεψε τη μετάφραση από τα τουρκικά του πολυσυζητημένου βιβλίου ΤΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΒΑΘΟΣ, που έγραψε ο καθηγητής Αχμέτ Νταβούτογλου πριν αναλάβει τα σημερινά καθήκοντα του Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας. Η έκδοση του βιβλίου στα ελληνικά αποτελεί μεγάλη προσφορά σε κάθε Έλληνα που θέλει να γνωρίζει πώς σκέφτεται το νεο-οθωμανικό επιτελείο στην Άγκυρα και καταδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο κεμαλικός εθνικισμός των στρατιωτικών, αλλά και οι Οθωμανικές βλέψεις των Ισλαμοδημοκρατών του Ερντογάν.

Φέτος τον Σεπτέμβριο τον περίμενα να είναι δίπλα μου ως εισηγητής σε μία δημόσια συζήτηση που οργάνωσε στην Καλλιθέα ο Σύλλογος Κωνσταντινουπολιτών. Η προχωρημένη αρρώστια δεν του επέτρεψε να έλθει.

Ο Σαρρής ενόχλησε τους αφελείς και ανιστόρητους οπαδούς της άκριτης «ελληνοτουρκικής προσέγγισης», οι οποίοι θέλουν να αφαιρούμε τους ήρωες και τους μάρτυρες από τα σχολικά μας βιβλία, να δεχόμαστε σχέδια τύπου Ανάν και να εγκαταλείψουμε τα ζωτικά μας συμφέροντα στο Αιγαίο. Ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς Παναγιώτης Ήφαιστος, που τον γνώρισε καλύτερα, γράφει σχετικά σε πρόσφατο άρθρο του στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΝΤΙΒΑΡΟ ( www.antibaro.gr).

«... Ο Νεοκλής μιλούσε πάντοτε ισορροπημένα, δίκαια , σωστά και με ακρίβεια που τσάκιζε κόκκαλα. Έλαχε να βρεθώ μαζί του με τούρκους φίλους του και συναδέλφους του. Με άφησε άφωνο ο σεβασμός των Τούρκων για τον Σαρρή. Τον θεωρούσαν τον καλύτερο τουρκολόγο. Αυτό, όμως, ήταν και το πρόβλημα στην προσωπική και ακαδημαϊκή παρουσία του στο νεοελληνικό κράτος. Τα εγχώρια καθωσπρέπει τρωκτικά, τα ίδια που τελικά κατέστρεψαν το νεοελληνικό κράτος, τον κτυπούσαν ασταμάτητα και ανελέητα. Μιλούμε για τα γνωστά σε όλους μας τρωκτικά στα ποικίλα πεδία της πολιτικής, της επικοινωνίας και της δήθεν επιστήμης που δεν ήθελαν μια τέτοια φωνή να ακούγεται. Το εγχώριο ξενοκρατικό σύστημα που υιοθετούσε μια καταστροφική κατευναστική στάση απέναντι στην Άγκυρα, δεν ήθελε να ακούγεται η φωνή του Σαρρή. Ανθρώπους όπως τον Σαρρή η συμβατική σοφία επιχειρεί πάντοτε να τους κλείσει το στόμα. Είναι όμως σαν να προσπαθεί κανείς να δέσει έναν γίγαντα με κλωστές. Δεν κατάφεραν να τον καταδικάσουν σε σιωπή. Μόνο δολοφονούσαν τον χαρακτήρα του νυχθημερόν κι είναι αλήθεια μερικές φορές τον εκνεύριζαν. Ο Νεοκλής παρέμεινε πάντα ο ίδιος. Ένας εγγενώς ήπιος άνθρωπος...».

Όσοι άκουσαν κατά καιρούς τον αείμνηστο δάσκαλο και αγωνιστή να ομιλεί περί των ελληνοτουρκικών προβλημάτων διαπίστωσαν την άρτια γνώση της τουρκικής γλώσσας και ιστορίας. Το πλεονέκτημα αυτό τον βοηθούσε να διανθίζει τις αναλύσεις του με ανέκδοτα, ιστοριούλες και ευτράπελα γεγονότα, τα οποία καθίσταντο ακόμη πιο εντυπωσιακά λόγω της χρήσης της σωστής τουρκικής προφοράς των ονομάτων. Διερωτώμαι σήμερα αν έχουμε πολλούς και αξιόλογους νέους επιστήμονες, οι οποίοι γνωρίζουν την γλώσσα, την ιστορία και το πολιτικό σύστημα της γείτονος χώρας και θέλουν να βοηθήσουν την πολιτική ηγεσία, τουλάχιστον εκείνους τους πολιτικούς που πιστεύουν σε μία αξιοπρεπή και εθνωφελή εξωτερική πολιτική. Φοβούμαι ότι μεγάλο μέρος τουρκολογικών αναλύσεων παράγεται από πολιτικοεπιστημονικά ιδρύματα, που έχουν εκ των προτέρων ταχθεί υπέρ των ελληνικών υποχωρήσεων και παραχωρήσεων. Προτείνω να δημιουργηθεί, με χρηματοδότηση ιδιωτών που αγαπούν τον τόπο μας, ένα ίδρυμα στη μνήμη του Νεοκλή Σαρρή, το οποίο θα αξιοποιήσει νέους επιστήμονες που γνωρίζουν ή μαθαίνουν την τουρκική γλώσσα και ιστορία και επιθυμούν να θέσουν τις γνώσεις τους στην υπηρεσία μιας πιο δυναμικής εξωτερικής πολιτικής. Ελπίζω να υπάρχουν και σήμερα εθνικοί ευεργέτες για να χρηματοδοτήσουν ένα τέτοιο εγχείρημα. Είναι ευκαιρία να βάλουμε νέα παιδιά με καθαρό μυαλό να μελετήσουν τα μυστικά που κρύβει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της Τουρκίας.

Εύχομαι ο Θεός να αναπαύσει τη ψυχή του Νεοκλή Σαρρή!

17 Αυγούστου 2011

Σπαράγματα ένός έπικήδειου λόγου





Δεν θα σας πώ μην στεναχωριέστε γιατί ό Θεός τους καλούς τους παίρνει νέους, ούτε ότι ό κόσμος αύτός είναι έφήμερος και όλοι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε, έκείνο πού θα σας πώ είναι ότι αν είχαμε μερικούς άνθρώπους άκόμα σάν τον Γιάννη ή κοινωνία μας θα ήταν πολύ καλύτερη.

Στις φλέβες του κυλούσαν άρετές και άξίες πού μια όλόκληρη ζωή αν προσπαθούσαν άσκητές  και μοναχοί  να τις άποκτήσουν δεν θα ήταν άρκετή.
Πάντα με καλωσύνη, σεβασμό, άξιοπρέπεια, και πρό πάντων διακριτικότητα άντιμετώπιζε τους πάντες και τά πάντα.
Σε μια κοινωνία πού έχει χάσει την άνθρωπιά της, σε μια κοινωνία πού ‘’πατάει έπί πτωμάτων’’, σε μια κοινωνία πού όλοι, άπό τον τελευταίο κλητήρα μέχρι τον πρωθυπουργό άντιμετωπίζουν  τους άνθρώπους σαν άντικείμενα, ό Γιάννης έβλεπε  στο πρόσωπο κάθενός, και είδικά των άσθενών του, το σύνολο τού άνθρωπίνου γένους. 
Κι όταν γιάτρευε, γιατί γιάτρευε ό Γιάννης, στο πρόσωπο κάθε άσθενή του γιάτρευε όλη την πλάση. 

Ό Γιάννης ήταν μάρτυρας και ήρωας.
Όνομάζουμε μάρτυρες αύτούς πού όμολόγησαν Χριστό  και βρήκαν  τραγικό θάνατο ύπερασπίζόμενοι  την πίστη τους, και ήρωες αύτούς πού πολέμησαν για την Πατρίδα όταν έχθροί έπιβουλεύτηκαν την έλευθερία της. 
Σήμερα κανείς δεν πρόκειτε να μας βάλει το δίλημα: τον Χριστό ή την ζωή σου, και συνθήκες σαν αύτές του 1821 και του 1940 δύσκολα θα ξανάδημιουργηθούν. 
 Σήμερα μάρτυρας και ήρωας είναι έκείνος πού έχει την θέληση, το θάρρος, την τόλμη και την άνδρεία,  να άντισταθεί στην διαφθορά πού έχει σαπίσει τά πάντα γύρω μας, πού έχει την άξιοπρέπεια και την λεβεντιά όχι μόνο να παραμείνει  τίμιος, όταν όλοι γύρω του κοιτάνε να την ‘’βολέψουν’’ και να την ‘’κάνουν’’, ‘αλλά και να διδάξει τά πλέον άγαπητά του πρόσωπα ( την κόρη του) να βαδίζουν με τον ‘’σταυρό στο χέρι’’ και με καθαρό το μέτωπο αν και γνωρίζει ότι έτσι θα δυσκολευτούν πολύ στην ζωή.

Έτσι πορεύτηκε στην ζωή του και κανείς μά κανεις δεν βρέθηκε ή θα βρεθεί να τον κατηγορήσει για άνομία ή  ίδιοτέλεια, ή για ‘’δεύτερες’’ σκέψεις πίσω άπό ότι έλεγε.

Μοιάζει με τον νέο πού πλησίασε τον Χριστό και τον ρώτησε: διδάσκαλε, τί γαθν ποιήσω να σχ ζωὴν αώνιον; Και άφού ό Ίησούς του είπε, άπάντησε ό νέος: Πάντα τατα φυλαξάμην κ νεότητός μου τί τι στερ ; κι ησος του είπε:  Ε θέλεις τέλειος εναι παγε πώλησόν σου τ πάρχοντα κα δς πτωχος κα ξεις θησαυρν ν οραν κα δερο κολούθει μοι…….. κι αύτό ήταν έτοιμος να κάνει ό Γιάννης, άλλά τον πρόλαβε ό χάρος.
 
Αύτός  ήταν ό Γιάννης ό ...‘’Πάντα τατα φυλαξάμην κ νεότητός μου’’… Άκόμα και ή κόρη του ήταν ό καρπός του πρώτου και παρθενικού του έρωτα.

Δυό πράγματα να σας πώ άκόμα.

Το πρώτο για  όλους έμας πού ήρθαμε σήμερα να τον άποχαιρετίσουμε, σε όλους έσας  πού μείνατε πίσω. Κανείς δεν ξέρει πότε θα φύγει άπό την ζωή.
Γι αύτό λοιπόν ότι είναι να κάνετε κάντε το Τώρα.

Θέλετε να άμαρτήσετε; ΤΩΡΑ! 

Θέλετε να ζητήσετε συγνώμη; ΤΩΡΑ!

Θέλετε άλλά ‘’φοβάστε’’ να άγκαλιάσετε την γυναίκα σας και να της πείτε, πόσο όμορφη έξακολουθεί να είναι στα μάτια σας, και πόσο κουράγιο σας έχει δώσει στις δυσκολίες της κοινής ζωής σας; ΤΩΡΑ!

Θέλετε να άγκαλιάσετε τον άντρα σας και να τον φιλήσετε και να του πείτε πόσο εύγνώμωνες είστε για ότι σας έχει προσφέρει και πόσο άσφάλεια και σιγουριά αίσθάνεστε δίπλα του; ΤΩΡΑ!

Θέλετε άλλά ντρέπεσθε να άγκαλιάσετε τον γιό σας την κόρη σας  και να δακρύσετε και να τους πείτε : Συγνώμη άγόρι (κόρη)  μου, σε παρακαλώ μην παρεξηγείς την συμπεριφορά μου, δεν είναι ότι δεν σε άγαπώ, δεν σε καταλαβαίνω, ή δεν σε έμπιστευομαι, άλλά τρέμει ή ψυχή μου για σένα με τόσα πού βλέπω να γίνονται γύρω μας; ΤΩΡΑ!

Είδατε κάτι και πρέπει να πάτε στον γιατρό; ΤΩΡΑ!

Θέλετε να κάνετε κάτι  για να νιώσετε πάλι Άντρες, για το Φιλότιμό σας την Πατρίδα σας την Πίστη σας την άξιοπρέπειά σας την περηφάνεια σας την οικογένειά σας και το άναβάλλετε για μετά την σύνταξη; ΤΩΡΑ!


Τώρα γιατί αν δεν το κάνετε ΤΩΡΑ το  πιο πιθανό είναι να μην προλάβετε να το κάνετε ΠΟΤΕ!

Και το δεύτερο μια παράκληση στο Γιάννη. 
Φίλε μου σήμερα έκει πού θα πάς άνέβα στην ταράτσα του Παράδεισου και έτοίμασε το καμαράκι.

Να!... άρχίζει να σουρουπώνει και θα άρχίσουμε να ‘ρχόμαστε και ‘μείς έκεί. Κι ή Έλένη, κι Βαρβάρα, κι ή Γιάννα, κι ό γιατρός, κι ό Μπρουτζόπουλος ό φυσικός, κι ή δικηγόρος, κι ό Τζιμάκος ό δικαστής, κι ό Μπουγελέκας, κι ό ΄Ηρακλής, κι ό παπάς, κι ό Σταύρος ό μαλλιάς, κι ό Κώστας ό ταρίφας, κι ό Πεππές, κι ό Πολυκόπουλος και θα γεμίσει ό παράδεισος άπό γέλια και φωνές όπως τότε πού είμαστε παιδιά!

Καλό ταξίδι φίλε κι άδερφέ μου! Να είναι έλαφρύ το χώμα πού θα σε σκεπάσει!

28 Φεβρουαρίου 2011

Μια δικαιοσύνη που άντεξε 46 χρόνια


Θεόφιλος (1870-1934): “Λήμνιος Κεχαγιάς”
από το http://odysseus.culture.gr/h/1/gh1560.jsp?obj_id=3435
Κατέστρεψαν τον Θεόφιλο
Σαν κεραυνός έπεσε η πρώτη καταγγελία για την πραγματική καταστροφή των 86 πρωτότυπων έργων του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, που φιλοξενούνται στο ομώνυμο Μουσείο της Μυτιλήνης.
(…..)
Στο Μουσείο Θεόφιλου, λοιπόν, διαπιστώθηκε η εξαφάνιση πραγματικά μεγάλου μέρους γνωστών έργων από τον ήλιο, στον οποίο εκτίθενται οι καμβάδες απροστάτευτοι. Αλλωστε, από τον ήλιο προέρχεται και ο μοναδικός φωτισμός του Μουσείου, αν εξαιρέσει κανείς κάποια φώτα οροφής! Ακόμα, τα έργα είναι εκτεθειμένα στη σκόνη από τα παράθυρα που ανοίγουν, ως μόνη μέθοδος εξαερισμού. Η υγρασία μπαίνει από παντού, ακόμα και από τα κεραμίδια που, ασυντήρητα, επιτρέπουν στα νερά της βροχής να τρέχουν πάνω στα έργα. Θέρμανση δεν υπάρχει καμία. Κάποιοι θερμοσυσσωρευτές της δεκαετίας του ’80 είναι και αυτοί εκτός λειτουργίας.
Σύμφωνα με τη συντηρήτρια κ. Μαρσινοπούλου, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Εκρουσε, μάλιστα, τον κώδωνα του κινδύνου για το Μουσείο και τη συλλογή λέγοντας πως, στο βαθμό που η ίδια μπορεί να εκτιμήσει, υπάρχουν αρκετές φθορές και θα είναι δύσκολο «να κλείσει κανείς τα μάτια και να εφησυχάσει ή να πει “ας αφήσουμε το θέμα λίγο ακόμα”».
απόσπασμα από το άρθρο του ΣΤΡΑΤΗ ΜΠΑΛΑΣΚΑ
“Κατέστρεψαν τον Θεόφιλο” ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 20/1/2011
Θεόφιλος: “Οδός Μυτιλήνης επί Τουρκοκρατίας το 1888″
από το http://odysseus.culture.gr/h/1/gh1560.jsp?obj_id=3435
Το Μουσείο Θεόφιλου χτίστηκε στη Μυτιλήνη το 1964 με έξοδα του γνωστού Μυτιληνιού τεχνοκριτικού Στρατή Ελευθεριάδη – Τεριάντ. Ο Οδυσσέας Ελύτης μας θυμίζει τις προσπάθειες που έγιναν για την ανέγερση αυτού του Μουσείου:
“Ναι, υπήρχε δικαιοσύνη σ’ αυτό τον κόσμο” από τον Ο. Ελύτη
Την άνοιξη του 1935, ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος κι εγώ αποβιβαζόμασταν στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Μια πρόσκληση να περάσουμε τις ημέρες του Πάσχα σε σπίτι φιλικό ήταν η αφορμή. Αλλά η αιτία η βαθύτερη ήταν να βαδίσουμε πάνω στα ίχνη που δεν μπορεί παρά να είχε αφήσει, πεθαίνοντας εκεί ένα χρόνο πριν, ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος. (…) Έπρεπε, ρωτώντας δεξιά κι αριστερά, να φτάσουμε ως τους πιο στενούς συγγενείς του ζωγράφου, να μάθουμε όσο γίνεται περισσότερα πράγματα γι’ αυτόν και, θυμάμαι, ότι με το χτυποκάρδι, που δίνει σε κάθε συλλέκτη το προαίσθημα ότι βρίσκεται σε καλό δρόμο κινούσαμε κάθε πρωί για την αποστολή μας. Από δρόμους άφτιαχτους, κακοτράχαλους, μισοπατημένους απ’ το βλαστομάνημα του Μαγιού, προωθηθήκαμε ως τις πιο ξεμοναχιασμένες άκριες του νησιού, ως τα πιο λιγοσύχναστα χωριά και δεν αφήσαμε καφενείο για καφενείο που να μη σταματήσουμε. Όσο που να ‘ρθει ο καφές ή η λεμονάδα, το μάτι μας είχε κιόλας φέρει βόλτα εκατό φορές τους τέσσερις τοίχους του μαγαζιού. Κι όταν, όπως μας έλαχε μερικές φορές, σπάνιες είναι η αλήθεια, επισημαίναμε αναρτημένο έργο του Θεόφιλου, με τρόπο φέρναμε την κουβέντα, ζητούσαμε πληροφορίες, αρχινούσαμε τα παζάρια, τέλος, φορτώναμε στο αυτοκίνητό μας το λάφυρο και φεύγαμε. Δε θυμάμαι πια καθόλου πώς έγινε κι ένα απογεματάκι, στην έπαυλη που μας φιλοξενούσε, παρουσιάστηκε ο Παναγιώτης Κεφάλας. Ήταν ο αδερφός του Θεόφιλου. Ένας φτωχός, κακογερασμένος μαραγκός, με πέντε παιδιά, που δεν ήξερε αν άνοιξε η τύχη του ή αν οι δυο Αθηναίοι που έδειχναν τόσο πολύ να ενδιαφέρονται για τα καμώματα του “αχμάκη”, του αδερφού του, τον κοροϊδεύανε. (…) Στο τέλος, κουβάλησε όλα τα προσωπικά αντικείμενα του αδερφού του, τα πινέλα του, τα τεφτέρια του, τα πιο ασήμαντα μικροπράγματά του. Ήθελε, βέβαια, να μας ευχαριστήσει. Αλλά είχε σχεδόν αρχίσει, θα ‘λεγες, να συγκινείται κι ο ίδιος από την περίπτωση του “αχμάκη” που, σίγουρα, σ’ όλη την ως τότε ζωή του θα ελεεινολογούσε. Η φωνή του έτρεμε, θυμάμαι, το βράδυ που τον παρακαλέσαμε να μας μιλήσει για τη φαμίλια του, για τη ζωή του κοντά στο Θεόφιλο, για τα περιστατικά των παιδικών τους χρόνων.
Επιστρέφοντας από την Αμερική, τον Ιούνιο του 1961, σταμάτησα για λίγες μέρες στο Παρίσι. Και καθώς βγήκα να χαζέψω στους δρόμους, το πρώτο πράγμα που είδα ήτανε, σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου όπου συνήθιζα να πηγαίνω άλλοτε, η μεγάλη “αφίσα” της έκθεσης Θεόφιλου που είχε ανοίξει, ακριβώς εκείνη την εβδομάδα, στις αίθουσες του Λούβρου. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά. Ε λοιπόν ναι, υπήρχε δικαιοσύνη σ’ αυτό τον κόσμο. (…) Στις μεγάλες αίθουσες του Λούβρου, καθώς τριγύριζα τώρα και ξανακοίταζα τα έργα αυτά, ένιωθα κοντά στο αίσθημα της υπερηφάνειας, τ’ ομολογώ, κι ένα άλλο αίσθημα ξεριζωμού, κάτι σαν αυτό που είχα νιώσει στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου με τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Μοιραία, συλλογιζόμουνα τα περισσότερα απ’ αυτά θα σκόρπιζαν μια μέρα στις συλλογές της Ευρώπης ή της Αμερικής. Και το άλλο βράδυ, καθώς έτρωγα με τον Teriade, του το εξομολογήθηκα. Πήρε ένα ύφος παράξενο, με κοίταξε στα μάτια κι αντί να μου αποκριθεί, με ρώτησε αν είχα σκοπό, τώρα που επέστρεφα στην Ελλάδα, να πάω στη Μυτιλήνη. Θα είχε, λέει, μια θερμή παράκληση να μου κάνει: να πληροφορηθώ και να του γράψω αν, ανάμεσα στη Χώρα και στη Βαρειά, βρισκότανε κανένα οικόπεδο κατάλληλο για Μουσείο. “Μουσείο;” ρώτησα ξαφνιασμένος. “Ναι, για το Μουσείο Θεόφιλου” μου αποκρίθηκε ήρεμα.
Μια μέρα, Ιούλιος του ’65 ήτανε, παραξενευτήκαμε κι οι ίδιοι που όλα είχαν τελειώσει. Έβλεπες τους τοίχους, απάνου ως κάτου, ντυμένους με τα ίδια χρώματα που έξω απ’ τα ανοιχτά παράθυρα υπήρχανε και απλώνονταν και ζούσανε πραγματικά, στις ελιές, στις ροδιές, στις στέγες, στον ουρανό, ένα πανηγύρι άξιο της ψυχής εκείνου που μας είχε συγκεντρώσει εκεί. Φωνάξαμε έναν παπά στο γειτονικό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής να λειτουργήσει. (…) Στεκόμασταν αμίλητοι, με τα χέρια δεμένα μπροστά, σα να ταξιδεύαμε, σα να ‘φευγε ο χρόνος δεξιά κι αριστερά μας με αόρατα κύματα. Η ιστορία ενός ανθρώπου είχε τελειώσει για μας κι άρχιζε για τους άλλους – και για τους αιώνες.
αποσπάσματα από το βιβλίο του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ “Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ” Εκδόσεις ΓΝΩΣΗ
Ο Οδυσσέας Ελύτης γράφοντας το παραπάνω κείμενο προφανώς δεν μπορούσε να φανταστεί την κατάντια που θα έφτανε το νεοελληνικό κράτος κάμποσα χρόνια αργότερα…

Θεόφιλος: “Οι τρεις καπεταναίοι συμφιλιωθέντες”
τοιχογραφία, 1898
από το Λαογραφικό Κέντρο Κίτσου Μακρή
“Ένας φτωχός φουστανελάς” από τον Γ. Σεφέρη
Ο Γιώργος Σεφέρης μιλάει για τον Θεόφιλο στην ομιλία του για τον Μακρυγιάννη:
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός φουστανελάς που είχε τη μανία να ζωγραφίζει. Τον έλεγαν Θεόφιλο. Τα πινέλα του τα κουβαλούσε στο σελάχι του, εκεί που οι πρόγονοί του βάζαν τις πιστόλες και τα μαχαίρια τους. Τριγύριζε στα χωριά της Μυτιλήνης, τριγύριζε στα χωριά του Πηλίου και ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε ό,τι του παράγγελναν, για να βγάλει το ψωμί του. Υπάρχουν στον Άνω Βόλο κάμαρες ολόκληρες ζωγραφισμένες από το χέρι του Θεόφιλου, καφενέδες στη Λέσβο, μπακάλικα και μαγαζιά σε διάφορα μέρη που δείχνουν το πέρασμά του -αν σώζουνται ακόμη. Ο κόσμος τον περιγελούσε. Του έκαναν μάλιστα και αστεία τόσο χοντρά, που κάποτε τον έριξαν κάτω από μιαν ανεμόσκαλα και του ‘σπασαν ένα δυο κόκαλα. Ο Θεόφιλος, ωστόσο, δεν έπαυε να ζωγραφίζει σε ό,τι έβρισκε. Είδα πίνακές του φτιαγμένους πάνω σε κάμποτο, πάνω σε πρόστυχο χαρτόνι. Τους θαύμαζαν κάτι νέοι που τους έλεγαν ανισόρροπους οι ακαδημαϊκοί. Έτσι κυλούσε η ζωή του και πέθανε ο Θεόφιλος, δεν είναι πολλά χρόνια, και μια μέρα ήρθε ένας ταξιδιώτης από τα Παρίσια. Είδε αυτή τη ζωγραφική, μάζεψε καμιά πενηνταριά κομμάτια, τα τύλιξε και πήγε να τα δείξει στους φωτισμένους κριτικούς που κάθονται κοντά στο Σηκουάνα. Και οι φωτισμένοι κριτικοί βγήκαν κι έγραψαν πως ο Θεόφιλος ήταν σπουδαίος ζωγράφος. Και μείναμε μ’ ανοιχτό το στόμα στην Αθήνα. Το επιμύθιο αυτής της ιστορίας είναι ότι λαϊκή παιδεία δε σημαίνει μόνο να διδάξουμε το λαό αλλά και να διδαχτούμε από το λαό.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ – Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”
Θεόφιλος (1870-1934)
από το http://www.transalpforum.gr/index.php?topic=13584.0
“Ήταν δημιουργός πραγματικός” από τον Αλέκο Φασιανό
Το 1959 μας πήγε μερικά παιδιά ο αρχιτέκτων Π. Μυλωνάς στη Μυτιλήνη να καταγράψουμε ταβάνια, σπίτια και έργα. Τότε όλα αυτά ήταν εν τη γενέσει. Εγώ ζήτησα από τον Π. Μυλωνά να με στείλει στην Αγιάσσο να αντιγράψω έργα του Θεόφιλου σε καφενεία, σε τοίχους που ήταν ετοιμόρροποι. Και πράγματι, βρήκα ένα εγκαταλελειμμένο καφενείο και άρχισα να αντιγράφω με διαφανές την τοιχογραφία. Σε λίγο έρχεται μια γριά μαυροφόρα και άρχισε να σπάει καρύδια στο σκαλί του καφενείου. Μου λέει: “Παιδάκι μου τον ήξερα τον Θεόφιλο εγώ. Φορούσε μια φουστανέλα λερή, που μπορούσες ν’ ακονίσεις μαχαίρια απ’ τη λίγδα, ήταν παλιοελλαδίτης”. Προφανώς γιατί είχε μακριά φουστανέλα κι όχι βράκες. “Και τι έγινε;” τη ρωτώ. “Αχ παιδάκι μου, του λέω, τι είναι αυτό που ζωγραφίζεις; Μου λέει: Είναι μια γυναίκα που θυσίασε τη ζωή της για να σώσει την Ελλάδα”. Πραγματικά, ο Θεόφιλος είχε ζωγραφίσει τη θυσία της Ιφιγένειας και το αισθάνθηκε έτσι ακριβώς. Ότι θυσιάστηκε στην κυριολεξία για το καλό των Ελλήνων. Βλέπουμε λοιπόν το μεγαλείο του Θεόφιλου. Αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν σαν τους ζωγράφους τους Έλληνες της σχολής του Μονάχου, ή από τους άλλους που πήγαν στη Γαλλία ή στην Ολλανδία και μας έφεραν τα φώτα του ρομαντισμού, τον εμπρεσιονισμό και τις καραβογραφίες. Δεν ήταν εισαγωγέας τέχνης. Ήταν δημιουργός πραγματικός.
απόσπασμα από το κείμενο “ΘΕΟΦΙΛΟΣ, Ο ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ” του ΑΛΕΚΟΥ ΦΑΣΙΑΝΟΥ που γράφτηκε στο περιοδικό Η ΛΕΞΗ (Νοέμβρης – Δεκέμβρης 2002)
 
έργο του Θεόφιλου από τη Συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας
από το http://www.in2life.gr/article_print.aspx?amid=188677
“Μόνον τα αληθινά ψωμιά πέφτουν” από τον Κίτσο Μακρή
Ένα του ανέκδοτο θα αποτελέσει την αφετηρία της ερευνητικής πορείας της σκέψης μας. Πήρε παραγγελία από κάποιον φούρναρη να του ζωγραφίσει στον τοίχο το πορτραίτο. Ο Θεόφιλος άρχισε να τον ζωγραφίζει τη στιγμή που έβαζε στο φούρνο τα ψωμιά του. Αλλά αντί να τοποθετήσει το φουρνιστήρι οριζόντιο -όπως είναι φυσικό- έτσι που στην τοιχογραφία να φαίνεται σα μια γραμμή, το γύρισε κάθετα να δείχνει όλο του το πλάτος κι επάνω του τοποθέτησε το ψωμί. Όταν του παρατηρήθηκε ότι έτσι το ψωμί θα έπεφτε απάντησε: “Έννοια σου και μόνον τα αληθινά ψωμιά πέφτουν, τα ζωγραφισμένα στέκονται, στη ζωγραφιά πρέπει όλα να φαίνονται”. Με την τελευταία του κυρίως φράση έκανε τον απολογισμό της τέχνης του. Ο ορθολογισμός δεν έχει τη θέση του εκεί όπου μια πλούσια καρδιά θέλει να εκφρασθεί. Στην αντίληψη τη λαϊκή δεν μπορούσε να χωρέσει πως η λεπτή γραμμή της σωστής προοπτικής απόδοσης αντιπροσωπεύει το πλατύτατο φουρνιστήρι. Κι ο Θεόφιλος ποτισμένος βαθύτατα με την αντίληψη αυτή την απέδωσε ζωγραφικά. Την έλλειψη προοπτικής -ειδικά στις τοιχογραφίες- πρέπει να την αποδόσουμε στην καλλιτεχνική του αντίληψη γι’ αυτές. Η τοιχογραφία πρέπει να διακοσμεί την επιφάνεια κι όχι να την κομματιάζει. Μια τοιχογραφία με προοπτική δημιουργεί και τρίτη διάσταση που καταστρέφει την ενότητα της επιφάνειας. Ο ίδιος επιγραμματικά έδωσε την εξήγηση. Κάποτε εικονογραφούσε στον τοίχο ενός μανάβικου τον Αθανάσιο Διάκο. Όταν του παρατηρήθηκε η έλλειψη προοπτικής απάντησε: “Δύο πιθαμές τοίχος, δέκα μέτρα βάθος στην εικόνα, δεν ταιριάζει. Θα βρεθεί ο Αθανάσιος Διάκος στο κουρείο” (που βρισκόταν στην άλλη πλευρά του τοίχου).
ΚΙΤΣΟΣ ΜΑΚΡΗΣ “Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΣΤΟ ΠΗΛΙΟ”
έργο του Θεόφιλου από το Μουσείο Teriade
“είχε στείλει περίπατο την προοπτική” από τον Κώστα Ουράνη
Πριν από λίγα χρόνια, πηγαίνοντας από την πόλη της Μυτιλήνης στην Αγιάσσο, ένα από τα γραφικότερα και ορεινότερα χωριά του νησιού, είχα σταματήσει για να ξεκουραστώ λίγο από τη ζέστη και τα τραντάγματα του αυτοκινήτου, σ’ ένα σημείο του δρόμου όπου μεγάλα αιωνόβια πλατάνια έριχναν τον πυκνό ίσκιο τους πάνω από μια γάργαρη πηγή κι ένα εξοχικό καφενεδάκι.
Συνήθως, τα εξοχικά καφενεδάκια ατιμάζουν στην Ελλάδα τα τοπία, όπως οι πηχυαίες ρεκλάμες σοκολάτας τα ελβετικά. Είναι ξεχαρβαλωμένες και βρωμερές παράγκες, εφοδιασμένες, σ’ επίμετρο, μ’ έναν απαίσιο βραχνό και μερακλωμένο φωνογράφο. Το καφενεδάκι όμως εκείνο ήταν ένα επιπλέον στόλισμα της γραφικής αυτής τοποθεσίας. Μερικά δοκάρια, μπηγμένα εμπρός από την πρόσοψή του υποβάσταζαν μια περικοκλάδα μ’ αναρίθμητα γαλάζια λουλούδια, ενώ δεξιά κι αριστερά στην είσοδό του ήταν παραταγμένες γλάστρες με γαρίφαλα και βασιλικό «ωσάν μικρές μαθήτριες σε μιαν υποδοχή».
Η κυριότερη όμως –κι εντελώς απροσδόκητη- ομορφιά του ήταν ένα πλήθος έγχρωμες τοιχογραφίες με τις οποίες είχαν σκεπαστεί, σαν με περσικά χαλιά, κι οι τέσσεροι εξωτερικοί τοίχοι του.
Οι τοιχογραφίες αυτές, που παράσταιναν συγκεντρώσεις ληστών οπλισμένων σαν αστακοί, χωριάτισσες να χορεύουν συρτό, έναν περίπατο του Αλή Πασά με βάρκα στη λίμνη των Ιωαννίνων και… θεούς της αρχαίας Ελλάδας, θάκαναν έναν καθηγητή της ζωγραφικής να χαμογελάσει ή να συνοφρυωθεί που είναι το ίδιο. Όλα σ’ αυτές –σχέδιο, χρωματισμοί, σύνθεση- έδειχναν μια απλοϊκότητα που θα τη χαρακτήριζε ως απειρία. Πραγματικά ο ζωγράφος τους είχε στείλει περίπατο την προοπτική, αντέτασσε τα ζωηρότερα και πιο ανόμοια χρώματα, παρουσίαζε πλήρη άγνοια των διαστάσεων, παραγέμιζε τη σύνθεσή του μ’ ό,τι του περνούσε από το κεφάλι και ζωγράφιζε ένα θεό Άρη που ήταν κάτι μεταξύ του Κολοκοτρώνη και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπως ο τελευταίος αυτός εμφανίζεται στον Καραγκιόζη για να σκοτώσει τον «όφι»… Ήταν προφανές ότι ο ζωγράφος αυτός δεν είχε πάρει ποτέ κανένα μάθημα ζωγραφικής.
Κι ήταν ευτύχημα.
Το εξοχικό καφενεδάκι κάτω απ’ τα πλατάνια και πλάι στη δροσερή πηγή, μου είχε φανεί σαν ένα μαγικό κλουβί, ποικιλμένο με πολύχρωμα αστραφτερά πετράδια, μέσα στο οποίο τραγουδούσε σαν πουλί, η ελληνική λαϊκή ψυχή…
Ρώτησα τότε κι έμαθα ότι ο ζωγράφος αυτών των τοιχογραφιών ήταν ένας γέρος φουστανελάς που λεγόταν Θεόφιλος και περιερχόταν πλάνης το νησί, ζωγραφίζοντας πάνω σε τοίχους και σε τενεκέδες του πετρελαίου, κι όταν γύρισα στην Αθήνα, έγραψα στο «Ελεύθερο Βήμα» το θαυμασμό μου γι’ αυτόν.
Ο θαυμασμός όμως δεν είχε καμιάν απήχηση, κι ο μεγάλος αυτός λαϊκός μας ζωγράφος θα παρέμενε για πάντα άγνωστος, αν δεν τύχαινε να τον ανακαλύψει ο φίλος μου τεχνοκριτικός Teriade που κάνει μια λαμπρή σταδιοδρομία στο Παρίσι. Χάρις σ’ αυτόν ο Θεόφιλος είναι σήμερα διάσημος.
απόσπασμα από άρθρο του ΚΩΣΤΑ ΟΥΡΑΝΗ
στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 218, 15/1/1936
Πίνακας του Θεόφιλου, 1933
Μουσείο Θεόφιλου
τα μουστάκια θα το δείξουν!
Ο Θεόφιλος δεν πέρασε όλη τη ζωή του στο νησί της Σαπφούς. Έζησε πολλά χρόνια και στο Πήλιο που τ’ αγάπησε σαν δεύτερη πατρίδα του και όπου άφησε μιαν αξιοπρόσεχτη καλλιτεχνική εργασία.
Όσοι έχουν επισκεφθεί τα γραφικά χωριά του βουνού αυτού, τον Άνω Βόλο, την Άλλη Μεριά, την Πορταριά, την Μακρυνίτσα, το Κατηχώρι, τη Δράκεια κλπ. δεν μπορεί παρά να παρατήρησαν τις ιδιότυπες ζωγραφιές του Θεόφιλου πάνω στους ασπρογάλακτους τοίχους των καφενείων, των κρεοπωλείων και των λογής λογής μαγαζιών.
(…) Αλλά ο Θεόφιλος δεν ήταν μονάχα ένας «ζωγράφος». Μέσα του έκλεινε κι έναν ευχάριστο άνθρωπο, με διάθεση πλούσια, που συχνά την άφηνε να ξεχειλίζει σ’ ένα λεπτό χιούμορ.
Κάποτε ζωγράφιζε στον Άνω Βόλο ένα σώμα, λογαριάζοντας να κάνει τον Μέγ’ Αλέξαντρο. Τον είχε αρχίσει από τα πόδια και προχωρούσε προς τα επάνω.
Όταν έφτασε στο πρόσωπο, οι χωριάτες που τον παρακολουθούσαν ανυπόμονα, τον ρώτησαν ποιος θάναι τέλος πάντων ο νέος «ήρωας».
-Τα… μουστάκια θα το δείξουν, απάντησε αποφθεγματικά ο Θεόφιλος, αν θάναι ο Μέγας Αλέξανδρος ή ο Κολοκοτρώνης!…
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΜΑΚΗΣ απόσπασμα από κείμενό του στο περιοδικό
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 220, 15/2/1936

25 Νοεμβρίου 2010

Φώτης Κόντογλου 1895 – 1965



Μικρασιάτης λογοτέχνης, ζωγράφος και αγιογράφος, από τα επίλεκτα μέλη της γενιάς του '30, που αναζήτησε την ελληνικότητά της μέσα από την επιστροφή στις ρίζες. Μαθητές του υπήρξαν οι διακεκριμένοι ζωγράφοι Σπύρος Βασιλείου, Γιάννης Τσαρούχης και Νίκος Εγγονόπουλος.
Γεννήθηκε στο Αϊβαλί (τις αρχαίες Κυδωνίες) στις 8 Νοεμβρίου 1895 και ήταν γιος του Νικολάου Αποστολέλλη και της Δέσποινας Κόντογλου. Νήπιο ακόμη έχασε τον πατέρα του και ανατράφηκε από τη μητέρα του και τον θείο του ιερομόναχο Στέφανο Κόντογλου. Γι' αυτό και όταν μεγάλωσε υιοθέτησε το οικογενειακό επίθετο της μητέρας του. Το συγγραφικό και εικαστικό του τάλαντο άνθισε νωρίς. Όντας μαθητής Γυμνασίου, εξέδιδε το περιοδικό «Μέλισσα» με κείμενα δικά του και των συμμαθητών του, τα οποία εικονογραφούσε ο ίδιος.
Το 1913 άφησε τη γενέθλια πόλη του και μετέβη στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών, παρότι προς στιγμήν σκέφθηκε να γίνει ναυτικός. Το κλίμα στη Σχολή δεν τον σήκωνε, αφού μεταξύ των καθηγητών του κυριαρχούσε το ακαδημαϊκό στυλ του Μονάχου, ενώ ο ίδιος ήταν φορέας άλλης αντίληψης, έχοντας γερά μέσα του ριζωμένο τον μικρασιατικό λαϊκό πολιτισμό. Το 1914 εγκατέλειψε τη Σχολή και έφυγε για την Ευρώπη. Μετά από μικρά παραμονή στη Μαδρίτη, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι.
Γρήγορα έγινε γνωστός στους εικαστικούς κύκλους της γαλλικής πρωτεύουσας, όταν τον πρόσεξε ο διάσημος γλύπτης Ροντέν. Το 1916 βραβεύτηκε για την εικονογράφηση του βιβλίου του Κνουτ Χάμσουν «Η πείνα». Στο Παρίσι συνάντησε τον φίλο του και συμφοιτητή του Σπύρο Παπαλουκά, τον μετέπειτα σπουδαίο ζωγράφο. Την εποχή εκείνη έγραψε και το πρώτο του λογοτεχνικό έργο, την ιστορία του φανταστικού κουρσάρου «Πέδρο Καζάς».

Το 1919 επιστρέφει στο Αϊβαλί. Διδάσκει γαλλικά και ιστορία της τέχνης στο τοπικό παρθεναγωγείο. Παράλληλα, ιδρύει τον πνευματικό σύλλογο «Νέοι Άνθρωποι» μαζί με τους Ηλία Βενέζη και Στρατή Δούκα. Το 1921 στρατεύεται και μετέχει στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Μετά την κατάρρευση του μετώπου και την επακολουθήσασα Έξοδο του ελληνικού στοιχείου της Μικράς Ασίας, φθάνει πρόσφυγας στη Λέσβο και στη συνέχεια στην Αθήνα.
Η κυκλοφορία τού «Πέδρο Καζάς» στην Αθήνα τον επιβάλλει αμέσως στους λογοτεχνικούς κύκλους. Το βιβλίο είναι η ιστορία ενός ισπανού κουρσάρου, γραμμένη με ένα ασυνήθιστο δυναμισμό και σε μια γλώσσα γεμάτη νεύρο και παλμό, που αντλούσε άμεσα από τις λαϊκές ρίζες και τα λαϊκά βιβλία παλαιότερης εποχής. Το 1925 παντρεύεται τη συμπατριώτισσά του Μαρία Χατζηκαμπούρη και δύο χρόνια αργότερα γεννιέται η κόρη τους Δέσπω. Τα επόμενα χρόνια θα μοιράσει τον χρόνο του ανάμεσα στον χρωστήρα και τη γραφίδα, ενώ αξιόλογη είναι η θητεία του ως συντηρητή έργων τέχνης.
Το 1932 κτίζει το σπίτι του στην οδό Βιζυηνού 16 (περιοχή Πατησίων), όπου μαζί με τους μαθητές του Τσαρούχη και Εγγονόπουλο ζωγραφίζουν με νωπογραφίες ένα δωμάτιό του. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, θύμα του μαυραγοριτισμού, αναγκάζεται να το πουλήσει για ένα σακί αλεύρι και μετακομίζει με την οικογένειά του σε ένα γκαράζ. Την εποχή αυτή ο Χριστιανισμός τον απορροφά εντελώς και αποφασίζει να τον διακονήσει ολόψυχα ως λογοτέχνης και ζωγράφος.
Ο Κόντογλου εμπνέεται από την ελληνική παράδοση και προσηλώνεται με φανατισμό σε ό,τι θεωρεί καθαρά ελληνικό, βγαλμένο από την παράδοση του Βυζαντίου και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στις φορητές του εικόνες χρησιμοποίησε τη μέθοδο της ωογραφίας. Πολλές από αυτές έχουν εκδοθεί από τον «Αστέρα». Αγιογράφησε πολλές εκκλησίες (Καπνικαρέα, Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω, Άγιος Ανδρέας Πατησίων, Ζωοδόχος Πηγή και Αγία Παρασκευή Παιανίας, Ευαγγελισμός Ρόδου, Άγιος Χαράλαμπος Πολυγώνου, Άγιος Γεώργιος Κυψέλης κ.ά).
Φιλοτέχνησε τοπία, σχέδια βιβλίων, περιοδικών, ποιητικών συλλογών, πορτραίτα, ενώ το σημαντικότερο έργο στην κοσμική ζωγραφική είναι οι βυζαντινοπρεπείς νωπογραφίες του στο Δημαρχείο Αθηνών, με θέματα και πρόσωπα από την Ελληνική Ιστορία. Δούλεψε στο Βυζαντινό Μουσείο, το Κοπτικό Μουσείο του Καΐρου και δημιούργησε το Βυζαντινό τμήμα του Μουσείου της Κέρκυρας. Σημαντική ήταν η συμβολή του στην αποκατάσταση των τοιχογραφιών στον Μυστρά.
Ο Φώτιος Κόντογλου πέθανε στις 13 Ιουλίου 1965 στον «Ευαγγελισμό» από τις επιπλοκές που του είχε προκαλέσει ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Θεωρείται από τους σημαντικότερους εικαστικούς καλλιτέχνες, που άνοιξε νέους δρόμους στην ελληνική ζωγραφική. Το πλούσιο λογοτεχνικό του έργο παρέμεινε εν πολλοίς στρατευμένο στην υπόθεση του Χριστιανισμού, όμως τα πρώιμα έργα του και ιδιαίτερα το μυθιστόρημα «Πέδρο Καζάς» ανήκουν στις σημαντικές στιγμές της λογοτεχνίας μας.
Ενδεικτική Εργογραφία
  • «Πέδρο Καζάς» και «Βασάντα» («Παπαδημητρίου - Αστήρ»)
  • «Γιαβάς ο Θαλασσινός» («Παπαδημητρίου - Αστήρ»)
  • «Έκφρασις» Το εικαστικό μανιφέστο του Κόντογλου. («Παπαδημητρίου - Αστήρ»)
  • «Μυστικά Άνθη» («Παπαδημητρίου - Αστήρ»)
Είπαν για τον Κόντογλου...
  • Νίκος Ζίας: «Νίκος Κόντογλου» («Εμπορική Τράπεζα»)
  • Συλλογικό: «Κόντογλου, Σημείον Αντιλεγόμενον» («Αρμός»)

05 Ιουλίου 2010

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Η πνευματική διάσταση του έργου του

Αφού ευχαριστήσω θερμά όσους είχαν την ευγένεια να καλέσουν την ταπεινότητά μου στον αποψινό εσπερινό επετειακής μνημοσύνης θα εισέλθω αμέσως στο θέμα μου, γιατί δεν θέλω να χασομερώ με μακρούς προλόγους. Συμπληρώνονται εφέτος 160 έτη από τη γέννηση και 100 από την κοίμηση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Παρά τις τόσες δεκαετίες η μνήμη του μένει ζωντανή. Συνεχώς γράφουν γι' αυτόν. Δε υπάρχει για άλλο λογοτέχνη μας τόσο πλούσια βιβλιογραφία. Εμείς θα προσπαθήσουμε στον λίγο χρόνο που έχουμε να δείξουμε τη θρησκευτικότητα, την ορθόδοξη πνευματικότητα του Αλ. Παπαδιαμάντη, η οποία σαφώς είναι πηγαία, ανυπόκριτη και θερμή.

Ο Παπαδιαμάντης σπούδασε φιλόλογος αλλά είναι θεολόγος, γιατί θεολόγος δεν είναι αυτός που έχει ανάλογο πτυχίο, αλλά αυτός που αληθινά προσεύχεται, κατά τον όσιο Νείλο τον Ασκητή. Θεολόγος ουσιαστικά είναι ο πιστός που ζει αυθεντική χριστιανική ζωή, ο φίλος του Θεού, ο κοινωνός του Θεού, ο άγιος, ο λυτρωμένος και σεσωσμένος. Μέσα στην Ορθοδοξία μας κανείς ποτέ δεν σώζεται ατομικά, αλλά περνώντας η ζωή του μέσα από των άλλων, συνδράμοντας με διάφορους τρόπους στη σωτηρία κι εκείνων. Ο Θεός του Παπαδιαμάντη είναι ο Δημιουργός του Σύμπαντος, ο πλάστης του ανθρώπου, ο Παντοδύναμος, ο προνοητής, ο φιλόστοργος πατέρας. Πιστεύει στο θέλημα του Θεού, στη θεία Πρόνοια, στη θεία Χάρη, στη θεία μισθαποδοσία και δικαιοκρισία.

Κατά τον Παπαδιαμάντη η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό είναι να τον υπακούει, να τηρεί τις εντολές του, να τον διακονεί θυσιαστικά στο πρόσωπο του κάθε πλησίον. Οι σχέσεις του ανθρώπου διαταράσσονται διά της αμαρτίας. Το παπαδιαμαντικό έργο είναι γεμάτο από αμαρτωλούς. Μέσα από τα μυθιστορήματα και διηγήματά του περιδιαβαίνουν άσωτοι, άθεοι, βλάσφημοι, κλέφτες, φιλόδοξοι, τοκογλύφοι, λαίμαργοι, μέθυσοι, άδικοι, υποκριτές φθονεροί, ακόμη και ιερόσυλοι, αυτόχειρες και φονιάδες. Παρ' όλ' αυτά όλους αυτούς τους αμαρτωλούς ήρωές του τελικά τους συμπαθούμε. Στα πρόσωπά τους συναντούμε τα φιλάμαρτα πρόσωπά μας, αλλά και γιατί συνήθως μετανοούν για τις πράξεις τους. Ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει το ευόλισμο της ανθρώπινης φύσεως, αλλά και τη θεραπεία στο θεραπευτήριο της εκκλησίας διά ειλικρινούς μετανοίας και εξομολογήσεως. Για τον Παπαδιαμάντη η Εκκλησία όπως γράφει είναι η "φιλόστοργη μητέρα και η πηγή πάσης παραμυθίας".

Πιστεύει ακράδαντα ότι ο Νεοέλληνας δεν μπορεί εύκολα να μη πιστεύει. Μέσα στην Εκκλησία το έμφυτο θρησκευτικό αίσθημα και συναίσθημα δυναμώνει. Πρέπει να κάνει μεγάλο αγώνα ο Έλληνας για να μη πιστεύει καθόλου και σε τίποτε. Εν τούτοις την απομάκρυνση του κόσμου τη δικαιολογεί ως κλονισμό της αγάπης του στην ελληνορθόδοξη παράδοση, κάτι που συνέτεινε η απώλεια μέρους της αξιοπιστίας, λόγω σκανδάλων εκπροσώπων της Εκκλησίας. Για τον Παπαδιαμάντη παράδοση είναι όπως λέγει "ζην κατά τον θείον νόμον". Τελικά ομολογεί: "Εγώ είμαι τέκνον γνήσιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκπροσωπουμένης υπό των επισκόπων της". Σε άλλη περίπτωση βέβαια δεν δυσκολεύεται να τους κρίνει αυστηρά για διάφορες προκλήσεις τους.

Ο Παπαδιαμάντης δεν πιστεύει σ' ένα ιδεολογικό ελληνοχριστιανικό νεφέλωμα. Η πίστη του είναι ακράδαντη στη μεγάλη ανάγκη που έχει ο ελληνισμός τον Χριστιανισμό. Θεωρεί κίνδυνο γα την ελληνική κοινωνία τον μιμητισμό, την ξενομανία, "το να χάσκη τις προς τα ξένα", την είσοδο στην πατρίδα μας του δυτικού τρόπου ζωής. Έτσι παρατηρεί με βαθύ πόνο την αλλοίωση των ηθών, τη χαλάρωση της ορθοδόξου πίστεως του λαού, την παραχάραξη της πλούσιας και ωραίας ελληνικής γλώσσας. Δυστυχώς γράφει "κηρύττεται πλέον φανερά η αγραμματωσύνη, και το ανωφελές του ορθώς γράφειν ή ομιλείν", ώστε "κατήντησε να γίνει όλη σχεδόν η γλώσσα νόθον και κίβδηλον κατασκεύασμα". Ακολουθούν οι Έλληνες γράφει "τα της χριστιανικής λατρείας άνευ πίστεως και χρηστού συνειδότος". Το άηθες, η ηθοφθορία, η ανηθικότητα, το μισάδελφο αρχίζουν να κυριαρχούν κι επικρατούν. Τι θα έλεγε για σήμερα, εκατό έτη μετά, ο θεσπέσιος Παπαδιαμάντης;

Λύση στο πρόβλημα κατά τον Παπαδιαμάντη είναι η εν μετανοία άμεση επιστροφή στην ανόθευτη και γνήσια εκκλησιαστική παράδοση. Συγκεκριμένα τονίζει: "Άμωνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού, του διαφθείραντος το φρόνημα κα εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεωκοπίας". Οι λόγοι του, αγαπητοί μου, όπως αντιλαμβάνεσθε όλοι πολύ καλά έχουν μια σημαντική επικαιρότητα.

Όξυνση του προβλήματος θεωρεί και την απραξία της εκκλησιαστικής αρχής. Την Εκκλησία δεν τη θέλει ούτε εμπορευάμενη ούτε θεατριζόμενη. Η λύση κατ' αυτόν είναι μόνο μία. Επιστροφή εν επιγνώσει στην αγιοτρόφο εμπειρία της Εκκλησίας και βίωσή της. Μέσα στην αγία, σώζουσα και ορθοτομούσα Εκκλησία ο άνθρωπος αναγεννάται, μεταμορφώνεται, οπλίζεται τα όπλα του φωτός και της χάριτος κατά της ποικίλης αμαρτίας και ξανασυναντά τον ζώντα Θεό του ελέους και των οικτιρμών. Στον άνθρωπο ανήκει η μεγάλη επιλογή. Στο πλούσιο έργο του οι πονεμένες μορφές του συνήθως φθάνουν στη λύτρωση διά της ακριβούς μετανοίας και ζουν τότε μια νέα ζωή. Όχι βέβαια πάντοτε. Ορισμένες χρησιμοποιώντας κακώς την ελευθερία τους παραμένουν στο σκοτάδι.

Ο σπουδαίος Σκιαθίτης πεζογράφος μας συχνά περιγράφει "μετ' έρωτος" τη φύση, αλλά δεν είναι ένας φαντασμένος οικολόγος ή ένας ονειροπόλος φυσιολάτρης. Αναφερόμενος και περιγράφοντας περίτεχνα την ωραία φύση πορεύεται προς τον Δημιουργό της και τον μεγαλύνει για την πανσοφία του. Γράφει για κάποιους τέτοιους σ' ένα του διήγημα. "Μικροί ακούσιοι ειδωλολάτραι, διασώζοντες κατόπιν τόσων αιώνων ασυνείδητον την λατρείαν της φύσεως". Λυπάται πολύ βέβαια όταν καταστρέφεται το κάλλος του φυσικού περιβάλλοντος και γράφει με πόνο ψυχής: "το μιαρόν πνεύμα εισέβαλεν εις τα έργα του Θεού". Μελετώντας το όλο έργο του παρατηρούμε πως όχι ήξερε να γράφει, να περιγράφει, να ηθογραφεί, να κρίνει και να προτείνει λύσεις, αλλά ο ίδιος είχε μια ακέραια στάση, επιλογή φιλόθεης ζωής, φιλάρετου βίου, έντιμης εργασίας, φιλότιμης αδολεσχίας, πορεία, στόχο, λόγο και αξία. Από νωρίς είχε συνειδητοποιήσει καλά τη ματαιότητα της εγκοσμιότητος, είχε αφοβία θανάτου, θερμή πίστη. Θέλησε να ζήσει απλά, λιτά, απόμερα, ήσυχα, γαλήνια και νηφάλια. Δεν ψήλωσε ο νους του, δεν υψηλοφρόνησε, στάθηκε πλάι στους ταπεινούς και καταφρονεμένους και τους πέρασε ωραία στο έργο του.

Το έργο του Παπαδιαμάντη διασώζει την αγνή λαϊκή ευσέβεια. Οι ιερείς του έργου του είναι απλοί, φτωχοί, ενίοτε και απλοϊκοί, αλλά βιώνουν υπαρξιακά, ακόμη και όταν δεν μπορούν να το εκφράσουν, το μυστήριο του ζώντος Θεού, τη γνήσια ορθόδοξη βιοτή και λειτουργική παράδοση. Με πλήρη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς τους δεν παύουν να δέονται υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης και σωτηρίας των προβάτων του ποιμνίου τους, που τους εμπιστεύθηκε ο ίδιος ο Χριστός. Δεν επιχειρούν "λειτουργικές αναγεννήσεις" αρκούνται και τρέφονται με την υπάρχουσα γνήσια παράδοση, δοξολογώντας συνεχώς τον Ύψιστο κι επικαλούμενοι το άφατο έλεός του.

Ο Παπαδιαμάντης δήλωσε ομολογιακά, χαρακτηριστικά, απερίφραστα και αναντίρρητα: "Το επ' εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε... να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου". Τον πονά η αμαρτία, τον στενοχωρεί η βαβυλωνία της Αθήνας, τον κουράζει το κουτσομπολιό του νησιού του, με τους παρασυρμένους της αμαρτίας, αλλά δεν παύει ν' αγωνίζεται, να ελπίζει, να εμπιστεύεται τον Θεό, να παρουσιάζει κάποιους ήρωές του ως αγίους. Η άτεκνη Σεραϊνώ στον "Γάμο του Καραχμέτη" ο απλός τσομπάνος στον "Φτωχό άγιο", ο ένδοξος νεομάρτυς στο "Η χήρα του Νεομάρτυρος" και άλλοι.

Δεν πρέπει να λησμονάμε ότι ο Παπαδιαμάντης είναι υιός ευλαβούς ιερέως, ακολούθου του γνήσια αναγεννητικού, αγιορειτικού κινήματος των ιεροπρεπών Κολλυβάδων. Μεγαλώνει με τις θείες λειτουργίες, τα ιερά βιβλία, τις άγιες εικόνες, τις απαράβατες εκκλησιαστικές παραδόσεις, τα ωραία έθιμα, τα εξαίρετα ήθη. Μελετούσε τα μυροβόλα συναξάρια, τα πατερικά και νηπτικά κείμενα, την καταπληκτική φιλοκαλία, τις ασματικές ακολουθίες. Ήταν αναγνώστης και ψάλτης. Όλη αυτή η γνώση τον έκανε να πάει να μονάσει στο Άγιον Όρος. Πριν κλείσει όμως χρόνο εκεί στη σκήτη Ευαγγελισμού της Μονής Ξενοφώντος, επέστρεψε στον κόσμο, τρέφοντας πάντοτε μεγάλο σεβασμό για τον μοναχισμό και ιδιαίτερα τον αγιορείτικο.

Το εκκλησιαστικό του ήθος τον κάνει να μην είναι οργίλος και φανατικός κατά των αμαρτανώντων ηρώων του έργου του, αλλά και των συνανθρώπων του γενικά. Ελπίζει στη μετάνοια, πιστεύει στην αγάπη του Θεού, θεωρεί προτιμότερη την ελεημοσύνη από τη δικαιοσύνη. Αγαπά να προβάλλει τη μετάνοια, όχι ως ιεροκήρυκας επαγγελματίας, αλλά ως συμπάσχων αδελφός. Η συμπάθεια στον αδύναμο συνάνθρωπο είναι ίδιον του αληθινού χριστιανού, του ευαγγελικού ανθρώπου.

Ο Παπαδιαμάντης λοιπόν μεγάλωσε με βυζαντινές ψαλμωδίες, καθαρά κεριά και αγιορείτικα λιβάνια. Παρέμεινε προσηλωμένος στην Εκκλησία διά βίου. Πίστευε ακράδαντα στον Θεό, στις πρεσβείες των αγίων και της Παναγίας και τα θαύματά τους. Μια φορά, διηγείται ο καλός εξάδελφός του Α. Μωραϊτίδης, έγινε καλά από ισχυρό πονόδοντο ο Παπαδιαμάντης κι έγραψε ολόκληρη ακολουθία στον Άγιο Αντίπα, που προστατεύει όσους πονούν στα δόντια, για να τον ευχαριστήσει. Δεν ήταν ονειροπόλος του παρελθόντος, αλλά θαυμαστής της αλήθειας, που στήριξε γενεές γενεών και δημιούργησαν έξοχα έργα πολιτισμού και ορθότητα βίου εμπνευσμένη.

Ο Παπαδιαμάντης σαφώς δεν είναι άγιος με φωτοστέφανο. Είναι όμως ένας αγωνιστής. Δεν είναι μονόχνωτος, κακομοίρης, απομονωμένος, κομπλεξικός, μειονεκτικός και διχασμένος. Είναι ένας εκούσιος κοσμοκαλόγερος, ακτήμων, ελεήμων, πένης, απλός, λιτός, μόνος, σεμνός και ταπεινός. Δεν είναι φιλόσαρκος αλλά φυσιολογικώς πειραζόμενος άνθρωπος. Αγαπούσε το κρασάκι, αλλά δεν ήταν μέθυσος. Κάποτε ένας μοναχός πήγε να εξομολογηθεί σ' ένα πνευματικό σε μια σκήτη του Αγίου Όρους. Τον βρήκε τον πνευματικό πιωμένο και κάπως ζαλισμένο. Σκανδαλίστηκε και είπε ως άδικα έκανε τον κόπο να έλθει να εξομολογηθεί σ' ένα πνευματικό πότη. Τότε ο πνευματικός, προς μεγάλη του έκπληξη, του είπε: Ναι, τρεις φόρες ήλθες για εξομολόγηση αλλά την αμαρτία εκείνη δεν μου την είπες! Ας μη γινόμαστε τόσο γρήγορα τόσο αυστηροί κριτές και επιτιμητές των πάντων. Την αυστηρότητα καλύτερα ας κρατήσουμε για μας και την επιείκεια για τους άλλους.

Ο Π. Νιρβάνας τον ονομάζει "κοσμοκαλόγερο", τον περιγράφει να βαδίζει σκυφτός με τα χέρια σταυρωμένα πίσω, να κάθεται σε απόμερα καφενεία, συντροφιά με απλούς ανθρώπους, φιλέρημος, ήταν κακοντυμένος, με ξεφτισμένες πάντα τις άκρες των μανικιών του και όταν του πρότειναν 150 δραχμές για ένα του έργο είπε πως του αρκούν οι 100. Έτσι τον παρουσιάζει ιδιότροπο, παράξενο και κοσμόφοβο. Ο μακαριστός λόγιος Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του γι' αυτόν έχει μια άλλη θέση, με την οποία εδώ και συμφωνούμε. Γράφει: "Εάν εμβαθύνουμε στον τρόπο της ζωή του, θα ανακαλύψουμε γνωρίσματα καλογερικής αγωγής και αρετής και τάσεις για υπέρβαση του κοινώς θεωρούμενου καλού. Τι είναι άλλωστε, η ατημέλητη εμφάνισή του, η τάση συνεχούς φυγής από τους πολλούς, η εκούσια πενία του και οι ασκητικές συνθήκες διαμονής του, παρ' ότι είχε την οικονομική δυνατότητα για βελτίωσή τους -"μου φθάνουν οι εκατό δραχμές"-, οι αγρυπνίες και ψαλμωδίες του, το εκκλησιαστικό ήθος του, η ευαισθησία του σε θέματα εκκλησιαστικών παραδόσεων, οι ελεημοσύνες του από το ορατόν υστέρημά του, η ταπείνωσή του, η αγιότητά του και άλλες αρετές του, αν όχι αντανακλάσεις μοναχικού βίου;". Ότι αποτελεί για τους Σλαύους ο πολύς Ντοστογιέφσκυ είναι, θα πρέπει να είναι, για τους Έλληνες ο Παπαδιαμάντης. Πρόκειται για προφήτη του Γένους. Γράφει: "Μη θρησκευτικά, προς Θεού!".

Το ελληνικόν έθνος δεν είναι βυζαντινοί, εννοήσατε; Οι σημερινοί Έλληνες είναι κατ' ευθείαν διάδοχοι των αρχαίων. Έπειτα, επολιτίσθησαν, επροώδευσαν και αυτοί. Συμβαδίζουν με τα άλλα έθνη... Άγγλος ή Γερμανός ή Γάλλος δύναται να είναι κοσμοπολίτης ή αναρχικός ή άθεος ή ο,τιδήποτε. Έκαμε το πατριωτικόν χρέος του, έκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα είναι ελεύθερος να επαγγέλεται χάριν πολυτελείας την απιστίαν και την απαισιοδοξίαν. Αλλά Γρακύλος της σήμερον, όστις θέλει να κάμη δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επ' άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάση εις το ύψος και να φανή και αυτός γίγας. Γι' αυτό όπως γράφει "τα πλείστα των υπ' εμού γραφέντων διηγημάτων... είναι μάλλον θρησκευτικά". Ξέρει τι κάνει ο εμπνευσμένος Παπαδιαμάντης. Με το έργο του καταξιώνεται ως παιδαγωγός του ορθόδοξου ελληνισμού. Φθάνει με πόνο και ιερή αγανάκτηση να γράφει ευρισκόμενος στην Αθήνα: "Εδώ θεοποιείται φανερά ο Μαμμωνάς. Χιλιάκις καλύτερον θα ήτο εάν υπήρχεν ακόμη η αρχαία ποιητική ειδωλολατρία. Τώρα όμως η πράγματι επικρατούσα θρησκεία είναι ο πλέον ακάθαρτος και κτηνώδης υλισμός. Μόνον κατά πρόσχημα είναι η χριστιανοσύνη"! Τι θα έλεγε σήμερα;

Μίσησε τον πλούτο και αγάπησε την πενία. Από τα λίγα που είχε ποιούσε κρυφά και την ελεημοσύνη. Έγραφε αυτό που ζούσε.: "Πρέπει να μένη τις εν τη τάξει εν η ευρέθη απ' αρχής, όσον ταπεινή, όσον πενιχρά και αν φαίνεται αύτη· αιρετωτέρα δε αείποτε η έντιμος ευτέλεια της αδόξου και κομώσης πολυτελείας και τρυφής". Έζησε και πέθανε φτωχός, σεμνός και ταπεινός. Εκοιμήθη στο ωραίο νησί του πριν εκατό χρόνια κι ένα μήνα τα χαράματα της 3.1.1911, αφού μετάλαβε, ψάλλοντας και κλαίγοντας.

Σήμερα οι πολλοί λογοτέχνες μας, οι διανοούμενοι, οι δημοσιογράφοι περί πολλά τυρβάζουν. Αρκετοί ειρωνεύονται τον Παπαδιαμάντη και τον κακολογούν. Τους χαλάει τα σχέδια. Ο γραικυλισμός, ο αθεϊσμός, ο μηδενισμός, η διαφθορά, η φιλοχρηματία, η φιλοσαρκία και η φιλοδοξία επικρατούν και δεν θέλουν να ενοχλούνται από φωνές ισχυρές και αγνές ως του Παπαδιαμάντη, που ο βίος του και το έργο του τους ελέγχει.

Κοιμήσου κυρ Αλέξανδρε στην αγκαλιά του νησιού σου ήσυχα. Έκανες το χρέος σου ως Ορθόδοξος και ως Έλληνας. Η ζωή σου και το έργο σου φωτίζουν το σκοτάδι. Η Ελλάδα που τόσο πολύ αγάπησες, σκοτισμένη, παγιδευμένη, προδομένη, σαγηνευμένη σε ξένες σειρήνες, πάσχει. Φυλακισμένη στα πικρά αδιέξοδα του ατομισμού, του υλισμού και του αθεϊσμού μελαγχολεί και μαραζώνει. Μακάρι οι σελίδες των έργων σου και το παράδειγμα της ζωής σου να γίνουν παράθυρα ελευθερίας, για την επιστροφή σε μια ζωή χαριτωμένα απλή, γνήσια ταπεινή, αληθινά μετανοημένη, αληθινά χριστιανική.



Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ήταν πάντα προσηλωμένος στην Εκκλησία. Δεν τον κούραζε και δυσκόλευε ποτέ αυτή η σχέση. Ήταν ένας αληθινός χριστιανός. Ήταν ένας πιστός δούλος του Κυρίου. Ήταν αυτός που άκουσε από την αγία Αναστασία "Ύπαγε, ανίατε· ο πόνος θα είναι η ζωή σου...". Μόνο ένας γνήσιος χριστιανός μετά από αυτό το απρόσμενο άκουσμα μπορεί να γράφει: "Ησθανόμην αγρίαν χαράν, διότι η Αγία δεν είχεν εισακούσει την δέησίν μου". Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι απλά ένας ρωμαντικός νοσταλγός μιας περασμένης ωραίας γραφικότητας που δεν υπάρχει, αλλά νοσταλγός μίας ουσιαστικής, αληθινής και καίριας χριστιανικής ζωής, την οποία αξίζει αγαπητοί μου, να βιώσουμε στο έπακρον. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσέλευσή σας και την προσοχή σας.

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης