Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Απριλίου 2012

Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ & ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ


 
Η απώλεια στη ζωή μας είναι μία κατάσταση που αντιμετωπίζουμε συχνά, νεώτεροι και μεγαλύτεροι. Δεν είναι μόνο ο θάνατος, που αποτελεί οριστική απώλεια. Είναι και ο χωρισμός, η διάλυση μιας σχέσης, η φυγή του ενός από τους δύο, που δυνητικά δεν αποτελεί οριστική απώλεια, στην πράξη όμως γεννά τραύματα στη ζωή όχι μόνο αυτού που χάνει το πρόσωπο, αλλά και του περιβάλλοντος που επηρεάζεται άμεσα ή έμμεσα από την απώλεια. Τραύμα γεννιέται και σ’ αυτόν που φεύγει, ακόμη κι αν η απόφαση είναι συνειδητή ή αναπόφευκτη.
 
Πώς αντιμετωπίζεται η απώλεια;
Κάθε απώλεια είναι μία μορφή θανάτου. Και ο άνθρωπος δεν έχει γεννηθεί για να πεθάνει, δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τον θάνατο. Συνήθως οι δύο μορφές αντίδρασης στην απώλεια είναι η θλίψη και η οργή. Η πρώτη εκφράζεται με τα δάκρυα, την μελαγχολία, την απελπισία, την μοναχικότητα, ενώ η δεύτερη με την οργή, τον θυμό για το γεγονός ότι αυτή συνέβη.
Η θλίψη έχει μέσα της το στοιχείο του ανεπανόρθωτου. Ότι δηλαδή η απώλεια δεν μπορεί να αναπληρωθεί, να υποκατασταθεί και ο άνθρωπος νιώθει ανίσχυρος μπροστά της. Αυτό γεννά παθητικότητα και παραίτηση, με αποτέλεσμα να βιώνεται η κατάσταση της απελπισίας και της κατάθλιψης. Ο άνθρωπος κλείνεται στον εαυτό του, νιώθει πως με δυσκολία μπορεί να παρηγορηθεί και ο χρόνος αποτελεί απλώς αφορμή για να ξεχαστεί, όχι όμως για να ξεχάσει. Ένα διαρκές παράπονο εγκαθίσταται στην ύπαρξη και ο άνθρωπος, έστω και σιωπηλά, αναζητεί το γιατί να επισυμβεί η απώλεια, στρεφόμενος με ήπιους αλλά δύσκολα αντιμετωπίσιμους τόνους εναντίον του εαυτού του, του περιβάλλοντος, του προσώπου που έφυγε, του Θεού που δεν βοήθησε. Βέβαια, η εποχή μας έχει δώσει την δυνατότητα, με την ύπαρξη της ψυχιατρικής και των άλλων επιστημών ψυχικής υγείας, για την υποβοήθηση του ανθρώπου με φαρμακευτικά μέσα, ώστε να μπορεί να αποκαθιστά την πορεία της ζωής του με όσο το δυνατόν λιγότερες συναισθηματικές διαταραχές.
Η οργή εμπεριέχει την αδυναμία του ανθρώπου να συμφιλιωθεί με την απώλεια και τον κάνει να στρέφεται με έντονα συναισθήματα είτε εναντίον του προσώπου που έφυγε, είτε εναντίον του εαυτού του που δεν έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφευχθεί η απώλεια, είτε εναντίον του περιβάλλοντος που δεν βοήθησε, δεν στήριξε, δεν προειδοποίησε ώστε να προληφθεί η απώλεια, είτε και εναντίον του Θεού, που την επέτρεψε. Είναι η άλλη όψη του νομίσματος της θλίψης, μόνο που ο άνθρωπος εδώ δεν λειτουργεί παθητικά, αλλά με ένταση ψυχική, που μπορεί να εκφραστεί με βία, με φυγή, με επιθετικότητα.
 
Αν στην μικρή απώλεια μιας σχέσης, υπάρχει η ελπίδα και η προσδοκία ότι θα βρεθεί κάποιος άλλος που να μπορέσει να ξαναδώσει νόημα στον υποστάντα την απώλεια, στον θάνατο η ελπίδα έχει σβήσει. Γι’ αυτό και στην περίπτωση αυτή η απώλεια είναι πολύ πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμη, ασχέτως της αντίδρασης. Το πρόβλημα της απώλειας επιτείνεται όταν η οικογένεια δεν είναι συσπειρωμένη, ενωμένη, αλλά ο άνθρωπος βιώνει φαινόμενα διάλυσης στο κατεξοχήν οικείο περιβάλλον του που είναι το σπίτι του.
Η σύγχρονη επιστήμη στηρίζεται στον λόγο για να παρηγορήσει. Προσπαθεί να εκλογικεύσει συναισθηματικά την απώλεια, ιδίως σε περίπτωση θανάτου, αναφερόμενη στους φυσικούς νόμους, στην ανάγκη του ανθρώπου να επιβιώσει, στην ανάγκη για συμβιβασμό με το γεγονός, στον προβληματισμό για τον ίδιο τον ανθρώπινο χαρακτήρα, στην κατάστρωση νέων σχεδίων για τη ζωή του ανθρώπου που μένει πίσω, στην ενίσχυση του αισθήματος εμπιστοσύνης στον εαυτό, στην ενθάρρυνση του υποστάντος και βιώνοντος την απώλεια να μιλήσει για το πρόσωπο που έφυγε, για την ποιότητα της σχέσης που είχε μαζί του, για τις τύψεις και τις όποιες ενοχές εξαιτίας στιγμών της σχέσης, για το ότι τελικά μία απώλεια δεν σηματοδοτεί το τέλος της ζωής.
Η προσπάθεια της παρηγορίας δια του λόγου έχει να κάνει και με το όταν τα παιδιά βιώνουν την απώλεια, είτε την οριστική του θανάτου, είτε την μικρότερη της ρήξης της σχέσης μεταξύ των γονέων τους και της φυγής του ενός από τους δύο δια του χωρισμού, είτε μέσα από την διάλυση άλλων σχέσεων, σημαντικών (φιλίες, συγγένειες). Μέσα από την συζήτηση με το παιδί, προσπαθεί ο ίδιος ο ειδικός ή συμβουλεύει τον γονέα που λειτουργεί ως παρηγορητής να το βοηθήσει να εκλογικεύσει την απώλεια και να μην συντριβεί από αυτήν, στηριζόμενος στην καταπραϋντική δύναμη του χρόνου, αλλά και στην χρήση τεχνικών ή φαρμάκων (λιγότερο) που θα ανακουφίσουν προσωρινά το παιδί που πάσχει.
 
Για την Εκκλησία καμία από τις παραπάνω μεθόδους δεν μπορεί να απορριφθεί. Μόνο που εδώ υπάρχει και ένα φάρμακο, το οποίο στην περίπτωση της απώλειας, δοκιμάζεται η ισχύς του πάρα πολύ, αλλά ίσως αποτελεί το δραστικότερο τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης. Είναι η πίστη. Μέσα από αυτή ο άνθρωπος καλείται να εμπιστευθεί έναν Θεό προσωπικό και όχι μία γενική, απρόσωπη δύναμη, η οποία υπάρχει στο σύμπαν και μεριμνά γενικά για τον άνθρωπο ή δεν ασχολείται με λεπτομέρειες μαζί του. Ο προσωπικός Θεός βεβαίως δεν είναι άλλος από το Θεό της Εκκλησίας. Μόνο που Εκείνος δεν λειτουργεί σε συνολικό επίπεδο, αλλά σε προσωπική σχέση με τον καθέναν άνθρωπο. Και η πίστη σ’ Αυτόν και στην πρόνοιά Του, ιδίως κατά τη στιγμή της απώλειας, αποτελεί την βασική συνιστώσα για να αντέξει ο άνθρωπος τους κραδασμούς. Όσο κι αν το αυθόρμητο «γιατί» έρχεται στα χείλη και την καρδιά αυτού που χάνει, η πίστη στο Θεό και στο σχέδιο για την σωτηρία του καθενός, η πίστη στην Ανάσταση που έρχεται μετά από κάθε σταυρό, μικρότερο ή μεγαλύτερο, η αφόρμηση προβληματισμού και μετανοίας για την ζωή, η προτροπή για αγάπη, που προλαβαίνει τουλάχιστον να εκφράσει συναισθήματα και λόγους προτού συμβεί η απώλεια, η επιλογή ενίοτε της ίδιας της απώλειας μέσω της ρήξης με πρόσωπα που δεν μπορούν να καλύψουν την ανάγκη για χαρά και ευτυχία, ιδίως στις διαπροσωπικές σχέσεις, όσο κι αν αυτό φέρνει οδύνη, αλλά και η απόφαση για αρχή νέας ζωής, με ρεαλισμό και ελπίδα στο Θεό, αποτελούν το πλέγμα εκείνο στο οποίο μπορεί αυτός που πιστεύει να στηριχθεί, ώστε να μην νικηθεί από την απώλεια.
Ιδίως για τα παιδιά, στα οποία το «γιατί» αναφύεται έντονο, η καλλιέργεια της πίστης και της αγάπης προς το Θεό, όπως επίσης και της πεποίθησης ότι ο θάνατος δεν αποτελεί το τέρμα της ζωής του ανθρώπου, αλλά την αφετηρία για μία νέα ζωή φωτός κι ανάστασης, αποτελούν δρόμους με τους οποίους η όποια απώλεια μπορεί να μην γίνει αφορμή καταβολής, αλλά ενδυνάμωσης της ψυχής.

 Η προσευχή στο Θεό, η επίγνωση της δύναμης να αγαπούμε και ότι η αγάπη είναι η μόνη που νικά κάθε απώλεια και νοηματοδοτεί τη ζωή μας, αλλά και η ανάγκη για δημιουργία και όχι παθητική αντιμετώπιση της απώλειας (η οποία δημιουργία δεν αποκλείει την ελεημοσύνη για την μνήμη του άλλου, αλλά γίνεται ουσιαστικά στάση ζωής σε κάθε έργο που κάνουμε, με κριτήριο να δείξουμε στον εαυτό μας πρωτίστως ότι η ζωή μας έχει νόημα και ότι αυτό θέλει ο Θεός) είναι τρόποι που βοηθούν στην αντιμετώπιση της απώλειας. Και βεβαίως, σπουδαίος είναι ο ρόλος εδώ της συσπειρωμένης και ενωμένης οικογένειας, η οποία μοιράζεται τον πόνο και δεν αφήνει τον καθέναν μόνο του να παλέψει με την λύπη του. «Λύπη μαζί λύπη μισή, χαρά μαζί, χαρά διπλή».
Το δυσκολότερο σημείο στην απώλεια πάντως είναι η μνήμη. Είναι οι αναμνήσεις που έχουμε από το πρόσωπο που φεύγει. Και όσο πιο έντονη ήταν η σχέση μας μαζί του, τόσο δυσκολότερη είναι η προτροπή για λήθη. Ίσως όμως δεν χρειάζεται μία τέτοια απόπειρα να ξεχάσουμε.

 Η αίσθηση ότι είχαμε την ευλογία να γνωρίσουμε ένα πρόσωπο, το οποίο το αγαπήσαμε και μοιραστήκαμε στιγμές ή την ζωή μας μαζί του, ακόμη και σε περιπτώσεις που μας ταλαιπώρησε, αποτελεί τελικά την αφορμή δοξολογίας στο Θεό γιατί μας δόθηκε η δυνατότητα να δούμε τον εαυτό μας μέσα από ένα πρίσμα που δεν θα είχαμε ποτέ την ευκαιρία να το κάνουμε, χωρίς αυτόν που έφυγε. Μπορέσαμε να μοιραστούμε, να ανακαλύψουμε δηλαδή την ευλογία να δώσουμε και να πάρουμε. Μπορέσαμε να δούμε με ποια κριτήρια επιλέγουμε στην ζωή μας και πόσο η ευτυχία μας εξαρτάται και από τους άλλους. Όχι για να εγκαταλείψουμε την προσπάθεια μετά την απώλεια. Αλλά για να αναλάβουμε με ταπείνωση τον κόπο να ξαναπροσπαθήσουμε. Ήττα είναι η παραίτηση. Νόημα δίνει η καινούρια αρχή. Βάζοντας στην παρακαταθήκη της μνήμης μας την απώλεια, μπορούμε, αν πιστεύουμε αληθινά στο Θεό, να καταλάβουμε ότι η ψυχή μας έχει ανεξάντλητες δυνάμεις. Γιατί Εκείνος την τροφοδοτεί με την αγάπη Του και με την χαρά της Ανάστασης.

26 Μαΐου 2011

«Καταδικασμένοι» να είναι αθάνατοι...., του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς




Οι άνθρωποι καταδίκασαν το Θεό σε θάνατο. Ο Θεός όμως, διά μέσου της Ανάστασής Του, «καταδικάζει» τους ανθρώπους σε αθανασία. Για τα κτυπήματα, τους ανταποδίδει τις σφικτές αγκαλιές. Για τις ύβρεις, τις ευλογίες. Για το θάνατο, την αθανασία. Ποτέ δεν έδειξαν οι άνθρωποι τόσο μίσος προς το Θεό, όσο, όταν Τον σταύρωσαν. Και ποτέ δεν έδειξε ο Θεός τόση αγάπη προς τους ανθρώπους, όση όταν αναστήθηκε. Οι άνθρωποι ήθελαν να καταστήσουν το Θεό θνητό, αλλ' ο Θεός διά (μέσου) της Ανάστασής Του κατάστησε τους ανθρώπους αθάνατους. «Ανέστη» ο σταυρωμένος Θεός και θανάτωσε το θάνατο. Ο θάνατος δεν υπάρχει πλέον. Η αθανασία κατάκλυσε τον άνθρωπο και όλους τους κόσμους του.

Δια (μέσου) της Ανάστασης του Θεανθρώπου, η ανθρώπινη φύση οδηγήθηκε τελεσίδικα στην οδό της αθανασίας, και έγινε φοβερή και γι’ αυτό τον θάνατο. Γιατί πριν από την Ανάσταση του Χριστού, ο θάνατος ήταν φοβερός για τον άνθρωπο. Και από την εποχή της Ανάστασης του Κυρίου, γίνεται ο άνθρωπος φοβερός για το θάνατο. Εάν ζει δια (μέσου) της πίστης στον Αναστημένο Θεάνθρωπο ο άνθρωπος, ζει πάνω από το θάνατο. Καθίσταται απρόσβλητος και από το θάνατο. Ο θάνατος μετατρέπεται σε «Υποπόδιον των ποδών αυτού»: «Πού σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου άδη, το νίκος;» (πρβλ. Α΄ Κορ. 15, 55-56). Έτσι, όταν ο «εν Χριστώ άνθρωπος» πεθαίνει, αφήνει απλά το ένδυμα του σώματός του για να το ντυθεί πάλι κατά την ημέρα της Δεύτερης Παρουσίας.

Μέχρι την Ανάσταση του Θεανθρώπου Χριστού, ο θάνατος ήταν η δεύτερη φύση του ανθρώπου. Η πρώτη ήταν η ζωή, και ο θάνατος η δεύτερη. Ο άνθρωπος είχε συνηθίσει το θάνατο σαν κάτι το φυσικό. Αλλά με την Ανάστασή Του ο Κύριος άλλαξε τα πάντα: η αθανασία έγινε η δεύτερη φύση του ανθρώπου, έγινε κάτι το φυσικό στον άνθρωπο, και το αφύσικο καταστάθηκε ο θάνατος. Όπως μέχρι την Ανάσταση του Χριστού, ήταν φυσικό στους ανθρώπους το να είναι θνητοί, έτσι μετά την Ανάσταση έγινε φυσική γι’ αυτούς η αθανασία.

Δια (μέσου) της αμαρτίας ο άνθρωπος καταστάθηκε θνητός και πεπερασμένος. Δια (μέσου) της Ανάστασης του Θεανθρώπου γίνεται αθάνατος και αιώνιος. Σ’ αυτό δε ακριβώς έγκειται η δύναμη και το κράτος και η παντοδυναμία της Ανάστασης του Χριστού. Και για τούτο χωρίς της Ανάστασης του Χριστού, δεν θα υπήρχε καν ο Χριστιανισμός. Μεταξύ των θαυμάτων, η Ανάσταση του Κυρίου είναι το μεγαλύτερο θαύμα. Όλα τ’ άλλα θαύματα πηγάζουν απ’ αυτό και συνοψίζονται σ’ αυτό. Απ’ αυτό εκπηγάζουν και η πίστη και η αγάπη και η ελπίδα και η προσευχή και η θεοσέβεια. Οι δραπέτες μαθητές, αυτοί οι οποίοι έφυγαν (πολύ) μακριά από τον Ιησού, όταν πέθαινε, επιστρέφουν προς Αυτόν, όταν αναστήθηκε. Και ο Ρωμαίος εκατόνταρχος όταν είδε τον Χριστό να ανασταίνεται από τον τάφο, τον ομολόγησε σαν Υιό του Θεού. Κατά τον ίδιο τρόπο και όλοι οι πρώτοι Χριστιανοί έγιναν Χριστιανοί, διότι αναστήθηκε ο Χριστός, διότι νίκησε το θάνατο. Αυτό είναι εκείνο το οποίο ουδεμιά άλλη θρησκεία έχει. Είναι εκείνο το οποίο κατά τρόπο μοναδικό και αναμφισβήτητο, δείχνει και αποδεικνύει, ότι ο Ιησούς είναι ο μόνος αληθινός Θεός και Κύριος σ’ όλους τους ορατούς και αόρατους κόσμους.

Χάρη στην Ανάσταση του Χριστού, χάρη στη νίκη πάνω στο θάνατο, οι άνθρωποι γινόντουσαν και γίνονται και θα γίνονται πάντοτε Χριστιανοί. Όλη η ιστορία του Χριστιανισμού δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ιστορία ενός και μοναδικού θαύματος, της Ανάστασης του Χριστού. (Αυτό) το οποίο συνεχίζεται διαρκώς σε όλες τις καρδιές των Χριστιανών, από μέρα σε μέρα, από έτος σε έτος, από αιώνα σε αιώνα, μέχρι τη Δεύτερη Παρουσία.

Ο άνθρωπος γεννιέται στ’ αλήθεια όχι όταν (τον) φέρνει στο κόσμο η μητέρα του, αλλά όταν πιστεύει στον Αναστημένο Σωτήρα Χριστό, γιατί τότε γεννιέται στην αθάνατη και αιώνια ζωή, ενώ η μητέρα γεννά το παιδί της προς (τον) θάνατο, για τον τάφο. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η μητέρα όλων μας, όλων των Χριστιανών, η μητέρα των αθάνατων. Δια (μέσου) της πίστης στην Ανάσταση του Κυρίου, γεννιέται πάλι ο άνθρωπος, γεννιέται για την αιωνιότητα.

-Τούτο είναι αδύνατο! Παρατηρεί ο σκεπτικιστής (άνθρωπος). Και ο Αναστημένος Θεάνθρωπος απαντά: «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (πρβλ. Μάρκ. 9, 23). Και αυτός που πιστεύει, είναι εκείνος ο οποίος μ’ όλη τη καρδιά, μ’ όλη τη ψυχή, μ’ όλο του το είναι, ζει κατά το Ευαγγέλιο του Αναστημένου Κυρίου Ιησού.

Η πίστη μας είναι η νίκη δια (μέσου) της οποίας νικάμε το θάνατο, η πίστη δηλαδή στον Αναστημένο Κύριο. «Που σου, θάνατε, το κέντρον;» «Τό δε κέντρον του θανάτου η αμαρτία» (Α’ Κορ. 15, 55-56). Δια (μέσου) της Ανάστασής Του ο Κύριος «άμβλυνε του θανάτου το κέντρον». Ο θάνατος είναι ο όφις, η δε αμαρτία είναι το κεντρί του. Δια (μέσου) της αμαρτίας ο θάνατος εκχύνει το δηλητήριο στη ψυχή και το σώμα του ανθρώπου. Όσο περισσότερες αμαρτίες έχει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερα είναι τα κέντρα διά των οποίων χύνει ο θάνατος το δηλητήριό του (μέσα) σ’ αυτόν.

Όταν η σφήκα κεντρίσει τον άνθρωπο, βάζει αυτός κάθε δυνατή προσπάθεια για να βγάλει το κεντρί από το σώμα του. Όταν δε τον κεντρίσει η αμαρτία – το κέντρο αυτό του θανάτου – τι πρέπει να κάμει; - Πρέπει με τη πίστη και (τη) προσευχή να επικαλεσθεί τον Αναστημένο Σωτήρα Χριστό, για να βγάλει Αυτός το κεντρί του θανάτου από τη ψυχή του. Και Αυτός σαν πολυεύσπλαχνος θα το κάμει, γιατί είναι Θεός του Ελέους και της Αγάπης. Όταν πολλές σφήκες πέσουν πάνω στο σώμα του ανθρώπου και τον τραυματίσουν πολύ με τα κέντρα τους, τότε ο άνθρωπος δηλητηριάζεται και πεθαίνει. Το ίδιο γίνεται και με τη ψυχή του ανθρώπου, όταν τη τραυματίσουν τα πολλά κέντρα των πολλών αμαρτιών. Πεθαίνει αυτός θάνατο, πού δεν έχει ανάσταση.

Νικώντας δια (μέσου) του Χριστού την αμαρτία μέσα του ο άνθρωπος, νικάει το θάνατο. Εάν περάσει μια μέρα και εσύ δεν έχεις νικήσει ούτε μια αμαρτία σου, γνώρισε ότι έγινες περισσότερο θνητός. Εάν όμως νικήσεις μια ή δυο ή τρεις αμαρτίες σου, έγινες πιο νέος, με τη νεότητα η οποία δεν γερνάει, την αθάνατη και αιώνια! Ας μη το λησμονάμε ποτέ: το να πιστεύει κανένας στον Αναστημένο Χριστό, αυτό σημαίνει να αγωνίζεται διαρκώς τον αγώνα ενάντια στην αμαρτία, στο κακό και στο θάνατο.

Το ότι ο άνθρωπος πιστεύει «αληθώς» στον Αναστημένο Κύριο, το αποδεικνύει με το να αγωνίζεται ενάντια στην αμαρτία και στα πάθη και εάν αγωνίζεται, πρέπει να γνωρίζει ότι αγωνίζεται για την αθανασία και την αιώνια ζωή. Εάν όμως δεν αγωνίζεται, τότε είναι μάταιη η πίστη του! Γιατί, εάν η πίστη του ανθρώπου δεν είναι αγώνας για την αθανασία και την αιωνιότητα, τότε τι είναι; Εάν με τη πίστη στο Χριστό δεν φτάνει κανένας στην αθανασία και τη νίκη πάνω στο θάνατο, τότε σε τι (χρησιμεύει) η πίστη μας; Εάν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, αυτό σημαίνει ότι η αμαρτία και ο θάνατος δεν έχουν νικηθεί. Εάν δε, δεν έχουν αυτά τα δυο νικηθεί, τότε γιατί να πιστεύει στο Χριστό; Εκείνος όμως ο οποίος δια (μέσου) της πίστης στον Αναστημένο Χριστό αγωνίζεται ενάντια σε κάθε αμαρτία του, αυτός ενισχύει βαθμιαία στον εαυτό του την αίσθηση, ότι ο Κύριος όντως αναστήθηκε, όντως άμβλυνε το κέντρο του θανάτου, όντως νίκησε το θάνατο σ’ όλα τα μέτωπα της μάχης.

Η αμαρτία βαθμιαία μικραίνει τη ψυχή του ανθρώπου, τη πλησιάζει προς το θάνατο, τη μεταβάλλει από αθάνατη σε θνητή, από άφθαρτη και απέραντη σε φθαρτή, σε πεπερασμένη. Όσο περισσότερες αμαρτίες έχει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο είναι θνητός. Και εάν ο άνθρωπος δεν αισθάνεται τον εαυτό του αθάνατο, είναι φανερό ότι βρίσκεται όλος βυθισμένος στις αμαρτίες, σε σκέψεις μυωπικές, σε αισθήματα νεκρωμένα. Ο Χριστιανισμός είναι μια κλήση στον μέχρι «εσχάτης αναπνοής» αγώνα ενάντια στο θάνατο, μέχρι δηλαδή τη τελική νίκη πάνω σ’ αυτόν. Κάθε αμαρτία αποτελεί μια υποχώρηση, κάθε πάθος μια προδοσία, κάθε κακία μια ήττα.

Δεν πρέπει να διερωτιέται κανένας γιατί και οι Χριστιανοί πεθαίνουν το σωματικό θάνατο. Αυτό γίνεται, γιατί ο θάνατος του σώματος είναι μια σπορά. Σπέρνεται σώμα θνητό, λέγει ο Απόστολος Παύλος (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 42 εξ.), και βλασταίνει, αυξαίνει και γίνεται αθάνατο. Όπως ο σπόρος που σπέρνεται, έτσι και το σώμα διαλύεται, για να το ζωοποιήσει και (το) τελειοποιήσει το Άγιο Πνεύμα. Εάν ο Κύριος Ιησούς δεν είχε αναστήσει το σώμα, τι όφελος θα είχε αυτό απ’ Αυτόν; Αυτός δεν θα είχε σώσει ολόκληρο τον άνθρωπο. Εάν δεν ανέστησε το σώμα, τότε γιατί σαρκώθηκε, γιατί ανάλαβε το σώμα, αφού δεν του έδωσε τίποτα από τη θεότητά Του; [1].

Εάν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, γιατί τότε να πιστεύει κανένας σ’ Αυτόν; Ομολογώ ειλικρινά, ότι εγώ ποτέ δε θα πίστευα στο Χριστό, εάν δεν είχε αναστηθεί και δεν είχε νικήσει το θάνατο, το μεγαλύτερο εχθρό μας. Αλλ’ ο Χριστός αναστήθηκε και δώρισε σε μας την αθανασία. Χωρίς αυτή την αλήθεια, ο κόσμος μας είναι μια χαώδης έκθεση απεχθών ανοησιών. Μόνο με τη ένδοξη Ανάστασή Του ο θαυμαστός Κύριος και Θεός μας, μας ελευθέρωσε από το παράλογο και την απελπισία. Γιατί χωρίς την Ανάσταση δεν υπάρχει ούτε στον ουρανό, ούτε κάτω από τον ουρανό, τίποτα πιο παράλογο από τον κόσμο αυτό. Ούτε μεγαλύτερη απελπισία από τη ζωή αυτή, δίχως αθανασία. Γι’ αυτό σ’ όλους τους κόσμους, δεν υπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ύπαρξη από τον άνθρωπο που δεν πιστεύει στην Ανάσταση του Χριστού και την ανάσταση των νεκρών (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 19). «Καλόν ήν αυτώ ει ουκ εγεννήθη ο άνθρωπος εκείνος» (Ματθ. 26, 24).

Στον ανθρώπινο κόσμο μας, ο θάνατος είναι το μεγαλύτερο βάσανο και η πιο φρικιαστική απανθρωπιά. Η απελευθέρωση απ’ αυτό το βάσανο και απ’ αυτή την απανθρωπιά είναι ακριβώς η σωτηρία. Τέτοια σωτηρία δώρισε στο ανθρώπινο γένος μόνο ο Νικητής του θανάτου – ο Αναστημένος Θεάνθρωπος. Δια (μέσου) της Ανάστασής Του Αυτός μας αποκάλυψε όλο το μυστήριο της σωτηρίας μας. Σωτηρία σημαίνει το να εξασφαλισθεί για το σώμα και τη ψυχή αθανασία και αιώνια ζωή. Πώς (λοιπόν) κατορθώνεται αυτό; Μόνο δια (μέσου) της θεανθρώπινης ζωής, της νέας ζωής, αυτής μέσα στον Αναστημένο και για τον Αναστημένο Χριστό!

Για μας τους Χριστιανούς, η ζωή αυτή πάνω στη γη είναι σχολείο, στο οποίο μαθαίνουμε πως να εξασφαλίσουμε την αθανασία και την αιώνια ζωή. Γιατί τι όφελος έχουμε απ’ αυτή τη ζωή, εάν μ’ αυτή δεν μπορούμε να αποκτήσουμε την αιώνια; Αλλά, για να αναστηθεί μαζί με το Χριστό ο άνθρωπος, πρέπει πρώτα να πεθάνει μαζί Του και να ζήσει τη ζωή του Χριστού, σαν δική του. Εάν το κάνει αυτό, τότε την μέρα της Ανάστασης θα μπορέσει μαζί με τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο να πει: «Χθες συνεσταυρούμην Χριστώ, σήμερον συνδοξάζομαι, χθες συνενεκρούμην, ζωοποιούμαι σήμερον, χθες συνεθαπτόμην, σήμερον συνεγείρομαι» [2].

Σε τέσσερες μόνο λέξεις συγκεφαλαιώνονται και τα τέσσερα Ευαγγέλια του Χριστού: Χριστός Ανέστη! – Αληθώς Ανέστη!...Σε κάθε (μια) απ’ αυτές βρίσκεται από ένα Ευαγγέλιο, και στα τέσσερα Ευαγγέλια βρίσκεται όλο το νόημα όλων των κόσμων του Θεού, των ορατών και αόρατων. Και όταν τα αισθήματα του ανθρώπου και όλες οι σκέψεις του συγκεντρωθούν στη βροντή του πασχαλινού αυτού χαιρετισμού: «Χριστός Ανέστη!», τότε η χαρά της αθανασίας σείει όλα τα όντα και αυτά μέσα σε αγαλλίαση απαντούν, επιβεβαιώνεται το πασχαλινό θαύμα: Αληθώς Ανέστη!»

Ναι, αληθώς Ανέστη ο Κύριος! και μάρτυρας αυτού είσαι εσύ, μάρτυρας εγώ, μάρτυρας κάθε Χριστιανός, αρχίζοντας από τους Αγίους Απόστολους μέχρι και τη Δεύτερη Παρουσία. Γιατί μόνο η δύναμη του Αναστημένου Θεανθρώπου Χριστού μπόρεσε να δώσει, - και συνεχώς δίνει και συνεχώς θα δίνει - τη δύναμη σε κάθε Χριστιανό – από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο – να νικήσει ολόκληρο το θνητό (μέρος) και αυτό τούτο το θάνατο. Ολόκληρο το αμαρτωλό (μέρος) και αυτή τούτη την αμαρτία. Ολόκληρο το δαιμονικό (μέρος) και αυτόν τούτον τον διάβολο. Γιατί μόνο με την Ανάστασή Του ο Κύριος, κατά τον πιο πειστικό τρόπο, έδειξε και απέδειξε ότι η ζωή Του είναι αιώνια Ζωή, η αλήθεια Του, είναι αιώνια αλήθεια, η αγάπη Του είναι αιώνια αγάπη, η αγαθότητά Του είναι αιώνια αγαθότητα, η χαρά Του αιώνια χαρά. Και επίσης έδειξε και απέδειξε ότι όλα αυτά τα δίνει Αυτός, κατά την απαράμιλλη φιλανθρωπία Του, σε κάθε Χριστιανό, σ’ όλες τις εποχές.

Κοντά σ’ αυτά, δεν υπάρχει ούτε ένα γεγονός, όχι μόνο στο Ευαγγέλιο, αλλά ούτε σ’ ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπινου γένους, το οποίο να είναι μαρτυρημένο κατά τρόπο τόσο δυνατό, τόσο απρόσβλητο, τόσο αναντίρρητο, όσο η Ανάσταση του Χριστού. Αναμφίβολα ο Χριστιανισμός σ’ όλη του την ιστορική πραγματικότητα, την ιστορική του δύναμη και παντοδυναμία, θεμελιώνεται πάνω στο γεγονός της Ανάστασης του Χριστού, δηλαδή πάνω στην αιώνια ζώσα Υπόσταση του Θεανθρώπου Χριστού. Και για τούτο μαρτυράει όλη η μακραίωνη και πάντοτε θαυματουργική ιστορία του Χριστιανισμού.

Γιατί αν υπάρχει ένα γεγονός στο οποίο θα μπορούσε να συνοψισθούν όλα τα γεγονότα, από τη ζωή του Κυρίου και των Αποστόλων και γενικά ολόκληρου του Χριστιανισμού, το γεγονός αυτό θα ήταν η Ανάσταση του Χριστού.

Επίσης, αν υπάρχει μια αλήθεια στην οποία θα μπορούσε να συνοψισθούν όλες οι Ευαγγελικές αλήθειες, η αλήθεια αυτή θα ήταν η Ανάσταση του Χριστού. Και ακόμα, εάν υπάρχει μια πραγματικότητα στην οποία θα μπορούσε να συνοψισθούν όλες οι Καινοδιαθηκικές πραγματικότητες, η πραγματικότητα αυτή θα ήταν η Ανάσταση του Χριστού. Και τέλος, αν υπάρχει ένα Ευαγγελικό θαύμα στο οποίο θα μπορούσε να συνοψισθούν όλα τα Καινοδιαθηκικά θαύματα, τότε το θαύμα αυτό θα ήταν η Ανάσταση του Χριστού. Γιατί μόνο μέσα στο φως της Ανάστασης του Χριστού, αναδείχνεται θαυμάσια (και) με σαφήνεια και το πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού και το έργο Του. Μόνο μέσα στην Ανάσταση του Χριστού παίρνουν τη πλήρη εξήγησή τους όλα τα θαύματα του Χριστού, όλες οι αλήθειες Του, όλα τα λόγια Του, όλα τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης.

Μέχρι την Ανάστασή Του ο Κύριος δίδασκε για την αιώνια ζωή, αλλά μετά την Ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος όντως είναι η αιώνια ζωή. Μέχρι την Ανάστασή Του δίδασκε για την ανάσταση των νεκρών, αλλά με την Ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος είναι πράγματι η Ανάσταση των νεκρών. Μέχρι την Ανάστασή Του δίδασκε ότι η πίστη σ’ Αυτόν μεταφέρει (τον άνθρωπο) από το θάνατο στη ζωή, αλλά με την Ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος νίκησε το θάνατο και εξασφάλισε μ’ αυτό το τρόπο στους θανατωμένους ανθρώπους τη μετάβαση από το θάνατο στην Ανάσταση. Ναι, ναι, ναι: ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός με την Ανάστασή Του έδειξε και απέδειξε, ότι είναι ο μόνος αληθινός Θεός, ο μόνος αληθινός Θεάνθρωπος σ’ όλους τους ανθρώπινους κόσμους.

Και κάτι ακόμα: χωρίς την Ανάσταση του Θεανθρώπου δεν μπορεί να εξηγηθεί ούτε η αποστολικότητα των Αποστόλων, ούτε το μαρτύριο των Μαρτύρων ούτε η ομολογία των Ομολογητών, ούτε η αγιότητα των Αγίων, ούτε η ασκητικότητα των Ασκητών, ούτε η θαυματουργικότητα των Θαυματουργών, ούτε η πίστη των πιστευόντων, ούτε η αγάπη των αγαπώντων, ούτε η ελπίδα των ελπιζόντων, ούτε η νηστεία των νηστευόντων, ούτε η προσευχή των προσευχομένων, ούτε η πραότητα των πράων, ούτε η μετάνοια των μετανοούντων, ούτε η ευσπλαχνία των εύσπλαχνων, ούτε οποιαδήποτε χριστιανική αρετή ή άσκηση. Εάν ο Κύριος δεν είχε αναστηθεί και σαν Αναστημένος δεν είχε γεμίσει τους μαθητές Του με τη ζωοποιό δύναμη και τη θαυματουργική σοφία, ποιος θα μπορούσε αυτούς τους φοβισμένους και δραπέτες να τους συγκεντρώσει και να τους δώσει το θάρρος και τη δύναμη και τη σοφία για να μπορέσουν τόσο άφοβα και με τόση δύναμη και σοφία να κηρύττουν και να ομολογούν τον Αναστημένο Κύριο και να πηγαίνουν με τόση χαρά στο θάνατο γι’ Αυτόν; Και αν ο Αναστημένος Σωτήρας δεν τους είχε γεμίσει με τη θεία δύναμή Του και σοφία, πως θα μπορούσαν ν’ ανάψουν μέσα στο κόσμο την άσβεστη πυρκαγιά της Καινοδιαθηκικής πίστης, αυτοί οι απλοϊκοί και αγράμματοι, αμαθείς και φτωχοί άνθρωποι;

Εάν η Χριστιανική πίστη δεν ήταν πίστη του Αναστημένου και κατά συνέπεια του αιώνια ζώντα και ζωποιούντα Κυρίου, ποιος θα μπορούσε να εμπνεύσει τους Μάρτυρες στον άθλο του μαρτυρίου, και τους Ομολογητές στον άθλο της ομολογίας, και τους Ασκητές στον άθλο της άσκησης και τους Ανάργυρους στον άθλο της αναργυρίας, και τους Νηστευτές στον άθλο της νηστείας και εγκράτειας, και οποιοδήποτε Χριστιανό σε οποιονδήποτε Ευαγγελικό άθλο;

Όλα αυτά είναι λοιπόν αληθινά και πραγματικά και για μένα και για σένα και για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη.

Γιατί ο θαυμαστός και γλυκύτατος Κύριος Ιησούς, ο Αναστημένος Θεάνθρωπος, είναι η μόνη Ύπαρξη κάτω από τον ουρανό, με την οποία μπορεί ο άνθρωπος εδώ στη γη να νικήσει και το θάνατο και την αμαρτία και τον διάβολο, και να κατασταθεί μακάριος και αθάνατος, συμμέτοχος στην Αιώνια Βασιλεία της Αγάπης του Χριστού... Γι’ αυτό, για την ανθρώπινη ύπαρξη ο Αναστημένος Κύριος είναι τα πάντα, μέσα στα πάντα, για όλους τους κόσμους: Ό,τι το Ωραίο, το Καλό, το Αληθινό, το Προσφιλές, το Χαρμόσυνο, το Θείο, το Σοφό, το Αιώνιο. Αυτός είναι όλη η Αγάπη μας, όλη η Αλήθεια μας, όλη η Χαρά μας, όλο το Αγαθό μας, όλη η Ζωή μας, η Αιώνια Ζωή σε όλες τις θείες αιωνιότητες και απεραντοσύνες.

- Γι’ αυτό και «πάλι και πολλάκις», και αναρίθμητες φορές: Χριστός Ανέστη!

Υποσημειώσεις
[1]. Πρβλ. Ιωάννη Χρυσοστόμου, εις Α΄ Κορ. Ομ. 39, 2. PG 61, 334: «Ει δ' ουκ εγείρονται (τα σώματα), δια τι ηγέρθη ο Χριστός; δια τι ήλθε; δια τι σάρκα ανέλαβεν, ει μη έμελλεν αναστήσειν σάρκα; Ου γαρ εδείτο αυτός, αλλά δι’ ημάς».
[2]. Λόγος εις το Πάσχα, PG 35, 397. Πρβλ. και Κανών του Πάσχα, ωδή γ΄.

Σερβία 1936.

από το βιβλίο «ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ», εκδοτικός οίκος «ΑΣΤΗΡ», σελ. 40-49.

14 Ιανουαρίου 2011

Μόνο ο θάνατος μπορεί να μετατρέψει όσα φαίνονται μικρά και ασήμαντα σε σημεία μεγάλα και σημαντικά

Η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο που τη βασάνισε για μια περίοδο περισσότερο από τρία χρόνια. Εγχειρίστηκε, αλλά ανεπιτυχώς. Ο γιατρός μου μίλησε γι’ αυτό και κατόπιν πρόσθεσε: «Φυσικά, δεν θα πεις τίποτε στη μητέρα σου».
Toυ είπα: «Θα το πω». Και το είπα.
Θυμάμαι πως την πλησίασα και της είπα ότι είχε τηλεφωνήσει ο γιατρός και μου είχε πει ότι η εγχείρηση δεν είχε πετύχει. Σιωπήσαμε για ένα λεπτό και κατόπιν η μητέρα μου είπε:«Και έτσι θα πεθάνω».
Της είπα: «Ναι».
Κατόπιν έμεινα κοντά της, εντελώς σιωπηλός, επικοινωνώντας μαζί της δίχως λέξεις. Δεν νομίζω ότι κάναμε τίποτε σκέψεις. Είχαμε να αντιμετωπίσουμε κάτι που είχε εισβάλει στη ζωή μας και την είχε αλλάξει τελείως. Αυτό δεν ήταν κάποια σκιά, ένα κακό, κάποιος τρόμος. Ήταν το έσχατο. Και έπρεπε να αντιμετωπίσουμε αυτό το έσχατο χωρίς ακόμη να γνωρίζουμε πως θα εκτυλισσόταν. Μείναμε μαζί όσο αισθανθήκαμε ότι έπρεπε να μείνουμε. Και μετά η ζωή συνεχίστηκε.
Το αποτέλεσμα ήταν να μην κλειστούμε ούτε για μια στιγμή, η μητέρα μου κι εγώ, σ’ ένα ψέμα, να μην οδηγηθούμε σε μια κωμωδία, στερημένοι από οποιαδήποτε βοήθεια. Δεν υπήρξε στιγμή που να μπήκα στο δωμάτιο της μητέρας μου μ’ ένα ψεύτικο χαμόγελο, ή λέγοντας κάτι το ψεύτικο. Δεν υπήρξε καμία στιγμή που να παίξαμε την κωμωδία μιας ζωής που κατακτά το θάνατο, ποτέ δεν ισχυριστήκαμε ότι η αρρώστια θα φύγει, όταν και οι δυο γνωρίζαμε ότι αυτό δεν θα συμβεί. Δεν υπήρξε καμιά στιγμή που να στερήθηκε ο ένας τη βοήθεια του άλλου. Υπήρξαν στιγμές που η μητέρα μου αισθάνθηκε να χρειάζεται βοήθεια. Θα κτυπούσε τότε το κουδούνι και θα ερχόμουν, και θα μιλούσαμε για τον επερχόμενο θάνατο και το αίσθημα απώλειας που είχα.
Αγαπούσε τη ζωή. Την αγαπούσε βαθιά. Λίγες μέρες πριν πεθάνει έλεγε ότι θα προτιμούσε να ζήσει 150 χρόνια υποφέροντας, αντί να πεθάνει. Μας αγαπούσε. Θλιβόταν για τον χωρισμό: «Ω! Για το άγγιγμα ενός χαμένου χεριού και τον ήχο μιας φωνής που ακόμη υπάρχει».
Κατόπιν, υπήρξαν άλλες στιγμές που αισθάνθηκα τον πόνο, και πήγαινα τότε και μιλούσα γι’ αυτόν στη μητέρα μου. Με στήριζε και με βοηθούσε να αντικρίσω τον θάνατο. Αυτή υπήρξε μια βαθιά και αληθινή σχέση, δίχως κανένα ψέμα μέσα της. Σ’ αυτήν τη σχέση είχε βρει θέση οτιδήποτε είναι αληθινό.
Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά, που την ανέφερα προηγουμένως. Επειδή ο θάνατος μπορεί να επέλθει ανά πάσα στιγμή, και τότε θα είναι πολύ αργά να διορθωθεί κάτι που ήταν στραβό, όλη η ζωή πρέπει κάθε στιγμή να γίνεται μια έκφραση, όσο το δυνατόν τελειότερη και πιο ολοκληρωμένη, σχέσης σεβασμού και αγάπης. Μόνο ο θάνατος μπορεί να μετατρέψει όσα πράγματα φαίνονται μικρά και ασήμαντα σε σημεία μεγάλα και σημαντικά. Ο τρόπος που προετοιμάζεις ένα φλιτζάνι τσάι πάνω σ’ ένα δίσκο, που τοποθετείς τα μαξιλάρια κάτω από έναν άρρωστο, ο τρόπος που ηχεί η φωνή σου, ο τρόπος που κινείσαι – τα πάντα μπορούν να γίνουν έκφραση όλων όσων υπάρχουν σε μία σχέση.
Αν υπάρχει μια λανθασμένη παρατήρηση, αν υπάρχει ένα ρήγμα, αν κάτι έχει στραβώσει, πρέπει να διορθωθεί αμέσως, επειδή υπάρχει η αναπόφευκτη βεβαιότητα ότι αργότερα θα είναι πολύ αργά. Ο θάνατος μας κάνει να αντιμετωπίζουμε την αλήθεια της ζωής, με μια αδρότητα και σαφήνεια που τίποτε άλλο δεν μπορεί να μας τη μεταδώσει.
Είναι σημαντικό, είτε αντικρίζοντας το θάνατό μας είτε αντιμετωπίζοντας το θάνατο κάποιου άλλου, να συνειδητοποιούμε την αιωνιότητα. Πριν από τριάντα περίπου χρόνια, ένας άνθρωπος οδηγήθηκε στο νοσοκομείο, με μια φαινομενικά συνηθισμένη αρρώστια. Μετά τις εξετάσεις βρέθηκε ότι έπασχε από καρκίνο που δεν μπορούσε να χειρουργηθεί. Το πληροφορήθηκε η αδελφή του καθώς και εγώ, αλλά όχι αυτός. Αισθανόταν ακμαίος, δυνατός και πάρα πολύ ζωντανός.
Μου είπε: «Έχω τόσα να κάνω και βρίσκομαι εδώ, καθηλωμένος στο κρεβάτι, για πόσο ακόμη;»
Του είπα: «Πόσο συχνά δεν μου έχεις πει ότι ονειρεύεσαι τη στιγμή που θα μπορούσες να σταματήσεις το χρόνο ώστε να μπορείς να είσαι αντί να φτιάχνεις; Ποτέ δεν το έκανες. Ο Θεός το κάνει τώρα για σένα. Τώρα είναι καιρός για να είσαι».
Αντιμετωπίζοντας την ανάγκη του να «είναι», σε μια κατάσταση που θα την αποκαλούσαμε εντελώς θεωρητική, έμεινε έκπληκτος και είπε: «Τι πρέπει να κάνω;»
Του είπα ότι η αρρώστια και ο θάνατος δεν καθορίζονται μόνο από φυσιολογικές αλλαγές -από τα μικρόβια και την παθολογία-αλλά και από όλα εκείνα τα στοιχεία που καταστρέφουν την εσωτερική μας ενέργεια. Αυτά είναι όλα όσα θα μπορούσε κάποιος να αποκαλέσει αρνητικές σκέψεις και αισθήματα, το καθετί που εξασθενίζει τη ζωή μέσα μας, το καθετί που εμποδίζει τη ζωή από το να ξεχυθεί σαν ποτάμι, καθαρό και ελεύθερο. Του πρότεινα λοιπόν να τακτοποιήσει όχι μόνο εξωτερικά, αλλά και μέσα του όλα όσα υπήρξαν λανθασμένα στη σχέση του με τους ανθρώπους, με τον ίδιο, σε όλες τις περιστάσεις της ζωής του, και να αρχίσει από εκείνη τη στιγμή. Όταν μάλιστα το κάνει αυτό για, το τώρα, ας προχωρήσει πίσω στο παρελθόν για να το καθαρίσει, για να κάνει ειρήνη με τους πάντες, λύνοντας τους κόμβους, για να αντιμετωπίσει κάθε κακό, για να μετανοήσει, για να δεχθεί και να ευγνωμονήσει με όλη του τη ζωή – πράγματι, η ζωή του είχε σταθεί σκληρή.
Έτσι, μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, περάσαμε από όλη αυτήν τη διαδικασία.Έκανε ειρήνη με ολόκληρη τη ζωή. Και τον θυμάμαι στο τέλος, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, τόσο αδύνατο που να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει το κουτάλι, να μου λέει με μάτια που έλαμπαν: «Το σώμα μου έχει, κιόλας πεθάνει, και όμως ποτέ δεν ένιωσα τόσο πολύ ζωντανός, όπως νιώθω τώρα». Είχε ανακαλύψει ότι η ζωή δεν ήταν μόνο το σώμα του, αν και ο ίδιος ήταν το σώμα του, και ότι διέθετε μια πραγματικότητα που ο θάνατος του σώματός του δεν μπορούσε να καταστρέψει.
Αυτή είναι μια πολύ σπουδαία εμπειρία. Είναι κάτι που πρέπει να κάνουμε σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, σε κάθε στιγμή, αν θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε τη δύναμη της αιώνιας ζωής μέσα μας και συνεπώς να αποβάλουμε το φόβο για οτιδήποτε συμβεί στην πρόσκαιρη αυτή ζωή, που επίσης μας ανήκει.
Μητροπολίτης Σουρόζ(+) π.Αντώνιος Μπλούμ .

12 Ιανουαρίου 2011

Τα Ψυχοσάββατα

.

Μεσα στην ιδιαίτερη μέριμνά της για τούς κεκοιμημένους η αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει καθορίσει ξεχωριστή ημέρα της εβδομάδος γι’ αυτούς.
Όπως η Κυριακή είναι η ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου, ένα εβδομαδιαίο Πάσχα, έτσι το Σάββατο είναι η ημέρα των κεκοιμημένων, για να τους μνημονεύουμε και να έχουμε κοινωνία μαζί τους. Σε κάθε προσευχή και ιδιαίτερα στις προσευχές του Σαββάτου ο πιστός μνημονεύει τούς οικείους, συγγενείς και προσφιλείς, ακόμη και τούς εχθρούς του που έφυγαν από τον κόσμο αυτό, αλλά ζητά και τις προσευχές της Εκκλησίας γι’ αυτούς.
Στο δίπτυχο, που φέρνουμε μαζί με το πρόσφορο για τη θεία Λειτουργία, αναγράφονται τα ονόματα των ζώντων και των κεκοιμημένων, τα οποία μνημονεύονται.
Σε ετήσια βάση η Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της. Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα• το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής.
Με το δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται η πίστη μας για την καθολικότητα της Εκκλησίας, της οποίας την ίδρυση και τα γενέθλια ( επί γης ) γιορτάζουμε κατά την Πεντηκοστή. Μέσα στη μία Εκκλησία περιλαμβάνεται η στρατευομένη εδώ στη γη και η θριαμβεύουσα στους ουρανούς.
Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει το εξής νόημα : Η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να γίνει ίλεως και να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους προαπελθόντας αδελφούς, και όλους μαζί να μας κατατάξει μεταξύ των υιών της Επουράνιας Βασιλείας Του.
Κατά τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα η Εκκλησία μας καλεί σε μία παγκόσμια ανάμνηση «πάντων των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Μνημονεύει:
* Όλους εκείνους που υπέστησαν «άωρον θάνατον», σε ξένη γη και χώρα, σε στεριά και σε θάλασσα.
* Εκείνους που πέθαναν από λοιμική ασθένεια, σε πολέμους, σε παγετούς, σε σεισμούς και θεομηνίες.
* Όσους κάηκαν ή χάθηκαν.
* Εκείνους που ήταν φτωχοί και άποροι και δεν φρόντισε κανείς να τούς τιμήσει με τις ανάλογες Ακολουθίες και τα Μνημόσυνα.
Ο Θεός δεν περιορίζεται από τόπο και χρόνο. Γι Αυτόν είναι γνωστά και συνεχώς παρόντα όχι μόνο όσα εμείς αντιλαμβανόμαστε στο παρόν, αλλά και τα παρελθόντα και τα μέλλοντα. Το διατυπώνει λυρικότατα μία προσευχή της Ακολουθίας της θείας Μεταλήψεως, που αποδίδεται στον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό η στον άγιο Συμεών τον νέο θεολόγο:« Επί το βιβλίον δε σου και τα μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα σοι τυγχάνει».
Ο Θεός έχει γραμμένες στο βιβλίο της αγάπης του και τις πράξεις που θα γίνουν στο μέλλον, άρα και τις προσευχές που αναπέμπουμε τώρα για πρόσωπα που έζησαν στο παρελθόν. Ως αιώνιος και πανταχού παρών ο πανάγαθος Κύριος μας Ιησούς Χριστός αγκαλιάζει με τη θεία του πρόνοια το άπειρο σύμπαν και τούς ατέρμονες αιώνες. Όλους τους ανθρώπους που έζησαν, ζουν και θα ζήσουν τούς νοιάζεται η αγάπη του• «η γαρ αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς» (Β´ Κο 5,14).
Με αυτήν την πίστη αναθέτουμε στην αγάπη και στην αγαθότητα του Θεού «εαυτούς και αλλήλους», τούς ζωντανούς αλλά και τούς κεκοιμημένους μας.
Στέργιος Ν. Σάκκος

Ωφελούν τους νεκρούς τα μνημόσυνα;





Ας δούμε τι έλεγε για τα μνημόσυνα ο μακαριστός π. Παίσιος ( από τον Δ’ τόμο, Οικογενειακή Ζωή, Λόγοι του π.Παισίου, Εκδόσεις Ησυχαστήριο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή,Θεσσαλονίκη ).
- Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί ( πλην των Αγίων ) μπορούν να προσεύχονται;- Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια ,αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον ευατό τους.Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνο ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά για να μετανοήσουν.Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας,ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους,αλλά περιμένουν από εμάς βοήθεια.Γι’ αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.Μου λέει ο λογισμός ότι μόνο το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση, και ,εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό,όπως οι δαίμονες.Δεν ζητούν βοήθεια,αλλά και δεν δέχονται βοήθεια! Γιατί, τι να τους κάνει ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του,σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει και τον πατέρα του.Ε, τι να το κάνει αυτό ο πατέρας του; Οι άλλοι όμως οι υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες.Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούντια ΘΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ.Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μία ευκαιρία,τώρα που είναι υπόδικοι,να βοηθηθούν μέχρι να γίνει η Δευτέρα Παρουσία.Και όπως σε αυτή τη ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσοαλαβήσει και να βοηθήσει έναν υπόδικο,έτσι κι αν είναι κανείς φίλος με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήσει στο Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρει τους υπόδικους από την μία φυλακή σε άλλη καλύτερη, από το ένα κρατητήριο σε ένα άλλο καλύτερο.Ή ακόμα μπορεί να τους μεταφέρει και σε ένα δωμάτιο ή σε διαμέρισμα.Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κλπ που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΕΣ που κάνουμε για τη ψυχή τους.Οι προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν,μέχρι να γίνει η τελική Κρίση.Μετά την δίκη δεν θα υπάρχει δυνατότητα να βοηθηθούν….
…Ο Θεός θέλει να βοηθήσει τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για τη σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά.Δεν θέλει να δώσει δικαίωμα στο διάβολο να πει : Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε; Όταν εμείς προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους,Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνει.Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός όταν προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.
Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα.Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων.Έχουν τη δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν τη ψυχή.Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβα για τους κεκοιμημένους.Έχει νόημα το σιτάρι: Σπείρετε εν φθορά,εγείρεται εν αφθαρσία ( Α’ Κορινθ, κεφ 15, εδ 42)(δηλαδή συμβολίζει το θάνατο και την ανάσταση του ανθρώπου ),λέει η Γραφή…
- Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;- Εμ ,όταν μπαίνει κάποιος στη φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνει κάτι και γι’ αυτούς ο Θεός. Ιδίως,όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός,γιατί μπορεί να ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΣΚΛΗΡΟΣ,αλλά στη πραγματικότητα να μην ήταν- και είχε αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε ΠΟΛΛΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ, Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για τη ψυχή του και να δίνουμε ελεημοσύνη σε φτωχούς για τη σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν οι φτωχοί “να αγιάσουν τα κόκκαλά του”, ώστε να καμθεί ο Θεός και να τον ελεήσει.Έτσι ότι δεν έκανε εκείνος, το κάνουμε εμείς γι’ αυτόν.Ενώ ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη, ακόμα και αν η ζωή του δεν ήταν καλή, επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.
Έχω υπόψη μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευματικών ανθρώπων.Κάποιος ήρθε στο Καλύβι και μου είπε με κλάματα: Γέροντα, δεν έκανα προσευχή για κάποιο γνωστό μου κεκοιμημένο και μου παρουσιάστηκε στον ύπνο μου.Είκοσι μέρες, μου είπε, έχεις να με βοηθήσεις,με ξέχασες και υποφέρω! Πράγματι, μου λέει (ο προσκηνυτής )εδώ και 20 μέρες είχα ξεχαστεί με διάφορες μέριμνες και ούτε για τον εαυτό μου δεν προσευχόμουν
- Όταν, Γέροντα, πεθάνει κάποιος και μας ζητήσουν να προσευχηθούμε γι’ αυτόν,είναι καλό να κάνουμε κάθε μέρα ένα κομποσχοίνι μέχρι τα σαράντα;- Άμα κάνεις κομποσχοίνι γι’αυτόν,βάλε και άλλους κεκοιμημένους.Γιατί να πάει η αμαξοστοιχία στον προορισμό της με έναν μόνο επιβάτη, ενώ χωράει και άλλους; Πόσοι κεκοιμημένοι έχουν ανάγκη οι καημένοι και ζητούν βοήθεια και ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΝΕΝΑΝ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ! Μερικοί ,κάθε τόσο, κάνουν μνημόσυνο μόνο για κάποιον δικό τους. Με αυτό το τρόπο δεν βοηθιέται ούτε ο δικός τους, γιατί η προσευχή τους δεν είναι τόσο ευάρεστη στο Θεό.Αφού τόσα μνημόσυνα έκαναν γι’ αυτόν, ας κάνουν συγχρόνως και για τους ξένους.
-Γέροντα, οι νεκροί που δεν έχουν ανθρώπους να προσεύχονται γι’αυτούς βοηθιούνται από τις προσευχές εκείνων που προσεύχονται γενικά για τους κεκοιμημένους;- Και βέβαια βοηθιούνται.Εγώ, όταν προσεύχομαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου, γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω.Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία,κάνω γενικό μνημόσυνο για όλους τους κεκοιμημένους…Αν καμιά φορά δεν κάνω ευχή για τους κεκοιμημένους, παρουσιάζονται γνωστοί κεκοιμημένοι μπροστά μου.Έναν συγγενή μου, που είχε σκοτωθεί στο πόλεμο, τον είδα μπροστά μου μετά τη Θεία Λειτουργία,την ώρα του μνημοσύνου, γιατί αυτόν δεν τον είχα γραμμένο με τα ονόματα των κεκοιμημένων, επειδή μνημονεύονταν στη Προσκομιδή με τους ηρωικώς πεσόντες. Κι εσείς στην Αγία Πρόθεση να μη δίνετε να μνημονευθούν μόνο ονόματα ασθενών, αλλά και ονόματα κεκοιμημένων, γιατί μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι κεκοιμημένοι!
Απόσπασμα από το βιβλίο Δώρα της Ερήμου, Gifts of the Desert , Κυριάκου Μαρκίδη, καθηγητή Κοινωνιολογίας του Μέιν ,εκδόσεις Διόπτρα
«Μία ερώτηση ακόμα, πάτερ Μάξιμε», είπε ο Γιάννης. «Όταν η ψυχή διαχωρίζεται από το σώμα, αυτή που θα βρίσκεται μέχρι την τελική Ανάσταση; Τι θα κάνει; Εξελίσσεται, ή παραμένει, ας πούμε, σε μια κατάσταση βαθέος ύπνου;»
«Άλλη μία λογική ερώτηση! Δυστυχώς, δεν μπορεί να απαντηθεί με τη λογική. Η έννοια του χώρου ανήκει στον υλικό κόσμο. Έτσι το ερώτημα “πού θα βρίσκεται η ψυχή μέχρι την κοινή Ανάσταση” μπορεί να απαντηθεί μόνο με αυτό τον τρόπο: “Θα είναι στον κόσμο των πνευμάτων όπως και οι άγγελοι”. Είναι ένας κόσμος πέρα από το χώρο και το χρόνο. Εδώ μιλάμε για έναν ριζικά διαφορετικό κόσμο, μία ριζικά διαφορετική διάσταση, που είναι πέρα από την ικανότητα μας να τη γνωρίσουμε -να ιη γνωρίσουμε με τη λογική, δηλαδή. Κανείς δεν μπορεί να περιγράψει με Λόγια αυτό τον κόσμο που βρίσκεται πέρα από το χώρο και το χρόνο. Ταυτόχρονα, σ’ αυτή την περίοδο της αναμονής, υπάρχει, θα Λέγαμε, μία εξελικτική πορεία της ψυχής προς τον Θεό. Πρόκειται για μία δυναμική πορεία, καθώς η ψυχή προχωρεί προς το μεγαλείο του Θεού».
«Έτσι, η ψυχή συνεχίζει να αναπτύσσεται», είπα. «Δεν βρίσκεται εν υπνώσει, σε κάποια κατάσταση “συντήρησης” περιμένοντας τη Δευτέρα Παρουσία».
«Σωστά. Αυτό λένε οι άγιοι πατέρες. Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, αν η ψυχή βρισκόταν σε κατάσταση αδράνειας ή στάσης, τότε σε κάποια φάση θα αισθανόταν κόπωση και ανία στην ενατένιση του Θεού, ανεξάρτητα από το πόσο καλός και ωραίος είναι ο Θεός. Όταν είμαστε συνεχώς συγκεντρωμένοι σε κάτι χωρίς αλλαγή, αναπόφευκτα δημιουργείται κόπωση και έλλειψη ενδιαφέροντος. Ο άνθρωπος όμως προχωρεί σε μία δυναμική πορεία προς έναν Θεό που είναι άπειρος. Η ζωή του ανθρώπου μέσα σ’ αυτό τον άπειρο “χώρο” του Θεού είναι μία συνεχής και αδιάλειπτη κίνηση που οδηγεί, για να το πούμε έτσι, από τη μία έκπληξη στην άλλη, καθώς της αποκαλύπτεται το μεγαλείο του Θεού.Γι ‘ αυτό οι άγιοι, όπως και οι άγγελοι, δοξάζουν ακατάπαυστα τον Θεό, γιατί παρακολουθούν συνεχώς το μεγαλείο της αγάπης Του καθώς ξετυλίγεται μέσα στην καρδιά τους. Έτσι, και πάλι έχουμε να κάνουμε με μία εξελικτική κίνηση μέσα στο άπειρο μεγαλείο του Θεού. Δεν είναι μία στατική κατάσταση που προκαλεί ανία. Ταυτόχρονα, όμως, είναι μία στάση».
«Τι σημαίνει αυτό το παράδοξο;» ρώτησα.
«Είναι εξέλιξη και στάση ταυτόχρονα, Κυριάκο», απάντησε ο πατήρ Μάξιμος. «Ενώ στέκεσαι ενώπιον του Θεού κινείσαι προς τον Θεό• και αντίστροφα». «Δεν μπορούμε να πούμε ότι η ψυχή είναι τοποθετημένη σε ένα συγκεκριμένο σημείο, σε μία προκαθορισμένη και σταθερή τρόπον τινά θέση, γιατί, όπως ήδη ανέφερα, αυτό θα σήμαινε κορεσμό και ανία. Ταυτόχρονα, η ψυχή βρίσκεται σε μία συνεχή κατάσταση διαρκούς πορείας».
«Αν ισχύει αυτό για τον κόσμο, φανταστείτε σε ποσό μεγαλύτερο βαθμό ισχύει για την επιδίωξη της γνώσης του Θεού», πρόσθεσε ο πατήρ Μάξιμος. «Γι’ αυτό, ο Απόστολος Παύλος μας έδωσε αυτά τα λόγια, ότι ο δρόμος μας προς τον Θεό προχωρεί από δόξα σε δόξα και από έκπληξη σε έκπληξη, σε μία διαδικασία που δεν τελειώνει ποτέ. Επομένως, ο άνθρωπος μετά το θάνατο συνεχίζει να διατηρεί τις δυνάμεις της συνειδητότητάς του, και μπορεί να συνεχίσει να επικοινωνεί με τον Θεό. Δεν εννοώ ότι η ψυχή θα προσεύχεται στον Θεό ζητώντας αυτό ή εκείνο το αντικείμενο, ή αυτή ή εκείνη τη χάρη. Όταν λέω προσευχή, εννοώ την ενέργεια που ενώνει τους ανθρώπους με τον Θεό. Με αυτό το είδος προσευχής, οι νεκροί μπορούν να επικοινωνούν με ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή, με τον ίδιο τρόπο που επικοινωνούμε και προσευχόμαστε για τις ψυχές των νεκρών. Γι’ αυτό έχουμε τα μνημόσυνα. Είναι ο τρόπος που χρησιμοποιούμε για να επικοινωνούμε, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, με εκείνους που έχουν φύγει ήδη για το μεγάλο ταξίδι».
Απόσπασμα από το βιβλίο ” Ο στάρετς Στέργιος ” του Jean- Claude Larchet, Εκδόσεις Ακρίτας
Παράλληλα, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο πατήρ Σέργιος ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα προκείμενου να βοηθήσει το ποίμνιο που ο Θεός του εμπιστεύθηκε. Διέσχιζε ασταμάτητα το Παρίσι και τα προάστια με σκοπό να επισκεφθεί αρρώστους και ηλικιωμένους, να βοηθήσει απόκληρους, να παρηγορήσει θλιμμένους, να προπέμψει ετοιμοθάνατους.
Ανταποκρινόταν πάντοτε σε εκείνους που, σε οποιαδήποτε περίσταση, επιζητούσαν την παρουσία του, ας συμβουλές του και την προσευχή του. Έκανε τα πάντα για όλους και ήταν εξ ολοκλήρου διαθέσιμος, αφιερώνοντας στους άλλους τον χρόνο του χωρίς ποτέ να τον υπολογίζει. Έμενε στο σπίτι του μόνο όταν έπρεπε να απαντήσει στα πολυάριθμα γράμματα που του έστελναν ή για να συνομιλήσει στο τηλέφωνο επί ώρες με όλους εκείνους που, απ’ τη Γαλλία και το εξωτερικό, ζητούσαν τη βοήθεια του.
Αυτή την αγάπη προς τον πλησίον ο πατήρ Σέργιος την εκδήλωνε και προς εκείνους που είχαν εγκαταλείψει τον παρόντα κόσμο: η προσευχή για τους κεκοιμημένους κατείχε ιδιαίτερη θέση τόσο μέσα στη ζωή του ως μοναχοί), όσο και στη δραστηριότητα του ως ιερωμένου. 0 μεγάλος αριθμός των κεκοιμημένων που ήθελε να μνημονεύει κατά τη Λειτουργία της Κυριακής, είχε ως αποτέλεσμα η Προσκομιδή να ξεκινά γύρω στις οκτώ και μισή, και η Λειτουργία μετά τις έντεκα. Επιπλέον, κατά τις ημέρες που η Εκκλησία ιδιαίτερα μνημονεύει τους κεκοιμημένους. οι ακολουθίες διαρκούσαν πάντοτε περισσότερο στον ναό της Vanves , καθώς ο πατήρ Σέργιος συνήθιζε να διαβάζει από διάφορα φύλλα χαρτιού -κιτρινισμένα τα περισσότερα από την πολυκαιρία, και σχεδόν κατεστραμμένα από την πολυχρησία -ολόκληρες λίστες με ονόματα όχι μόνο οικείων του ή προσφάτως τεθνεώτων, αλλά και όλων των αποθανόντων ενοριτών από την αρχή ακόμη της συστάσεως της ενορίας, καθώς και ανθρώπων που γνώριζε από αλλού και οι οποίοι είχαν αποβιώσει. Έτσι, χιλιάδες ήταν αυτοί που μνημόνευε ο πατήρ Σέργιος και για τους οποίους επικαλούνταν τη λυτρωτική Χάρη του ελεήμονος Θεού. Πράγματι, για τον πατέρα Σέργιο οι νεκροί ήταν πάντοτε παρόντες, και δεν υπήρχε καμιά ασυνέχεια ανάμεσα στον κόσμο των ζώντων και τον κόσμο των κεκοιμημένων. Όλοι, ζώντες και τεθνεώτες , βρίσκονται ταυτόχρονα μέσα στην Εκκλησία , που υπερβαίνει τον χρόνο, γιατί αποτελούν ζωντανά μέλη του Σώματος Εκείνου που είναι η Αιώνια Ζωή. Όλοι τους αξίζουν την ίδια προσοχή και την ίδια αγάπη…
Χειραγωγία στην πνευματική ζωή, του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής , 2006, έκδοση έβδομη ( 7η )
Η μνημόνευση των νεκρών , οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, σελ 78-79
… Ρωτάτε, γιατί μνημονεύουμε τους “κεκοιμημένους “. Γιατί έτσι διδαχθήκαμε από την αγία Εκκλησία μας. Γιατί έτσι παραλάβαμε από τους θεοφώτιστους και πνευματοφόρους πατέρες μας. Γιατί έτσι γινόταν και γίνεται σε όλους τους χριστιανικούς αιώνες, από την αποστολική εποχή μέχει σήμερα. …
Όσο για κείνον τον φιλοτάραχο, που όλο τέτοια θέματα σκαλίζει, πέστε του θαρρετά : Άκου, ανόητε ! Οι νεκροί ζουν ! Και η επικοινωνίας μας μαζί τους δεν έχει διακοπεί ! Δεν προσευχόμαστε αδιάκριτα για όλους τους ζωντανούς αδελφούς μας χριστιανούς, ανεξάρτητα από την αρετή ή την κακία τους ; Ε, λοιπόν, έτσι προσευχόμαστε και για όλους τους “κεκοιμημένους”, ανεξάρτητα από το αν συναριθμήθηκαν – ΚΑΤΙ ΑΓΝΩΣΤΟ ΣΕ ΕΜΑΣ -με τους δίκαιους ή τους άδικους. Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΓΑΠΗΣ. Πριν την τελική κρίση, όσο ακόμα δεν έχουν χωριστεί τα < πρόβατα > από τα < ερίφια > ( Ματθ, 25:33) , όλοι οι πιστοί, ζωντανοί και < κεκοιμημένοι > αποτελούμε ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Και όλοι, ως μέλη του Σώματος του Χριστού, επικοινωνούμε αγαπητικά. Ο θάνατος δεν μας χωρίζει !
Σε τι τους ωφελούν οι προσευχές μας, αφού έχει ” ήδη αποφασιστεί ” η κατάταξή τους είτε στον παράδεισο είτε στην κόλαση ; αναρωτιέστε. Αλλά μέχρι τη γενική κρίση, ο κολασμός μιας ψυχής δεν είναι οριστικά αποφασισμένος. Ώσπου να αποφανθεί τότε ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΑ ο μόνος Κριτής, κανέναν δεν μπορούμε να θεωρούμε τελειωτικά καταδικασμένο. Γι ‘ αυτό , ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΙΡΗ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΝΑ ΕΛΕΗΣΕΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΣΕΒΕΙΑ.
Ρωτάτε : επιτρέπεται η μνημόνευση ( στη Θεία Λειτουργία ή σε παρακλήσεις ή με τρισάγια και μνημόσυνα) των αλλοπίστων και των αιρετικών ; Η απάντηση είναι: ΟΧΙ. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν τους γνωρίζει, αφού δεν έγιναν ποτέ μέλη της ( ή αρνήθηκαν την Ορθόδοξη πίστη και ξεβαπτίστηκαν , με το ενταχθούν ή να συμμετάσχουν σε αιρετικές ή παραθρησκευτικές ομάδες ), και γι’αυτό δεν τους μνημονεύει.
Βέβαια, προσεύχεται γενικά για την επιστροφή εκείνων που είναι ακόμα ζωντανοί.
Μπορούμε, όμως, στην ατομική μας προσευχή, να παρακαλάμε το Θεό για τη σωτηρία επωνύμων, συγγενών και γνωστών, αλλοπίστων , ετεροδόξων, αθέων κλπ.

Η φοβερή ώρα του θανάτου

.

Το αληθινό γεγονός πού καταγράφουμε έγινε γύρω στο 1940, πριν από την έναρξη του πολέμου.
Ένας ιερεύς ο παπα-Θεόδωρος κλήθηκε για να κοινωνήσει δύο χριστιανούς ετοιμοθάνατους. Έναν πλούσιο, σκληρό και φιλάργυρο και μια ενάρετη χήρα, πού μεγάλωσε μόνη της, με τιμιότητα και σωφροσύνη, σκληρό αγώνα και φτώχεια πολλή, εκείνα τα χρόνια, οκτώ παιδιά!!!Ο παπα-Θεόδωρος πήρε μαζί τον διάκονο του, τον πατέρα Λαυρέντιο. Μπροστά ο νεωκόρος, στο πλάι ο διάκονος και ο ιερεύς με το άγιο Ποτήριο, ασκεπής και με τον Αέρα στους ώμους, (όπως εσυνηθίζετο τότε), πήγαν πρώτα στο σπίτι του πλούσιου, αλλά αυτός ούτε καν ήθελε να ακούσει για Θεία Κοινωνία! Μόνο φώναζε:-Δεν είμαι εγώ για θάνατο!Έγινε ένας διάλογος, όσο ήταν δυνατόν, μεταξύ του ιερέως και του άρρωστου, αλλά αυτός ήταν ανένδοτος, δεν ήθελε να κοινωνήσει.Λέγει τότε ο διάκονος, ο πατήρ Λαυρέντιος:-Πάτερ Θεόδωρε, μου δίνετε, σας παρακαλώ το άγιο Ποτήριο, να πάω να κοινωνήσω την ετοιμοθάνατη κυρία Μαρία και εσείς να συζητήσετε με τον ασθενή μέχρι να γυρίσω! και, εάν έχει πεισθεί, να τον κοινωνήσομε μετά;-Να πας παιδί μου, με τις ευχές μου.
Ο νεωκόρος μπροστά με το λαδοφάναρο και πίσω ο διάκονος με την Θεία Κοινωνία έφθασαν σε ένα φτωχικό σπιτάκι. Μπήκαν μέσα και είδαν γύρω από το κρεβάτι της κυρα-Μαρίας να παρευρίσκονται τα παιδιά, τα εγγόνια, οι λοιποί συγγενείς της και όλοι να κλαίνε για την υπέροχη αυτή μητέρα, γιαγιά και συγγενή.
Μόλις προχώρησε λίγο ο διάκονος, έμεινε ακίνητος! Τι είδε; Ανείπωτο θέαμα! Περικυκλωμένη δεν ήταν μόνο από ανθρώπους ή αγιασμένη αυτή ψυχούλα, αλλά και από δεκάδες Αγγέλους και Αρχαγγέλους, πού συνωστίζονταν μέσα στο δωμάτιο ποιος θα πρώτο-χαϊδέψει και ποιος θα πρώτο-απαλύνει και θα πρώτο-σφουγγίσει τον ίδρωτα αυτής της υπερευλογημένης μάνας!Και δεν ήταν μόνο αυτό!!! Ακριβώς πάνω από το κεφαλάκι της, στο προσκεφάλι της δηλαδή, ήταν ή Υπεραγία Θεοτόκος, η οποία με ένα θεοΰφαντο μαντήλι της σκούπιζε τον ίδρωτα του πυρετού από το μέτωπο της. Τα δε χείλη της ετοιμοθάνατης ψιθύριζαν: «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε».
Και-ω του θαύματος- όλοι οι Άγγελοι έπεσαν “μπρούμυτα” και προσκύνησαν το εισερχόμενο πανάγιο Ποτήριο πού είχε μέσα το τίμιο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου! Όλες οι Αγγελικές Δυνάμεις!και η Υπεραγία Θεοτόκος, κατά έναν ακατάληπτο τρόπο, ασπάσθηκε το άγιο Ποτήριο και οδήγησε τον διάκονο να κοινωνήσει την ετοιμοθάνατη.Μετά τη Θεία Κοινωνία οι Άγγελοι πήραν, την ψυχή αυτής της ευλογημένης μάνας, την παρέδωσαν στα χέρια της Παναγίας και όλοι μαζί ανήλθαν στον Ουρανό.Άστραψε ο τόπος, μοσχοβόλησε το δωμάτιο και ο διάκονος με φόβο και χαρά απερίγραπτη και αγαλλίαση έφυγε…και επέστρεψε στο σπίτι του πλουσίου… Μπήκε μέσα και τον κατέλαβε ρίγος! γιατί γύρω από το κρεβάτι, του φιλάργυρου αυτού ανθρώπου, βρίσκον­ταν εκατοντάδες δαίμονες, οι όποιοι με τρίαινες φοβερές κατατρυπούσαν το σώμα του σε διάφορα σημεία: στα γόνατα, στα πόδια, στα χέρια, στις παλάμες, στην κοιλιά, στο λάρυγγα, στα μάτια, στο κεφάλι… Με όσα μέλη αμάρτησε, πάνω σ’ αυτά τρυπούσαν οι δαίμο­νες. Ούρλιαζε, φώναζε ο ταλαίπωρος πλούσιος.Παρέδωσε το άγιο Ποτήριο τρέμοντας, στα χέρια του ιερέως, ο διάκονος, και από τον τρόμο του λιποθύμησε…O ιερεύς εις μάτην προσπαθούσε να πείσει τον πλούσιο να “ετοιμαστεί” για το τέλος! Αυτός τίποτα! Πέθανε τελικά χωρίς Θεία Κοινωνία και χωρίς Εξομολόγηση.


.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Το Μυστήριο του θανάτου


Όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Αυτό είναι μια τρανή αλήθεια χίλιες φορές επιβεβαιωμένη. Πολλές φορές εμείς οι ίδιοι γίναμε μάρτυρες του θανάτου ιδικών μας αν­θρώπων, κι' άλλες τόσες τους συνοδεύσαμε στήν τελευ­ταία τους κατοικία. Κανείς δεν μπορεί νά αρνηθεί την αλήθεια τούτη . Ναι, θα πεθάνουμε και θα φύγουμε απ’ τον κόσμο αυτόν , όπου για λίγο μένουμε. Ήλθαμε εδώ κάτω κάποτε , ζήσαμε μερικά χρόνια , και πρέπει νά φύγουμε . Δεν είναι εδώ ο μόνιμος τόπος της διαμονής μας . Είμαστε ξένοι και πάροικοι « έν γή αλλότρια » . Περαστικοί διαβάτες άπ' το πανδοχείο τής παρούσης ζωής , διανυκτερεύουμε και ξεκουραζόμαστε, προκειμένου νά πάρουμε πάλι τον δρόμων για τον τόπο του προορισμού μας που είναι ή αιωνία και πραγματική μας πατρίδα , ο ουρανός . 'Εκεί μας περιμένει ή αληθινή χαρά . Εκεί « ουκ εστι πόνος , ού λύπη, ού στεναγμός , άλλα ζωή ατελεύτητος ». Έτσι ο θάνατος γίνεται το προοίμιο τής χαράς μας , παρά το γεγονός πώς αποτελεί το τίμημα τής αμαρτίας μας . Γι' αυτό , και οι πατέρες τής Εκκλησίας μας φθάνουν στο σημείο , μαζί με τον 'Αγιο Απόστολο Παύλο , νά επιθυμήσουν τον θάνατο , τον όποιον βέβαια « ό Θεός ουκ έποίησε » (Σοφ. Σολ. 1 , 13), γιατί έτσι μπορούν νά περάσουν στήν άλλη ζωή , που κρύβει για τους ευσεβείς ανείπωτες και πρωτόγνωρες χαρές .
.
Τ Ε Ι Χ Ο Σ ΥΨΗΛΟ ΚΑΙ ΑΔΙΑΠΕΡΑΣΤΟ
.
Άλλ' ενώ ο θάνατος είναι τόσο γνωστός και βέβαιος , τά μετά τον θάνατο καλύπτονται με ένα πέπλο μυστη­ρίου. Ό άνθρωπος πάντοτε θέλησε νά εξιχνίαση αυτό το μυστήριο και νά φωτίσει κάπως τον χώρο όπου ζουν oi ψυχές . Και ή περιέργεια του αυτή τόσο περισσότερο μεγάλωνε , όσο πιο πυκνό σκοτάδι έκρυβε άπό τά μάτια του την μεταθανάτιο πραγματικότητα .Ένα υψηλό και απροσπέλαστο τείχος κρύβει την άλλη ζωή από τα μάτια μας , έτσι πού κάθε προσπάθεια μας να εισχωρήσουμε στον χώρο αυτό να είναι καταδικασμένη . Ό ίδιος ο Κύριος πολύ λίγα πράγματα άφησε νά μάθουμε γύρω από το θέμα αυτό , πού , όμως είπαμε , απασχολεί πολύ έντονα όλους σχεδόν τους ανθρώπους . Ό Θεός θέλησε νά μη αποκάλυψη λεπτομέρειες , παρά μόνο ό,τι θα ήταν χρήσιμο στον άνθρωπο και ωφέλιμο για την επίγειο ζωή του . Δηλ. γνωρίζοντας μας μερικές πτυχές της άλλης ζωής ο Θεός , δεν ηθέλησε νά ικανοποίηση την περιέργεια μας , αλλά επεδίωξε νά μας διδάξει , προκειμένου ανάλογα νά προσδιορίσουμε την διαγωγή μας στον κόσμο αυτόν και νά ζούμε με την νοσταλγία του άλλου . Ωστόσο και αυτά πού ξέρουμε για την μετά τον θάνατο ζωή , παρά την ατελή τους μορφή φωτίζουν κάπως τον ορίζοντα και αφήνουν νά διάφανη , έστω με φειδώ , κάποια πτυχή από την άπειρη αιωνιότητα . Πρέπει δε νά είμαστε βέβαιοι πώς ξέρουμε ό,τι μας χρειάζεται νά γνωρίζουμε. Τα περισσότερα ίσως νά μας ήσαν άχρηστα ή επιβλαβή .
.Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
.
Αύτη είναι ή φοβερότερη ώρα τής ζωής μας . Είναι η στιγμή του χωρισμού τής ψυχής από το σώμα . Και ναι μεν μεταβαίνουμε « δια του θανάτου εις την ζωήν » , όμως δεν παύει ο θάνατος να είναι πικρός , νά διατηρεί την γεύση τής τιμωρίας του Θεού στον άνθρωπο . Γι ' αυτό και ή Εκκλησία μας μιλάει για τον « αγώνα » πού έχει « ή ψυχή χωριζόμενη έκ τού σώματος » . Για ένα α­γώνα αληθινό , μιά και ο θάνατος είναι ο εχθρός τού άνθρωπου. (Α' Κόρ. 15,26). Διάβολος και θάνατος είναι δυο πολέμιοι τού ανθρώπου. Και θα νικηθούν βέβαια και oi δύο , καθώς οι προφήται στην Παλ. Διαθήκη προεφήτευσαν , και καθώς ο Απ . Παύλος διδάσκει. «Όταν γαρ το φθαρτόν τούτο ένδύσηται άφθαρσίαν καί τό θνητόν τούτο ένδύσηται άθανασίαν , τότε γενήσεται ό λόγος ό γεγραμμένος , κατεπόθη (έξηφανίσθη) ό θάνατος εις νίκος » (Α' Κορ. 15,54). Ό Κύριος μας « κεκοινώνηκε σαρκός και αίματος , ίνα διά τού θανάτου κατάργηση τον τό κράτος έχοντα τού θανάτου, τουτέστι τον διάβολον, καί άπαλλάξη τούτους , όσοι φόβω θανάτου διά παντός τού ζην ένοχοι ήσαν δουλείας » Έτσι με τον θάνατον τού Κυρίου κατηργήθη το κράτος τού θανάτου και ο κυρίαρχος αυτού διάβολος . Επομένως ο θάνατος δεν είναι πια στα χέρια τού διαβόλου όπλο φοβερό . Είναι στα χέρια τού Θεού , υπηρέτης τής δικής μας σωτηρίας . Αφού δι' αυτού βάζουμε τέρμα σε όλα τά δεινά τής παρούσης ζωής και ανοίγει ή δίοδος για την μακαριότητα τής μελλούσης . Ωστόσο εξακολουθεί νά είναι « φοβερώτατον τό τού θανάτου μυστήριον » πού διασπά βίαια την αρμονία σώματος και ψυχής και ση­κώνει την αυλαία πού αποκαλύπτει στα έκπληκτα μά­τια μας πράγματα άγνωστα , ακατανόητα εν πολλοίς , και ανείπωτα .
Κατά την ώρα αύτη τού θανάτου ο άνθρωπος στέ­κεται άφωνος . Βλέπει ό,τι μπορεί νά δει . Ακούει ό,τι μπορεί νά ακούσει. Είναι διαφορετικός ο θάνατος αυτού πού πιστεύει , άπο τον θάνατο τού απίστου και ασεβούς. Όσοι παρευρέθησαν σε θάνατο ευσεβών ανθρώπων μαρτυρούν για την γαλήνη , την ειρήνη και την γλυκύτητα πού τούς σκέπαζε καθώς παρέδιδαν την ψυχή τους στον άγγελο . Τούς άκουσαν νά μιλούν για χώρες όμορφες , για λιτανείες Αγίων , τούς είδαν νά σηκώνουν τά χέρια για νά υποδεχθούν με χαρά κάποιον πού έφθανε , νά δείχνουν με αγαλλίαση κάποιον πού ήλθε . Ή γαλήνη τού πνεύματος των αποτυπώθηκε έπειτα και στήν μορφή των . Καθώς το άψυχο πια σαρκίο των έμενε στη γη , έμοιαζε νά κηρύττει σε όλους αύτη την αλήθεια . Και αντιθέτως όσοι παρευρέθησαν στις τελευταίες στιγμές ανθρώπων ασεβών και απίστων , τους είδαν νά υποφέρουν , νά τυραννιόνται, , νά σφαδάζουν , νά μορφάζουν πάνω στο κρεβάτι , νά δείχνουν ένα παράξενο φόβο για κάτι πού εκείνοι έβλεπαν νά πλησιάζει και πάσχιζαν νά το αποφύγουν . Ή νοσοκόμα πού βρέθηκε στις τελευταίες στιγμές του Βολταίρου , γνωστού απίστου , είπε πώς θα ευχόταν κανείς άλλος άνθρωπος νά μη πέραση τις τραγικές στιγμές πού πέρασε εκείνος καθώς παρέδιδε την ψυχή του .
.Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ
.Μόλις ο άνθρωπος πεθάνει , την ίδια ώρα ή ψυχή του μεταφέρεται άπό τους αγγέλους στο χώρο τής αιωνιότητας , στήν αληθινή της πατρίδα . Ό άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας πληροφορεί πώς « του σώματος αι ψυχαι έξελθούσαι, ουκ ενταύθα διατρίβουσιν, άλλ' ευ­θέως απάγονται. Ούχ αι τών δικαίων δέ μόνον, άλλά και τών εν πονηρία ζώντων απάγονται εκεί αί ψυχαί» . Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει ο ιερός πατήρ έχων υπ' όψιν του δυο σχετικές παραβολές τού Κυρίου . Ή μία είναι ή τού πλουσίου και τού Λαζάρου , όπου μας παρέχεται ή πληροφορία ότι « έγένετο άποθανείν τον πτωχόν και άπενεχθήναι αυτόν ύπό τών αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ» (Λουκά 16, 22). Ή δεύτερη είναι τού άφρονος πλουσίου , όπου και εκεί ακούεται ή φωνή πού λέγει : « 'Άφρον , ταύτη τή νυκτί τήν ψυχήν σου άπαιτούσιν άπό σού . . .» . Και στις δυο περιπτώσεις άγγελοι επήραν τις ψυχές, με την διαφορά όμως ότι, όπως πάλι λέγει ο Χρυσόστομος , « τον μέν ( δήλ . τον άφρονα πλούσιον ) ώς δεσμώτη έξηγον , τον δε ( τον πτωχόν Λάζαρον ) ώς στεφανίτην έδορυφόρουν » . Οι άγγελοι, λοιπόν , είναι επιφορτι­σμένοι με την μεταφορά των ψυχών στον ουρανό . Γι' αυτό άλλωστε λέγονται και « λειτουργικά πνεύματα» διότι μεριμνούν δια τους « μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν » όχι μόνον εν τή ζωή , άλλά και μετά θάνατον . Άπό όσα είπαμε πάρα πάνω δεν αποκλείεται ή παρουσία κατά την ώρα τού θανάτου και των δαιμό­νων , δεδομένου ότι ο ίδιος ο ιερός Χρυσόστομος κάνει λόγο για « φοβέρας τινάς δυνάμεις » πού και αυτές , όπως οι άγγελοι , ζητούν νά πάρουν την ψυχή . Τούτο βεβαιώνει και ή παράδοσις τής Εκκλησίας μας , καθώς διασώζει σχετικές διηγήσεις , πού τις βρίσκουμε στα συναξάρια και στους βίους των αγίων , στα Γεροντικά και στα έργα των πατέρων . Άπό όλα αυτά τά στοιχεία συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι Άγιοι άγγελοι οδηγούν τις ψυχές στήν άλλη ζωή , ενώ οι δαίμονες διεκδικούν νά πάρουν όσες ψυχές νομίζουν πώς τούς ανήκουν.
.Η ΜΕΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ
.
Όπως είπαμε , οι άγγελοι συνοδεύουν την ψυχή στο ουράνιο ταξίδι της , πού έχει τέρμα ένα χώρο όπου γί­νεται μία προσωρινή κρίση της , ανάλογα με τη διαγωγή τού άνθρωπου στη γη . Στη Σοφία Σειράχ διαβάζουμε πώς είναι « κούφον (εύκολο) έναντι Κυρίου έν ήμερα τελευτής άποδούναι άνθρώπω κατά τάς οδούς αυτού » (Σόφ. Σειράχ 11, 26) . Σύμφωνα με όσα εξ άλλου γράφει ο Απόστολος Παύλος στήν προς Εβραίους επιστολή του συνάγεται πώς κατά την προσωρινή αύτη κρίση , πού ακολουθεί αμέσως τον θάνατο , γνωρίζεται στήν ψυχή , ποία θα είναι ή τύχη πού την αναμένει. Ή δια­δικασία αυτή , όπως λέει ο καθηγητής Π . Τρεμπέλας, « δεν θα είναι δημοσία , άλλα μόνον τοιαύτη , ώστε νά καταδειχθεί εις ένα έκαστο , τι πρόκειται νά αντιμετωπίσει κατά την ήμερα τής Δευτέρας Παρουσίας . Ή επίσημος και δημοσία Κρίση θα λάβει χώρα, όταν ολόκληρος ο κόσμος συναχθεί εις το βήμα του Χρίστου , δια νά αποδοθεί εις έκαστον κατά τά έργα αυτού. . .» (Π. Τρέμπέλα : Υπόμνημα εις τάς έπιστολάς τής Κ. Διαθήκης τομ. 3 σ. 134 ) . Έτσι μετά την προσωρινή αυτή κρίση oi ψυχές προγεύονται είτε τής ευφροσύνης τοϋ Παραδείσου , είτε τής δυστυχίας τής κολάσεως . Βρίσκονται δηλ. σε μία μέση κατάσταση όπου μόνο σχετική μακαριότητα και σχετική κακοδαιμονία αισθάνονται . Την πληρότητα αυτών θα λάβουν κατά την γενική και οριστική κρίση που θα γίνει στήν Δευτέρα Παρουσία . Ό Άγιος Γρηγόριος ο Νάζια νζηνός βεβαιώνει πώς αυτά ισχύουν και για τούς δικαίους , οι όποιοι μόνον « τήν φαντασία καρπούνται τήν άποκειμένην μακαριότητα » (Ρ. Ο. 35, 781). Ή πλήρης απόλαυση θα γίνει όταν ή ψυχή θα λαβή εκ νέου το σαρκίο της.
Ή κρίση αυτή, όπως είπαμε , είναι προσωρινή . Ή οριστική έρχεται βραδύτερα . « Ή προσωρινότης τής πρώτης κρίσεως μας δίδει το δικαίωμα νά προσευχώμεθα για τις ψυχές των προσφιλών μας . Σκοπός μας είναι νά παρακαλέσομε τον Θεό νά κρίνει με επιείκεια τις αμαρτίες εκείνων , πού ήσαν πιστοί σ ' αυτόν , κι' έφυγαν με ελαττώματα άπό τον κόσμο . Βέβαια μόνον ο παρόν βίος είναι για μετάνοια . Ή άλλη , ζωή είναι ζωή κρίσεως . Κατά δε τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό στη ζωή εκείνη « ούκετι τροπή , ούκετι μετάνοια » (Ρ. Ο. 94, 177). Όμως ή στενή σχέσις πού υπάρχει ανάμεσα στήν στρατευόμενη και στήν θριαμβεύουσα Εκκλησία δικαιολογεί τις λειτουργίες , τις δεήσεις , τις ελεημοσύνες , και προ πάντων τά μνημόσυνα πού κάνουμε υπέρ των ψυχών των κεκοιμημένων αδελφών μας πού απέθαναν εν ευσέβεια και « έπ ' έλπίδι ζωής αιωνίου » . Με τις προσευχές μας αυτές προσφέρεται μία ωφέλεια στις ψυχές των ευσεβών . Και όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος τά μνημόσυνα « πολύ το κέρδος προσπορίζονται τοίς μεταστάσι » (τ. 62, 203) . Είναι ευνόητο πώς για εκείνους πού έφυγαν άπό τον κόσμο αυτόν αμετανόητοι και μακράν τού Χριστού και τής Εκκλησίας , καμμίαν ωφελεία δεν μπορούν νά προσφέρουν τά μνημόσυνα και οι λειτουργίες . Επειδή όμως εμείς , σαν άνθρωποι πού είμαστε , δεν μπορούμε νά ξέρουμε με βεβαιότητα την καρδιά τοϋ κάθε άνθρωπου , ώστε νά αποφασίζουμε εμείς για την μετά θάνατο τύχη του , είναι άδικο και επικίνδυνο μαζί νά μη προσευχώμεθα για κάποιον πού τον νομίζουμε αμαρτωλό , ενώ εκείνος είναι δυνατό στις τελευταίες του στιγμές νά ζήτησε τού Θεού το έλεος . Και αν λάβουμε υπ ' όψιν ότι ο Θεός « πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις έπίγνωσιν αληθείας έλθείν » και γι ' αυτό μετέρχεται κάθε μέσον για νά οδηγήσει στήν σωτηρία έστω και μία ψυχή , κρίνει δε με μέτρα διαφο­ρετικά άπό τά δικά μας , τότε θα κατανοήσουμε πώς εμείς πρέπει νά προσευχώμεθα για τούς κεκοιμημένους, έστω κι' αν αυτοί, στα μάτια τά δικά μας, φαίνονται πώς έφυγαν άπό την ζωή αυτήν απροετοίμαστοι και αμετανόητοι.
.
ΠΟΙΑ Η Φ Υ Σ I Σ ΤΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΙΜΩΡΙΩΝ
.
Ένα ζήτημα πού απασχολεί πολύν κόσμο είναι και το τι είδος τιμωρίας θα είναι ή κόλαση , ως και το τι είδος αμοιβής θα είναι ο Παράδεισος . Πάνω στο θέμα αυτό μερικές άνθρωποπαθείς εκφράσεις πού χρησιμοποιεί ή Γραφή έδωσαν την εντύπωση πώς θα πρόκειται για υλικές απόλαυες ή τιμωρίες . Έτσι γεννήθηκε στο μυαλό μας ή εικόνα τού Παραδείσου με τά δένδρα και τά γάργαρα νερά , καθώς και εικόνα της κολάσεως με τά τηγάνια , τις πίσσες και τά καζάνια.
Ή σωστή άποψη είναι ότι και οι τιμωρίες και οι αμοιβές θα είναι υπεραισθητές και πνευματικές , όπως είναι και οι ψυχές .
Για νά το καταλάβουμε αυτό καλύτερα πρέπει νά γνωρίσουμε μερικές ακόμη λεπτομέρειες . Και πρώτα απ ' όλα πρέπει νά μάθουμε πώς οι ψυχές διατηρούν την αυτοσυνειδησία τους . Δηλ. ξέρουν ποιες είναι , αναγνωρίζουν πρόσωπα και θυμούνται τούς γνωστούς των στη γη καθώς και τις πράξεις των . Αυτό το βλέπουμε καθαρά στήν παραβολή τού πλουσίου και τού Λαζάρου, όπου στήν άλλη ζωή ο πλούσιος ανεγνώρισε τον Λάζαρο πού τον ήξερε άπό τη γη , θυμήθηκε πώς είχε πέντε αδέλφια κάτω στον κόσμο , και γενικά έδειξε πώς καταλάβαινε τη δύσκολη θέση του. Αυτό σημαίνει πώς και οι ψυχές των πεθαμένων όχι μόνον ζουν , άλλά και θυμούνται και γνωρίζουν . Άλλ' αυτή ακριβώς ή μνήμη θα είναι αφορμή χαράς για τούς δικαίους και θλίψεως για τούς αμαρτωλούς . Θα σκέπτονται δηλ . οι ασεβείς τι έχασαν με την ζωή τής αμαρτίας . Θα ζητούν νά επανέλθουν στον κόσμο έστω για ένα λεπτό προκειμένου νά προλάβουν νά μετανοήσουν , και δεν θα το κατορθώνουν . Και αυτό θα είναι ένα συνεχές μαρτύριο . Μαζί δε μ ' αυτό θα είναι και το μαρτύριο τής συνειδήσεως τους , πού θα τούς ελέγχει συνεχώς με τύψεις για την άστατη διαγωγή τους . Έπισημαίνων το σημείο αυτό ο καθηγητής Π . Τρεμπέλας σημειώνει: « Ή μνήμη εις τον άλλον κόσμο είναι απαραίτητος δια την χαρά των δικαίων και θα συντελεί σοβαρώς εις την θλίψιν των απολωλότων . Ή μνήμη μας εκεί θα ενισχυθεί τόσο , ώστε νά ενθυμούμεθα τον όλον επί γης βίο μας . Πιθανότατα δε θα κινείται τόσον άστραπιαίως , ώστε αυτοστιγμεί νά περιλαμβάνει δι ' ενός βλέμματος ολόκληρη την παρελθούσα ζωή . Άπό τού υψηλού όρους τής αιωνιότητας θα βλέπουμε προς τά κάτω και θα διά-κρίνουμε ολόκληρη την πεδιάδα τής εν τη γη ζωής μας, η οποία θα εκτείνεται προ ημών . Και θα συνοδεύεται ή ανάμνηση τού παρελθόντος μετά τελείας και ακριβούς γνώσεως των συνεπειών και πλήρους αισθήσεως τής συνειδήσεως ως προς το ένοχο και τις βαρείες ευθύνες τού παρελθόντος » ( Π. Τρεμπέλα : Υπόμνημα εις το κατά Λουκαν σ . 484 - 485 ).
Ή ψυχή έπλάσθη , όπως είναι γνωστόν , για νά ανα­παύεται κοντά στο Θεό . Μόνο εκεί βρίσκεται το φυσικό της περιβάλλον . Μακράν τού Θεού ή ψυχή υποφέρει , όπως το ψάρι έξω άπό το νερό και ο πνεύμονας έξω άπό την ατμόσφαιρα . Τώρα καταλαβαίνουμε τι μεγάλη τιμωρία θα είναι για την ψυχή τού αμαρτωλού νά είναι καταδικασμένη σε αιώνιο χωρισμό άπό τον Θεό , και τι μεγάλη χαρά και αγαλλίαση θα είναι για την ψυχή του δικαίου νά βλέπει τον Θεό και νά συναναστρέφεται μαζί του αιώνια
.Ο Ι  Ψ Υ Χ Ε Σ  Ζ Ο Υ Ν  Π Ρ Ο Σ Ω Π Ι Κ Η  Ζ Ω Η
.
Άπό όσα είπαμε μέχρι τώρα γίνεται αντιληπτό πώς ο θάνατος δεν εξαφανίζει τον άνθρωπο μαζί με την ψυχή του , αλλ ' ότι το μεν σώμα φθείρεται , ή δε ψυχή ζή « τω Θεώ » (Δ' Μάρκ. 7, 19) . Ή αλήθεια αυτή διδά­σκεται σε πολλά σημεία τής Γραφής . Ό Εκκλησιαστής λ . χ . διδάσκει πώς « έπιστρέψη ό χους έπι τήν γήν ώς ην , και τό πνεύμα έπιστρέψη προς τον Θεόν , ός έδωκεν αυτό » (Έκκλ. , 12, 7). Ή εμφάνιση εξ άλλου κατά την Μεταμόρφωση του Κυρίου του Μωϋσέως και του Ηλία , πού είχαν πεθάνει πριν άπό πολλά χρόνια επιβεβαιώνει την αλήθεια για την αθανασία των ψυχών. Και ο Κύριος μας είπε ότι εκείνος πού πιστεύει σ ' αυτόν δεν θα αποθάνει εις τον αιώνα (Ίωάν. ΙΓ, 26) . Και οι ψυχές όχι μόνο δεν πεθαίνουν , άλλα ζουν ως υπάρξεις προσωπικές ένεκα της αυτοσυνειδησίας τους. Οι νεκροί μας ζουν στην κατάσταση των πνευμάτων χωρίς νά διακόψουν την σχέση τους με μας , γιατί όλοι, κι' εμείς και αυτοί , είμαστε μέλη τού σώματος του Χρίστου , πού είναι ή Εκκλησία . Μέσα, λοιπόν, στήν Εκκλησία μπορούμε νά ζήσουμε αυτόν τον δεσμό , ποτέ δε έξω άπο την Εκκλησία . Γι' αυτό κάνουν μεγάλο λάθος εκείνοι πού θέλοντας νά επικοινωνήσουν με τούς νεκρούς τους , καταφεύγουν σε μάγια ή μέντιουμ ή άλλες πνευματιστικές μεθόδους , πού δεν έχουν την έγκριση τής Εκκλησίας και τής θρησκείας. Ή Εκκλησία σαν ενιαίο και αδιαίρετο σώμα μπορεί νά μας εξασφάλιση την σχέση με τούς νεκρούς αδελφούς μας. Υπάρχουν τηλέφωνα με εσωτερικές γραμμές πού συνδέουν την στρατευόμενη με την θριαμβεύουσα Εκκλησία . Είναι oι προσευχές πού μας δίδουν την ευχέρεια νά απευθυνθούμε στους νεκρούς μας.
.
Η ΤΥΧΗ ΤΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ
.Τά σώματα μας με τον θάνατον παραδίδονται στήν φθορά . Διαλύονται εις τά εξ ων συνετέθησαν . Άλλ' ή φθορά αύτη θα οδηγήσει στήν αφθαρσία . Γιατί το σώμα « σπείρεται έν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία , σπείρεται έν ατιμία , εγείρεται έν δόξη , σπείρεται έν άσθενεία , εγείρεται έν δυνάμει » (Α' Κόρ. 15, 43). Το σώμα μας θα αναστηθεί κάποτε πού εμείς δεν γνωρίζουμε . Γιατί εμείς « καθώς έφορέσαμεν τήν εικόνα τού χοϊκού , φορέσομεν και τήν εικόνα τού επουρανίου » (Α' Κορ. 15, 49) . Ή πρόσληψη αυτής τής εικόνας θα γίνει κατά την γενική ανάσταση των νεκρών . Τότε ένας άγγελος « σαλπίσει και οι νεκροί έγερθήσονται άφθαρτοι και ημείς άλλαγησόμεθα » (Α' Κορ. 15, 52) . Και τότε αντί τής φθαρτότητας θα είναι ή αφθαρσία και αντί τής θνητότητας ή αθανασία .Ρίπτεται μέσα στον τάφο το σώμα μας και είναι απαίσιο και αποκρουστικό στήν θέα . Μυρίζει άσχημα και ο κόσμος το αποφεύγει . Αλλά όταν θα αναστηθεί θα γίνει ένδοξο , όπως το σώμα τού άναστάντος Χριστού , εφ ' όσον θα ανήκει εις ευσεβή . Θα καθαρισθεί από κάθε γήινη υποστάθμη και θα λάμπει εξαίσιο. Θα απόλαυση δε μαζί με την ψυχή την μακαριό­τητα τού παραδείσου , και θα τιμωρηθεί πάλι μαζί με την ψυχή εις την δυστυχία τής κολάσεως . Έτσι όρισε τά πράγματα ή Θεία Πρόνοια . Έπρεπε νά λάβομε πρώτα τά ασθενή και εύθραυστα σώματα πριν αποκτήσομε τά πνευματικά και άφθαρτα ένεκα τής δυνάμεως τού Χριστού . Έπρεπε νά πεθάνουμε πριν ζήσουμε ελεύ­θεροι ως προς τον θάνατο και την φθορά . Άλλωστε « σαρξ και αίμα Βασιλείαν Θεού κληρονόμησαι ου δύ­νανται» (Α' Κόρ. 15, 50).
Ή άνάστασις των νεκρών θα είναι γενική δι' όλους , δικαίους και άδικους . Το κάθε σώμα θα ενωθεί τότε με την ψυχή του , πού θα ευρίσκεται στήν μέση κατάσταση. Ή παράδοση τής Εκκλησίας μας δέχεται ότι τά νέα αυτά σώματα θα έχουν άναμόρφωσιν, άπάθειαν , άτρεψίαν , άφθαρσίαν , θα είναι άπηλλαγμένα φθοράς . Με τέτοια σώματα θα εμφανισθούμε ενώπιον τού Κριτού και θα κριθούμε πλέον τότε οριστικά και αμετάκλητα . Είναι ευνόητο ότι τά σώματα αυτά δεν θα έχουν τις ιδιότητες των σωμάτων πού έχουμε τώρα . Δεν θα είναι σαρξ και αίμα . Δεν θα έχουν ανάγκην τροφής , νερού κλπ. θα είναι σώματα πνευματικά . Έτσι μπορούμε πληρέστερα τώρα νά καταλάβουμε πώς και οι αμοιβές και οι τιμωρίες θα είναι και αυτές πνευματικές . Τά σώματα πάντως εκείνα θα διατηρούν τά εξωτερικά των γνωρίσματα . Θα παύσουν όμως να είναι ασθενικά . Θα είναι τέλεια , ένδοξα .
.ΦΥΛΑΚΕΣ ΓΡΗΓΟΡΕΙΤΕ
.Όλα όσα είπαμε δεν έχουν σκοπό νά ικανοποιήσουν μία περιέργεια μας , άλλά νά μας τονίσουν την αναγκαιότητα τής προετοιμασίας μας για το αιώνιο ταξίδι μας . Βασική αλήθεια είναι πώς πρέπει νά εκμεταλλευθούμε για το συμφέρον μας τον καιρό τής επιγείου μας ζωής . Τώρα μπορούμε νά μετανοήσουμε και νά γίνουμε άνθρωποι του Θεού . Στον άλλο κόσμο θα κριθούμε κατά τά έργα μας . Ή διαγωγή μας εδώ κάτω προσδιορίζει και τη θέση πού θα λάβουμε στον ουρανό . Μη βαυκαλιζώμεθα με ματαιότητες . Ή ψυχή μας έχει ανάγκη χειραγωγήσεως , πνευματικής τροφοδοσίας και προσοχής . Το τέλος εγγίζει και τότε « μέλλει θορυβείσθε » αν δεν ευρεθεί έτοιμος . Θα είναι κρίμα τά ολίγα χρόνια αυτής εδώ τής ζωής νά μας στερήσουν την ευτυχία του ουρανού . Ή μετά θάνατον πραγματικότητα βοά και κράζει και μας καλεί εις εγρήγορση και επιφυλακή . Είναι εύκολο νά παραδοθούμε στις ηδονές τοΰ κόσμου και νά γίνουμε εχθροί του Θεού . Άλλ ' αυτό θα σημάνει την καταστροφή μας . Προτιμότερο είναι νά ρυθμίσουμε έτσι τη ζωή μας , ώστε κατά την ώρα του θανάτου μας νά νοιώθουμε ευτυχείς , καθώς άγγελοι θα παραλαμβάνουν την ψυχή μας για νά οδηγήσουν αυτήν στον θρόνο του Κυρίου της.
Κάποιος πνευματικός έδινε την έξης συμβουλή στα παιδιά του : Παιδί μου , όταν γεννιόσουν όλοι γελούσαν και μόνο συ έκλαιγες . Φρόντισε όταν πεθάνεις , όλοι νά κλαίνε και μόνο συ νά γελάς.
Αγαπητέ μου αναγνώστη , μακάρι όλοι μας νά γελάμε καθώς θα φεύγουμε άπό τον κόσμο αυτόν . Τούτο θα είναι ή καλύτερη απόδειξη για τη θέση που ετοιμάσαμε στήν άλλη ζωή για τον εαυτό μας .
.(ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ +2008)

Τι μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους μας

.
Ο καθένας από εμάς που επιθυμεί να εκφράσει την αγάπη του για τους νεκρούς και να τους βοηθήσει ουσιαστικά, μπορεί να το επιτύχει προσευχόμενος υπέρ των ψυχών τους, και ειδικότερα μνημονεύοντας αυτούς στη Θεία Λειτουργία, όταν οι μερίδες που αποκόπτονται για ζώντες και νεκρούς αφήνονται να πέσουν μέσα στο Αίμα του Κυρίου με τις λέξεις: «Απόπλυνον Κύριε τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τω Αίματί σου τω Αγίω πρεσβείαις της Θεοτόκου και πάντων σου των Αγίων. Αμήν.» Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε καλύτερο ή σπουδαιότερο για τους νεκρούς από το να προσευχόμαστε γι΄ αυτούς, προσφέροντάς τους μνημόσυνο στη Θεία Λειτουργία.
Το έχουν πάντα ανάγκη,ειδικά κατά τη διάρκεια εκείνων των σαράντα ημερών όπου η ψυχή του απελθόντος πορεύεται προς τις αιώνιες κατοικίες. Το σώμα δεν αισθάνεται τίποτε τότε· δε βλέπει τους οικείους που έχουν συγκεντρωθεί, δε μυρίζει το ευωδιαστό άρωμα των λουλουδιών, δεν ακούει τους επικήδειους. Η ψυχή όμως αισθάνεται τις προσφερόμενες υπέρ αυτής προσευχές και είναι ευγνώμων στους ανθρώπους που τις απευθύνουν και βρίσκεται πνευματικώς κοντά τους.
Ω συγγενείς και αγαπημένοι του νεκρού! Πράξετε γι΄ αυτούς ότι έχουν ανάγκη και ότι είναι εντός της δικαιοδοσίας σας. Δώστε τα χρήματά σας όχι για να καλλωπίσετε εξωτερικά το φέρετρο και το μνήμα, αλλά για να βοηθήσετε όσους το χρειάζονται, εις μνήμην των αγαπημένων σας που έφυγαν από τη ζωή, για να ενισχύσετε εκκλησίες, στις οποίες προσφέρονται προσευχές υπέρ αυτών. Ελεήστε τους νεκρούς, φροντίστε για τις ψυχές τους.
Μας περιμένει όλους ο ίδιος δρόμος, και όταν κι εμείς βρεθούμε εκεί πόσο πολύ θα ευχόμαστε να μας θυμάται κάποιος στις προσευχές του! Αξίζει λοιπόν να ελεήσουμε εμείς οι ίδιοι τους νεκρούς.
Αμέσως αφού αναπαυθεί κάποιος, καλέστε ή ενημερώστε έναν ιερέα, ώστε να διαβάσει τις «Προσευχές για την Αναχώρηση της Ψυχής», τις οποίες η Εκκλησία έχει ορίσει να διαβάζονται πάνω από όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς μετά το θάνατό τους. Προσπαθήστε, ει δυνατόν, να τελέσετε την κηδεία στην εκκλησία και να αναγνώσετε το Ψαλτήρι πάνω από τον απελθόντα μέχρι την κηδεία.
Η κηδεία δεν χρειάζεται να είναι περίτεχνη, αλλά πρέπει απαραιτήτως να είναι πλήρης, χωρίς συντομεύσεις· την ώρα εκείνη μη σκεφτείτε τον εαυτό σας και την άνεσή σας, αλλά τον απελθόντα, από τον οποίο χωρίζεστε δια παντός. Εάν υπάρχουν ταυτόχρονα και άλλοι απελθόντες που αναμένουν κηδεία στην εκκλησία, μην αρνηθείτε εάν σας προταθεί να τελέσετε την κηδεία για όλους μαζί.
Είναι καλύτερο να τελείται μια κηδεία για δύο ή περισσότερους απελθόντες ταυτόχρονα, όταν οι προσευχές όλων των παρευρισκομένων προσφιλών προσώπων θα είναι ιδιαιτέρως ένθερμες, παρά να τελούνται ξεχωριστές, διαδοχικές κηδείες, και να συντομεύονται οι λειτουργίες εξ αιτίας έλλειψης χρόνου και ενέργειας· αφού κάθε λέξη της προσευχής για τον αναπαυθέντα είναι ότι μία σταγόνα νερό για το διψασμένο.
Κανονίστε οπωσδήποτε εκείνη την ώρα τα σχετικά με την τέλεση σαρανταλείτουργου, δηλαδή καθημερινή μνημόνευση στη θεία Λειτουργία σε όλη τη διάρκεια των σαράντα ημερών. Συνήθως στους ναούς όπου τελείται καθημερινά Θεία Λειτουργία, οι απελθόντες οι οποίοι έχουν κηδευτεί εκεί μνημονεύονται επί σαράντα και πλέον ημέρες.
Εάν όμως η κηδεία γίνει σε ναό όπου δεν τελείται καθημερινά Θεία Λειτουργία, τότε οι ίδιοι οι συγγενείς θα πρέπει να φροντίσουν να ζητήσουν την τέλεση του 40ήμερου μνημόσυνου οπουδήποτε τελούνται Θείες Λειτουργίες. Παρομοίωςείναι καλό να στέλνουμε εισφορές για μνημόνευση των νεκρών σε μοναστήρια, όπως και στα Ιεροσόλυμα, όπου καθημερινά διεξάγεται προσευχή στους Αγίους Τόπους.
Αλλά η διαδικασία της 40ήμερης δέησης υπέρ των νεκρών πρέπει να ξεκινήσει αμέσως μετά το θάνατο, όταν η ψυχή έχει ιδιαίτερη ανάγκη βοηθείας από την προσευχή· επομένως, θα πρέπει να ξεκινούμε αυτό το μνημόσυνο στον κοντινότερο ναό όπου τελείται καθημερινώς Θεία Λειτουργία.
Αξίζει λοιπόν να φροντίσουμε γι΄ αυτούς που έφυγαν για τον άλλο κόσμο πριν από εμάς, προκειμένου να κάνουμε ότι μπορούμε για τις ψυχές τους, ενθυμούμενοι ότι: «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί θα ελεηθούν».
.
π. Σεραφείμ Ρόουζ
Απόσπασμα από το βιβλίο του «Η ψυχή μετά το θάνατο»

Πορεία προς τον Ουρανό !

...
“Η σκέψη του θανάτου είναι ικανή να παρακινήσει τον αμαρτωλό σε μετάνοια.
Μας είναι και γνωστός και άγνωστος ο θάνατος. Γνωστός, γιατί ξέρουμε ότι όλοι θα πεθάνουμε. Άγνωστος, γιατί δεν ξέρουμε πότε, πού και πώς θα πεθάνουμε.
Όσο περισσότερο ζούμε, τόσο περισσότερο μικραίνει η ζωή μας, τόσο λιγοστεύουν οι μέρες μας και πλησιάζουμε στο θάνατο. Είμαστε πιο κοντά του σήμερα απ΄ό,τι χθές, αυτή την ώρα απ΄ό,τι την προηγούμενη.
Ο θάνατος βαδίζει αόρατος πίσω απ΄τον καθένα και τον αρπάζει τότε που δεν το υποπτεύεται. Εντούτοις, σχεδόν όλοι οι άνθρωποι - και μάλιστα οι υγιείς και οι δυνατοί - κάνουν τις ακόλουθες σκέψεις για τον ευατό τους:
- Εγώ θα ζήσω ακόμη αρκετά. Είναι πολύ μακριά το τέλος μου. Θα μαζέψω πλούτη και θα ευφραίνομαι.
Μα ορμάει ξαφνικά εναντίον τους ο θάνατος και σβήνουν τα όνειρα και οι επιθυμίες. Και πεθαίνει γρήγορα εκείνος που έταξε στον εαυτό του μακροζωία. Και αφήνει τ΄αγαθά του και το σώμα του στον κόσμο εκείνος που ήθελε να συγκεντρώνει πλούτη.
Άγνωστο λοιπόν μας είναι το τέλος, χριστιανοί. Ο φιλάνθρωπος Θεός, που φροντίζει για το καλό μας, τα καθόρισε έτσι, ώστε να είμαστε πάντα έτοιμοι και να καταφεύγουμε στην ειλικρινή μετάνοια.
Με ό,τι θα φύγει ο άνθρωπος από δω, μ΄αυτό και θα παρουσιαστεί μπροστά στο κριτήριο του Χριστού.
Αδελφοί, ας συλλογιστούμε προσεκτικά αυτά τα λόγια κι ας μετανοήσουμε, για να μην ταξιδέψουμε προς την αιωνιότητα με τις αμαρτίες μας και εμφανιστούμε μ΄αυτές σ΄εκείνο το δικαστήριο.
Ο φιλεύσπλαχνος Θεός μας υποσχέθηκε το έλεός Του, δεν μας υποσχέθηκε όμως ότι θα ζούμε το επόμενο πρωί. Και τούτο, για να είμαστε προσεκτικοί, και όταν ξυπνάμε, να θυμόμαστε το θάνατό μας, να διορθώνουμε τον εαυτό μας, να ετοιμαζόμαστε για την έξοδό μας, ώστε να έχουμε μακάριο τέλος.
Είναι φοβερή η ώρα του θανάτου. Όλοι οι άγιοι τη σκέφτονταν κι έκλαιγαν, ικετεύοντας τον φιλάνθρωπο Θεό να τους ελεήσει εκείνη την ώρα. Εκπληκτικό! Να κλαίνε οι άγιοι στη σκέψη του θανάτου, και οι αμαρτωλοί ωστόσο να μη συγκινούνται, αν και καθημερινά κάποιον βλέπουν να πεθαίνει.
Φτωχοί αμαρτωλοί! Γιατί κοιμόμαστε, ενώ ο διάβολος σαν κλέφτης αρπάζει τη σωτηρία μας; Ας γράψουμε στη μνήμη μας την ώρα του θανάτου και ας είμαστε έτοιμοι. Απ΄αυτήν θα εξαρτηθεί, αν ο άνθρωπος θα είναι αιώνια ευτυχισμένος ή αιώνια δυστυχισμένος. Από το θάνατο ανοίγουν για τον καθένα οι πύλες της αιωνιότητας, ο δρόμος για την αιώνια μακαριότητα ή την αιώνια δυστυχία. Απ΄αυτόν τον σταθμό αρχίζει ο άνθρωπος να ζει ή να πεθαίνει αιώνια.
Πού βρίσκονται τώρα όσοι έζησαν πρίν από μας και πέρασαν τη ζωή τους αμετανόητα, με κραιπάλες και ηδονές; Έφυγαν απ΄αυτόν τον κόσμο, αφήνοντας εδώ όλες τους τις χαρές. Οδηγήθηκαν καθένας στον τόπο του, περιμένοντας την τελευταία Κρίση, οπότε θα λάβουν την αμοιβή των έργων τους.
Γι΄αυτό εφόσον δεν ήρθε ακόμα για μας εκείνη η ώρα, ας στραφούμε ολόψυχα προς το Θεό μας με την πίστη και τη μετάνοια, ώστε να κερδίσουμε την αιωνιότητα.
* * *
Αγαπητέ χριστιανέ! Ο θάνατος μας ακολουθεί βήμα προς βήμα χωρίς να τον βλέπουμε, και το τέλος φτάνει τότε που δεν το περιμένουμε. Γι΄αυτό να βρίσκεσαι συνέχεια σε κατάσταση μετάνοιας, έτοιμος παντού και πάντοτε για την αναχώρησή σου.
Ο συνετός δούλος είναι πάντα άγρυπνος και περιμένει πότε θα τον καλέσει ο Κύριός του. Αγρύπνα κι εσύ και περίμενε πότε θα σε καλέσει ο Κύριός σου, ο Χριστός. Να ζεις όπως θα ήθελες να σε βρει ο θάνατος. Να ζεις με ευσέβεια και να εργάζεσαι με φόβο και τρόμο για τη σωτηρία σου. Έτσι δεν θα στερηθείς την αιώνια σωτηρία, που μας δώρισε ο Κύριός μας με το αίμα Του και το θάνατό Του. Έτσι θα τελειώσεις τη ζωή σου χριστιανικά. Και είναι πραγματικά μακάριοι οι νεκροί εκείνοι πού πεθαίνουν πιστοί στον Κύριο και ενωμένοι μαζί Του. "
.( Από το βιβλίο “ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ”,
του Αγίου Τύχωνος του Ζαντόνσκ
Ε’ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ - Ο Θάνατος )

Το Φίλμ της Ζωής ...

.

Πόσο γρήγορα περνάει η ζωή αυτή!
Σκέφτηκες ότι μεταξύ της κούνιας και του τάφου ,


παίζεται το αιώνιο μέλλον σου; η αιώνια τύχη σου;



Πολύ νέος για να σκεφτεί...


Η τρυφερή ηλικία. Καμιά φροντίδα και σκέψη.


Στην άνοιξη της ζωής, όλα είναι νέα και θαυμάσια.


Κανένα σύννεφο δεν σκιάζει τη ζωή.



Πολύ ξένοιαστος για να σκεφτεί...


Σχολείο, παιχνίδι, ξενοιασιά.


Τι να σκεφτεί κανείς περισσότερο από το κρυφτό


και τις φωλιές με τα μικρά αυγά στο δέντρο;


Τις διακοπές και τις εκδρομές.



Πολύ σίγουρος για να σκεφτεί...


Τώρα είναι η ηλικία που όλα τα μπορεί και όλα τα ξέρει.


Το κέντρο του σύμπαντος είναι αυτός.


Νωρίς δεν είναι για να σκεφτεί τον ουρανό;



Πολύ ευτυχής για να σκεφτεί...


Τώρα θα χαρούν όσο μπορούν την καινούργια ζωή.


Είναι τόσο όμορφη. Βέβαια δεν αρνούνται το Θεό,


μα... κάπως αργότερα.



Πολύ απασχολημένος για να σκεφτεί...


Υποθέσεις, υποθέσεις, υποθέσεις...


Ξενύχτια, λογαριασμοί, αγωνίες.


Που να βρει ώρα να σκεφτεί


Και το Θεό και την ψυχή του ; ...



Πολύ μπερδεμένος για να σκεφτεί...


Και η ζωή, όλο και πιο πολύπλοκη γίνεται.


όλο και πιο μπερδεύεται.


Πόσο θα 'θελε να 'χε καιρό να ησυχάσει, να σκεφτεί!


Μα, που;



Πολύ γέρος για να σκεφτεί...


Τώρα ήρθαν τα γεράματα και η ανορεξία.


Τώρα το δέντρο σκλήρυνε και στράβωσε.


Που να φτιάξει; Κι όμως η αιωνιότητα είναι πολύ κοντά!



Πολύ αργά για να σκεφτεί!


Ο τάφος έκλεισε. Η ψυχή μπήκε στην αιωνιότητα.


Πώς; Μόνο ο Θεός ξέρει.


Είναι πια πάρα πολύ αργά για να σκεφτεί κανείς και να αποφασίσει.


« Θυμήσου τον Πλάστη σου τις μέρες της νιότης σου,


προτού τελειώσουν οι μέρες της ζωής σου! »

29 Οκτωβρίου 2010

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΚΑΙ ΚΟΛΑΣΗ


Πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
 
             Στα Ευαγγέλια (Ματθ.κεφ.25) γίνεται λόγος για «βασιλεία» και «πυρ αιώνιον». Στην περικοπή αυτή, που διαβάζεται στη Λειτουργία της Κυριακής της Απόκρεω, «βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του ανθρώπου. Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο και τους αγγέλους του (δαίμονες), όχι διότι το θέλησε ο Θεός, αλλά διότι αυτοί δεν μετανοούν. Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη» για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού. «Βασιλεία» (=άκτιστη δόξα) είναι ο παράδεισος, «πυρ» (αιώνιο) είναι η κόλαση («κόλασις αιώνιος»,στ.46). Στην αρχή της ιστορίας ο Θεός καλεί στον παράδεισο, στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του. Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει παράδεισο και κόλαση. Τι σημαίνει αυτό θα το δούμε στη συνέχεια. Σπεύδουμε όμως να πούμε, ότι είναι κεντρικότατο θέμα της πίστεως μας, λυδία λίθος του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας.

           Ο λόγος για παράδεισο και κόλαση στην Καινή Διαθήκη είναι συχνός. Στο Λουκ.23,43 ο Χριστός λέει στον ληστή: «σήμερον μετ' εμού έση εν τω παραδείσω». Στο παράδεισο όμως αναφέρεται και ο ληστής λέγοντας(23.42): «μνήσθητι μου Κύριε [...] εν τη βασιλεία σου». Κατά τον Βουλγαρίας Θεοφύλακτο (P.G.123,1106) «ο γαρ ληστής έστι μεν εν παραδείσω, ήτοι τη βασιλεία». Ο Απ. Παύλος (Β'Κορ. 12, 3-4) ομολογεί ότι ήδη σ' αυτόν τον κόσμο, «ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Στην Αποκάλυψη διαβάζουμε : «Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο έστιν εν τω παραδείσω του Θεού μου» (2,7) Και ο Αρέθας Καισαρείας ερμηνεύει: «παράδεισον την μακαρίας και αιωνίζουσαν εκληπτέον ζωήν». (P.G. 106,529). Παράδεισος-αιώνιος ζωή-βασιλεία Θεού ταυτίζονται.

Για την κόλαση: Ματθ.25.46 («εις κόλασιν αιώνιον»), 25,41 (πυρ αιώνιον), 25,30 «σκότος εξώτερον», 5,22 «γέεννα πυρός». Α΄ Ιω. 4,18 («...ότι ο φόβος κόλασιν έχει»). Με όλους αυτούς τους τρόπους δηλώνεται αυτό που εννοούμε με τον όρο «κόλασις».

          Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β' Παρουσία και σ' όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάσταστιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω.5.29). Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση («πυρ καταναλίσκον», Εβρ.12,29).

Παράδεισος και κόλαση είναι η ίδια πραγματικότητα. Αυτό δείχνει ο εικονισμός της Β΄ Παρουσίας. Από τον Χριστό απορρέει ένας ποταμός, φωτεινός ως χρυσίζον φως, στο άνω μέρος, όπου βρίσκονται οι άγιοι και ποταμός πύρινος στο κάτω μέρος, όπου βρίσκονται οι δαίμονες και οι αμετανόητοι («οι μηδέποτε μετανοήσαντες», όπως λέγει ένα τροπάριον των Αίνων της ημέρας). Γι' αυτό στο Λουκ. 2,34 λέγεται περί του Χριστού ότι «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών». Ο Χριστός γίνεται σε άλλους μεν, όσους Τον δέχθηκαν και ακολούθησαν την προτεινόμενη από Αυτόν θεραπεία της καρδιάς, ανάστασις στην αιώνια ζωή Του και σ' όλους που Τον απέρριψαν, πτώση και κόλαση.

Πατερικές μαρτυρίες: Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης (Κλίμαξ) λέγει, ότι το άκτιστο φως του Χριστού είναι «πυρ καταναλίσκον και φωτίζον φως». Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Ε.Π.Ε 11,498) παρατηρεί: «Ούτος, φησί, βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι Αγίω και πυρί· τω φωτιστικώ δηλονότι και κολαστικώ, κατ' αξίαν εκάστου της εαυτού διαθέσεως κομιζομένου το κατάλληλον». Και αλλού (Συγγράμματα, εκδ. Χρήστου, Β' σ.145): Το φως του Χριστού «ει δ' εν ον, τοις πάσιν μεθεκτόν, ου ενιαίως, αλλά διαφόρως μετέχεται...».

Συνεπώς, παράδεισος και κόλαση δεν είναι απλώς ανταμοιβή και τιμωρία (καταδίκη), αλλά ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε καθένας μας τη θέα του Χριστού, ανάλογα με την κατάσταση της καρδιάς μας. Ο Θεός ουσιαστικά, δεν τιμωρεί, μολονότι για παιδαγωγικούς λόγους και στη Γραφή γίνεται λόγος για τιμωρία. Όσο πνευματικότερος γίνεται κανείς, τόσο ορθότερα κατανοεί τη γλώσσα της Γραφής και της παραδόσεώς μας. Η κατάσταση του ανθρώπου (καθαρός-ακάθαρτος, μετανοημένος-αμετανόητος) συντελεί στο να δεχόμεθα το Φως του ως παράδεισο ή κόλαση.

            Το ανθρωπολογικό πρόβλημα στην Ορθοδοξία είναι, πώς ο άνθρωπος θα βλέπει αιώνια τον Χριστό ως παράδεισο και όχι ως κόλαση. Πώς θα μετέχει, δηλαδή, στην ουράνια και αιώνια «βασιλεία» Του. Και εδώ φαίνεται η διαφορά του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας από τα διάφορα θρησκεύματα. Τα τελευταία υπόσχονται κάποια «ευδαιμονία» και μάλιστα μετά θάνατον. Η Ορθοδοξία δεν είναι ζήτηση ευδαιμονίας, αλλά θεραπεία από την αρρώστια της θρησκείας, όπως συνεχώς κηρύσσει πατερικά ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Η Ορθοδοξία είναι ένα ανοικτό νοσοκομείο μέσα στην ιστορία («ιατρείον πνευματικόν» κατά τον Ι. Χρυσόστομο), που προσφέρει τη θεραπεία της καρδίας (κάθαρση) για να προχωρήσει κανείς στον «φωτισμό» της από το Άγιο Πνεύμα και τελικά να φθάσει στη «θέωση», τον μοναδικό προορισμό του ανθρώπου. Αυτή η πορεία, όπως πληρέστατα έχουν περιγράψει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης και ο Σεβασμ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος (Βλάχος), είναι η θεραπεία του ανθρώπου, όπως την βιώνουν όλοι οι Άγιοι μας.

Η ζωή στο σώμα του Χριστού (στην Εκκλησία) αυτό το νόημα έχει. Αυτός είναι ο λόγος υπάρξεως της Εκκλησίας. Σ' αυτό αποβλέπει όλο το λυτρωτικό έργο του Χριστού. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Δ' Ομιλία περί Β' Παρουσίας) λέγει, ότι η προαιώνια βουλή του Θεού για τον άνθρωπο είναι να «χωρήσαι την μεγαλειότητα της θείας βασιλείας». Να φθάσει ο άνθρωπος στη θέωση. Αυτός είναι ο σκοπός της δημιουργίας. Και συνεχίζει : «Αλλά και η θεία και απόρρητος κένωσις, η θεανδρική πολιτεία, τα σωτήρια πάθη, τα μυστήρια πάντα (δηλαδή όλο το επί γης έργο του Χριστού) δια τούτο το τέλος (σκοπό) προμηθώς (προνοητικώς) και πανσόφως προωκονόμηται».

          Σημασία όμως έχει, ότι δεν ανταποκρίνονται όλοι οι άνθρωποι σ' αυτή την πρόσκληση του Χριστού και γι' αυτό δεν μετέχουν όλοι κατά τον ίδιο τρόπο στην άκτιστη δόξα Του. Αυτό διδάσκεται από τον Χριστό στην παραβολή του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου (Λουκ, κεφ. 16). Ο άνθρωπος αρνείται την προσφορά του Χριστού, γίνεται εχθρός του Θεού και απορρίπτει την προσφερόμενη από τον Χριστό σωτηρία (Αυτό είναι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, διότι εν Αγίω Πνεύματι δεχόμεθα την κλήση του Χριστού). Αυτοί είναι οι «μηδέποτε μετανοήσαντες» του ύμνου. Ο Θεός «ουδέποτε εχθραίνει», παρατηρεί ο Ι. Χρυσόστομος, εμείς γινόμασθε εχθροί Του (εχθραίνομεν), Τον απορρίπτουμε. Ο αμετανόητος άνθρωπος δαιμονοποιείται, επειδή αυτός το επιλέγει. Ο Θεός δεν το θέλει αυτό. Γρηγόριος Παλαμάς: «...ου γαρ εμόν εστί τούτο προηγούμενον θέλημα, ουκ εις τούτο υμάς εποίησα, ουκ εφ' υμάς ητοίμασα την πυράν· δια τους αμετάβλητον έχοντας της κακίας την έξιν δαίμονας προανκαύθη το άσβεστον πυρ, οις υμάς συνήψεν η κατ' εκείνους αμετανόητος γνώμη». «Αυθαίρετος (=εκούσια) εστίν η μετά των πονηρών αγγέλων συμβίωσις» (όπ.π) Είναι δηλαδή ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου.

Πλούσιος και Λάζαρος βλέπουν την ίδια πραγματικότητα, τον Θεό στο άκτιστο φως Του. Ο πλούσιος φθάνει στην Αλήθεια, στη θέα του Χριστού, αλλά δεν μπορεί να μετάσχει σ' αυτήν, όπως ο Λάζαρος. Ο Λάζαρος «παρακαλείται» (παρηγορείται), εκείνος όμως «οδυνάται» (βασανίζεται). Ο λόγος του Χριστού «έχουσι Μωσέα και τους προφήτας», για αυτούς που είναι ακόμη στον κόσμο αυτό, σημαίνει ότι όλοι είμεθα αδικαιολόγητοι. Διότι υπάρχουν οι Άγιοι, που έχουν την εμπειρία της θεώσεως και μας καλούν να ενταχθούμε στον τρόπο της δικής τους ζωής και να φθάσουμε στη θέωση, όπως εκείνοι. Άρα, οι κολαζόμενοι, όπως ο πλούσιος, είναι αδικαιολόγητοι.

Η στάση προς τον συνάνθρωπο δείχνει την εσωτερικότητα του ανθρώπου και για αυτό είναι το κριτήριο της Κρίσεως κατά τη Β' Παρουσία (Ματθ. Κεφ. 25). Δεν σημαίνει ότι, παραθεωρείται η πίστη, η πιστότητα του ανθρώπου στον Χριστό. Αυτή προϋποτίθεται, διότι η στάση απέναντι στον άλλο δείχνει, αν έχουμε Θεό μέσα μας ή όχι(πρβλ ανάλογες φράσεις στην ποτισμένη από την ορθοδοξία γλώσσα μας: ο αθεόφοβος· δεν έχει Θεό μέσα του...) Οι πρώτες Κυριακές του Τριωδίου στρέφονται γύρω από τη στάση μας απέναντι στον συνάνθρωπο. Την πρώτη Κυριακή ο Φαρισαίος (φαινομενικά ευσεβής) δικαιώνει (αγιοποιεί) τον εαυτό του και απορρίπτει (εξουθενώνει) τον Τελώνη. Την β' Κυριακή ο «πρεσβύτερος» αδελφός (επανάληψη του ευσεβοφανούς Φαρισαίου) λυπείται για την επιστροφή (σωτηρία) του αδελφού του. Φαινομενικά ευσεβής και αυτός, είχε νόθο ευσέβεια, που δεν γεννούσε αγάπη. Την γ' Κυριακή (Απόκρεω) η στάση αυτή φθάνει στο κριτήριο της αιώνιας ζωής μας.

         Η εμπειρία του παραδείσου ή της κολάσεως είναι υπέρ λόγον και αίσθησιν. Είναι άκτιστη πραγματικότητα και όχι κτιστή. Οι Φράγκοι έπλασαν τον μύθο, ότι και ο παράδεισος και η κόλαση είναι κτιστές πραγματικότητες. Μύθος είναι, ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, ως και ο λόγος περί απουσίας του Θεού. Οι Φράγκοι επίσης εξέλαβαν το πυρ της κολάσεως ως κτιστό (π.χ. ο Δάντης). Η ορθόδοξη παράδοση μένει πιστή στη Γραφή, ότι και οι κολασμένοι θα βλέπουν τον Θεό (π.χ. ο πλούσιος της παραβολής), αλλά ως «πυρ καταναλίσκον». Οι Φράγκοι σχολαστικοί δέχθηκαν την κόλαση ως τιμωρία και στέρηση της λογικής ενοράσεως της θείας ουσίας. Βιβλικά όμως και πατερικά κόλαση είναι η αποτυχία του ανθρώπου και η άρνησή του να συνεργασθεί με τη Θεία Χάρη, για να φθάσει στη «φωτιστική» θέα του Θεού (παράδεισος) και στην ανιδιοτελή αγάπη (πρβλ. Α' Κορ. 13.8: «ου ζητεί τα εαυτής»). Δεν υπάρχει συνεπώς απουσία Θεού, παρά μόνο παρουσία Του. Γι' αυτό είναι φρικτή η Β' Παρουσία («Ω ποία ώρα τότε...», ψάλλουμε στους Αίνους). Είναι πραγματικότητα αδιάψευστη, στην οποία είναι μόνιμα προσανατολισμένη η Ορθοδοξία («προσδοκώ ανάσταστιν νεκρών...»). Οι κολαζόμενοι, όσοι έχουν πώρωση καρδίας, όπως οι Φαρισαίοι (Μαρκ. 3,5: «εν τη πωρώσει της καρδίας αυτών») βλέπουν αιώνια το πυρ ως σωτηρία! Διότι η κατάστασή τους δεν επιδέχεται άλλη μορφή σωτηρίας. «Τελειούνται» και αυτοί, φθάνουν στο «τέλος» της πορείας τους, αλλά μόνο οι δίκαιοι τελειώνονται σωζόμενοι. Εκείνοι τελειώνονται κολαζόμενοι. Σωτηρία γι' αυτούς είναι η κόλαση, αφού στη ζωή της επεδίωξαν μόνο την ευδαιμονία. Ο πλούσιος της παραβολής «απήλαυσε τα αγαθά του». Ο Λάζαρος υπέμεινε αγόγγυστα «τα κακά». Αυτό εκφράζει ο Απ. Παύλος (Α΄ Κορ. 3,13-15): «Εκάστου το έργον, οποίον εστί το πυρ αυτό δοκιμάσει. Ει τίνος του έργον μένει, ο επωκοδόμησεν, μισθόν λήψεται· ει τινός το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός». Δίκαιοι και αμετανόητοι περνούν από το άκτιστο «πυρ» της θείας παρουσίας. Ο ένας όμως περνά αλώβητος, ο δε άλλος καίγεται. «Σώζεται», αλλά όπως περνά κανείς μέσα από τη φωτιά. Ο Ευθύμιος Ζιγαβινός (ιβ' αι.) παρατηρεί σχετικά: «Πυρ τον Θεόν ως φωτίζοντα μεν και λαμπρύνοντα τους καθαρούς, φλογίζοντα δε και σκοτίζοντα τους ρυπαρούς». Και ο Θεοδώρητος Κύρου για το «σωθήσεται» γράφει: «σωθήσεται δια πυρός και αυτός δοκιμαζόμενος», όπως δηλαδή περνά κανείς μέσα από τη φωτιά. Αν έχει κάλυμμα κατάλληλο δεν καίγεται, διαφορετικά «σώζεται» μεν, αλλά τσουρουφλισμένος!

Το πυρ της κολάσεως, συνεπώς, δεν έχει σχέση με το φραγκικό «πουργατόριο» (καθαρτήριο), ούτε κτιστό είναι, ούτε τιμωρία, ούτε κάποια ενδιάμεση κατάσταση. Μια τέτοια θεώρηση είναι μετάθεση της ευθύνης στον Θεό. Η ευθύνη είναι όλη δική μας, αποδοχή ή απόρριψη της προσφερόμενης από τον Θεό σωτηρίας (θεραπείας). Ο «πνευματικός θάνατος» είναι η θέα του ακτίστου φωτός, της θείας δόξης, ως πυρός, φωτιάς. Ο άγιος Ι. Χρυσόστομος, στον Θ' Λόγο του στην Α' Κορινθ. Σημειώνει: «αθάνατος η κόλασις...οι αμαρτάνοντες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον. Το δε «κατακαήσεται», τουτ' έστιν, ουκ οίσει (δεν θα αντέξει) του πυρός την ρώμην». Και συνεχίζει: «Ο δε λέγει (δηλαδή ο Παύλος), τούτο εστιν· ουχί και αυτός ούτως απολείται, ως τα έργα, εις το μηδέν χωρών(=στην ανυπαρξία), αλλά μένει εν τω πυρί. Σωτηρία γουν το πράγμα καλεί... Και γαρ και ημίν έθος λέγειν «εν τω πυρί σώζεται», περί των μη κατακαιομένων ευθέως υλών».

Οι σχολαστικές αντιλήψεις-ερμηνείες, που μέσω του έργου του Δάντη (Κόλαση) πέρασαν και στο δικό μας χώρο, έχουν συνέπειες που φθάνουν σε ειδωλολατρικές εκδοχές. Π.χ. ο χωρισμός παραδείσου-κολάσεως, ως δυο διαφορετικών τόπων. Αυτό γίνεται λόγω της μη διακρίσεως κτιστού και ακτίστου. Επίσης η άρνηση της αιωνιότητας της κολάσεως, με την έννοια της «αποκαταστάσεως» των πάντων ή με την έννοια του «καλού Θεού» (Bon Dieu). Ο Θεός είναι όντως «αγαθός» (Ματθ. 8,17), αφού προσφέρει σωτηρία σ' όλους. «Πάντας θέλει σωθήναι...» (Α' Τιμ. 2,4). Είναι φοβερός όμως ο λόγος του Χριστού μας, που ακούεται στις κηδείες: «Ου δύναμαι απ' εμαυτού ποιείν ουδέν· καθώς ακούω κρίνω και η κρίσις η εμή δικαία εστίν» (Ιω. 5.30). Πλαστή είναι εξάλλου και η έννοια της «θεοδικίας», που εφαρμόζεται σ' αυτή την περίπτωση. Όλα ανάγονται τελικά στον Θεό (θα σώσει ή θα κολάσει), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η «συνέργεια» ως παράγων σωτηρίας. Σωτηρία είναι δυνατή μόνο στα όρια συνεργίας-συνεργασίας του ανθρώπου με τη Θεία Χάρη. Κατά τον Ι. Χρυστόστομο, «Το πλέον, σχεδόν δε το παν, του Θεού εστίν, ημίν δε μικρόν τι αφήκεν». Αυτό το «τι» είναι η αποδοχή της προσκλήσεως του Θεού. Ο ληστής σώθηκε «βαλών κλείδα το, μνήσθητί μου»! Ειδωλολατρική είναι και η αντίληψη για Θεό οργιζόμενο κατά του αμαρτωλού, ενώ ο Θεός, όπως είδαμε. «ουδέποτε εχθραίνει». Αυτή είναι δικανική αντίληψη για τον Θεό, που οδηγεί και στην εκδοχή των «επιτιμίων» στην εξομολόγηση ως ποινών και όχι ως φαρμάκων (θεραπευτικών μέσων).

         Το μυστήριο παραδείσου-κολάσεως βιώνεται και στη ζωή της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο. Στα μυστήρια πραγματοποιείται μέθεξη του πιστού στη Χάρη, για να ενεργοποιηθεί η Χάρη στη ζωή μας με την εν Χριστώ πορεία μας. Κυρίως δε στη Θ. Ευχαριστία το άκτιστο, η θεία κοινωνία, γίνεται μέσα μας ή παράδεισος ή κόλαση, ανάλογα με την κατάστασή μας. Κυρίως η μετοχή στη θεία κοινωνία είναι μετοχή στον παράδεισο ή την κόλαση μέσα στην ιστορία. Γι' αυτό συνδέεται η μετοχή στη θεία κοινωνία με την όλη πνευματική πορεία του πιστού. Όταν προσερχόμεθα ακάθαρτοι και αμετανόητοι, κολαζόμασθε (καιόμεθα). Γίνεται δε μέσα μας η Θεία Κοινωνία «κόλαση» και «πνευματικός θάνατος». Όχι διότι μεταβάλλεται σε κάτι τέτοιο φυσικά, αλλά διότι η ακαθαρσία μας δεν μπορεί να τη δεχθεί ως "παράδεισο" Δεδομένου δε ότι η θεία κοινωνία ονομάζεται «φάρμακον αθανασίας» (άγ. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, β' αι..), συμβαίνει ακριβώς ό,τι και με ένα φάρμακο. Αν ο οργανισμός μας δεν έχει προϋποθέσεις να το δεχθεί, τότε παρενεργεί το φάρμακο και αντί να θεραπεύει, σκοτώνει. Όχι διότι ευθύνεται αυτό, αλλά η κατάσταση του οργανισμού μας. Πρέπει δε να λεχθεί, ότι αν δεν δεχθούμε τον χριστιανισμό ως θεραπευτική διαδικασία και τα μυστήρια ως φάρμακα πνευματικά, τότε οδηγούμεθα στη θρησκειοποίηση του χριστιανισμού, δηλαδή στην ειδωλολατρικοποίησή του. Και αυτό δυστυχώς γίνεται συχνότατα, όταν νοούμε τον χριστιανισμό ως «θρησκεία».

Η παρούσα ζωή εξάλλου, αξιολογείται από το φως του διδύμου παραδείσου/ κολάσεως. «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνη αυτού» συνιστά ο Χριστός μας (Ματθ .6.33). «Προς ετέρου βίου παρασκευήν άπαντα πράττομεν...» λέγει ο Μ. Βασίλειος στους Νέους (κεφ.3) Η ζωή μας πρέπει να είναι διαρκής προετοιμασία για τη μετοχή στον «παράδεισο», δηλαδή στην κοινωνία με το Άκτιστο (πρβλ. Ιωάν. 17.3) Και αυτό αρχίζει ήδη στον κόσμο αυτό. Γι' αυτό λέγει ο απ. Παύλος: «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β' Κορ 6.2). Κάθε στιγμή της ζωής μας έχει σωτηριολογική σημασία. Ή κερδίζουμε την αιωνιότητα, την αιώνια κοινωνία με τον Θεό, ή τη χάνουμε. Γι' αυτό τα ανατολικά θρησκεύματα και λατρείες που κηρύσσουν μετενσαρκώσεις, αδικούν τον άνθρωπο. Διότι μεταθέτουν το πρόβλημα σε άλλες (ανύπαρκτες φυσικά) ζωές. Μία ζωή όμως υπάρχει, στην οποία ή σωνόμαστε ή χανόμαστε. Γι' αυτό συνεχίσει ο Μ. Βασίλειος: «α μεν ουν αν συντελή προς τούτον (=τον βίον) ημίν, αγαπάν τε και διώκειν παντί σθένει χρήναι φαμέν, τα δε ουκ εξικνούμενα προς εκείνον, ως ουδενός άξια παροράν». Αυτό είναι το κριτήριο του χριστιανικού βίου. Ο Χριστιανός επλέγει συνεχώς ό,τι συντελεί στη σωτηρία του. Σ' αυτή τη ζωή κερδίζουμε τον παράδεισο ή τον χάνουμε και καταλήγουμε στην κόλαση. Γι' αυτό λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης : «Ο πιστεύων εις αυτόν ου κρίνεται· ο μη πιστεύων ήδη κέκριται, ότι μη πεπίστευκεν εις το όνομα του μονογενούς υιού του Θεού» (3,18)

Έργο της Εκκλησίας, συνεπώς, δεν είναι να «στέλνει» στον παράδεισο ή στην κόλαση, αλλά να ετοιμάζει τον άνθρωπο για την τελική κρίση. Το έργο του Κλήρου είναι θεραπευτικό και όχι ηθικολογικό-ηθικοπλαστικό, με την κοσμική έννοια του όρου. Η ουσία της εν Χριστώ ζωής διατηρείται στα μοναστήρια, όταν είναι φυσικά ορθόδοξα, δηλαδή πατερικά. Σκοπός της προσφερόμενης από την Εκκλησία θεραπείας δεν είναι η δημιουργία «χρηστών» πολιτών και κατ' ουσίαν ευχρήστων, αλλά πολιτών της ουράνιας (άκτιστης) βασιλείας. Αυτοί είναι οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, οι αληθινοί πιστοί, οι Άγιοι.

Έτσι όμως ελέγχεται και η ιεραποστολή μας. Πού καλούμε; Στην Εκκλησία-Νοσοκομείο/ Θεραπευτήριο ή σε μια ιδεολογία, που ονομάζεται χριστιανική; Αντί για θεραπεία ζητούμε συνήθως εξασφάλιση θέσεως στον «παράδεισο». Γι' αυτό ασχολούμεθα με τελετές και όχι με θεραπεία. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια απόρριψη της λατρείας. Αλλά χωρίς άσκηση (ασκητικό βίο, πράξη θεραπείας) ή λατρείας δεν μπορεί να μας αγιάσει. Μένει ανενέργητη μέσα μας η απορρέουσα από αυτήν χάρη. Η Ορθοδοξία δεν υπόσχεται ότι στέλνει τον άνθρωπο σε κάποιο παράδεισο ή σε κάποια κόλαση, αλλά έχει τη δύναμη, όπως φαίνεται στα άφθαρτα και θαυματουργικά λείψανα των Αγίων της (αφθαρσία= θέωση), να προετοιμάσει τον άνθρωπο, ώστε να βλέπει αιώνια την Άκτιστη Χάρη και Βασιλεία του Χριστού ως παράδεισο και όχι ως κόλαση.