Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

03 Μαρτίου 2012

Συνωστισμένες στο Ζάλογγο, Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς, και η αποδόμηση της ιστορίας


Στον βαθμό που αναπτύσσεται και εδραιώνεται η «αποδομητική» ιστορική σχολή, θα πρέπει να αναμετρηθεί και με το αγωνιστικό/ανταγωνιστικό στοιχείο των προεπαναστατικών και επαναστατικών χρόνων. Θα πρέπει να «απομυθοποιηθεί» το κρυφό σχολειό, η 25η Μαρτίου, η Τριπολιτσά, τα Ορλωφικά, η ίδια η «κλεφτουριά»…
…να αποσιωπηθούν ή να υποβαθμιστούν τα επαναστατικά γεγονότα τα οποία προηγούνται της Επανάστασης. Διότι αυτά ακριβώς καταδεικνύουν πως η αφετηρία της δεν ήταν αποκλειστικώς οι λόγιοι και η «γαλλική Επανάσταση».  μια άλλη αποφασιστική συνιστώσα υπήρξαν οι ένοπλες συσσωματώσεις των Ελλήνων, από τον Κροκόνδειλο Κλαδά, τον 15ο αι., έως τους Σουλιώτες, τους Μανιάτες, την κλεφτουριά. Κατ’ εξοχήν, δε οι Σουλιώτες καταλαμβάνουν κεντρικό ρόλο, εξ αιτίας του μακρόχρονου αγώνα τους, επί δύο αιώνες, ενάντια στους Τούρκους και της συμμετοχής τους στην Επανάσταση.
Η αποδομητική σχολή επιχειρεί, λοιπόν, να καταδείξει, αν χρειαστεί, και δια του βιασμού των ιστορικών στοιχείων, πως οι Σουλιώτες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά πρωτόγονες φάρες, αλβανικής καταγωγής και γλώσσας, οι οποίες δεν διέθεταν κάποια εθνική ή έστω πρωτοεθνική συνείδηση. Αν το επιτύχει, τότε θα έχει προσθέσει ένα ακόμα λιθαράκι στο βασικό ιδεολογικό της πρόταγμα: η εθνική συνείδηση είναι απούσα από τους Έλληνες πριν από την Επανάσταση, ενώ  το ελληνικό έθνος διαμορφώνεται, κυρίως, μέσω του κράτους. Οι Σουλιώτες «δεν είναι» Έλληνες, αλλά «εξελληνίζονται» επιγενέστερα!
Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να «απομυθοποιηθούν» και να διαστρεβλωθούν γεγονότα-σταθμοί στην ιστορία των Σουλιωτών, αλλά και στη νεώτερη ιστορική συνείδηση των Ελλήνων: Η αυτοπυρπόληση του Σαμουήλ στο Κούγκι δεν έγινε ποτέ. είναι αμφίβολο εάν ανατινάχτηκε η Δέσπω στου «Δημουλά τον Πύργο». προπαντός, ο χορός του Ζαλόγγου, όχι μόνο αποτελεί «εθνικιστικό μύθο», αλλά είναι πιθανό οι Σουλιώτισσες να έπεσαν στο βάραθρο σπρωγμένες από τους ίδιους τους Σουλιώτες πολεμιστές! Συνωστισμένοι στη Σμύρνη, συνωστισμένες στο Ζάλογγο!
* Ο επίλογος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Συνωστισμένες στο Ζάλογγο, Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς, και η αποδόμηση της ιστορίας, που κυκλοφορεί. 
Απομυθοποίηση ή αποσιώπηση
Στις μέρες μας, λοιπόν, στα πλαίσια της (αποδομητικής;) κριτικής των «εθνικών αφηγήσεων», οι οποίες επέτρεψαν τη συγκρότηση και την εδραίωση του εθνικού κράτους, μαζί με άλλους κομβικούς «εθνικούς μύθους» –κρυφό σχολειό, κήρυξη της επανάστασης την 25η Μαρτίου κ.ά.–, επιχειρείται και η «απομυθοποίηση» του Σουλίου και των Σουλιωτών. Και το επιχείρημα, ή μάλλον η δικαιολογία, που προβάλλεται, είναι πως επιβάλλεται να «ξαναγραφτεί» η ιστορία, χρησιμοποιώντας νέα ερευνητικά και θεωρητικά εργαλεία.
Πράγματι, κάθε γενιά, κάθε εποχή, οφείλει να επανεξετάζει τα ιστορικά γεγονότα και να συμπληρώνει, να διορθώνει, κάποτε και να αναθεωρεί αν χρειαστεί, υπό το φως νέων πηγών και νέων ιδεών. Ωστόσο, θα πρέπει να ξαναγραφτεί για να φωτιστεί και όχι για να αποσιωπηθούν πτυχές της ή ακόμα και να διαστρεβλωθεί. Έτσι, πρέπει να είναι ευπρόσδεκτη μια σύγχρονη ιστορική έρευνα που δεν μένει στα εργαλεία και τις πηγές που υπήρχαν στην εποχή του Παπαρρηγόπουλου. Η ενδελεχής έρευνα των πηγών, η χρήση της οικονομικής ιστορίας, ακόμα και η σχετική αποστασιοποίηση από τα ιστορικά γεγονότα, δεν είναι μόνον θεμιτές αλλά και αναγκαίες.
Οι επικρίσεις μας λοιπόν στους αποδομητές ιστορικούς δεν αφορούν εν τέλει στην απομυθοποιητική τους πρόθεση –που, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσε να λειτουργήσει και θετικά, αποκαλύπτοντας κρυμμένες πλευρές της ιστορίας– αλλά μάλλον στην επιχειρούμενη συστηματική διαστρέβλωση και αποσιώπηση της ιστορικής αλήθειας.
Είναι θεμιτό και αναγκαίο να διερευνηθεί η οργάνωση και ο ρόλος των πατριών, ή οι οικονομικές σχέσεις εξάρτησης των παρασουλιώτικων χωριών από τις μεγάλες φάρες του Σουλίου κ.λπ. Ωστόσο, δεν μπορεί να παρασιωπηθεί ή να υποβαθμιστεί το στοιχείο της αγωνιστικότητας, της μαχητικότητας και του ηρωισμού των Σουλιωτών, ή οι μέθοδοι και τα στρατηγήματα που χρησιμοποιούσαν κατά τις αναρίθμητες συγκρούσεις τους. Και αυτό όχι μόνο, ή κυρίως, για λόγους εθνικού φρονηματισμού –για το Σούλι θα μπορούσε να γράψει και κάποιος ξένος ιστορικός– αλλά διότι αυτό το στοιχείο είναι συστατικό της σουλιώτικης κοινότητας. Αυτή δεν θα μπορούσε καν να υπάρξει χωρίς το αγωνιστικό/ηρωικό στοιχείο που σφραγίζει άνδρες, γυναίκες και παιδιά μιας πολεμικής ομοσπονδίας. Θα ήταν ως εάν γράφαμε για τη Σπάρτη παραγνωρίζοντας ή υποβαθμίζοντας το επίσης ηρωικό/αγωνιστικό στοιχείο και μέναμε μόνο στις σχέσεις με τους είλωτες, τους περιοίκους κ.λπ. Όμως, η Σπάρτη και το Σούλι ήταν κατ’ εξοχήν πολεμικές κοινότητες και το ηρωικό/αγωνιστικό στοιχείο ήταν προϋπόθεση της ύπαρξής τους.
Και είναι κρίμα το ότι πιο πρόσφατα έργα για το Σούλι –σε μία εποχή που εκπονούνται ελάχιστες σχετικές μελέτες­– γράφτηκαν με στόχο τους Σουλιώτες, δηλαδή την αποδόμησή τους. Κατ’ αρχάς, διότι, υποβαθμίζοντας το Ζάλογγο και τη Δέσπω, «ξεχνώντας» τη Λένη Μπότσαρη, αμφισβητώντας την αυτοπυρπόληση του Σαμουήλ, μεταβάλλοντας σε κυριολεκτικό θήραμα μιας δήθεν αντικειμενικής ιστοριογραφίας τον Φώτο Τζαβέλα, αποτυγχάνουν στην ίδια την αναπαράσταση της σουλιώτικης κοινότητας, για την οποία ανάλογες πράξεις ηρωισμού αποτελούσαν προϋπόθεση της επιβίωσής της και κομβικό στοιχείο της «ιδιοπροσωπίας» της. Επί πλέον, εξ αιτίας των εθνοαποδομητικών αντιλήψεων και των συναφών ιδεολογικών παρωπίδων, το έργο τους –κατ’ εξοχήν εκείνο της Ψιμούλη, με τις σχετικές αναλήθειες, παρασιωπήσεις και διαστρεβλώσεις– σκιάζεται στο σύνολό του από την υποψία της αναξιοπιστίας. Για να αναγνωστεί από τον οποιονδήποτε επιμελή αναγνώστη, θα πρέπει να συνοδεύεται από έναν όγκο παραπεμπόμενων βιβλίων και εγγράφων, μια και δεν έχουμε να κάνουμε με περιστασιακά λάθη και παρασιωπήσεις, αλλά με ένα συστηματικό εγχείρημα αποδόμησης των Σουλιωτών, και της… ιστορικής αλήθειας, παρεμπιπτόντως.
Εξ άλλου, όσα ήδη προανέφερα για την αιτιολόγηση της αγωνιστικής/ηρωικής φύσης της σουλιώτικης κοινότητας θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια μορφή… θεμιτής απομυθοποίησης, διότι το ηρωικό στοιχείο τοποθετείται μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά πλαίσια και δεν εμφανίζεται πέραν και υπεράνω της ιστορίας. Αν, λοιπόν, με το επιχείρημα της απομυθοποίησης, μια ιστορία του Σουλίου και των Σουλιωτών, από το ένα άκρο, δηλαδή τη σχεδόν αποκλειστική επικέντρωση στην περιγραφή γεγονότων, κατεξοχήν πολεμικών, οδηγείται στο αντίθετο, δηλαδή σε μια καταγραφή των δημογραφικών, οικονομικών, κοινωνικών, γεωγραφικών δεδομένων, συρρικνώνοντας και διαστρεβλώνοντας τα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα, τότε βαρύνεται από έναν αντίστροφο και πιο επικίνδυνο στραβισμό. Πόσο μάλλον αν διαστρέφει και τα σχετικά στοιχεία για να προσλάβει το ζητούμενο.
Γι’ αυτό, για την ιστορία του Σουλίου, θα συνεχίσουμε να προσφεύγουμε προνομιακά στον Περραιβό, τον Λαμπρίδη, τον Αραβαντινό, τον Παπακώστα ή ακόμα και τον Μπενέκο. Διότι, παρά τους περιορισμούς της εποχής τους, είχαν εντοπίσει τα κομβικά στοιχεία της σουλιώτικης «ιδιοπροσωπίας».
Μια σύγχρονη ιστορία του Σουλίου εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο, και ελπίζω αυτή η μικρή μελέτη να βοηθήσει όποιον ή όποια αναλάβει να φέρει σε πέρας μια επί τέλους ολοκληρωμένη και ισορροπημένη ιστορία των Λακεδαιμονίων της Ηπείρου.
Οι Σουλιώτες και η εθνική συνείδηση
Για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν πως οι Σουλιώτες δεν διέθεταν αναπτυγμένη «εθνική συνείδηση», θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως η εθνική συνείδηση, πριν την επανάσταση του ’21 και τη δημιουργία εθνικού κράτους, αποτελεί για τους Έλληνες και τους Σουλιώτες πολεμιστές μια συνείδηση γένους, μια συνείδηση σχεδόν ταυτισμένη με τη θρησκευτική ταυτότητα και τις παραδόσεις, μια συνείδηση της ρωμιοσύνης. Ωστόσο, οι Έλληνες αρματολοί, ακόμα και οι Σουλιώτες, παραμένουν, τουλάχιστον τυπικά, υποτελείς στην οθωμανική εξουσία – οι Σουλιώτες πληρώνουν και έναν ελάχιστο, υπαρκτό όμως, φόρο στους Οθωμανούς, αναγνωρίζοντας έτσι μια ψιλή οθωμανική κυριότητα.
Για να επιβιώσουν, όλοι οι Έλληνες, από τον Ρήγα Βελεστινλή, στην Κωνσταντινούπολη ή το Βουκουρέστι, έως τον Κολοκοτρώνη, ήταν υποχρεωμένοι να διατηρούν κάποιες σχέσεις με την οθωμανική εξουσία και να έρχονται σε συνδιαλλαγή μαζί της. Εξ ου και τα αναρίθμητα «καπάκια» των κλεφταρματολών, η παρουσία του Αθανάσιου Ψαλίδα, του Ιωάννη Κωλέττη ή του Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Αθανάσιου Διάκου στην υπηρεσία του Αλή πασά, οι ανακωχές, οι συμφωνίες, οι προσχωρήσεις ενίοτε ορισμένων Σουλιωτών σε μια ισχυρότερη δύναμη. Και παρ’ όλο που η αντιπαράθεση των Σουλιωτών με τον Αλή, περισσότερο από κάθε άλλη, προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της σύγκρουσης δύο στρατοπέδων, ωστόσο δεν παύουν αυτά τα στρατόπεδα να είναι διαπερατά και σχετικά ρευστά. Εξ άλλου, μεγαλύτερη ρευστότητα χαρακτηρίζει ακόμα και τις σχέσεις του Αλή πασά με τον σουλτάνο ή τους αγάδες της Παραμυθιάς. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, λοιπόν, η εθνική συνοχή και συνείδηση των Σουλιωτών είναι ήδη εξαιρετικά υψηλή και ξεπερνάει κατά πολύ τον μέσο όρο της εποχής και της περιοχής. Και αυτό διότι η κύρια πλευρά της σχέσης τους με την οθωμανική εξουσία παρέμενε η αντιπαράθεση, πράγμα που δεν παρατηρείται στην καθημερινότητα των εμπόρων, των λογίων ή ακόμα και τη συντριπτική πλειοψηφία των αρματολών, που θα πρωτοστατήσουν αργότερα στην Επανάσταση.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι Έλληνες ζουν υπό ξένη κυριαρχία και σταδιακώς διαμορφώνουν πυρήνες μικροεξουσίας σε πολλαπλά επίπεδα, από την κοινοτική οργάνωση των ορεινών περιοχών και των νησιών μέχρι τις παραδουνάβιες Ηγεμονίες από τα Ζαγοροχώρια και τα Μαντεμοχώρια έως τα Αμπελάκια. Μέσα σε αυτούς τους πυρήνες της μικροεξουσίας, ιδιαίτερη σημασία είχαν οι στρατιωτικές δυνάμεις, οι κλέφτες, τα αρματολίκια, τα στρατιωτικά σώματα της Επτανήσου, των Ηγεμονιών, καθώς και όσα βρίσκονταν στην υπηρεσία του Αλή, διότι θα συγκροτήσουν τις απαραίτητες και εμπειροπόλεμες στρατιωτικές δυνάμεις που θα επιτρέψουν τη διεξαγωγή της Επανάστασης. Ανάμεσα σε αυτές τις στρατιωτικές μικροεξουσίες, ιδιαίτερης σημασίας ήταν εκείνες που συγκροτούσαν οι Μανιάτες, οι Σουλιώτες και οι Χειμαριώτες, οι οποίοι διέθεταν μια χωρικά προσδιορισμένη και οριοθετημένη ένοπλη εξουσία, κάτω πάντα από την οθωμανική επικυριαρχία, αλλά ουσιαστικά αυτόνομη στην πράξη.
Ανάμεσα στις τρεις αυτές συσσωματώσεις, οι Σουλιώτες συνιστούν μια επιπλέον ιδιαιτερότητα, διότι σχεδόν αποκλειστικό στοιχείο της συγκρότησής τους είναι το πολεμικό. Οι Μανιάτες και οι Χειμαριώτες αποτελούν κοινότητες αγροτο-πολεμικές. Οι αγροτο-ποιμενικές δραστηριότητες αποτελούσαν τη βάση της οικονομικής τους ζωής και η πειρατεία ή η ληστεία συνιστούσαν ένα συμπλήρωμα για τον βιοπορισμό τους.
Οι Σουλιώτες, αντίθετα, αποτελούσαν μια κοινότητα κατ’ εξοχήν πολεμική και οι αγροτο-κτηνοτροφικές δραστηριότητες ήταν η δευτερεύουσα ή τριτεύουσα απασχόλησή τους. Έτσι προσομοιάζουν με τις ομάδες των κλεφτών, μόνο που, σε αντίθεση με αυτούς, συγκροτούν ταυτόχρονα και μια εδραία κοινότητα, με μόνιμο τόπο κατοικίας, σταθερή οικογενειακή εστία και κοινωνικές σχέσεις. Παράλληλα, οι Σουλιώτες είναι υποχρεωμένοι να επεκτείνουν την ακτίνα της δραστηριότητάς τους, στον βαθμό που μεγαλώνει ο αριθμός τους, τόσο από τη δημογραφική τους επέκταση όσο και από τη συρροή νέων πληθυσμών – από το Σούλι θα σχηματιστεί το Τετραχώρι, το οποίο θα επεκταθεί στο Επταχώρι κ.λπ., και τελικά θα επεκτείνουν την «επικράτειά» τους στα υπερεξήκοντα χωριά, τα οποία προστατεύουν από τους Οθωμανούς έναντι χρηματικού και άλλων τιμημάτων. Κατά συνέπεια, οι Σουλιώτες έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση με την οθωμανική εξουσία.
Η Βάσω Ψιμούλη πραγματοποιεί μια διαφορετική ανάγνωση των σχέσεων ανάμεσα στους Σουλιώτες και την οθωμανική εξουσία:
…η κοινότητα των τεσσάρων σουλιωτικών χωριών έχει πάρει[ ] τη μορφή της χριστιανικής ποιμενικής-πολεμικής κοινότητας, η οποία δρα ελεύθερα, μη επηρεαζόμενη από την περιστασιακή παρουσία του Οθωμανού σπαχή. [ ] Θα είναι νομότυπη απέναντι στην κεντρική οθωμανική εξουσία και παράνομη απέναντι στην περιφερειακή.[ ] Θα είναι ενταγμένη μέσα από την καταβολή του κεφαλικού και άλλων φόρων, στην ισχύουσα οθωμανική νομιμότητα, αλλά μη αφομοιωμένη στο ισχύον, για την υποτελή κοινωνία, κοινωνικο-οικονομικό σύστημα[1].
Ωστόσο, ιδιαίτερα σε αυτήν όψιμη περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, η κύρια μορφή με την οποία εκφράζεται η «οθωμανική νομιμότητα» δεν είναι παρά η «περιφερειακή εξουσία». Προπαντός σε μια εποχή κατακερματισμού της κεντρικής εξουσίας. Το γεγονός ότι καταβάλλουν έναν ελάχιστο φόρο δεν τους καθιστά νομότυπους υπηκόους της οθωμανικής εξουσίας, με την οποία συγκρούονται σχεδόν αδιαλείπτως. Εξ άλλου, αρκετές φορές είχαν αναγνωρίσει και την τυπική εξουσία του ορκισμένου εχθρού τους, Αλή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο τελευταίος, μάλιστα, είναι πασάς των Ιωαννίνων, «βεζίρης» με τρείς «ιππουρίδες»…
Επιπλέον, είναι παγκοίνως γνωστό, και το επαναλαμβάνει επανειλημμένα η ίδια η Ψιμούλη, πως ο Αλής, σε όλες τις μείζονες εξορμήσεις του εναντίον του Σουλίου, ήταν πάντοτε εφοδιασμένος και με το ανάλογο σουλτανικό φιρμάνι. Έτσι θα συμβεί το 1789[2], το 1792[3] και το 1800, ενώ, όπως είδαμε, για την τελική νίκη του εναντίον των Σουλιωτών, θα αποσπάσει τις υψηλότερες διακρίσεις από την Πύλη. Ο Πουκεβίλ, αναλύοντας τις αιτίες της τελικής πτώσης του Σουλίου, μας δίνει μία σημαντική πληροφορία για την ανάμειξή της :
Η υπερβολική τους αλαζονεία [των Σουλιωτών], την τελευταία περίοδο, προκάλεσε την εχθρότητα της Πύλης και ο κιουτσούκ εμπροχόρ, ή ο Μικρός Σταυλάρχης του Σουλτάνου, που είχε σταλεί από την Υψηλότητά του, στα 1802, στις σατραπείες της Πελοποννήσου και της Αλβανίας, είχε επιμείνει στην ανάγκη να καταβληθούν οι μεγαλύτερες προσπάθειες για να τους εκδιώξουν[4].
Συνεπώς, ο Τεπελενλής δεν είχε απλώς τη συναίνεση της Υψηλής Πόρτας για την τελική επίθεση εναντίον των Σουλιωτών, αλλά εκτελούσε τις εντολές της. Γι’ αυτό, μετά τη νίκη του, θα ανταμειφθεί με τον τίτλο του Ρούμελη βαλεσή, δηλαδή του ανώτατου διοικητή του μεγαλύτερου μέρους της ευρωπαϊκής Τουρκίας, ενώ η εξουσία του θα επεκταθεί μέχρι τη Μακεδονία και την Πελοπόννησο – ο δε γιος του, Βελής, αρχηγός της εκστρατείας κατά των Σουλιωτών, θα χριστεί Μορά Βαλεσής.
Η ίδια η Ψ., εξάλλου, σε αντίθεση με την προηγούμενη απόφανσή της, σε άλλο σημείο του βιβλίου, υπογραμμίζει τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της σουλιώτικης έναντι της οθωμανικής εξουσίας.
Εξάλλου, η δυναμική και δια των όπλων επιτυχής εμπλοκή των Σουλιωτών σε μηχανισμούς παράνομης φοροείσπραξης, καθώς εκ των πραγμάτων στερούσε από το άρχον συγκρότημα της κατακτητικής κοινωνίας μέρος ή το σύνολο των προσόδων του, εμπεριείχε και τα στοιχεία της ανυπακοής ή της ανταρσίας. [ ] Η αυτονομία την οποία απολαμβάνει καθώς και η εξουσιαστική δύναμη την οποία ή ένοπλη δράση της έχει επιβάλει στην περιοχή αποτελούν [ ]πρόκληση για την επίσημη εξουσία[5].
Είδαμε στην Εισαγωγή της μελέτης μας τις σχετικές με τους Σουλιώτες απόψεις του Κορδάτου. Γι’ αυτόν, οι επιθέσεις των Τούρκων δεν συνδέονται καθόλου με τις επαναστατικές απόπειρες του 1788-1792, αλλά ήταν αποτέλεσμα αποκλειστικά των διαμαρτυριών που έκαναν οι «χριστιανοί και Τούρκοι αγρότες», όχι μόνο στον πασά των Ιωαννίνων αλλά και στον ίδιο τον σουλτάνο. Εξ άλλου, όταν οι Σουλιώτες «ξεπαστρεύτηκαν» από τον Αλή, «ξανάσαναν οι αγρότες και άρχισαν να καλλιεργούν τα χωράφια και τ’ αμπέλια τους»[6]:
Οι Σουλιώτες λοιπόν τους «πολέμους» τους με τον Αλή δεν τους έκαναν εμπνευσμένοι από τον «πόθον της ελευθερίας». Το αίσθημα της εθνικής συνείδησης στα χρόνια εκείνα ήταν ολότελα άγνωστο σ’ αυτούς[7].
Ο Κορδάτος, μέσα σε δέκα σελίδες μιας απίστευτης υμνολογίας για τον Αλή, φρονίμως ποιών, ελάχιστα αναφέρεται στο Σούλι και δεν μνημονεύει καθόλου τον Φώτο Τζαβέλα, το Ζάλογγο, το Κούγκι ή τη Δέσπω. Προτιμά την αποσιώπηση. Η προσέγγιση αυτή αναδεικνύει ήδη τον τόνο και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ανατραφεί μια ολόκληρη γενιά που θεωρούσε τον Κορδάτο μέντορά της: προβολή των αρετών του Αλή πασά και αποσιώπηση των ηρωικών επεισοδίων της σουλιώτικης εποποιίας. Είδαμε πως, για τον Κορδάτο, «ο δημοκρατισμός τους [ ] αντανακλούσε την πρωτόγονη οργάνωση του γένους και όχι νεώτερες δημοκρατικές αντιλήψεις»[8].
Ωστόσο, εποποιίες πολύ μικρότερου εύρους, όπως εκείνη των Ινδιάνων Τσεγιέν, που απαθανάτισε ο Χάουαρντ Φαστ στο Τελευταίο Μέτωπο, το οποίο πραγματευόταν τη φυγή μιας ομάδας Ινδιάνων Σιού, το 1870, αποσπούσε τον θαυμασμό των νεαρών Ελλήνων στη δεκαετία του 1960 – ανάμεσά τους και του υποφαινομένου. Τότε, δεν πέρασε από το μυαλό μας πως οι Τσεγιέν ήταν αλογοκλέφτες και ο αμερικάνικος στρατός εκπρόσωπος της ιστορικής προόδου έναντι της καθυστερημένης φυλετικής δομής και του «πρωτόγονου δημοκρατισμού» των Ινδιάνων! Οι Σουλιώτες, όμως, αποκαλούνται χωρίς περιστροφές «κλέφτες» και ο Αλής εκφραστής της προόδου[9], παρότι ο Ένγκελς, στην Καταγωγή της Ατομικής Οικογένειας…, εκθειάζει την «πρωτόγονη κοινοκτημοσύνη» των ινδιάνων Ιροκέζων ως πρόπλασμα της μελλοντικής ολοκληρωμένης κοινοκτημοσύνης!
Προφανώς, σαράντα χρόνια μετά τον Κορδάτο, και αφού έχουν μεσολαβήσει οι μελέτες του Χομπσμπάουμ[10] και τόσων άλλων για τους ληστές και την «κοινωνική ληστεία», η επανάληψη ανάλογων αποφάνσεων έχει καταστεί δυσχερέστερη. Αν όμως θεωρήσουμε τους Σουλιώτες «ληστές» και όχι «κοινωνικούς ληστές», τότε εύκολα μπορούμε να επιστρέψουμε στα ίδια!
Ο Σουλιώτης[ ]δεν αποκαθιστά κανόνα δικαίου, απλώς συμπαρατίθεται και συνάρχει με τον σούμπαση ή τον μουσουλμάνο αγά, μέσω του διαμερισμού των αγροτικών προσόδων. Υπ’ αυτή την έννοια, η οπλική δύναμη και η μαχητική δράση των Σουλιωτών στην ευρύτερη περιοχή δεν εμπεριέχει χαρακτήρα κοινωνικής ληστείας, τουλάχιστον υπό την πολύ αυστηρή σημασία του όρου[11].
Οι Σουλιώτες, που για διακόσια χρόνια διεξάγουν έναν διαρκή πόλεμο εναντίον των Οθωμανών, δεν δικαιούνται ούτε καν τον «τίτλο» του κοινωνικού ληστή «με την αυστηρή έννοια του όρου», τίτλος που εύκολα απονέμεται στους νοτιαμερικανούς κανγκασέιρος. Γι’ αυτό, αναλογιζόμενη ίσως την ιστορική ύβρη ανάλογων αποφάνσεων, και των σχετικών συμπαραδηλώσεων, δύο σελίδες πιο κάτω, αναιρεί πανηγυρικά τα λεγόμενά της:
Ταυτόχρονα η σουλιώτικη κοινωνία προβάλλεται στη συνείδηση του υποταγμένου χριστιανικού πληθυσμού ως πρότυπο εξέγερσης και ανταρσίας απέναντι στην ισχύουσα τάξη πραγμάτων. [ ]Υπ’ αυτή την έννοια, η δράση της σουλιώτικης κοινωνίας διαθέτει τα γνωρίσματα μιας πρωτόγονης επανάστασης. Μάλιστα η εντοπισμένη γεωγραφικά εξουσιαστική της δύναμη, ως τύπος χριστιανικής αντι-εξουσίας [ ] στην απώτατη συνέπειά της ενέκλειε, για τους περίοικους χριστιανικούς πληθυσμούς, και τον πυρήνα εγγραφής του μελλοντικού απελευθερωτικού τους αιτήματος. Συνεπώς η ληστεία θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως μορφή κοινωνικού κινήματος, το οποίο μέσα στο πλαίσιο της κατακτητικής κοινωνίας και δια παρανόμων μεθοδεύσεων διεκδικεί [ ] μερίδιο στην κατανομή των υπαρχόντων, διαθέσιμων πόρων[12].
Πολύ λίγα θα είχα να προσθέσω ή να αλλάξω από αυτή τη διαπίστωση. «Πρότυπο εξέγερσης και ανταρσίας», «ληστεία ως μορφή κοινωνικού κινήματος», «πρωτόγονη επανάσταση», «αντι-εξουσία» «πυρήνας εγγραφής ενός μελλοντικού απελευθερωτικού αιτήματος». Προφανώς, λοιπόν, ένα τέτοιο κίνημα δεν μπορεί να περιοριστεί στα πλαίσια της κοινωνικής ληστείας, αλλά εγγράφεται σε εκείνο ενός επαναστατικού κινήματος, μιας «πρωτόγονης επανάστασης», η οποία μετασχηματίζεται προς την κατεύθυνση μιας συνολικής επανάστασης. Και οι Σουλιώτες θα διατρέξουν ολόκληρη τη σχετική διαδρομή.
Από το γένος στο έθνος
Το ελληνικό έθνος, στη πολύχρονη διαδρομή του, θα διέλθει τρεις μεγάλες ιστορικές περιόδους. Η πρώτη είναι η αρχαία, φυλετική και πολεοκρατική περίοδος, κατά την οποία η εθνική συνείδηση είναι κατ’ εξοχήν πολιτισμικής και φυλετικής υφής και αναδεικνύεται ανάγλυφα στις αμφικτυονίες και τους Ολυμπιακούς αγώνες και κατ’ εξοχήν στις συγκρούσεις με τους ξένους αντιπάλους, οπότε οι Έλληνες συνασπίζονται και στρατιωτικά.
Η δεύτερη συνιστά την οικουμενική φάση του ελληνισμού, που διήρκεσε τουλάχιστον 15 αιώνες –από τον Μέγα Αλέξανδρο έως τους Κομνηνούς– και διακρίνεται σε τρεις μεγάλες υποπεριόδους, την ελληνιστική, τη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή. Σε αυτήν, η ελληνική εθνική συνείδηση συνιστά μια συνείδηση οικουμενική και αφορά κατ’ εξοχήν τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την κοινή θρησκεία.
Η τρίτη περίοδος, του νεώτερου ελληνισμού, αρθρώνεται σε τρεις ιστορικές υποπεριόδους.
Κατά την πρώτη φάση, από τον 11ο και τον 12ο αι., έως το 1453, διαμορφώνεται το πρωτοελληνικό οιονεί έθνος-κράτος. Τωόντι, οι πληθυσμοί που συγκροτούν το ύστερο βυζαντινό ελληνικό κράτος διαχωρίζονται από τους γειτονικούς πληθυσμούς, τους Αρμένιους, τους Βουλγάρους, τους Σέρβους, και ταυτόχρονα έρχονται σε βίαιη αντιπαράθεση με τους Φράγκους και τους Τούρκους. Ήδη από την εποχή της Αυτοκρατορίας της Νικαίας, μπορούμε να μιλάμε για το νεώτερο ελληνικό έθνος. Τότε διαμορφώνεται στις βασικές της συνιστώσες η νεώτερη ελληνική συνείδηση και ιδιοπροσωπία, ως μια εθνική συνείδηση αντιστασιακού χαρακτήρα. Γι’ αυτό και όλες οι μεταγενέστερες απόπειρες για την ελληνική «παλιγγενεσία» θα αναφέρονται παραδειγματικά στην Κωνσταντινούπολη και τους Παλαιολόγους.
Σε μια δεύτερη φάση, εκείνη της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας, οι Έλληνες όχι μόνο παύουν να διαθέτουν οποιαδήποτε αυτόνομη κρατική υπόσταση, αλλά και διαχέονται εκ νέου στο εσωτερικό μιας πολυεθνικής Αυτοκρατορίας, σε έναν ευρύτερο γεωγραφικό και πολιτισμικό χώρο.
Σε αυτή τη νέα περίοδο, αποφασιστικό συνεκτικό ρόλο διαδραματίζουν η ορθοδοξία και η γλώσσα. Έτσι, παλαιοί ελληνικοί πληθυσμοί θα υποστούν μια ρευστοποίηση της συνείδησής τους, ενώ άλλοι, όπως οι αρβανίτικοι πληθυσμοί της Ηπείρου και της Πελοποννήσου, μέσω της θρησκείας, της γλώσσας και της αντιπαράθεσης με τους Οθωμανούς, θα τείνουν να ταυτιστούν με παλαιότερους ελληνικούς πληθυσμούς. Η ελληνική εθνική συνείδηση εκφράζεται στη φάση αυτή ως συνείδηση του «γένους», χωρίς ωστόσο να πάψει ποτέ να είναι ελληνική και εθνική. Γι’ αυτό και η ανάμνηση των αρχαίων –από την πλευρά των λογίων– και του Βυζαντίου από εκείνη της Εκκλησίας, των λογίων αλλά και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, θα παραμένει καθοριστική. Οι Χρησμοί[13] και η Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου[14] αποτελούν τα πιο διαδεδομένα λαϊκά αναγνώσματα. Και κάθε τόσο, εξεγέρσεις, επαναστάσεις, η κλεφτουριά.
Καθώς οι υπόδουλοι Έλληνες νιώθουν να ενδυναμώνονται οικονομικά, πνευματικά και στρατιωτικά, στη στεριά και τη θάλασσα, ενώ παράλληλα εξασθενεί η οθωμανική Αυτοκρατορία, θα πολλαπλασιάζονται οι κινήσεις και οι απόπειρες για την «παλιγγενεσία», δηλαδή για την πολιτική χειραφέτηση ενός γένους που θα τείνει να μετασχηματιστεί και πάλι σε κράτος.
Όμως, η μετάβαση από την περίοδο του γένους, με τον πολυκερματισμό των συνειδήσεων και των ταυτοτήτων, που έχουν επιφέρει οι μακροί αιώνες της ξένης κυριαρχίας, σε μια νέα εθνική πολιτειακή υπόσταση δεν συνιστά μια απλή και γραμμική μεταβολή: στην Κρήτη και στα Επτάνησα, η ξενοκρατία θα διαρκέσει σχεδόν επτά αιώνες, στην Πελοπόννησο και στα ναυτικά ξερονήσια του Αιγαίου, θα είναι πολύ μικρότερη στη Θράκη, τη Μακεδονία την Ήπειρο, τα μικρασιατικά παράλια, τις Ηγεμονίες, τη διασπορά, οι συνθήκες διαφοροποιούνται στο έπακρο μεταξύ τους. Κατά συνέπεια, απαιτείται μια ολόκληρη επανάσταση συνειδήσεων, συμπεριφορών, πολιτισμικών προτύπων. Απαιτείται μία μετάβαση σε μια νέα ποιότητα που ουσιαστικά θα διαρκέσει μέχρι το 1922. Η νέα αυτή συνείδηση, η οποία αρχίζει να διαμορφώνεται ως καθολική συνείδηση των Ελλήνων από το 1770 –με τα Ορλωφικά– και στοχεύει στη συγκρότηση μιας συμπαγούς εθνικής ταυτότητας κρατικού χαρακτήρα, αναχωνεύει σε ένα ενιαίο σύνολο τα διάσπαρτα στοιχεία της «γενεακής» ταυτότητας: Αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο, νεωτερικότητα, σύγχρονη Ελλάδα.
Σε αυτή τη νέα ταυτότητα θα μετασχηματιστούν, το καθένα μέσα από τη δική του διαδρομή, τα disjecta membra του ελληνισμού:
Η κλεφτουριά, μέσα από την εμπειρία της σύγκρουσης, των Ορλωφικών, της συμμετοχής στα κινήματα της περιόδου 1789-1792 και του 1806-1807, της στρατολόγησης στις στρατιωτικές δυνάμεις των Επτανήσων και της Ρωσίας, θα μεταβεί από την τοπική ιδιαίτερη συνείδηση στη διεύρυνση της αντίληψης, που θα εκφραστεί στη Λευκάδα, στα 1807, και θα την οδηγήσει στη μετοχή στη Φιλική Εταιρεία και την Επανάσταση.
Οι λόγιοι, από την προσκόλληση στη Ρωσία του Ευγένιου Βούλγαρι και του Αθανάσιου Ψαλίδα της Βιέννης[15], θα αποπειραθούν να συγκροτήσουν μια επαναστατική οργάνωση με τον Ρήγα Βελεστινλή και το συνθετικό του εγχείρημα. Τα σχολειά, στα Γιάννενα, το Βουκουρέστι, τη Χίο, τις Κυδωνίες, τη Σμύρνη, θα ενοποιήσουν τον ελληνισμό και την ιδεολογία του. Οι έμποροι με τα δίκτυά τους θα φέρουν σε επαφή τόπους και ανθρώπους, οι ναυτικοί θα ενοποιήσουν και πάλι τον ελληνικό κόσμο. Και η Φιλική Εταιρεία θα εκφράσει τη συνθετικότητα ενός δυνάμει νέου πολιτειακού κρατικού μορφώματος. Έτσι θα συντελεστεί η μετάβαση από το γένος στο έθνος. Σε αυτή θα συμμετάσχουν, με όλες τις οδύνες που φέρνει η γέννηση, και οι Σουλιώτες.
Από τη φυγή στα βουνά, για να αποφύγουν τη φορολογία και τους εξισλαμισμούς, από την καθημερινή σύγκρουση με τους μουσουλμάνους αγάδες, για τη διεύρυνση της «χριστιανικής εξουσίας», θα περάσουν σταδιακά στη συμμαχία με τους Ρώσους, στα Ορλωφικά, και αργότερα, στην άσκηση μιας στοιχειώδους «εξωτερικής πολιτικής», στις σχέσεις τους με τα Επτάνησα, την Πάργα και την Πρέβεζα, στη συνειδητοποίηση της μετοχής σε μια ευρύτερη ταυτότητα ρωμαίικη/ελληνική, στη μεταβολή τους σε ένοπλη πρωτοπορία της Επανάστασης, στη διάρκεια του ’21.
Μέσα σε εκατό χρόνια, οι αδάμαστοι ορεσίβιοι θα διανύσουν μια τεράστια απόσταση. Εκείνη την απόσταση που, από διαφορετικές αφετηρίες και σε διαφορετικούς ρόλους, θα διατρέξουν όλοι οι Έλληνες, από τον Ιωάννη Πρίγκο έως τον Αδαμάντιο Κοραή: τη μεταβολή της συνείδησης μετοχής σε ένα ιδιαίτερο γένος, δίχως όμως δική του κρατική υπόσταση, σε ενεργό διεκδίκηση της πολιτικής χειραφέτησης. Σίγουρα, ο δρόμος που χρειάστηκε να διανύσουν οι Σουλιώτες, πάνω στα βουνά της Ηπείρου, προς την κατάκτηση αυτής της νέας συνείδησης ήταν πολύ μακρύτερος από άλλους. Τους έλειπε η παιδεία, οι παραστάσεις, κάποτε η ίδια η ελληνική γλώσσα. Όμως, με το αίμα, τους αγώνες και τις απροσμέτρητες θυσίες τους, θα καλύψουν αυτή τη μεγάλη απόσταση.

[1] Β. Ψιμούλη, 308.
[2] Β. Ψιμούλη, 357.
[3] Β. Ψιμούλη, 368.
[4] Pouqueville, Voyage en Morée, ό.π., τ. 3, σ. 126.
[5] Β. Ψιμούλη 310.
[6] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄, σσ. 408-409.
[7] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄, σ. 409.
[8] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄,  σ. 407.
[9] Γεγονός βέβαια που δεν αναιρεί το ότι, την ίδια εποχή, υπήρχαν και άλλοι αριστεροί  ιστορικοί, όπως ο Δημήτρης Φωτιάδης, που έγραφαν εγκωμιαστικά κείμενα για τους κλέφτες. Ωστόσο, ο πάπας της μαρξιστικής ιστοριογραφίας στην Ελλάδα ήταν τότε ο Κορδάτος.
[10] Βλ. τη νεώτερη συμπληρωμένη έκδοση του αρχικού βιβλίου του 1969, Έρικ Χομπσμπάουμ, Ληστές, Θεμέλιο, Αθήνα 2010.
[11] Β. Ψιμούλη, σ. 309.
[12] Β. Ψιμούλη, 310-311.
[13] Βλ. Asterios Argyriou, Les exégèses grecques de l’Apocalypse à l’époque turque, 1453-1821: esquisse d’une histoire des courants idéologiques au sein du peuple grec asservi, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1982 Γ. Καραμπελιάς, Η ανολοκλήρωτη…, ό.π., σσ. 50-55.
[14] Βελουδής, Γεώργιος (επιμ.), Διήγησις Αλεξάνδρου του Μακεδόνος, Ερμής, Αθήνα 1977.
[15]  Βλ. Αθανάσιος Ψαλίδας  Αἰ­κα­τε­ρί­να ἡ Β΄, ἤ­τοι ἱ­στο­ρί­α σύν­το­μος τῆς ἐν τῇ ὁ­δοι­πο­ρί­ᾳ αὐ­τῆς πρὸς τοὺς ἐν Νίζ­νη καὶ Ταυ­ρί­α Γραι­κοὺς ὑ­π’ αὐ­τῆς δει­χθεί­σης εὐ­νοί­ας. Βιέννη 1792 Ευγένιος Βούλγαρις, Στοχασμοί εις τους παρόντας κρισίμους καιρούς του Οθωμανικού Κράτους, Πετρούπολη 1771-1772.






14 Ιανουαρίου 2012

Συνωστισμένες στο Ζάλογγο, κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά



Συνωστισμένες στο Ζάλογγο, Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς, και η αποδόμηση της ιστορίας

Τιμή: 15 €
Σχήμα: 13Χ21
Σελίδες: 200


Στον βαθμό που αναπτύσσεται και εδραιώνεται η «αποδομητική» ιστορική σχολή, θα πρέπει να αναμετρηθεί και με το αγωνιστικό/ανταγωνιστικό στοιχείο των προεπαναστατικών και επαναστατικών χρόνων. Θα πρέπει να «απομυθοποιηθεί» το κρυφό σχολειό, η 25η Μαρτίου, η Τριπολιτσά, τα Ορλωφικά, η ίδια η «κλεφτουριά»…
…να αποσιωπηθούν ή να υποβαθμιστούν τα επαναστατικά γεγονότα τα οποία προηγούνται της Επανάστασης. Διότι αυτά ακριβώς καταδεικνύουν πως η αφετηρία της δεν ήταν αποκλειστικώς οι λόγιοι και η «γαλλική Επανάσταση».  μια άλλη αποφασιστική συνιστώσα υπήρξαν οι ένοπλες συσσωματώσεις των Ελλήνων, από τον Κροκόνδειλο Κλαδά, τον 15ο αι., έως τους Σουλιώτες, τους Μανιάτες, την κλεφτουριά. Κατ’ εξοχήν, δε οι Σουλιώτες καταλαμβάνουν κεντρικό ρόλο, εξ αιτίας του μακρόχρονου αγώνα τους, επί δύο αιώνες, ενάντια στους Τούρκους και της συμμετοχής τους στην Επανάσταση.
Η αποδομητική σχολή επιχειρεί, λοιπόν, να καταδείξει, αν χρειαστεί, και δια του βιασμού των ιστορικών στοιχείων, πως οι Σουλιώτες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά πρωτόγονες φάρες, αλβανικής καταγωγής και γλώσσας, οι οποίες δεν διέθεταν κάποια εθνική ή έστω πρωτοεθνική συνείδηση. Αν το επιτύχει, τότε θα έχει προσθέσει ένα ακόμα λιθαράκι στο βασικό ιδεολογικό της πρόταγμα: η εθνική συνείδηση είναι απούσα από τους Έλληνες πριν από την Επανάσταση, ενώ  το ελληνικό έθνος διαμορφώνεται, κυρίως, μέσω του κράτους. Οι Σουλιώτες «δεν είναι» Έλληνες, αλλά «εξελληνίζονται» επιγενέστερα!
Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να «απομυθοποιηθούν» και να διαστρεβλωθούν γεγονότα-σταθμοί στην ιστορία των Σουλιωτών, αλλά και στη νεώτερη ιστορική συνείδηση των Ελλήνων: Η αυτοπυρπόληση του Σαμουήλ στο Κούγκι δεν έγινε ποτέ. είναι αμφίβολο εάν ανατινάχτηκε η Δέσπω στου «Δημουλά τον Πύργο». προπαντός, ο χορός του Ζαλόγγου, όχι μόνο αποτελεί «εθνικιστικό μύθο», αλλά είναι πιθανό οι Σουλιώτισσες να έπεσαν στο βάραθρο σπρωγμένες από τους ίδιους τους Σουλιώτες πολεμιστές! Συνωστισμένοι στη Σμύρνη, συνωστισμένες στο Ζάλογγο!


* Ο επίλογος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, 

Συνωστισμένες στο Ζάλογγο, Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς, και η αποδόμηση της ιστορίας, που κυκλοφορεί. 

Απομυθοποίηση ή αποσιώπηση

Στις μέρες μας, λοιπόν, στα πλαίσια της (αποδομητικής;) κριτικής των «εθνικών αφηγήσεων», οι οποίες επέτρεψαν τη συγκρότηση και την εδραίωση του εθνικού κράτους, μαζί με άλλους κομβικούς «εθνικούς μύθους» –κρυφό σχολειό, κήρυξη της επανάστασης την 25η Μαρτίου κ.ά.–, επιχειρείται και η «απομυθοποίηση» του Σουλίου και των Σουλιωτών. Και το επιχείρημα, ή μάλλον η δικαιολογία, που προβάλλεται, είναι πως επιβάλλεται να «ξαναγραφτεί» η ιστορία, χρησιμοποιώντας νέα ερευνητικά και θεωρητικά εργαλεία.
Πράγματι, κάθε γενιά, κάθε εποχή, οφείλει να επανεξετάζει τα ιστορικά γεγονότα και να συμπληρώνει, να διορθώνει, κάποτε και να αναθεωρεί αν χρειαστεί, υπό το φως νέων πηγών και νέων ιδεών. Ωστόσο, θα πρέπει να ξαναγραφτεί για να φωτιστεί και όχι για να αποσιωπηθούν πτυχές της ή ακόμα και να διαστρεβλωθεί. Έτσι, πρέπει να είναι ευπρόσδεκτη μια σύγχρονη ιστορική έρευνα που δεν μένει στα εργαλεία και τις πηγές που υπήρχαν στην εποχή του Παπαρρηγόπουλου. Η ενδελεχής έρευνα των πηγών, η χρήση της οικονομικής ιστορίας, ακόμα και η σχετική αποστασιοποίηση από τα ιστορικά γεγονότα, δεν είναι μόνον θεμιτές αλλά και αναγκαίες.
Οι επικρίσεις μας λοιπόν στους αποδομητές ιστορικούς δεν αφορούν εν τέλει στην απομυθοποιητική τους πρόθεση –που, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσε να λειτουργήσει και θετικά, αποκαλύπτοντας κρυμμένες πλευρές της ιστορίας– αλλά μάλλον στην επιχειρούμενη συστηματική διαστρέβλωση και αποσιώπηση της ιστορικής αλήθειας.
Είναι θεμιτό και αναγκαίο να διερευνηθεί η οργάνωση και ο ρόλος των πατριών, ή οι οικονομικές σχέσεις εξάρτησης των παρασουλιώτικων χωριών από τις μεγάλες φάρες του Σουλίου κ.λπ. Ωστόσο, δεν μπορεί να παρασιωπηθεί ή να υποβαθμιστεί το στοιχείο της αγωνιστικότητας, της μαχητικότητας και του ηρωισμού των Σουλιωτών, ή οι μέθοδοι και τα στρατηγήματα που χρησιμοποιούσαν κατά τις αναρίθμητες συγκρούσεις τους. Και αυτό όχι μόνο, ή κυρίως, για λόγους εθνικού φρονηματισμού –για το Σούλι θα μπορούσε να γράψει και κάποιος ξένος ιστορικός– αλλά διότι αυτό το στοιχείο είναι συστατικό της σουλιώτικης κοινότητας. Αυτή δεν θα μπορούσε καν να υπάρξει χωρίς το αγωνιστικό/ηρωικό στοιχείο που σφραγίζει άνδρες, γυναίκες και παιδιά μιας πολεμικής ομοσπονδίας. Θα ήταν ως εάν γράφαμε για τη Σπάρτη παραγνωρίζοντας ή υποβαθμίζοντας το επίσης ηρωικό/αγωνιστικό στοιχείο και μέναμε μόνο στις σχέσεις με τους είλωτες, τους περιοίκους κ.λπ. Όμως, η Σπάρτη και το Σούλι ήταν κατ’ εξοχήν πολεμικές κοινότητες και το ηρωικό/αγωνιστικό στοιχείο ήταν προϋπόθεση της ύπαρξής τους.
Και είναι κρίμα το ότι πιο πρόσφατα έργα για το Σούλι –σε μία εποχή που εκπονούνται ελάχιστες σχετικές μελέτες­– γράφτηκαν με στόχο τους Σουλιώτες, δηλαδή την αποδόμησή τους. Κατ’ αρχάς, διότι, υποβαθμίζοντας το Ζάλογγο και τη Δέσπω, «ξεχνώντας» τη Λένη Μπότσαρη, αμφισβητώντας την αυτοπυρπόληση του Σαμουήλ, μεταβάλλοντας σε κυριολεκτικό θήραμα μιας δήθεν αντικειμενικής ιστοριογραφίας τον Φώτο Τζαβέλα, αποτυγχάνουν στην ίδια την αναπαράσταση της σουλιώτικης κοινότητας, για την οποία ανάλογες πράξεις ηρωισμού αποτελούσαν προϋπόθεση της επιβίωσής της και κομβικό στοιχείο της «ιδιοπροσωπίας» της. Επί πλέον, εξ αιτίας των εθνοαποδομητικών αντιλήψεων και των συναφών ιδεολογικών παρωπίδων, το έργο τους –κατ’ εξοχήν εκείνο της Ψιμούλη, με τις σχετικές αναλήθειες, παρασιωπήσεις και διαστρεβλώσεις– σκιάζεται στο σύνολό του από την υποψία της αναξιοπιστίας. Για να αναγνωστεί από τον οποιονδήποτε επιμελή αναγνώστη, θα πρέπει να συνοδεύεται από έναν όγκο παραπεμπόμενων βιβλίων και εγγράφων, μια και δεν έχουμε να κάνουμε με περιστασιακά λάθη και παρασιωπήσεις, αλλά με ένα συστηματικό εγχείρημα αποδόμησης των Σουλιωτών, και της… ιστορικής αλήθειας, παρεμπιπτόντως.
Εξ άλλου, όσα ήδη προανέφερα για την αιτιολόγηση της αγωνιστικής/ηρωικής φύσης της σουλιώτικης κοινότητας θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια μορφή… θεμιτής απομυθοποίησης, διότι το ηρωικό στοιχείο τοποθετείται μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά πλαίσια και δεν εμφανίζεται πέραν και υπεράνω της ιστορίας. Αν, λοιπόν, με το επιχείρημα της απομυθοποίησης, μια ιστορία του Σουλίου και των Σουλιωτών, από το ένα άκρο, δηλαδή τη σχεδόν αποκλειστική επικέντρωση στην περιγραφή γεγονότων, κατεξοχήν πολεμικών, οδηγείται στο αντίθετο, δηλαδή σε μια καταγραφή των δημογραφικών, οικονομικών, κοινωνικών, γεωγραφικών δεδομένων, συρρικνώνοντας και διαστρεβλώνοντας τα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα, τότε βαρύνεται από έναν αντίστροφο και πιο επικίνδυνο στραβισμό. Πόσο μάλλον αν διαστρέφει και τα σχετικά στοιχεία για να προσλάβει το ζητούμενο.
Γι’ αυτό, για την ιστορία του Σουλίου, θα συνεχίσουμε να προσφεύγουμε προνομιακά στον Περραιβό, τον Λαμπρίδη, τον Αραβαντινό, τον Παπακώστα ή ακόμα και τον Μπενέκο. Διότι, παρά τους περιορισμούς της εποχής τους, είχαν εντοπίσει τα κομβικά στοιχεία της σουλιώτικης «ιδιοπροσωπίας».
Μια σύγχρονη ιστορία του Σουλίου εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο, και ελπίζω αυτή η μικρή μελέτη να βοηθήσει όποιον ή όποια αναλάβει να φέρει σε πέρας μια επί τέλους ολοκληρωμένη και ισορροπημένη ιστορία των Λακεδαιμονίων της Ηπείρου.

Οι Σουλιώτες και η εθνική συνείδηση

Για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν πως οι Σουλιώτες δεν διέθεταν αναπτυγμένη «εθνική συνείδηση», θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως η εθνική συνείδηση, πριν την επανάσταση του ’21 και τη δημιουργία εθνικού κράτους, αποτελεί για τους Έλληνες και τους Σουλιώτες πολεμιστές μια συνείδηση γένους, μια συνείδηση σχεδόν ταυτισμένη με τη θρησκευτική ταυτότητα και τις παραδόσεις, μια συνείδηση της ρωμιοσύνης. Ωστόσο, οι Έλληνες αρματολοί, ακόμα και οι Σουλιώτες, παραμένουν, τουλάχιστον τυπικά, υποτελείς στην οθωμανική εξουσία – οι Σουλιώτες πληρώνουν και έναν ελάχιστο, υπαρκτό όμως, φόρο στους Οθωμανούς, αναγνωρίζοντας έτσι μια ψιλή οθωμανική κυριότητα.
Για να επιβιώσουν, όλοι οι Έλληνες, από τον Ρήγα Βελεστινλή, στην Κωνσταντινούπολη ή το Βουκουρέστι, έως τον Κολοκοτρώνη, ήταν υποχρεωμένοι να διατηρούν κάποιες σχέσεις με την οθωμανική εξουσία και να έρχονται σε συνδιαλλαγή μαζί της. Εξ ου και τα αναρίθμητα «καπάκια» των κλεφταρματολών, η παρουσία του Αθανάσιου Ψαλίδα, του Ιωάννη Κωλέττη ή του Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Αθανάσιου Διάκου στην υπηρεσία του Αλή πασά, οι ανακωχές, οι συμφωνίες, οι προσχωρήσεις ενίοτε ορισμένων Σουλιωτών σε μια ισχυρότερη δύναμη. Και παρ’ όλο που η αντιπαράθεση των Σουλιωτών με τον Αλή, περισσότερο από κάθε άλλη, προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της σύγκρουσης δύο στρατοπέδων, ωστόσο δεν παύουν αυτά τα στρατόπεδα να είναι διαπερατά και σχετικά ρευστά. Εξ άλλου, μεγαλύτερη ρευστότητα χαρακτηρίζει ακόμα και τις σχέσεις του Αλή πασά με τον σουλτάνο ή τους αγάδες της Παραμυθιάς. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, λοιπόν, η εθνική συνοχή και συνείδηση των Σουλιωτών είναι ήδη εξαιρετικά υψηλή και ξεπερνάει κατά πολύ τον μέσο όρο της εποχής και της περιοχής. Και αυτό διότι η κύρια πλευρά της σχέσης τους με την οθωμανική εξουσία παρέμενε η αντιπαράθεση, πράγμα που δεν παρατηρείται στην καθημερινότητα των εμπόρων, των λογίων ή ακόμα και τη συντριπτική πλειοψηφία των αρματολών, που θα πρωτοστατήσουν αργότερα στην Επανάσταση.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι Έλληνες ζουν υπό ξένη κυριαρχία και σταδιακώς διαμορφώνουν πυρήνες μικροεξουσίας σε πολλαπλά επίπεδα, από την κοινοτική οργάνωση των ορεινών περιοχών και των νησιών μέχρι τις παραδουνάβιες Ηγεμονίες από τα Ζαγοροχώρια και τα Μαντεμοχώρια έως τα Αμπελάκια. Μέσα σε αυτούς τους πυρήνες της μικροεξουσίας, ιδιαίτερη σημασία είχαν οι στρατιωτικές δυνάμεις, οι κλέφτες, τα αρματολίκια, τα στρατιωτικά σώματα της Επτανήσου, των Ηγεμονιών, καθώς και όσα βρίσκονταν στην υπηρεσία του Αλή, διότι θα συγκροτήσουν τις απαραίτητες και εμπειροπόλεμες στρατιωτικές δυνάμεις που θα επιτρέψουν τη διεξαγωγή της Επανάστασης. Ανάμεσα σε αυτές τις στρατιωτικές μικροεξουσίες, ιδιαίτερης σημασίας ήταν εκείνες που συγκροτούσαν οι Μανιάτες, οι Σουλιώτες και οι Χειμαριώτες, οι οποίοι διέθεταν μια χωρικά προσδιορισμένη και οριοθετημένη ένοπλη εξουσία, κάτω πάντα από την οθωμανική επικυριαρχία, αλλά ουσιαστικά αυτόνομη στην πράξη.
Ανάμεσα στις τρεις αυτές συσσωματώσεις, οι Σουλιώτες συνιστούν μια επιπλέον ιδιαιτερότητα, διότι σχεδόν αποκλειστικό στοιχείο της συγκρότησής τους είναι το πολεμικό. Οι Μανιάτες και οι Χειμαριώτες αποτελούν κοινότητες αγροτο-πολεμικές. Οι αγροτο-ποιμενικές δραστηριότητες αποτελούσαν τη βάση της οικονομικής τους ζωής και η πειρατεία ή η ληστεία συνιστούσαν ένα συμπλήρωμα για τον βιοπορισμό τους.
Οι Σουλιώτες, αντίθετα, αποτελούσαν μια κοινότητα κατ’ εξοχήν πολεμική και οι αγροτο-κτηνοτροφικές δραστηριότητες ήταν η δευτερεύουσα ή τριτεύουσα απασχόλησή τους. Έτσι προσομοιάζουν με τις ομάδες των κλεφτών, μόνο που, σε αντίθεση με αυτούς, συγκροτούν ταυτόχρονα και μια εδραία κοινότητα, με μόνιμο τόπο κατοικίας, σταθερή οικογενειακή εστία και κοινωνικές σχέσεις. Παράλληλα, οι Σουλιώτες είναι υποχρεωμένοι να επεκτείνουν την ακτίνα της δραστηριότητάς τους, στον βαθμό που μεγαλώνει ο αριθμός τους, τόσο από τη δημογραφική τους επέκταση όσο και από τη συρροή νέων πληθυσμών – από το Σούλι θα σχηματιστεί το Τετραχώρι, το οποίο θα επεκταθεί στο Επταχώρι κ.λπ., και τελικά θα επεκτείνουν την «επικράτειά» τους στα υπερεξήκοντα χωριά, τα οποία προστατεύουν από τους Οθωμανούς έναντι χρηματικού και άλλων τιμημάτων. Κατά συνέπεια, οι Σουλιώτες έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση με την οθωμανική εξουσία.
Η Βάσω Ψιμούλη πραγματοποιεί μια διαφορετική ανάγνωση των σχέσεων ανάμεσα στους Σουλιώτες και την οθωμανική εξουσία:
…η κοινότητα των τεσσάρων σουλιωτικών χωριών έχει πάρει[ ] τη μορφή της χριστιανικής ποιμενικής-πολεμικής κοινότητας, η οποία δρα ελεύθερα, μη επηρεαζόμενη από την περιστασιακή παρουσία του Οθωμανού σπαχή. [ ] Θα είναι νομότυπη απέναντι στην κεντρική οθωμανική εξουσία και παράνομη απέναντι στην περιφερειακή.[ ] Θα είναι ενταγμένη μέσα από την καταβολή του κεφαλικού και άλλων φόρων, στην ισχύουσα οθωμανική νομιμότητα, αλλά μη αφομοιωμένη στο ισχύον, για την υποτελή κοινωνία, κοινωνικο-οικονομικό σύστημα[1].
Ωστόσο, ιδιαίτερα σε αυτήν όψιμη περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, η κύρια μορφή με την οποία εκφράζεται η «οθωμανική νομιμότητα» δεν είναι παρά η «περιφερειακή εξουσία». Προπαντός σε μια εποχή κατακερματισμού της κεντρικής εξουσίας. Το γεγονός ότι καταβάλλουν έναν ελάχιστο φόρο δεν τους καθιστά νομότυπους υπηκόους της οθωμανικής εξουσίας, με την οποία συγκρούονται σχεδόν αδιαλείπτως. Εξ άλλου, αρκετές φορές είχαν αναγνωρίσει και την τυπική εξουσία του ορκισμένου εχθρού τους, Αλή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο τελευταίος, μάλιστα, είναι πασάς των Ιωαννίνων, «βεζίρης» με τρείς «ιππουρίδες»…
Επιπλέον, είναι παγκοίνως γνωστό, και το επαναλαμβάνει επανειλημμένα η ίδια η Ψιμούλη, πως ο Αλής, σε όλες τις μείζονες εξορμήσεις του εναντίον του Σουλίου, ήταν πάντοτε εφοδιασμένος και με το ανάλογο σουλτανικό φιρμάνι. Έτσι θα συμβεί το 1789[2], το 1792[3] και το 1800, ενώ, όπως είδαμε, για την τελική νίκη του εναντίον των Σουλιωτών, θα αποσπάσει τις υψηλότερες διακρίσεις από την Πύλη. Ο Πουκεβίλ, αναλύοντας τις αιτίες της τελικής πτώσης του Σουλίου, μας δίνει μία σημαντική πληροφορία για την ανάμειξή της :
Η υπερβολική τους αλαζονεία [των Σουλιωτών], την τελευταία περίοδο, προκάλεσε την εχθρότητα της Πύλης και ο κιουτσούκ εμπροχόρ, ή ο Μικρός Σταυλάρχης του Σουλτάνου, που είχε σταλεί από την Υψηλότητά του, στα 1802, στις σατραπείες της Πελοποννήσου και της Αλβανίας, είχε επιμείνει στην ανάγκη να καταβληθούν οι μεγαλύτερες προσπάθειες για να τους εκδιώξουν[4].
Συνεπώς, ο Τεπελενλής δεν είχε απλώς τη συναίνεση της Υψηλής Πόρτας για την τελική επίθεση εναντίον των Σουλιωτών, αλλά εκτελούσε τις εντολές της. Γι’ αυτό, μετά τη νίκη του, θα ανταμειφθεί με τον τίτλο του Ρούμελη βαλεσή, δηλαδή του ανώτατου διοικητή του μεγαλύτερου μέρους της ευρωπαϊκής Τουρκίας, ενώ η εξουσία του θα επεκταθεί μέχρι τη Μακεδονία και την Πελοπόννησο – ο δε γιος του, Βελής, αρχηγός της εκστρατείας κατά των Σουλιωτών, θα χριστεί Μορά Βαλεσής.
Η ίδια η Ψ., εξάλλου, σε αντίθεση με την προηγούμενη απόφανσή της, σε άλλο σημείο του βιβλίου, υπογραμμίζει τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της σουλιώτικης έναντι της οθωμανικής εξουσίας.
Εξάλλου, η δυναμική και δια των όπλων επιτυχής εμπλοκή των Σουλιωτών σε μηχανισμούς παράνομης φοροείσπραξης, καθώς εκ των πραγμάτων στερούσε από το άρχον συγκρότημα της κατακτητικής κοινωνίας μέρος ή το σύνολο των προσόδων του, εμπεριείχε και τα στοιχεία της ανυπακοής ή της ανταρσίας. [ ] Η αυτονομία την οποία απολαμβάνει καθώς και η εξουσιαστική δύναμη την οποία ή ένοπλη δράση της έχει επιβάλει στην περιοχή αποτελούν [ ]πρόκληση για την επίσημη εξουσία[5].
Είδαμε στην Εισαγωγή της μελέτης μας τις σχετικές με τους Σουλιώτες απόψεις του Κορδάτου. Γι’ αυτόν, οι επιθέσεις των Τούρκων δεν συνδέονται καθόλου με τις επαναστατικές απόπειρες του 1788-1792, αλλά ήταν αποτέλεσμα αποκλειστικά των διαμαρτυριών που έκαναν οι «χριστιανοί και Τούρκοι αγρότες», όχι μόνο στον πασά των Ιωαννίνων αλλά και στον ίδιο τον σουλτάνο. Εξ άλλου, όταν οι Σουλιώτες «ξεπαστρεύτηκαν» από τον Αλή, «ξανάσαναν οι αγρότες και άρχισαν να καλλιεργούν τα χωράφια και τ’ αμπέλια τους»[6]:
Οι Σουλιώτες λοιπόν τους «πολέμους» τους με τον Αλή δεν τους έκαναν εμπνευσμένοι από τον «πόθον της ελευθερίας». Το αίσθημα της εθνικής συνείδησης στα χρόνια εκείνα ήταν ολότελα άγνωστο σ’ αυτούς[7].
Ο Κορδάτος, μέσα σε δέκα σελίδες μιας απίστευτης υμνολογίας για τον Αλή, φρονίμως ποιών, ελάχιστα αναφέρεται στο Σούλι και δεν μνημονεύει καθόλου τον Φώτο Τζαβέλα, το Ζάλογγο, το Κούγκι ή τη Δέσπω. Προτιμά την αποσιώπηση. Η προσέγγιση αυτή αναδεικνύει ήδη τον τόνο και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ανατραφεί μια ολόκληρη γενιά που θεωρούσε τον Κορδάτο μέντορά της: προβολή των αρετών του Αλή πασά και αποσιώπηση των ηρωικών επεισοδίων της σουλιώτικης εποποιίας. Είδαμε πως, για τον Κορδάτο, «ο δημοκρατισμός τους [ ] αντανακλούσε την πρωτόγονη οργάνωση του γένους και όχι νεώτερες δημοκρατικές αντιλήψεις»[8].
Ωστόσο, εποποιίες πολύ μικρότερου εύρους, όπως εκείνη των Ινδιάνων Τσεγιέν, που απαθανάτισε ο Χάουαρντ Φαστ στο Τελευταίο Μέτωπο, το οποίο πραγματευόταν τη φυγή μιας ομάδας Ινδιάνων Σιού, το 1870, αποσπούσε τον θαυμασμό των νεαρών Ελλήνων στη δεκαετία του 1960 – ανάμεσά τους και του υποφαινομένου. Τότε, δεν πέρασε από το μυαλό μας πως οι Τσεγιέν ήταν αλογοκλέφτες και ο αμερικάνικος στρατός εκπρόσωπος της ιστορικής προόδου έναντι της καθυστερημένης φυλετικής δομής και του «πρωτόγονου δημοκρατισμού» των Ινδιάνων! Οι Σουλιώτες, όμως, αποκαλούνται χωρίς περιστροφές «κλέφτες» και ο Αλής εκφραστής της προόδου[9], παρότι ο Ένγκελς, στην Καταγωγή της Ατομικής Οικογένειας…, εκθειάζει την «πρωτόγονη κοινοκτημοσύνη» των ινδιάνων Ιροκέζων ως πρόπλασμα της μελλοντικής ολοκληρωμένης κοινοκτημοσύνης!
Προφανώς, σαράντα χρόνια μετά τον Κορδάτο, και αφού έχουν μεσολαβήσει οι μελέτες του Χομπσμπάουμ[10] και τόσων άλλων για τους ληστές και την «κοινωνική ληστεία», η επανάληψη ανάλογων αποφάνσεων έχει καταστεί δυσχερέστερη. Αν όμως θεωρήσουμε τους Σουλιώτες «ληστές» και όχι «κοινωνικούς ληστές», τότε εύκολα μπορούμε να επιστρέψουμε στα ίδια!
Ο Σουλιώτης[ ]δεν αποκαθιστά κανόνα δικαίου, απλώς συμπαρατίθεται και συνάρχει με τον σούμπαση ή τον μουσουλμάνο αγά, μέσω του διαμερισμού των αγροτικών προσόδων. Υπ’ αυτή την έννοια, η οπλική δύναμη και η μαχητική δράση των Σουλιωτών στην ευρύτερη περιοχή δεν εμπεριέχει χαρακτήρα κοινωνικής ληστείας, τουλάχιστον υπό την πολύ αυστηρή σημασία του όρου[11].
Οι Σουλιώτες, που για διακόσια χρόνια διεξάγουν έναν διαρκή πόλεμο εναντίον των Οθωμανών, δεν δικαιούνται ούτε καν τον «τίτλο» του κοινωνικού ληστή «με την αυστηρή έννοια του όρου», τίτλος που εύκολα απονέμεται στους νοτιαμερικανούς κανγκασέιρος. Γι’ αυτό, αναλογιζόμενη ίσως την ιστορική ύβρη ανάλογων αποφάνσεων, και των σχετικών συμπαραδηλώσεων, δύο σελίδες πιο κάτω, αναιρεί πανηγυρικά τα λεγόμενά της:
Ταυτόχρονα η σουλιώτικη κοινωνία προβάλλεται στη συνείδηση του υποταγμένου χριστιανικού πληθυσμού ως πρότυπο εξέγερσης και ανταρσίας απέναντι στην ισχύουσα τάξη πραγμάτων. [ ]Υπ’ αυτή την έννοια, η δράση της σουλιώτικης κοινωνίας διαθέτει τα γνωρίσματα μιας πρωτόγονης επανάστασης. Μάλιστα η εντοπισμένη γεωγραφικά εξουσιαστική της δύναμη, ως τύπος χριστιανικής αντι-εξουσίας [ ] στην απώτατη συνέπειά της ενέκλειε, για τους περίοικους χριστιανικούς πληθυσμούς, και τον πυρήνα εγγραφής του μελλοντικού απελευθερωτικού τους αιτήματος. Συνεπώς η ληστεία θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως μορφή κοινωνικού κινήματος, το οποίο μέσα στο πλαίσιο της κατακτητικής κοινωνίας και δια παρανόμων μεθοδεύσεων διεκδικεί [ ] μερίδιο στην κατανομή των υπαρχόντων, διαθέσιμων πόρων[12].
Πολύ λίγα θα είχα να προσθέσω ή να αλλάξω από αυτή τη διαπίστωση. «Πρότυπο εξέγερσης και ανταρσίας», «ληστεία ως μορφή κοινωνικού κινήματος», «πρωτόγονη επανάσταση», «αντι-εξουσία» «πυρήνας εγγραφής ενός μελλοντικού απελευθερωτικού αιτήματος». Προφανώς, λοιπόν, ένα τέτοιο κίνημα δεν μπορεί να περιοριστεί στα πλαίσια της κοινωνικής ληστείας, αλλά εγγράφεται σε εκείνο ενός επαναστατικού κινήματος, μιας «πρωτόγονης επανάστασης», η οποία μετασχηματίζεται προς την κατεύθυνση μιας συνολικής επανάστασης. Και οι Σουλιώτες θα διατρέξουν ολόκληρη τη σχετική διαδρομή.
Από το γένος στο έθνος
Το ελληνικό έθνος, στη πολύχρονη διαδρομή του, θα διέλθει τρεις μεγάλες ιστορικές περιόδους. Η πρώτη είναι η αρχαία, φυλετική και πολεοκρατική περίοδος, κατά την οποία η εθνική συνείδηση είναι κατ’ εξοχήν πολιτισμικής και φυλετικής υφής και αναδεικνύεται ανάγλυφα στις αμφικτυονίες και τους Ολυμπιακούς αγώνες και κατ’ εξοχήν στις συγκρούσεις με τους ξένους αντιπάλους, οπότε οι Έλληνες συνασπίζονται και στρατιωτικά.
Η δεύτερη συνιστά την οικουμενική φάση του ελληνισμού, που διήρκεσε τουλάχιστον 15 αιώνες –από τον Μέγα Αλέξανδρο έως τους Κομνηνούς– και διακρίνεται σε τρεις μεγάλες υποπεριόδους, την ελληνιστική, τη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή. Σε αυτήν, η ελληνική εθνική συνείδηση συνιστά μια συνείδηση οικουμενική και αφορά κατ’ εξοχήν τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την κοινή θρησκεία.
Η τρίτη περίοδος, του νεώτερου ελληνισμού, αρθρώνεται σε τρεις ιστορικές υποπεριόδους.
Κατά την πρώτη φάση, από τον 11ο και τον 12ο αι., έως το 1453, διαμορφώνεται το πρωτοελληνικό οιονεί έθνος-κράτος. Τωόντι, οι πληθυσμοί που συγκροτούν το ύστερο βυζαντινό ελληνικό κράτος διαχωρίζονται από τους γειτονικούς πληθυσμούς, τους Αρμένιους, τους Βουλγάρους, τους Σέρβους, και ταυτόχρονα έρχονται σε βίαιη αντιπαράθεση με τους Φράγκους και τους Τούρκους. Ήδη από την εποχή της Αυτοκρατορίας της Νικαίας, μπορούμε να μιλάμε για το νεώτερο ελληνικό έθνος. Τότε διαμορφώνεται στις βασικές της συνιστώσες η νεώτερη ελληνική συνείδηση και ιδιοπροσωπία, ως μια εθνική συνείδηση αντιστασιακού χαρακτήρα. Γι’ αυτό και όλες οι μεταγενέστερες απόπειρες για την ελληνική «παλιγγενεσία» θα αναφέρονται παραδειγματικά στην Κωνσταντινούπολη και τους Παλαιολόγους.
Σε μια δεύτερη φάση, εκείνη της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας, οι Έλληνες όχι μόνο παύουν να διαθέτουν οποιαδήποτε αυτόνομη κρατική υπόσταση, αλλά και διαχέονται εκ νέου στο εσωτερικό μιας πολυεθνικής Αυτοκρατορίας, σε έναν ευρύτερο γεωγραφικό και πολιτισμικό χώρο.
Σε αυτή τη νέα περίοδο, αποφασιστικό συνεκτικό ρόλο διαδραματίζουν η ορθοδοξία και η γλώσσα. Έτσι, παλαιοί ελληνικοί πληθυσμοί θα υποστούν μια ρευστοποίηση της συνείδησής τους, ενώ άλλοι, όπως οι αρβανίτικοι πληθυσμοί της Ηπείρου και της Πελοποννήσου, μέσω της θρησκείας, της γλώσσας και της αντιπαράθεσης με τους Οθωμανούς, θα τείνουν να ταυτιστούν με παλαιότερους ελληνικούς πληθυσμούς. Η ελληνική εθνική συνείδηση εκφράζεται στη φάση αυτή ως συνείδηση του «γένους», χωρίς ωστόσο να πάψει ποτέ να είναι ελληνική και εθνική. Γι’ αυτό και η ανάμνηση των αρχαίων –από την πλευρά των λογίων– και του Βυζαντίου από εκείνη της Εκκλησίας, των λογίων αλλά και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, θα παραμένει καθοριστική. Οι Χρησμοί[13] και η Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου[14] αποτελούν τα πιο διαδεδομένα λαϊκά αναγνώσματα. Και κάθε τόσο, εξεγέρσεις, επαναστάσεις, η κλεφτουριά.
Καθώς οι υπόδουλοι Έλληνες νιώθουν να ενδυναμώνονται οικονομικά, πνευματικά και στρατιωτικά, στη στεριά και τη θάλασσα, ενώ παράλληλα εξασθενεί η οθωμανική Αυτοκρατορία, θα πολλαπλασιάζονται οι κινήσεις και οι απόπειρες για την «παλιγγενεσία», δηλαδή για την πολιτική χειραφέτηση ενός γένους που θα τείνει να μετασχηματιστεί και πάλι σε κράτος.
Όμως, η μετάβαση από την περίοδο του γένους, με τον πολυκερματισμό των συνειδήσεων και των ταυτοτήτων, που έχουν επιφέρει οι μακροί αιώνες της ξένης κυριαρχίας, σε μια νέα εθνική πολιτειακή υπόσταση δεν συνιστά μια απλή και γραμμική μεταβολή: στην Κρήτη και στα Επτάνησα, η ξενοκρατία θα διαρκέσει σχεδόν επτά αιώνες, στην Πελοπόννησο και στα ναυτικά ξερονήσια του Αιγαίου, θα είναι πολύ μικρότερη στη Θράκη, τη Μακεδονία την Ήπειρο, τα μικρασιατικά παράλια, τις Ηγεμονίες, τη διασπορά, οι συνθήκες διαφοροποιούνται στο έπακρο μεταξύ τους. Κατά συνέπεια, απαιτείται μια ολόκληρη επανάσταση συνειδήσεων, συμπεριφορών, πολιτισμικών προτύπων. Απαιτείται μία μετάβαση σε μια νέα ποιότητα που ουσιαστικά θα διαρκέσει μέχρι το 1922. Η νέα αυτή συνείδηση, η οποία αρχίζει να διαμορφώνεται ως καθολική συνείδηση των Ελλήνων από το 1770 –με τα Ορλωφικά– και στοχεύει στη συγκρότηση μιας συμπαγούς εθνικής ταυτότητας κρατικού χαρακτήρα, αναχωνεύει σε ένα ενιαίο σύνολο τα διάσπαρτα στοιχεία της «γενεακής» ταυτότητας: Αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο, νεωτερικότητα, σύγχρονη Ελλάδα.
Σε αυτή τη νέα ταυτότητα θα μετασχηματιστούν, το καθένα μέσα από τη δική του διαδρομή, τα disjecta membra του ελληνισμού:
Η κλεφτουριά, μέσα από την εμπειρία της σύγκρουσης, των Ορλωφικών, της συμμετοχής στα κινήματα της περιόδου 1789-1792 και του 1806-1807, της στρατολόγησης στις στρατιωτικές δυνάμεις των Επτανήσων και της Ρωσίας, θα μεταβεί από την τοπική ιδιαίτερη συνείδηση στη διεύρυνση της αντίληψης, που θα εκφραστεί στη Λευκάδα, στα 1807, και θα την οδηγήσει στη μετοχή στη Φιλική Εταιρεία και την Επανάσταση.
Οι λόγιοι, από την προσκόλληση στη Ρωσία του Ευγένιου Βούλγαρι και του Αθανάσιου Ψαλίδα της Βιέννης[15], θα αποπειραθούν να συγκροτήσουν μια επαναστατική οργάνωση με τον Ρήγα Βελεστινλή και το συνθετικό του εγχείρημα. Τα σχολειά, στα Γιάννενα, το Βουκουρέστι, τη Χίο, τις Κυδωνίες, τη Σμύρνη, θα ενοποιήσουν τον ελληνισμό και την ιδεολογία του. Οι έμποροι με τα δίκτυά τους θα φέρουν σε επαφή τόπους και ανθρώπους, οι ναυτικοί θα ενοποιήσουν και πάλι τον ελληνικό κόσμο. Και η Φιλική Εταιρεία θα εκφράσει τη συνθετικότητα ενός δυνάμει νέου πολιτειακού κρατικού μορφώματος. Έτσι θα συντελεστεί η μετάβαση από το γένος στο έθνος. Σε αυτή θα συμμετάσχουν, με όλες τις οδύνες που φέρνει η γέννηση, και οι Σουλιώτες.
Από τη φυγή στα βουνά, για να αποφύγουν τη φορολογία και τους εξισλαμισμούς, από την καθημερινή σύγκρουση με τους μουσουλμάνους αγάδες, για τη διεύρυνση της «χριστιανικής εξουσίας», θα περάσουν σταδιακά στη συμμαχία με τους Ρώσους, στα Ορλωφικά, και αργότερα, στην άσκηση μιας στοιχειώδους «εξωτερικής πολιτικής», στις σχέσεις τους με τα Επτάνησα, την Πάργα και την Πρέβεζα, στη συνειδητοποίηση της μετοχής σε μια ευρύτερη ταυτότητα ρωμαίικη/ελληνική, στη μεταβολή τους σε ένοπλη πρωτοπορία της Επανάστασης, στη διάρκεια του ’21.
Μέσα σε εκατό χρόνια, οι αδάμαστοι ορεσίβιοι θα διανύσουν μια τεράστια απόσταση. Εκείνη την απόσταση που, από διαφορετικές αφετηρίες και σε διαφορετικούς ρόλους, θα διατρέξουν όλοι οι Έλληνες, από τον Ιωάννη Πρίγκο έως τον Αδαμάντιο Κοραή: τη μεταβολή της συνείδησης μετοχής σε ένα ιδιαίτερο γένος, δίχως όμως δική του κρατική υπόσταση, σε ενεργό διεκδίκηση της πολιτικής χειραφέτησης. Σίγουρα, ο δρόμος που χρειάστηκε να διανύσουν οι Σουλιώτες, πάνω στα βουνά της Ηπείρου, προς την κατάκτηση αυτής της νέας συνείδησης ήταν πολύ μακρύτερος από άλλους. Τους έλειπε η παιδεία, οι παραστάσεις, κάποτε η ίδια η ελληνική γλώσσα. Όμως, με το αίμα, τους αγώνες και τις απροσμέτρητες θυσίες τους, θα καλύψουν αυτή τη μεγάλη απόσταση.

[1] Β. Ψιμούλη, 308.
[2] Β. Ψιμούλη, 357.
[3] Β. Ψιμούλη, 368.
[4] Pouqueville, Voyage en Morée, ό.π., τ. 3, σ. 126.
[5] Β. Ψιμούλη 310.
[6] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄, σσ. 408-409.
[7] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄, σ. 409.
[8] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄,  σ. 407.
[9] Γεγονός βέβαια που δεν αναιρεί το ότι, την ίδια εποχή, υπήρχαν και άλλοι αριστεροί  ιστορικοί, όπως ο Δημήτρης Φωτιάδης, που έγραφαν εγκωμιαστικά κείμενα για τους κλέφτες. Ωστόσο, ο πάπας της μαρξιστικής ιστοριογραφίας στην Ελλάδα ήταν τότε ο Κορδάτος.
[10] Βλ. τη νεώτερη συμπληρωμένη έκδοση του αρχικού βιβλίου του 1969, Έρικ Χομπσμπάουμ, Ληστές, Θεμέλιο, Αθήνα 2010.
[11] Β. Ψιμούλη, σ. 309.
[12] Β. Ψιμούλη, 310-311.
[13] Βλ. Asterios Argyriou, Les exégèses grecques de l’Apocalypse à l’époque turque, 1453-1821: esquisse d’une histoire des courants idéologiques au sein du peuple grec asservi, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1982 Γ. Καραμπελιάς, Η ανολοκλήρωτη…, ό.π., σσ. 50-55.
[14] Βελουδής, Γεώργιος (επιμ.), Διήγησις Αλεξάνδρου του Μακεδόνος, Ερμής, Αθήνα 1977.
[15]  Βλ. Αθανάσιος Ψαλίδας  Αἰ­κα­τε­ρί­να ἡ Β΄, ἤ­τοι ἱ­στο­ρί­α σύν­το­μος τῆς ἐν τῇ ὁ­δοι­πο­ρί­ᾳ αὐ­τῆς πρὸς τοὺς ἐν Νίζ­νη καὶ Ταυ­ρί­α Γραι­κοὺς ὑ­π’ αὐ­τῆς δει­χθεί­σης εὐ­νοί­ας. Βιέννη 1792 Ευγένιος Βούλγαρις, Στοχασμοί εις τους παρόντας κρισίμους καιρούς του Οθωμανικού Κράτους, Πετρούπολη 1771-1772.

02 Ιανουαρίου 2012

Βιβλία Ελπίδας και Εθνικής Αυτογνωσίας

Κωνσταντίνος Χολέβας- Πολιτικός Επιστήμων

Το ξέρω, αγαπητές αναγνώστριες και αγαπητοί αναγνώστες. Φέτος δεν περισσεύουν χρήματα ούτε και υπάρχει μεγάλη διάθεση για να αγοράσετε βιβλία για τις γιορτές. Ίσως είστε λιγότεροι οι υποψήφιοι αναγνώστες, όμως κάποιοι αντιστέκεστε. Και παρά την κρίση θα αγοράσετε ένα – δυο βιβλία είτε για σας είτε για να τα δωρίσετε σε συγγενείς και φίλους. Επειδή, λοιπόν, πιστεύω ότι υπάρχουν αξιόλογα βιβλία που λειτουργούν ως αντίδοτο στην εθνική κατάθλιψη και στην απαισιοδοξία σκέφθηκα να σας καταθέσω τις γιορτινές προτάσεις μου. Επέλεξα βιβλία, τα οποία έχουν αναφορά στην Ορθόδοξη πίστη μας, στην ιστορία μας και στην εθνική μας αυτογνωσία. Βιβλία, τα οποία μας θυμίζουν τις πνευματικές και πολιτιστικές μας ρίζες. Όταν γνωρίζεις ποια παράδοση και ποια κληρονομιά έχεις πίσω σου τότε λες ότι αξίζει να αγωνισθείς για τις καλύτερες ημέρες που, πρώτα ο Θεός, θα έλθουν.

Από το Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος» (63088 Μεταμόρφωση Χαλκιδικής) έρχεται το πρώτο βιβλίο στο εορταστικό καλάθι μας. Έχει τίτλο «Από την ησυχαστική και ασκητική Αγιορείτικη παράδοση» . Οι μοναχοί που το έγραψαν θέλουν να μείνουν ανώνυμοι. Συγκέντρωσαν τη σοφία πολλών αγιορειτών πατέρων και χαρισματικών γεροντάδων του προηγουμένου (20 ού) αιώνος. Και εμείς που ζούμε μέσα στον κόσμο και στη συνεχή βιοτική μέριμνα μπορούμε να ωφεληθούμε από τα αποφθέγματα, τα βιώματα, τα θαύματα, τις πράξεις ακόμη και από τα σφάλματα των ασκητών, οι οποίοι αναφέρονται στο βιβλίο αυτό των 830 σελίδων. Ειδικό κεφάλαιο αφιερώνεται σε «Ρήσεις και διηγήσεις του Γέροντος Παϊσίου». Όποιος το διαβάζει μαθαίνει να έχει μεγαλύτερη ταπείνωση και λιγότερη αλαζονεία στη ζωή του και να ελπίζει στο φως ακόμη και όταν ζει στο βαθύ σκοτάδι.

Από τον πολυγραφότατο Πανεπιστημιακό Καθηγητή και λόγιο κληρικό πρωτοπρεσβύτερο Γεώργιο Μεταλληνό είναι γραμμένο το δεύτερο βιβλίο μας. Έχει τίτλο «Ο Ρωμηός και το θαύμα» με υπότιτλο: Κείμενα Νεοελληνικής Αυτοσυνειδησίας και κυκλοφορείται από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ. Βαθύς γνώστης και ερευνητής της Νεοελληνικής, αλλά και της ευρωπαϊκής Ιστορίας ο συγγραφεύς ασκεί αυστηρή κριτική στην Ενωμένη Ευρώπη για τον τρόπο που μεταχειρίζεται σήμερα την Ελλάδα, αλλά και σε εμάς τους Έλληνες διότι ξεχάσαμε τον Θεό των Πατέρων μας και πιστέψαμε στην απολυτοποιημένη αξία του οικονομισμού, του υλισμού και του ευδαιμονισμού. Το βιβλίο περιλαμβάνει μελέτες του π. Μεταλληνού που δημοσιεύθηκαν σε διάφορα περιοδικά και ανακοινώσεις που ο ίδιος πραγματοποίησε σε επιστημονικά συνέδρια. Κείμενα γραμμένα με πλούσια τεκμηρίωση και γλαφυρό τρόπο.

Από τις εκδόσεις ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ εξεδόθη το βιβλίο του έγκριτου Θεολόγου και εκπαιδευτικού Γιώργου Μπάρλα με τίτλο «Φύλακας του αδελφού μου- Κείμενα για την αγάπη και την πίστη σήμερα». Τέτοιες ημέρες που αναμένουμε να γεννηθεί μέσα στην καρδιά μας ο Ιησούς Χριστός καλό είναι να θυμόμαστε τους συνανθρώπους μας, οι οποίοι μάς έχουν ανάγκη. Ο συγγραφέας μέσα από όμορφα αυτοτελή δοκίμια αναλύει τη σύγχρονη κρίση, τα προβλήματα του γάμου και της οικογένειας, τις αλλαγές που επέφερε ο σύγχρονος πολιτισμός στις ανθρώπινες σχέσεις και μάς παρουσιάζει την πρότασή του για μία ζωή με μεγαλύτερη πίστη και ελπίδα στον Θεό.

Με τους αποδομητές της Ιστορίας μας ασχολείται ο γνωστός συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού ΑΡΔΗΝ Γιώργος Καραμπελιάς στο νέο βιβλίο του που έχει τίτλο «Συνωστισμένες στο Ζάλογγο» και υπότιτλο «Οι Σουλιώτες, ο Αλή Πασάς και η αποδόμηση της Ιστορίας» (από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις) . Στο σύντομο και πολύ ενδιαφέρον αυτό πόνημά του ο Καραμπελιάς αποδεικνύει για μία ακόμη φορά δύο πράγματα: Πρώτον ότι είναι άριστος γνώστης της νεώτερης ιστορίας έχοντας μελετήσει τις πρωτογενείς πηγές και τα αυθεντικά γεγονότα. Δεύτερον ότι τα επιχειρήματα των εθνοαποδομητών εύκολα καταρρέουν, διότι γράφουν με φανατισμό και παραποιούν με προκρούστειο τρόπο τις γραπτές μαρτυρίες. Συγκεκριμένα ο συγγραφέας αντικρούει ορισμένους ερευνητές, οι οποίοι αρνούνται την ελληνικότητα των Σουλιωτών, αγιοποιούν τον τύραννο Αλή Πασά, αμφισβητούν τον καλόγερο Σαμουήλ και τη θυσία του στο Κούγκι και πιστεύουν ότι δεν υπήρξε χορός του Ζαλόγγου. Ισχυρίζονται ότι οι Σουλιώτισσες απωθήθηκαν από τους πανικόβλητους άνδρες τους!

Από τον χώρο της Ιστορίας έρχεται η επόμενη πρότασή μας. Ένα ακόμη βιβλίο γραμμένο από τον ακούραστο φιλόλογο και ιστορικό Σαράντο Καργάκο με τίτλο «Η Ελλάς κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-13». Είναι οφθαλμοφανής η επικαιρότητα του βιβλίου. Σε λίγες ημέρες εισερχόμαστε στο 2012 και θα τιμήσουμε τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση των βορείων ελληνικών εδαφών καθώς και πολλών νησιών μας. Ο Καργάκος γράφει έχει ρέοντα και κατανοητό λόγο, ώστε ακόμη και γυναίκες που δεν έχουν δει ποτέ πυροβόλο στη ζωή τους να διαβάσουν ευχάριστα τις περιγραφές των ηρωικών μαχών του Α΄ και του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου.

Ένας σεμνός νέος δοκιμιογράφος και ιστορικός, ο Κώστας Χατζηαντωνίου, εισήλθε με θριαμβευτική επιτυχία στον χώρο του μυθιστορήματος. Με το βιβλίο «Αγκριτζέντο» (εκδόσεις Λιβάνη) κέρδισε το Ευρωπαϊκό βραβείο μυθιστορήματος το 2011. Ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται στην πόλη του Ακράγαντος που ιδρύθηκε από Έλληνες στη Σικελία των αρχαίων χρόνων, στη Μεγάλη Ελλάδα όπως ονομάσθηκε μαζί με την Κάτω Ιταλία. Το βιβλίο υμνεί την πραγματική ζωή και μια πατρίδα που δεν υπάρχει πια.

Σας εύχομαι καλό διάβασμα και Καλά Χριστούγεννα!

10 Νοεμβρίου 2011

Η Επανάσταση του 1821 και οι «εκσυγχρονιστές»


Με αφορμή το βιβλίο του Νικηφόρου Διαμαντούρου, «Οι απαρχές της συγκρότησης του σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα».
Του Κωστή Παπαγιώργη
(Περιοδικό «Άρδην», τ. 37, Σεπτ. 2002)


Η εκπεφρασμένη ροπή νεότερων μελετητών της ιστορίας να απορριφθούν τα καθιερωμένα περί ελληνικής επαναστάσεως και να ερευνηθούν -εμπράκτως και επιστημονικώς- τα πραγματικά δεδομένα του ξεσηκωμού, μόνο αισιοδοξία εμπνέει σε όσους θεωρούν το ζήτημα εκκρεμές. Η μπόσικη ρητορεία στην οποία εθιστήκαμε, η αποσιώπηση των πιο καίριων πτυχών του Αγώνα, η λαϊκιστική άποψη περί συνολικού ξεσηκωμού με όλα τα παρελκόμενα δημιούργησαν ένα εθνικιστικό μύθευμα που διδάχτηκε στα σχολεία, γαλούχησε γενεές επί γενεών, έπλασε τον μύθο του '21 και κατόπιν έπεσε σε λήθαργο στα ράφια των βιβλιοθηκών. Δεδομένου ότι ο ντόπιος αγώνας δεν ήταν ο μόνος -ανάλογες επαναστάσεις σημειώνονται στην Αμερική, στη Γαλλία, στην Ισπανία. στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, στη Σερβία κτλ- παραμένει ένα ιστορικό παράδοξο: γιατί ο ελληνικός αγώνας δε βρήκε τον ιστορικό του και αρκούμαστε -ακόμα και σήμερα- σε φαλκιδεύσεις:


Ασφαλώς η ριζική αναθεώρηση του ξεσηκωμού, αυτή που θα απέρριπτε τα βασικά κείμενα ως υποκείμενα στο πάθος της προσωποληψίας, του φατριασμού και της εγνωσμένης ψευδολογίας, θα μας υποχρέωνε να «ξαναγράψουμε» κατά κάποιο τρόπο όχι μόνο τις βασικές ιστορίες (Τρικούπη, Φιλήμονα, Φραντζή, Σπηλιάδη, Μπαρτόλντι. Φίνλεϋ, Γκόρντον κτλ), άλλα και τα Απομνημονεύματα των αγωνιστών με έσχατο αίτημα να ξαναγίνει η Επανάσταση για να δούμε επιτέλους αυτοψεί τα διατρέξαντα. Ευτυχώς ό γέγονε γέγονε. Οι επαναστάσεις αποτελούν πάντα τα λίκνα των νέων δεισιδαιμονιών. Δεν είναι παράδοξο λοιπόν ότι βλέπουμε σήμερα ξενοσπουδασμένους μελετητές -πάνοπλους θεωρητικά- να επανέρχονται στο θέμα και να αποτολμούν ρήξεις με το παρελθόν για να ελευθερώσουν την δέσμια αλήθεια. Ο Διαμαντούρος ανήκει σε αυτό το ρεύμα.


Ήδη από την κουβερτούρα τού βιβλίου έχουμε μπει βαθιά στο θέμα. Ο δικός μας αγώνας για την ανεξαρτησία είχε το εξής ιδιάζον: δεν απέβλεπε μόνο στην αλλαγή πολιτικού καθεστώτος (όπως στην Αμερική για παράδειγμα) αλλά και στην αλλαγή του καθαυτό κράτους (το οποίο έπρεπε να δημιουργηθεί εκ του μη όντος). Η διαπίστωση είναι προφανής μέχρι απελπισίας, αλλά δε στέκει εκεί: εφόσον το νέο κράτος θα στηνόταν με βάση τις ιδέες τού Διαφωτισμού, και οι ιδέες υπάρχουν μόνο ως κτήματα ανθρώπων, τίθεται το μέγα ζήτημα του ρόλου που έπαιξαν οι «εκσυγχρονιστές» μέσα στο χαώδες θέατρο της Επανάστασης. Καθώς μάλιστα εκείνο το πρώτο επιχείρημα των διαφωτιστών βρίσκει την ιστορική του δικαίωση στην ένταξή μας στην ευρωπαϊκή κοινότητα, το συμπέρασμα λάμπει εκτυφλωτικά: ο Μαυροκορδάτος και οι συν αυτώ έστρεψαν το πρόσωπο της πατρίδας προς τα κει που ανήκε και την ει-σήγαγαν μελλοντοϊστορικά στη «μοναδική λογική της νεοτερικότητας».


Πουρκουά πά; όπως λένε οι Γάλλοι. Όντως ή χώρα εντάχθηκε (ή σύρθηκε όπως πάντα) στην ΕΕ. Όσοι νέμονται και καρπούνται παρόμοια συμπεράσματα, άξιος ο μισθός τους. Επειδή όμως η κορυφή της πυραμίδας αδυνατεί να ισχυροποιήσει τη βάση, αξίζει να μετατοπίσουμε το ερώτημα στα επαναστατικά χρόνια και να δούμε -εν απολύτω συντομία- τί ακριβώς ρόλο έπαιξαν οι αποκαλούμενοι «εκσυγχρονιστές» ή πιο σωστά οι ετερόχθονες (Φαναριώτες και μη). Εν προκειμένω ο πληθυντικός αδικεί, διότι δεν επρόκειτο περί πολυπληθούς ηγετικής ομάδας -ούτε περί επαναστατών. Άλλωστε κανείς τους δεν έπεσε στο πεδίο της μάχης. Όλοι πολέμησαν με την νεοφανή δύναμη της γραφειοκρατίας (το καλαμάρι) και επέδειξαν στους ντόπιους άγριους την υπεροχή της μελάνης απέναντι στο καριοφίλι.


Οι κοινωνικές δυνάμεις του '21 -ταξικά ιδωμένες- απαρτίζονται από τους κοτζαμπάσηδες ιδιοκτήτες γης, από τον κλήρο, από τους καραβοκυρέους των νησιών, από τους αρματολούς της Χέρσου Ελλάδας, από τους εμπόρους της περιφέρειας και φυσικά από τον φακίρ φουκαρά, αγρότες, τσοπάνηδες, πραματευτάδες και τεχνίτες. Η Φιλική Εταιρεία θα ιδρυθεί από αποτυχημένους εμπόρους στην περιφέρεια και, με επικεφαλής τον γόνο μιας φαναριώτικης οικογένειας, θα καλλιεργήσει τον μύθο της φιλελληνικής Άρκτου. Οι δυτικοθρεμένοι δεν έχουν πεδίο έκφρασης προ του Αγώνος, διότι είναι φιλικοί και εντάσσονται ακόμα στα γενικά σχέδια της Υπέρτατου Αρχής. Πώς λοιπόν γεννιέται αυτό το «εκσυγχρονιστικό» ρεύμα πού έστησε τον νεοελληνικό κρατικό μηχανισμό; Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στην προσωπικότητα τού Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου.


Ποστέλνικος τού Ηγεμόνα Ι. Καρατζά προτού γίνει φιραρής προς την Πίζα, ο Αλέξανδρος -άτομο με εξαιρετικά ταλέντα- θα επιτύχει μέσα σε μικρό διάστημα να μετεκπαιδευτεί και, αναστρεφόμενος διάσημα πρόσωπα της εποχής (Σέλλεϋ, Ιγνάτιος), από πρώην υπάλληλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα μεταμορφωθεί σε δυτικόφρονα διαφωτιστή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ως άνθρωπος τού Καρατζά -ηγεμόνα που ήθελε την αρχηγία της Φιλικής- τοποθετείται εξαρχής εχθρικά προς την οικογένεια των Υψηλάντηδων. Οι αρχηγοί του Αγώνα δυστυχώς κατέφθαναν έξωθεν και δεν διαστρέφουμε τα πράγματα αν ισχυριστούμε ότι την κεφαλή διεκδικούσαν λυσσωδώς οι Υψηλάντηδες από τη Ρωσία και η ηγετική ομάδα της Πίζας (Καρατζάς, Ιγνάτιος, Μαυροκορδάτος κτλ.). Σημειωτέον ότι οι βασικοί διεκδικητές δεν είχαν πατήσει ποτέ το πόδι τους στην Ελλάδα.


Όταν λοιπόν φθάνουν οι δύο ηγετικές ομάδες στο θέατρο του πολέμου, η βασική τους διαφορά είναι η εξής: ο Δημήτριος Υψηλάντης εμφανίζεται ως πληρεξούσιος του αδελφού του, ενώ ο Μαυροκορδάτος είναι μουσαφίρης χωρίς ίχνος εξουσίας (σημαντική λεπτομέρεια: φοράει γυαλιά -τεσσαρομάτη θα τον λέει ο Καραϊσκάκης- και ευρωπαϊκά ρούχα, τα οποία προβάρει λίγο προτού αναχωρήσει). Κατά συνεπεία η σύγκρουση αμφότερων των Φαναριωτών με τους ντόπιους πρόκριτους και κοτσαμπάσηδες ή αρματολούς ήταν ευνόητη. Ο Δημήτριος ήθελε ένα γκοβέρνο μιλιτάρε για να οργανωθεί ο Αγώνας - τί απέμενε στον Μαυροκορδάτο;


Ο Διαμαντούρος κομίζει άφθονα στοιχεία, καθώς είναι ξεσκολισμένος στη σχετική βιβλιογραφία, δεν ομολογεί όμως -διότι πάσα ομολογία θα ισοδυναμούσε με κατάρρευση του βιβλίου- ότι η ηγετική ομάδα της Πίζας δεν είχε άλλη διέξοδο από την εμμανή επιδίωξη του Συντάγματος.


Και τίθεται το ερώτημα: ξεσηκωμένοι πληθυσμοί που οπλίστηκαν αυτοσχεδίως και αντιμετώπιζαν έναν οργανωμένο στρατό, γιατί να είχαν τόσο μεγάλο καημό για Σύνταγμα; Το επίσημο πρόσχημα έλεγε ότι οι δυτικές κυβερνήσεις θα παρεξηγούσαν τον Αγώνα ως καρβουνιάρικο αν δεν επιδεικνυόταν ένα Σύνταγμα. Ο Διαμαντούρος αναπτύσσει το γνωστό επιχείρημα ότι οι ντόπιες δυνάμεις αγνοούσαν την έννοια του εθνικού κράτους, της κεντρικής εξουσίας, της οργανωμένης διοίκησης - και σωστά. Γνωρίζουμε όμως ότι στον πρώτο χρόνο, πριν ακόμα συγκληθεί η πρώτη Εθνοσυνέλευση, τα ελληνικά όπλα αριστεύουν και η Επανάσταση εξαπλούται, ενώ όλα τα δεινά αρχίζουν μετά την Εθνοσυνέλευση. Εδώ βρίσκεται άλλωστε η αιτία για την οποία ο Μαυροκορδάτος θεωρήθηκε κακός δαίμων του Αγώνα. Ευφυής πολιτικός, αντελήφθη το κενό εξουσίας (χαώδες κενό) και διέβλεψε ότι μόνο διά της γραφειοκρατίας με συνταγματικό προσωπείο θα μπορούσε να ανασχέσει πάσα δύναμη των αντιπάλων του και τελικά να επικρατήσει.


Ο Βερναρδάκης το έχει εκφράσει καίρια: «Όλος ο κόσμος συνησθάνετο την επί του παρόντος ανάγκην όχι πολιτικού, αλλά στρατιωτικού αρχηγού». Τι έκανε η ομάδα του Μαυροκορδάτου; Προέβαλε την ανάγκη Συντάγματος, πράγμα ανήκουστο για τους ντόπιους. Αν υποθέταμε ότι οι Εθνοσυνελεύσεις και τα Συντάγματά τους εφέλκυσαν τη συμπάθεια των ξένων κυβερνήσεων θα είχαμε μια σοβαρή δικαιολογία, γνωρίζουμε όμως ότι επί Ιμπραήμ, όταν ο Αγώνας έπνεε τα λοίσθια, το μόνο που δεν σκέφθηκαν οι ξένες δυνάμεις ήταν τα Συντάγματα (πολιτική απάτη, κατά τον Γάλλο πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, πού επινόησαν 100 περίπου άνθρωποι...). Αντίθετα αυτό που μετρούσε ήταν η ισχύς των όπλων. Θα μπορούσαν τα ελληνικά όπλα να ανθέξουν;


Παίζοντας ηχηρά τη βιόλα των επαναστατών εκσυγχρονιστών, ο Διαμαντούρος δεν διανοείται να αναφέρει ούτε ίχνος από τα δεινά πού προκάλεσαν οι Εθνοσυνελεύσεις. Ο τόπος διέθετε, όπως ξέρουμε, προεστούς, ιερείς, αρματολούς, εμπόρους, γιατρούς, τεχνίτες, αλλά πολιτικούς - ούτε για δείγμα. Έτσι μονάχα ο κύκλος της Πίζας κατάφερε -ευκολότατα- να βάλει στο χέρι την πολιτική εξουσία επιδεικνύοντας ένα σκαρίφημα του Γκαλίνα το οποίο ουδέποτε τηρήθηκε. Και σε τι αποσκοπούσε αυτή η πολιτική και συνταγματική εξουσία; Να στερεί διά της καλάμου από τους στρατιωτικούς ό,τι κέρδιζαν στα πεδία των μαχών. Χαρακτηρολογικά, ο Μαυροκορδάτος -στα τριάντα του- έφτασε σε τέτοιο σημείο αλαζο-νείας ώστε έγινε και αρχιστράτηγος στο Πέτα. Αν μπορούσε εκτός από πολιτική δύναμη να αποκτήσει και στρατιωτική, θα γινόταν η ίδια η Επανάσταση. Και τι απέγινε: κατασυκοφάντησε όλους τους αρματολούς της Ρούμελης: δίκασε τον Καραϊσκάκη για προδότη, εξοβέλισε από τον Αγώνα τον Βαρνακιώτη, τον Μπακόλα και τον Ίσκο ως τουρκόφρονες, επικήρυξε τον Ανδρούτσο (ενώ κράτησε γύρω του τουρκόφρονες σαν τον Ράγκο και τον Μαγγίνα). Αυτός ευθύνεται για όλα τα δεινά του Μεσολογγίου.


Επιβάλλεται βέβαια να πούμε -με την δέουσα ελευθεροστομία- ότι ο Αγώνας αρχικά διεξαγόταν μεταξύ Τούρκων. Στο Μοριά οι κοτσαμπάσηδες ήταν τουρκοχριστιανοί που πολεμούσαν τους Οθωμανούς για να κληρονομήσουν τα κεκτημένα τους. Στη Ρούμελη οι αρματολοί ήταν οιονεί τουρκοχριστιανοί αξιωματούχοι που κατάλαβαν την επανάσταση σαν αυτονόμηση των αρματολικιών τους. Μόνο σταδιακά ο Αγώνας θα εξελληνιζόταν, με το ρυθμό περίπου που η λέξη Ρωμιοί και Γραικοί υποκαταστάθηκε από τη λέξη Έλλην. Σε όλα αυτά ο Μαυροκορδάτος δεν είχε καμία θέση. Αν δεν έτρεφε αρχηγικές φιλοδοξίες θα περιοριζόταν στα ταπεινά καθήκοντα του γραμματέα κάποιου οπλαρχηγού. Το δαιμόνιό του όμως τον έστρεψε κατά των αληθινών πρωταγωνιστών (Κολοκοτρώνης, Πετρόμπεης, Σταματελόπουλος, Καραϊσκάκης, Βαρνακιώτης, Ανδρούτσος ήταν εχθροί του - φίλος του ήταν μόνο ο Μπότσαρης γιατί τον χρησιμοποίησε κατά των ρουμελιωτών οπλαρχηγών).


Παράγραφοι σαν την ακόλουθη δεν τιμούν τον συγγραφέα: «Η άποψή μου είναι ότι οι εκσυγχρονιστές, πολεμώντας για την ανεξαρτησία, διεξήγαν ένα διμέτωπο αγώνα, όπου, εκτός από την προβλεπόμενη εκείνη την εποχή αντίδραση των ξένων στην πλήρη ανεξαρτησία, είχαν να αντιμετωπίσουν και τη διφορούμενη στάση των εγχώριων ηγετικών ομάδων στο ίδιο θέμα. Πράγματι σε όλη τη διάρκεια τού αγώνα δεν είχε υπάρξει σαφής ένδειξη ότι οι ομάδες αυτές ήταν διατεθειμένες να δεχτούν το δυτικού τύ-που κράτος που πρέσβευαν οι εκσυγχρονιστές» (σελ. 176). Πριν απ' όλα ποιοι ήταν οι εκσυγχρονιστές που «πολέμαγαν»; Ο Πραΐδης, ο Λουριώτης, ο Νέγρης και ο Καντακουζηνός; Ο Σέκερης ήταν ο μόνος πού έπεσε στο Μεσολόγγι (έχοντας αναθεματίσει τον ποστέλνικο και την πολιτεία του). Ύστερα ποιος ι-σχυρίστηκε ότι ο "\Αγώνας έγινε για κράτος δυτικού τύπου; Η Φιλική ουδέποτε προέβαλε τέτοιους σκοπούς -απλώς υστερόπρωτα μπορεί ο Διαμαντούρος να αραδιάζει παρόμοια ιδεολογήματα (αρεστά στους καθηγητές των ξένων πανεπιστημίων πού στέφουν διπλωματούχους τους νέους εκσυγχρονιστές της Ελλάδος...).


Είναι λοιπόν συμπτωματικό ότι, μέσα στο κλίμα αυτής της υστερικής λατρείας των ετεροχθόνων και φερέοικων συνταγματομανών, ο συγγραφέας δε νιώθει την ανάγκη να πει ούτε μία λέξη συμπάθειας για τις δυνάμεις πού -πώς το ξεχάσαμε;- έκαναν την Επανάσταση; Πώς προεκλήθη ο εμφύλιος; Τί ρόλο έπαιξε ο Μαυροκορδάτος στη φυλάκιση του Κολοκοτρώνη; Πόσο ευθύνεται για την αβίαστη αποβίβαση του Ιμπραήμ; Ποιος ευθύνεται για τη διάλυση του ρουμελιώτικου μετώπου; Η αλήθεια είναι ότι οι«εκσυγχρονιστές» αποδείχθηκαν χειρότεροι και από Τούρκοι στην Επανάσταση. Τα Συντάγματα δεν βοήθησαν σε τίποτα -αλλά αυτό είναι μία άλλη, θλιβερή ιστορία.


Εν είδει υστερόγραφου πάντως πρέπει να αναφέρουμε και κάτι ακόμα. Αυτοί οι δυτικοτραφείς εκσυγχρονιστές (ψαλιδοκέρια τους έλεγαν), που κατέφθασαν στον τόπο για να τον σώσουν από τους Τούρκους και κυρίως από τους ίδιους τους οπλοφόρους ραγιάδες, τί κατάλαβαν τέλος πάντων από το ντόπιο φρόνημα; Αρκεί η ενδοστρέφεια, ο τοπικισμός, η οικογένεια, ο συντηρητισμός, η τουρκοφροσύνη να εξηγήσουν τον ξεσηκωμό; Στο τέλος του τόμου βρίσκουμε μίαν ονοματολογία σαράντα περίπου ονομάτων -τη χρυσή βίβλο του επαναστατικού εκσυγχρονισμού. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς: αυτοί οι άνθρωποι που κατείχαν γλώσσες, παιδεία και κατάρτιση κατά πολύ ανώτερη από τους ντόπιους, τί γραφτά άφησαν σαν υποθήκη; Όπως ξέρουμε ο Μαυροκορδάτος δεν έγραψε ούτε Ιστορία ούτε βιογραφία (αυτή θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον). Έγραψε ο Τρικούπης τη γνωστή ιστορία, ο Μάμουκας, ο Λουριώτης, ο Φαρμακίδης, ο Δραγούμης. Εκτός από τον Τρικούπη όλα τα άλλα κείμενα απαξιώθηκαν. Απεναντίας το φρόνημα το οποίο αντιστρατεύθηκαν μανιωδώς οι ετερόχθονες άφησε μερικά κείμενα που σήμερα θεω-ρούνται θεμελιώδη για τον νεώτερο πολιτισμό μας. Δεν εννοούμε μόνο τον Μακρυγιάννη, πού θα αρκούσε από μόνος του, αλλά και τον Κολοκοτρώνη, τον Φωτάκο, τον Κασομούλη, τον Σπηλιάδη, τον Φραντζή, τον Φιλήμονα.


21 Οκτωβρίου 2011

"Είναι σπουδαιότερο να αγαπάς τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα σου απ΄ το να αγαπάς την ανθρωπότητα."

Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, H Λόλα 

Του Μόσχου Εμμανουήλ Λαγκουβάρδου


Α΄ Μέρος


Η «Λόλα» είναι μια απ΄ τις κινηματογραφικές ταινίες που μ’ άρεσαν και που μου κέντρισαν το ενδιαφέρον να γράψω γι΄ αυτήν. Γράφεις όχι επάνω σε μια ιδέα αλλά επάνω στην ίδια τη ζωή. Ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, ο σκηνοθέτης της ταινίας πετυχαίνει να δώσει μια πειστική όσο και πολυσήμαντη εικόνα της ζωής της μεταπολεμικής Γερμανίας ώστε να προκαλέσει τον ανάλογο προβληματισμό στη σκέψη του θεατή.


Η κεντρική ιδέα της ταινίας είναι η αγνότητα και η αθωότητα μέσα σ΄ ένα διεφθαρμένο κόσμο.

Μπορεί η αγάπη να επιβιώσει σ΄ αυτόν τον κόσμο ;. 
Ο Φασμπίντερ πιστεύει ότι χωρίς αγάπη δεν επιβιώνει κανείς με την έννοια της πληρότητας της ζωής. Ο ανέραστος άνθρωπος δε ζει. Απλά φυτοζωεί.

Η έλλειψη της αγάπης δεν διαφθείρει μόνο αυτόν που δεν αγαπάει, αλλά διαφθείρει και τους άλλους . Μη φοβάσαι το θηρίο, αλλά τον ανέραστο. Σαν τους Φαρισαίους του Ευαγγελίου, που όχι μόνον οι ίδιοι εξαιτίας της υποκρισίας τους δεν έχουν τη βασιλεία του Θεού μέσα τους ( δηλαδή την ανιδιοτελή αγάπη), αλλά δεν αφήνουν και τους άλλους να την αποκτήσουν. .

Αυτό πιστεύει ο ιδιοφυής σκηνοθέτης της αξιόλογης αυτής ταινίας και αυτή την κατάσταση περιγράφει μέσα απ΄ την ύπαρξη και τη δράση των προσώπων της ιστορίας του. Δεν επιβιώνει κανείς χωρίς αγάπη. «Ο θόρυβος που προκαλεί με τη δραστηριότητά του δεν είναι παρά ο πάταγος από την πτώση του στην ανυπαρξία».(Tomas Merton)

Όλα τα πρόσωπα του έργου , εκτός από τον Επιθεωρητή είναι ανέραστοι άνθρωποι κι όλη η ιστορία εκτυλίσσεται σ’ ένα πορνείο, σ΄ ένα χώρο εξαγορασμένου έρωτα. Η ιστορία αρχίζει με τον ερχομό ενός Επιθεωρητή Πολεοδομίας σε μια πόλη της μεταπολεμικής Γερμανίας. Θα μπορούσε να αρχίσει από οπουδήποτε υπάρχει εξαγορά συνείδησης , δηλαδή από παντού. Καθένα από τα κύρια και τα δευτερεύοντα πρόσωπα έχουν πουλήσει, με το δικό του τρόπο το καθένα, την ψυχή του στο διάβολο, η Λόλα , ο εργολάβος , ο δήμαρχος, ο διοικητής της Αστυνομίας … όλοι τους πελάτες του πορνείου της Λόλας και αντιπροσωπευτικοί τύποι ανέραστων ανθρώπων.


Ο πλούσιος εργολάβος είναι ο κλασικός τύπος του ανέραστου . Με τα χρήματα που απέκτησε με τις απάτες του ,διαφθείρει όλο τον κόσμο γύρω του. Μετατρέπει τους πάντες σε όργανά του , τον δήμαρχο, τον διοικητή της αστυνομίας, τα μέλη της επιτροπής της πολεοδομίας, τον επιθεωρητή πολεοδομίας . Τραγικό θύμα του είναι μια νέα και απροστάτευτη κοπέλα : Η Λόλα. Ο πατέρας της σκοτώθηκε στη μάχη του Στάλιγκραντ…Η μητέρα της εργάζεται σαν οικιακή βοηθός για να μπορέσει να τη σπουδάσει. Η Λόλα είναι το τραγικό θύμα του εργολάβου . Με το δέλεαρ της εύκολης ζωής εγκαταλείπει το όνειρό της να γίνει τραγουδίστρια όπερας και καταλήγει να γίνει τραγουδίστρια σε οίκο ανοχής !


Ο επιθεωρητής, ο μόνος αγνός ακόμα , μέσα στον κύκλο των ανθρώπων που σχετίζονται με τις δραστηριότητες του εργολάβου Σούχτερ βρίσκεται μπροστά στο οδυνηρό δίλημμα να συγκρουστεί με τον εργολάβο και με τη Λόλα που αγαπάει ή να συμβιβαστεί μαζί τους. Με τους όρους της κοινωνιολογίας θα λέγαμε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο αδιάφθορος ακόμα Επιθεωρητής συγκρούεται με το σύστημα του ακραίου καπιταλισμού, που σαν τον Κρόνο, τον μυθικό πατέρα των θεών της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, τρώει τα παιδιά του. Που σημαίνει ότι ο μοναδικός τρόπος να μην τον διαφθείρει ο ακραίος καπιταλισμός είναι να μην ζει όπως υπαγορεύει το σύστημα. Ο Επιθεωρητής βέβαια προτιμάει να μοιράζεται με τον εργολάβο τη Λόλα, την οποία παντρεύεται , παρά να φέρει εις πέρας την αποστολή του να εξυγιάνει την υπηρεσία της πολεοδομίας .


Ποιο είναι το συμπέρασμα που βγαίνει απ΄ την ταινία; Είμαστε ελεύθεροι να διατηρήσουμε την αγνότητα και την αθωότητα σ’ ένα διεφθαρμένο κόσμο ή δεν είμαστε ελεύθεροι ; Νομίζω ότι το συμπέρασμα είναι θετικό: Ο επιθεωρητής διάλεξε και πήρε αυτό που ήθελε , τη Λόλα και το συμβιβασμό του με τη διαφθορά που πριν να μπλέξει μαζί της την κατέκρινε.


Β΄Μέρος

Το κείμενο που έγραψα για τη «Λόλα» , την κινηματογραφική ταινία του Ράϊνερ Βέρνερ Φασμπίντερ (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Κόσμος») προκάλεσε τα σχόλια ενός φίλου μου , ειδικού σε φιλολογικά θέματα. «Ήταν σαν να περιέγραψες μια τραγωδία» είπε « και παρέλειψες την κάθαρση!»

Δεν ήμουν ούτε εγώ εντελώς ικανοποιημένος όσον αφορά το τέλος του έργου, επειδή δεν συμφωνούσε καθόλου με την άποψη του Φασμπίντερ για τη ζωή και τον άνθρωπο, όπως αυτή προβάλλεται π.χ. στα έργα του « Ο Γάμος της Εύας φον Μπράουν» και « Τα Πικρά δάκρια της Πέτρας φον Καντ» καθώς και σε άλλα του έργα πιστεύω, που δεν τα έχω δει.


Στην ταινία του «Λόλα» ο Φασμπίντερ παρουσιάζει τον ήρωά του ως ένα αγνό και τίμιο άνθρωπο, ικανό να αγωνιστεί γι’ αυτό που πιστεύει και που η άποψή του για τη ζωή και τον άνθρωπο δεν είναι συνηθισμένη. Ο ήρωάς του είναι η απόδοση του Ιησού στη σύγχρονη εποχή.


Ο Φασμπίντερ δημιουργεί με τον ήρωά του έναν τύπο του Ιησού με τα σύγχρονα δεδομένα, όπως έκανε ο Ντοστογιέφσκι με τον πρίγκιπα Μύσκιν στον «Ηλίθιο» και ο Ακίρα Κουροσάβα στην μεταφορά του «Ηλίθιου» στον κινηματογράφο.


Το τέλος της «Λόλας» του Φασμπίντερ , με το «συμβιβασμό» του ήρωα, αν δεν εμβαθύνει κανείς στο νόημά του, και το δει ως μια υποχώρηση και ως άτακτη φυγή ,όχι μόνο δεν συμφωνεί με τη φιλοσοφία του δημιουργού της, αλλά δεν ταιριάζει και στο ίδιο το έργο, που δεν είναι ένα συνηθισμένο μελόδραμα, αλλά μια αληθινή τραγωδία.


Στην τραγωδία η σύγκρουση του ήρωα είναι αναπόφευκτη. Αυτό ακριβώς είναι το τραγικό, ότι είναι αναπόφευκτο. Ο θεατής του τραγικού έργου αναμένει τη δραματική σύγκρουση του ήρωα , σαν προσωπική λύτρωση από τα παθήματα που φορτώθηκε με τη συμπάθειά του γι΄ αυτόν . Ο θεατής περιμένει είτε τη συντριβή του ήρωα (την προσωπική του σταύρωση) απ΄ τις δυνάμεις του σκότους ,είτε τη νίκη του Καλού .


Ο Φασμπίντερ πιστεύει ότι το Κακό έχει νικηθεί στον πνευματικό τομέα και αυτό υποστηρίζει και στο συγκεκριμένο έργο όπως και στα άλλα. Θέλει όμως η κεντρική αυτή ιδέα του έργου να είναι κρυμμένη και να γίνεται φανερή μόνο σ΄ αυτούς που εμβαθύνουν στο έργο του.


Αυτός είναι ο λόγος που το τέλος της ταινίας έχει δυο νοήματα: ένα φανερό και ένα άδηλο. Το φανερό είναι ο συμβιβασμός του ήρωα. Το άδηλο είναι κρυμμένο κάτω από ένα σύμβολο. Το σύμβολο της μικρής κόρης της Λόλας και του γάμου του ήρωα με τη μητέρας της που τελείται προς χάριν της. Ο ήρωας με το γάμο του αναλαμβάνει ως πατέρας πλέον της δεκάχρονης κόρης την προστασία της και την σώζει από τη βέβαιη καταστροφή της , στο περιβάλλον που ζούσε.


Ο Φασμπίντερ υποστηρίζει με την ταινία του «Λόλα» ότι είναι σπουδαιότερο να αγαπάς τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα σου απ΄ το να αγαπάς την ανθρωπότητα. Ο ήρωάς του διαλέγει με την προσωπική του θυσία , αντί την αβέβαιη "κάθαρση" μιας δημόσιας υπηρεσίας, να σώσει απ΄ τη βέβαιη καταστροφή το κοριτσάκι που είναι δίπλα του.


("Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΜΟΥ", Βιβλιοπωλεία "Παιδεία", Λάρισα)