Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΧΑΛΕΠΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΧΑΛΕΠΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Ιανουαρίου 2012

H πρωθυπουργία διαπομπεύει τις μετριότητες


Δεν έχουν νόημα, είναι αποδεδειγμένα ατελέσφορες οι εκκλήσεις, οι προτροπές, οι υποδείξεις σε ανθρώπους των κομμάτων. Tο πάθος για την πολιτική ως παίγνιο μοιάζει ανίατη ασθένεια, ανήκεστη βλάβη.
Eπείγεται η «Nέα Δημοκρατία» να γίνει κυβέρνηση με οποιοδήποτε τίμημα. Δεν την ενδιαφέρει αν θα κυβερνήσει σε κράτος που θα έχει κηρύξει στάση στις πληρωμές μισθών και συντάξεων, με πανικόβλητα πλήθη στους δρόμους να εγκληματούν χωρίς χαλινό.
Tεκμαίρεται η αδιαφορία της N.Δ. από τα θέματα που απασχολούν τον αρχηγό και τους «επιτελείς» του, το άμεσο «περιβάλλον» του: Mάχη για τις καρέκλες, για τις θέσεις στα ψηφοδέλτια, για το ποιος θα φιγουράρει δίπλα στον αρχηγό μπροστά στις κάμερες. Oμαδοποιήσεις που αλληλομαχαιρώνονται στο Διαδίκτυο, φτήνια και ευτέλεια επιδιώξεων, ενώ το κράτος βουλιάζει στο χάος. Mονότροποι μέχρις αναλγησίας οι κομματάνθρωποι, αποκομμένοι από την πραγματικότητα, ανέγγιχτοι από την αγωνία και τον πανικό για τη συντελεσμένη στη χώρα καταστροφή, παχυδερμικά ανέμελοι για τις ευθύνες τους, για τις νωπές αθλιότητες της πενταετίας τους.
Δεν έχουν νόημα οι καταγγελίες, το ξεμπρόστιασμα, η διαπόμπευση. Eίναι ανίατη ψυχοπάθεια η εξουσιολαγνεία, βεβαιωμένη απώλεια επαφής με την πραγματικότητα. Tα «παλαιά στελέχη» της «παράταξης» απέδειξαν επί πέντε χρόνια εξωφρενική ανικανότητα και φαυλότητα, αλλά παραμένουν όλα επί σκηνής. Aπό κοντά οι νεοφανείς υπασπιστές του αρχηγού, έχουν κιόλας στεγανό ο καθένας και αυτονομημένο το δικό του μικροσύμπαν, και ανταγωνίζονται σε θριαμβολογίες ποιος δικαιώνεται για τις υποδείξεις του στον αρχηγό.
H αρχηγία σε ένα τέτοιο κόμμα αμετανοησίας και ευτέλειας τι σημαίνει για τον κ. Σαμαρά, ποιες ικανοποιήσεις του προσφέρει, ποιες φιλοδοξίες του μπορεί να υπηρετήσει; Tι να την κάνει την πρωθυπουργία όταν δεν διαθέτει παρά φθαρμένα, σπιθαμιαία αναστήματα για να αντιπαλαίψει ιλιγγιώδη προβλήματα σε μια χώρα ρημαγμένη, βυθισμένη στην απόγνωση; Δεν τον τρομάζει το ταπεινωτικό, οικτρό τέλος που είχαν τρεις κιόλας πριν από αυτόν πρωθυπουργοί παραδομένοι σήμερα στη χλεύη και στην περιφρόνηση του λαού και της Iστορίας; Γιατί επιμένει να βαδίζει, δίχως την παραμικρή παρέκκλιση, στα ίχνη τους;
H εξουσία μεγεθύνει εξευτελιστικά τη μετριότητα, τη γελοιοποιεί, τη διαπομπεύει. O θλιβερός ολίγιστος των Παπανδρέου, μέσα σε δύο μόλις χρόνια, είχε κατασυντριβεί από την πρωθυπουργία, διασυρμένος απεπανόρθωτα, φορτωμένος την ευθύνη εγκλημάτων καταστροφής της ζωής εκατομμυρίων Eλλήνων και υπόλογος για το διεθνές ρεζίλεμα του ελληνικού ονόματος.
O προκάτοχός του στην πρωθυπουργία, Kαραμανλής ο βραχύς, κατέρρευσε, επίσης κατεξευτελισμένος, ένα μόλις χρόνο μετά την ανανέωση της λαϊκής εντολής που είχε μεγαλόθυμα αμνηστεύσει τη μνημειώδη ανικανότητα, ατολμία και φαυλότητα της πρώτης του τριετίας. Σήμερα δεν τολμάει να ξεμυτίσει σε δημόσιο χώρο, τον περιμένουν οι προπηλακισμοί του αγανακτισμένου πλήθους – έχει απωθηθεί στο περιθώριο της κοινωνίας και της Iστορίας.
Kάτι ανάλογο και ο K. Σημιτης, που δεν έκρυβε την περιφρόνησή του για οτιδήποτε ελληνικό, αλλά με ελλαδικότατες μικροπονηριές (Greek Statistics) πέτυχε την είσοδο της χώρας στην Eυρωζώνη, ενώ ήταν πήλινα, εγκληματικώς σαθρά, τα πόδια της Oικονομίας. Kαι το ποιόν των «μεταρρυθμίσεών» του ξεσκεπάστηκε οδυνηρά με τις πομπές της δεύτερης κυβερνητικής του τετραετίας.
Δεν τρομάζει τον κ. Σαμαρά αυτός ο αμείλικτος διασυρμός της μετριότητας από τη δοκιμασία στο καμίνι της πρωθυπουργίας; Kαι η μετριότητα δεν μετριέται τόσο με βάση τα έκτακτα προσόντα όσο με την απουσία κάποιων ηγετικών ικανοτήτων, ελάχιστα φανταχτερών, που ειδικά σήμερα, σε εποχή κυριαρχίας των επιδερμικών εντυπώσεων, αποδείχνονται κεφαλαιώδη χαρίσματα. Tο πρόβλημα της Eλλάδας σήμερα είναι ένα: να ξηλωθεί, αλλά μεθοδικά και ειρηνικά, το παρασιτικό, πελατειακό καθεστώς της κομματοκρατίας και να στηθεί εξ υπαρχής κράτος στην υπηρεσία της κοινωνίας. Kράτος με πρωτεύονται στόχο τη λιγότερη δυνατή αδικία, την ποιότητα της ζωής, την άνοδο της κατά κεφαλήν καλλιέργειας. Tον πολιτικό που θα τολμήσει αυτές τις στοχεύσεις, ο λαός θα τον λατρέψει, κύριε Σαμαρά.
Eίναι στοχεύσεις που δεν απαιτούν οπωσδήποτε «μπαλκονάτο» ηγέτη, εντυπωσιακή επιβλητικότητα. Aπαιτούν τη σεμνή οξυδέρκεια που ξέρει να ξεχωρίζει ποιότητες, να εντοπίζει αποτελεσματικούς συνεργάτες, να αξιοποιεί την ανιδιοτέλεια και το δημιουργικό πάθος. Aπαιτεί την πανίσχυρη τόλμη της διακινδύνευσης, της ετοιμότητας για αυτοθυσία.
O νουνεχής πολίτης ξέρει ότι δεν μπορεί να περιμένει τίποτα, μα απολύτως τίποτα, από το προσωπικό των κομμάτων της σημερινής πολιτικής σκηνής. Kαι ο πιο καθαρός, ο πιο τίμιος πολιτευτής βαρύνεται με το στίγμα της σύμπραξης στα εγκλήματα των κυβερνήσεων που μας οδήγησαν στην τωρινή χρεοκοπία και διεθνή διαπόμπευση. O κ. Σαμαράς δεν αποτελεί εξαίρεση ούτε κάποιος από τους δελφίνους στο ΠAΣOK.
Θα αποτελέσει εξαίρεση όποιος, κατέχοντας τη θέση του αρχηγού στο ένα ή στο άλλο κόμμα, επαγγελθεί τη διάλυση του κόμματός του και τη συγκρότηση ενός ριζικά καινούργιου σχηματισμού με κριτήριο άφθορη ποιότητα και ετοιμότητα κοινωνικής προσφοράς.
O ηγέτης με τη σεμνή οξυδέρκεια θα εντοπίσει τους ανθρώπους τους ικανούς να απελευθερώσουν τη δημόσια διοίκηση από κάθε κομματική παρέμβαση και επιρροή. Tους σοφούς νομικούς που θα μεταφράσουν σε νομοθεσία τους συνταγματικούς περιορισμούς στον συνδικαλισμό των δημόσιων λειτουργών. Που θα καθαρίσουν τελεσίδικα τα πανεπιστήμια και τα σχολεία από τη λοιμική των κομματικών νεολαιών. Που θα σαρκώσουν σε λειτουργικούς θεσμούς μιαν άτεγκτη αξιοκρατία, τον συνεχή έλεγχο της ποιότητας, της παραγωγικότητας, της δημιουργικής φαντασίας σε κάθε πτυχή του συλλογικού βίου.
Tέτοιες στοχεύσεις μοιάζουν ουτοπικές, δονκιχωτικές, για τα θύματα της ψυχοπαθολογικής εξουσιολαγνείας. O ρεαλισμός των στοχεύσεων είναι απρόσιτος στη μονοτροπία της ιδιοτέλειας.

14 Ιανουαρίου 2012

Ολόκληρη η εκπομπή της Αλεξάνδρας Πασχαλίδου στη Σουηδική τηλεόραση για την κρίση στην Ελλάδα



Η πολιτική κυριάρχησε επί της οικονομίας και φτάσαμε στην κρίση. Όχι το αντίστοφο, κυρία Διαμαντοπούλου.


Όλοι διαβάσαμε για την πρόσφατη συγκινιτική εκπομπή της Αλεξάνδρας Πασχαλίδου στη Σουηδική τηλεόραση για την οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Θα σταθώ σε μία δήλωση της Άννας Διαμαντοπούλου στην εν λόγω εκπομπή, και συγκεκριμένα στο ότι χρέωσε την κρίση στην «ήττα της πολιτικής από την οικονομία». Εκτός από μία ολοκληρωτική αντιστροφή των όρων (θα εξηγήσω πιο κάτω τι εννοώ), η φράση αυτή κατά τη γνώμη μου δείχνει ότι το πολιτικό προσωπικό της χώρας δεν κατάλαβε τίποτα από όσα έγιναν στη χώρα τα δύο τελευταία χρόνια.

Πρώτα θα αποπειραθώ να αποκωδικοποιήσω τις έννοιες στο μυαλό της κυρίας υπουργού παιδείας και μετά θα εξηγήσω γιατί πιστεύω ότι συνέβη ακριβώς το αντίστροφη: η πολιτική επιβλήθηκε κατά κράτος και κυριολεκτικά αφάνισε την οικονομία.


Η κ. Διαμαντοπούλου όταν λέει «πολιτική», η οποία υπέστη «ήττα», εννοεί την ευχέρεια των πολιτικών να αποφασίζουν για τη χώρα, τα μικρά και τα μεγάλα πράγματα που γίνονται. Ένα μέρος από αυτά είναι και η διανομή κονδυλίων και ίσως η τακτοποίηση αιτημάτων των ψηφοφόρων. Με τον όρο οικονομία εικάζω ότι εννοεί κάτι ετερογενές, ξένο, ανεξάρτητο και ανεξέλεγκτο από παράγοντες της χώρας, και ασφαλώς των πολιτικών. Έτσι, αιτιολογείται η διάγνωση της «ήττας» της πολιτικής από την οικονομίας. Έρχονται οι δανειστές μας, τα ιλιγγιώδη ελλείματα, οι ξένες τράπεζες, το ΔΝΤ, οι εταίροι μας στην Ευρώπη, και γενικώς παράγοντες έξω από το πεδίο δράσης μας και μας επιβάλλουν τη δική τους πολιτική. Περιορίζουν τις δυνατότητές μας να δράσουμε (ως πολιτικοί) και είμαστε υποχρεωμένοι, δυστυχώς, να ακολουθούμε μία πολιτική άλλων, και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις «
δεν πιστεύουμε ότι η οικονομική πολιτική την οποία ακολουθούμε είναι ωφέλιμη για τη χώρα» (Ναι, αυτό ομολόγησε δημοσίως ο νυν υπουργός οικονομικών κ. Ευάγγελος Βενιζέλος!).

Έχω την άποψη ότι η πραγματικότητα είναι η αντίστροφη. Αν εξαιρέσουμε τη διεθνή συνιστώσα της κρίσης, δηλαδή το συστημικό της μέρος, και επικεντρωθούμε στην ελληνική της διάσταση, τότε θα πρέπει στην «οικονομία» να εντάξουμε όλες εκείνες τις σχέσεις μεταξύ των παραγόντων εντός Ελλάδας. Οι οικονομικοί παράγοντες ξεκινούν από τους πολίτες ως καταναλωτές, διαπερνούν τις μικρές οικονομικές μονάδες των μικρομεσαίων και καταλήγουν στις μεγάλες επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στην χώρα άμεσα ή έμμεσα και σε όλα τα επίπεδα (παραγωγή, κατασκευή, χονδρεμπόριο, λιανική, εισαγωγές, εξαγωγές σε όλους τους χώρους της αγοράς κοκ). Η ελληνική διάσταση της κρίσης λοιπόν οφείλεται ακριβώς στο ότι όλες αυτές οι εξ ορισμού πολυεπίπεδες οικονομικές σχέσεις αλλοιώθηκαν και μεταμορφώθηκαν με πρωτοβουλία της πολιτικής. Μετατράπηκαν εν πολλοίς σε μονομερείς σχέσεις μερικών από τους παράγοντες αυτούς με το δημόσιο. Εντάχθηκαν δηλαδή πλήρως στη σφαίρα των «επιλογών» των πολιτικών. Αυτών των επιλογών, οι οποίες έδιναν βαθμούς ελευθερίας στο πεδίο δράσης των πολιτικών. Ήρθε λοιπόν η πολιτική και κουτσούρεψε την οικονομία, την έκανε «σαν τα μούτρα της» με δύο λόγια. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι «ημέτεροι», οι «νεοαστοί», οι νεόπλουτοι. Η οικονομία από ένα αχανές τοπίο «πολώθηκε» σε μεγάλο βαθμό με το κράτος να έχει κεντρικό ρόλο. Η Ελλάδα μετατράπηκε στο «
τελευταίο Σοβιέτ στην Ευρώπη», όπως έχει χαρακτηριστεί.

Εκτιμώ ότι αυτό συνιστά την ελληνική κρίση. Πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε πριν προχωρήσουμε μπροστά. Το ΠΑΣΟΚ έχει μεγάλο μερίδιο ενοχής στην κυριαρχία της πολιτικής έναντι της οικονομίας, γι' αυτό και είναι δυσκολότερο για τα στελέχη του να το αντιληφθούν. Ομολογουμένως, ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θεόδωρος Πάγκαλος, με το γνωστό κυνικό του ύφος ισχυρίζεται ότι το είχε αντιληφθεί ήδη από το 1985. Λέει δημόσια ότι τότε «
κάναμε ένα πρωτοφανές όργιο παροχών και διορισμών».

Να στηριχτούμε στις δικές μας δυνάμεις


Μια αδιάψευστη ένδειξη της κρίσης και της σαπίλας των ελληνικών ελίτ είναι η απουσία οποιασδήποτε πρωτοβουλίας για ενίσχυση της αλληλεγγύης και της συνοχής της κοινωνίας, από το σύνολο των πολιτικών, «πνευματικών» και οικονομικών ελίτ της χώρας.
Σήμερα, οι Έλληνες εφοπλιστές παραμένουν ακόμα ιδιοκτήτες του μεγαλύτερου εμπορικού στόλου στον κόσμο, και οι ετήσιες παραγγελίες τους είναι πολλές δεκάδες δισεκατομμύρια. Έλληνες επιχειρηματίες, τραπεζίτες, πολιτικοί και άλλοι χρυσοκάνθαροι διαθέτουν καταθέσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων στο εξωτερικό. Μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες έχουν ένα σημαντικό ύψος καταθέσεων και σημαντικά περιουσιακά στοιχεία. Αν όλοι οι Έλληνες, με πρωτοστάτες τους υπουργούς, τους βουλευτές, τους συνδέσμους των εφοπλιστών, των βιομηχάνων, τους τραπεζίτες, τους κατασκευαστές, τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ, «συνδικαλιστές» τύπου Παναγόπουλου, με αμοιβές δεκάδες χιλιάδες ευρώ τον μήνα, και μεγαλοδημοσιογράφους, εννοούσαν στα σοβαρά αυτό που λένε, ότι «όλοι θα πρέπει να συνεισφέρουμε για το ξεπέρασμα της κρίσης», θα είχαν ήδη ξεκινήσει μια εκστρατεία για ένα εσωτερικό ομολογιακό δάνειο, με χαμηλό επιτόκιο, για να δανείσουν το ελληνικό κράτος.
Αν οι ποικίλοι σύνδεσμοι των ομογενών, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ και την Αυστραλία, κινητοποιούνταν προς την ίδια κατεύθυνση, τότε άλλη θα ήταν σήμερα η κατάσταση της χώρας.
Θα μπορούσε να υπάρξει μια σοβαρή χρηματοδότηση του ελληνικού κράτους, ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων, και θα αποκτούσε νόημα η αδιάκοπη λογοδιάρροια περί «θυσιών» όλων των Ελλήνων [...] και προπαντός, θα ενισχυόταν όντως η περιβόητη εθνική συνοχή και οι Έλληνες θα μπορούσαν να  αντιμετωπίσουν ενωμένοι την κρίση.
Οι Έλληνες, κάποτε, διεξήγαγαν μεγάλους εθνικούς αγώνες, στηριγμένοι κατ’ εξοχήν στην οικονομική συμπαράσταση των συμπατριωτών τους. Οι Ζωσιμάδες, ο Βαρβάκης, ο Σίνας, ακόμα και ο Συγγρός, ο Αβέρωφ, μοναστήρια και μητροπολίτες, οι χιλιάδες των μικρών και μεγάλων ευεργετών, όλοι οι Έλληνες, στήριξαν την εκπαίδευση στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, χρηματοδότησαν τη Φιλική Εταιρεία και την Επανάσταση, ενίσχυσαν ακόμα και τον ελληνικό στόλο στους Βαλκανικούς Πολέμους. Συχνά, αυτοί οι εθνικοί ευεργέτες ήταν στυγνοί καπιταλιστές, όπως ο Συγγρός. Και όμως, παράλληλα, ήταν διατεθειμένοι να ξοδέψουν απλόχερα για τις ανάγκες της πατρίδας, επιστρέφοντας έτσι ένα μέρος από αυτά που είχαν καρπωθεί. Σήμερα, δεν βρέθηκε ούτε ένας –αριθμός ένας– πολιτικός, επιχειρηματίας, μεγαλοδημοσιογράφος, που να βάλει το χέρι στην τσέπη, δεν βρέθηκε ούτε ένας να κάνει έστω αυτό που έκαναν οι Ιταλοί καπιταλιστές.
Οι Έλληνες αντιμετωπίζουν την κρίση, ο καθένας μόνος του, και οι μόνες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης έρχονται από τα κάτω, από ομάδες πολιτών και από την Εκκλησία.
Και γι’ αυτή την κατάντια δεν ευθύνεται μόνο το «πνεύμα της εποχής», ο ατομικισμός, ο καταναλωτισμός, ευθύνονται, πριν απ’ όλα, όλοι εκείνοι που, εδώ και δεκαετίες, κάνουν ό,τι μπορούν για να διαλύσουν την αίσθηση του συνανήκειν των Ελλήνων, όλοι εκείνοι που πασχίζουν να αποδομήσουν την ιστορία μας, να κόψουν τις ρίζες μας, να μας μεταβάλουν σε μια αγέλη χωρίς ταυτότητα.
Αυτή η ηροστράτεια λογική, στην οποία πρωτοστάτησαν οι ψευδοπροοδευτικοί διανοούμενοι, έπαιξε τελικά το παιγνίδι των τραπεζιτών, των νεοφιλελεύθερων, της Μέρκελ.
Και έρχονται σήμερα να τα ζητήσουν όλα από τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους, τους άνεργους, τους αγρότες, του μικρέμπορους, τους «μικρομεσαίους», με περικοπές, χαράτσια, φοροεπιδρομές, απολύσεις. Οι ίδιοι δεν είναι διατεθειμένοι να παραχωρήσουν τίποτε!
Ο περιβόητος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που κινδυνεύει να γίνει πιο αναξιόπιστος από όλους τους άλλους, ξέρει μόνο να διαμαρτύρεται επειδή τον κράζουν οι πολίτες.
Είναι καιρός, λοιπόν, να αναλάβει μια πρωτοβουλία, αν θέλει να μειωθεί η λαϊκή κατακραυγή εναντίον του. Να δημιουργήσει μια ανεξάρτητη και υπεράνω υποψίας επιτροπή ελέγχου, που θα αναλάβει τη διαχείριση ενός ομολογιακού δανείου, στο οποίο, πρώτος αυτός, θα συνεισφέρει ένα σημαντικό ποσό, και αμέσως μετά από αυτόν, ο πρωθυπουργός, όλοι  οι υπουργοί και οι βουλευτές, με ένα υποχρεωτικό μίνιμουμ συμμετοχής, που να ανέρχεται σε μερικές δεκάδες χιλιάδες ευρώ. Αμέσως μετά, θα πρέπει να ακολουθήσουν οι εφοπλιστές, οι βιομήχανοι, οι μεγαλέμποροι, οι κατασκευαστές, οι μεγαλοδημοσιογράφοι. Και μετά μπορούν να ακολουθήσουν όλοι οι Έλληνες πολίτες, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Οι Έλληνες πρέπει να στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις και πρέπει να υποχρεώσουν τους υπεύθυνους να αναλάβουν τουλάχιστον ένα μέρος των βαρών. Και επειδή το αυτί αυτών των παχυδέρμων δεν πρόκειται εύκολα να ιδρώσει, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα κίνημα καταγγελίας τους και προώθησης ενός τέτοιου δανείου, που θα τους υποχρεώσει να κινηθούν έστω και διά της βίας. Εν ανάγκη, την πρωτοβουλία θα έπρεπε και θα μπορούσαν να την πάρουν οι ίδιοι οι πολίτες.
Είναι καιρός, πέρα από τις καταγγελίες και την άρνηση πληρωμής των χαρατσιών, πέρα από τις πρωτοβουλίες αλληλεγγύης στα θύματα της κρίσης, πέρα από την οργάνωση εναλλακτικών μορφών οικονομίας, να παρέμβουμε και στο ίδιο το ζήτημα του χρέους. Θα πρέπει να πάψουμε να αναζητούμε δανεικά από τους ξένους, αλλά να υποχρεώσουμε τους «ξένους» που βρίσκονται στον τόπο μας, αυτούς που μας οδήγησαν σε αυτή την άθλια κατάσταση, να συμβάλουν, επί τέλους, όχι μόνο στο ξεπέρασμα της κρίσης, αλλά και στην ανασυγκρότηση της κοινωνίας την οποία διέλυσαν.
Κάτι τέτοιο εξ άλλου θα μείωνε κατά πολύ και τις δυνατότητες των ξένων, της Μέρκελ και του ΔΝΤ, να μας εκβιάζουν από δόση σε δόση, από μνημόνιο σε μνημόνιο, θα έδινε τη δυνατότητα στην ελληνική κοινωνία να τους αντιμετωπίσει με  θάρρος και υπερηφάνεια.
Κάποιοι θα βρουν πολλά επιχειρήματα να αντιτάξουν, όπως το ποιον να εμπιστευτούμε για τη διαχείριση ενός τέτοιου δανείου κ.λπ.. Ωστόσο, όποιος δεν θέλει να ζυμώσει…, δέκα μέρες κοσκινάει. Το αίτημα του ομολογιακού δανείου, με βάση τις οικονομικές δυνατότητες και τις ευθύνες των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και τάξεων, έπρεπε ήδη να αποτελεί βασικό αίτημα του κινήματος των αγανακτισμένων. Όμως, κάλλιο αργά παρά ποτέ. Είναι καιρός σήμερα να αρχίσουμε μια μεγάλη εκστρατεία για να το προωθήσουμε.
Γ.Κ.

09 Ιανουαρίου 2012

O μηδενισμός ως «προοδευτική» θρησκοληψία

Tου Χρηστου Γιανναρα

Για μια ακόμα φορά, τα σχήματα που εφευρίσκουμε για να πετύχουμε τον ηδονικό διχασμό μας οι Eλληνες είναι επιπόλαια, μωρότατα: Mιλάμε για τους «κακούς» Mνημονιακούς και τους «καλούς» Aντιμνημονιακούς – και τούμπαλιν.
Ποιο το κριτήριο των χαρακτηρισμών «καλός» και «κακός»; Aν είναι η φιλοπατρία, η κοινωνική ευαισθησία, η ανιδιοτέλεια, τότε η αντιθετική διαστολή διαψεύδεται. Διότι υπάρχουν «Mνημονιακοί» που βλέπουν την υποταγή στα Mνημόνια ως ευκαιρία να μας επιβληθεί έξωθεν αυτό που μόνοι μας δεν καταφέρνουμε: Nα καταλυθεί το παρασιτικό κράτος μας, δηλαδή το καθεστώς της κομματοκρατίας. Nα εξαλειφθεί ο παρακρατικός (σε ρόλο στρατού κατοχής) συνδικαλισμός, κατεστημένο ανομίας και αυθαιρεσίας. Nα αποκατασταθεί αξιοκρατία, δηλαδή κίνητρα δημιουργίας, παραγωγικότητας, να χαλιναγωγηθεί ο δανεισμός.
Aλλά υπάρχουν και «Aντιμνημονιακοί» που θέλουν ακριβώς τα ίδια, μόνο που τα θέλουν κατορθωμένα από εμάς τους ίδιους, όχι σαν παραχωρήσεις στη δολιότητα και πανουργία των διεθνών κερδοσκοπικών κυκλωμάτων, όσων τοκογλυφούν κακουργηματικά σε βάρος μας. Θέλουν, η πίεση ενός λαϊκού ξεσηκωμού, η καθολική αποδοκιμασία του φαύλου και ανίκανου πολιτικού προσωπικού, να υποχρεώσει το υπάρχον κομματικό σύστημα σε αυτοκατάργηση. Nα δεχθεί η Bουλή τη συγκρότηση κυβέρνησης εξωκομματικών προσωπικοτήτων, με την αποστολή να συγκαλέσει Συντακτική Eθνοσυνέλευση που θα συντάξει καινούργιο Σύνταγμα, θα αποκαταστήσει δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων, θα καταλύσει ανεπίστρεπτα την αφόρητη κομματική απολυταρχία και διαφθορά.
Συγκλίνουν σε ανιδιοτελείς προθέσες κάποιες μερίδες «Mνημονιακών» και «Aντιμνημονιακών», όπως συγκλίνουν και κάποιες άλλες μερίδες σε άκρως ιδιοτελείς επιδιώξεις, με φανατισμένο πείσμα. Στην ιδιοτελή τους σύγκλιση και οι μεν και οι δε προασπίζουν το παρασιτικό κράτος, για τους δικούς της η κάθε «παράταξη» λόγους:
Φέρονται σαν «Mνημονιακοί» κάποιοι που βλέπουν ότι το πολυπλόκαμο κομματικό κράτος κατορθώνει να μανουβράρει ακόμα και τα δήθεν άτεγκτα Mνημόνια: Ξεγλυστράει το κομματικό κράτος και οι χρυσοκάνθαροί του από τις κολοβώσεις που επιβάλλει σε μισθούς και θέσεις εργασίας κάθε επιμέρους, πριν από κάθε δόση δανείου, μνημονιακή σύμβαση. Kανένας κ. Thomson δεν διανοείται να απαιτήσει την απόλυση ή τον περιορισμό των αναρίθμητων (χρυσοπληρωμένων) «ειδικών συμβούλων» που συνοδεύουν κάθε υπουργό σε οποιοδήποτε υπουργείο ακυρώνοντας και τη σκιώδη λειτουργικότητα της δημόσιας διοίκησης. Kανένα κέντρο των Bρυξελλών ή του ΔNT δεν τόλμησε να υποδείξει την απόλυση όλων όσοι διορίστηκαν στο δημόσιο τα τελευταία δέκα χρόνια, χωρίς κρίση από το AΣEΠ, δηλαδή μόνο με κομματικό ρουσφέτι. Oι μνημονιακές συμβάσεις δεν ενδιαφέρονται να επιβάλουν παρά μόνο «κούρεμα»: άκριτες ποσοστιαίες απολύσεις – την εσχάτη των ποινών επί δικαίων και αδίκων, αδιακρίτως.
Mε αντίστοιχη ιδιοτέλεια υπάρχουν «Aντιμνημονιακοί» που πασχίζουν μανιωδώς να επιστρέψουμε στη δραχμή, προκειμένου αυτοί να κερδοσκοπήσουν ακόρεστα: Mε τα ευρώ που έχουν φυγαδεύσει στο εξωτερικό, να αγοράσουν φιλέτα αντί πινακίου φακής στην Eλλάδα της δραχμής. Yπάρχει ιδιοτέλεια με αντιμνημονιακό προσωπείο που μάχεται, δήθεν από πατριωτισμό, τη βαναυσότητα των δανειστών μας, προκειμένου να κατασφαλίσει αδίστακτες λαθροχειρίες, να «αξιοποιήσει» χυδαίο σφετερισμό κοινωνικού χρήματος. Oπως ακριβώς υπάρχει και ιδιοτέλεια με μνημονιακό προσωπείο που παλεύει να εξασφαλίσει προνομίες από την πρακτόρευση των ξένων συμφερόντων, όσων σκυλεύουν με μακροπρόθεσμες υποθήκες τα τιμαλφή της χώρας.
Eπομένως, η διαφοροποίηση παρατάξεων και ο συνακόλουθος διχαστικός φανατισμός μάλλον για πρόσχημα χρησιμοποιεί τη συγκατάθεση ή την αντίθεση στα Mνημόνια. O πραγματικός διχασμός είναι ανάμεσα σε όσους επενδύουν συμφέροντα στη διαιώνιση του παρασιτικού κράτους και σε όσους θέλουν την κατάλυσή του – ανάμεσα στους ιδιοτελείς και στους ανιδιοτελείς. Kαι, ευτυχώς, η ιδιοτέλεια δεν κρύβεται όσο και αν φτιασιδωθεί. Eίναι αμέσως ευδιάκριτη στα κείμενα, στα λόγια, στα πρόσωπα.
Δεν κρύβεται η ιδιοτέλεια, και δυστυχώς πλεονάζει – η λερναία ύδρα της διαπλοκής και της φαυλότητας, όπως την εξέθρεψε και τη γιγάντωσε η κομματοκρατία (το πράσινο και το γαλάζιο ΠAΣOK) προασπίζεται και συντηρεί το παρασιτικό κράτος. Δεν επιδέχεται βελτιώσεις και επιδιορθώσεις το κατεστημένο της διαφθοράς και της ανικανότητας, το κράτος του παρασιτισμού. Eίναι ο εφιάλτης και βασανιστής μας, πρέπει οπωσδήποτε να συντριβεί, να καταστραφεί, για να γεννηθεί καινούργιο κράτος στην εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών. Aλλά η συντριβή του, όσο αποσυντεθειμένο κι αν μοιάζει, σημαίνει βύθισμα και της κοινωνίας στη διάλυση και στο χάος, δοκιμασία πόνου, πανικού, δραματικής στέρησης. Που επέρχεται αναπόδραστα.
Δεν πρόκεται για προφητεία, η λογική των δεδομένων προδιαγράφει τα επερχόμενα. Στη διαχείριση της μετοχής μας στην ευρωπαϊκή κοσμογονία το σκαρί μας, το κράτος μας, αποδείχτηκε όχι μόνο αδύναμο, αλλά κυρίως γελοίο. ΄H θα αλλάξουμε το σκαρί, το κράτος μας, ή θα αποβληθούμε οριστικά στο ιστορικό περιθώριο. Kατά τούτο η επερχόμενη αναπότρεπτη καταστροφή φέρνει ελπίδα. Tη μόνη ελπίδα να συνεχιστεί η παρουσία του Eλληνισμού στην Iστορία.
O παρασιτισμός, η φεουδαλική κομματοκρατία, ο γκανγκστερισμός του συνδικαλιστικού υπόκοσμου, η ανομία και η αλογία, τα παιδιά μας αγέλες βανδάλων, είναι οργανικά γεννήματα της καταναλωτικής αχορτασιάς που ρήμαξε την κατά κεφαλήν καλλιέργεια, γεννήματα της αγλωσσίας, του αφελληνισμού των συνειδήσεων, του μηδενισμού ως «προοδευτικής» θρησκοληψίας. Aν τίποτα πια δεν μπορεί να λειτουργήσει στην Eλλάδα σήμερα, ούτε καν η χρησιμοθηρική υποταγή στα Mνημόνια, είναι γιατί κάθε έμπρακτο αντίκρισμα της ελληνικότητας εξαλείφθηκε από μια κρίσιμη, για τον κοινό προσανατολισμό, μάζα πληθυσμού.
H επερχόμενη καταστροφή μοιάζει η μόνη ρεαλιστική μας ελπίδα.

04 Ιανουαρίου 2012

Όταν η πολιτική κατεβαίνει στο πανεπιστήμιο

«Την τύχη του κάθε λαός
την κάνει μοναχός του
και όσα του φταίει η κούτρα του
δεν του τα κάνει ο εχθρός του
»
Στο βιβλίο του Πολυχρόνη Ενεπεκίδη «Η Δόξα και ο Διχασμός», στη σελίδα 373, περιέχεται μία παράγραφος, η οποία διατηρεί την επικαιρότητά της. Την μεταφέρω: « Γενικώς είναι περίεργη η πολιτεία των καθηγητών του αθηναϊκού πανεπιστημίου, που κατήλθαν κατά καιρούς εις την πολιτικήν. Τας περισσότερας φοράς υπέστη ο ελληνικός λαός την πολιτική των δραστηριοτήτα, ως την εκδίκησιν τού πανεπιστημίου απέναντι του Κράτους, διά το μηδαμινόν ποσοστόν του προϋπολογισμού, το διδόμενον προς το ανώτατον ίδρυμα. Εις την περίπτωσιν του Σπυρίδωνος Λάμπρου υπάρχει τουλάχιστον το δικαιολογητικόν ότι δεν είναι ο καθηγητής που κατήλθε εις την πολιτικήν, αλλά η πολιτική κατήλθε και κατέληξεν εις τον Λάμπρον».

Ίσως είναι σκληρός και άδικος ο λόγος του Ενεπεκίδη κατά του Λάμπρου... αλλά φιλτάτη η αλήθεια. Ο Λάμπρος ήταν λαμπρός ιστορικός και μεσαιωνοδίφης, δεινός ερευνητής, διεθνούς κύρους πανεπιστημιακός, όμως ενεπλάκη με την πολιτική σε μια ταραγμένη εποχή. Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1916, προσκληθείς από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, ανέλαβε την πρωθυπουργία, παραμένοντας στην αρχή μέχρι την 21η Απριλίου του 1917. Εν μέσω, δηλαδή, Εθνικού Διχασμού. Μετά την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου και την εγκατάσταση του Βενιζέλου, ο Λάμπρος εισήχθη σε δίκη ενώπιον του ειδικού δικαστηρίου και η περιουσία του δημεύτηκε (σ.σ.: Τότε δικάζονταν και καταδικάζονταν και πρωθυπουργοί. Ενίοτε λειτουργούσε και το εκτελεστικό απόσπασμα. «Οι παλαιοί», γράφει ένα ευφυές στιχούργημα, «επί σταυρών κρεμούσαν τους κακούργους, και οι νέοι σήμερον κρεμούν σταυρούς επί κακούργων». Οι λυμεώνες παρασημοφορούνται κιόλας ή τους επιβάλλεται η επαχθής ποινή της ατιμωρησίας και της απολαύσεως των κλοπιμαίων. Εξορίστηκε ο δύσμοιρος Λάμπρος στην Ύδρα και κατόπιν στην Σκόπελο. Λόγω κακουχιών αρρώστησε και πέθανε τον Ιούλιο του 1919.

Τέλος πάντων, ο αείμνηστος ιστορικός υπήρξε θύμα της εποχής του, διατήρησε όμως την υστεροφημία του. Το έργο του παραμένει κτήμα ες αεί. Στην περίπτωσή του επιβεβαιώνεται ο ανοξείδωτος, λαϊκός, παροιμιακός λόγος πως «όταν μαλώνουν τα βουβάλια (Κωνσταντίνος-Βενιζέλος) την πληρώνουν τα βατράχια». Αυτά τω καιρώ εκείνω. Τω καιρώ ετούτω, των δημοπιθήκων και των «κοπροκρατών του μέλλοντός μας» (Ελύτης), αρκετοί πανεπιστημιακοί, οιηματίες και κενόσπουδοι, «κατήλθαν» στην πολιτική συμπαρασύροντάς την «εις τα κατώτατα της γης». Σημίτης, ο επονομαζόμενος και «αρχιερέας της διαπλοκής», Λοβέρδος και Βενιζέλος, αμφότεροι συνταγματολόγοι, που κουρελιάζουν το Σύνταγμα, Παυλόπουλος-«Πάκης», Αλογοσκούφης, Χριστοφιλοπούλου-αυτή ή όνομα πρέπει να αλλάξει ή υπουργείο- είναι κάποιοι που απαρνήθηκαν την πανεπιστημιακή έδρα και «τρύπωσαν» στον «χρυσοφόρο θερισμό», όπως ονομάζει ο Πλούταρχος, την πολιτική. Βεβαίως και ο νυν δοτός πρωθυπουργός, Παπαδήμος, πανεπιστημιακός ήταν, στα Χάρβαρντ και λοιπά εκκολαπτήρια εξουσιαστών. Για να γίνεις πρωθυπουργός της Ελλάδας πρέπει να φοιτήσεις σε αμερικανικό πανεπιστήμιο. Σπεύδουν, στην Αμερική οι πορφυρογέννητοι γόνοι των οικογενειών, των τριών, και μας γυρίζουν «Γραικύλοι της σήμερον». (Πόσα χρόνια έχει να δει η πατρίδα μας πρωθυπουργό που δεν «προσκύνησε» σε αλλόφυλο πανεπιστήμιο; Ακόμη και οι «αριστερόφρονες» πολιτικοί, τα βλαστάρια τους, σε «καπιταλιστικά» σπουδαστήρια, τα εσωκλείουν. Ως γνωστόν, τα συνθήματα περί δημοκρατικότητας, ίσων μορφωτικών ευκαιριών ισοτιμίας, ισοπολιτείας και ισομοιρίας, ισχύουν για τα παιδιά μας. Τα δικά τους «βοσκούν» σε κολέγια και πανεπιστήμια «ταξικών εχθρών»). Ίσως ο τομέας που επλήγη ριζικότερα και βαναυσότερα ήταν η δύσμοιρη και δύστυχη παιδεία. Θα περίμενε κανείς, εφ’ όσον πολλοί «διανοούμενοι» πανεπιστημιακοί μετείχαν στις κυβερνήσεις των τελευταίων ετών, ότι η Παιδεία θα ξεχώριζε κατά τι. Εις μάτην.

« Δύστυχη Ελλάδα να ‘ταν οι ξένοι μονάχα• μα και οι Έλληνες; Και καλά οι Έλληνες γενικά• μα και οι πιο κοντινοί μας, οι «διανοούμενοι»; Να βλέπουν τον τόπο τους με συγκατάβαση, σα μια οποιαδήποτε μικρή χώρα της Μέσης Ανατολής; Επειδή τα Πανεπιστήμια δεν έχουν συγχρονισμένα εργαστήρια, για να μην πω: κι επειδή τα ουρητήρια δεν διαθέτουν ηλεκτρονικό μάτι;». Σπουδαία τα λόγια του Ελύτη από «το χρονικό μιας δεκαετίας» (1974).

Έχει γραφεί και είναι αλήθεια ότι την δεκαετία του ’60 περίπου, μέχρι την Δικτατορία, η Ελλάδα είχε από τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, με έξοχους, διεθνούς κύρους καθηγητές. Υπήρχε όμως και φωτισμένη ηγεσία. Παπανούτσος, Γεωργούλης, οι οποίοι διετέλεσαν γενικοί γραμματείς του υπουργείου Παιδείας, είναι δύο μόνο ονόματα που πραγματικά κόσμησαν τον δημόσιο βίο. Μιλάμε για όντως πνευματικά αναστήματα. Θέλω να παραπέμψω σ’ ένα κείμενο της τότε εποχής. Το φθινόπωρο του 1962, κατά την επίσημη έναρξη συνεδρίου της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδος (ΔΟΕ) ομιλητής είναι και ο Γεώργιος Παπανδρέου. Την βρήκα στο παλιό περιοδικό «Νέο Σχολείο», του οποίου διευθυντής ήταν ο Χάρης Πάτσης. Είναι ωραία ομιλία, ανθρώπου καλλιεργημένου. (Παρακολουθεί κανείς, διαβάζοντας το κείμενο και συγκρίνοντας το με τα αερογεμή λόγια του Ανδρέα και τις παντομίμες και χειρονομίες του, τραυλίζοντος στη σκέψη και τη γλώσσα, Γιωργάκη, τον προϊόντα εκφυλισμό και διασυρμό της οικογένειας των πρωθυπουργών. Στον Ελευθέριο Βενιζέλο, η διαδοχή σταμάτησε στον υιό, Σοφοκλή. Στους Παναδρέου προχώρησε, προς δυστυχία της πατρίδας, ως τον «υπομείονα» εγγονό). Στο κείμενο αυτό ο «Γέρος» αναφέρεται γενικά στην Παιδεία, στον δάσκαλο (το οποίο πρέπει να διακρίνει το αίσθημα της αποστολής) και στα ιδεώδη της Παιδείας. Αποσπώ το επιλογικό σημείο του λόγου, για τα ιδεώδη. Κι αν ακόμη δεν τα πίστευε αυτά ο άνθρωπος, είναι σημαντικά και επίκαιρα.

« Ποιά είναι τα ιδεώδη; Αναγράφεται από μωρούς ανθρώπους, συνήθως, ότι θα πρέπει η Παιδεία να αναζητήση νέα ιδεώδη, διότι εισήλθομεν εις μίαν νέαν τεχνικήν περίοδον. Αυτή είναι η μωρία της δοκησισοφίας. Καθ’ όλους τους αιώνας η τεχνική μετέβαλεν σχήμα και αποδόσεις. Και θα εξακολουθή να συμβαίνη πάντοτε εις το μέλλον. Αλλά ενώ η τεχνική μεταβάλλεται, ο άνθρωπος μένει αμετάβλητος. Αυτό το θαύμα του Θεού, της φύσεως, της μοίρας, ο Άνθρωπος. Η γέννησις, ο θάνατος, η ψυχή, το πνεύμα η συνείδησις, το θαύμα. Αυτό μένει αμετάβλητον. Τα ιδεώδη αφορούν τον άνθρωπον και διότι ο άνθρωπος ως φύσις θεία, ή ως φύσις ανθρώπινη, είναι αιώνιος. Έχει πάντοτε επίσης αμετάβλητα ιδεώδη. Τα ιδεώδη είναι πάντοτε επίκαιρα, διότι είναι αιώνια. Ποία είναι τα ιδεώδη εις τα οποία έφθασε το επίπεδον του ανθρωπίνου πολιτισμού; Είναι ακριβώς όπως προσδιορίζεται και εις το Σύνταγμά μας. Τα ιδεώδη του Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Αλλά ποία συγκεκριμένως;

Και εις αυτό επικρατεί μεγάλη σύγχυσις. Ιδεώδη του Ελληνικού πολιτισμού είναι η Ελευθερία και η Δικαιοσύνη. Είναι η Δημοκρατία.

Ποία είναι τα ιδεώδη του Χριστιανικού πολιτισμού; Η Αγάπη και η Θυσία. Η σύνθεσις των δύο ιδανικών του Ελληνικού και του Χριστιανικού πολιτισμού, η Ελευθερία και η Δικαιοσύνη, η Αγάπη και η Θυσία είναι τα πάγια ανθρώπινα ιδεώδη τα οποία δεν μεταβάλλονται με όσασδήποτε μεταμορφώσεις της τεχνικής, διότι είναι έκφρασις της φύσεως του ανθρώπου.

Εκάστη γενεά επομένως σφάλλεται εάν νομίζη ότι επιδίδεται εις την ανεύρεσιν ιδανικών. Τα ιδανικά είναι δεδομένα. Και η αποστολή της γενεάς είναι να πλησιάση την πραγματοποίησιν των ιδανικών. Αυτή είναι η αποστολή της. Αυτή είναι η μεγάλη αποστολή και η ευθύνη η δική σας ως οδηγών και της νέας γενεάς και του λαού. Τότε μόνο θα έχετε εκπληρώσει την αποστολήν σας. Εάν κατεχόμενοι από το αποστολικόν πάθος, από το οποίον γνωρίζω ότι θέλετε να κατέχεσθε, διότι βεβαίως δεν είναι επάγγελμα, είναι αποστολή το έργον σας. Εάν καταληφθήτε από το πάθος της Ιδέας και αισθανθήτε ότι εις τον κύκλον της ιδικής σας επιρροής η ακτινοβολία σας ασκείται διά την καλλιέργειαν, διά την έμπνευσιν, διά την επιβεβαίωσιν, διά την νίκην της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της αγάπης και της θυσίας, τότε θα έχετε επιτελέσει την αποστολήν σας. Αυτήν την αποστολήν θέλω επίσης να σας εμπιστευθώ. Γενήτε απόστολοι της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της αγάπης και της θυσίας. Θα γίνετε τότε άξιοι της Ελλάδος ».
Τουλάχιστον ήταν μία εποχή που για να μιλήσει κάποιος εις βάρος της πατρίδας μας έπρεπε να πλύνει το στόμα του. Σήμερα μόνο κάτι σαπρόφυτα, ντρέπονται για την μάνα, γενέθλια γη...



Δημήτρης Νατσιός


Δάσκαλος Κιλκίς

18 Δεκεμβρίου 2011

Για ένα καινούργιο πολιτικό σκηνικό


Tου Χρηστου Γιανναρα

Oι επιφυλλίδες της χρονιάς 2007, μαζεμένες σε τόμο, έχουν τον τίτλο: «H κατάρρευση του πολιτικού συστήματος στην Eλλάδα σήμερα». Tέσσερα χρόνια αργότερα, τις προάλλες, ο κ. Γιάννης Mαυρής της Public Issue, επαναλάμβανε κατά λέξη την πιστοποίηση αναλύοντας τα στοιχεία δημοσκόπησης των αμήχανων προτιμήσεων του εκλογικού σώματος.
Aποτέλεσμα ξεχωριστής ευφυΐας η προγνωστική ευστοχία των προ τετραετίας επιφυλλίδων; Oχι βέβαια. Aπλά και μόνο προϊόν κοινού νου, απροκατάληπτου. Που όμως μοιάζει να σπανίζει και η σπάνις αυτή είναι μάλλον από τις θεμελιώδεις αιτίες (ταυτόχρονα και βασικό σύμπτωμα) παρακμιακής αποδιοργάνωσης της ελλαδικής κοινωνίας.
Oλοφάνερα το πολιτικό σύστημα στην Eλλάδα έχει προ πολλού καταρρεύσει, όμως μια συντηρητική, αρτηριοσκληρωτική δημοσιογραφία επιμένει να το κρατάει μπαλσαμωμένο, να δίνει αηδιαστικό «φιλί ζωής» σε ένα άψυχο, σε προϊούσα αποσύνθεση πτώμα. Δεν μπορεί να αντιληφθεί την πολιτική η στενοκέφαλη οπισθοδρομική δημοσιογραφία παρά μόνο με τις χιλιοφθαρμένες εκτικέτες καιροσκοπικών, τάχα ιδεολογικών διαφοροποιήσεων, που λειτούργησαν ώς τώρα σαν εξωραϊστικό προκάλυμμα κομματικών συντεχνιών φαυλεπίφαυλων.
Yπάρχουν, για τους στρατευμένους στην προπαγάνδα δημοσιογράφους, δύο αντίπαλα στρατόπεδα: Aπό τη μια οι «φιλελεύθεροι», που είναι «προοδευτικοί» και «εκσυγχρονιστές», επειδή είναι «αντικρατιστές», «διεθνιστές». Πιστοί στη σωτήρια «παγκοσμιοποίηση», θέλουν την πληρέστερη δυνατή κατασφάλιση του ατόμου και της «ελευθερίας των αγορών». Xλευάζουν και μυκτηρίζουν κάθε έννοια κοινωνικής συνοχής, κοινωνικής αλληλεγγύης, κράτους πρόνοιας, κάθε αίσθηση πατρίδας, καταγωγής και συνέχειας. Kαι αντιτάσσουν σε αυτή την εξιδανίκευση του ατομοκεντρικού πρωτογονισμού, μόνο και αποκλειστικά, σαν να μην υπάρχει άλλη πρόταση, έναν επίσης εφιάλτη: Mια «λαϊκή Δεξιά», «εθνικοπατριωτών», «τριτοδρομικών λαϊκιστών του κρατισμού», θρησκόληπτων υπερασπιστών μιας ψυχαναγκαστικής προσκόλλησης στην «παράδοση», δηλαδή στο παρελθόν σαν αυταξία.
Aυτή η σκοταδιστική (στην κυριολεξία) δημοσιογραφία προπαγανδίζει σκόπιμες προκαταλήψεις και ημιμάθεια, ιστορική πληροφόρηση από ιδεολογικές μπροσούρες, προκειμένου να διαιωνίζει σχηματικές αντιπαραθέσεις που παγιδεύουν την ελλαδική κοινωνία στην καθυστέρηση, δύο αιώνες τώρα. Eίναι γνωστό ότι οι χοντροκομμένες σχηματοποιήσεις καταναλώνονται πανεύκολα, «πουλάνε» στην αγορά. Διότι παρέχουν ψυχολογική ψευδαισθητική θωράκιση, πλασματική αυτοπεποίθηση στη μάζα των ατόμων που πασχίζουν να αντλήσουν αυτοσεβασμό μόνο από την καταναλωτική τους ευχέρεια. Mόνο με δραματικά χαμηλό επίπεδο κατά κεφαλήν καλλιέργειας συντηρείται η φανατισμένη προσκόλληση σε κατεξευτελισμένες ιδεολογίες, σε εξόφθαλμης αναξιοπιστίας κόμματα.
Mέσα σε αυτό το κλίμα ο ρεαλισμός του κοινού νου, επιφυλλιδογραφικός ή άλλος, όσο κι αν επαληθεύεται η οξυδέρκειά του, παραμένει λόγος περιθωριακός, ανίκανος (τόσα χρόνια) να επηρεάσει το πολιτικό τοπίο το βασισμένο σε όρους ψυχολογικής διαβουκόλησης των επιρρεπών στην ψευδαίσθηση. Oμως, ακόμα και περιθωριακός, ο λόγος που μαθητεύει στον κοινό νου δεν παύει να υπηρετεί τη θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη (έστω και ανεπίγνωστη) «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης. Σώζοντας την κριτική σκέψη, την κριτική εγρήγορση.
Λέει λοιπόν ο κοινός νους αντλώντας τόλμη από τις επαληθεύσεις που ως έπαθλα (μοναδικά) τον συνοδεύουν: Tο πολιτικό σύστημα έχει καταρρεύσει και αυτό σημαίνει ότι οι ώς τώρα ιδεολογικές διαφοροποιήσεις και τα συνακόλουθα κομματικά σχήματα δεν έχουν σχέση με τις ανάγκες της κοινωνίας, δεν κομίζουν πρόταση ανταπόκρισης στις ανάγκες της συγκεκριμένης συλλογικότητας, είναι «αρχές», «θεωρήσεις» και ονομασίες προσχηματικές, υπηρετικές σκοπιμοτήτων συντεχνιακών και ιδιοτέλειας.
Για να ανακάμψει η χώρα από τον εφιάλτη της καταστροφής όπου τον βύθισε η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος, προϋπόθεση αναγκαία είναι να υπάρξουν διαφορετικές πολιτικές θεωρήσεις, κόμματα με τίμιες και ρεαλιστικές πολιτικές προτάσεις, δίχως παραισθησιογόνες επιφάσεις εντυπωσιασμού.
Για τον κοινό νου η μετοχή στην ευρωπαϊκή κοσμογονία σήμερα είναι αυτονόητη βάση πολιτικής προοπτικής. O Eλληνισμός δεν επιβιώνει ιστορικά, αν μείνει αμέτοχος στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, στο περιθώριο των συντελούμενων μεταβολών. Xρειαζόμαστε λοιπόν δύο κόμματα, να εκπροσωπήσουν τις δύο τάσεις που εκφράζονται στον ελλαδικό δημόσιο βίο: Eνα κόμμα που να δηλώνει ευθαρσώς ότι η επιβίωση του Eλληνισμού ποσώς το ενδιαφέρει, ότι ο συνεπής εκδυτικισμός, έστω και στανικός, συνεπάγεται το μοναδικό «νόημα» της ύπαρξης και της ζωής: την ευμάρεια. Nα στελεχώσει αυτό το κόμμα η πιο πειθαρχημένα συντονισμένη παράταξη (μετά το KKE) που γνώρισε η κοινωνία μας: Aυτοί που μάχονται να εξαλειφθούν τα αρχαία ελληνικά από το σχολειό. Aπαιτούν «διασκευασμένη» τη διδασκαλία της Iστορίας, για να μην παρενοχλεί ο «εθνικισμός» μας επίβουλους γείτονες. Aμνηστεύουν οποιαδήποτε πλαστογραφία της Iστορίας, αν αποτελεί εμπόδιο για την είσοδο στο NATO. Zητάνε άνευ όρων την είσοδο της Tουρκίας στην E.E. Θέλουν ψιλό όνομα την ελληνικότητα, γυμνωμένη από κάθε λαϊκή σάρκα πολιτισμού, σάρκα ιστορική συνέχειας της γλώσσας, του ήθους, της μεταφυσικής δίψας των Eλλήνων.
H άλλη τάση, η αντίθετη στους Φιλοδυτικούς, δεν είναι βέβαια οι Φιλοανατολίτες – κραυγάζει ψευτιά και φτηνή σκοπιμότητα το δίλημμα. Yπάρχουν Eλληνες που πιστεύουν ότι δεν μπορούμε να μετάσχουμε ενεργά, δηλαδή γόνιμα και δυναμικά στο ιστορικό γίγνεσθαι, αν δεν κομίζουμε ετερότητα: Oχι ιδεοληπτική, ρομαντικών ρητορευμάτων, ετερότητα, αλλά πρόταση επικαιρικού ρεαλισμού συνοπτική πείρας αιώνων στην πάλη για ρεαλιστική αξιολόγηση των αναγκών και την ιεράρχηση των αναγκών, πάλη αποτυπωμένη στη γλώσσα και στην Tέχνη.
Δύο κόμματα, δύο εκδοχές της μετοχής μας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι: Ή κομίζουμε στον εταιρισμό των ευρωπαϊκών εθνών ελληνική ετερότητα που ενδιαφέρει πανανθρώπινα, ή μόνο πιθηκίζουμε τους εταίρους μας, πάντοτε μεταπράτες και κομπλεξικοί της μειονεξίας, πάντοτε δεύτεροι με ψευτοπαρηγόριες επιδόσεων στον μιμητισμό μας.

* O κ. Xρήστος Γιανναράς είναι ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας και Πολιτιστικής Διπλωματίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

12 Δεκεμβρίου 2011

"Η αποκάλυψη του ξένου"


Γράφει ο Ηλίας Σταμπολιάδης.

Αναγγέλλοντας την παραίτηση του ως πρωθυπουργός ο κ. Παπανδρέου έκανε μία προσωπική αναδρομή στο «σωτήριο» έργο που προσέφερε στην «πατρίδα». Σχολιάζοντας το λόγο αυτό , τα εντεταλμένης υπηρεσίας ΜΜΕ, τον χαρακτήρισαν ως ιδιαιτέρως συγκινητικό και παραλίγο να μας προκαλέσουν δάκρυα.
Μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι. 
Σε ένα αποκορύφωμα μικρόνοιας ο απερχόμενος Manager της Greece ΑΕ αποκάλυψε τη σχέση του με την Ελλάδα και τον ελληνισμό. Δήλωσε ευθαρσώς , με έμφαση και με σαφήνεια ότι ...
είναι υπερήφανος, όπως πρέπει να ...είμαστε και εμείς, που διάλεξε την Ελλάδα ως πατρίδα του.
Όταν κάποιος διαλέγει σημαίνει ότι έχει επιλογές. 
Ποιες ήταν λοιπόν οι επιλογές του κ. Παπανδρέου; 
Προσωπικά δεν γνωρίζω, αλλά ούτε και οι απλοί πολίτες που ρώτησα γνωρίζουν.
Πιθανόν να μπορεί κανείς να βρει κάτι στο δυσεύρετο βιβλίο της πρώην συζύγου του.

Οι περισσότεροι όμως εικάζουν ότι ο κ. Παπανδρέου επέλεξε την Ελλάδα ως πατρίδα του όπως ένας ξένος πρίγκιπας επιλέγει να επενδύσει σε μία ποδοσφαιρική ομάδα και είναι υπερήφανος για την ιστορία της ομάδας, το ήθος των οπαδών της και φυσικά για την επιλογή του.

Δεν μπορεί καν να διανοηθεί ο κ. Παπανδρέου ότι, εδώ και χιλιάδες χρόνια εμείς οι Έλληνες δεν επιλέγουμε την Ελλάδα ως πατρίδα μας όπως επιλέγουμε την εταιρεία στην οποία εργαζόμαστε και συνδέουμε το συμφέρον μας με αυτή.

Εμάς, μας γέννησε η Ελλάδα και δεν είχαμε να κάνουμε καμία επιλογή. Την κουβαλάμε μέσα μας από τη γέννηση μας και η μόνη επιλογή που η συνείδηση μας επιβάλει είναι να θυσιάσουμε και τη ζωή μας γι΄ αυτή, όταν χρειαστεί.

Κύριε Παπανδρέου, η έννοια της πατρίδας προέρχεται από τη λέξη πατέρας που σημαίνει υποχρεωτική γενετική σχέση. Διαφέρει δε παρασάγγας από τη δική σας λέξη country που έχει γεωγραφικό χαρακτήρα, όπως την εννοείτε εσείς οι ξένοι και την επιλέγετε κατά το δοκούν.

Το ερώτημα είναι τι πάθαμε εμείς οι Έλληνες και σας ανεχόμαστε ακόμη;

11 Δεκεμβρίου 2011

Tο «παράδειγμα» τρίζει


Zούμε μια συντελεσμένη καταστροφή, με συνέπειες που πληθύνονται και μεγεθύνονται σαν χιονοστιβάδα ή κύμα παλιρροϊκό: Eκατοντάδες χιλιάδες από τον ενεργό πληθυσμό της χώρας βιώνουν τον εφιάλτη της ανεργίας. H τολμηρή και δημιουργική μερίδα της κοινωνίας μας, οι μικροί και μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, εξοντώνονται μεθοδικά. Oι υπάλληλοι του κράτους και οι συνταξιούχοι υφίστανται μεταχείριση δουλοπάροικων. Tο πιο βασανιστικό από όλα είναι η άγνοια για το τι θα ξημερώσει, ο πανικός της αβεβαιότητας για το αύριο, η ολοκληρωτική ανελπιστία.
Mόνοι απαθείς, οι κομματάνθρωποι και οι συνδικαλιστές. Oι μεν συνεπαρμένοι, σαν τον μανιακό χαρτοπαίκτη, από την αξιοποίηση της συμφοράς για ψηφοθηρικά πλεονεκτήματα – άρρωστοι άνθρωποι. Oι δε, σε υστερία και παρανοϊκή τυφλότητα, συνεχίζουν «αγώνες» απεργιακούς βυθίζοντας τη χώρα κάθε μέρα και πιο βαθειά στο αδιέξοδο, στη νέκρα. Aκόμα και αυτή την ύστατη ώρα, κομματάνθρωποι και συνδικαλιστές, επιμένουν να βεβαιώνουν την εκδοχή τους για την πολιτική σαν σεξουαλική διαστροφή νεκροφιλίας: Aντλούν ηδονή από τη λαγνεία για εξουσία έστω και σε χώρα ρημαγμένη, πεθαμένη. Διεκδικούν παροχές από κενά ταμεία, που οι ίδιοι παρανοϊκά λαφυραγώγησαν.
Eπιπλέον συμφορά στα δεδομένα της καταστροφής, μια πολυφωνική βαβούρα δημόσιου λόγου ανερμάτιστου, αυθαίρετου, υπηρετικού πολυποίκιλης ιδιοτέλειας: Eρμηνείες του καταντήματος της χώρας, αναλύσεις, δεοντολογικές προτάσεις που μόνο ο κρετινικός λαϊκισμός ή η αμειβόμενη πρακτόρευση ξένων συμφερόντων θα δικαιολογούσαν. Kαι οδηγούν τα πλήθη σε διαλυτική του κοινωνικού ιστού αλογία. (Kάποιοι κάποτε στρατευθήκαμε, με ενθουσιασμό και με ρίσκο, στο αίτημα για «ελεύθερη ραδιοφωνία», δεν μπορούσαμε οι αφελείς να φανταστούμε ποια λοιμική κυοφορούσε το αίτημα, ποια τυραννική επιβολή και πλημμυρίδα υπανάπτυξης, κρετινισμού, αναίδειας, αγραμματοσύνης θα εκπόρνευε ραδιοφωνικά την ελλαδική κοινωνία. Eπιτέλους, ο κιτρινισμός, το πρακτοριλίκι, η αμάθεια, στην έντυπη δημοσιογραφία ελέγχονται, έστω και υποτυπωδώς, από τον φόβο ότι «τα γραπτά μένουν» και οι εισαγγελείς συμβαίνει να αφυπνίζονται ενίοτε. Eνώ στα ραδιόφωνα, αμέτρητα πια και ασυμμάζευτα, ο κάθε τυχάρπαστος, αστοιχείωτος και ψυχοπαθολογικά χυδαίος μπορεί να παριστάνει τον δημοσιογράφο, τον «ελευθερόστομο», «πικάντικο» σχολιαστή που «τα λέει όλα» διαστρέφοντας την είδηση, καταστρέφοντας τη γλώσσα, καθιστώντας αυτονόητη τη συκοφαντία, τη χυδαιότητα. Aπό τα πιο οδυνηρά συμπτώματα του παρακμιακού εκφυλισμού μας είναι η απάθεια της EΣHEA για το κατάντημα της ραδιοφωνικής «δημοσιογραφίας»).
Aλλά και των σοβαρών αναλύσεων και προτάσεων οι αντιφάσεις, η ασυνέπεια, η αυθαιρεσία, συνιστούν επίσης καίρια αιτία σύγχυσης, επομένως βυθισμού στην παραλυτική ανελπιστία. Προθέσεις δεν μπορεί να κρίνει κανείς, οφείλει καλόπιστα να αποδέχεται την ανιδιοτέλεια των κινήτρων. Aναπόφευκτα όμως απορεί: H σοβαρή δημοσιογραφία που ισχυρίζεται (όχι χωρίς αξιόπιστες ενδείξεις) ότι η E.E., η EKT και το ΔNT εφαρμόζουν στην Eλλάδα τη συνταγή εσκεμμένης καταβύθισης της χώρας στην ύφεση (The Shock Doctrine – The Disaster Capitalism, που κατήγγειλε στο περιβόητο βιβλίο της η Naomi Klein), πώς ερμηνεύει η σοβαρή αυτή δημοσιογραφία την αδυσώπητη επέκταση της καταστροφικής απειλής και σε χώρες – πυλώνες του καπιταλιστικού συστήματος; Tο δόγμα της εσκεμμένης καταστροφής αδύναμων (ή φαύλης διαχείρισης) οικονομιών είναι θεωρητικό πρόταγμα ενδεχόμενης στρατηγικής ή δεδομένος μηχανισμός επιβολής συμφερόντων; Kαι η έμφαση στην απειλή, την ενορχηστρωμένη από διεθνείς κερδοσκόπους, δεν αμβλύνει σημαντικά την ευθύνη φαύλων, ανίκανων, ασυνείδητων κυβερνήσεων που κατάκλεψαν και διασπάθισαν το κοινωνικό χρήμα, χωρίς ποτέ να δώσουν λόγο για τα εγκλήματά τους;
Aλλά και η επίσης σοβαρή δημοσιογραφία που φρικιά στο ενδεχόμενο να ψελλίσει η Eλλάδα την παραμικρή αντίρρηση στη συνταγή «ίασης» την εκβιαστικά (με απάνθρωπη ωμότητα) επιβαλλόμενη από τους δανειστές της, συνταγή ολοφάνερα πια λαθεμένη και σαδιστικά καταστροφική, γιατί η σοβαρή αυτή δημοσιογραφία αγνοεί ή παρακάμπτει την ενδοευρωπαϊκή αντίδραση και οργή για τους επιβαλλόμενους στην Eλλάδα εξοντωτικούς όρους αποπληρωμής των χρεών της; Γιατί αντιπαρέρχεται τους καταπέλτες αντιρρήσεων που εξαπολύουν κορυφαία και συμβολικά αναστήματα της νεώτερης ευρωπαϊκής Ιστορίας: Xέλμουτ Σμιτ, Zακ Nτελόρ, Xέλμουτ Kολ; Γιατί ειρωνεύονται και χλευάζουν κάθε αίτημα κριτικής επαναδιαπραγμάτευσης των απάνθρωπων και εξευτελιστικών όρων που τίθενται για κάθε δόση τοκογλυφικού δανείου από τους «εταίρους» μας;
Σίγουρα, ο βυθισμός στην ύφεση είναι πια μια παγκόσμια απειλή, έκφανση κρίσης όχι μόνο οικονομικής. H αυτονόμηση της οικονομίας από την πραγματικότητα των αναγκών κοινωνίας της χρείας, η αυτονόμηση και της πολιτικής από το κοινωνικό γεγονός, αφήνουν ακάλυπτες τις θεμελειώδεις ανθρώπινες ανάγκες που γέννησαν τόσο την οικονομία όσο και την πολιτική. Tην Iστορία την κινούν οι κοινές ανάγκες, όχι τα κερδοσκοπικά βίτσια ή η ψυχανώμαλη εξουσιολαγνεία, ούτε τα ιδεολογήματα ή οι «αξίες» και τα «ιδεώδη». Γι’ αυτό και οι ακάλυπτες κοινές ανάγκες λειτουργούν σαν ρήγματα ασυνέχειας στον «τρόπο» του βίου, δηλαδή στο πολιτισμικό «παράδειγμα». Tο θαυμαστό νεωτερικό «παράδειγμα» τρίζει, την κατάρρευσή του απεργάζονται νομοτελειακά οι ακάλυπτες πραγματικές ανάγκες των οργανωμένων κοινωνιών.
Mε δεδομένους τους τριγμούς του «παραδείγματος» κάποιοι επιμένουν ακόμα: να κατορθώσει η Eλλάδα την «ασφαλή» μετάβαση από τη βιομηχανική κοινωνία (που δεν την κατορθώσαμε ποτέ) στην παραγωγή «παγκοσμιοποιημένων υπηρεσιών» και υψηλής τεχνολογίας (που σαφώς δεν είναι το ταλέντο μας).
Yπάρχει όμως αγνοημένη και η άποψη πως η χρεοκοπημένη στο νεωτερικό «παράδειγμα» Eλλάδα μπορεί να πρωτοπορήσει στη μετανεωτερικότητα, αν κομίσει ρεαλιστική απάντηση στις ακάλυπτες ανάγκες για εξανθρωπισμένη οικονομία και πολιτική.
Tη ρεαλιστική απάντηση την έχει στη γλώσσα του ο Eλληνας και στους ιστορικούς εθισμούς του.



07 Δεκεμβρίου 2011

Δεν θέλουν τα λεφτά σου, θέλουν τη ζωή σου!






Μας κλέβουν τη ζωή μας μέσα από τους φόρους.
Γιατί δουλεύουμε όχι πια για να περνάνε καλά τα παιδιά μας, αλλά για να πληρώνουμε τους φόρους τους.
Όταν μας ήθελαν καταναλωτές γιατί τους βόλευε η κατανάλωση, γίναμε οι πιο χαζοχαρούμενοι καταναλωτές.

Τώρα που μας θέλουν σκλάβους σερνόμαστε άβουλοι εκλιπαρώντας έλεος από τον αδίστακτο εισαγγελέα, όπως έκαναν οι χωρικοί του Σέργουντ πριν τους οργανώσει ο Ρομπέν των δασών.
Μετά τι θα μας θέλουν;
Πτώματα.
Ο θάνατός μας είναι η ζωή τους. Μας θέλουν νεκρούς. Τελεία.
Θέλουν να χάσκουν τα άψυχα σώματά μας σε φρικιαστικούς σωρούς που θα τους δείχνουν σε μελλοντικά ντοκιμαντέρ, τάχα σοκαρισμένοι.
Η μηχανή αυτή για να δουλέψει ξανά πρέπει να φάει σάρκες. Η επιβολή των φόρων και η φτώχια είναι μόνο η πρώτη πράξη. Η τελευταία έχει πάντα εκατόμβες νεκρών.

Παρακολούθησε το συλλογισμό τους, δες πώς δουλεύουν.
Ένα παιχνίδι παίζουν από την αρχή του κόσμου.
Και είναι μακάβριο παιχνίδι.
Ο μαρξισμός έκανε ένα, αλλά θεμελιώδες λάθος.
Ο καπιταλιστής δεν θα σου πουλήσει το σχοινί που θα τον κρεμάσεις. Θα σου πουλήσει το σχοινί που θα κρεμαστείς εσύ.

Δες ποιο είναι το μοτίβο.
Η πρόοδος της τεχνολογίας δημιουργεί αγαθά, προϊόντα δηλαδή.
Τα προϊόντα πρέπει να καταναλωθούν για να υπάρξει κέρδος.
Τα καταναλώνουν πάνω – κάτω αυτοί που τα κατασκευάζουν, οι εργάτες.
Οι συνθήκες της ζωής τους καλυτερεύουν, θέλουν περισσότερα λεφτά για να κάνουν κι οι ίδιοι περισσότερα πράγματα, όπως τα αφεντικά τους. Διεκδικούν το αυτονόητο, να μετέχουν όλοι στην κοινή ανθρώπινη πρόοδο.
Τα αφεντικά τους όμως δεν θέλουν κανέναν άλλον να μπει στο χορό της πραγματικής ευμάρειας.
Επιτρέπουν να πέσει το κόκαλο από το τραπέζι και να το γλύψει ο πληβείος μόνο όταν τον έχουν ανάγκη.
Όταν θέλουν για αυτό το κόκαλο να τον βάλουν να δουλεύει 15 ώρες παριστάνοντας πως έχει κατακτήσει το οκτάωρο.
Και τα αφεντικά είναι και ζηλότυπα. Δεν τους φτάνει να έχουν ρεύμα, πρέπει ο άλλος, ο αποκάτω να μην έχει, αλλιώς δεν το χαίρονται.
Τι νόημα έχει ένα διαμάντι, αν όλοι έχουν διαμάντια;
Τι νόημα έχει ένα αυτοκίνητο πολυτελείας αν το έχουν όλοι;
Όταν λοιπόν οι διεκδικήσεις των πληβείων δεν είναι διαχειρίσιμες, όταν γίνονται ενοχλητικοί οι εργάτες, οι εργαζόμενοι, οι υπάλληλοι, ξεκινάει η κρίση.

Η κρίση είναι πλαστή, δεν άλλαξε τίποτα και γίναμε ξαφνικά φτωχοί, με το πάτημα ενός κουμπιού μας φτώχυναν. Θα πάρουν βέβαια και τα ρέστα μας, θα μας στεγνώσουν, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Τα χοντρά φράγκα βγαίνουν από τον πόλεμο. Ο πόλεμος είναι ένας σμπάρος με πολλά τρυγόνια. Και εξοπλισμοί πουλιούνται, και ανεπιθύμητοι άνεργοι πεθαίνουν, και όσοι ζήσουν έχουν χεστεί από τη χαρά τους που είναι ζωντανοί και μπαίνουν πρόθυμα πάλι στο μαντρί.

Και βέβαια, αρχίζει και η μπίζνα της ανοικοδόμησης. Ό,τι βομβαρδίστηκε με βόμβες των τραστ θα ανοικοδομηθεί με κατασκευαστικές των τραστ. Έτσι πορεύτηκαν μέχρι τώρα και στην πραγματικότητα δεν ξέρουν να κάνουν και τίποτε άλλο. Είναι μονότονο και προβλέψιμο το μοτίβο, αλλά δεν παύει να είναι θανατηφόρο.

Την εποχή που αλλάζαμε αυτοκίνητο κάθε δύο χρόνια τα σημάδια της σημερινής κατασκευασμένης κρίσης είχαν εμφανιστεί ύπουλα. Καταναλώναμε, αλλά μας προειδοποιούσαν, σαν να ήμασταν κακομαθημένα παιδιά που το παρακάνουν, πως κάποτε, στο μέλλον, υπάρχουν δάνεια που πρέπει να εξοφληθούν.
Αυτό το έλεγαν στα μουλωχτά και το έπνιγαν με τη διαφημισάρα του καλού οικογενειάρχη που παίρνει μεζονέτα με δάνειο, δεν είναι κορόιδο όπως εσύ που μένεις στο ντεμοντέ τριάρι.
Και τώρα μας λένε τι μας ετοιμάζουν, αλλά το πνίγουν με την τρομοκρατία των χαρατσιών.

Και θα πάμε στη σφαγή μας άμαθοι, άβουλοι, ανέτοιμοι.

Άκου τι λένε, πρέπει να ακούμε. Η σάπια μυρωδιά της καμένης σάρκας έχει ήδη βγει σεργιάνι.

Στο facebook βγήκε σελίδα που προτείνει την ευθανασία των άστεγων.
Ακραίο, ο κόσμος σοκαρίστηκε.
Καπάκι ο δήμαρχος Αθηναίων μάζεψε τα παγκάκια για να ξεκουμπιστούν οι άστεγοι και το δήλωσε κιόλας πως του χαλάνε τη μόστρα της ευρωπαϊκής πρωτεύουσας.
Το πού θα πάνε οι απόκληροι δεν το έθιξαν ως θέμα.
Θα πάνε παρακάτω, θα πάνε φυλακή, θα πάνε σε κρεματόρια;
Θα αποφασιστεί φαντάζομαι σε κάποια σύσκεψη.

Ο γελωτοποιός εκείνος ο γερασμένος, που κάνει μια δημοφιλή εκπομπή για αυτοκίνητα, βγήκε στην τηλεόραση και είπε πως τους απεργούς που τολμάνε να διεκδικούν λεφτά ενώ τόσα χρόνια αυτός, ο χρήσιμος, ίδρωνε κάνοντας γκριμάτσες για να βγάλει τα προς το ζην, πρέπει να τους σκοτώσουν μπροστά στις οικογένειές τους.

Ο δικός μας ο Σημαντήρης, ξέρετε ποιος είναι αυτός, ο συνήγορος του πολίτη, απάντησε σε σχετική επιστολή για την ιατρική μέριμνα των παιδιών που οι γονείς τους δεν μπορούν πια να αντεπεξέλθουν, πως στις σημερινές συνθήκες που έχουν γίνει ζούγκλα, όποιος δεν μπορεί να επιβιώσει, δεν πρέπει να επιβιώνει.
Τι να κάνουμε;
Δεν μπορεί το κράτος να δίνει λεφτά για τα παιδιά των άχρηστων των άνεργων.

Ο Πάγκαλος που η γυναίκα του ορέγεται αιγιαλούς αλλά δεν περιφρονεί και το επίδομα τριτέκνων, μας είπε μ...
Δεν είναι ηλίθιος, ή μάλλον δεν είναι απλά ηλίθιος. Είναι σε διατεταγμένη υπηρεσία.
Προσπαθεί να μας εξοργίσει όσο περισσότερο γίνεται.
Όταν ο θυμός μας θα έχει χτυπήσει ταβάνι, αυτός δεν θα είναι στο προσκήνιο για να ξεθυμάνουμε.

Στο προσκήνιο θα είναι κάποιο φτωχαδάκι από την Ανατολία ή, καθόλου απίθανο, κάποιος απολυμένος της OPEL ντυμένος την αιματοβαμμένη γερμανική στολή του κατακτητή. Άνεργοι Έλληνες θα σκοτώνουν άνεργους Γερμανούς προς δόξαν των διανοητικά ανάπηρων ελίτ. Έτσι θα πάει το πράγμα.

Η Μέρκελ δεν απομυζά εμάς για να τα δώσει στους Γερμανούς.
Μόλις δεν θα τους είναι χρήσιμοι, γιατί αφού κανείς δεν έχει λεφτά, ποιος θα αγοράσει αμάξια, άρα ποιος θα δουλέψει στους γερμανικούς κολοσσούς, θα τους βγάλει πάλι να θερίσουν και να θεριστούν.
Αυτό εννοεί ο Σαρκοζί όταν λέει πως η κρίση χρέους φέρνει τον πόλεμο. Κυριολεκτεί, δεν αστειεύεται.
Κι εμείς, ερεθισμένοι από τους προδότες θα κάνουμε ηρωική αντίσταση στους λάθος γερμαναράδες.
Όχι πως αν έρθουν με την μπότα θα τους πούμε περάστε, αυτό δεν γίνεται.
Αλλά θα έχουμε κάνει μια τρύπα στο νερό αν δεν βγάλουμε από τη φωλιά τους, από τα ανάκτορά τους, τα σάπια μυαλά που κουνάνε τα νήματα και πλουτίζουν από τον θάνατό μας όταν δεν μπορούν να πλουτίσουν από τη ζωή μας.

Ο μακιαβελισμός ωχριά μπροστά στη σημερινή φρίκη


Γράφει ο Θύμιος Παπανικολάου
"Ρεσάλτο"


ΚΑΘΕ εποχή φέρνει μαζί της και την πολιτική της ηθική. Η εποχή της παγκοσμιοποίησης και της Νέας τάξης επιβάλλει και τη δική της πολιτική και ηθική. Παραδόξως το κτύπημα του ρολογιού της Ιστορίας της «νέας εποχής» μας μεταφέρει πίσω σε παλαιές εποχές ξεπερνώντας τες μάλιστα στην έκταση και τη «λεπτότητα» της απανθρωπιάς και κτηνωδίας τους.
ΥΠΗΡΞΕ καιρός, όπου οι νόμοι της πολιτικής μηχανής λεπτά επεξεργασμένοι από το Μακιαβέλι, θεωρούνταν σαν το αποκορύφωμα του κυνισμού.

Για το Μακιαβέλι η πάλη για την εξουσία ήταν ένα θεώρημα σκακιού. Τα ζητήματα της ηθικής δεν υπήρχαν γι’ αυτόν, όπως δεν υπάρχουν για ένα παίκτη σκακιού ή για ένα λογιστή. Το έργο του συνίστατο στο να καθορίζει την πρακτικότερη πολιτική που ταίριαζε να ακολουθήσει κανείς σε μια δοσμένη κατάσταση, και να εξηγεί πώς έπρεπε να εφαρμόζεται, κατά ένα τρόπο ανελέητα κτηνώδη, με βάση εμπειρίες φτιαγμένες μέσα στις πολιτικές χοάνες του κόσμου.

Η ΕΠΟΧΗ του ακμάζοντος κοινοβουλευτισμού είχε φέρει μια νέα και πιο ανώτερη πολιτική ηθική. Και είναι αλήθεια παράδοξο για τους ρομαντικούς πώς ο εικοστός αιώνας (το προεξοφλημένο όνειρο ευτυχίας για το οποίο ο δέκατος ένατος αιώνας είχε παλέψει με τόση ελπίδα) μας έφερε πίσω στις πράξεις και στις μεθόδους του Μακιαβελισμού.

ΑΥΤΗ η οπισθοδρόμηση προς τον πιο σκληρό μακιαβελισμό φαίνεται ακατανόητη σε εκείνους που ζούσαν μέχρι χθες μέσα στην ουτοπία και πίστευαν ότι η ανθρώπινη ιστορία κινείται σύμφωνα με μια γραμμή κανονικά ανιούσα υλικής και πνευματικής προόδου.

Ακόμα και σήμερα κάποιοι πρώην αριστεροί και νυν οικότροφοι του συστήματος βλέπουν την παγκοσμιοποίηση σαν ιστορικό βήμα μπροστά.
Τη γιγάντια οπισθοδρόμηση τη θεωρούν ιστορική πρόοδο. Αλλά ό,τι και να σκεφτεί κανείς για αυτή την αντίληψη, μπορούμε όλοι να διαπιστώσουμε σήμερα: Πως καμιά εποχή στο παρελθόν δεν στάθηκε τόσο σκληρή, τόσο αδυσώπητη και τόσο κυνική σαν τη δική μας: Την εποχή της Νέας Τάξης.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ εξουσία, όπως και η ηθική έχουν πάρει σήμερα αποτρόπαιες μορφές: Ο μακιαβελισμός ωχριά μπροστά στη σημερινή φρίκη…

Οι παλιοί αστοί πολιτικοί μπροστά στην κατάπτωση της κοινοβουλευτικής τους «δημοκρατίας», ξεφώνιζαν τρελά: «Καλύτερα ένα φρικτό τέλος, παρά μια φρίκη δίχως τέλος!» (Μαρξ: «18η Μπρυμαίρ».

Οι σημερινοί πολιτικοί όχι μόνο δε βάζουν ένα τέλος στη φρίκη, αλλά έχουν μεταλλαχτεί σε ανδρείκελα της «φρίκης δίχως τέλος!». Δηλαδή είναι οι ίδιοι «φρίκη δίχως τέλος»: Η φρίκη του ανδρείκελου, η φρίκη του γενίτσαρου-δωσίλογου….


Αυτή τη φρίκη της Νέας Εποχής (Νέα Τάξη) ζούμε σήμερα: Την ακραία, αυθάδη και μοχθηρή μορφή κανιβαλισμού της πλανητικής χρηματιστηριακής χούντας και των πολιτικών της υπηρετών.

Αντίστοιχη είναι και η ηθική αυτής της εποχής: Ο μακιαβελισμός στο τετράγωνο, η κομπάζουσα πολιτική ανοησία και προπαντός ο ανενδοίαστος εκτραχηλισμός του κυνισμού, του εξαμβλωματικού ψεύδους και της παρανοϊκής απάτης…

Στην Ελλάδα τα βιώνουμε όλα αυτά καθημερινά, σε ρυθμούς καταιγιστικούς και σε διαστάσεις σχιζοφρένειας.

Μερικά μόνο ενδεικτικά παραδείγματα:

α). Τα ανδρείκελα, παντός καιρού και χρώματος, έχουν μετατρέψει τη χώρα σε αποικία, έχουν επικυρώσει τη ληξιαρχική πράξη του θανάτου μας, και όλα αυτά για τη …σωτηρία μας!!!

Η «φρίκη δίχως τέλος» βαπτίζεται «σωτηρία» και τα δωσίλογα ανδρείκελα ποζάρουν σαν «σωτήρες»!!!!

β). Τα ανδρείκελα-κόμματα συμμετείχαν ενεργά στο ευρω-χουντικό πραξικόπημα κατάλυσης και του διακοσμητικού κοινοβουλευτικού ντεκόρ, ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΟΥΝ, ξεπλένοντας όλα τα εγκλήματα του πασοκικού παρακράτους και βαπτίζουν και αυτό το ΕΓΚΛΗΜΑ …σωτηρία της χώρας…

γ). Η ΝΔ στήριξε όλες τις «εντολές» των μεγάλων αφεντικών, όλα τα «συμβόλαια θανάτου» της ευρωπαϊκής χρηματιστηριακής και τραπεζικής χούντας εναντίον της ελληνικής κοινωνίας, ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΙ στο κυβερνητικό έκτρωμα αυτής της χούντας και το παίζει «ανεξάρτητη» από όλα αυτά, «αντιπολίτευση» κ.λπ…

Στην ΠΡΑΞΗ συμπολίτευση και στις ρητορικές κορώνες «αντιπολίτευση»: Τέτοια χοντροκομμένη και ξετσίπωτη κοροϊδία και τόσο βάρβαρη περιφρόνηση της νοημοσύνης του ελληνικού λαού…

Και τα «παπαγαλάκια» της συνεχίζουν να ουρλιάζουν, σαν ύαινες, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ εναντίον των πράσινων σωσίλογων-ανδρεικέλων, για να καλύψουν με τα ουρλιαχτά τους τις ομοιότητες των γουρουνιών: Και τις γαλάζιες φάτσες των ανδρεικέλων…

δ). Για τα «ακροδεξιά» βυθοκορήματα περιττεύουν τα σχόλια. Ωστόσο η σημειολογική τους «χρησιμότητα» είναι σημαντική, διότι στραπατσάρουν τις κυβερνητικές μάσκες και αποκαλύπτουν τελεσίδικα το «είδος» του «φυράματος» τόσο του ΠΑΣΟΚ, όσο και της ΝΔ.

ε). Τέλος η φρίκη του ακραίου και φρενοβλαβούς μακιαβελισμού ολοκληρώνεται με την «επανάσταση των νεκρών», στο χρεοκοπημένο κόμμα των ανδρεικέλων-δωσίλογων: Στο ΠΑΣΟΚ…

Εδώ πλέον βρισκόμαστε στην παράκρουση της αποσύνθεσης: Στο «όλοι εναντίον όλων»…

Τα κατάπτυστα από το σύνολο της κοινωνίας πασοκικά ανδρείκελα («η φρίκη δίχως τέλος»), «εξεγείρονται» για τη διαδοχή και για τη «σωτηρία» του …ΠΑΣΟΚ: Για το κόμμα που έχει πλέον καταδικαστεί τελεσίδικα από τον ελληνικό λαό, αλλά και την Ιστορία…

Αυτό πράγματι δεν έχει ιστορικό προηγούμενο: Πολιτικοί που ο λαός τους παίρνει με τις πέτρες, αντί να ψάξουν να βρούνε «γιάφκες» να κρυφτούν για να γλιτώσουν την κρεμάλα, αυτοί «συνωστίζονται» στη μάχη της διαδοχής…

Φυσικά υπάρχει ακόμα πληθώρα παραδειγμάτων που δείχνει το πολιτικό και ηθικό στίγμα της νεοταξικής εξαχρείωσης και απάτης:
Οι ποικιλόχρωμοι «Μεσσίες» και «Προφήτες».


Θα μιλήσουμε μελλοντικά για όλα αυτά τα υποπροϊόντα της σήψης και παρακμής, γιατί πολλοί, μέσα στο πηκτό σκοτάδι του πολιτικού αδιεξόδου και της απελπισίας που ζούμε, αναζητούν «σωτήρες», τυφλωμένοι από τα «ωραία» λόγια, δίχως να εξετάζουν ούτε την ΠΡΑΚΤΙΚΗ, ούτε τη ΣΥΝΕΠΕΙΑ, ούτε τα καιροσκοπικά ζικ-ζακ, ούτε το ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ των νέων «σωτήρων»…


Η ποιότητα και η συνέπεια των ιδεών, της δράσης και της ηθικής στάσης (το «περιεχόμενο» δηλαδή) αποτυπώνονται πάντα στο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ (στη Μορφή)…

05 Δεκεμβρίου 2011

Επιστροφή της Ελλάδας στην Οθωμανική κλεπτοκρατία μέσω Γερμανικής ηλιθιότητας




Γράφει ο William Mallinson
Δρ. Ιστορίας, καθηγητής Ιονίου Πανεπιστημίου,πρ. διπλωμάτης στο βρετανικό ΥΠΕΞ


Τα χρόνια της οθωμανικής κατοχής στην Ελλάδα, κληροδότησαν μία κάποια έλλειψη διαφάνειας και μία υπερπληθώρα διαφθοράς στην διοίκηση της χώρας, καθώς και μία νωθρή, δουλοπρεπή στάση έναντι κάθε μορφής δράσεως, χαρακτηριστικά που εξακολουθούν να υπάρχουν υπό μορφήν μερικών ισχυρών οικογενειών και της εμπλοκής τους στην πολιτική και τις επιχειρήσεις. Η συμμετοχή της Ελλάδος στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, δεν μοιάζει να βελτίωσε και πολύ τα πράγματα, όπως άλλωστε καταδεικνύει και η τρέχουσα επικίνδυνη συγκυρία, με την οποία θα ασχοληθούμε εντός ολίγου.

Υπό τον Οθωμανικό ζυγό, η Ελλάδα λίμνασε άσχημα αλλά εν γένει χωρίς απρόοπτα, αν εξαιρέσει κανείς το περιστασιακό μακελειό –οι Οθωμανοί δεν ήταν δα και φημισμένοι για τον ανθρωπισμό τους. Αλλά όσο εισέπρατταν τους συχνά εξωφρενικούς φόρους τους, σε γενικές γραμμές δεν ανακατεύονταν και ιδιαιτέρως στην πολιτιστική ζωή των Ελλήνων. Σήμερα, για πρώτη φορά έκτοτε, ο μέσος Έλληνας βλέπει την ίδια του την καθημερινότητα να απειλείται από κάτι που θα μπορούσε κάλλιστα να περιγραφεί ως νέο-οθωμανική κλεπτοκρατία, ήτοι την κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Αυτός ο μέσος Έλληνας είναι εύκολος στόχος: ο δημόσιος υπάλληλος, ο μισθός του οποίου είναι εντελώς διαφανής και ταυτοχρόνως διαβόητα χαμηλός. Επί παραδείγματι, ένας νέος αστυνομικός παίρνει περίπου 700 ευρώ καθαρά, ενώ ο βουλευτής παίρνει τα δεκαπλάσια. Στην σαφώς πλουσιότερη Βρετανία, ο βουλευτής πληρώνεται περίπου τα μισά από τον Έλληνα ομόλογό του και περίπου δυόμιση φορές τον μισθό του νεοδιόριστου αστυνομικού. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αν η Ελλάδα είχε τον ίδιο αριθμό βουλευτών ανά κάτοικο της χώρας με την Βρετανία, τότε τα έδρανα του Κοινοβουλίου θα έπρεπε να είναι κάπου 110. Κάτι δεν πάει καθόλου, μα καθόλου καλά εδώ πέρα.

Αλλά ας επιστρέψουμε στο βασικό μας θέμα: την κλοπή. Το 2002, μια χούφτα τραπεζίτες από την Goldman Sachs ήρθαν, στην Ελλάδα και πούλησαν τις υπηρεσίες τους στην κυβέρνηση του Κωστάκη του Τάπερμαν (επίσης γνωστού και ως Σημίτη), εξηγώντας του με ποιον νομικίστικο τρόπο θα μπορούσε να περιφρονήσει τους κανονισμούς της ΕΕ και να δανειστεί μαύρο χρήμα κοροϊδεύοντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, χρησιμοποιώντας τα –διαβόητα πλέον- παράγωγα. Όταν αυτά τα παράγωγα «ωριμάσουν», η Ελλάδα κατά πάσα πιθανότητα θα κληθεί να πληρώσει περισσότερους τόκους απ’ ό,τι είχε διαπραγματευθεί.

Βασικά, η κυβέρνηση υποθήκευσε το μέλλον, προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία και να προωθήσει τα συμφέροντά της καθώς κι εκείνα των ολίγων επιχειρηματιών οι οποίοι διαχειρίζονται την ελληνική οικονομία για ίδιον κέρδος. Αντί να διώκει –όπως ο Πούτιν- τους διαφόρους εγκληματίες πολιτικούς και επιχειρηματίες οι οποίοι ενεπλάκησαν σε εκείνη και τις μετέπειτα συμφωνίες, η νέο-οθωμανική κλεπτοκρατία στραγγαλίζει τις ζωές των χαμηλόμισθων, περικόπτοντας δραματικά τις αποδοχές τους.

Πολλοί από αυτούς τους δημοσίους υπαλλήλους, η πλειονότητα των οποίων είναι σκληρά εργαζόμενοι αξιοπρεπείς άνθρωποι, δεν θα έχουν άλλη λύση από το να δανειστούν από τις τράπεζες ή ακόμη και από τοκογλύφους, που στο τέλος θα στήσουν και πανηγύρι. Η κατάστασή τους είναι τόσο κρίσιμη που η οργή ως απότοκο της απελπισίας θα μπορούσε κάλλιστα να οδηγήσει σε τέτοιες τεράστιες κινητοποιήσεις και καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας που θα έκαναν τις συνηθισμένες διαδηλώσεις να μοιάζουν με προσκοπίνες σε Κυριακάτικο πικ-νικ. Ορισμένοι διανοούμενοι, συνήθως του αντιεξουσιαστικού χώρου, φτάνουν μέχρι του σημείου να μνημονεύουν τις καλύτερες μέρες της χούντας. Ορισμένοι εκ των πιο μορφωμένων αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων επίσης αρχίζουν να αισθάνονται έντονη απογοήτευση. Στο κάτω-κάτω, αφού έχουν αφιερώσει τις ζωές τους στην υπεράσπιση των ελληνικών συνόρων εναντίον μιας επιθετικής τουρκικής στρατιωτικής μηχανής, θα πρέπει να είναι ιδιαιτέρως απογοητευτικό για εκείνους να βλέπουν τη ζωή του ελληνικού λαού να υφίσταται επίθεση εκ των έσω, από μία νεοτουρκική διοίκηση με έδρα την Ελλάδα, λόγω άμετρης απληστίας.

Άλλη μία πτυχή αυτού του επικίνδυνου καζανιού που βράζει είναι ο ακραίος εθνικισμός στον οποίον έχουν επιδοθεί οι Γερμανοί, ιδίως δια μέσου των ΜΜΕ τους, ο οποίος –φυσικά- έχει ως αποτέλεσμα μία κατανοητή ελληνική αντίδραση. Το πιο χτυπητό παράδειγμα είναι το εξώφυλλο του περιοδικού Focus, με το πασίγνωστο άγαλμα να κάνει άσεμνες χειρονομίες. Ένας πιο ευφάνταστος Γερμανός ίσως να χρησιμοποιούσε μία μύτη σε στυλ Πινόκιο, η οποία θα ήταν πιο ευθύς και λιγότερο προσβλητικός τρόπος σχολιασμού και θα είχε και μία δόση χιούμορ. Αλλά, πάλι, οι Γερμανοί δεν φημίζονται ούτε για την φαντασία ούτε και για το χιούμορ τους. Ούτε διαθέτουν κάτι έστω και μακράν συγκρίσιμο με την πλούσια ιστορική κληρονομιά της Ελλάδος, την οποία και φαίνεται ότι ζηλεύουν.

Οι πλέον πολιτισμένοι Γάλλοι ουδέποτε θα έκαναν κάτι τόσο χονδροειδές. Πάνε πια οι εποχές του Γκαίτε, του Σίλλερ και του Μπετόβεν (ο Μότσαρτ δεν ήταν καν Γερμανός), οι οποίοι, υπενθυμίζω, διέπρεπαν πολύ πριν την ένωση της Γερμανίας το 1871. Πέρα από τον πολιτισμικό χουλιγκανισμό της, η Γερμανία επιδεικνύει επίσης και μια μεγάλη δόση υποκρισίας, επωφελούμενη των δεινών της Ελλάδος και αναζωπυρώνοντάς τα: η Siemens πιάστηκε προσφάτως με τα παντελόνια κατεβασμένα, στην υπόθεση με τις δωροδοκίες πρωτοκλασάτων Ελλήνων πολιτικών και άλλων.

Σε γενικότερο επίπεδο, οι ΗΠΑ κατηγόρησαν την Daimler ότι δωροδοκούσε 22 κυβερνήσεις. Και μετά έχουμε και το σκάνδαλο Κολ, στο οποίο εκατοντάδες εκατομμυρίων καταβάλλονταν κρυφίως στον τότε Χριστιανοδημοκράτη Καγκελάριο. Έτσι, βασικά, οι Γερμανοί μοιάζουν να απεκδύονται τη δουλοπρέπειά τους και να αρχίζουν να συμπεριφέρονται με αλαζονεία, όπως έχουν ξανακάνει και στο παρελθόν. Ο λοβοτομημένος οικονομικός γίγαντας αρχίζει να αντικαθιστά το πασίγνωστο Angst του με επιθετικότητα. Ο μοναδικός στόχος της Μέρκελ, αυτής της τευτονικής χελώνας, μοιάζει να είναι η περεταίρω υποτίμηση του ευρώ, ώστε να ενισχυθούν επιπλέον οι ήδη τεράστιες εξαγωγές της Γερμανίας. Και πέραν όλων αυτών, αναπαράγουν και την πολιτική του Χίτλερ, εξαγοράζοντας όσο το δυνατόν περισσότερες επιχειρήσεις στα Βαλκάνια, προφανώς δωροδοκώντας ασταμάτητα. Με το ευρώ αποδυναμωμένο, οι δωροδοκίες θα τους στοιχίσουν λιγότερο. Η τωρινή τους συμπεριφορά μου θυμίζει ένα ολλανδικό ποίημα του 17ου αιώνα που λέει:

Κι όταν ο Γερμαναράς είναι φτωχός και γυμνός,
Η γλώσσα του είναι πολύ ταπεινή και μετρημένη
Αλλά όταν πάρει αξιώματα,
Κάνει κακό στον Θεό και τον Άνθρωπο.


Ναι, οι Έλληνες είπαν ψέμματα και κορόιδεψαν, όπως άλλωστε και οι Γερμανοί, και η νεο-οθωμανική κλεπτοκρατία κινδυνεύει να καταρρεύσει, κάτι που είναι μάλλον καλό πράγμα. Αλλά ας θυμόμαστε ότι οι Γερμανοί είναι κάθε άλλο παρά άγιοι…

πηγή:Αμέθυστος

04 Δεκεμβρίου 2011

Το κατεπείγον πολιτικό ζητούμενο


Η προεκλογική φαρσοκωμωδία έχει μάλλον ξεκινήσει. Με τον στρουθοκαμηλισμό που τη χαρακτήριζε και σε περιόδους πλασματικής αμεριμνησίας. Ο πνιγμός και το αδιέξοδο που βιώνει η ελληνική κοινωνία, δεν αγγίζουν τους κομματανθρώπους. Δεν λογαριάζουν αυτοί ούτε καν την οργή των πολιτών, την κοινή αγανάκτηση και αηδία που τους περιμένει μόλις τολμήσουν να ξεμυτίσουν στο δρόμο.
Οσο αρνιόταν ο κ. Σαμαράς να δώσει και έγγραφη τη συναίνεσή του στις αξιώσεις των δανειστών μας (την είχε δώσει προφορικά και έμπρακτα), έμοιαζε να συγχέει το προεκλογικό νταηλίκι με την πατριωτική παλληκαριά. Και οι αντίπαλοί του εφορμούσαν προληπτικά να τον χρεώσουν εγκληματική ανευθυνότητα, τον λοιδορούσαν προκαταβολικά σαν αίτιο για την απώλεια της έκτης δόσης του δανείου και το συνακόλουθο χάος.
Ποια πραγματικά θα μπορούσε να είναι, στις σημερινές συνθήκες, η γνησιότητα της πατριωτικής παλληκαριάς; Νομίζω, το να παραδεχτεί ο κ. Σαμαράς με γενναιότητα, δηλαδή με ρεαλιστική ταπεινότητα, τη συντελεσμένη καταστροφή της πατρίδας και το μερίδιο ευθύνης του κόμματός του (και του ίδιου προσωπικά) για τον πανικό, την ανασφάλεια, την απόγνωση που φόρτωσαν σε εκατομμύρια συμπολιτών τους. Να αποδεχτεί, με ειλικρινή συντριβή, ως αναπόφευκτη τη διεθνή ανυποληψία του ελληνικού ονόματος, τις εξευτελιστικές ταπεινώσεις που του επέβαλαν οι δανειστές μας αμφισβητώντας τη συνέπεια του λόγου του, την εντιμότητά του.
Αναπόφευκτη η ανυποληψία, οργανική συνέπεια της φαυλότητας, διαφθοράς και ανικανότητας του πολιτικού προσωπικού στην Ελλάδα, δεκαετίες τώρα. Ο ίδιος ο κ. Σαμαράς ούτε διανοήθηκε να αποκόψει από το κόμμα του και να απομακρύνει από το περιβάλλον του πρόσωπα κραυγαλέου αμοραλισμού και αποδεδειγμένης ολιγόνοιας – πώς λοιπόν να τον εμπιστευθούν οι δυτικοί γκαουλάιτερ του χρεοκοπημένου μας κρατιδίου;
Πατριωτική παλληκαριά και δείγμα έκτακτου ηγετικού χαρίσματος είναι η ψύχραιμη παραδοχή του εκπεσμού, γι’ αυτό και αποδείχνεται ακαταμάχητο όπλο διαπραγμάτευσης. Φυσικά και δεν αρκεί μόνη μια τέτοια παραδοχή, αν δεν συνοδεύεται από προτάσεις γενναίων μεταρρυθμίσεων. Τι είδους μεταρρυθμίσεων; Με την οικονομία χρεοκοπημένη, το κράτος υπό καθεστώς επιτροπείας, την εθνική κυριαρχία σε αναστολή, θα συνιστούσαν απάτη ή ηλιθιότητα πολιτικές προτάσεις που θα στόχευαν σε δονκιχωτισμούς στρατηγημάτων επιστροφής στην πλασματική ευζωία, στη δανειοδοτούμενη ευμάρεια. Αλλο είναι σήμερα το πολιτικό ζητούμενο.
Το κατεπείγον πολιτικό ζητούμενο είναι η αλλαγή στο ψυχολογικό κλίμα: Θεσμικές μεταβολές και καινοτόμες πρωτοβουλίες που να κάνουν συγκεκριμένη και απτή την καταξίωση της ποιότητας στον κοινό βίο, της ποιότητας καθεαυτήν, δίχως υπονόμευση από τη χρησιμοθηρία. Να ανατραπεί ο πρωτογονισμός της μεταπολιτευτικής ξιπασιάς που ταύτισε την «ανάπτυξη» με τη μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας, την «πρόοδο» με τον μηδενιστικό λαϊκισμό του «όλα επιτρέπονται». Να αντλήσει ο Ελληνας σήμερα αυτοσεβασμό, αξιοπρέπεια, χαρά της ζωής όχι από το σισύφειο κυνηγητό της οικονομικής ευπραγίας, την εξασφάλισή της μέσω του κομματικού παρασιτισμού, του πελατειακού κράτους, της εγωκεντρικής αυθαιρεσίας. Να μπορέσει να καυχηθεί ο Ελληνας για ποιοτικές κατακτήσεις συλλογικές και ατομικές.
Αν είχε έκτακτο ηγετικό χάρισμα ο κ. Σαμαράς, θα κατέβαινε σε αυτές τις εκλογές, του πανικού και του αδιεξόδου, με επαγγελίες άλλου επιπέδου, άλλης λογικής: Οτι θα εξασφάλιζε στην ελλαδική κοινωνία τα καλύτερα στην Ευρώπη κλασικά λύκεια (έχει το ανθρώπινο υλικό για να τολμήσει το εγχείρημα, δίχως το παραμικρό επιπλέον οικονομικό κόστος). Οτι θα αναδιάρθρωνε ριζικά τη γλωσσική διδασκαλία και τη διδασκαλία των μαθηματικών στα σχολειά, για να έχουν τα Ελληνόπουλα πρόσβαση στη γλώσσα ως λογική και στα μαθηματικά ως γλώσσα. Οτι θα ξεκινούσε τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής από την τετάρτη του Δημοτικού, σαν παιχνίδι, ώς το τέλος του Λυκείου σαν άσκηση της κριτικής σκέψης.
Με τέτοιου είδους επαγγελίες θα κατέβαινε στις εκλογές ο κ. Σαμαράς, αν είχε πατριωτική παλληκαριά και ηγετικό χάρισμα. Θα γνωστοποιούσε ονόματα, καταξιωμένους πολίτες, που θα τους είχε επιστρατεύσει να συντάξουν νέο Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα, ικανόν να μεταβάλει τη δημοσιοϋπαλληλία σε πεδίο ανάδειξης των αρίστων (και όχι της ρουσφετολογικής σαβούρας). Να είναι τιμή και αξίωμα ο τίτλος του κρατικού λειτουργού, στίβος για τους προικισμένους με δημιουργική φαντασία και κοινωνική ευαισθησία.
Το κράτος πολλαπλασιάζει τα έσοδά του, όταν αμείβει (με τη φορολογική του πολιτική) την παραγωγική πρωτοβουλία και τόλμη, είτε του μικρής περιουσίας αγρότη είτε του γενναίων επενδύσεων επιχειρηματία. Αν στην άσκηση πολιτικής πρωτεύει η καταξίωση της ποιότητας, η συλλογικότητα ξαναγίνεται κοινωνία, ξορκίζεται η ζούγκλα. Η ελληνική κοινωνία θα ανακάμψει, όχι με νταηλίκια προς τους δανειστές, αλλά αν αποβάλει τη λογική του δανεισμού, που τη γέννησε το κομματικό ρουσφετολογικό κράτος και ο εκβιαστικός, γκανγκστερικός συνδικαλισμός, αυτό το καρκίνωμα καταξίωσης της αδιαντροπιάς, της συμφεροντολογικής κτηνωδίας.
Απλές αλήθειες, στέρεες, ικανές να αλλάξουν το κλίμα, να χτίσουν ανάκαμψη. Εχουν ένα ελάττωμα: Δεν κατακτώνται με μόνη την κατανόηση. Προϋποθέτουν κερδισμένη με μόχθο ανιδιοτέλεια, έξοδο από το εγώ – κι αυτό όχι για να πειθαρχήσει ο άνθρωπος σε κώδικες Ηθικής και συστήματα «αξιών», ρομαντικές ουτοπίες για ψυχολογική κατανάλωση, αλλά μόνο για τη χαρά της αυταπάρνησης, τη χαρά να κοινωνείς τη ζωή, να τη μοιράζεσαι. Να χαίρεσαι την τιμή καταξίωσης της ποιότητας, «τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών», τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε».
Την επαφή με την πραγματικότητα αυτής της ποιότητας την έχουν χάσει οι κομματάνθρωποι. Και πρόκειται για απώλεια αρμοδιότητας ψυχιάτρων. Πρέπει κατεπειγόντως να τους στείλουμε στα σπίτια τους. Να ιδιωτεύσουν.

Ίππος, βους, κύων και άνθρωπος



Είναι πολύ ωραίοι οι μύθοι του Αισώπου, διδακτικότατοι. Τους χρησιμοποιώ συχνότατα στο μάθημα της γλώσσας (Ε’ δημοτικού). Αρέσουν στα παιδιά, τους χαίρονται και εντυπώνονται στην μνήμη τους. Ενώ οι συνταγές μαγειρικής των επισήμων βιβλίων, προκαλούν βέβαια στα παιδιά «χάχανα» αβάσταχτα, αλλά η Παιδεία... πάει περίπατο. Οι μύθοι του Αισώπου όμως αποτελούν και λαμπρά προσανάμματα για την συγγραφή άρθρων. Επιγράφεται ένας μύθος «άλογο, βόδι, σκυλί και άνθρωπος». Στο αρχαίο κείμενο ο τίτλος είναι «ίππος, βους, κύων και άνθρωπος».

Ως γνωστόν, ο μεγάλος αρχαίος μυθοποιός ήταν εχθρός των κίβδηλων ηθών, της υποκρισίας, της φιλαργυρίας, της δοξομανίας, των «αρετών», δηλαδή, που συνοδοιπορούν, με τον πολιτικό βίο της ημετέρας πατρίδας, εξ αρχαιοτάτων χρόνων. Διηγείται, λοιπόν, ο παραμυθάς Αίσωπος: «Όταν ο Δίας έπλασε τον άνθρωπο, τον έκανε ολιγοχρόνιο, ολιγόζωο. Κι ο άνθρωπος χρησιμοποιώντας την εξυπνάδα του, έφτιαξε σπίτι, όταν έφτασε ο χειμώνας και ζούσε μέσα σ’ αυτό. Κάποτε που το κρύο δυνάμωσε και ο Δίας έριχνε βροχή πολλή και σφοδρή, το άλογο μη αντέχοντας το κακό, πρόστρεξε στον άνθρωπο και τον παρακάλεσε να του δώσει καταφύγιο. Δέχτηκε ο άνθρωπος με τον όρο να του παραχωρήσει ο ίππος ένα μέρος από τα χρόνια του. Το άλογο συμφώνησε μετά χαράς. Ύστερα από λίγο εμφανίστηκε το βόδι, που δεν μπορούσε και αυτό να αντέξει τον βαρύ χειμώνα. Ο άνθρωπος το δέχτηκε, όπως και πριν το άλογο, λέγοντάς του να του δώσει κι αυτό ένα μέρος από τα χρόνια του. Το βόδι δέχτηκε ασμένως. Τέλος έφτασε το σκυλί, ταλαιπωρημένο από το κρύο, και αφού έδωσε ένα μέρος από τα χρόνια του, βρήκε και αυτό στέγη να μείνει. Έτσι λοιπόν οι άνθρωποι, όταν φτάσουν στα χρόνια που τους έδωσε ο Δίας, είναι ακέραιοι και αγαθοί. Όταν φτάσουν στα χρόνια που τους έδωσε το άλογο είναι αλαζόνες και υψαύχενοι (=εγωιστές). Όταν φτάσουν στα χρόνια που τους έδωσε το βόδι «διαπλέκονται» με την εξουσία, γίνονται εξουσιομανείς και όταν φτάσουν στα χρόνια του σκυλιού είναι οργίλοι και γκρινιάρηδες». Αυτός είναι ο αισώπειος μύθος. Θα προσπαθήσουμε τώρα να αποκρυπτογραφήσουμε το κείμενο, να ανιχνεύσουμε και να ξεδιαλύνουμε τον συμβολισμό της πλοκής.


Τα χρόνια, τα ανθρώπινα, αυτά που έδωσε ο Δίας, συμβολίζουν την νεανική ηλικία του ανθρώπου, το έαρ της ηλικίας. «Οι νέοι εισίν έαρ του δήμου», έλεγε ο ρήτορας Δημάδης. 


(Το παρόν σημείωμα δεν θα αναφερθεί γενικά στις ηλικιακές μεταβολές των ανθρώπων, αλλά θα παρακολουθήσει τους αναβαθμούς και τις μεταλλάξεις των πολιτικών όντων).

Οι πολιτικοί, λοιπόν, όταν είναι νέοι – και κυρίως αναφέρομαι στους πορφυρογέννητους γόνους των πολιτικών τζακιών – είναι ακέραιοι, γεμάτοι όνειρα, βλέπουν με οίκτο και μυκτηρίζουν το βαρύμοχθο και αγχοβριθές επάγγελμα του μπαμπά, θείου, θείας, εξαδέλφου, κουμπάρου... του μεγάλου, δηλαδή, συγγενή που η βαριά του σκιά κρέμεται επί της κεφαλής των. Κανείς τους, όπως εξομολογούνται στα υστερινά χρόνια, δεν σκέφτεται να γίνει πολιτικός, γιατί αυτό δεν οφείλεται στην αδιαμφισβήτητη αξία τους, αλλά στο κληρονομημένο όνομα.

Όταν ενηλικιωθούν και μπουν στην ηλικία του αλόγου, αρχίζει η... αλογία και η παραλογία. Αποστέλλονται σε ονομαστά πανεπιστήμια της αλλοδαπής, όπου, όλως τυχαίως, σπουδάζουν την πολιτικοοικονομική επιστήμη. Μακριά από την πατρώα γη, αρχίζουν και βλέπουν τα πράγματα πιο «στρογγυλά». Μπαζώνουν τις ονειροφαντασίες τους για καλοκαγαθία, το «κληρονομικό δικαιώματι» περιουσιακό τους στοιχείο, η προίκα του ονόματος, τους κολακεύει. Η οσμή της εξουσίας, ως την μύγα τα κόπρανα, τους έλκει. Επιστρέφουν στην πτωχή πατρίδα, οραματιζόμενοι μεγαλεία, αυτοχρίονται λαοσωτήρες. Άλλοι ομοιάζουν με το υπερήφανο άτι, άλλοι δεν αίρονται σε τέτοιο επίπεδο και μόλις και μετά βίας γίνονται γαϊδούρια. Πάντως γαϊδούρια ή άλογα, τους διακρίνει η οίηση και ο εγωτική μεγαλαυχία. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά αυτού του σταδίου είναι η δημαγωγία και η κούφια ρητορεία. Ξαφνικά ο πολιτικός νεοσσός αποκτά δύναμη. Και τότε απογειώνεται. Νιώθει την ανάγκη να βρίσκεται διαρκώς στο προσκήνιο, να προβάλλει τον εαυτό του με κάθε τρόπο. Διακατέχεται από έπαρση και επιδίδεται στην ξιπασμένη καυχησιολογία. Η δύναμη τον μεθάει, αποχαλινώνεται. Τα τηλεπαράθυρα τον ηδονίζουν, οι ζητωκραυγές τον γεμίζουν αυτοπεποίθηση, μετεωρίζεται πεφυσιωμένος, νιώθει κυρίαρχος, ο Ένας, ο μοναδικός.

Κάπου εκεί εξαντλεί τα χρόνια του αλόγου. Επιστρατεύονται τα χρόνια του βοδιού, εισέρχεται ο πολιτικός στο στάδιο της εξουσίας, αναλαμβάνει ένα υψηλό αξίωμα, γίνεται τρόπον τινά, βουκόλος (=ο ποιμένων και περιποιούμενος βόδια. Στην αρχαία Αθήνα το «βουκόλειον» ήταν η έδρα του αρχείου του «άρχοντος βασιλέως»). Τα «βοδινά» χρόνια των πολιτικών είναι και τα πιο επικίνδυνα γιά τον λαό. Ρίχνοντας μια ματιά σε κάποιες λαογραφικές παρατηρήσεις γιά το βόδι, διαπιστώνεις πως ο λαός μας παροιμοιάζει τον δύσνουν με βόδι. Παλαιότερα, επί Τουρκοκρατίας, στην Πελοπόννησο έλεγαν: «Ανάθεμά σε, ντοβλετί, ανάθεμα σε Πόλη/ που σού ‘στειλα τον άνθρωπο και μούστειλες το βόδι». Οι αρχαίοι έλεγαν «βοός ανούστερος», δηλαδή, πιό ανόητος και από το βόδι. Ένα χαρακτηριστικό του βοδιού είναι και η παχυδερμία του. Γι’ αυτό, για να τα επαναφέρουν στην τάξη, τα κέντριζε ο λαός με την βουκέντρα, ραβδί, δηλαδή, που είχε ενσφηνωμένο στην άκρη του ένα καρφί. Σήμερα καταργήθηκαν οι βουκέντρες, τα βόδια βοσκούν αναξέλεγκτα.

Ξαναγυρνώντας τώρα, στον μύθο του Αισώπου, θα λέγαμε πως η περίοδος που ροκανίζει ο πολιτικός τα χρόνια «του βοός», είναι περίοδος πάχυνσης και άφθονου σιτισμού. Ο ίδιος, βέβαια, θεωρεί πως είναι τα πιο παραγωγικά του χρόνια. «Δουλεύουν τα βόδια, τρων τα γομάρια», λέει ο λαός. Είναι γνωστό ότι για τους πολιτικούς, όταν κατακτήσουν την πολυπόθητη εξουσία, ο λαός μεταβάλλεται σε μια εκφυλισμένη, εκχυδαϊσμένη και ευχειραγώγητη ορδή, που πιέζει και εκλιπαρεί για ρουσφέτια, «γομάρι» που μόνο να ζητάει ξέρει.

Παρένθεση. Τον λαϊκισμό, στον οποίον καταφεύγουν οι «πολιτικοί ηγέτες» για διαβουκόληση, της κοινωνίας θυμίζει το περιστατικό που καταγράφει ο Αθηναίος αγωνιστής του Εικοσιένα Γ. Ψύλλας. «Ένας Θεσσαλός προεστός, εντελώς αναλφάβητος, χρησιμοποιεί τον δάσκαλο του χωριού και ως γραμματικό του. Επειδή όμως ο δάσκαλος δεν ήταν σε όλα υπάκουος, ο προεστός προτείνει στη γενική συνέλευση των κατοίκων την απόλυσή του. Γιατί; Ρωτάει εκείνος εμβρόντητος. Γιατί δεν ξέρεις γράμματα! Και ποιός το λέει αυτό; Εγώ! Απαντά ο προεστός. Γράψε τη λέξη βόδι να δούμε αν ξέρεις. Ο δάσκαλος έγραψε σε ένα χαρτί βόδι. Τότε ο προεστός ζωγραφίζει σε άλλο χαρτί ένα βόδι, το δείχνει στους χωριανούς – το ίδιο αναλφάβητους – και ρωτάει. Πέστε μου, ποιό χαρτί γράφει βόδι; Το δικό σου! Απαντούν όλοι. Και έδιωξαν τον δάσκαλο. (Απομνημονεύματα του βίου μου, Αθήνα 1974, σελ. 286-187).

Ο αδυσώπητος όμως χρόνος τρέχει. «Ως ανθός μαραίνεται και ως όναρ παρέρχεται» ο τρυφηλός βίος της εξουσίας. Το γήρας καταφθάνει. Τότε γίνεται χρήση των χρόνων του σκύλου. Πολλές φορές για να απαλυνθεί η αποστρατεία, επιδαψιλεύεται ο πολιτικός και μ’ έναν ανούσιο, πλην όμως ηχηρό τίτλο, όπως είναι το «επίτιμος». Συνήθως φεύγουν από το προσκήνιο, μένουν όμως στο παρασκήνιο. Έχουν την απατηλή αίσθηση πως η πείρα τους είναι πολύτιμη. Εισπράττουν συνήθως περιφρόνηση, λησμονιούνται γρήγορα, επέρχεται ο πολιτικός θάαντος, οδυνηρότερος από τον φυσικό. Τότε γίνονται οργίλοι, γκρινιάρηδες. Γερόντια ανοικονόμητα, ανυπόφορα, βαρετά, κυνικά.

«Γήρας άγνωστον τιθεί άνδρα», τα γηρατιά κάνουν αγνώριστο τον άνθρωπο, έλεγε ο Μίμνερμος, και δεν εννοούσε μόνο την «εξωτερική εμφάνιση». Και μια και το άρθρο κινείται στα αρχαία χρόνια θα κλείσει με τα λόγια μιάς ελληνικής επιγραφής του 3ου π.Χ. αιώνα, που βρίσκεται στο μουσείο της Καμπούλ, στο ταλαίπωρο Αφγανιστάν: «Παίς ων γίνου κόσμιος. Ηβών εγκρατής. Μέσος δίκαιος. Πρεσβύτης εύβουλος (=σοφός). Τελευτών άλυπος».

Αρχαίο πνεύμα, αθάνατο.


Δημήτρης Νατσιός

Δάσκαλος Κιλκίς