Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα RESURRECTION MORE MAJOR THAN IMMORTALITY. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα RESURRECTION MORE MAJOR THAN IMMORTALITY. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24 Νοεμβρίου 2010

Σ΄αυτούς που πενθούν για το θάνατο αγαπημένων τους προσώπων

Όταν επιστρέφει κανείς από την ξενητιά στην πατρίδα του, είναι όλος ευφροσύνη και αγαλλίαση, επειδή έρχεται να δει τους συγγενείς και τους αγαπημένους του. Όταν βρίσκεται κανείς κλεισμένος σε σκοτεινή φυλακή και τον αφήσουν ελεύθερο, χοροπηδάει απ΄τη χαρά του, επειδή, από τον ζοφερό εκείνο τόπο της καταδίκης, βγήκε στο φως και βρήκε τη λευτεριά του. Και όταν ο ταλαιπωρημένος και θαλασσοπνιγμένος ναυτικός φτάνει στο λιμάνι, λυτρωμένος από τ΄άγρια κύματα και τους κινδύνους, νιώθει μεγάλη ανακούφιση, επειδή έφτασε στον προορισμό του και δεν φοβάται πια τίποτα.
Πικρή ξενητιά, σκοτεινή φυλακή και άγρια θάλασσα είναι τούτη η ζωή, αδελφέ. Όσο βρισκόμαστε πάνω στη γη, έχουμε θλίψεις και βάσανα και στενοχώριες.
Μόνο όταν, με του Θεού το θέλημα, πεθαίνουμε, τότε τελειώνει η ξενητιά και η εξορία μας, τότε βγαίνει από τη φυλακή του σώματος η αθάνατη ψυχή μας, τότε πηγαίνουμε στο ποθητό λιμάνι της αναπαύσεως, "ένθα ούκ έστι πόνος, ού λύπη, ού στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος".
Όποιος, λοιπόν, πικραίνεται και λυπάται για τον βιολογικό θάνατο φίλου ή συγγενούς του, είναι ασύνετος. Όχι μόνο δεν πρέπει να λυπάται, αλλά και να χαίρεται, γιατί ο αγαπημένος του άφησε το χωμάτινο σώμα και αναχώρησε για τους ουρανούς, όπου θα ντυθεί ένα άλλο, αιώνιο και άφθαρτο.
Αυτό ποθούσε ο απόστολος Παύλος, όταν έλεγε: "Ξέρουμε πώς, αν η επίγεια σκηνή πού κατοικούμε, δηλαδή το σώμα, διαλυθεί, έχουμε στους ουρανούς κατοικία αιώνια, οικοδομημένη από το Θεό κι όχι από ανθρώπινα χέρια.
Γι΄αυτό τώρα στενάζουμε, περιμένοντας με λαχτάρα να ντυθούμε το ουράνιο σώμα μας"(Β΄Κορ. 5:1-2). Άλλτε πάλι διακήρυσσε ότι γι΄αυτόν "το να ζει"σήμαινε "ζωή με το Χριστό και το να πεθάνει ήταν κέρδος", και ότι φλεγόταν από την επιθυμία " να φύγει απ΄αυτόν τον κόσμο και να είναι μαζί με το Χριστό" (Φιλιπ. 1:21, 23).
Έτσι αντιμετωπίζουν το θάνατο οι αληθινοί χριστιανοί: Σαν τέλος της απατηλής και αρχή της αυθεντικής ζωής, σαν τέλος του πολέμου και αρχή της ειρήνης, σαν τέλος του μόχθου και αρχή των βραβείων. Γιατί, λοιπόν, κλαίς για το θάνατο του γονιού σου ή του παιδιού σου ή του συντρόφου σου ή του φίλου σου;
Ίσως θα πεις, ότι αυτό είναι μια φυσική εκδήλωση της ανθρώπινης ψυχής, που θλίβεται για το χωρισμό, και ότι από την αρχή του κόσμου οι άνθρωποι θρηνούσαν τους νεκρούς τους -όχι μόνο οι άπιστοι και ειδωλολάτρες, μά κι όσοι πίστευαν στον αληθινό Θεό. Πράγματι, όπως διαβάζουμε στη Γραφή, ο Αβραάμ θρήνησε το θάνατο της Σάρρας (Γεν. 23:2). Ο Ιωσήφ έκλαψε για το θάνατο του πατέρα του Ιακώβ και πένθησε μαζί μ΄όλη την Αίγυπτο για εβδομήντα ημέρες (Γεν. 5:1-3). Έκλαψαν και οι Εβραίοι για το θάνατο του Μωυσή (Δευτ. 34:8). Μα κι αυτός ο Θεάνθρωπος Ιησούς δάκρυσε για τον νεκρό φίλο Του Λάζαρο (Ιω. 11:35).
Τι σημαίνουν όλα τούτα τα περιστατικά;
Ακουσε, αδελφέ. Δεν είναι αμαρτία να κλάψεις και να πενθήσεις για τον αγαπημένο άνθρωπο που έχασες. Να κλάψεις όμως μετρημένα, συγκρατημένα, εύλογα και εύτακτα. Αυτό είναι φυσικό και ανθρώπινο. Γιατί ο θάνατος είναι ένας πρόσκαιρος χωρισμός.
Μήπως κι όταν ένας συγγενής μας φεύγει για μακρινό ταξίδι, δεν κλαίμε που χωριζόμαστε; Ανάρμοστα όμως και αδικαιολόγητα είναι τ΄αστέρευτα δάκρυα, ο υπέρμετρος θρήνος, ο απελπισμένος οδυρμός και τ΄άλλα καμώματα πολλών, γυναικών κυρίως, που χτυπιούνται και δέρονται και μοιρολογούν και τραβάνε τα μαλλιά τους ...Τι πράγματα είν΄αυτά; Χριστιανοί είμαστε ή άπιστοι;
Με την απόγνωση, που τόσο πληθωρικά εκδηλώνεις, άραγε τι κερδίζεις;
Μήπως οικοδομείς εκείνους που σε βλέπουν;
Ή μήπως -το κυριότερο- ωφελείς το νεκρό; Όχι.
Κι εσύ αποδεικνύεσαι κενός, φιλόσαρκος, ολιγόπιστος, προσκολλημένος στη ματαιότητα.
Και στους άλλους εμπνέεις τα ίδια αισθήματα, ενώ θα μπορούσες να τους διδάξεις με τη συμπεριφορά και τον καλό σου λόγο.
Αλλά και στο νεκρό, που υποτίθεται ότι αγαπάς τόσο πολύ, δεν προσφέρεις τίποτα σε τούτη την κρίσιμη ώρα.
Αν ο αγαπημένος σου, πρίν κοιμηθεί, εξομολογήθηκε με συναίσθηση και κοινώνησε με κατάνυξη, όχι μόνο δεν πρέπει να θρηνείς, αλλ΄απεναντίας να πανηγυρίζεις, γιατί σώθηκε και θ΄αναστηθεί ολόλαμπρος όταν θα ξανάρθει ο Κύριος, για να ευφραίνεται αιώνια κοντά Του.
Δεν έχεις παρά ν΄αγωνιστείς κι εσύ, πρίν σ΄επισκεφθεί απρόσκλητα ο θάνατος, για να συνευφραίνεσαι μαζί του στον παράδεισο.
Αν πάλι ήταν αμελής κι έφυγε πνευματικά απροετοίμαστος, τα όψιμα δάκρυά σου δεν τον βοηθούν. Ούτε να τον αναστήσουν μπορούν, για να μετανοήσει, ούτε να τον σώσουν. Και τώρα, όμως, μπορείς να παρηγορήσεις και να βοηθήσεις την ψυχή του.
Γιατί κανένας δεν μπορεί να προεξοφλήσει την κρίση του πολυεύσπλαχνου και απειράγαθου Θεού. Άφησε, λοιπόν, τα δάκρυα και κάνε κάτι ουσιαστικό για το νεκρό. Πρώτα-πρώτα, να προσεύχεσαι ακατάπαυστα για την άφεση των αμαρτιών του. Κι έπειτα, να κάνεις ελεημοσύνες και αγαθοεργίες για την ανάπαυσή του, να δίνεις προσφορές σε εκκλησίες και μοναστήρια για να μνημονεύουν τ΄όνομά του στις θείες λειτουργίες, να καλείς ιερείς για να του διαβάζουν μνημόσυνα και τρισάγια. Έτσι δεν ωφελείς μόνο την ψυχή του κεκοιμημένου, αλλά και τον εαυτό σου.
Γατί όπως γράφει στο "Τριώδιον" ο όσιος Νικηφόρος ο Ξανθόπουλος, με πολλές πατερικές αποδείξεις, "Τα μνημόσυνα, οι ελεημοσύνες και οι λειτουργίες που γίνονται για τους κεκοιμημένους, προξενούν σ΄αυτούς μεγάλη ωφέλεια και ανάπαυση".
Αλλά "κι εκείνος που κάνει τούτες τις προσφορές για τους κεκοιμημένους, έχει μισθό από το Θεό, για την αγάπη που δείχνει προς τους συνανθρώπους του, όπως ακριβώς κι εκείνος που αλείφει με άρωμα τον πλησίον του, ευωδιάζει πρώτα-πρώτα ο ίδιος";.
Να, λοιπόν, τι πρέπει να κάνεις, αντί να θρηνείς ανώφελα. Και πέρα απ΄αυτά, ο θάνατος του άλλου ας γίνει αφορμή να μελετήσεις σοβαρά τη ματαιότητα του κόσμου τούτου, να σκεφτείς ότι ίσως σήμερα κιόλας θα τον αφήσεις κι εσύ για πάντα, αιφνίδια και απροσδόκητα, κι έτσι να μετανοήσεις και να διορθώσεις το φρόνημα και την πολιτεία σου.
Επίσης, αν έχεις φίλο ή γνωστό που πλησιάζει στο θάνατο, μη διστάσεις να τον συμβουλέψεις σχετικά. Πρότρεψέ τον να εξομολογηθεί με καθαρότητα και συντριβή, να κοινωνήσει τα άχραντα Μυστήρια, να ετοιμαστεί όπως πρέπει για τη μεγάλη συνάντηση με τον Κύριο. Μ΄αυτόν τον τρόπο θα συμβάλεις στη σωτηρία ενός ανθρώπου, η αποβίωση του οποίου δεν θα είναι θάνατος αλλά ζωή, ζωή νέα και αιώνια.

04 Νοεμβρίου 2010

Gravedigger











Cyrus Jones from 1810 to 1913
Made his great grandchildren believe
he could live to a 103
A hundred and three is forever when you’re just a little kid
So, Cyrus Jones lived forever

Gravedigger
When you dig my grave
Could you make it shallow
So I can feel the rain
Gravedigger

Muriel Stonewall 1903 to 1954
She lost both of her babies in the second great war
Now, you should never have to watch your only children lowered in the ground
that means you should never have to bury your own babies

Gravedigger
When you dig my grave
Could you make it shallow
So that I can feel the rain
Gravedigger

Ring around the rosey
Pocket full o'posey
Ashes to ashes

We all fall down



Gravedigger
When you dig my grave
Could you make it shallow
So that I can feel the rain
Oh Gravedigger

Little Mikey Carson '67 to '75
He rode his bike like the devil until the day he died
When he grows up he wants to be Mr Vertigo on the flying trapeze
Oh, 1940 to 1992

Gravedigger
When you dig my grave
could you make it shallow
So that I can feel the rain
Grave digger
When you dig my grave
Could you make it shallow
So that I can feel the rain
I can feel the rain
Gravedigger

Gravedigger

04 Ιανουαρίου 2010

Η πάλη με το σκοτεινό αίνιγμα



Πώς παρηγοριέται ο θάνατος ενός εικοσιεφτάχρονου παλικαριού; Επιτέλους, αν αιτία είναι ο αδυσώπητος παραλογισμός της φύσης, σφίγγεις τα δόντια και σκύβεις το κεφάλι στην αμείλικτη νομοτέλεια. Αλλά όταν ο θάνατος έρχεται από το χέρι ανθρώπου, αδίστακτου φονιά, από ποια λογική να αρπαχτείς, πώς να αντιπαλαίψεις τον ίλιγγο του πανικού;
Θα ήθελα -ο καθένας θα ήθελε- μιαν απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα ικανή να κριθεί για τον ρεαλισμό της από το κυρίως θύμα, που είναι ο γονιός. Τι θα είχαν να πουν οι γλαφυροί ιεροκήρυκες, οι ρήτορες ηθικολόγοι, οι σοφοί των σπουδαστηρίων της μεταφυσικής. Πώς παρηγοριέται ένας τέτοιος θάνατος με γλώσσα ανοιχτή στη δυνατότητα της εμπειρικής επαλήθευσης - όχι με νοησιαρχικές κατασκευές και παραμυθένιες διαφυγές στην ψυχολογική παραίσθηση.
Ας προσπαθήσει ο τολμητίας της απάντησης να βιώσει, έστω σαν άθικτος τρίτος, την εμπειρία που συμπυκνώνει αυτή η εξωφρενική απώλεια. Προτού αρθρώσει λόγο να βλέπει με ενάργεια μπροστά του ολόκληρη τη διαδρομή της βιωμένης σχέσης που βίαια και αναίτια διακόπηκε: Τη χαρά από την πρώτη αίσθηση της σύλληψης του παιδιού. Την προσμονή των μηνών της κύησης ώσπου να αναδυθεί στον κόσμο μας μια καινούργια ύπαρξη με τη δική της απόλυτη ετερότητα. Το πρώτο χαμόγελο, τα πρώτα τρεμάμενα βήματα, τα πρώτα στραπατσαρισμένα μιλήματα. Το ξεπροβόδισμα κάθε πρωί για το σχολειό, το ανέβασμα, χρονιά τη χρονιά, από τάξη σε τάξη, την αγωνία για τις δυσκολίες, τη χαρά για τις προόδους. Την έγνοια μετά για τις καίριες επιλογές, την είσοδο στο πανεπιστήμιο, τη μέρα που πήρε το πτυχίο, το άνοιγμα στις μεταπτυχιακές σπουδές. Ως τη στιγμή που το λεπίδι του φονιά μηδένισε αυτήν τη ζωή, τη ζυμωμένη, στιγμή προς στιγμή, με την ψυχή σου. Kαι έχεις μπροστά σου άψυχο κέλυφος την ύπαρξη που ανθοβολούσε.
Δεν έχει παρηγόρια ο θάνατος, είναι αδύνατο και αφύσικο να συμβιβαστούμε μαζί του. Σοφά οι πολύπειρες πνευματικές παραδόσεις συμβουλεύουν το πένθος, την άμεση αισθητή έκφραση της ανυπόφορης οδύνης. Είναι σκέτη παθολογία οι στωικοί παλικαρισμοί, η δήθεν ορθολογική ψυχραιμία. Αν υπάρχει απάντηση στη φρικτή αλογία, αν στο αδιαπέραστο σκοτάδι υπάρχει ενδεχόμενο να αναδυθεί φωτισμός, η πιθανότητα δεν βρίσκει ερείσματα στη διάνοια ούτε στον ναρκισσισμό της μηδενιστικής «αξιοπρέπειας».
Σε άλλους καιρούς οι άνθρωποι «ήξεραν» περισσότερα από μας για τον θάνατο και τη γνώση την αντλούσαν από τη σχέση, όχι από τη διάνοια. Ο Μακρυγιάννης μιλούσε με τους αγίους σαν να ήταν γειτόνοι του, τους ζήταγε ρουσφέτια και τους έταζε ανταλλάγματα. Ζούσε τη στέρεα σιγουριά ότι η ύπαρξή μας δεν καταλύεται με τον θάνατο, ότι η επίγεια βιοτή είναι μόνο πρόγευση της ολόκληρης σχέσης, της απερίσταλτης ζωής. Kαι αυτή την εμπειρικά βεβαιωμένη βιωματική σιγουριά την έζησαν γενιές γενεών. Σήμερα ο δικός τους τρόπος (να αντλούν γνώση από τη σχέση, από την έμπρακτη εμπιστοσύνη-πίστη, από την αυτοπροσφορά και αγάπη), μοιάζει για μας απροσπέλαστος. Είναι σα να σου λείπουν τα πόδια και να θέλεις να τρέξεις, σα να σου λείπει η γλώσσα και θες να τραγουδήσεις.
Πώς ξανασυλλαβίζει κανείς τη σχέση, πώς παραδίνεται δίχως αντιστάσεις στην εμπειρία της αυταπάρνησης που ίσως να ρίχνει φως στο σκοτάδι του θανάτου; Περισσότερο και από την αφελή αλλά εξουσιαστική της νοο-τροπίας φυσιοκρατία της νεωτερικότητας, μας εγκλώβισαν στην άσχετη επιβίωση οι γλαφυροί ιεροκήρυκες και οι ρήτορες ηθικολόγοι.
Αλλοτρίωσαν βάναυσα τον προβληματισμό για την ύπαρξη σε προβληματισμό για τη συμπεριφορά, υποκατέστησαν την οντολογία με τα ψυχολογήματα. Ακύρωσαν τη γλώσσα που προϋποθέτει τη σχέση και παραπέμπει στη σχέση, επέβαλαν τη γλώσσα που εξουσιάζει νοήματα. Μας έφτιαξαν βουβούς μπροστά στον θάνατο. Γιατί στα χείλη τους η «αγάπη» είναι ηθική εντολή για βολικότερη επιβίωση, όχι ενδεχόμενος τρόπος της ύπαρξης, όχι πιθανή ελευθερία της ύπαρξης από τις νευτώνειες αναγκαιότητες. (Δεν μας άφησαν ούτε τα περιθώρια ανυποταξίας στον χρόνο και στον χώρο που έχει μια «υπερχορδή» στο κβαντικό πεδίο).
Πριν από μια εβδομάδα υποτίθεται ότι «γιορτάζαμε» στον τόπο μας τα Φώτα: τον φωτισμό του σκοτεινού αινίγματος της ύπαρξής μας, όπως εμπειρικά τον μεταγγίζει από γενιά σε γενιά η βιωματική συνέχεια της πίστης. Kαι άκουγα τον προεστώτα της σύναξης, που υποτίθεται ότι λειτουργεί αυτήν τη μετάγγιση, να μας εξηγεί ποιον λέμε «Μεγάλο» Αγιασμό και ποιον «Μικρό» Αγιασμό, ποια τα νομικά προαπαιτούμενα για την πόση του αγιασμού και πότε παρέχεται «κατά συγκατάβασιν».
Νήπιος εγώ στην ανοχή ήθελα να κραυγάσω το ερώτημα που με έκανε να βρίσκομαι εκεί: «Πώς παρηγοριέται ο θάνατος ενός εικοσιεφτάχρονου παλικαριού, ποια γλώσσα μπορεί να δηλώσει εμπειρία νίκης καταπάνω στον θάνατο. Kαι όποιος δεν ξέρει να μιλήσει τέτοια γλώσσα, ας περιοριστεί ταπεινά στη σιωπή.
Δεν υπάρχει ίσως τραγικότερη επιλογή από το να εκπροσωπείς κατ’ επάγγελμα τη μεταφυσική. Να είσαι ένστολος φορέας απαντήσεων σε υπαρξιακά ερωτήματα που εσένα δεν σε βασανίζουν.
Τις προσδοκίες που οι άλλοι έχουν επενδύσει στο λειτούργημά σου να τις εκλαμβάνεις ως προνόμιο εξουσίας, και χρυσοστολισμένος να θεατρίζεσαι μαζί με τις κοσμικές εξουσίες, σε φολκλορικές φιέστες, όπου χειμερινοί κολυμβητές διαγωνίζονται να αλιεύσουν το άλλοτε σύμβολο κατάλυσης του θανάτου. Το μόνο ένδυμα που δικαιολογεί η πάλη με τα μεταφυσικά ερωτήματα, είναι το μαύρο του πένθους για τη φρικτή αλογία του θανάτου και για το δυσπρόσιτο της ρεαλιστικής πίστης στην αναίρεσή του. Τα χρυσοστόλιστα ενδύματα γίνονται γλώσσα και φανέρωση γιορτής, μόνο όταν η γιορτή είναι φωτισμός των σκοτεινών μας αινιγμάτων. Οταν δεν λειτουργεί γλώσσα που να απαντάει στον γονιό εικοσιεφτάχρονου αδικοχαμένου παλικαριού, ο χρυσοστολισμός είναι απάτη.
Αν το καλοσκεφθεί κανείς, θάνατος δεν είναι μόνο το μαχαίρι του αδίστακτου φονιά, είναι και η νέκρα των στερεότυπων συμβάσεων, η κατάποση της ζωής από τα ψυχολογικά παραισθησιογόνα. Kαι, δυστυχώς, από τον ίλιγγο της φρίκης μοιάζει πιθανότερο να φτάσεις στο άθλημα της σχέσης που κυοφορεί ελπίδα. Από τα ψυχολογικά παραισθησιογόνα των ρητορικών βεβαιοτήτων δεν φτάνεις ποτέ στον ρεαλισμό της πίστης.

Μνήμη Θανάτου (Λαϊκὴ Παράδοση)


Τὶ μὲ κοιτὰζεις ἄνθρωπε; κἀγὼ ἄνθρωπος ἤμην,

κι ἀπό ὁμοίαν ὡς καὶ σύ, ἤμην πλασμένος ζύμην.
Κἀγὼ ὑπῆρχον ἄλλοτε, ,τι καὶ σύ ῾σαι τώρα,

καὶ σὺ ὡς εἶμαι τώρα γώ, νὰ γίνῃς θά ῾λθῃ ὥρα.
Τὸ δρέπανόν του τὸ βαρὺ ὁ θάνατος συστρέφει,

μικρούς, μεγάλους πάντοτε, θερίζει, καταστρέφει.

Τὴν ἡλικίαν, τίτλους καὶ εὐγένειαν δὲν βλέπει,

καὶ τὴν σκληράν τ᾿ ἀπόφασιν, ποσῶς δὲν μετατρέπει.

Τὸ σκῆπτρον, τὸ διὰδημα, τὴν μεγαλοφυΐαν,

εἰς τοῦ τάφου τὴν ισότητα, τὰ ῥίπτει μ᾿ ἀσπλαχνίαν.

Καὶ πλούσιον καὶ πένητα, ἄρχοντα, στρατιώτην,

εἰς τάφου φυλακήν στενήν τὸν καθιστᾷ δεσμῶτην.

Ὅμως μετὰ τὸν θάνατον ὑπάρχει κόσμος ἄλλος,

ἐκ᾿ εἶναι τίτλος καὶ βαθμός, ἐκεῖ πλοῦτος μεγάλος.

Χρυσεστεμμέν᾿ ἡ ἀρετὴ μ᾿ ἀθάνατον βραϐεῖον,

μακαριότης ἄπαυστος μακρὰν ἀπὸ δακρύων.

Λοιπὸν εἰς τὴν χώραν τ᾿ Οὐρανοῦ ἂν θὲλῃς σὺ νὰ φθάσῃς,

Εὐαγγελίου τὴν ὁδὸν φρόντισον νὰ περάσῃς.

Ἡ γῆ ἅπασα ἓν μνῆμα, καὶ ὁ κόσμος εἶν᾿ ἓν θῦμα, νεκροθάπτης ὁ καιρός.
Ὡς εἰς τὸν βράχον θραύεται τὸ ἓν μετ᾿ ἄλλο κῦμα,

αἱ γενεαὶ παρέρχονται καὶ σπῶσιν εἰς τὸ μνῆμα

Καὶ ὁ ἀνεμοστρόϐιλος γοργὸς περνᾷ τῶν χρόνων,

καὶ τὴν σκηνήν τοῦ σύμπαντος ὁ θάνατος σαρώνων.

Ἀθάνατος ὑψοῦται, κ᾿ ἡ γῆ ἓν κοιμητήριον Ἰωασαφάτ ἁπλοῦται...
Στρέφει ὁ κόσμος ἄπαυστα κ᾿ εἰς κάθε γύρισμά του

ἕνα κρημνίζει ἀπ᾿ ἐδῶ, κι᾿ ἄλλον ἐκεῖ σηκώνει·

κι᾿ ἐκεῖνος ποὺ σηκώνεται πατεῖ τὸν ἀποκάτου,

καὶ λησμονεῖ ὅτι κι᾿ αυτόν θὰ τὸν πατήσουν σκόνη.

Ἅνθρωπε ὑπερήφανε σταμάτησε τὸ βῆμα,

καὶ μετὰ προσοχῆς πολλῆς θεώρησον τὸ μνῆμα.

Πῶς δέχεται τὸ εὔθαρτον καὶ ἄχαρόν σου Σῶμα,

ποὺ χῶμα ἦτον πρώτερον καὶ θὲ νὰ γίνῃ χῶμα.

Ματαιότης Ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον.
Τὸ ἄνθος μαραίνεται, τὸ φύλλο ξεραίνεται, ὁ κόσμος περνᾷ.

Καὶ μόνος ὁ θάνατος ὑπάρχει ἀθάνατος, αὐτός δὲν γερνᾷ.

Θάνατος μᾶς περιμένει ( Ἐκδοχὴ Α´ )


Ἄρχοντες καὶ μεγιστᾶνες καὶ λοιποὶ πτωχολογιά,

θάνατος μᾶς περιμένει, νέους, γέρoυς καὶ παιδιά.
Βλέπετε μὴ πλανηθεῖτε, εἰς τῆς γῆς τὰ ἀγαθά,

ἐπειδὴ καὶ ταῦτα πάντα, ὅλα εἶναι περιττά.

Γῆ εἶναι τὰ σώματά μας, εἰς τὸ χῶμα θὰ θαφτoῦν,

στὴν δεύτερα παρουσία αἱ ψυχαίς μας θὰ κριθοῦν.

Δὲν μᾶς συνοδεύει τότε πλοῦτος δόξα καὶ τιμή,

ὅλα δῶ τὰ παρατοῦμε καὶ πηγαίνομε γυμνοί.

πλανήθηκεν ἡ φύσις, εἰς τοῦ κόσμου τὰ φθαρτά.

κι᾿ ὅσα τὴν ψυχήν μας βλάπτουν ῾κεῖνα θέλει καὶ ζητᾷ.

Ζήλευε τοὺς ἐνάρετους, ἐπιθύμει τοὺς καλοὺς

καὶ μὴν βάλλεις εἰς τὸν νοῦν σου τοὺς κακοὺς συλλογισμούς.

κουσα εἶδον πολλάκις ὅτι εἴπανε πολλοί,

σὰν γεράσουν καὶ χορτάσουν κάμνουσι τὴν ἀποχή.

Θανατώνεται τὸ σῶμα μένει ἡ ψυχὴ γυμνή,

κλαίει χύνει μαῦρα δάκρυακαὶ οὐδεὶς τὴν ἐλεεῖ.

δεῖτε, ἰδεῖτε, ἀδελφοί τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας,

τούτου χάριν ἂς φροντίσομε τὴν ἀθάνατον ψυχήν μας.

Κάλλιο διορθώσου τώρα ὅπου ἔχεις τὸν καιρόν

παρὰ νὰ φλογίζεσαι τότε εἰς τὴν γέεννα τοῦ πυρός.

Λυπηθεῖτε τὴν ψυχήν σας ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοί,

χύσατε τὰ δάκρυά σας εἰς τὴν πρόσκαιρο ζωή.

Μὴν ὀρέγεστε τοῦ κόσμου πράγματα προσωρινά,

ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς τάζει τὴν αἰώνιων χαρά.

Νὰ ἦτο βολετὸ νὰ πάγεις εἰς τὸν Ἅδη καὶ νὰ δεῖς

εἰς καμία χαρὰ τοῦ κόσμου δὲν γυρίζεις νὰ ἰδεῖς.

Ξαφνικὰ φθάνει ὁ χειμώνας καὶ θερίζει τὴν ζωὴν

θερίζει καὶ τὴν δόξα τὴν ματαίαν καὶ τερπνή.

λοι μας τὰ θεωροῦμε καὶ προβλέπομε καλά,

πὼς ὁ κόσμος εἶναι πλάνος καὶ ὁλοὲν μᾶς ἀπατᾶ.

Πάντες τιμήσατε τὴν ἀρετή, νὰ λάβετε βραβεῖον

τὴν βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, χαρὰ ἄνευ δακρύων.

Ρώτα τοὺς ἀποθαμένους εἰς τὸν Ἅδη πῶς περνοῦν,

ὅτι τὸ σκωλήκια ὅλους τοὺς ἀθλίους κατελοῦν.

Σῴνονται τὰ ψέματά μας ἀμαυρώνεται τὸ φῶς

χάνεται κ᾿ ἡ νοστιμάδα κι᾿ ὅλος μας ὁ στολισμός.

Τίποτε δὲν διαφεύγει ἀπὸ τοῦ Θεοῦ τὸν νοῦν

ὅλα τὰ κρυπτὰ τοῦ κόσμου ἐκεῖ θὰ φανερωθοῦν.

πηρέται καὶ Κριταί, ἄθεοι καὶ χριστιανοί,

ὅλοι θὰ παρασταθοῦμε εἰς τὸν φοβερὸ Κριτή.

Φάγε σύμμετρα καὶ πιές, δῶσε καὶ τινὸς πτωχοῦ,

διὰ νὰ ἔχεις παρρησία στὸ κριτήριο τοῦ Χριστοῦ.

Χάνονται τὰ σώματά μας χάνονται καὶ τὰ ὀστά,

στὴν δεύτερα παρουσία γίνονται πάλιν σωστά.

Ψεύτικη εἶν᾿ τώρα ἡ δόξα ψεύτικη καὶ ἡ τιμή,

καὶ ὡς ὄνειρο τὰ πλούτη καὶ ὡσὰν ἄνθος ἡ ζωή.

ψυχή μου παναθλία, λυπημένον μου κορμί,

κλαύσατε ἀπὸ καρδία τώρα ὅπου εἶσθε μαζί
.

Θάνατος μᾶς περιμένει ( Ἐκδοχὴ Β´ )


Ἄρχοντες καὶ μεγιστᾶνες, καὶ λοιπὴ φτωχολογιά·
θάνατος μᾶς περιμένει, νέους γέρους καὶ παιδιά.

Βλέπετε μὴν πλανηθῆτε, εἰς τοῦ κόσμου τ᾿ ἀγαθά·
πλούτη, δόξαις κ᾿ εὐμορφίαις, εἶναι ὅλα περιττά.

Γῆ εἶναι τὰ σώματά μας, κ᾿ εἰς τὴν γῆν θὰ ἐπιστραφοῦν·
στὴν Δευτέραν Παρουσίαν, ὅμως θὰ ἀναστηθοῦν.

Διὰ νὰ λογοδοτήσουν, ὅ,τι ἔπραξαν στὴν γῆν·
ὅταν ἦσαν ἡνωμένα, μὲ τὴν ἄϋλον ψυχήν.

Ἐκεῖ μέσα εἰς τὸν τάφον, ἄσοφος καὶ ὁ σοφός·
Βασιλεὺς καὶ στρατιώτης, πλούσιος καὶ ὁ πτωχός.

Ζήσαντες στὸν κόσμον τοῦτον, οὗτοι ἄνισον ζωήν·
μέσα ὅμως εἰς τὸν τάφον, ἔχουν τὴν αὐτὴν τιμήν.

Ἡ σαπίλα καὶ ἡ βρῶμα, καὶ σκωλήκων ὁ ἐσμός·
κάμνουν τὴν ἐνέργειάν των, καὶ συγχρόνως καὶ κοινῶς.

Θἄλθῃ ὅμως μία ὥρα, καθὼς εἶπεν ἡ Γραφή·
καὶ θ᾿ ἀναστηθῶσι πάντες, καὶ μεγάλοι καὶ μικροί.

Ἵνα δώσῃ ὁ καθένας, ἀκριβῆ λογαριασμόν·
τῶν ἐν τῇ ζωῇ του ἔργων, τῶν κρυπτῶν καὶ φανερῶν.

Καὶ ἡ μέρα καὶ ἡ ὥρα, εἶναι ἄγνωστος αὐτή·
πότε θὰ παρασταθῶμεν, ἔμπροσθεν εἰς τὸν Κριτή.

Λόγοι μερικῶν Πατέρων, λέγουν κάπως ἀμυδρῶς·
πῶς στὸν ὄγδοον αἰῶνα τέλος κόσμου τοῦ παντός.

Μόνους τότε μακαρίζει, ὁ Δεσπότης τοῦ παντός·
τοὺς τὰς θείας ἐντολάς Του, ἐκπληρώσαντας πιστῶς.

Νόμους τοῦ Εὐαγγελίου, Ἀποστόλων Διατάξεις·
καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Δόγματα καὶ ἀποφάσεις.

Ξενοτρόπους τιμωρίας, ἔχουσι νὰ ὑποστῶσι·
ὅσοι τοῦ Χριστοῦ τῶν Νόμων, παραβάται εὑρεθῶσι.

Ὀδυρμός, καὶ πῦρ, καὶ σκώληξ, καὶ βρυγμὸς ὁ τῶν ὁδόντων·
ἔστ᾿ αὐτῶν ἡ τιμωρία, εἰς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Πάντα ταῦτα βεβαιώνει, Βίβλος τοῦ Εὐαγγελίου,
ἡ ὁποία συνεγράφη, διὰ Πνεύματος Ἁγίου.

Ρώμην δίδου Παντοκράτορ, εἰς τὸ πλάσμα τῶν χειρῶν Σου·
ἵνα πληρωταὶ φανῶμεν, ἅπαντες τῶν Ἐντολῶν Σου.

Σωτηρίας αἰωνίου, διὰ νὰ ἀξιωθῶμεν·
καὶ στὰ δεξιά Σου μέρη, ἐν τῇ Κρίσει νὰ σταθῶμεν.

Τοὺς πιστεύοντας γνησίως, εἰς Τριάδα τὴν Ἁγίαν·
καὶ ὀρθῶς βεβαπτισμένους, ποίησον Μονήν Σου θείαν.

Ὕψωσον ἐκ τῶν γηΐνων, τοὺς θερμῶς μετανοοῦντας·
καὶ Πνευματικοῖς Πατράσιν, ἐξαγόρευσιν ποιοῦντας.

Φοβερὸν καὶ ξένον θαῦμα! ἡ Μετάνοια λαμπρύνει·
καὶ στοὺς ἐξομολογηθέντας, τὸν Παράδεισον ἀνοίγει.

Χάριν ὁ Χριστὸς παρέχει, σ᾿ ὅσους ἐξομολογηθῶσι·
καὶ στὰ ἔργα Μετανοίας, ἐν χαρᾷ ἐπιδοθῶσι.

Ψυχῆς ὅθε σωτηρία, ἔστω ἡ ἡμῶν φροντίδα·
ἵνα φθάσωμεν αἰσίως, στὴν παντοτεινὴν Πατρίδα.

Ὦ χαρά! τί εὐτυχία! τοὺς Δικαίους περιμένει!
καὶ εἰς τί φρικώδεις τόπους, στέλλονται οἱ κολασμένοι!

Η νεκρόκεφαλή



Ὦ πές μου νεκροκεφαλή, καὶ σὺ μίαν ἡμέραν
δὲν ἔπνεες τῆς φύσεως τὸν καθαρὸν ἀέραν;
Δὲν εἶχες πνεῦμα καὶ ἐσὺ ποτὲ δὲν ὁμιλοῦσες;
δὲν τραγουδοῦσες στὴ χαρά, στὴ λύπη δὲν θρηνοῦσες;

Τί ἔγιναν τὰ κάλλη σου ποὺ εἶν᾿ τὰ χρήματά σου;
τοῦ βίου σου αἱ ἡδοναὶ ἡ μαγικὴ χαρά σου;

Ποὖναι τὸ μέλλον τῆς ζωῆς ποῦνε ἡ εὐτυχία;
ποῦνε αἱ δόξαι, αἱ τιμαὶ ποῦ τὰ μεγαλεῖα;

Ποῦνε ἡ περηφάνεια καὶ ἡ εὐδαιμονία;
τῶν κερδοσκόπων τ᾿ ἀγαθὰ ποὺ πάντα μ᾿ ἀτιμία,
μὲ φθόνους, μὲ διαβολάς, μὲ πάθη καὶ μὲ μίση,
νομίζει ἕκαστος αὐτὴν τὴν γῆν νὰ κατακτήση;

Ποὖναι τῶν πλουσίων ὁ χορὸς καὶ τῶν πτωχῶν ἡ γύρα,
ποὖν᾿ ἡ ἀδαμαντοστόλιστος βασιλικὴ πορφύρα;

Ὦ πές μου νεκροκεφαλή, τί ἦσο ὅταν ζοῦσες;
πές μου μὲ ποῖα ὄνειρα στὸν κόσμον ἐπετοῦσες;

Καὶ ὅμως τί κατάλαβες ὅτ᾿ εἶδες στὴν ζωήν σου;
εὐχαριστήθηκε ποτὲ στὸν κόσμον ἡ ψυχή σου;

Δὲν ἦσαν ὅλα μάταια μ᾿ ἀβάσιμες ἐλπίδες;
Ἐσκέφθης νεκροκεφαλὴ προτοῦ ριφθῆς στὸ μνῆμα
ὅταν διέπραττες κακῶς τὸ φοβερὸν τὸ κρίμα;

Ἐσκέφθης, τί θὰ πῆ τιμὴ καὶ ὄχι ἀτιμία;
ἔζησες μὲ τὴν ἀρετή, καὶ ὄχι μ᾿ ἁμαρτία;

Γιατὶ ἐδῶ εἰς τὴν ζωὴν τ᾿ ἀγριεμένο μνῆμα,
ὅπου ἀχόρταγα ρουφᾶ τοῦ κόσμου μας τὸ κῦμα;

Κανένας δὲν τὸ σκέπτεται πῶς θὰ βρεθῆ μπροστά του,
νἄχῃ τὸ στόμα ἀνοικτὸ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου.

Αὐτὸ ποὺ αἰώνια ρουφᾶ ἀνθρώπινα κουφάρια,
καὶ μᾶς ἀφήν᾿ ὀπίσω του ἀνθρώπινα λιθάρια;

Σβήνει τὴν κάθ᾿ ἐλπίδα μας τὴ δόλια τὴ χαρά μας,
καὶ δόλια ποτίζεται ἀπὸ τὰ δάκρυά μας.

Γι᾿ αὐτὸ ὅταν πηγαίνετε εἰς τὰ νεκροταφεῖα
νὰ ρίχνετε θερμὴ ματιὰ ἐπάνω στὰ μνημεῖα.

Τὰ γράμματα διαβάζετε τὸν ἄνθρωπον σκεφθῆτε,
πῶς ἦταν καὶ τί ἔγινε κι εὐθὺς μετανοεῖτε.

Ὅλα αὐτὰ τὰ μνήματα κρατοῦν χρυσοῦν βιβλίο
καὶ μᾶς δεικνύουν τοῦ Θεοῦ τὸ οὐράνιο μεγαλεῖο.

Ἰδοὺ μᾶς λέγουν τί ἐστὶ στὸν κόσμον ἀνθρωπότης,
τὰ πάντα εἶναι μάταια τὰ πάντα ματαιότης.

Σκεφθῆτε ὅτι ἄνθρωπος πάντα στὸ μνῆμα σβύνει,
μόνον τὰς ἀναμνήσεις του εἰς τὴν ζωὴν ἀφήνει.

Βρῶμα σκωλήκων γίνεται τὸ σῶμα του στὸ χῶμα,
μόν᾿ ἡ ψυχή του σώζεται εἰς τ᾿ οὐρανοῦ τὸ δῶμα.

Καὶ σώζεται, ὅταν κανεὶς εἰς τὴν ζωὴν γνωρίζει,
τιμὴν καὶ δόξαν κι ἀρετὴν κι ὅτι ἀγαθὸν βαδίζει.

Κι ἂν σφάλλη εἰς τὸν βίον του κι εὐθὺς μετανοήση,
τότε ἡ ψυχή του τ᾿ οὐρανοῦ τὸ δῶμα θὰ κερδίση.

«ουχί Θεός έκτισε θάνατον, αλλ’ ημείς εαυτοίς εκ πονηράς γνώμης επεσπασάμεθα».

Πέθανε την ίδια νύχτα. Θυμάμαι, όταν επέστρεψα από το νοσοκομείο όπου εργαζόμουν και μου είπαν πως είχε πεθάνει, προχώρησα στο δωμάτιό του και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Αυτό που αντιλήφθηκα από την πρώτη στιγμή ήταν η ποιότητα και το βάθος της σιωπής, η οποία κατά κανένα τρόπο δεν ήταν μια απουσία θορύβου, σύμφωνα με την έκφραση του Γάλλου συγγραφέα Ζωρζ Μπερνανός, σε ένα από τα μυθιστορήματά του -«μια σιωπή που ήταν παρουσία». Έπιασα μάλιστα τον εαυτό μου να λέει: «και οι άνθρωποι τολμούν να λένε ότι υπάρχει ο θάνατος. Τι ψέμα».

Αυτό ίσως εξηγεί το γιατί η στάση μου απέναντι στο θάνατο είναι τόσο μονόπλευρη: επειδή βλέπω τη δόξα του και όχι μόνο τον πόνο και την απώλεια. Η εμπειρία μου αναφέρεται στον ξαφνικό θάνατο, στον απροσδόκητο θάνατο, στο θάνατο που έρχεται σαν «κλέφτης εν νυκτί». Αν τέτοιες εμπειρίες βρεθούν μπροστά σας, θα καταλάβετε ίσως το γιατί κάποιος μπορεί ακόμη και να χαίρεται, όταν η καρδιά του βρίσκεται σε έντονο πόνο και αγωνία, και το πώς -σ' αυτό θα επιστρέψουμε αργότερα- μπορούμε να αναφωνήσουμε στην εξόδια ακολουθία μας: «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως». Γι' αυτό και χρησιμοποιούμε τα λόγια ενός ψαλμού από την ίδια ακολουθία, ωσάν ο κεκοιμημένος, στρεφόμενος προς εμάς, να μας έλεγε: «Ζήσεται η ψυχή μου και αινέσει σε».

Πολύ συχνότερα, όμως, αντί για έναν ξαφνικό θάνατο, αντιμετωπίζουμε μια μακρόχρονη ή ολιγόχρονη αρρώστια, ή γηρατειά, που σταδιακά μας φέρνουν είτε στον τάφο, είτε στην ελευθερία μας, ανάλογα από ποια πλευρά θα το δει κανείς. Αυτή είναι η υπέρτατη συνάντηση που λαχταρά ο καθένας μας, συνειδητά ή ασυνείδητα, και για την οποία αγωνίζεται σε όλη την επίγεια ζωή του, που είναι η πρόσωπο με πρόσωπο συνάντησή μας με τον ζώντα Θεό, με την Αιώνια Ζωή, και η κοινωνία μαζί Του. Αυτή η περίοδος της αρρώστιας, ή των προϊόντων γηρατειών, πρέπει να αντιμετωπισθεί και να κατανοηθεί δημιουργικά και χρήσιμα.

Μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ζωής, που φέρνει μεγάλη πνευματική αγωνία στους ανθρώπους, είναι όταν βλέπουν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο να γερνάει, να χάνει, τις σωματικές και πνευματικές του ικανότητες, να φαίνεται πως χάνει ό, τι ήταν το πιο πολύτιμο πράγμα: το καθαρό μυαλό, την πνευματώδη ανταπόκριση στη ζωή. Πολύ συχνά, αυτή η πορεία βρίσκεται στη μία πλευρά. Κλείνουμε τα μάτια μας για να μη βλέπουμε, επειδή φοβόμαστε να δούμε και να προβλέψουμε. Με αποτέλεσμα, όταν έρχεται ο θάνατος, να είναι ένας ξαφνικός θάνατος που όχι μόνο διαθέτει τον τρόμο του απροσδόκητου θανάτου, αλλά και τον επιπλέον τρόμο να μας κτυπά στην πλέον ευαίσθητη χορδή μας.

Αυτό συμβαίνει επειδή ο πόνος, ο φόβος και η αγωνία έχουν ανεβάσει την έντασή τους μέσα μας, αφού εμείς αρνηθήκαμε να τους δώσουμε ελευθερία έκφρασης και τη δυνατότητα να ωριμάσουν. Το κτύπημα γίνεται ακόμη πιο οδυνηρό και καταστροφικό απ' ό, τι στην περίπτωση ενός ξαφνικού θανάτου, επειδή, χώρια από τον τρόμο και τον πόνο της απώλειας που δημιουργεί, στη συνέχεια μεμφόμαστε και καταδικάζουμε τον εαυτό μας για το ότι δεν κάναμε όλα όσα θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει. Αν τα είχαμε κάνει, αυτό θα μας ωθούσε στην αλήθεια και θα ξεσκέπαζε σε μας και στον θνήσκοντα το γεγονός ότι ο θάνατος άνοιγε σιγά σιγά την πόρτα - και πως αυτή η πόρτα θα άνοιγε διάπλατα μια μέρα και το αγαπημένο μας πρόσωπο θα έπρεπε να τη διαβεί δίχως να κοιτάζει πίσω.

Είναι σημαντικό για όλους μας, οποτεδήποτε αντιμετωπίζουμε αυτή την απώλεια που πλησιάζει σταδιακά, να την αντιμετωπίζουμε απ' αρχής με εκείνον τον όμορφο και ισορροπημένο τρόπο, με τον οποίο μπορούμε όσο το αγαπημένο μας πρόσωπο βρίσκεται ακόμη εν ζωή και ανάμεσά μας. Απέναντι στη σκέψη του επερχόμενου θανάτου υπάρχει η πραγματικότητα μιας ζωντανής παρουσίας. Μπορούμε κάθε στιγμή να ακουμπάμε στην ασφάλεια αυτής της παρουσίας ενώ όλο και περισσότερο θα συνειδητοποιούμε την περιπλοκότητα της επερχόμενης απώλειας. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη δύναμη της πραγματικότητας και στην αστάθεια της σκέψης είναι που μας δίνει τη δυνατότητα να προετοιμαστούμε για το θάνατο πολύτιμων για μας ανθρώπων.

Αυτή η προετοιμασία συνεπάγεται επίσης -όπως ανέφερα προηγουμένως- μια στάση απέναντι στο θάνατο που να αναγνωρίζει αφενός τον τρόμο και τον πόνο της απώλειας, αλλά να αναγνωρίζει επίσης και το γεγονός ότι ο θάνατος είναι μια πύλη που ανοίγει στην αιώνια ζωή. «Το να πεθάνω δεν σημαίνει να απεκδυθώ την πρόσκαιρη ζωή, αλλά να ενδυθώ την αιωνιότητα», λέει ο απόστολος Παύλος. Μπορούμε τώρα να δώσουμε λίγα παραδείγματα γι' αυτή την περίοδο προετοιμασίας.

Η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο που τη βασάνισε για μια περίοδο περισσότερο από τρία χρόνια. Εγχειρίστηκε, αλλά ανεπιτυχώς. Ο γιατρός μου μίλησε γι' αυτό και κατόπιν πρόσθεσε: «Φυσικά, δεν θα πεις τίποτε στη μητέρα σου».
Toυ είπα: «Θα το πω». Και το είπα.

Θυμάμαι πως την πλησίασα και της είπα ότι είχε τηλεφωνήσει ο γιατρός και μου είχε πει ότι η εγχείρηση δεν είχε πετύχει. Σιωπήσαμε για ένα λεπτό και κατόπιν η μητέρα μου είπε:«Και έτσι θα πεθάνω».
Της είπα: «Ναί».

Κατόπιν έμεινα κοντά της, εντελώς σιωπηλός, επικοινωνώντας μαζί της δίχως λέξεις. Δεν νομίζω ότι κάναμε τίποτε σκέψεις. Είχαμε να αντιμετωπίσουμε κάτι που είχε εισβάλει στη ζωή μας και την είχε αλλάξει τελείως. Αυτό δεν ήταν κάποια σκιά, ένα κακό, κάποιος τρόμος. Ήταν το έσχατο. Και έπρεπε να αντιμετωπίσουμε αυτό το έσχατο χωρίς ακόμη να γνωρίζουμε πως θα εκτυλισσόταν. Μείναμε μαζί όσο αισθανθήκαμε ότι έπρεπε να μείνουμε. Και μετά η ζωή συνεχίστηκε.

Το αποτέλεσμα ήταν να μην κλειστούμε ούτε για μια στιγμή, η μητέρα μου κι εγώ, σ' ένα ψέμα, να μην οδηγηθούμε σε μια κωμωδία, στερημένοι από οποιαδήποτε βοήθεια. Δεν υπήρξε στιγμή που να μπήκα στο δωμάτιο της μητέρας μου μ' ένα ψεύτικο χαμόγελο, ή λέγοντας κάτι το ψεύτικο. Δεν υπήρξε καμία στιγμή που να παίξαμε την κωμωδία μιας ζωής που κατακτά το θάνατο, ποτέ δεν ισχυριστήκαμε ότι η αρρώστια θα φύγει, όταν και οι δυο γνωρίζαμε ότι αυτό δεν θα συμβεί. Δεν υπήρξε καμιά στιγμή που να στερήθηκε ο ένας τη βοήθεια του άλλου. Υπήρξαν στιγμές που η μητέρα μου αισθάνθηκε να χρειάζεται βοήθεια. Θα κτυπούσε τότε το κουδούνι και θα ερχόμουν, και θα μιλούσαμε για τον επερχόμενο θάνατο και το αίσθημα απώλειας που είχα.

Αγαπούσε τη ζωή. Την αγαπούσε βαθιά. Λίγες μέρες πριν πεθάνει έλεγε ότι θα προτιμούσε να ζήσει 150 χρόνια υποφέροντας, αντί να πεθάνει. Μας αγαπούσε. Θλιβόταν για τον χωρισμό: «Ω! Για το άγγιγμα ενός χαμένου χεριού και τον ήχο μιας φωνής που ακόμη υπάρχει».

Κατόπιν, υπήρξαν άλλες στιγμές που αισθάνθηκα τον πόνο, και πήγαινα τότε και μιλούσα γι' αυτόν στη μητέρα μου. Με στήριζε και με βοηθούσε να αντικρίσω τον θάνατο. Αυτή υπήρξε μια βαθιά και αληθινή σχέση, δίχως κανένα ψέμα μέσα της. Σ' αυτήν τη σχέση είχε βρει θέση οτιδήποτε είναι αληθινό.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά, που την ανέφερα προηγουμένως. Επειδή ο θάνατος μπορεί να επέλθει ανά πάσα στιγμή, και τότε θα είναι πολύ αργά να διορθωθεί κάτι που ήταν στραβό, όλη η ζωή πρέπει κάθε στιγμή να γίνεται μια έκφραση, όσο το δυνατόν τελειότερη και πιο ολοκληρωμένη, σχέσης σεβασμού και αγάπης. Μόνο ο θάνατος μπορεί να μετατρέψει όσα πράγματα φαίνονται μικρά και ασήμαντα σε σημεία μεγάλα και σημαντικά. Ο τρόπος που προετοιμάζεις ένα φλιτζάνι τσάι πάνω σ' ένα δίσκο, που τοποθετείς τα μαξιλάρια κάτω από έναν άρρωστο, ο τρόπος που ηχεί η φωνή σου, ο τρόπος που κινείσαι - τα πάντα μπορούν να γίνουν έκφραση όλων όσων υπάρχουν σε μία σχέση.

Αν υπάρχει μια λανθασμένη παρατήρηση, αν υπάρχει ένα ρήγμα, αν κάτι έχει στραβώσει, πρέπει να διορθωθεί αμέσως, επειδή υπάρχει η αναπόφευκτη βεβαιότητα ότι αργότερα θα είναι πολύ αργά. Ο θάνατος μας κάνει να αντιμετωπίζουμε την αλήθεια της ζωής, με μια αδρότητα και σαφήνεια που τίποτε άλλο δεν μπορεί να μας τη μεταδώσει.

Είναι σημαντικό, είτε αντικρίζοντας το θάνατό μας είτε αντιμετωπίζοντας το θάνατο κάποιου άλλου, να συνειδητοποιούμε την αιωνιότητα. Πριν από τριάντα περίπου χρόνια, ένας άνθρωπος οδηγήθηκε στο νοσοκομείο, με μια φαινομενικά συνηθισμένη αρρώστια. Μετά τις εξετάσεις βρέθηκε ότι έπασχε από καρκίνο που δεν μπορούσε να χειρουργηθεί. Το πληροφορήθηκε η αδελφή του καθώς και εγώ, αλλά όχι αυτός. Αισθανόταν ακμαίος, δυνατός και πάρα πολύ ζωντανός.

Μου είπε: «Έχω τόσα να κάνω και βρίσκομαι εδώ, καθηλωμένος στο κρεβάτι, για πόσο ακόμη;»

Του είπα: «Πόσο συχνά δεν μου έχεις πει ότι ονειρεύεσαι τη στιγμή που θα μπορούσες να σταματήσεις το χρόνο ώστε να μπορείς να είσαι αντί να φτιάχνεις; Ποτέ δεν το έκανες. Ο Θεός το κάνει τώρα για σένα. Τώρα είναι καιρός για να είσαι».

Αντιμετωπίζοντας την ανάγκη του να «είναι», σε μια κατάσταση που θα την αποκαλούσαμε εντελώς θεωρητική, έμεινε έκπληκτος και είπε: «Τι πρέπει να κάνω;»

Του είπα ότι η αρρώστια και ο θάνατος δεν καθορίζονται μόνο από φυσιολογικές αλλαγές -από τα μικρόβια και την παθολογία-αλλά και από όλα εκείνα τα στοιχεία που καταστρέφουν την εσωτερική μας ενέργεια. Αυτά είναι όλα όσα θα μπορούσε κάποιος να αποκαλέσει αρνητικές σκέψεις και αισθήματα, το καθετί που εξασθενίζει τη ζωή μέσα μας, το καθετί που εμποδίζει τη ζωή από το να ξεχυθεί σαν ποτάμι, καθαρό και ελεύθερο. Του πρότεινα λοιπόν να τακτοποιήσει όχι μόνο εξωτερικά, αλλά και μέσα του όλα όσα υπήρξαν λανθασμένα στη σχέση του με τους ανθρώπους, με τον ίδιο, σε όλες τις περιστάσεις της ζωής του, και να αρχίσει από εκείνη τη στιγμή. Όταν μάλιστα το κάνει αυτό για, το τώρα, ας προχωρήσει πίσω στο παρελθόν για να το καθαρίσει, για να κάνει ειρήνη με τους πάντες, λύνοντας τους κόμβους, για να αντιμετωπίσει κάθε κακό, για να μετανοήσει, για να δεχθεί και να ευγνωμονήσει με όλη του τη ζωή - πράγματι, η ζωή του είχε σταθεί σκληρή.

Έτσι, μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, περάσαμε από όλη αυτήν τη διαδικασία. Έκανε ειρήνη με ολόκληρη τη ζωή. Και τον θυμάμαι στο τέλος, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, τόσο αδύνατο που να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει το κουτάλι, να μου λέει με μάτια που έλαμπαν: «Το σώμα μου έχει, κιόλας πεθάνει, και όμως ποτέ δεν ένιωσα τόσο πολύ ζωντανός, όπως νιώθω τώρα». Είχε ανακαλύψει ότι η ζωή δεν ήταν μόνο το σώμα του, αν και ο ίδιος ήταν το σώμα του, και ότι διέθετε μια πραγματικότητα που ο θάνατος του σώματός του δεν μπορούσε να καταστρέψει.

Αυτή είναι μια πολύ σπουδαία εμπειρία. Είναι κάτι που πρέπει να κάνουμε σ' όλη τη διάρκεια της ζωής μας, σε κάθε στιγμή, αν θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε τη δύναμη της αιώνιας ζωής μέσα μας και συνεπώς να αποβάλουμε το φόβο για οτιδήποτε συμβεί στην πρόσκαιρη αυτή ζωή, που επίσης μας ανήκει.

Θερμή προειδοποίηση

Ἄκουσε σὺ ὅπου περνᾶς,
μ᾿ ἀγέρωχο τὸ βῆμα
καὶ γράψε ὅ,τι θὰ σοῦ πεῖ
φωνὴ ἀπὸ τὸ μνῆμα.

Ἡ θύρα ποὺ ἀντικρύζομεν
ὅταν θὰ γεννηθοῦμε
εἶναι τοῦ τάφου καὶ χωρεῖ
ὅσους καὶ ἂν θὰ μποῦμε.

Ἐκεῖ θὰ μποῦνε βασιλεῖς,
ἄρχοντες, μεγιστᾶνες,
ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς,
ὡς καὶ Πατριαρχᾶδες.

Λόγο διὰ νὰ δώσουμε
διὰ τὰ πεπραγμένα
ὅσα δὲν ἔλυσαν στὴ γῆ
κατὰ τὰ γεγραμμένα.

Ὅσο γιὰ κεῖ τὸ ξεύρομεν
τὸ τί μᾶς περιμένει
ἐὰν κατάλληλον στολὴν
δὲν εἴμαστε ντυμένοι.

Δῶ μέσα γύρισε νὰ ῾δῇς
καὶ πὲς ὅτι γνωρίζεις
τὸν πλούσιο ἀπ᾿ τὸν φτωχό,
ἐὰν τοὺς ξεχωρίζεις.

Χῶμα ὅλοι θὰ γίνωμεν
καὶ τῶν σκωλήκων βρῶμα
ἡ γῆ ὅπου πατούσαμεν
μᾶς εἶναι τώρα στρῶμα.

Ὅλους μᾶς πῆρε ὁ θάνατος
πρίγκηπες, βασιλιᾶδες
ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς
ὡς καὶ Πατριαρχᾶδες.

Δι᾿ ὅλου μὴν ὀλιγορεῖς
ἐκεῖ θὰ καταντήσεις
καὶ λάβε το ὑπ᾿ ὄψιν σου
προτοῦ μετανοήσῃς.

Ὡς εἶσαι, ἤμουνα καὶ γὼ
καὶ ὡς εἶμ᾿ ἐγὼ θὰ γίνεις
χωρὶς ποτὲ νὰ δυνηθεῖς
ὅπως τὸ ἀποφύγεις.

Ὅπως ὅλους, θὰ σὲ φέρουνε
ἄψυχο τὰ παιδιά σου
καὶ ἀπ᾿ τὴν γῆ θὰ βγάλουνε
μόνον τὰ κόκκαλά σου.

Τὸ σῶμα μας εἶναι φθαρτὸ
στὸ χῶμα θὲ νὰ λειώσει,
μὰ τὴν ψυχὴ πού ᾿ναι ἄφθαρτη
ποῦ θὰ τὴν παραδώσεις;

Δὲν τελειώνουν ὡς ἐδῶ
ὡς οἱ μωροὶ δοκοῦνε,
εἰς τὴν αἰωνιότητα
θὲ νὰ συνεχισθοῦνε.

Ἀπὸ ἐτούτη τὴ ζωὴ
στὴν ἄλλη θὰ περάσεις,
οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο σὲ σὲ
ἂν δεὲν μετανοήσεις.

Ἂν πᾶς ἐκεῖ χωρὶς στολή,
οὐαὶ κι ἀλλοίμονό σου
μὲ τὰ ἐρίφια θὰ ταχθεῖς
κι ἂς εἶν᾿ πρὸ ὀφθαλμόν σου.

Ἄνθρωπε ματαιόδοξε
τὴν ματαιοδοξία
μαζὶ τὴν ἐκουβάλησες,
ἀκόμα καὶ στὸ μνῆμα.

Ἔστησες ἀπὸ πάνω σου
βουνὰ πελεκημένα
μάρμαρα τοῦ Πεντελικοῦ
στὸν τόρνο περασμένα.

Ἐνῶ ὑπάρχουνε φτωχοὶ
ὑπάρχουν πεινασμένοι,
κατάδικοι καὶ ἄρρωστοι
τόσο δυστυχισμένοι.

ποὺ μὲ τὰ χρήματα αὐτὰ
θὰ ἦσαν χορτασμένοι.

Ἐὰν ὁ δίκαιος κριτὴς
σ᾿ αὐτὰ σὲ ἐρωτήσει
εσὺ ὁ ἀπερίγραπτος
τί θὰ τοῦ ἀπαντήσεις;

Οἱ πύργοι τ᾿ ἀγροκτήματα
οἱ πολυκατοικίες
ἐὰν δὲν χαρισθοῦν καλῶς
γεμίζουνε κακίες.

Οἱ λίρες τὰ δολλάρια
ἀντάλλαγμα δὲν εἶναι,
γιὰ τὴν ψυχὴν τοῦ χριστιανοῦ
ἀντάλαγμα δὲν εἶναι.

Μὲ λίρες καὶ δολλάρια
ψυχὴ δὲν ξαγοράζεις
καὶ εἰς τὴν ἄλλη τὴν ζωὴν
μάταια θὰ φωνάζεις.

Στὴν κόλαση θὰ βρίσκεσαι
χωρὶς καμμίαν ἐλπίδαν
ἡ γλῶσσα σου νὰ δροσισθεῖ
ἔστω καὶ μὲ ρανίδα.

ILLUSIONS







...καὶ εἶδον τὰ ὀστᾶ τὰ γεγυμνωμένα





Ἐμνήσθην τοῦ Προφήτου βοῶντος· Ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σποδός, καὶ πάλιν κατενόησα ἐν τοῖς μνήμασι καὶ εἶδον τὰ ὀστᾶ τὰ γεγυμνωμένα καὶ εἶπον: Ἄρα τὶς ἐστι, βασιλεύς ἢ στρατιώτης, ἢ πλούσιος ἢ πένης, ἢ δίκαιος ἢ ἁμαρτωλός;

I brought to mind the prophet who cried: I am earth and dust; and again I looked in the graves and beheld the naked bones, and said: to whom could these belong? King or soldier, rich or poor, righteous or sinner?

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ...

" Όταν πεθαίνει ο άνθρωπος τότε η ψυχή του υπερίπταται επάνω από το ακίνητο και νεκρό σώμα του και διερωτάται:
« Μά, πώς συμβαίνει τώρα να είμαστε δύο , ενώ πρώτα ήμουν μόνο εγώ; » Κάθε ψυχή έχει το ίδιο σχήμα πού είχε όταν ζούσε ό άνθρωπος και αναγνωρίζεται από άλλες, γνώριμες ψυχές…"
ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ...
Ήμουν άθεη.
Έβριζα πολύ καί φοβερά τόν Θεό. Ζούσα μέσα στήν ντροπή καί στήν πορνεία καί ήμουν σάν νεκρή πάνω στήν γή. Όμως, ό ελεήμων Θεός δέν μέ άφησε οριστικά νά χαθώ, αλλά μέ οδήγησε στήν μετάνοια.
Στά 1962 αρρώστησα από καρκίνο καί ήμουν άρρωστη 3 χρόνια. Δέν παρέμενα βέβαια στό κρεββάτι, αλλά εργαζόμουνα καί έκανα θεραπεία σέ γιατρούς, ελπίζοντας νά γίνω καλά. Τούς τελευταίους 6 μήνες είχα πολύ αδυνατίσει, μή μπορώντας νά πιώ ούτε νερό. Μόλις τό έπινα, αμέσως έκανα εμετό.
Μέ πήγαν τότε στό Νοσοκομείο, καί κάλεσαν έναν καθηγητή από τήν Μόσχα γιά νά μέ χειρουργήσει.
Μόλις μού άνοιξαν τήν κοιλιά, κάτι συνέβει καί αμέσως πέθανα !
Ή ψυχή μου βγήκε από τό σώμα καί στέκονταν ανάμεσα σέ δυό γιατρούς, ενώ εγώ μέ μεγάλο φόβο καί τρόμο κύτταζα τό ανοιγμένο σώμα μου. Ολόκληρο τό στομάχι καί τά έντερά μου ήταν προσβεβλημένα από τόν καρκίνο.
Όπως κοιτούσα τό σώμα μου ξαπλωμένο στό χειρουργείο, σκεπτόμουν μέ απορία, πώς είμαστε δύο; Δέν μπορούσα νά καταλάβω αυτό, γιατί πρώτη φορά μού συνέβαινε...
Δέν είχα ιδέα ότι υπάρχει ψυχή. Οί κομμουνιστές μάς φούσκωναν καί μάς δίδασκαν ότι ψυχή καί Θεός δέν υπάρχουν, ότι αυτά είναι επινόηση τών παπάδων, γιά νά ξεγελούν τόν λαό καί νά τόν κρατούν σέ φόβο τόν κόσμο, γιά κάτι πού δέν υπάρχει.
Κοιτούσα τόν εαυτό μου νά στέκεται όρθια στόν αέρα, αλλά έβλεπα καί τό σώμα μου πάνω στό χειρουργείο...
Οί γιατροί μού έβγαλαν έξω όλα τά εντόσθια καί αναζητούσαν τό δωδεκαδάκτυλο. Αλλά εκεί υπήρχε μόνο πύον, τά πάντα ήταν κατεστραμμένα καί χαλασμένα, τίποτα δέν ήταν υγιές. Τούς άκουσα νά λένε:
" Αυτή, δέν είχε τίποτα σωστό γιά νά ζήσει..."
ΣΤΟ ΧΕΙΡΟΥΡΓΕΙΟ...
Όλα τά έβλεπα φοβισμένη καί σκεπτόμουνα πάντα τό ίδιο πράγμα:
" Πώς, καί από πού είμαστε δύο; Στέκομαι, καί ταυτόγχρονα είμαι καί ξαπλωμένη!!"
Είδα τούς γιατρούς νά ρίχνουν όπως - όπως τά εντόσθια μέσα στό σώμα, καί άκουσα πού έλεγαν ότι πρέπει νά δοθεί τό σώμα μου στούς νέους ειδικευόμενους γιατρούς γιά τήν διδασκαλία τους.
Μετέφεραν τελικά τό σώμα μου στό Νεκροστάσιο, ενώ εγώ πήγαινα κοντά τους χωρίς αυτοί νά τό καταλαβαίνουν...
Μέ άφησαν ξαπλωμένη καί γυμνή πάνω στό μάρμαρο, σκεπασμένη ώς τόν λαιμό μέ ένα σεντόνι.
Μετά από λίγη ώρα βλέπω ότι ήλθε ό αδελφός μου καί έφερε τόν μικρό μου γυιό. Ήταν έξη χρονών καί ονομάζονταν Αντρούσκα ( Αντρέϊ ).
Ό γυιός μου πλησίασε τό σώμα μου, καί μέ φίλησε στό κεφάλι. Άρχισε νά κλαίει λέγοντας: " Μαμά, μαμά, γιατί πέθανες; Είμαι ακόμη μικρός, πώς θά ζήσω τώρα χωρίς εσένα; Πατέρα δέν έχω, κι΄ εσύ πέθανες !..."
Εγώ τότε τόν αγκάλιασα καί τόν φίλησα, αλλά αυτός δέν τό κατάλαβε, ούτε τό είδε καί τό πρόσεξε. Κύταζε μόνο τό νεκρό μου σώμα...
Έβλεπα επίσης πώς έκλαιγε καί ό αδελφός μου...
Μετά από αυτό, βρέθηκα ανεξήγητα στό σπίτι μου. Είδα τήν πεθερά μου από τόν πρώτο μου γάμο νά μπαίνει στό σπίτι, καθώς καί τήν μητέρα μου καί τήν αδελφή μου. Τόν πρώτο μου σύζυγο τόν είχα εγκαταλείψει γιατί πίστευε στόν Θεό.
Σέ λίγο όλοι αυτοί, άρχισαν τήν διανομή τών πραγμάτων μου. Ζούσα τότε πλούσια καί μέ πολυτέλεια αλλά μέ χρήματα αποκτημένα μέ τήν αδικία καί τήν πορνεία. Ή αδελφή μου άρχισε νά αφαιρεί τά πιό ωραία από τά πράγμάτά μου, ενώ ή πεθερά μου ζητούσε νά αφήσει καί κάτι γιά τόν μικρό γυιό μου.
Ή αδελφή μου δέν έδινε τίποτα, αλλά επί πλέον άρχισε νά εμπαίζει τήν πεθερά μου λέγοντάς της:
" Αυτό τό παιδί δέν είναι από τόν γυιό σου, καί εσύ δέν τού είσαι τίποτα τώρα..."
Μετά από κάποια φασαρία βγήκαν αυτές έξω κλείνοντας τό σπίτι. Ή αδελφή μου πήρε μαζί της καί έναν μεγάλο μπόγο μέ πράγματα.
Ενώ όμως αυτές μάλωναν γιά τά πράγματα, είδα μέ τρόμο γύρω μας νά χορεύουν καί νά χαίρονται διάβολοι...
Ξαφνικά βρέθηκα στόν αέρα, σάν νά πετούσα μέ αεροπλάνο. Αισθανόμουν ότι κάποιος μέ συγκρατούσε καί ότι υψώνομαι όλο καί περισσότερο. Βρέθηκα πάνω από τήν πόλη Barnaul, αλλά αμέσως τήν έχασα πέφτοντας σέ βαθύ σκοτάδι. Σέ λίγο άρχισε νά έρχεται ένα φώς πού όλο καί δυνάμωνε, φθάνοντας σέ σημείο νά μή μπορώ πιά νά τό κοιτάξω.
Μέ έβαλαν πάνω σέ μιά μαύρη πλάκα γύρω στό ενάμισυ μέτρο, ενώ έβλεπα γύρω μου τεράστια δένδρα μέ πανέμορφα φυλλώματα, καθώς καί σπίτια καινούργια αλλά χωρίς νά βλέπω πρόσωπα. Έβλεπα τίς καταπράσινες κοιλάδες διαλογιζόμενη " πού βρίσκομαι άραγε τώρα; "
Άν βρίσκομαι στήν γή, έλεγα, τότε γιατί δέν βλέπω ανθρώπους, εργοστάσια, δρόμους, συγκοινωνίες... Τί μέρη είναι εδώ αυτά, χωρίς ανθρώπους, καί ποιοί ζούν τέλος πάντων εδώ;
Καί ενώ σκεπτόμουν αυτά, μιά πανέμορφη ψηλή γυναίκα ντυμένη μέ βασιλικά φορέματα, διέκοψε τίς σκέψεις μου!
Περπατούσε τόσο ανάλαφρα πού τό χορτάρι δέν λύγιζε από τό βάρος της. Κοντά της πήγαινε ένα νεαρό πρόσωπο κλαίγοντας, μέ σκεπασμένο τό πρόσωπό του μέ τίς παλάμες του. Έκλαιγε πικρά, καί σάν κάτι νά τήν παρακαλούσε, αλλά γιά ποιό λόγο δέν μπορούσα νά ακούσω.
Σκέφθηκα μήπως ήταν γυιός της, καί μέσα μου διαμαρτυρήθηκα γιά τήν αδιαφορία της. ( Θά καταλάβαινα βέβαια πολύ αργότερα, ότι τό πρόσωπό αυτό ήταν ό φύλακάς μου άγγελος πού μού είχε δοθεί στήν βάπτισή μου καί πού τώρα έκλαιγε γιά τήν απώλεια τής ψυχής μου πού θά πήγαινε στήν Αιώνια Κόλαση. Παρακαλούσε τήν Παναγία νά μεσιτεύσει στόν Χριστό γιά νά γλυτώσω...)
Όταν αυτοί μέ πλησίασαν είδα τόν νέο αυτό νά πέφτει μπροστά στά πόδια τής πανέμορφης αυτής γυναίκας, νά τήν παρακαλεί εντονώτερα οδυρώμενος, καί νά τής ζητεί κάτι. Αυτή, κάτι τού είπε, αλλά δέν μπόρεσα νά καταλάβω τά λόγια της.
Ήθελα νά τούς ρωτήσω " πού βρίσκομαι; " , όταν είδα τήν γυναίκα αυτή νά σταυρώνει τά χέρια στό στήθος της, καί κοιτώντας τόν ουρανό τήν άκουσα καθαρά νά λέει:
" Κύριε, πού θά πάει αυτή, έτσι όπως είναι; "
Άρχισα τότε νά τρέμω, καί κατάλαβα ότι είχα πεθάνει, μέ τήν ψυχή μου νά βρίσκεται στόν ουρανό καί τό σώμα μου πάνω στό μάρμαρο τού Νεκροστασίου...
Άρχισα νά κλαίω καί νά οδύρομαι συναισθανόμενη πιά τήν βαρύτητα τής θέσης μου όταν άκουσα μιά φωνή νά λέει:
" Νά τήν γυρίσετε στήν γή, χάρη καί μόνο γιά τίς αγαθοεργίες τού πατέρα της..."
Άλλη φωνή όμως απάντησε:
" Βαρέθηκα πιά τήν αμαρτωλή καί διεφθαρμένη ζωή της. Εγώ ήθελα νά τήν εξαφανίσω από προσώπου γής χωρίς μετάνοια, αλλά μέ παρεκάλεσε γι΄ αυτήν ό πατέρας της. Δείξτε της τό μέρος γιά τό οποίο άξιζε νά πάει..."
Αμέσως βρέθηκα στόν Άδη.
Τότε άρχισαν να έρπουν μέχρις εμένα, φοβερά πυρακτωμένα φίδια με μακριές γλώσσες που ξερνούσαν φωτιά και άλλες αποκρουστικές ακαθαρσίες.
Η βρώμα ήταν αβάσταχτη.
Αυτά τα φίδια τυλίχτηκαν γύρω μου και ταυτόχρονα από κάπου παρουσιάστηκαν σκουλήκια χοντρά ίσαμε τά δάχτυλα, με ουρές που κατέληγαν σε βελόνες και άγγιστρα. Αυτά έμπαιναν σε όλα τα ανοικτά μου μέρη, στα αυτιά, στα μάτια, στη μύτη κλπ. και έτσι με βασάνιζαν και εγώ κραύγαζα εσωτερικά, καί όχι με την φωνή μου.
Αλλά εκεί δεν υπήρχε από πουθενά ούτε βοήθεια, ούτε έλεος από κανένα.
Εκεί είδα πως παρουσιάστηκε καί μιά γυναίκα που πέθανε από άμβλωση, και άρχισε να παρακαλεί τον Κύριο για έλεος...
Άκουσα μιά φοβερή φωνή νά τής λέει:
«Εσύ στην γη δεν με αναγνώριζες, σκότωνες τα παιδιά στη κοιλιά σου, και επί πλέον έλεγες στους ανθρώπους: "δεν πρέπει να γεννάτε παιδιά, τα παιδιά είναι περιττά ".
Όμως σ΄ Εμένα δεν υπάρχουν περιττά.
Σ΄ Εμένα υπάρχουν τα πάντα, και για όλους αρκετά !!!
Καί απευθυνόμενος σέ μένα είπε:
«Εγώ σου έδωσα την αρρώστια για να μετανοήσεις, αλλά εσύ με έβριζες ως το τέλος της ζωής σου και δεν με αναγνώριζες. Γι΄αυτό ακριβώς κι΄ εγώ τώρα, δεν σε αναγνωρίζω ! Καί όπως στην γη έζησες χωρίς Κύριο καί Θεό, έτσι και εδώ θα ζήσεις χωρίς Εμένα...!».
Καί ξαφνικά όλα αυτά παίρνοντας μιά άλλη όψη, άλλαξαν...
Ήταν σάν κάπου νά πέταξα. Η βρώμα και ο δυνατός οδυρμός χάθηκαν, και εγώ ξαφνικά είδα την εκκλησία που ενέπαιζα. Άνοιξε η Ωραία πύλη και από αυτήν βγήκε ό ιερέας ντυμένος στα άσπρα. Στέκονταν με σκυμμένο κεφάλι ενώ κάποια φωνή μού απηύθηνε λόγο:
«Ποιός είναι αυτός;»
Εγώ απάντησα, « είναι ο ιερέας μας».
«Εσύ δέν ήσουν πού έλεγες ότι είναι χαραμοφάης ; Όμως αυτός δεν είναι χαραμοφάης, αλλά πραγματικός ποιμένας! Δεν είναι μισθωτός καί μισθοφόρος πού έλεγες...
Καί μάθε ακόμη, πως μπορεί νά είναι ένας απλός παπάς, όμως υπηρετεί πιστά Εμένα. Καί άν αυτός δεν σου διαβάσει την ευχή της συγχώρησης στήν εξομολόγηση, εγώ δεν πρόκειται ποτέ νά σε συγχωρήσω»!
Τότε άρχισα να παρακαλώ:
«Κύριε, γύρισε με στη γή, έχω έναν μικρό γιό».
Ο Κύριος είπε:
«Γνωρίζω ότι έχεις μικρό γιό, καί είναι κρίμα γι' αυτόν...»
«Είναι κρίμα Κύριε" , τού απάντησα.
«Εγώ σας λυπάμαι όλους, είπε. Και τρείς φορές σας λυπάμαι... Όλους σας περιμένω... Αλλά επί τέλους, πότε θα ξυπνήσετε από το αμαρτωλό όνειρο πού ζείτε, πότε επί τέλους θά μετανοήσετε και θα έλθετε στον εαυτό σας;»
Καί λέγοντας αυτά είδα καί πάλι τήν Μητέρα του Θεού. Πήρα το θάρρος να τη ρωτήσω:
«Υπάρχει εδώ σε σάς, Παράδεισος;».
Αλλά, αντί για απάντηση στήν αμφισβήτησή μου αυτή καί στήν απορία μου, ξαναβρέθηκα πάλι στην κόλαση καί στον Άδη. Οί δαίμονες έρχονταν τρέχοντας με καταλόγους δείχνοντας τα αμαρτήματά μου καί φωνάζοντας:
«Εσύ μας υπηρέτησες όταν ήσουν στη γή. Είσαι δική μας τώρα !...»
Άρχισα να διαβάζω τα αμαρτήματά μου καί όλα μου τα έργα, που ήταν γραμμένα με μεγάλα γράμματα, ανάμεσα σέ μεγάλο φόβο.
Έβλεπα από τα στόμα τους πού έβγαινε φωτιά καθώς με κτυπούσαν στο κεφάλι. Πάνω μου έπεφταν και κολλούσαν πυρακτωμένες σπίθες πυρκαγιάς και με έκαιγαν. Γύρω μου ακουγόταν φοβερός θρήνος, βρόντος φοβερός, και κοπετός πολλών ανθρώπων.
Όταν ή φωτιά δυνάμωνε έβλεπα γύρω μου τά πάντα. Οί ψυχές είχαν φοβερή όψη. Άλλες σακατεμένες μέ τεντωμένους λαιμούς, κι΄ άλλες μέ πρησμένα μάτια.
Μού έλεγαν:
"Είσαι συντρόφισσά μας,( εννοώντας προφανώς τόν κομμουνιστικό χαιρετισμό), καί είσαι υποχρεωμένη κι΄ εσύ νά ζήσεις τώρα μαζί μας...
Όπως εσύ, έτσι κι΄ εμείς, όταν ζούσαμε πάνω στήν γή δέν αναγνωρίζαμε τόν Χριστό, βρίζαμε καί βλαστημούσαμε, κάναμε κάθε κακό, καί ιδιαίτερα τήν πορνεία, τήν υπερηφάνεια, και ποτέ μας δέν μετανοήσαμε.
Πολλοί αμάρτησαν αλλά μετάνοιωσαν καί πήγαιναν μετά στήν Εκκλησία, προσεύχονταν στόν Θεό, ελεούσαν τούς φτωχούς, καί βοηθούσαν στήν ανάγκη του κάθε άνθρωπο. Όλοι αυτοί είναι τώρα εκεί πάνω, μακρυά μας... ( εννοώντας προφανώς τόν Παράδεισο, τόν οποίον δέν ήθελαν νά αναφέρουν ούτε μέ τό όνομά του...)
Εγώ φοβήθηκα ακούγοντας τά λόγια αυτά, καί μάλιστα ότι θά ζούσα στούς φοβερούς αυτούς τόπους γιά όλη τήν αιωνιότητα...
Μετά από αυτά μέσα σέ ένα φώς πού έδιωξε τό σκοτάδι εμφανίστηκε πάλι ή Μητέρα τού Θεού. Οί δαίμονες τράπηκαν σέ φυγή, ενώ οί ψυχές πού βασανίζονταν άρχισαν μέ μεγάλες φωνές νά τήν ικετεύουν γιά έλεος:
"Ουράνια βασίλισσα, μή μάς αφήνεις άλλο εδώ, Μητέρα τού Θεού σέ παρακαλούμε, καιγόμαστε καί δέν υπάρχει σταγόνα νερού νά σβήσουμε τήν δίψα μας..."
Εκείνη έκλαιγε συμπονετικά μαζί τους, αλλά μή έχοντας καί εξουσία απολυτρώσεως τούς έλεγε:
"Όσο ζούσατε κάτω στήν γή δέν μέ αναγνωρίζατε, μάλιστα καί μέ βλαστημούσατε. Δέν μετανοούσατε γιά τίς αμαρτίες σας απέναντι τού Γυιού μου καί Θεού σας, γι΄ αυτό κι΄εγώ τώρα δέν μπορώ νά σάς βοηθήσω. Αλλά ούτε καί ό Χριστός δέν μπορεί νά παραβεί τήν επιθυμία τού Πατέρα Του !
Βοηθώ μόνο αυτούς γιά τούς οποίους παρακαλούν οί συγγενείς τους καί προσεύχεται γι΄ αυτούς ή αγία εκκλησία"
Μετά από τά λόγια αυτά αρχίσαμε νά υψωνόμαστε, ενώ από κάτω οί φωνές τών κολασμένων δυνάμωναν: "Μητέρα τού Θεού μή μας αφήνεις..."
Βρέθηκα πάλι σέ σκοτάδι πάνω στήν ίδια πλάκα, ενώ ή Θεοτόκος σταυρώνοντας πάλι τά χέρια στό στήθος καί υψώνοντας τά μάτια στόν ουρανό άρχισε νά προσεύχεται λέγοντας:
" Τί νά κάνω μ΄ αυτήν, Κύριε, πού νά τήν βάλω;" ενώ μιά φωνή τής απάντησε:
" Γυρίστε την πάλι στήν γή, γυρίστε την πίσω...
Είδα τήν Μητέρα τού Θεού νά μέ σπρώχνει στήν γή, καί περνώντας αόρατη τούς τοίχους βρέθηκα στό Νεκροστάσιο καί στό ψυγείο κοιτάζοντας καί τά άλλα πτώματα.
Είπα μόνη μου στήν ψυχή μου:
"πήγαινε τώρα στό σώμα σου", ενώ ένα ισχυρό ψύχος μέ κυρίευσε. Τήν ίδια στιγμή κάποιος άναψε τό φώς φέρνοντας καινούργιο νεκρό. Πρόσεξαν τό γύρισμά μου από τήν ύπτια θέση πού συνήθως βάζουν τούς νεκρούς στό ψυγείο, καί όλοι οί νοσοκόμοι πανικόβλητοι διασκορπίσθηκαν...
Επέστρεψαν γρήγορα μέ δυό γιατρούς, πού άρχισαν νά ζεσταίνουν τόν εγκέφαλό μου μέ λάμπες. Υπήρχαν στό σώμα μου οκτώ τομές, τρείς στό στήθος καί πέντε στήν κοιλιά. Δυό ώρες μετά τό ζέσταμα τού κεφαλιού άνοιξα τά μάτια μου, καί μόλις μετά από δώδεκα μέρες κατόρθωσα επιτέλους νά μιλήσω.
Μού έφεραν πρωϊνό, τηγανίτες μέ βούτυρο καί καφέ. Τούς είπα, ότι σήμερα είναι ημέρα νηστείας καί δέν θά φάω από αυτά. Οί νοσοκόμοι έφυγαν πάλι, καί ήλθαν κάποιοι γιατροί. Μέ ρώτησαν γιατί αρνούμαι νά φάω. Τούς απάντησα:
"Καθήστε, καί θά σάς διηγηθώ, τί είδε ή ψυχή μου. Όποιος δέν νηστεύει τίς μέρες τής νηστείας, αυτός τελικά θά ζήσει σέ μιά φοβερή καί σιχαμερή κατάσταση. Γι΄ αυτό δέν θέλω νά αρτυθώ, εγώ πού πρώτα δέν πίστευα σ΄ αυτά..."
Οί γιατροί από τήν έκπληξη, τήν μιά κοκκίνιζαν καί τήν άλλη κιτρίνιζαν, αλλά οί μαζεμένοι γύρω μου ασθενείς μέ άκουγαν προσεκτικά. Μαζεύτηκαν κατόπιν πολλοί γιατροί. Τούς είπα ότι τώρα δέν έχω τίποτα, δέν πονάω πουθενά. Έδειχνα τίς πληγές μου καί διηγόμουνα στόν κόσμο πού κατέφθανε τά περιστατικά πού έζησα. Τελικά επενέβη ή αστυνομία, μέ πήραν από εκεί καί μέ πήγαν σέ άλλο νοσοκομείο.
Εκεί ανάρρωσα τελείως, αλλά παρακάλεσα τούς γιατρούς νά δούν καί πάλι χειρουργικώς τήν κατάστασή μου. Μέ έβαλαν πάλι στό χειρουργείο καί όταν άνοιξαν τήν κοιλιά μου είπαν:
"Τά εντόσθιά σας είναι απολύτως υγιή καί καθαρά, όπως ενός παιδιού" .
Ήλθαν καί οί γιατροί πού είχαν κάνει τήν πρώτη εγχείρηση καί πέθανα, καί απόρησαν: " Πού είναι ή αρρώστια της; Τά εντόσθιά της ήταν όλα σάπια καί διαλυμένα από καρκίνο καί τώρα τά βλέπουμε τελείως καλά !..."
Τούς απάντησα:
" Ό Κύριος καί Θεός φανέρωσε τό έλεός του πάνω σ΄ εμένα τήν αμαρτωλή, δίνοντάς μου ζωή γιά νά μαρτυρήσω καί σέ άλλους ό, τι μού συνέβει. Ό Χριστός, πήρε από μέσα μου ότι κατεστραμμένο υπήρχε καί μού τό έδωσε γερό. Βλέπετε κύριε, είπα στόν χειρούργο από τήν Μόσχα, ότι τελικά γελαστήκατε; Τί μπορείτε νά πείτε τώρα;"
"Είναι αλήθεια, απάντησε εκείνος, ότι τίποτα υγιές δέν υπήρχε μέσα σου. Φαίνεται σέ αναγέννησε ό Υπέρτατος ( ό Ύψιστος)"
Τού απάντησα:
" Άν πράγματι πιστεύετε σ΄ Αυτόν, κάντε τόν σταυρό σας, καί παντρευτείτε χριστιανικά" Ο γιατρός κοκκίνησε γιατί ήξερα ότι ήταν Εβραίος...
Φεύγοντας από τό νοσοκομείο, κάλεσα τόν ιερέα πού νωρίτερα τόν ενέπαιζα, λέγοντάς τον "χαραμοφάη". Τού διηγήθηκα όσα μού συνέβησαν, εξομολογήθηκα τίς αμαρτίες μου, καί αφού έκανα τόν κανόνα μου μετέλαβα τών Αγίων τού Χριστού μυστηρίων. Ακόμη, τόν κάλεσα καί ευλόγησε τό σπίτι μου, γιατί ώς τώρα σ΄ αυτό βασίλευε ή αμαρτία, τό μεθύσι, ή μικρότητα, ό εμπαιγμός, καί οί φασαρίες.
Σήμερα, εγώ ή αμαρτωλή Κλαυδία Νικίτισνα, μέ τήν βοήθεια τού Θεού καί τής Ουράνιας Βασίλισσας Θεοτόκου, είμαι 40 χρονών, ζώ χριστιανικά. Πηγαίνω τακτικά στήν εκκλησία, στόν Ναό τού Θεού καί ό Κύριος μέ βοηθάει. Μέ επισκέπτονται άνθρωποι από όλα τά μέρη τού κόσμου γιά νά ακούσουν καί προσωπικά τήν ιστορία μου...
Άς είναι δοξασμένος ό Χριστός μας, ό Κύριός μας καί Θεός μας!
Όλους τούς συμβουλεύω νά προσέχουν πώς ζούν, γιατί υπάρχει πράγματι άλλος κόσμος καί άλλη ζωή, καί θά δώσουμε λόγο γιά τίς πράξεις μας εδώ στήν γή. Μή μάς ξεγελάει κανείς, ότι τίποτα δέν υπάρχει, γιατί θά βρεθούμε μπροστά σέ μία τραγική πραγματικότητα πού δέν θά παίρνει διόρθωση, γιά εκατομμύρια χρόνια...
Νά ζήτε όλοι χριστιανικά καί κατά Θεόν. Αμήν.
Ουστγιούζινα Κλαύδιγια Νικίτισνα


( από Ρωσσικό κείμενο καί από τό βιβλίο "Τό τέλος τού Κόσμου" τού Σέρβου μοναχού Αρχιμ. Στέφανου -- Καρούλια, Άγιον Όρος )

Όταν ο θάνατος πλησιάζει

Η επιθανάτια εμπειρία βήμα - βήμα
Οι επιστήμονες κατάφεραν έπειτα από χιλιάδες μαρτυρίες να χαρτογραφήσουν τα διαφορετικά στάδια μιας επιθανάτιας εμπειρίας. Καμιά περίπτωση δε μοιάζει ακριβώς με μια άλλη και η χαρτογράφηση δεν αποτελεί παρά ένα θεωρητικό μοντέλο, υπό την έννοια ότι κάποιοι ασθενείς άρχισαν απ΄ ευθείας από το στάδιο 2 ή 5 και τερμάτισαν στο στάδιο 7 ή 9 ή 10. Όλοι τους διευκρινίζουν ότι η εμπειρία τους δεν περιγράφεται με λόγια αλλά ήταν τόσο ωραία που ποτέ πια δε θα έχουν να φοβηθούν το θάνατο (τις συνθήκες ναι, όχι όμως τον φυσικό θάνατο). Αυτά τα διαφορετικά στάδια επέρχονται είτε τη στιγμή του ατυχήματος είτε στο νοσοκομείο.
1. Ο ασθενής ακούει να δηλώνεται νεκρός ή δεν καταλαβαίνει τη νέα του “υπόσταση”.

2. Αίσθηση ειρήνης και απώλειας της επίγειας ζωής. Ο ασθενής δεν δίνει σημασία στο σώμα του, σα να επρόκειτο περί ενός φακέλου που τον περικλείει, ή ενός χαμένου γαντιού.

3. Ένας ήχος, μια μουσική μπαίνουν σιγά σιγά στη συνείδησή του και χάνει επαφή με το περιβάλλον.

4. Ο ασθενής “βγαίνει” από το σώμα του και αιωρείται, ή ακόμα διαπερνά τοίχους ή ταβάνια. Βλέπει όλα τα πράγματα υπό γωνία 360 μοιρών και ακούει το ίδιο καλά αυτά που λένε αλλά και αυτά που σκέφτονται οι γιατροί. Η όρασή του γίνεται zoom. Του αρκεί να ρίξει το βλέμμα του σε ένα χώρο ή σε ένα αντικείμενο, κι αυτό ταυτόχρονα μεγαλώνει.
(Περίπτωση ενός 11χρονου παιδιού με ανακοπή καρδιάς μέσα στο διάδρομο του νοσοκομείου: άκουσε ένα περίεργο σφύριγμα στ’ αυτιά του και ανθρώπους που μιλούσαν. Στη συνέχεια αιωρούνταν στο ταβάνι του δωματίου και κοιτούσε από πάνω το σώμα του. Άκουσε μια νοσοκόμα που έλεγε:”ελπίζω να μη χρειαστεί να το κάνουμε” και στη συνέχεια παρακολουθούσε όλη την επιχείρηση της καρδιοπνευμονικής του ανάνηψης. Είδε μια νοσοκόμα “να του βάζει στο σώμα ένα είδος λίπους και στη συνέχεια να δίνει τις “ρακέτες” στο γιατρό” και όταν ο γιατρός πάτησε το κουμπί, ξαναβρέθηκε με μιας πίσω στο σώμα του. Έβλεπε τώρα το γιατρό από πάνω του.

5. Αλλαγή περιβάλλοντος: ο ασθενής νιώθει να “ρουφιέται” με πρωτοφανή ταχύτητα σε ένα σκοτεινό τούνελ, μια μαύρη σπείρα, ένα σκοτεινό σωλήνα, ένα πηγάδι, κλπ.

6. Σε κάποιες μαρτυρίες, ο ασθενής μας βεβαιώνει ότι είδε και άλλους στο ίδιο ταξίδι μέσα στο τούνελ.(περίπτωση μιας νεαρής πάνω στη γέννα: “βρισκόμουν μέσα σ’ ένα είδος τούνελ ή ασανσέρ. Υπήρχαν γύρω μου παρουσίες που με ενθάρρυναν, όπως σε ποδηλατικούς αγώνες που ο κόσμος γύρω ενθαρρύνει τους ποδηλάτες.”)

7. Διακρίνει ένα άσπρο φως η ένταση του οποίου τον έλκει. Το φως αυτό, παρά του ότι είναι πολύ μεγάλης έντασης, δεν τυφλώνει. Είναι ένα φως που “εκπέμπει αγάπη”, “μια αγάπη άγνωστη πάνω στη γη”, μέσα στην οποία ο ασθενής θέλει όσο τίποτε άλλο να αναμιχθεί.

8. Συναντά είτε νεκρούς φίλους και συγγενείς είτε “μια ύπαρξη από φως”.
Από εκεί και πέρα, δύο πιθανότητες:

9. Ή οι συγγενείς τού λένε να επιστρέψει -”η ώρα σου δεν έχει φτάσει” - οπότε νιώθει να ωθείται πάλι πίσω προς τα πίσω.

10. Είτε η “φωνή” της ύπαρξης από φως τον ρωτάει: “Τι έκανες στη ζωή σου;” Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο ασθενής βλέπει να περνάει από μπροστά του ολόκληρο το film της ζωής του, με όλες τις λεπτομέρειες, ακόμα και τις πιο ξεχασμένες, και μαζί μ’ αυτό βλέπει και τις συνέπειες των πράξεών του πάνω στη ζωή των άλλων. Η δοκιμασία αυτή χαρακτηρίζεται από τους ασθενείς που “επέστρεψαν” ως η πιο τρομακτική, διότι τίποτα δεν μπορεί να κρυφτεί. Η “φωνή” τον ξαναστέλνει λοιπόν πίσω, ή , πιο σπάνιο, τον αφήνει να επιλέξει ο ίδιος. Εκείνος ξέρει ότι αν περάσει πέρα από αυτό το όριο, η επιστροφή θα είναι αδύνατη.

11. Επιστροφή στο σώμα.



Μια μαρτυρία: ” Δεν ήθελα να επιστρέψω”.

“Θα το θυμάμαι για πάντα. Στο νοσοκομείο de Pontarlier, ο γυναικολόγος διέγνωσε χωρίς καθυστέρηση κύστη στις ωοθήκες εξαιρετικά επικίνδυνη και προγραμμάτισε να χειρουργηθώ την επομένη. Η επέμβαση διεξήχθη χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα και με πήγαν στο δωμάτιό μου. Με το που βρέθηκα στο κρεβάτι, ένοιωσα πολύ άσχημα, δεν μπορούσα να αναπνεύσω και νόμιζα ότι ζούσα σ’ έναν εφιάλτη. Ένοιωσα να ρουφιέμαι σε μια μαύρη πηχτή θάλασσα, κολλώδη κύματα με παράσερναν, κι έπειτα, τελείως ξαφνικά, το φως. Ένα φως τέτοιο που μ’ έκανε να ουρλιάξω: “Δε θέλω να επιστρέψω” (στη Γη). Η διαδικασία ανάνηψης διήρκεσε τρία τέταρτα της ώρας. Δεν ήθελα να επιστρέψω. Εκείνο το φως ήταν τόσο εκπληκτικό, τόσο όμορφο, κάτι το μεγαλειώδες, ένα ξημέρωμα ασύγκριτο με εκείνο που υπάρχει στη Γη. Ήθελα να συναντήσω αυτό το φως, επιθυμούσε να πάω εκεί που ήταν, να το πιάσω, όμως έπειτα, με μιας, όπως μια πτώση από μια κούνια που βρίσκεται σε κίνηση, επέστρεψα πίσω. Τα βαλα με τους γιατρούς. Ο άντρας μου που παραβρίσκονταν στην επέμβαση, δεν καταλάβαινε. Είχαν σπάσει τα αγγεία μου, είχα γίνει κατάμαυρη, για λίγο δεν είχα καταπιεί τη γλώσσα μου και τα πλευρά μου έσπασαν κατά την προσπάθεια των γιατρών να ανανήψω. Εγώ όμως ακτινοβολούσα ένα είδος ανθρώπου που έχει καταγοητευτεί, μαγευτεί από κάτι. Ήταν τόσο ωραίο.
Μετά από καιρό κακοχαρακτήρισα τον εαυτό μου που ήθελε εκείνη τη στιγμή να αφήσει πίσω τον άντρα μου και τα παιδιά μου. Στη δεύτερη εγχείρηση που έκανα, χρόνια αργότερα, φοβόμουν πολύ γιατί ήμουν σίγουρη ότι αυτή τη φορά δε θα επέστρεφα. Όμως τίποτα δε συνέβη. Όλα αυτά, τι άλλαξαν σε μένα; Πρώτα απ’ όλα, έδωσε στόχο στη ζωή μου. Βρίσκομαι εδώ γιατί οφείλω να τελειώσω τη ζωή μου. Ξέρω όμως ότι μετά θα είναι θαυμάσια. Αντιθέτως, δε θα αυτοκτονήσω ποτέ. Είναι ωστόσο μια τραυματική εμπειρία διότι θέλουμε να μιλήσουμε γι αυτά που ζήσαμε και δεν μπορούμε. Ήμουν ήδη τυχερή που οι γιατροί μου με άκουσαν χωρίς να νομίσουν ότι τρελάθηκα. Στη συνέχεια διαπίστωσα ότι την ίδια εμπειρία έζησαν κι άλλοι, πράγμα που με βοήθησε να το ξεπεράσω χωρίς πρόβλημα. Ένα πράγμα είναι σίγουρο, δε φοβάμαι πια το θάνατο.

Αφήγηση της Hermine Bathany, διευθύντριας δημοτικού σχολείου, 35 χρονών τη στιγμή του γεγονότος (1985).

People who are afraid of death are afraid of life




Awareness of the present

Death is the touchstone of our attitude to life. People who are afraid of death are afraid of life. It is impossible not to be afraid of life with all its complexity and dangers if one is afraid of death. This means that to solve the problem of death is not a luxury. If we are afraid of death we will never be prepared to take ultimate risks; we will spend our life in a cowardly, careful and timid manner. It is only if we can face death, make sense of it, determine its place and our place in regard to it that we will be able to live in a fearless way and to the fulness of our ability. Too often we wait until the end of our life to face death, whereas we would have lived quite differently if only we had faced death at the outset.
There is a patristic injunction, constantly repeated over the centuries, that we should be mindful of death throughout our life. But if such a thing is repeated to modern man, who suffers from timidity, and from the loss of faith and experience which prevails in our time, he will think he is called upon to live under the shadow of death, in a condition of gloom, haunted always by the fear that death is on its way and that then there will be no point in having lived. And death, if remembered constantly and deeply, would act as a sword of Damocles for him, suspended over his head by a hair, preventing the enjoyment of life and the fulfilment of it. Such an approach to the saying must be rejected. We need to understand mindfulness of death in its full significance: as an enhancement of life, not a diminution of it.
Most of the time we live as though we were writing a draft for the life which we will live later. We live not in a definitive way, but provisionally, as though preparing for the day when we really will begin to live. We are like people who write a rough draft with the intention of making a fair copy later. But the trouble is that the final version never gets written. Death comes before we have had the time or even generated the desire to make a definitive formulation. We always think that it can be done tomorrow. 'I will live approximately today. Tomorrow is when I shall act in a definitive way. It is true that things are wrong, but give me time. I will sort them out somehow, or else they will come right of themselves'. Yet we all know that the time never actually comes.
The injunction 'be mindful of death' is not a call to live with a sense of terror in the constant awareness that death is to overtake us and that we are to perish utterly with all that we have stood for. It means rather: 'be aware of the fact that what you are saying now, doing now, hearing, enduring or receiving now may be the last event or experience of your present life'. In which case it must be a crowning, not a defeat; a summit, not a trough. If only we realized whenever confronted with a person that this might be the last moment either of his life or ours, we would be much more intense, more much attentive to the words we speak and the things we do.
There is a Russian children's story in which a wise man is asked three questions: What is the most important moment in life? What is the most important action in life? And who is the most important person? As in all such stories, he seeks everywhere for an answer and finds none. Finally he meets a peasant girl who is surprised that he should even ask. ‘The most important moment in life is the present - it is the only one we have, for the past is gone, the future not yet here. The most important action in this present is to do the right thing. And the most important person in life is the person who is with you at this present moment and for whom you can either do the right thing or the wrong'. That is precisely what is meant by mindfulness of death.

The value of the present moment may be realized when someone dear to us has a terminal illness and, more particularly, when we are aware that he or she may be dead within minutes. It is then that we recognize the importance of every gesture and action, then that we realize how slight the differences between what we usually consider the great things in life and those which are insignificant. The way we speak, the manner in which we prepare a tray with a cup of tea, the way in which we adjust an uncomfortable cushion become as important as the greatest thing we have ever done. For the humblest action, the simplest word, may be the summing up of a whole relationship, expressing to perfection all the depth of that relationship, all the love, concern and truth that are within it.
If only we could perceive the urgency of every moment in the awareness that it may be the last, our life would change profoundly. The idle words which the Gospel condemns (Matt 12:36), all those statements and actions which are meaningless, ambiguous or destructive — for these there would be no place. Our words and actions would be weighed before they are spoken or performed so that they might be culminating point in life and express the perfection of a relationship, never less.
Only awareness of death will give life this immediacy and depth, will bring life to life, will make it so intense that its totality is summed up in the present moment. Such precisely is the way in which the ascetics fought against mindlessness, lack of attention and carelessness, against all the attitudes which allow us to miss the moment of opportunity, to pass the other person by, not to notice the need. One of the chief things that we are called upon to learn is awareness - awareness of our own self and of the other person's situation, an awareness that will stand the test of life and death. All life is at every moment an ultimate act.

Fear of death, longing for death

We know from experience, our own and other people's, that we are afraid of death or uncertain about it. To be precise, I think that we are more afraid of the process of dying than of the fact of death. Most people might be ready to accept death if they were sure that death would come as sleep, without an intermediate period of fear and uncertainty.
Indeed, there is even something beguiling and attractive about death. How often people say, 'I wish I were dead': it is a way of saying, 'I wish I could be free of all responsibility either to myself or God or anyone else, I wish I could return to the condition of my early childhood when there was no need for me to live responsibly and I could simply play'. Most of us would prefer to play at living rather than to live commitedly. Consequently there is a fascination in death, seen as a liberation from the burden and responsibility of life. But in that sense death must be seen as an adversary, for it is one of the ways in which we are beguiled into turning away from what life offers in terms of a challenge and in terms of relationship. When people say, 'I am not afraid of death', we should always be ready to challenge them and ask whether their acceptance or even longing for death does not disguise a fear of life: 'I am terrified of life and would like to escape from it at all costs - if only I could go to sleep and never wake up, if only I could leave others to face my responsibilities, all the things which I have left undone or done amiss'. We should not be romantic in our attitude to death.
If we look to the saints we discover an altogether different attitude to death. Their love of death was not founded on a fear of life. When St. Paul says, 'For me to live in Christ and to die is gain [...]. I should like to depart and to be with Christ, which is far better' (Phil 1:21, 23), he is expressing a completely positive attitude to death. Death appears to him as a gate that will open on to eternity, enabling him to meet face to face the Lord who is all his love and all his life. But this cannot be achieved by wishful thinking. There is more to it than that. In order to be able to long for death in this particular way and to see death as the crowning of our life, as its unfolding to the measureless measure of eternity (to use a paradoxical phrase of St Maximus the Confessor), we must have an experience of eternal life here and now. We must not think of eternal life as something that will come later, as future happiness or future security. The apostles became fearless only when they themselves became - here and now - partakers of eternal life. As long as they had not received the witness of Christ's resurrection, as long as they had not received the Spirit, they were still afraid and clung in fear to their temporal life. But the moment they had access to life eternal, their fear of losing temporal life disappeared; for they knew that hatred, persecution and murder could do nothing more than free them from this life's limitations and enable them to enter into the boundless depths of eternal life. And this eternal life was known as a present experience, not only in an act of faith. The same is true of the martyrs. They were ready to die and possessed the sovereign freedom of self-giving because they knew life eternal and had in some measure already entered into it.

Death as an event in daily life

We could learn much about death if we took the trouble to look at our own experience. Death is much closer to us than we imagine, and we all could speak of experiences of 'death' which are in no sense frightening. What I have to say on this subject is neither new nor my own: perhaps more than anything else in my talk it is borrowed from others.

First of all, dying from a practical point of view means to drop out of self-awareness into an oblivion of self. This is something many people are afraid to do. Yet each of us goes to sleep every evening, loses himself completely in sleep, and without any fear. Why? Because we feel certain - to a great extent unjustifiably pertain - that we shall wake the next morning. We trust that the next morning will dawn for us, that sleep is a temporary experience. Could we not treat this as a parable of the process by which we die and wake in eternity? For in reality there is a great risk in closing one's eyes and going to sleep. There is no more dangerous place than one's bed, as noted in the story of the sailor and the peasant, who were considering the dangers of their respective conditions. The peasant insisted that he would never risk his life on the sea: 'It is far too dangerous'. When the sailor asked why he should think so, the peasant replied: 'Where did your father die?' 'At sea.' 'And your grandfather?' 'Also at sea.' 'And you still can't see how dangerous it is to go to sea?' But the sailor countered the question with his own: 'And where did your father die?' 'He died in his bed.' 'And his father?' 'Also in his bed.' 'And yet you dare to go to bed each night?' In this sense we ourselves face death trustfully and confidently each night. And when this kind of temporary death does not come easily to us, we even go so far as to take sleeping pills or nightcaps. Is it not curious that we fail to draw conclusions from the simplest things of life?
There is another way in which the experience of death is familiar to us all. As Romano Guardini has pointed out in his book The Last Things, there are several ways of dying in the course of a life. When we move from infancy to childhood, then to youth and adolescence and so to maturity and old age, we imagine that we grow out of one stage into the next. But if we are to develop, a number of things which were previously our condition must die in us: for a youth or adult preserves the characteristics of his childhood becomes childish, even infantile. In order to acquire maturity at the next stage of development, we must accept that something in us dies. And this dying may be a painful and difficult process, in a way as difficult as the actual dying of our body in the dissolution of death. Many parents know this all too well. They may long for their child to remain a little boy and they may be deeply disturbed at the sight of the young adult emerging out of the youngster. The process of dying in order to live is going on within us all the time: by contrast with such parents we must become aware of it and participate more actively in it. Then shall we be less afraid of death as an irrevocable loss. Rather shall we learn to regard it as an inevitable part of the process by which we grow into a more mature and complete life.

Death to self

Christ calls us to die to ourselves. What does this mean? The phrase is ambiguous, like everything else that is said about death. Does it mean self-destruction? Many imagine that it does, and try to apply it in that sense. Fortunately they fail, but they remain wounded by the terror of it. Properly understood, dying to oneself means acceptance of this progressive dying of things within us, until we come to the point when we realize that there is in us a real and deep self that belong to eternity, and a superficial self that has to be dissolved. We must let go of the superficial self in order to live fully.
Many feel that they cannot be aware of their own existence unless they assert themselves and demand recognition; and others of course react by trying to defend themselves against this kind of aggression. We can accept not to assert ourselves, not to impress upon others this awareness that we exist, only if we can believe - and we can believe it only on the strength of experience - that we are loved and affirmed by others. We must learn to be far greater than we are. It is not enough to know that God loves us and affirms us. We need to be affirmed by our neighbour, by at least one person, who says to us, 'You matter ultimately to me'. Gabriel Marcel insists in one of his books that to tell a person 'I love you' is tantamount to saying 'You shall never die', meaning as it does 'You matter to me so ultimately that I will assert you before the face of God, even if no one asserts you but God and myself'. We could achieve a great deal if we were prepared to recognize one another and to say, however tentatively, 'Yes, I am prepared to assert you. Although I am not sure how to do it completely, since your existence so far is a challenge, even an aggression, although I am afraid to do so, yet I will assert you as much as I can'. In this way, we could grow to the maturity that will allow us to assert the other and proclaim his ultimate value whatever the cost. The person who is asserted in such a way can forget about himself and live. Such is the line along which we are called to go.
We must have the courage to struggle through layers of fear in asserting one another ever more, fighting fear, yet overcoming it. At every step we have to renounce ourselves so that the other can be. As St John the Baptist spoke of himself decreasing in order that the Other might increase (John 3:30), so are we called to die progressively to ourselves that the other, our neighbour, may live. So to die means to leave nothing within us except that which is essential to the fullness of life.

Death as enemy and friend

Yet things are not so simple. It is true that, as St. Paul says, to live is Christ and to die is gain. It is true that to die is not to be divested of temporal life, but to be clothed with eternity. But there is a further point emphasised by St Paul, as also by the rest of Scripture. Man was not created for death; his calling is for eternal life; death is the result of sin in the sense of separation from God, breach with neighbour, loss of contact with man's real and deeper self. From that point of view, death is the last enemy that shall be destroyed (1 Cor 15:26). Death is the enemy, God's as much as ours. Indeed, it is God's enemy in the most striking and dramatic way, for it extends even to Christ himself. But while on the one hand death is such an enemy, the fact that it does reach out to Christ, that it kills him who is perfect man and God himself incarnate, also shows that it is not an evil devoid of meaning. For however much a result of sin and evil death may be, it is not in itself a sin or an evil which necessarily corrupts whoever it touches. Christ was not defiled in his death on the Cross, in his descent into hell, in his partaking of the total tragedy of death: his person was not polluted by communing in its mystery.
So there is an ambiguity here. On the one hand death should not exist, death is the result of evil and is to be defeated. On the other hand death alone enables us to break through the vicious circle of endlessness (and endlessness is something quite different from eternity). If there were no death in a world of sin, evil and corruption, we would slowly decay and disintegrate without ever being able to escape the horror of such gradual destruction.
There was a soldier in a Russian fable who managed to capture death and put it into a bag. He carried the bag on his back, safely secured, and was regarded at first as a benefactor who had saved mankind from its greatest scourge. But then it became obvious that while death might have gone, illness and old age were as much present as before. And when the soldier one day met an old woman, bent with age and illness, she shook her fist at him and shouted: 'Look what you have done, you evil good-for-nothing. You may have captured death, but you have deprived me of my freedom. Here am I, a prisoner of endlessness, part of a process that has no resolution'. The soldier realized what harm he had done and unleashed death. I need hardly add that it is still free and abroad.

Physical and spiritual death

Each Easter midnight and throughout the forty days that follow we sing that Christ is risen, having undone death by death. And yet what do we see? Death free and abroad, people dying as before. It would seem as if we are affirming something that we know to be untrue.
But we should keep in mind that there are two aspects or death. There is physical death, but there is also death, understood as separation from God, as descent into Sheol, the place where God is not, the place of his radical and definitive absence. It is this second aspect of death which is certainly the more cruel and atrocious. When we look at icons of Christ's harrowing of hell or speak of it in the Apostle's Creed, we are confronted by something unquestionably real. The Lord experienced not only the first aspect of death, but the second also. He chose to share with us in all the consequences of evil - including the final separation from God ('My God, my
God, why has thou forsaken me?'). But although he descends to the place where all those who have lost God descend, he brings with him the fullness of the divine presence. Consequently there is now no place left where God is not. And it is this which allows us to understand our situation since Christ's death and resurrection. We have still to undergo a temporary death, what St Paul describes as a falling asleep (1 Cor 15:6). But there is no longer the death which was the terror of mankind, the final dissolution and separation from God. And in that sense death is indeed undone by death. Even now - however germinally and tentatively - we are the heirs of eternal life.

Facing death

I once went to preach about death at a British university. Afterwards, the chaplain said to me, 'Do you know, I have never seen a dead person'. I was utterly amazed that a priest, a man in his fifties moreover, had never met death in his family life or in his priestly function - even during the war. It was an incident that made me take more note of my surroundings, and I realized that there is a very strong feeling here that death is a subject to avoid. The dead person should be committed to the care of the undertakers, while the living should turn away from the problem, and the less said about it the better. I found all this very offensive. Since giving that sermon I have taken every opportunity to speak about preparation for death to medical students, doctors, nurses, and to anyone else who is willing to listen. And I have made the discovery that people are quite ready to think about preparing for the death of others. At the same time very few are prepared to reflect that their own turn will come, and that preparation for death really begins with assessing death for oneself, taking a stand, and learning how to live well in order to die well - not so much in moral terms as skilfully, in the right way.
Yet we are all of us sick with the terminal disease known as mortality. It may take us some time to die of it, possibly thirty, sixty years or more. But we are all without exception sick with it and there is no doubt but that death will ensue. It follows that preparing for death cannot concern merely the other person or persons in our care, it concerns ourselves.

Freedom from the power of death

How then shall we prepare? From one point of view death has power over us. We were born and we shall die. It is as simple as that. But there is another aspect of death over which we can have some control.
Some years ago one of our parishioners fell ill. He was taken to hospital, where it was discovered that he had inoperable cancer and would die. He was not told about it at first. But his family was, and so was I. When I went to see him his first reaction (as so often is the case) was one of protest and recrimination. 'There is so much still to do, and here am I lying in this bed, unable to do a thing. How long is it to be?' I reminded him of something he had often said: 'If only I could put a stop to time, if only I could simply be'. I reminded him also that as yet he had never made any serious attempt to put a stop to time. Now God had done it for him. Thus he had no reason to complain, nor any reason to feel guilty. The whole thing was beyond his power to change. Yet lying still as he was, with time flowing by on either side of him, he was given the stillness of his present condition. And he could be as freely, completely and perfectly as he chose.
When I asked him whether he felt that he was yet in a condition of being, he answered, ‘There is still turmoil within me. I can do nothing, yet I go through the motions in respect of all sorts of things'. I put it to him that illness always confronts us with the things that are ultimate, most obviously with death. In death there are two elements or powers in action. The one power is extrinsic: the germs, the virus, the cancer or whatever it is that seeks to destroy the body. The other consists of all the negative attitudes and feelings that suck away vitality from within: resentment, bitterness, remorse, regrets, lack of peace. I urged him to concentrate on all the power of death that lay within him, and to let the doctors look after the rest.
After that we went through a long process (extending over several months) during which, day by day, he assessed his attitude to those who were closest to him. He had the time to do it; moreover was able to do it in the right spirit, seeing things as they were, not from a pragmatic point of view, but from an absolute angle. In the process he made his peace with all those around him.
Next we went back into his past, moving from one thing to another, seeking to understand his own sense of guilt, to assess what he had done or left undone, what others had done or omitted to do. Gradually all this field was cleared. It took a great deal of courage. For it is by no means easy for a man to look at his own life from the stability of the present moment and to make this moment the beginning of God's judgement on himself.
Eventually, he reached the point when he was almost transparent, so weak that he could hardly use his hands to bring food to his lips. Yet he said to me, 'How extraordinary it is. I am a dying man, there is nothing left of my strength. Yet I have never felt so intensely alive as I feel now'. He had found himself at that point of absolute cogency and stability which was free and independent of whatever might happen to his body.
Only if we free ourselves from all the germs of death which are within us can we reach such a point, where we become aware that we are ultimately immortal, though our bodies die.

It is not too late

When we recall our past as this man did, we sometimes remember someone we have harmed, but who is now long since dead; and it seems as if there is no way of setting things right. Let me give an example. I met a man in his eighties who, nearly sixty years before, when he was an officer in the Russian Civil War, had accidentally shot the girl he loved, a nurse in his unit. For the rest of his life he could never find peace. He told me that he had repented deeply, had confessed and received absolution. But it made no difference: nothing could free him from his sense of guilt. So I said to him, 'Why do you turn only to God, to Christ, to a priest to be forgiven? These were not your victims. Turn to the one you killed, to the girl'. He was taken aback. 'What do you mean, "turn to the girl"? I killed her sixty years ago.' 'Indeed you did', I answered. 'For that very reason, when you are at prayer this evening turn to her and say, "It is sixty years ago now, but I still carry the guilt and reproach of what I did to you. As the victim, you are the only one who has the power to forgive. Forgive me. And ask God to give me an assurance of forgiveness through peace".' He acted on my suggestion and indeed gained such assurance.
Too often we fail to resolve something in our past because we turn in the wrong direction. If God is not the God of the dead but of the living (Matt 22:33), then all those who have departed this life are alive in him; we, for our part, can turn to them for their intercession and forgiveness. All too frequently people who have lost someone whom they loved feel that they have not loved them as perfectly as they should; that they are indebted to them in terms of love, but that now it is too late to do anything about it. This is a mistake which we should never allow ourselves to make. It is never too late if we truly believe that God is the God of the living. Never should we say that we loved one another in the past tense. The death of the body does not involve a breach in a relationship that was, is and always remains between people who met and loved each other on earth.

The seeds we sow

Death is never the end. The good we have done continues after us and bears fruit in the lives of others. Unfortunately, the corollary is also true: we can also leave a legacy of evil.
On the positive side, consider the effect of the Gospels. There are countless people who have been converted and transformed by reading even a small passage from them. This they gain from what someone, many centuries ago, formulated and wrote down for the sake of Christ. I myself owe my faith to St Mark. If there is anything good that has come out of my life it is because one day, when I was fifteen years of age, I read St Mark's Gospel and Christ revealed himself and entered into my life.
By contrast, I think of quite other people who have written books, such as the French nineteenth century writer Gobineau. Gobineau wrote some remarkable short stories, but also a miserable little treatise on the inequality of races. It is a treatise that would now be altogether and deservedly forgotten, except for one thing: it was read by Hitler. It is difficult to suppose that Gobineau shares no responsibility before God for all that resulted from his book. He was a theoretician. But his theories became practice, and they were to cost millions of innocent lives.
In this connection, I remember a fable by Krylov. Two individuals were sentenced to hell and placed in neighbouring cauldrons. One was a murderer, the other had merely written some trashy novels. The author took a quick look over the rim of his cauldron to see how the murderer was faring. He himself was being boiled so fiercely that he could not imagine how his neighbour might be treated. To his indignation he saw the murderer basking in tepid water. He summoned the devil on duty and expressed his dissatisfaction: 'I merely wrote some novels, and yet you give me such a violent boiling. Whereas this man committed murder and he is relaxing as if that were his bath'. 'True', said the devil, 'but that's no accident, it's deliberate.' 'How so?' 'Well', said the devil, 'this man murdered someone in a fit of rage. So we give him a hard boiling every now and again because that's how his rage flared up, then we give him a rest because it subsided. As for you, whenever anyone buys one of your books we stoke up the fire under your cauldron and add extra fuel'.
There is a theological point here. Our life does not end conveniently when we die, even on earth. It continues over the centuries through heredity and through the by-products of our existence; and we continue to carry a responsibility for its repercussions. Thus, we have met today; I have spoken; I shall be answerable for anything that you will have received and for the way in which it may affect your life.

Metropolitan Anthony of Sourozh