04 Ιανουαρίου 2010

Εξοδος ψυχής και τα εναέρια τελώνια(οπτασία Κοσμά Μοναχού)

Το δέκατο τρίτο χρόνο της βασιλείας του Ρωμανού ( 920-944μ.Χ.), ζούσε στη Βασιλεύουσα (Κων/πολη) κάποιος άνδρας, που υπηρετούσε σαν ένας απο τους πιο έμπιστους φύλακες του βασιλικού κοιτώνα του Αλεξάνδρου, προκατόχου του Ρωμανού στο θρόνο. Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος προτίμησε τη μοναχική ζωή. Έγινε μοναχός με τ' όνομα Κοσμάς, και αργότερα ηγούμενος του μοναστηριού που βρίσκεται κοντά στο Σάγαρη ποταμό. Κάποτε όμως τον χτύπησε μια πολύ βαριά αρρώστια, που τον ταλαιπωρούσε για πολύ καιρό.
Συμπλήρωνε ήδη πέντε μήνες σ' αυτή τη φοβερή δοκιμασία, όταν μια μέρα, γύρω στην τρίτη ώρα, συνήλθε λίγο, ανασηκώθηκε μαλακά πάνω στο μικρό του κρεβάτι και ανακάθησε, στηριζόμενος απο το ένα μέρος κι απο το άλλο στους αδελφούς που τον διακονούσαν.
Μόλις όμως κάθησε, έπεσε σε έκσταση. Έμεινε σ' αυτή την κατάσταση απο την τρίτη ώρα μέχρι την ενάτη. Τα μάτια του ήταν ανοικτά και στηλωμένα στην οροφή του κελλιού του, ενω το στόμα του σιγοψιθύριζε λόγια άναρθρα και εντελώς ακατανόητα.
Στο μεταξύ, κάποια στιγμή, ξαναήρθε λίγο στον εαυτό του και ζητούσε απο τους παρευρισκομένους αδελφούς δυό κομμάτια ξερό ψωμί.

- Δώστε μου τις δυό φέττες ψωμί, που πήρα από τον άγιο γέροντα, είπε - κι έβαλε τα χέρια στον κόρφο του ψάχνοντας να τις βρεί.
Μερικοί απο τους παρόντες κατάλαβαν πως είδε οπτασία. Τον ικέτευαν λοιπόν να τους φανερώσει το μεγάλο αυτό μυστήριο.

-Πές μας, πάτερ, του έλεγαν. Μη μας στερήσεις την ωφέλεια. Που ήσουνα τόσες ώρες; Σε ποιά μυστική θεωρία είχες ανυψωσει το νου σου; Είδαμε που μισάνοιγες τα χείλη σου. Με ποιόν συνομιλούσες;
Εκείνος βλέποντας να τον παρακαλούν τόσο σπαρακτικά είπε:

-Σταματήστε, παιδιά μου. Κι αν επιτρέψει ο Κύριος να ξανάρθω στον εαυτό μου, θα εκπληρώσω το αίτημα σας.
Το πρωΐ λοιπόν μαζεύτηκαν όλοι οι αδελφοί κοντά του. Κι εκείνος άρχισε να διηγείται:

-Πατέρες και αδελφοί, είναι πάνω απο κάθε νου και γλώσσα ανθρώπινη όσα είδα. Γι' αυτό και μου είναι αδύνατο να τα διηγηθώ με λεπτομέρειες. Πλήν όμως, θα σας διηγηθώ όσα μπορέσω να θυμηθώ.
Καθώς ήμουνα καθισμένος στο μικρό μου κρεβάτι, στηριγμένος σε δύο αδελφούς, μου φάνηκε πως είδα στ' αριστερά μου ενα πλήθος παράξενα ανθρωπάκια με μαύρα πρόσωπα. Η μαυρίλα όμως δεν ήταν σ' όλα η ίδια, αλλά σ' άλλα περισσότερη και σ' άλλα λιγότερη. Και σ' άλλα ανθρωπάκια τα μάτια τους ήταν γυρισμένα, άλλα τα μάτια τους είχαν χρώμα κιτρινόμαυρο, άλλα αιμοστάλαχτο χρώμα, φονικά και θηριώδη. Άλλου πάλι τα χείλη ήταν μελανιασμένα και πρησμένα, άλλου το ένα χείλος ήταν πρησμένο, είτε το πάνω είτε το κάτω.
Αυτά λοιπόν τ' ανθρωπάκια πλησίασαν το κρεβάτι μου και αγωνίζονταν να με πάρουν από κοντά σας. Και στην αρχή μεν, βλέποντας εσάς γύρω μου, ένιωθα να μην τα φοβάμαι πολύ ούτε να χάνω την ψυχραιμία μου μπροστά στην ορμητικότητα τους. Ύστερα όμως, δεν ξέρω πως, χωρίστηκα απο σας, κι έτσι κατόρθωσαν να με συλλάβουν. Μ' άρπαξαν θρασύτατα, μ' έδεσαν, κι άρχισαν άλλοι να με σέρνουν μπροστά, άλλοι να με τραβάνε πίσω, ένας να με δένει χειροπόδαρα κι άλλοι να με σφίγγουν δυνατά. Τελικά με πήραν, κι άρχισαν να με σφίγγουν δυνατά. Τελικά με πήραν, κι άρχισαν να με σέρνουν με βιαιότητα σ' ένα αχανή γρεμό, που το πλάτος του δεν ξεπερνούσε μια πετροβολιά, το βάθος του όμως έφτανε μέχρι τα τάρταρα. Στη μιά πλευρά του γκρεμού υπήρχε ένα μονοπάτι τόσο στενό, που μόλις μπορούσε να χωρέσει μια πατημασιά. Σ' αυτό το στενό- στενό μονοπάτι με τραβούσαν με μεγάλη βία, ενω φρόντιζα να γέρνω πάντα προς το δεξιό μέρος, μην τυχόν γλιστρήσω και γκρεμιστώ στο αχανές και απερίγραπτό εκείνο βάραθρο. Καθώς φαίνεται μάλιστα, στο βάθος του κυλούσε ενα ποτάμι, που η ροή του δημιουργούσε μεγάλο βουητό.
Αφού λοιπόν με μεγάλο τρόμο περάσαμε κείνο το στενό δρομάκι, βαδίζοντας θαρρώ προς τ' ανατολικά, βρήκαμε μια μεγάλη πύλη μισάνοιχτη. Μπροστά της καθόταν ενας πελώριος γίγαντας, μαύρος και φοβερός στην όψη. Τα τεράστια μάτια του ηταν γυρισμένα ανάποδα, κατακόκκινα σαν αίμα, και πετούσαν πύρινες φλόγες. Απ' τα ρουθούνια του έβγαιναν καπνοί. Η γλώσσα του κρεμμόταν μια πήχη έξω απο το στόμα. Το δεξί του χέρι ήταν εντελώς ψυχρό και ακίνητο. Το αριστερό όμως ήταν χοντρό σαν κολόνα, γυμνό και πολύ μακρύ. Μ' αυτό το χέρι άρπαζε κι' έριχνε μέσα σ' εκείνο το χάος τους καταδικασμένους αμαρτωλούς που έβγαζαν σπαρακτικές κραυγές.
Καθώς λοιπόν πλησιάσαμε, ο φοβερός αγριάνθρωπος έβγαλε φωνή μεγάλη και είπε σ' εκείνους που μ' έσερναν:

- Αυτός έιναι φίλος μου!
Κι ευθύς άπλωσε το χέρι του και δοκίμασε να με πιάσει. Άρχισα να τρέμω απο φόβο. Μαζεύτηκα και κουλουριάστηκα κάτω, κυριευμένος απο τρομάρα.
Την ίδια στιγμή όμως- λες και κάποιος έστειλε για μένα - παρουσιάστηκαν δυο λευκότριχοι και σεβάσμιοι γέροντες. Νομίζω πως τους αναγνώρισα. Ήταν οι άγιοι απόστολοι Ανδρέας ο Πρωτόκλητος και Ιωάννης ο Θεολόγος, καθώς τους θυμάμαι απο τις ιερές εικόνες τους. Μόλις τους είδε εκείνος ο απαίσιος γίγαντας, έκανε πίσω και κρύφτηκε βιαστικά. Με πήραν τότε καλοσυνάτα οι δυο γέροντες, περάσαμε τη μεγάλη πύλη και μιαν άλλη εσωτερική, και βγήκαμε σ' ένα πεδινό τόπο με πανέμορφα χωριά. Τα προσπεράσαμε και προχωρίσαμε μέχρι το τέλος της πεδιάδας. Ήταν εκεί μια κοιλάδα καταπράσινη και πάντερπνη, που την ομορφιά και την χάρη της είναι εντελώς αδύνατο να παραστήσει κανείς με λόγια. Κι εκεί, καταμεσίς, καθόταν ένας γέροντας, χαριτωμένος και σεβάσμιος, έχοντας γύρω του παιδιά πλήθος, σαν την άμμο της θάλασσας.
Ε τότε ένιωσα να μου φεύγει ο φόβος, και, κάπως ήρεμος πιά, ρώτησα τους δυό οδηγούς μου:

- Ποιός να 'ναι ο γέροντας; Και τι είν' αυτό το αναρίθμητο πλήθος που τον κυκλώνει;

- Ο Αβραάμ είναι, μου είπαν. Κι αυτό που βλέπεις είναι ο κόλπος του Αβραάμ, για τον οποίο έχεις ακούσει.
Κι ευθύς με την προτροπή τους, πήγα και τον προσκύνησα ευλαβικά.
Αμέσως μετά συνεχίσαμε την πορεία μας. Περάσαμε την κοιλάδα και βγήκαμε σ' έναν απέραντο ελειώνα. Θαρρώ πως πιό πολλά ήταν τα δέντρα του ελαιώνα εκείνου απο τ' άστρα τ' ουρανού. Κάτω απο κάθε ελλιά ήταν μια σκηνή. Σε κάθε σκηνή υπήρχε μια κλίνη, και σε κάθε κλίνη ένας άνθρωπος. Σ' εκείνες τις σκηνές αναγνώρισα πολλούς που ήξερα πως ζούσαν στα βασιλικά παλάτια, άλλους που κατοικούσαν στην πόλη ( Κων/ πολη), μερικούς αγρότες, καθώς και ορισμένους απο το μοναστήρι μας. Όλοι αυτοί που αναγνώρισα, είχαν ήδη πεθάνει.
Ενώ λοιπόν σκεφτόμουν να ρωτήσω τους δυο γέροντες συνοδούς μου ποιός ήταν εκείνος ο απέραντος και τόσο θαυμάσιος ελαιώνας, με πρόλαβαν εκείνοι και είπαν:

- Τι απορείς για το ποιός είναι τούτος ο μεγάλος και πανέμορφος ελαιώνας κι όλα όσα βλέπεις μέσα σ' αυτόν; Είν' εκείνα που ακούς να λένε οι Πατέρες και η Γραφή: " Πολλές κατοικίες υπάρχουν στα ουράνια σκηνώματα Σου, Σωτήρα μας, όπου κατανέμονται όλοι οι ανθρώποι ανάλογα με την αξία τους και σύμφωνα με τα μέτρα της αρετής τους" ( Iω 14:2)
Μετά τον ελαιώνα εκείνο ήταν μια πόλη, που την ομορφιά της και την ποικιλία της και την αρμονική της κατασκευή του τείχους της είναι αδύνατο να περιγράψω. Δώδεκα ζωνάρια, απο δώδεκα πολύτιμους λίθους, έζωναν όλο το τείχος γύρω-γύρω. Κάθε ζωνάρι ήταν φτιαγμένο απο ένα είδος πολύτιμων λίθων και σχημάτιζε ξεχωριστό κύκλο. Τι να πω και για τις άλλες ομορφιές της πολιτείας εκείνης; Ήταν επίπεδη, ευρύχωρη, αρμονικά οικοδομημένη σε κάθε της λεπτομέρεια. Το τείχος καταστόλιζαν πύλες πλουμισμένες με χρυσάφι και ασήμι, που, μόλις άνοιγαν, αποκάλυπταν δάπεδο χρυσό. Ακολουθούσαν κατοικίες χρυσές και καθίσματα χρυσά και τραπέζια χρυσά. Κι η πολιτεία ολάκερη λουσμένη σε φως αλάλητο και σ' ευωδία άρρητη, σε γέμιζε χαρά.
Όσο τριγυρνούσαμε στην πόλη πουθενά δεν είδαμε άνθρωπο ή ζώο ή πουλί ή άλλο γήϊνο πλάσμα. Μόνο σαν φτάσαμε στην άκρη της, αντικρύσαμε θαυμαστά ανάκτορα, που στην είσοδο τους υπήρχε ένας θάλαμος μακρύς, όσο η βολή μιας πέτρας. Απο τη μια μεριά μέχρι την άλλη ήταν στρωμένη τράπεζα, απο μάρμαρο ρωμαϊκό κατασκευασμένη και ψηλή τόσο, όσο χρειάζεται για να κάθεται και ν' ακουμπάει ένας άνθρωπος. Κι η τράπεζα εκείνη ήταν γεμάτη απο συμποσιαστές. Φώς υπέρλαμπρο κι ευωδία και χάρη γέμιζαν όλο τον χώρο. Ο θάλαμος κατέληγε σε μικρό ελικοειδή διάδρομο, που έβγαζε σ' ενα ωραίο λιακωτό, ακριβώς απέναντι στην τράπεζα.
Απο εκεί φάνηκαν δυο φωτόμορφοι ευνούχοι, υπέλαμπροι και αστραποβόλοι στην όψη (προφανώς ήταν άγγελοι). Στράφηκαν στους γέροντες που με βάσταζαν:

- Ας καθήσει κι αυτός στην τράπεζα, είπαν. Και την ίδια στιγμή έδειξαν μια θέση, όπου με οδήγησαν οι γέροντες να καθήσω. Έπειτα κάθησαν κι αυτοί σ' ένα άλλο μέρος του θαλάμου, ενω οι ευνούχοι σα ν' αποσύρθηκαν στο βάθος του σπιτιού, προς τη μεριά του λιακωτού. Όσο έλειπαν, έπιασα να παρατηρώ με προσοχή ότι γινόταν στην τράπεζα εκείνη. Ανάμεσα στους ομοτράπεζους αναγνώρισα πολλούς γνωστούς μου, τόσο απο την τάξη των κοσμικών όσο και απο το μοναστήρι μας. Ξεχώρισα και μερικούς απ' τους παλατιανούς.
Μετά απο πολλές ώρες οι ευνούχοι φάνηκαν πάλι και φώναξαν τους γέροντες.

- Αυτόν εδω να τον γυρίσετε πίσω, γιατί πολύ θλίβονται για το θάνατο του τα πνευματικά του παιδιά. Ο βασιλιάς Κύριος, συγκινημένος απο την οδύνη τους, αποφάσισε να παρατείνει τη μοναχική του ζωή. Γυρίστε τον πίσω λοιπόν απο άλλο δρόμο, και πάρετε, αντί γι' αυτόν, το μοναχό Αθανάσιο, απο το μοναστήρι του Τραϊανού.
Με πήραν οι γέροντες. Βγήκαμε γρήγορα απο το θάλαμο κι' απ' την πόλη, ακολουθώντας άλλο δρόμο. Καθώς προχωρούσαμε, συναντήσαμε τώρα εφτά λίμνες, για ισάριθμες κολάσεις και τιμωρίες. Άλλη ήταν κατασκότεινη, άλλη γεμάτη σκουλήκια και άλλη βασανιστήρια και τιμωρίες. Σ' όλες όμως στριμώχνονταν πλήθος αναρίθμητων ανθρώπων, που θρηνούσαν, ζητώντας έλεος, και κραύγαζαν γοερά.
Αφού περάσαμε εκείνες τις λίμνες κι έναν άλλο μικρό τόπο, συναντήσαμε πάλι τον γέροντα, που έλεγαν πως είναι ο Αβραάμ. Τον πλησίασα κι αυτή τη φορά και τον ασπάστηκα. Κι εκείνος μου πρόσφερε ενα χρυσό ποτήρι γεμάτο κρασί γλυκό, γλυκύτερο κι απο το μέλι, και τρία κομμάτια ξερό ψωμί. Απ' αυτά το ένα το έβρεξα μέσα στο κρασί, και σα μου φάνηκε πως το έφαγα. Τ' άλλα δυό τα έκρυψα μέσα στον κόρφο μου. Είναι αυτά που σας ζητούσα χθές.
Μετά απο λίγο φτάσαμε πάλι στον τόπο, όπου καθόταν εκείνος ο πανάσχημος γίγαντας,με τη μαύρη σαν τη νύχτα όψη. Μόλις με είδε, άρχισε να τρίζει τρομερά τα δόντια του εναντίον μου, και να λέει με οργή και κακία:

- Τώρα μου γλίτωσες! Αλλ' απο δω και πέρα δε θα πάψω να πλέκω σκάνδαλα και να στήνω παγίδες σε σένα και στο μοναστήρι σου!
Αυτά είναι αδελφοί μου, όλα όσα ξέρω. Σας τα είπα. Πως όμως ξαναβρήκα τον εαυτό μου, αυτό το αγνοώ εντελώς.
Αμέσως οι πατέρες έστειλαν έναν αδελφό στο μοναστήρι του Τραϊανού. Κι εκείνος, μόλις έφτασε, βρίσκει τον μοναχό Αθανάσιο νεκρό, να τον βγάζουν απο το κελλί του ξαπλωμένο πάνω στο νεκροκρέβατο. Ο αδελφός ρώτησε να μάθει πότε ξεψύχησε.

- Χθές, γύρω στην ενάτη ώρα, του είπαν.
Ήταν η ώρα που ο μοναχός Κοσμάς, έχοντας δει την οπτασία, ήρθε πάλι στον εαυτό του.
Μετά απο λίγο καιρό, τα δυό μοναστήρια συγχωνεύτηκαν σε ένα, σαν κοντινά που ήταν. Και μέχρι σήμερα ( 12 αιώνας, τότε που έζησε ο συγκραφέας της διηγήσεως Μαυρίκιος, Διάκονος) ένας ηγούμενος τα καθοδηγεί.
Ο μοναχός Κοσμάς έζησε τριάντα ακόμα χρόνια μετά την οπτασία, καθοδηγώντας και τα δυό μοναστήρια στη θεάρεστη πολιτεία των μοναχών όσο και, γενικά, στη διοίκηση και τα εισοδήματα τους, πρός δόξαν του φιλάνθρωπου Θεού μας.

«Το να πούμε σε ένα πρόσωπο "σε αγαπώ" ισοδυναμεί με το να του λέμε "ποτέ δεν θα πεθάνεις"»


Θάνατος και Απώλεια

Απώλεια

Η πρώτη και η πλέον συνεχής επαφή μας με το θάνατο πραγματοποιείται μέσα από το αίσθημα της απώλειας. Μαθαίνοντας να κατανοούμε το θάνατο των άλλων και να τον βιώνουμε μέσα στους άλλους και στον εαυτό μας, μπορούμε να μάθουμε να τον αντικρίζουμε, και τελικά να αντιμετωπίζουμε το δικό μας θάνατο, κατ' αρχάς ως δυνατότητα -και όντως ως μια βεβαιότητα, μια βεβαιότητα όμως που τόσο συχνά και τόσο εμφανώς έχει απομακρυνθεί από μας, ώστε να μην τη χαρακτηρίζουμε πλέον βεβαιότητα- και κατόπιν ως την ίδια την πραγματικότητα που μας πλησιάζει.

Ένα από τα άμεσα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόσωπο εκείνο που πενθεί, είναι η εμπειρία της μοναξιάς, το γεγονός ότι το μόνο πρόσωπο που κατά καιρούς τον ενδιέφερε, το πρόσωπο εκείνο που γέμιζε όλο το χώρο και το χρόνο και όλη την καρδιά του τον άφησε. Κι αν ακόμη το πρόσωπο που μας άφησε δεν μας είχε δώσει όλη του την καρδιά, αφήνει ωστόσο πίσω του ένα τεράστιο κενό. Όσο το πρόσωπο είναι άρρωστο προσφέρουμε πολύ περισσότερο χρόνο στη σκέψη. Οι δραστηριότητές μας συγκεντρώνονται και κατευθύνονται προς αυτό. Όταν το πρόσωπο πεθάνει, πολύ συχνά αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι η δραστηριότητά τους είναι πλέον άσκοπη, δεν έχουν τουλάχιστον κάποιον άμεσο σκοπό, κέντρο και κατεύθυνση. Μια ζωή, όσο οδυνηρή και αγωνιώδης κι αν ήταν, έτρεχε σαν το ποτάμι. Τώρα όμως καταντάει ένας βάλτος.

Μοναξιά επίσης σημαίνει ότι δεν υπάρχει ούτε ένα πρόσωπο με το οποίο να μπορεί κάποιος να μιλήσει ή να το ακούσει, ή να το προσέξει, που να ανταποκρίνεται και να αντιδρά, και στο οποίο αυτός να αντιδρά και να ανταποκρίνεται. Το πρόσωπο που μας αφήνει είναι πολύ συχνά το πρόσωπο εκείνο που, στα δικά μας μάτια, μας έδινε την έσχατη αξία: το πρόσωπο εκείνο για το οποίο αξίζαμε, το πρόσωπο εκείνο που διεκδικούσε την ύπαρξη και τη σημασία μας.

Περισσότερο από μια φορά έχω αναφέρει, με την ευκαιρία κάποιου γάμου, τη φράση του Λέων Μπλόυ: «Το να πεις σε κάποιον "σ' αγαπώ" ισοδυναμεί με το να του λες "δεν θα πεθάνεις ποτέ"». Αυτό ισχύει και σ' αυτό το πλαίσιο. Το πρόσωπο που μας αφήνει δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να διακηρύσσει την έσχατη αξία μας, την έσχατη σημασία μας. Αυτό το πρόσωπο δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να μπορεί να πει «σε αγαπώ», και γι' αυτό χάνεται η αιώνια επιβεβαίωση και αναγνώρισή μας. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Δεν είναι κάτι που πρέπει να το παραμερίσουμε, να το ξεχάσουμε ή να το παρακάμψουμε. Δημιουργείται ένα κενό και αυτό το κενό δεν πρέπει ποτέ να γεμίσει με τεχνητά πράγματα, που δεν αξίζουν μπροοτά σ' αυτά που αντικαθιστούν.

Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε ότι ο πόνος είναι μία από τις εκφράσεις της αγάπης. Αν ισχυριζόμαστε ότι αγαπούμε αληθινά το πρόσωπο που μόλις αναχώρησε από αυτήν τη ζωή, πρέπει να είμαστε και έτοιμοι να το αγαπούμε μέσα από τον πόνο, με τον ίδιο τρόπο που κάποτε το αγαπήσαμε μέσα από τη χαρά - τη χαρά της επιβεβαίωσης, τη χαρά της κοινής ζωής. Aυτό απαιτεί θάρρος, και νομίζω ότι πρέπει πολλά να εξηγηθούν από την άποψη αυτή σήμερα, όταν τόσοι άνθρωποι, για να ξεφύγουν από τον πόνο, στρέφονται στα ηρεμιστικά, στο αλκοόλ ή σε οποιαδήποτε διασκέδαση, για να ξεχάσουν. Πιθανώς να επισκιάζεται ό,τι συμβαίνει σε μιαν ανθρώπινη ψυχή, συνεχίζει όμως να προχωρά, και αν δεν λυθεί, αφήνει το πρόσωπο φτωχότερο.

Ένα άλλο πράγμα που πρέπει το πρόσωπο που πενθεί να μάθει να μην κάνει ποτέ είναι να μιλά για τη σχέση αγάπης που υπήρχε σε αόριστο χρόνο. Ποτέ δεν πρέπει κάποιος να πει: «Αγαπούσαμε ο ένας τον άλλο». Πρέπει πάντοτε να λέει: «Αγαπούμε ο ένας τον άλλο».

Αν επιτρέψουμε στην αγάπη μας να μεταβληθεί σε αντικείμενο του παρελθόντος, πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν πιστεύουμε στη συνέχιση της ζωής του προσώπου που πέθανε. Αν το κάνουμε, πρέπει να ομολογήσουμε ότι είμαστε άπιστοι και άθεοι, με τη χειρότερη έννοια, και ότι αντιμετωπίζουμε τη ζωή από διαφορετική γωνία. Αν δεν υπάρχει Θεός, αν δεν υπάρχει αιώνια ζωή, τότε ο θάνατος πού επήλθε δεν έχει καμιά μεταφυσική σημασία. Αποτελεί ένα γεγονός της φυσικής ιστορίας. Είναι μια νίκη των νόμων της φυσικής και της χημείας, και ο άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει όχι ως πρόσωπο αλλά ως μέρος της φύσης. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αντιμετωπίσουμε κατάματα είτε την πίστη μας, είτε την έλλειψη πίστης και να ενεργήσουμε ανάλογα.

Πολύ συχνά, αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι το πρόσωπο που έφυγε δεv είναι μόνο μια δική τους απώλεια, αλλά μια απώλεια που στερεί όλους γύρω από κάτι το πολύτιμο - από μια λογική, μια καρδιά και μια θέληση, από κάποιον που ενεργούσε όμορφα και σωστά. Και αυτός που έχασε το πρόσωπο μένει επίσης με την απώλεια. Σ' αυτό το σημείο πρέπει να θυμηθούμε -πράγμα ουσιαστικό- ότι όποιος ζει θέτει ένα παράδειγμα: ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς καλά ή ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς άσχημα. Πρέπει να μαθαίνουμε από όλους, ζώντες ή κεκοιμημένους, αυτό που είναι λάθος για να το αποφεύγουμε και αυτό που είναι σωστό για να το μιμούμαστε. Όποιος έχει γνωρίσει κάποιον που τώρα έχει πεθάνει, θα πρέπει να στοχαστεί βαθιά το σημάδι που η ζωή αυτού του ανθρώπου άφησε στη ζωή του. Πρέπει να στοχαστεί το είδος του σπόρου που σπάρθηκε στη ζωή αυτού του ανθρώπου και τον καρπό που αυτός έφερε.

Υπάρχει μια φράση στο Ευαγγέλιο που λέει πως «εάv μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει.Εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει». Αυτό ακριβώς μπορεί να συμβεί, αν στοχαζόμαστε με όλη μας την καρδιά, με το πνεύμα και με τη μνήμη, με όλη την ευαισθησία μας και την αίσθηση δικαιοσύνης, τη ζωή εκείνων που έχουν αναχωρήσει από αυτήν τη ζωή. Αν είχαμε το κουράγιο να χρησιμοποιήσουμε αυτό το ξίφος -που είναι ο λόγος του Θεoύ για να χωρίσουμε το φως από το σκοτάδι, να χρησιμοποιήσουμε όλη μας τη διάκριση για να ξεχωρίσουμε την ήρα από το σιτάρι, τότε, έχοντας συγκεντρώσει όσο σιτάρι θα είχαμε τη δυνατότητα να ξεχωρίσουμε, θα μπορούσε ο καθένας μας, ο καθένας που είχε γνωρίσει τον κεκοιμημένο, να φέρει πολύ καρπό στη ζωή του. Μπορούμε να ζήσουμε σύμφωνα μ' ένα παράδειγμα που προσφέρεται και λαμβάνεται, να χωνέψουμε όσα αξίζουν να χωνευθούν από τη ζωή αυτού του προσώπου.

Στη Νεκρώσιμη Ακολουθία κρατούμε αναμμένα κεριά. Πιστεύω ότι αυτό υποδηλώνει δύο πράγματα. Το πρώτο, που είναι πολύ εμφανές, είναι ότι αναγγέλλουμε την ανάσταση. Στεκόμαστε κρατώντας αναμμένα κεριά με τον ίδιο τρόπο που στεκόμαστε στην εκκλησία το βράδυ της Ανάστασης. Στεκόμαστε επίσης δίνοντας τη μαρτυρία μας μπροστά στον Θεό ότι το πρόσωπο αυτό έφερε τουλάχιστον μια σπίθα φωτός στο λυκόφως του κόσμον, ότι αυτό το πρόσωπο δεν έζησε μάταια. Θα φυλάξουμε, θα προστατεύσουμε και θα μοιραστούμε αυτό το φως, έτσι ώστε να φωτίζει όλο και περισσότερους ανθρώπους, και αν είναι δυνατό να γίνει εκατονταπλάσιο.

Αν ξεκινήσουμε να ζήσουμε μ' αυτό τον τρόπο, να γίνουμε η συνέχεια της επίγειας ζωής του κεκοιμημένου, αν ξεκινήσουμε να γίνουμε η συνέχεια όλων όσα ήταν ευγενικά, καλά, αληθινά και άγια σ' αυτό το πρόσωπο, τότε αυτό το πρόσωπο πράγματι δεν έχει ζήσει μάταια και θα αισθανθούμε κι εμείς ότι πράγματι δέν ζούμε μάταια. Δεν θα υπάρξει μέσα μας χώρος για ελπίδες ενός άμεσου θανάτου, επειδή πρέπει νά επιτελέσουμε κάποια λειτουργία.

Μένουμε πίσω για να κάνουμε δυνατά όλα όσα είδαμε, όλα όσα ακούσαμε, όλα όσα νιώσαμε, να τα πολλαπλασιάσουμε και να τα σκορπίσουμε και να γίνουμε μια νέα αλυσίδα φωτός πάνω στη γη. Αν μπορέσουμε όμως να ομολογήσουμε πως το πρόσωπο που αναχώρησε από αυτήν τη ζωή ήταν για μας ένας θησαυρός, τότε «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών». Πρέπει, μαζί μ' αυτόν που εισήλθε στην αιωνιότητα, να ζήσουμε κι εμείς όσο το δυνατόν τελειότερα και βαθύτερα, στην αιωνιότητα.Επειδή είναι ο μόνος τόπος όπου μπορούμε να είμαστε μαζί με τον κεκοιμημένο. Αυτό σημαίνει ότι, καθώς όλο και περισσότερα αγαπημένα πρόσωπα αφήνουν αυτό το επίγειο προσκύνημα και εισέρχονται στη σταθερότητα και στη γαλήνη της αιώνιας ζωής, θα πρέπει να αισθανόμαστε όλο και περισσότερο ότι ανήκουμε όλο και τελειότερα και πληρέστερα σ' εκείνο τον κόσμο, και ότι σταδιακά οι αξίες του γίνονται δικές μας.

Αν μάλιστα ένα από τα πολυαγαπημένα μας πρόσωπα, αν ένας από τους πολυτιμότερους θησαυρούς μας λέγεται Ιησούς Χριστός, τότε μπορούμε αληθινά, όσο είμαστε ακόμη πάνω στη γη, να λαχταρούμε, όπως ο απόστολος Παύλος, με όλη μας την ψυχή και όλο μας το μυαλό, με όλο μας το σώμα και όλη μας την καρδιά, την ημέρα που θα ενωθούμε αδιαίρετα μαζί Του.

Θάνατος

Θα στραφούμε τώρα στις διάφορες ακολουθίες που σχετίζονται με το θάνατο στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Πρώτα απ' όλα υπάρχουν δύο ακολουθίες που ειναι πολύ γνωστές σ' όλους τους Ορθόδόξους. Είναι το «Τρισάγιον» η «Παραστάσιμος Ακολουθία» η παννυχίδα, [Στ.Μ. όπως ονομάζεται στα Ρωσικά]- και η «Νεκρώσιμος Ακολουθία» για τους λαϊκούς. Υπάρχουν επίσης και άλλες ακολουθίες, λιγότερο γνωστές: η «Ακολουθία εις Ψυχορραγούντα», που διαβάζεται πάνω από το πρόσωπο που η αναχώρησή του από αυτήν τη ζωή παρουσιάζει δυσκολίες, η «Νεκρώσιμη Ακολουθία» για νήπια και για ιερείς. Θα ήθελα να απομονώσω ορισμένα χαρακτηριστικά που βασικά είναι κοινά σ' όλες αυτές.

Υπάρχουν δύο πλευρές σ' αυτές τις ακολουθίες: η μία αφορά τη μέριμνα για την ψυχή και η άλλη τη φροντίδα για το σώμα. Το ενδιαφέρον μας για την προσευχή υπέρ της ψυχής του κεκοιμημένου είναι κοινό με αυτό όλων των άλλων Εκκλησιών. Πιστεύω όμως ότι στην Ορθοδοξία δίνουμε μια πολύ πιο ειδική και σημαντική προσοχή στο σώμα. Στο Μνημόσυνο, όλη η προσοχή μας συγκεντρώνεται στην ψυχή που βρίσκεται τώρα στην αιωνιότητα, πρόσωπο προς πρόσωπο με τον ζώντα Θεό, και η οποία αναπτύσσεται σε μια όλο και βαθύτερη κοινωνία μαζί Του. Στη Νεκρώσιμη Ακολουθία, παράλληλα με τη μέριμνά μας για την ψυχή που έχει μεν αναχωοήσει., αλλά κατά κάποιο τρόπο βρίσκεται ακόμη κοντά στη γη, υπάρχει μια βαθιά φροντίδα για το σώμα.

Όταν διαβάζουμε τη Νεκρώσιμη Ακολουθία, το σώμα αντιμετωπίζεται υπό δύο γωνίες. Αφενός, γνωρίζουμε καλά ότι αυτό το σώμα είναι καταδικασμένο να φθαρεί: «Χους ει και εις χουν απελεύσει». Υπάρχει ένας οξύς πόνος σ' αυτήν τη σκέψη και σ' αυτήν τη θέα. Στη στάση μας προς τον κεκοιμημένο, πρέπει να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στην αποδοχή της πραγματικότητας και στη βεβαιότητα της πίστης μας, ανάμεσα στη θέα της φθοράς και στη βεβαιότητα της αιώνιας ζωής, ανάμεσα στην αγάπη για τον τόπο όπου αναπαύεται ό,τι έχει απομείνει από το αγαπημένο σώμα του, και στη βεβαιότητα ότι η σχέση κοινωνίας συνεχίζεται εν Θεώ στην αιωνιότητα.

Αυτή είναι η πρώτη άποψη της συμμετοχής του σώματος. Στις διάφορες ευχές, στο τροπάριο και στον κανόνα, στους ύμνους του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, βρίσκουμε την αντανάκλαση αυτού του πόνου και την αίσθηση μιας τραγωδίας: ένα ανθρώπινο σώμα που εκλήθη στην αιώνια ζωή, και που το σκότωσε η θνητότητα που γέννησε η απώλεια του Θεού.

Η Αγία Γραφή, αφετέρου, χρησιμοποιεί τους όρους «σώμα», «πρόσωπο» και«ψυχή» κατά περίσταση, για να υποδηλώνει το όλο πρόσωπο.
Όντως, η σύνδεση που υφίσταται ανάμεσα στο σώμα και στη ψυχή, ανάμεσα στο σώμα και στην ίδια την πνευματική εμπειρία είναι τόσο τέλεια. Η μαρτυρία του απόστολου Παύλου είναι πώς «η πίστις εξ ακοής, η δε ακοή δια ρήματος Θεού».Η λέξη προφέρεται, η λέξη ακούγεται με τη βοήθεια σωματικών μέσων: τα χείλη του ομιλητή, τα αυτιά του ακροατή. Και όμως φτάνουν στην καρδιά, φτάνονν στο νου, φτάνουν στον πυρήνα του προσώπου μ' έναν τέτοιο τρόπο, ώστε ένας λόγος του Θεού να μπορεί να μεταμορφώοει τη ζωή ενός προσώπου.

Γνωρίζουμε επίσης πόσο όλες μας οι αισθήσεις συμμετέχουν σε κάθε γεγονός του νου και της καρδιάς. Πόση αγάπη δεν εκφράζει μια μητέρα στο μικρό της παιδί με το άγγιγμα του χεριού του, πόση κάθε μορφής αγάπη δεν βρίσκει έκφραση μέσα από το σώμα.Έτσι, αν κοιτάξουμε το σώμα ενός κεκοιμημένου, δεν αντικρίζουμε ένα ένδυμα που πρέπει να απορριφθεί - όπως πολλοί λένε για να παρηγοριούνται και για να σβήσουν τον πόνο τους. Δεν είναι ένδυμα, ούτε έχει απορριφθεϊ. Είναι ένα σώμα που είναι τόσο πραγματικό, όσο το πρόσωπο και η ψυχή. Μόνο το συναμφότερον, σώμα καί ψυχή, αποτελεί ολόκληρο το πρόσωπο.

Αυτό το παρουσιάζει μ' έναν απροσδόκητο και ίσως παράξενο τρόπο ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ο οποίος, μιλώντας για το σώμα, λέγει ότι ο αιώνιος προορισμός του ανθρώπου δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί πριν από την ανάσταση του σώματος, επειδή το σώμα διαθέτει, στον ίδιο βαθμό με την ψυχή, το δικαίωμα να επιλέξει και να καθορίσει τον αιώνιο προορισμό του προσώπου. Τα λόγια αυτά μας φαίνονται μυστηριώδη, επειδή δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς μπορεί να γίνει αυτό. Και όμως, αυτό το σώμα είναι τόσο εγώ, όσο εγώ είναι και η ψυχή. Και μόνο κατά το συναμφότερον μπορώ να θεωρούμαι ολόκληρος.

Έτσι, όταν παρατηρούμε αυτό το σώμα, το βλέπουμε με σεβασμό. Βλέπουμε σ' αυτό όλο τον πόνο και τη χαρά, όλο το μυστήριο της ζωής αυτού του προσώπου. Το σώμα μπορεί να ονομαστεί ορατό στοιχείο του αοράτου. Από την άποψη αυτή, δεν είναι ίσως τυχαίο το ότι στις εκκλησιαστικές ακολουθίες στα σλαβονικά, χρησιμοποιούμε για το σώμα τη λέξη «moshchi», που σημαίνει λείψανο.

Έτσι, βλέπουμε αφενός το τόσο αγαπητό και πολύτιμο σώμα, πληγωμένο και κατακτημένο από τη θνητότητα, παραδομένο στο θάνατο.
Αφετέρου, το βλέπουμε ως σπόρο που σπείρεται για να σηκωθεί ξανά στη δόξα της αθανασίας μέσα από την ανάσταση. Και, κοιτάζοντάς το, δεν μπορούμε παρά να βλέπουμε τη σύνδεσή του με το Σώμα του Χριστού.

Ο απόστολος Παύλος χρησιμοποίησε τη φράση «η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ». Η σωματική μας ύπαρξη κρύβεται στο μυστήριο της αγίας Τριάδος και αυτή η σωματική ύπαρξη μας αποτελεί την ανθρώπινη φύση μας. Στον Χριστό και στη Θεοτόκο μπορούμε να δούμε αυτό που καλείται να γίνει το σώμα μας: ένα σώμα δόξης. Έτσι δεν είμαστε διχασμένοι, αλλά βρισκόμαστε σε μια περίπλοκη κατάσταση στην οποία, συντετριμμένοι από τη λύπη για το χωρισμό, κοιτάζουμε έκπληκτοι το γεγονός ότι ένα ανθρώπινο σώμα μπορεί να πεθάνει, και με πίστη και ελπίδα κοιτάζουμε ένα σώμα που μια μέρα θα εγερθεί σαν το Σώμα του Χριστού.

Κατόπιν έρχεται η ψυχή.Υπάρχονν αρκετές ευχές που προηγούνται του θανάτου κάποιου προσώπου. Αυτές περιλαμβάνουν ακολουθίες που σχετίζονται με την προετοιμασία για το θάνατο. Πρώτα απ' όλα υπάρχει αυτή η προετοιμασία που συνίσταται στο να στραφούμε από τα πρόσκαιρα πράγματα στα αιώνια.Ο άγιος Σεραφείμ μπορούσε να λέγει πριν από το θάνατό του: «Σωματικά πλησιάζω στο θάνατο, και πνευματικά είναι μόλις σαν να έχω γεννηθεί, με όλη τη φρεσκάδα και τη δροσιά μιας αρχής δίχως τέλος».

Αυτό οδηγεί στην ανάγκη προετοιμασίας για το θάνατο μέσα από μια απαιτητική και συνάμα απελευθερωτική πορεία συμφιλίωσης και ειρήνευσης με όλους, με τη συνείδησή μας, με τις περιστάσεις, με το παρόν και το παρελθόν, με τα γεγονότα και τους ανθρώπους και με το μέλλον, με τον ερχομό του ίδιου του θανάτου. Όπως νομίζω πως το έχει θέσει ο άγιος Ισαάκ, ο Σύρος, πρέπει να υπάρχει μια διαδικασία με την οποία φθάνουμε να ειρηνεύσουμε με τον Θεό, με τη συνείδησή μας, με τον πλησίον μας, ακόμη και με τα πράγματα που έχουμε αγγίξει. Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρη η γη μπορεί τότε να μας πει: «Πορεύου εν ειρήνη». Και εμείς μπορούμε επίσης να πούμε σε όλα όσα η γη ήταν για μας: «Μείνε εν ειρήνη, και είθε η ειρήνη και η ευλογία του Θεού να είναι μαζί σου».

Δεν μπορεί κάποιος να εισέλθει στην αιωνιότητα δεμένος, περιορισμένος από το μίσος, δίχως ειρήνη. Αν θέλουμε και έχουμε τη δυνατότητα να το κάνουμε, στον σύντομο χρόνο που μας προσφέρει ο ερχομός του θανάτου, χρειάζεται να σκεφτούμε όλη μας τη ζωή ως μια άνοδο, μια άνοδο στην αιωνιότητα και όχι ως μια σταδιακή πορεία προς το θάνατο. Αυτή είναι μια άνοδος στη στιγμή εκείνη που θα εισέλθουμε στην αιωνιότητα μέσα από τη στενή πύλη του θανάτου - και δίχως να απεκδυθούμε την πρόσκαιρη ζωή, ενδυόμαστε την αιωνιότητα, για να χρησιμοποιήσω τους λόγους του απόστολου Παύλου.

Αν στο Μνημόσυνο υπάρχει μια συγκέντρωση της προσοχής στην κεκοιμημένη ψυχή, στη Νεκρώσιμη Ακολουθία η προσοχή στρέφεται στην αναχωρούσα ψυχή. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη παράδοση, τις τρεις πρώτες ημέρες μετά το θάνατο του ανθρώπου, η ψυχή του παραμένει κοντά στη γη, επισκεπτόμενη πιθανώς γνωστά μέρη και ενθυμούμενη όλα όσα υπήρξαν πάνω στη γη. Έτσι, η ψυχή θα αφήσει τη γη και θα σταθεί μπροστά στον Θεό έχοντας όλες τις ενθυμήσεις της.

Γι' αυτό περιβάλλουμε με ιδιαίτερη προσοχή τις τρεις αυτές μέρες. Προσφέρονται ευχές, γίνονται «Τρισάγια», η σκέψη μας συγκεντρώνεται σε όλες τις περίπλοκες σχέσεις που είχαμε με το κεκοιμημένο πρόσωπο. Έχουμε δε να παίξουμε και τον δικό μας ρόλο. Πρέπει να λύσουμε αρκετούς κόμβους στην ψυχή μας. Πρέπει να έχουμε τη δυνατότητα να πούμε στον κεκοιμημένο από τα βάθη της καρδιάς μας και όλης της ύπαρξής μας: «Συγχώρησέ με», και να πούμε επίσης: «Σε συγχωρώ, πορεύου εν ειρήνη».

Εδώ ίσως να βρίσκεται το νόημα του παλιού γνωμικού, ότι δεν πρέπει να κακολογούμε τον κεκοιμημένο. Αν είχαμε όντως και με κάθε ειλικρίνεια πει στο πρόσωπο που αναχώρησε από αυτήν τη ζωή: «Σε ελευθερώνω. Θα σταθώ μπροστά στον Θεό διακηρύσσοντας τη συγγνώμη. Τίποτε απ' όσα έχουν συμβεί ανάμεσά μας ας μη σταθεί στο δρόμο σου για την ολοκλήρωση και την αιώνια χαρά», τότε πώς μπορούμε να επιστρέψουμε και να θυμηθούμε το κακό και την πίκρα;

Αυτός δεν είναι ένας τρόπος για να κλείνουμε τα μάτια στην πραγματικότητα, επειδή, αν όντως έχει υπάρξει το κακό στη ζωή ενός προσώπου, αν όντως έχει υπάρξει το κακό ανάμεσα σε μας και στον κεκοιμημένο, τότε πολύ περισσότερο θα πρέπει να προσευχόμαστε στον Θεό να απελευθερώσει και τους δύο - εμάς κι εκείνον. Πολύ περισσότερο θα πρέπει να παρακαλούμε τον Θεό για να ακούσουμε τα λόγια της συγγνώμης «πορεύου εν ειρήνη», και να πούμε τα ίδια λόγια άπαξ διά παντός, με ένα όλο και μεγαλύτερο βάθος κατανόησης, με μια όλο και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση μιας αυξανόμενης ελευθερίας.

Υπάρχουν δυσκολίες στη Νεκρώσιμη Ακολουθία. Η Ακολουθία αρχίζει με τις λέξεις «Ευλογητός ο Θεός...» και ζητά από μας όλη την πίστη και την αποφασιστικότητά μας. Μερικές στιγμές τεντώνει την πίστη μας στα όριά της. «Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλατο... είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας», είπε ο Ιώβ. Δεν είναι όμως εύκολο πράγμα όταν οι καρδιές μας σπαράσσονται και όταν βλέπουμε το πρόσωπο, που αγαπάμε πάνω απ' όλα, πεθαμένο μπροστά στα μάτια μας.

Κατόπιν έχουμε ευχές της πίστης, ευχές της πραγματικότητας και ευχές της ανθρώπινης αδυναμίας - ευχές της πίστης που συνοδεύουν την ψυχή του κεκοιμημένου και που προσφέρονται μπροστά στο πρόσωπο του Θεού ως μαρτυρία αγάπης. Oι ευχές για τους κεκοιμημένους αποτελούν όντως μια μαρτυρία μπροστά στον Θεό, ότι αυτό το πρόσωπο δεν έζησε επί ματαίω. Όσο αμαρτωλός και αδύναμος άνθρωπος κι αν υπήρξε ο αποθανών, άφησε πίσω του μια όμορφη μνήμη. Όλα τα άλλα θα γίνουν χώμα. Η αγάπη θα επιβιώσει απ' όλα τα άλλα πράγματα. Η πίστη θα παρέλθει και η ελπίδα θα παρέλθει όταν η πίστη αντικατααταθεί από το όραμα και η ελπίδα από τη βεβαιότητα, αλλά η αγάπη ποτέ δεν θα παρέλθει.

Όπως στεκόμαστε και προσευχόμαστε για τον κεκοιμημένο, όλα όσα λέμε είναι: «Κύριε, αυτό το πρόσωπο δεν έζησε επί ματαίω. Αυτό που άφησε στη γη είναι ένα παράδειγμα και μια αγάπη. Το παράδειγμα θα το ακολουθήσουμε. Η αγάπη ποτέ δεν θα πεθάνει».

Παρέθεσα προηγουμένως τα λόγια του Λέων Μπλόυ:«Το να πούμε σε ένα πρόσωπο "σε αγαπώ" ισοδυναμεί με το να του λέμε "ποτέ δεν θα πεθάνεις"». Διακηρύσσοντας μπροστά στον Θεό την αθάνατη αγάπη μας για τον πεθαμένο είναι σαν να επιβεβαιώνουμε αυτό το πρόσωπο, όχι μόνο στο χρόνο αλλά και στην αιωνιότητα Όταν μάλιστα στεκόμαστε με αναμμένα κεριά στην Ακολουθία, διακηρύσσουμε πραγματικά την πίστη μας στην ανάσταση, αλλά και δηλώνουμε μπροστά στο πρόσωπο του Θεού ότι αυτό το πρόσωπο έφερε ένα φως στον κόσμο.
«Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς». Αυτό το πρόσωπο δεν έχει ρίξει απλώς ένα δημιουργικό φως, ούτε μας έχει εντυπωσιάσει μόνο με την ιδιοφυΐα του, την ομορφιά ή τα ταλέντα του, αλλά άφησε να λάμψει το φως του Θεού, ή άκτιστη Θεία δόξα. Αυτό είναι κάτι που ποτέ δεν θα πεθάνει πάνω στη γή.

Όσο συντετριμμένοι κι αν είμαστε, εξακολουθούμε να διακηρύσσουμε αυτά τα λόγια της πίστης «Ευλογητός ο Θεός ημών». Μερικές φορές το τροπάριο της Αναστάσεως, «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος», ακούγεται ακόμη πιο τραγικά, τη στιγμή που μπροστά στα μάτια μας βρίσκεται το νεκρό σώμα ενός προσώπου που αγαπούμε. Υπάρχει όμως και η φωνή της Εκκλησίας που μας απευθύνει λόγους παρακλήσεως και παρηγοριάς: «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύαεως».

Όλος ο πόνος του θνήσκοντος προσώπου εκφράζεται σε ένα από τα τροπάρια της Ακολουθίας εις Ψυχορραγούντα, που διαβάζεται για να βοηθηθεί η ψυχή που δυσκολεύεται να αφήσει αυτήν τη ζωή. «Ιδού νυν χωρίζεται, μετ' οδύνης η ψυχή, εκ του δεινού μου σώματος» λέγει η ψυχή. Όμως εδώ βρίσκεται και η βεβαιότητά μας ότι ο θάνατος, που είναι χαμός και απώλεια, είναι και μια γέννηση στην αιωνιότητα: ότι είναι ένα ξεκίνημα και όχι ένα τέλος, ότι είναι μια μεγάλη και ιερή συνάντηση του Θεού με την « ψυχή ζώσα», η οποία μπορεί να εκπληρωθεί μόνο εν Θεώ.

του (+) μητροπολίτη Σουρόζ Anthony Bloom
Andrew Walker - Κώστας Καρράς (επιμ.), Ζωντανή Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο, μτφρ Ιωσήφ Ροηλίδης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2001

Οι άνθρωποι που φοβούνται τον θάνατο, φοβούνται τη ζωή

Να ζούμε την κάθε στιγμή

Ο θάνατος είναι το κριτήριο που δοκιμάζει τη στάση μας για τη ζωή. Οι άνθρωποι που φοβούνται τον θάνατο, φοβούνται τη ζωή. Είναι αδύνατον να μήν αισθάνεται κανείς φόβο για τη ζωή με όλη την πολυπλοκότητα και τους κινδύνους της, αλλά να φοβάται τον θάνατο. Γι’ αυτό τον λόγο δεν είναι πολυτέλεια ν’ ασχοληθούμε με το ζήτημα του θανάτου. Εάν μας τρομάζει ο θάνατος δεν θα βρούμε ποτέ την ετοιμότητα να αναλάβουμε μια διακινδύνευση, αλλά θα σπαταλήσουμε τη ζωή μας με δειλό, περιδεή και φοβισμένο τρόπο.
Μόνο εάν μάθουμε ν’ αντιμετωπίζουμε τον θάνατο, εάν βρούμε το νόημά του και καθορίσουμε τη θέση του στη ζωή μας, θα μπορέσουμε να ζήσουμε άφοβα και με πληρότητα. Συχνά περιμένουμε να φθάσουμε στο τέλος της ζωής μας για να σκεφθούμε τον θάνατο, ενώ θα είχαμε ίσως διαγράψει μία εντελώς διαφορετική ζωή εάν τον αντιμετωπίζαμε νωρίτερα.

Μία πατερική νουθεσία, που επαναλαμβάνεται μέσα στους αιώνες, λέει ότι θα πρέπει να νήφουμε έχοντας καθημερινά τη μνήμη του θανάτου. Μόνο που η απλή αναφορά αυτής της αλήθειας στον σύγχρονο άνθρωπο που υποφέρει από ανασφάλειες και έλλειψη πίστης και βιώματος, θα τον κάνει να σκεφτεί ότι καλείται να ζήσει στη σκιά του θανάτου, σε μια κατάσταση μελαγχολίας.
Θα νομίσει ότι ο θάνατος τον περιμένει σε κάθε του βήμα και ότι η ζωή δεν έχει πια κανένα νόημα. Η σταθερή και βαθειά μνήμη του θανάτου θα λειτουργήσει γι’ αυτόν σαν Δαμόκλειος σπάθη που επικρέμαται πάνω του, στερώντας του κάθε απόλαυση και χαρά της ζωής.
Μία τέτοια κατανόηση βέβαια δεν έχει νόημα. Χρειάζεται να καταλάβουμε την έννοια που έχει η μνήμη του θανάτου σε όλη της τη σημασία: ως την καταξίωση της ζωής, όχι την απαξία της.

Τον περισσότερο χρόνο της ζωής μας τον περνούμε καταστρώνοντας σχέδια σαν να πρόκειται να ζήσουμε μία άλλη ζωή σε έναν μεταγενέστερο χρόνο.
Δεν ζούμε με τρόπο αποφασιστικό, αλλά φευγαλέο. σαν να προετοιμαζόμαστε για τη μέρα που πραγματικά θ’ αρχίσουμε να ζούμε. Μοιάζουμε με εκείνους τους ανθρώπους που φτιάχνουν ένα πρόχειρο περίγραμμα με την πρόθεση να το ολοκληρώσουν αργότερα.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι πώς αυτή η τελική εκδοχή δεν έρχεται ποτέ.
Ο θάνατος μας προλαβαίνει πρίν βρούμε τον χρόνο, ή ακόμα και πρίν να οριστικοποιήσουμε την επιθυμία μας με μία πιο συγκεκριμένη μορφή.
Μεταθέτουμε συνεχώς την απόφασή μας για την επαύριο. Κι άς γνωρίζουμε καλά ότι αυτό το αύριο δεν έρχεται ποτέ.

Η προτροπή για επαγρύπνιση μπροστά στον θάνατο δεν μας προσκαλεί σε μια ζωή γεμάτη από την αίσθηση του τρόμου, μήπως ο θάνατος μας προφτάσει ξαφνικά, απροετοίμαστα. Αλλά, μάλλον μας καλεί σε εγρήγορση για την κάθε πράξη, τα λόγια, τα ακούσματα και τις αντιδράσεις μας που ανά πάσα στιγμή μπορεί να είναι η τελευταία εμπειρία της επίγειας ζωής μας.
Εάν μ’ αυτή τη σκέψη στο νού συνδιαλεγόμασταν με τα πρόσωπα που βρίσκονται απέναντί μας, θα είμασταν πολύ πιο προσεχτικοί στον λόγο και τη στάση μας.
Εάν είχαμε ασκηθεί να αντιλαμβανόμαστε την σπουδαιότητα κάθε στιγμής ως τελευταίας, ολόκληρη η ζωή μας θα άλλαζε ριζικά. Ο αργός λόγος που το Ευαγγέλιο επικρίνει, όλες εκείνες οι επιλογές και ενέργειες που στερούνται νοήματος και αποβαίνουν κάποτε καταστροφικές, θα είχαν αποφευχθεί.
Θα ζυγίζαμε τους λόγους και τις πράξεις μας ώστε να οδηγούν τη ζωή προς μια κορύφωση και να εκφράζουν την τελειότητα της σχέσης –τίποτε λιγότερο.
Μόνο η σκέψη του θανάτου μπορεί να δώσει στη ζωή αυτή τη νήψη και το βάθος, να ενεργοποιήσει την ίδια τη ζωή. Μόνο ο θάνατος μπορεί να κάνει τη ζωή τόσο έντονη ώστε κάθε στιγμή του παρόντος να περικλείει ολόκληρη τη ζωή.
Αυτός είναι στην πραγματικότητα ο τρόπος με τον οποίο οι ασκητές και ερημίτες πολέμησαν ενάντια στην ακηδία, την αργία και την αμέλεια, ενάντια δηλαδή σε όλες εκείνες τις συμπεριφορές που μας κλέβουν την εύκαιρη στιγμή και μας εκτρέπουν σε αδιαφορία. Ένα από τα βασικά πράγματα που καλούμαστε να μάθουμε είναι η εγρήγορση, τόσο απέναντι στον εαυτό μας όσο και απέναντι στην κατάσταση του άλλου.
Αυτή είναι η στάση που θα αντέξει τη δοκιμασία τόσο της ζωής όσο και του θανάτου. Ολόκληρη η ζωή σε κάθε στιγμή είναι μία έσχατη πράξη.

Φόβος θανάτου, προσδοκία θανάτου

Γνωρίζουμε από την προσωπική μας εμπειρία αλλά και από μαρτυρίες άλλων, ότι απέναντι στον θάνατο αισθανόμαστε φόβο και ανασφάλεια. Για να είμαστε ακριβείς, αυτό που πιο πολύ μας φοβίζει είναι η διαδικασία του θανάτου παρά το ίδιο το γεγονός.
Η πλειοψηφία των ανθρώπων θα αποδεχόταν τον θάνατο εάν είχε την βεβαιότητα ότι θα έρθει όπως ο ύπνος, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο διάστημα φόβου ή αβεβαιότητας.
Η αλήθεια είναι ότι συχνά ο θάνατος περικλείεται από ένα είδος γοητείας, σχεδόν θελκτικότητας. Πολλοί είναι εκείνοι που εύχονται «να είχαν πεθάνει».
Αυτό που πραγματικά επιθυμούν είναι ν’ απαλλαγούν από κάθε ευθύνη απέναντι στον εαυτό τους, τον Θεό, ή τον πλησίον τους και να επιστρέψουν στην βρεφική ηλικία του ανέμελου παιχνιδιού.
Πολλοί από μας θα προτιμούσαν να βλέπουν τη ζωή σαν παιχνίδι παρά να ζούν με υπευθυνότητα. Συνεπώς, ο θάνατος λογίζεται σαν τον τρόπο απελευθέρωσης από τις δεσμεύσεις και τις υποχρεώσεις της ζωής.
Αυτή ωστόσο δεν είναι παρά η αρνητική πλευρά του θανάτου, αφού έτσι γίνεται ο δρόμος μέσα από τον οποίο κανείς, πλανώμενος, απομακρύνεται από όσα προσφέρει η ζωή στο επίπεδο της πρόκλησης και της σχέσης.
όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι δεν φοβάται τον θάνατο θα πρέπει να τον καλέσουμε να αναρωτηθεί μήπως η αποδοχή ή ακόμα και η προσδοκία του θανάτου εκ μέρους του κρύβει μέσα της τον φόβο για τη ζωή.
Η στάση μας απέναντι στον θάνατο άς μήν είναι ρομαντική.

Εάν κοιτάξουμε το βίο των αγίων θα ανακαλύψουμε μία εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση του θανάτου. Η αγάπη τους για τον θάνατο δεν θεμελιώνεται στον φόβο τους για τη ζωή. όταν ο απόστολος Παύλος γράφει «Εμοί γαρ το ζήν Χριστός και το αποθανείν κέρδος», εκφράζει την απόλυτη καταλλαγή του με τον θάνατο.
Ο θάνατος εμφανίζεται στον απόστολο εν είδει θύρας που θα τον οδηγήσει στην αιωνιότητα και θα του δείξει τον δρόμο για την πρόσωπο προς πρόσωπο συνάντηση με τον Κύριο που αγαπά.
Αλλά αυτό δεν επιτυγχάνεται με ελπιδοφόρες σκέψεις και ευχολόγια. Για να λαχταρά κανείς τον θάνατο με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο και για να μπορεί να τον βλέπει ως το επιστέγασμα της ζωής του θα πρέπει να βιώνει την αιωνιότητα από τούτη τη ζωή.
Δεν θα πρέπει να σκεφτόμαστε την αιωνιότητα σαν κάτι που θα έλθει μεταγενέστερα, σαν ένα είδος μελλοντικής ευτυχίας ή μελλοντικής εξασφάλισης.
Οι απόστολοι έγιναν άφοβοι μόνο όταν οι ίδιοι απ’ αυτή τη ζωή έγιναν μέτοχοι της αιώνιας ζωής. όσο ακόμα δεν είχαν γίνει μάρτυρες της Ανάστασης του Χριστού και παρέμεναν άγευστοι του Πνεύματος, ήταν αγκιστρωμένοι στον φόβο της εφήμερης ζωής τους.
Αλλά τη στιγμή που έζησαν την εμπειρία του μέλλοντος αιώνος, ο φόβος της απώλειας της επίγειας ζωής τους εξαφανίστηκε. Γιατί γνώριζαν πώς ο φθόνος, οι διωγμοί και ο θάνατος δεν θα έκαναν τίποτε άλλο παρά να τους ελευθερώσουν από τους περιορισμούς της ζωής και να τους εισάγουν στο ατέλεστο βάθος της αιωνιότητας, της «αεικίνητης στάσης» κατά την παράδοξη φράση του αγ. Μαξίμου του Ομολογητή.
Κι αυτή η αιωνιότητα ήταν γνώριμη ως παρούσα εμπειρία, όχι απλά σαν μέρος της πίστης. Η ίδια αλήθεια ίσχυε και στους μάρτυρες. ήταν πρόθυμοι να πεθάνουν για να μετέχουν στην απόλυτη ελευθερία της αυταπάρνησης, γιατί είχαν ήδη γευτεί την αιωνιότητα από τούτη τη ζωή.

Ο θάνατος ως καθημερινό γεγονός

Θα μαθαίναμε περισσότερα για τον θάνατο εάν μπαίναμε στον κόπο να εξετάσουμε την προσωπική μας εμπειρία. Ο θάνατος μας είναι πολύ πιο οικείος απ’ όσο φανταζόμαστε και όλοι είμαστε σε θέση να μιλήσουμε για κάποια εμπειρία «θανάτου» που όμως πολύ απέχει από οποιαδήποτε αίσθηση φόβου.
Κατά μία πρακτική έννοια, «πεθαίνω» σημαίνει «χάνω την αυτοσυνειδησία μου και περιπίπτω σε μία κατάσταση λήθης». Αυτή η προοπτική προξενεί σε πολλούς ανθρώπους φόβο. Κι όμως, ο καθένας από μας παραδίδεται στον ύπνο κάθε βράδυ, βυθίζεται ολοκληρωτικά στη λήθη, χωρίς κανέναν φόβο. Γιατί; Διότι αισθανόμαστε βέβαιοι –σε μεγάλο βαθμό αδικαιολόγητα βέβαιοι- πώς το επόμενο πρωί θα ξυπνήσουμε.
Ελπίζουμε ότι το επόμενο πρωί θα ξημερώσει και για μας κι ότι ο ύπνος δεν είναι παρά μία προσωρινή εμπειρία.
Ας παραβάλλουμε αυτή τη διαδικασία με εκείνη του θανάτου και της αφύπνισης στην αιωνιότητα. Γιατί στην πραγματικότητα παίρνει κανείς μεγάλο ρίσκο όταν κλείνει τα μάτια και αποκοιμιέται.
Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνος τόπος από το κρεβάτι μας, αν ακούσουμε την ιστορία του ναυτικού και του βοσκού που συγκρίνουν τους κινδύνους της προσωπικής τους βιωτής.
Ο βοσκός επιμένει ότι ουδέποτε θα ριψοκινδύνευε να ζήσει στη θάλασσα.
Ο ναυτικός που έχει διαφορετική άποψη ρωτά τον βοσκό: «Πώς πέθανε ο πατέρας σου;» «Πέθανε στο κρεβάτι του». «Κι ο δικός του πατέρας;» «Κι εκείνος στο κρεβάτι του». Και έκπληκτος ο ναυτικός: «Και τολμάς να ξαπλώνεις στο κρεβάτι σου κάθε βράδυ;»

Με αυτή την έννοια αντικρύζουμε τον θάνατο κάθε βράδυ, με εμπιστοσύνη και σιγουριά. Κι όταν αυτού του είδους ο προσωρινός θάνατος δεν έρχεται τόσο εύκολα, καταφεύγουμε ακόμα και σε τεχνητές μεθόδους για να τον συναντήσουμε.
Δεν είναι περίεργο που δεν βγάζουμε συμπεράσματα από τα πιο απλά πράγματα στη ζωή;
Αλλά και μ’ έναν άλλο τρόπο η εμπειρία του θανάτου μας είναι οικεία, καθώς στη διάρκεια του βίου «πεθαίνουμε» με πολλούς τρόπους.
όταν περνούμε από τη βρεφική στην παιδική ηλικία και κατόπιν στη νεότητα και την εφηβεία κι από κεί στην ωριμότητα και τα γειρατιά, φανταζόμαστε ότι απλά μεταβαίνουμε από το ένα στάδιο στο άλλο.
Κι όμως, εφόσον εξελισσόμαστε, μια σειρά από πράγματα που είχαμε πρίν οικειοποιηθεί πεθαίνουν μέσα μας. Γιατί αλλιώς, εάν ως νέοι ή ενήλικες διατηρήσουμε τα χαρακτηριστικά της νηπιότητάς μας, θα γίνουμε παιδαριώδεις.
Προκειμένου να αποκτήσουμε την ωριμότητα κάθε επόμενου σταδίου της εξέλιξής μας, πρέπει να αποδεχτούμε ότι κάποια πράγματα μέσα μας πεθαίνουν, τα αποχωριζόμαστε για πάντα.
Κι αυτός ο αποχωρισμός μπορεί να είναι μία επίπονη και δύσκολη διαδικασία, κατά κάποιον τρόπο τόσο δύσκολη όσο και ο σαρκικός θάνατός μας.
Πολλοί γονείς έχουν παρόμοια εμπειρία: λαχταρούν για το παιδί τους να παραμείνει μικρό αγόρι και στο βάθος ενοχλούνται από τη θέα του νέου ενήλικα που απεκδύεται τη νεότητά του.

Η διαδικασία του θανάτου μέσα στη ζωή μας ακολουθεί κάθε στιγμή. Αυτό οφείλουμε να το συνειδητοποιήσουμε και να το αποδεχτούμε πιο ενεργά. έτσι, ώστε να φοβόμαστε λιγότερο τον θάνατο ως τελεσίδικη απώλεια.
Θα μάθουμε μάλλον να τον θεωρούμε ως αναπόφευκτο μέρος της διαδικασίας εκείνης με την οποία ωριμάζουμε προς την πληρότητα της ζωής.

Ο θάνατος του εαυτού

Ο Χριστός μας καλεί να απωλέσουμε τον εαυτό μας. Πρόκειται για φράση διφορούμενη, όπως κάθε τι που λέγεται για τον θάνατο. Μήπως σημαίνει την αυτοκαταστροφή; Πολλοί είναι εκείνοι που δέχονται αυτή την ερμηνεία και επιχειρούν να την εφαρμόσουν. Συνήθως ευτυχώς αποτυγχάνουν, αλλά τους απομένει η πληγή της τρομακτικής τους απόπειρας.
Ο λόγος του Κυρίου σημαίνει στην πραγματικότητα την αποδοχή εκείνης της διαδικασίας απέκδυσης έως ότου φτάσουμε στο σημείο να βρούμε ότι μέσα μας υπάρχει ένας αληθινός και βαθύς εαυτός που ανήκει στην αιωνιότητα κι ένα άλλο ρηχό «εγώ» που πρέπει ν’ αποβάλλουμε.
Χρειάζεται να απωλέσουμε αυτόν τον εξωτερικό εαυτό προκειμένου να ζήσουμε με πληρότητα.
Πολλοί νομίζουν oτι αποκτούν τη συνείδηση της ύπαρξής τους μέσα από την αυτοεπιβεβαίωση και γι’ αυτό απαιτούν αναγνώριση από τους άλλους.
Και οι άλλοι βέβαια αντιδρούν, προσπαθώντας να υπερασπιστούν τον εαυτό τους απέναντι σ’ αυτού του είδους την επίθεση. ένας τρόπος υπάρχει για να αποδεχτούμε τη μη αυτο-δικαίωση και να σταματήσουμε να υπογραμμίζουμε την ύπαρξή μας απέναντι στους τρίτους: Μόνο εάν πιστέψουμε -με τη δύναμη της εμπειρίας- ότι οι άλλοι πράγματι δέχονται την ύπαρξή μας και μας αγαπούν.
Δεν μας αρκεί ότι ο Θεός μας γνωρίζει και μας αγαπά. έχουμε ανάγκη την επιβεβαίωση του πλησίον, έστω ενός ανθρώπου, που θα μας πεί «είσαι μοναδικός για μένα».

Ο GabrielMarcel επιμένει σ’ ένα από τα βιβλία του ότι το να πεί κάποιος σ’ ένα πρόσωπο «σ’ αγαπώ» είναι σαν να του λέει «δεν θα πεθάνεις ποτέ» ή αλλιώς «είσαι τόσο πολύτιμος για μένα που θα σε αναγνωρίσω ενώπιον του Θεού, έστω κι αν κανείς άλλος δεν το κάνει, εκτός από τον Θεό και μένα».
Θα πετυχαίναμε πολλά εάν είμασταν πρόθυμοι να αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον, έστω κι αν η άλλη ύπαρξη αποτελεί για μας μία πρόκληση, ενίοτε και μία αντιπαλότητα, και μας φέρνει φόβο.
Με αυτόν τον τρόπο θα οδηγούμασταν προς την ωριμότητα που θα μας επέτρεπε να αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον και να μαρτυρούμε την μοναδικότητά του, ανεξαρτήτως κόστους.
Θα πρέπει να βρούμε το κουράγιο να πολεμήσουμε ενάντια στον φόβο που μας αποθαρρύνει από την αναγνώριση του άλλου και να τον ξεπεράσουμε.
Σε κάθε βήμα θα πρέπει να αποποιούμαστε τον εαυτό μας, για να αφήνουμε χώρο στο είναι του άλλου.
Καλούμαστε σταδιακά να θανατώσουμε τον εαυτό μας ώστε ο πλησίον μας να ζήσει, κατά τον λόγο του αγ. Ιωάννη του Βαπτιστή: «εκείνον δή αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι». έτσι, ο θάνατος του εαυτού σημαίνει ότι αφήνουμε μέσα μας μόνο ό,τι είναι ουσιώδες για να ζήσουμε με πληρότητα.

Ο θάνατος ως εχθρός και φίλος

Κι όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Είναι αλήθεια ότι, όπως λέγει ο απ. Παύλος, η ζωή είναι Χριστός και ο θάνατος είναι κέρδος. Είναι αλήθεια ότι θάνατος δεν είναι η αποχώρηση από την εφήμερη ζωή, αλλά η ένδυση της αιωνιότητας. Αλλά υπάρχει κι ένα άλλο σημείο που υπογραμμίζεται από τον απ. Παύλο, κι από το σύνολο των Γραφών.
Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να πεθάνει.
Η κλήση του είναι για την αιώνια ζωή. Ο θάνατος είναι το αποτέλεσμα της αμαρτίας, με την έννοια της απομάκρυνσης από τον Θεό, της διάστασης από το πλησίον, του διχασμού του από τον αληθινό και βαθύτερο εαυτό του.
Με αυτή την έννοια, «έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος».
Ο θάνατος είναι ο εχθρός, τόσο του Θεού όσο και δικός μας.
Πράγματι, είναι εχθρός του Θεού κατά τον πιο οδυνηρό και δραματικό τρόπο, αφού εκτείνεται ακόμα και πάνω στον ίδιο τον Χριστό. Παρόλο όμως που είναι τόσο τρομερός εχθρός, το γεγονός ότι σ’ αυτόν παραδίδεται ακόμα κι ο Χριστός που είναι τέλειος Θεός και άνθρωπος, φανερώνει ότι ο θάνατος δεν υπάρχει χωρίς νόημα.
Ο θάνατος μπορεί να είναι συνέπεια της αμαρτίας αλλά δεν υπάρχει κάτι κακό καθαυτό μέσα στον ίδιο τον θάνατο που να βεβηλώνει το πρόσωπο του αποθανόντος.
Ο Χριστός πέθανε πάνω στον Σταυρό και κατήλθε στον άδη, αλλά δεν αμαυρώθηκε από την κοινωνία του με το μυστήριο του θανάτου.

Έτσι υπάρχει εδώ μία αντίφαση. Από τη μια μεριά ο θάνατος ως συνέπεια του κακού δεν θα έπρεπε να υπάρχει, κι οφείλουμε να τον νικήσουμε.
Από την άλλη μεριά μόνον ο θάνατος μας δίνει τη δυνατότητα να σπάσουμε τον αέναο κύκλο του διηνεκούς –και το διηνεκές είναι κάτι πολύ διαφορετικό από την αιωνιότητα.
Εάν δεν υπήρχε θάνατος σ’ αυτόν τον κόσμο της αμαρτίας, του κακού και της φθοράς, σιγά-σιγά θα καταλήγαμε στον μαρασμό και την αποσύνθεση χωρίς να είμαστε σε θέση να ξεφύγουμε από τον τρόμο μιας τέτοιας καταστροφής.
Κάθε χρόνο το βράδυ της Ανάστασης και τις σαράντα μέρες που ακολουθούν ψάλλουμε «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας». Αλλά τι βλέπουμε;
Τον θάνατο ελεύθερο και ενεργό, τους ανθρώπους να πεθαίνουν όπως πρίν.
Δίνεται η εντύπωση ότι κηρύττουμε κάτι που γνωρίζουμε ότι είναι αναληθές.
Ωστόσο, καλό είναι να έχουμε κατά νού ότι ο θάνατος έχει δύο όψεις.
Από τη μια έχουμε τον σαρκικό θάνατο, αλλά έχουμε επίσης και τον θάνατο που νοείται ως χωρισμός από τον Θεό, ώς κάθοδος στον τόπο εκείνο όπου ο Θεός είναι απών, τον τόπο της οριστικής και ριζικής του απουσίας.
Αυτή η δεύτερη όψη του θανάτου είναι οπωσδήποτε η πιο οδυνηρή και σκληρή.
Ο Κύριος βίωσε και τις δύο όψεις του θανάτου. Επέλεξε να συμμεριστεί μαζί μας όλες τις συνέπειες του κακού –ακόμα και τον πλήρη χωρισμό του από τον Θεό.
Και παρόλο που ενσκήπτει στον τόπο όπου κατέρχονται όλοι όσοι έχουν απωλέσει τον Θεό, φέρει μαζί του την πληρότητα της θείας παρουσίας. έτσι, δεν υπάρχει πλέον τόπος όπου ο Θεός είναι απών.
Αυτό το γεγονός μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πώς μορφώνεται και η δική μας κατάσταση μετά τον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού.
Μπορεί να πρέπει να υποστούμε έναν θάνατο προσωρινό, αλλά ο απόστολος Παύλος τον περιγράφει ως κοίμηση.
Δεν υπάρχει πλέον εκείνος ο θάνατος που ήταν ο τρόμος του ανθρώπου, ο οριστικός χωρισμός από τον Θεό.
Κατά αυτή την έννοια πράγματι ο θάνατος έχει νικηθεί από τον θάνατο. Ακόμα και τώρα –έστω δισταχτικά και σε στάδιο εμβρυακό- γινόμαστε κληρονόμοι της αιωνιότητας.

Όταν ανακαλούμε το παρελθόν, συχνά θλιβόμαστε γιατί στερήσαμε από την αγάπη μας πρόσωπα που πλέον δεν βρίσκονται δίπλα μας να αγαπήσουμε.
Υιοθετούμε αυτή την εντύπωση γιατί απλά στρεφόμαστε προς λάθος κατεύθυνση.
Εάν ο Θεός δεν είναι ο Θεός των νεκρών αλλά των ζώντων, τότε όλοι όσοι έφυγαν από τούτη τη γή, είναι ζωνταντοί εν Χριστώ.
Κι εμείς μπορούμε να στραφούμε προς αυτούς για συγχώρεση και μεσιτεία. Δεν είναι ποτέ αργά εάν αληθινά πιστεύουμε τον Θεό ως Θεό των ζώντων.
Και ποτέ δεν θα πρέπει να μιλούμε για την αγάπη μας σε χρόνο παρελθόντα.
Ο θάνατος του σώματος δεν διασπά την σχέση, αφού αυτή ήταν, είναι και θα παραμείνει ζωντανή ανάμεσα σε ανθρώπους που συναντήθηκαν και αγαπήθηκαν σε τούτη τη ζωή.
Ο θάνατος δεν είναι ποτέ το τέλος.
Συνεχίζουμε να ζούμε όταν πεθαίνουμε, ακόμα και σε τούτη τη γή, αφού κληρονομούμε τους καρπούς της επίγειας ζωής και ύπαρξής μας σε όσους ακολουθούν.
Και συνεχίζουμε να φέρουμε πάντοτε ευθύνη για την απήχηση της βιωτής μας.

Μητρ. Άντονυ του Σουρόζ

Θάνατος και χαρά... η αλλιώς... ο τρόπος που πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον θάνατο


«Σήμερα, λοιπόν, θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν θάνατο καὶ μοῦ ἦρθε στὸ νοῦ ἀγωνία, ἂν θέλετε καὶ ἀπογοήτευση τῶν μαθητῶν μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ φόβος τους. Γι᾿ αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ σας ὑπενθυμίσω τὴν πρὸς Ἐμμαοὺς πορεία.

Θὰ τὸ πῶ μὲ δυὸ λόγια μιᾶς καὶ εἶναι γνωστὴ πορεία: Δυὸ μαθητές, τρεῖς μέρες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Κυρίου, προχωροῦν εἰς Ἐμμαούς, συζητοῦν μεταξύ τους γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀγωνιοῦν, μιλοῦν γιὰ τὰ γεγονότα. Ἔρχεται ὁ Χριστός, χωρὶς νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν, καὶ τοὺς ἑρμηνεύει τὶς γραφές. Ἐν τέλει Τὸν ἀγαποῦν αὐτὸν τὸν Συνοδοιπόρο. Τοῦ λένε «μεῖνε μαζί μας». Μένει. Φτάνουν στὸ τραπέζι καὶ στὴν κλάση τοῦ ἄρτου Τὸν γνωρίζουν. Τότε Αὐτὸς γίνεται ἄφαντος, ἐκεῖνοι γεμίζουν χαρὰ καὶ προχωροῦν πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα.

Οἱ δυὸ μαθητές, λοιπόν, μιλοῦσαν καὶ συζητοῦσαν γιὰ τὸν Χριστό. Καὶ ἐκεῖνος παρουσιάστηκε δίπλα τους νὰ συμπορεύεται. «Οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν». Τὰ μάτια τους ἦταν ἀκόμα κλειστὰ καὶ δὲν Τὸν γνώρισαν. Νομίζω ἕνα μεγάλο πρᾶγμα εἶναι τὸ ἑξῆς: ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ὁδὸς καὶ εἶναι καὶ ὁ ἀληθινὸς Συνοδοιπόρος μας. Κι ἂν τυχὸν ἀγωνιοῦμε, ἂν συζητᾶμε, ἂν ψάχνουμε, ἂν βαδίζουμε, ἂν τυχὸν γιὰ κάπου πᾶμε, Αὐτὸς εἶναι μαζί μας. Μά, λέει κάποιος: «δὲν Τὸν ξέρουμε». Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρουμε ἕνα πρᾶγμα: μαζὶ μὲ τὴν ἀγωνία μας καὶ Αὐτὸς συμπορεύεται. Καὶ ἂς μὴν Τὸν διακρίνουμε.

Ὁ Χριστός, στὴ συνέχεια, δὲν θέλει νὰ τοὺς κάνει διδασκαλία, ἀλλὰ θέλει νὰ τοὺς δώσει τὴ δυνατότητα νὰ ποῦν αὐτὰ ποὺ ἔχουν μέσα τους. Γι᾿ αὐτὸ προσποιεῖται ἄγνοια καὶ μάλιστα ἐπιμένει. Τότε «τοῦ ἐξηγοῦν» γιὰ τὸν Ἰησοῦ τὸν Ναζωραῖο, τὸν ὁποῖο παρέδωσαν «οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου» καὶ Τὸν σταύρωσαν. Στὴ συνέχεια λένε κι οἱ δυό τους τὸν πόνο τους: «Ἐμεῖς ἐλπίζαμε ὅτι αὐτὸς θὰ λύτρωνε τὸ Ἰσραήλ. Ἀλλὰ ἤδη πέρασαν τρεῖς μέρες ἀφοῦ ἔγιναν αὐτά, ἀφοῦ Τὸν σταύρωσαν καὶ δὲν εἴδαμε ἀκόμη τίποτε ποὺ νὰ στηρίξει τὶς ἐλπίδες μας. Μᾶς παραξένεψαν μερικὲς γυναῖκες ἀπὸ τὴ δική μας συντροφιά, γιατί πῆγαν πρωὶ στὸ μνημεῖο καὶ λένε ὅτι δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα Του. Ἦλθαν καὶ μᾶς εἶπαν ὅτι εἶδαν ὀπτασία ἀγγέλων κι ὅτι οἱ ἄγγελοι λένε ὅτι ζεῖ. Καὶ πῆγαν καὶ μερικοὶ ἀπὸ μᾶς στὸ μνημεῖο καὶ τὸ βρῆκαν ἔτσι ὅπως εἶπαν οἱ γυναῖκες, «Αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον»».

Τοὺς δίνει, λοιπόν, τὴ δυνατότητα ὁ Χριστὸς νὰ ποῦν τὸ λογισμό τους. Αὐτοί, μὲ τετράγωνη λογική, λένε ὅτι «Ἐμεῖς ἐλπίζαμε. Τώρα δὲν ἐλπίζουμε. Τί νὰ ἐλπίζουμε; Ἐφ᾿ ὅσον Αὐτὸς σταυρώθηκε, πέθανε καὶ εἶναι τρεῖς μέρες ποὺ πέρασαν, τελείωσε ἡ ἱστορία». Ἀποδεικνύουν τετραγωνικὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει δυνατότητα νὰ ἐλπίζει κανείς. Νομίζω ὅτι ὁ μεγάλος δάσκαλος, ὁ Χριστός, αὐτὸ ἤθελε νὰ ποῦν κι αὐτοί. Αὐτὸ ἤθελε νὰ βγάλει ἀπὸ μέσα τους: ὅτι, κοίταξε, μὲ τὴν τετράγωνη λογική, ἡ ὑπόθεση τελείωσε - καὶ νομίζω ὅτι εἶναι καλὸ νὰ τελειώνουν οἱ ὑποθέσεις.

Ὅμως ἀρχίζει Ἐκεῖνος καὶ μιλᾷ: «Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πάσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται». Ἐπειδὴ καὶ ὁ Κύριος ἔνιωθε ὅτι ἦταν φίλοι Του, τοὺς μιλάει αὐστηρά. Καὶ λέει τὴ φράση τὴ μεγάλη παρακάτω: «Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξα αὐτοῦ;» Δὲν ἔπρεπε νὰ πάθει αὐτὰ ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ περάσει στὴ δόξα Του; Στὸ σημεῖο αὐτὸ μπαίνουμε στὸ μεγάλο μυστήριο καὶ λέμε: Ἂν τυχὸν ἔπρεπε νὰ πάθει Αὐτός, ποὺ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἐμεῖς τί πρέπει νὰ πάθουμε;

Ἄρχισε ἀπὸ τὸν Μωυσῆ καὶ ὅλους τοὺς προφῆτες καὶ ἐξήγησε σὲ ὅλες τὶς γραφὲς αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦσαν τὸ πρόσωπό Του. Μαζὶ μὲ τὴν πορεία προχωροῦσε καὶ ἡ ἑρμηνεία, κι ἔβλεπαν οἱ μαθητὲς ὅτι κάπου ἀλλοῦ τοὺς πηγαίνει. Μόλις ἔφτασαν στὴν πόλη ποὺ πήγαιναν, Αὐτὸς προσποιήθηκε ὅτι πάει κάπου ἀλλοῦ. Ἀλλὰ αὐτοί: «παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστι καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα». Νομίζω ὅτι οἱ μαθητὲς εἶπαν: Τώρα ποῦ πᾶς; Τελείωσε ἡ μέρα, τελειώνει ἡ πορεία. Ἔτσι ποὺ μᾶς ἔκανες δὲν μποροῦμε νὰ φύγουμε ἀπὸ κοντά Σου, οὔτε Ἐσὺ ἀπὸ μᾶς, ἔλα νὰ μείνεις μαζί μας. Καὶ ὁ Χριστὸς πέρασε μαζί τους.

Καὶ «ἐν τῷ κατακλινθῆναι αὐτὸν μετ᾿ αὐτῶν λαβῶν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἀπέδιδον αὐτοῖς, αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν, καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ᾿ αὐτῶν». Μετὰ ἀπὸ τὸν λόγο, τὴν ἱερολογία, φτάσαμε στὴν ἱερουργία. Ἔγιναν οἱ ἐξηγήσεις καὶ δὲν ἔμενε πιὰ τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ πράξη τῆς ἱερουργίας. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶπε τίποτα, ἀλλὰ τεμάχισε τὸν ἄρτο. Ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου Τὸν γνώρισαν καὶ μόλις Τὸν γνώρισαν ἔγινε ἄφαντος, χάθηκε. Φυσικά, ἐγὼ νομίζω ὅτι, ὅταν λέμε χάθηκε, ἐννοοῦμε βρέθηκε. Γιατί ἂν τυχὸν ἔμενε θὰ τὸν ἔχαναν, θὰ ἔλεγαν ὅτι «Αὐτὸς εἶναι ἐδῶ, ἐκεῖ», θὰ Τὸν ἐντόπιζαν, ἐνῷ Αὐτὸς εἶναι πανταχοῦ παρών. Ὁπότε ἀφοῦ Τὸν κατάλαβαν, παίρνουν δύναμη, ἀνοίγονται οἱ ὀφθαλμοί τους. Ἑπομένως «διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί τους» σημαίνει ὅτι ἄρχισαν νὰ βλέπουν τὰ ἀόρατα, νὰ καταλαβαίνουν τὰ περασμένα καὶ νὰ ἔχουν δύναμη γιὰ νὰ προχωρήσουν στὰ μέλλοντα, δηλαδὴ νὰ συνεχιστεῖ ἡ πορεία.

Ὁπότε γνωρίζουν τώρα μέσα στὴν Θεία Εὐχαριστία, μέσα στὴ Θεία Λειτουργία, ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου, τὶς γραφὲς ἀληθινά. Γνωρίζουν αὐτὰ ποὺ πέρασαν καὶ παίρνουν δύναμη γιὰ νὰ προχωρήσουν. Ὁ Κύριος γνωρίζεται ὡς ἄρτος κλώμενος καὶ αἷμα ἐκχυνόμενον. Στὴν κλάση τοῦ ἄρτου γνωρίζεται ὁ Κύριος καὶ ταυτόχρονα γνωρίζουμε κι ἐμεῖς τὸν Κύριο «ἐν τῇ κλάσει τῇ ἡμετέρᾳ». Ἐὰν τυχὸν καὶ ἐμεῖς δὲν πονέσουμε, ἐὰν τυχὸν καὶ ἐμεῖς δὲν πεθάνουμε, δὲν σταυρωθοῦμε, δὲν πρόκειται νὰ γνωρίσουμε τὸν Κύριο. Ὅπως καὶ Κεῖνος ἔπρεπε νὰ πάθει γιὰ νὰ μπεῖ στὴ δόξα Του, καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ πάθουμε, πρέπει νὰ ὑποφέρουμε. Ὅλα αὐτὰ τὰ βάσανα εἶναι εὐλογία γιὰ νὰ ἀνοιχτοῦν τὰ μάτια μας καὶ ἔτσι νὰ Τὸν βλέπουμε διαφορετικά.

Εἴμαστε ἄνθρωποι, πονᾶμε καὶ ἔχουμε τὴ δική μας λογική. Κι ὁ Χριστὸς ἐπιτρέπει τὸν λογισμό μας. Δίδει τὶς ἀφορμές, στοὺς μαθητές, νὰ ἀκοῦν τὸ λογισμό τους καὶ νὰ δικαιολογήσουν τετραγωνικὰ τὴν ἀπελπισία τους. Ἀλλὰ ὅμως ὅταν ἀπελπίζεσαι, ὅταν ψάχνεις, ὅταν πορεύεσαι, Αὐτὸς εἶναι μαζί σου. Στὴ συνέχεια θὰ ἔρθει καιρός, ὅταν φτάσεις πιὰ στὴν κλάση τοῦ ἄρτου, ὅταν φτάσεις στὸν πολὺ πόνο καὶ εἶσαι μαζί Του, νὰ διανοιχτοῦν οἱ ὀφθαλμοί σου. Τότε Τὸν βλέπεις, Ἐκεῖνος χάνεται, δηλαδή, μένει διαρκῶς μαζί σου...

Ἐντάξει ἡ λογική μας, ἐντάξει ἡ ἀναζήτησή μας ἀλλὰ εἴμαστε πλασμένοι γιὰ κάτι μεγαλύτερο. Ὅ,τι κι ἂν πετύχουμε μὲ τὴ δική μας ἀναζήτηση, μὲ τὴ δική μας γνώση δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ. Ὁ Χριστὸς ἔχει νὰ δώσει σὲ μᾶς κάτι πολὺ μεγαλύτερο καὶ δὲν μᾶς τὸ ἔδωσε πρὶν Αὐτὸς πάθει καὶ μπεῖ στὴ δόξα Του. Δηλαδή, μποροῦμε νὰ πεθάνουμε καὶ νὰ ζήσουμε. Μποροῦμε νὰ χαθοῦμε καὶ νὰ βροῦμε τὴν ψυχή μας, κι ἂν κανεὶς θέλει νὰ τὴν σώσει, θὰ τὴν χάσει. Κι ἂν τὴν χάσει ἐνσυνείδητα, ὅπως λέει, «ἔνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου» αὐτὸς θὰ τὴν σώσει. Ὁπότε νομίζω ὅτι τὸ μεγάλο πρᾶγμα ποὺ ἔχουμε καὶ κουβαλᾶμε δὲν εἶναι τὸ τί ἔχουμε ἀλλὰ τὸ τί εἴμαστε. Αὐτὸ ποὺ λέει καὶ ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: τὸ μεγάλο πρᾶγμα εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ γίνουμε ὅλοι κοινωνοὶ τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ μποροῦμε σιγὰ σιγὰ νὰ ἀναχθοῦμε σὲ αὐτὴ τὴν ἄλλη λογική. Ὁπότε τὰ πάντα εἶναι εὐλογία.

Ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ νεομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, καὶ ζοῦσαν σὲ αὐτὸν τὸν παράδεισο. Ὁπότε λένε: «ἂν τυχὸν μᾶς ἀφήσετε νὰ ζήσουμε, σᾶς εἴμαστε εὐγνώμονες γιατί ζοῦμε στὸν παράδεισο, μέσα σε αὐτὴν τὴν λογικὴ τῆς Θείας Λειτουργίας, τὴν ἄλλη λογική· ἐὰν μᾶς σκοτώσετε, σᾶς εἴμαστε χίλιες φορὲς πιὸ εὐγνώμονες, γιατί τὸ συντομότερο θὰ δοκιμάσουμε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖο δὲν παρέρχεται καὶ τὸ ὁποῖο εἶναι χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Κι ὁ καθένας τότε γεννιέται, ὅταν πεθαίνει καὶ τότε ἀγκαλιάζει ὅλους καὶ βρίσκει μὲς τὴν καρδιά του ὅλους.

Καὶ ταυτόχρονα ἐνῷ μιλᾶμε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, δὲν ὑποτιμοῦμε τὸ σῶμα ἀλλὰ ἀντίθετα βλέπουμε ὅτι θεώνεται. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίθετη κίνηση ποὺ γίνεται μέσα ἐδῶ. Δηλαδή, δὲν ἑνώνεται μόνο ἡ πορεία μὲ τὴ στάση, ἡ θεότης μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, ἀλλὰ γίνεται καὶ μία ἀντίστροφη κίνηση, ὅπως λέει τὸ Συναξάρι τῶν Ἁγίων Πάντων, «τὸ Πνεῦμα κάτεισιν καὶ ὁ Νοῦς ἄνεισιν». Τὸ πνεῦμα κατέρχεται, ὁ λόγος σαρκοῦται καὶ τὸ χῶμα, ἡ φύση μας, ἀναλαμβάνεται, θεώνεται. Καὶ τὸ πιστεύουμε αὐτὸ καὶ τὸ περιμένουμε νὰ γίνει κάποτε, ἀλλὰ γίνεται ἀπὸ τώρα. Ἤδη προγεύεται κανείς, νομίζω, προπαντὸς ὁ πονεμένος καὶ σφαγμένος, ὁ τιμημένος μὲ τὸ νὰ δεχτεῖ πολλὲς δοκιμασίες, νιώθει σὰν ἄλλο σκαμμένο χωράφι ποὺ μπαίνει μέσα μιὰ νωτίδα οὐράνια, ἔτσι μπαίνει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ μέσα στὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου μία ἄλλη παράκληση θεϊκὴ καὶ προχωρεῖ εἰς πάντας ἁρμούς, εἰς νεφρούς, εἰς καρδίαν.

Ὁπότε τὸ θέμα, νομίζω, δὲν εἶναι ἂν θὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε μία ψεύτικη ἐρώτηση ἢ νὰ δώσουμε μία ψεύτικη ἀπάντηση σχετικὰ μὲ τὸν θάνατο. Τὸ θέμα εἶναι ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μποροῦμε νὰ κάνουμε ὑπομονή. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Κύριος, ὅτι τὸ χωράφι τὸ ἀγαθό, ἡ γῆ ἡ καλὴ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δέχονται τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ καρποφοροῦν ἐν ὑπομονῇ. Μποροῦμε νὰ κάνουμε ὑπομονή; Κάποιος γεωργὸς ὑπάρχει ποὺ φροντίζει γιὰ μᾶς. Μποροῦμε νὰ περιμένουμε;

«Βρὲ παιδάκι μου, πεθαίνουμε»

Μὰ λέει κανείς: «βρὲ παιδάκι μου, πεθαίνουμε». Βλέπουμε στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι τὸ ἄρρωστο παιδὶ ποὺ ἔφερε ὁ πατέρας, ἔπεσε κάτω ξερὸ σὰν νεκρὸ καὶ πολλοὶ ἄρχισαν νὰ λένε πὼς πέθανε. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει σημασία ἂν νομίζουμε ἐμεῖς ὅτι πεθάναμε, ἂν νομίζουν ὅλοι οἱ ἄλλοι ὅτι καὶ ἐμεῖς πεθάναμε. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ μένουμε κοντὰ στὰ πόδια κάποιου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε προτοῦ τὸν κόσμον εἶναι, προτοῦ ὑπάρξει ὁ κόσμος κι ὁ ὁποῖος «τὰ πάντα διὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους του ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι παρήγαγε». Ὁπότε ἐὰν τυχὸν εἶσαι δίπλα σὲ Αὐτόν, ἄσχετα ἂν εἶσαι πεθαμένος ἢ ζωντανός, ἐλπίζεις καὶ περιμένεις νὰ ἔρθει ἡ ζωή. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ζωὴ ἔρχεται διὰ τοῦ θανάτου. Ὅπως ὁ σπόρος, ἐὰν δὲν πέσει στὴ γῆ νὰ πεθάνει, μένει μόνος, ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ἂν δὲν πονέσουμε θὰ μείνουμε μόνοι.

Τὸ θέμα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι πολὺ πονοῦμε καὶ λίγο ζωογονούμαστε, πολὺ ὑποφέρουμε καὶ λίγο μπαίνουμε στὴ χαρά. Νομίζω ὅτι τὸ μήνυμα τὸ χαρούμενο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὅτι μας δίνει τὴ δυνατότητα νὰ περάσουμε τὴ ζωηφόρο νέκρωση. Ὅταν ζήτησαν δυὸ μαθητὲς νὰ δοξαστοῦν καὶ νὰ καθίσει ὁ ἕνας ἐκ δεξιῶν καὶ ἕνας ἐξ εὐωνύμων, Αὐτὸς εἶπε, ὅπως ἀναφέρεται στὸ Τριώδιο, ὅτι ὁ Κύριος δὲν δίδει τέτοια πράγματα στοὺς δικούς Του, ὑπόσχεται ποτήριο θανάτου. Τὸ μεγάλο γεγονὸς εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ πεθάνουμε περιμένοντας. Ὅταν περνᾶμε τὴν Γεθσημανή, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε. Τώρα τὸ ὅτι μιλᾶμε σημαίνει ὅτι δὲν περνᾶμε Γεθσημανῆ. Ἀλλὰ τί γίνεται; Τὰ χάνουμε. Μπορεῖ νὰ τὰ χάσουμε, μπορεῖ νὰ πέσουμε κάτω, μπορεῖ νὰ μᾶς ἐγκαταλείψει κάθε δύναμη σωματική, ψυχική, πνευματική. Τὸ θέμα εἶναι ἂν μπορεῖς καὶ ξερὸς νὰ περιμένεις καὶ νὰ εὐγνωμονεῖς. Κάποιος ὑπάρχει μέσα μας καὶ δίπλα μας, ποὺ ἱερουργεῖ διαφορετικὰ τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς.

Θὰ μποροῦσε εὔκολα νὰ μᾶς πεῖ ψεύτικα πράγματα, δὲν θέλει. Θέλει νὰ μᾶς φέρει στὴν αἰώνια ζωή. Καὶ γιὰ νὰ μπεῖς στὴν αἰώνια ζωὴ πρέπει νὰ περάσεις ἀπὸ τὸν θάνατο. Θὰ μποροῦσε ὁ Χριστός, ἂν ἦταν ταχυδακτυλουργός, νὰ ἔκανε αὐτὸ ποὺ ζήτησαν οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν ἔλεγαν «κατέβα ἀπὸ τὸν Σταυρὸ καὶ θὰ πιστέψουμε». Θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει. Δὲν ἦρθε γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει. Κατέβηκε ἀπὸ τὸν Σταυρὸ νεκρός. Νεκρὸς γιὰ νὰ νικήσει τὸν θάνατο γιὰ πάντα, γιὰ ὅλους μας.

Ὅποτε ἕνα πρᾶγμα μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι μποροῦμε νὰ πετύχουμε. Ὅτι ὑπάρχει μέσα μας ἕνας συγκεκριμένος δυναμισμὸς καὶ διὰ τοῦ θανάτου, μέσα στὴ γῆ τὴν καλὴ καὶ ἀγαθὴ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸς ὁ δυναμισμὸς ἐκρήγνυται καὶ προχωροῦμε σὲ ἄλλο τόπο, σὲ ἄλλο χῶρο, ὅπου τὰ φοβερὰ τελεσιουργεῖται καὶ τὰ πάντα λειτουργοῦν διαφορετικά. Αὐτὸς ὁ ἄλλος χῶρος καὶ ὁ ἄλλος χρόνος εἶναι αὐτὸς ἐδῶ ποὺ ζοῦμε. Ἂν θὰ πᾶμε μὲ πύραυλους στὰ ἀστέρια δὲν αὐξάνει ὁ χῶρος τῆς ζωῆς μας καὶ ἡ ἐλευθερία μας. Ἂν τυχὸν παρατείνουμε τὴ ζωή μας μὲ μεταμόσχευση καρδιᾶς δὲν γευόμαστε τῆς χάριτος τῆς αἰωνιότητος.

Σὲ μιὰ στιγμὴ μπορεῖ νὰ χωρέσει ἡ αἰωνιότης καὶ μέσα σὲ ἕνα μικρὸ ἅγιο μαργαρίτη νὰ χωρέσει ὅλος ὁ Χριστός. Ἀκριβῶς γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος ἐνῷ ἔρχεται νὰ μᾶς φέρει τὴ χαρά, ἐνῷ ἔρχεται νὰ μᾶς φέρει τὴ ζωή, λέει: «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ κλαίοντες καὶ οὐαὶ οἱ γελῶντες». Ἀκριβῶς γιατί θέλει νὰ μᾶς φέρει τὸν πραγματικὸ γέλωτα, τὴν πραγματικὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ ἀπὸ σήμερα...
* * *
Ἡ ψυχὴ μετὰ τὸν θάνατο

Τί γίνεται ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τὸν θάνατο; Νομίζω δὲν μποροῦμε νὰ τὰ λύσουμε καὶ ὅλα τὰ προβλήματα. Ξέρετε, εἶναι πολὺ μεγάλο δρᾶμα νὰ νομίζεις ὅτι ἔχεις λύσει τὰ προβλήματά σου. Ἐπίσης, εἶναι ἄσχημο ἕνας δάσκαλος, ὅποιος ἀπὸ μᾶς κάνει τὸν δάσκαλο, νὰ δίδει ἀπαντήσεις καὶ νὰ κλείνει τὰ θέματα. Στὴν πορεία πρὸς Ἐμμαοὺς ὁ Κύριος κατ᾿ ἀρχὴν δίνει τὴ δυνατότητα στὸν ἄλλον νὰ βγάλει τὰ ἀπωθημένα του. Γιὰ νὰ ἐκτονωθοῦν οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ ποῦν τὸ λογισμό τους, γιὰ νὰ δείξουν τὴν ἀπογοήτευσή τους, γιὰ νὰ φτάσουν στὴν ἀπόγνωση. Λέει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερο ὅπλο ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση. Γιατί ὅταν κανεὶς ἀπογοητευθεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ ἐγκόσμια, ὅπως λέει κι ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὅταν φτάσουμε στὴν ἀπιστία γιὰ τὸν ἑαυτό μας τότε ἀρχίζει νὰ ἀναδύεται μία ἄλλη πίστη καὶ μία ἄλλη δύναμη νὰ ὑπάρχει μέσα μας.

Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἂν θὰ ποῦμε μία κουβέντα σὰν ἀπάντηση. Μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα μας καὶ νὰ ἀναχθεῖ ὅλο τὸ εἶναι μας σὲ ἕνα ἄλλο χῶρο; Μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε στὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων; Αὐτὸ εἶναι ποὺ δίδει ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ὄχι νὰ λύνουμε τὶς ἀπορίες μας μὲ ἕνα τρόπο ἐγκυκλοπαιδικό, μὲ τὴ λογικὴ τοῦ κομπιοῦτερ, ἀλλὰ εἰ δυνατὸν νὰ μετανοοῦμε, νὰ μπαίνουμε στὴν ἄλλη λογική, τὴ λογικὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τότε καταλαβαίνουμε ὅτι ὅταν ὁ Χριστὸς φανερώνεται, κρύπτεται. Ὅταν γίνεται ἄφαντος φανερώνεται. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης: «ὁ Χριστὸς ἀπαντᾷ δι᾿ ὧν ἀρνεῖται νὰ ἀπαντήσει». Ἄν, λοιπόν, δὲν μποροῦμε νὰ ἀκοῦμε τὴ σιωπή Του, σημαίνει ὅτι δὲν καταλαβαίνουμε τὸν λόγο Του. Ἂν τυχὸν νομίζουμε ὅτι τὸν καταλαβαίνουμε, κάτι δὲν πάει καλὰ μέσα μας.

Τὸ μεγάλο πρᾶγμα εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία, μποροῦμε νὰ βάλουμε τὸν ἑαυτό μας μέσα ἐκεῖ, ὥστε σιγὰ-σιγὰ νὰ παίρνει αὐτὴν τὴν ἄλλη λογική. Πρέπει μὲ ταπείνωση νὰ τρεφόμαστε ἀπὸ τὴν στερεὰ τροφὴ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία καὶ τότε νομίζω ὅτι συνέχεια ἡ καρδιά μας θὰ εὐφραίνεται. Ἔχουμε ἕνα μεγάλο χρέος: διὰ τῆς ταπεινώσεως καὶ διὰ τῆς ὑπομονῆς νὰ δεχτοῦμε αὐτὰ τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα τελεσιουργεῖται στὸν ὑπερῷον τόπο τὸν λειτουργικό, γιὰ νὰ μπορέσουμε καὶ ἐμεῖς νὰ καταλάβουμε τί εἶναι ἄνθρωπος, νὰ χαροῦμε τὴ ζωή μας καὶ μετὰ χωρὶς ἄλλα σχόλια νὰ δώσουμε τὴ δυνατότητα καὶ στοὺς ἄλλους νὰ χαροῦν τὴν ζωή τους.

Αὐτὸ ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ νιώσουμε ὅτι ἡ ἀγάπη «ἐκ τοῦ μὴ ὄντως εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγε» καὶ ἐὰν τυχὸν ὑπομένομε, στὸ τέλος ἀπὸ τὴ δοκιμασία βγαίνει μία χαρὰ καὶ μία ἀγαλλίαση ἡ ὁποία ξεπερνᾷ ὅλες τὶς δοκιμασίες.

Μιὰ στιγμὴ στὸν καθένα μας μπορεῖ νὰ δημιουργηθοῦν διάφορες ἀπορίες: Τί σημαίνει θάνατος, τί σημαίνει ἀνυπαρξία, μιὰ στιγμὴ νὰ νιώσουμε ὅτι ὅλα εἶναι ἄχρωμα καὶ ἄοσμα, τότε τί νὰ κάνουμε; Ἐγὼ λέω ἕνα πρᾶγμα: Νὰ περιμένομε. Νὰ περιμένομε ποῦ; Μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅπου νιώθεις ὅτι ὑπάρχει μία ζεστασιὰ καὶ μία εὐρυχωρία. Ὅπως λέμε τὸ ἔμβρυο μένει μέσα στὴ μήτρα τῆς μάνας του καὶ ἐπειδὴ μένει ἐκεῖ, συνέχεια αὐξάνει. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ μένομε μέσα στὴ μήτρα τῆς μητέρας μας Ἐκκλησίας, αὐτὸ ποὺ λέμε μετὰ ἀπὸ τὴν πορεία: «μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν», μεῖνε μαζί μας καὶ ἐμεῖς θὰ μείνουμε μαζί Σου. Ἄλλα σχόλια δὲν θέλουμε πιά. Ἐμεῖς θέλουμε νὰ μείνουμε μαζί Σου. Αὐτὸ μᾶς φτάνει. Ἔχει μεγάλη σημασία νὰ μείνουμε κάπου καὶ νὰ δοῦμε αὐτὸ «τὸ κάπου», τὸ Ἕνα γιὰ τὸ ὁποῖο εἴμαστε καὶ τὸ ὁποῖο μᾶς ἐκκολάπτει. Ὁ πόνος ἔχει νόημα ἐπειδὴ βρισκόμαστε στὴ μήτρα κάποιου ποὺ μᾶς ἀγαπάει. Ἐκεῖ ὅποιος πολὺ πονάει σημαίνει ὅτι εἶναι ἠλεημένος καὶ μπορεῖ νὰ δεχτεῖ μεγάλα χαρίσματα.

Κλείνοντας, ἐγὼ λέω ἕνα πρᾶγμα γιὰ τὸ ὁποῖο εἶμαι σίγουρος: Προσωπικὰ εἶμαι χαμένος, ἀλλὰ σᾶς λέω ἀδελφικὰ ὅτι ΜΠOΡΕΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠOΣ. Καὶ αὐτὴ ἡ ζωὴ ἡ ἀπεριόριστη, ἡ αἰώνια ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τώρα ἱερουργεῖται καὶ ὑπάρχει στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τὴν μικρὴ τὴν ἐλάχιστη καὶ περιφρονημένη ἡ ὁποία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς...

Μὴ μοῦ κάνετε ἄλλες ἐρωτήσεις, δῶστε ἄλλες ἀπαντήσεις. Ἐγὼ θὰ σας πῶ μόνο αὐτό: Κοιτάξτε, εἴμαστε χαμένοι, μπορεῖ ἐν στιγμῇ χρόνου νὰ σταματήσει ἡ καρδιά μας ἀλλὰ κάτι δὲν σταματᾷ, βρὲ παιδάκι μου, καὶ ἐγὼ θέλω ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα νὰ πᾶμε. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα πᾶμε μὲ τὸ σῶμα καὶ ἔρχεται ἡ ἀγαλλίαση καὶ ἡ χάρη τῆς θεότητας μέσα στὸ σῶμα μας καὶ ἁγιάζεται ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦμε».



Άρχιμ. Βασιλείου Γοντικάκη
ὁμιλία του στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986

Μνήμη θανάτου η μόνη δύναμη που κάνει την ζωή έντονη

Θάνατος και Απώλεια


1. Εισαγωγή

Θα ήθελα να αρχίσω εξαφανίζοντας, αν είναι δυνατό, τη συνηθισμένη στάση που έχουν αναπτύξει οι σύγχρονοι άνθρωποι, όσον αφορά το θάνατο. Είναι ένα αίσθημα φόβου και απόρριψης, ένα αίσθημα ότι ο θάνατος είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί σ' έναν άνθρωπο και ότι πρέπει να επιδιωχθεί η επιβίωση με κάθε κόστος, ακόμη κι όταν αυτή δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική ζωή.

....................................................................

2. Μνήμη θανάτου

Σε παλιότερες εποχές, όταν οι Χριστιανοί βρίσκονταν πλησιέστερα στις παγανιστικές τους ρίζες και στη φοβερή και συνταρακτική εμπειρία της μεταστροφής τους, μιλούσαν για το θάνατο ως μια γέννηση στην αιώνια ζωή. Δεν τον αντιλαμβάνονταν ως τέλος, ως μια έσχατη ήττα, αλλά ως μια αρχή. Θεωρούσαν τη ζωή ως άνοδο προς την αιωνιότητα και το θάνατο ως την πύλη που ανοίγει και μας αφήνει να εισέλθουμε σ' αυτήν. Αυτό μάλιστα εξηγεί και το γιατί, τόσο συχνά, οι πρώτοι Χριστιανοί συνήθιζαν να υπενθυμίζουν ο ένας στον άλλο το θάνατο με φράσεις όπως «έχε μνήμη θανάτου», ενώ στις ευχές που μας άφησε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ως πολύτιμη κληρονομιά υπάρχει μια αίτηση, με την οποία ζητούμε από τον Θεό να μας δώσει «μνήμη θανάτου».

Όταν αναφέρονται αυτές οι λέξεις στον σύγχρονο άνθρωπο, η αντίδρασή του είναι συνήθως η απόρριψη και η αποστροφή. Μήπως σημαίνουν αυτές οι λέξεις ότι θα πρέπει να θυμόμαστε πως ο θάνατος είναι σαν τη Δαμόκλειο σπάθη, που κρέμεται από μια τρίχα πάνω από τα κεφάλια μας και πως, ανά πάσα στιγμή, μπορεί το συμπόσιο της ζωής να τερματιστεί τραγικά; Σημαίνουν μήπως πως oποτεδήποτε βρούμε μια χαρά, θα πρέπει αμέσως να συνειδητοποιούμε ότι αυτή θα έχει ένα τέλος; Πρέπει μήπως να επιθυμούμε να συσκοτίζεται το φως κάθε μέρας με το φόβο ενός επικείμενου θανάτου; Όχι, δεν αισθάνονταν έτσι οι πρώτοι Χριστιανοί.

Aυτό που αισθάνονταν είναι ότι ο θάνατος αποτελεί μια αποφασιστική στιγμή, όταν όσα μπορούμε να κάνουμε πάνω στη γη φθάνουν σ'ένα τέλος. Πρέπει λοιπόν να βιαστούμε να επιτύχουμε πάνω στη γη όσα μπορούμε να επιτύχουμε. Η μνήμη του θανάτου αποτελεί, κατά έναν παράδοξο τρόπο, ένα σκοπό για να επιτύχουμε στη ζωή, για να γίνουμε το αληθινό πρόσωπο που κληθήκαμε από τον Θεό να γίνουμε, για να πλησιάσουμε όσο περισσότερο μπορούμε αυτό που ο απόστολος Παύλος αποκαλεί «μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού», για να γίνουμε όσο το δυνατόν καλύτερα μια απαραμόρφωτη εικόνα του Θεού.

Ο απόστολος Παύλος σε μία από τις επιστολές του λέει ότι πρέπει να βιαστούμε να ζήσουμε, επειδή ο χρόνος είναι απατηλός. Ζούμε όλες τις μέρες της ζωής μας σαν να γράφουμε βιαστικά, απρόσεχτα, ένα πρόχειρο γραφτό που μια μέρα θα καθαρογραφεί. Είναι σαν να ετοιμαζόμαστε να κτίσουμε και μαζεύουμε όλα τα χρειώδη που αργότερα θα οργανωθούν σε ομορφιά, αρμονία και νόημα. Ζούμε μ' αυτό τον τρόπο, χρόνο με το χρόνο, δίχως να ολοκληρώνουμε ή να τελειοποιούμε αυτά που μπορούμε να κάνουμε, επειδή έχουμε καιρό μπροστά μας. Λέμε στον εαυτό μας: αργότερα θα κάνω κάτι, αυτό μπορεί να γίνει αργότερα, κάποια μέρα θα κάνω το καθαρογράψιμο. Αλλά τα χρόνια περνούν και δεν κάνουμε τίποτε.

Αυτό συμβαίνει όχι μόνο επειδή πλησιάζει ο θάνατος, αλλά επειδή σε κάθε περίοδο της ζωής μας δεν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε όσα η προηγούμενη περίοδος μας έχει επιτρέψει να κάνουμε. Δεν μπορούμε να επιτύχουμε μια όμορφη και γεμάτη νεότητα κατά την περίοδο της ωριμότητας, όπως δεν μπορούμε, σε μεγάλη ηλικία, να αποκαλύψουμε στον Θεό και στον κόσμο αυτό που πιθανώς θα ήμασταν στα χρόνια της ωριμότητας. Υπάρχει ο κατάλληλος καιρός για όλα τα πράγματα, αλλά, μόλις περάσει, δεν είναι πλέον δυνατόν να γίνουν αυτά.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ έλεγε ότι υπάρχει φωτιά στα μάτια των νέων, αλλά θα έπρεπε να υπάρχει και φως στα μάτια των γερόντων. Ο καιρός της δυνατής φωτιάς περνά, ο καιρός του φωτός πλησιάζει, αλλά όταν έλθει ο καιρός για να γίνουμε φως, δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε αυτά τα πράγματα που έπρεπε να είχαν γίνει την εποχή που ήμασταν φωτιά. Ο χρόνος είναι απατηλός. Όταν μας λένε ότι πρέπει να θυμόμαστε το θάνατο, δεν είναι για να μας δώσουν φόβο για τή ζωή, αλλά για να μας κάνουν να ζήσουμε με όλη την ένταση που θα είχαμε αν συνειδητοποιούσαμε ότι κάθε στιγμή είναι μόνο η στιγμή πού κατέχουμε, και ότι η κάθε στιγμή της ζωής πρέπει να είναι τέλεια: μας υποδεικνύεται όχι το βάθος αλλά η κορυφή του κύματος, όχι μια ήττα αλλά ένας θρίαμβος. Έτσι, η μνήμη θανάτου φαίνεται ότι είναι η μόνη δύναμη που κάνει τελικά τη ζωή έντονη.

Εκείνοι που είχαν την ευκαιρία να ζήσουν για κάποια περίοδο μ' έναν ετοιμοθάνατο, μ' ένα πρόσωπο που γνωρίζει τον ερχομό του θανάτου, και έχουν συνειδητοποιήσει κι αυτοί αυτό το γεγονός, θα πρέπει να κατανοήσουν το τι μπορεί να σημαίνει για μια σχέση η παρουσία του θανάτου. Σημαίνει πως κάθε λέξη οφείλει να περιλαμβάνει όλο το σεβασμό, όλη την ομορφιά, όλη την αρμονία και την αγάπη που πιθανώς να βρισκόταν σε κατάσταση νάρκης σ' αυτήν τη σχέση. Σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτε το ασήμαντο, επειδή όσο ασήμαντο κι αν είναι κάτι, μπορεί να γίνει είτε έκφραση αγάπης ή ακόμη και άρνησή της.

Αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό, επειδή χρωματίζει όλη μας τη στάση απέναντι στο θάνατο. Μπορεί να τη μετατρέψει σε μεγάλη πρόκληση, σε κάτι που θα μας επιτρέψει να αναπτυχθούμε στο πλήρες μέτρο της ηλικίας και στο να προσπαθούμε συνεχώς να είμαστε όλα όσα μπορούμε να γίνουμε, χωρίς ελπίδα να βελτιωθούμε αργότερα αν δεν φροντίσουμε να είμαστε σωστοί από σήμερα.

Ο Ντοστογιέφσκυ, στους "Αδελφούς Καραμαζώφ", μιλά για την κόλαση. Λέει πως η κόλαση μπορεί να συνοψιστεί σε δύο λέξεις: «πολύ αργά!» Μόνο η μνήμη του θανάτου μας επιτρέπει να ζήσουμε αυτό που δεν θα έπρεπε ποτέ να αντιμετωπίσουμε υπό το βάρος αυτής της φοβερής συνειδητοποίησης: είναι πολύ αργά. Λέξεις ή χειρονομίες που θα μπορούσαν να γεμίσουν μια σχέση δεν μπορούν πλέον να λεχθούν ή να πραγματοποιηθούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει αυτό στο τέλος, αλλά ότι δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο μ' έναν άλλο τρόπο, με πολύ πόνο.

Πριν από αρκετά χρόνια, ήρθε να με δει ένας ηλικιωμένος γύρω στα ογδόντα πέντε. Ήθελε να με συμβουλευτεί, επειδή δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει με την αγωνία με την οποία είχε ζήσει για περίπου εξήντα χρόνια. Στον εμφύλιο πόλεμο της Ρωσίας είχε σκοτώσει το κορίτσι που αγαπούσε και που και αυτό τον αγαπούσε. Αγαπούσε ο έvας τον άλλο πολύ. Σκόπευαν να παντρευτούν, αλλά κατά τη διάρκεια μιας σκοποβολής, αυτή είχε τρέξει ξαφνικά μπροστά από τη γραμμή σκόπευσης και έτοι ήταν πολύ αργά για να εκτρέψει τη βολή του.

Για εξήντα χρόνια δεν είχε μπορέσει να βρει ειρήνη. Όχι μόνο είχε κόψει το νήμα μιας ζωής που του ήταν άπειρα πολύτιμη, αλλά μιας ζωής που άνθιζε και που ήταν εξίσου πολύτιμη και για το κορίτσι που αγαπούσε. Μου είπε ότι προσευχόταν, ζητούσε συγγνώμη από τον Κύριο, είχε εξομολογηθεί, είχε μετανοήσει, είχε λάβει την άφεση και τη Θεία Κοινωνία - είχε κάνει όλα όσα η φαντασία του και η φαντασία αυτών που είχε στραφεί για συμβουλές είχε προτείνει, ποτέ όμως δεν μπόρεσε να βρει ειρήνη.

Με μια έμπνευση έντονης και δυνατής συμπάθειας, του είπα: «Στρέφεσαι στον Χριστό που δεν έχεις δολοφονήσει, στους ιερείς που δεν έχεις πληγώσει. Γιατί δεν έχεις σκεφτεί να στραφείς στο κορίτσι που σκότωσες;»

Εξεπλάγη. Δεν μπορεί ο Θεός να συγχωρήσει; Δεν είναι ο μόνος που μπορεί να συγχωρήσει τις αμαρτίες των ανθρώπων πάνω στη γη; Και όμως, έτσι είναι. Του είπα λοιπόν πως, αν το κορίτσι που πυροβόλησε μπορούσε να τον συγχωρήσει, να μεσολαβήσει γι' αυτόν, τότε ακόμη κι ο Θεός δεν θα μπορούσε να την προσπεράοει ασυγκίνητος.

Υπάρχει μια ιστορία για τον προφήτη Δανιήλ. Ο Δανιήλ προσεύχεται και ο Θεός του λέει ότι η προσευχή του είναι μάταιη. Αυτό οφείλεται στο ότι μια ηλικιωμένη γυναίκα, που τον φθονεί, προσεύχεται ενάντια στην προσευχή του Δανιήλ και έτσι η προσευχή της είναι σαν δυνατός άνεμος που σβήνει τη φλόγα της προσευχής που ο Δανιήλ έλπιζε πως θα φθάσει στόν ουρανό.

Αυτή ήταν η εικόνα που πιθανώς μου ήρθε υποσυνείδητα. Του πρότεινα να κάθεται μετά τη βραδινή προσευχή και να διηγείται στην κοπέλα γι' αυτά τα εξήντα χρόνια πνευματικής αγωνίας, για μια καρδιά που σπαταλήθηκε, για τον πόνο που είχε υπομείνει, και να της ζητήσει συγγνώμη και κατόπιν να της ζητήσει να μεσολαβήσει γι' αυτόν στον Κύριο να στείλει ειρήνη στην καρδιά του, αν βεβαίως τον είχε κι αυτή συγχωρήσει. Το έκανε, και ήλθε η ειρήνη. Έτσι μπορεί να εκπληρωθεί ό, τι έχει μείνει ατέλειωτο στη γη. Ό, τι έχει αποτύχει στη γη μπορεί να θεραπευθεί αργότερα, αλλά το τίμημα μπορεί να είναι πολλά χρόνια πόνου και τύψεων, δακρύων και μοναξιάς.

Τώρα, όταν σκεφτόμαστε το θάνατο, δεν μπορούμε να τον φανταστούμε ούτε ως ένα ένδοξο ούτε ως ένα άθλιο γεγονός. Η εικόνα που μας δίνει ο Θεός στη Βίβλο και στα Ευαγγέλια είναι πιο περίπλοκη απ' αυτήν. Να το θέσω αλλιώς: ο Θεός δεν μας δημιούργησε για το θάνατο και για την καταστροφή. Μας δημιούργησε για την αιώνια ζωή. Μας κάλεσε στην αθανασία - όχι μόνο στην αθανασία της αναστάσεως αλλά σε μια αθανασία που δεν γνωρίζει θάνατο.

Ο θάνατος εισήλθε ως αποτέλεσμα της αμαρτίας. Εισήλθε επειδή ο άνθρωπος έχασε τον Θεό, στράφηκε μακριά απ' Αυτόν, έψαξε να βρει τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να κάνει πράγματα μακριά από τον Θεό. Τη γνώση που θα αποκτούσε μέοω της κοινωνίας με τη γνώση και τη σοφία του Θεού, ο άνθρωπος προσπάθησε να την αποκτήαει μόνος του. Αντί να ζει κοντά στον Θεό, διάλεξε τή δική του ανεξαρτηοία.

Ο Γάλλος πάστορας Ρολλάν ντε Κυρί γράφει κάπου, με έναν τρόπο που αποτελεί ίσως μια καλή εικόνα, ότι τη στιγμή που ο άνθρωπος έστρεφε την πλάτη του στον Θεό και κοίταζε το άπειρο μπροστά του, τη στιγμή εκείνη δεν υπήρχε Θεός γι' αυτόν και, καθώς ο Θεός είναι η μόνη πηγή ζωής, δεν γινόταν παρά να πεθάνει. Αυτό σημαίνει ότι στο θάνατο υπάρχει μια τραγωδία. Από τη μια πλευρά ο θάνατος είναι τερατώδης, δεν θα έπρεπε κάν νά υπάρχει, Ο θάνατος είναι αποτέλεσμα της απώλειας του Θεού. Από την άλλη πλευρά όμως, μια, ατέλειωτη διάρκεια χρόνου χωρισμένη από τον Θεό, πολλές χιλιάδες χρόνων ζωής δίχως καμιά ελπίδα ότι θα υπάρξει ένα τέλος σ' αυτόν το χωρισμό από τον Θεό, θα ήταν κάτι το πολύ τρομακτικότερο κι από αυτήν τη διάλυση του σωματικού μας πλαισίου, που αποτελεί ένα τέλος σ' αυτόν το φαύλο κύκλο.

Έτσι, υπάρχει και μία αλλη πλευρά του θανάτου: όσο στενή πύλη κι αν είναι, είναι ωστόσο η μόνη πύλη που μας επιτρέπει να αποδράσουμε από τον φαύλο κύκλο του ατέλειωτου χρόνου μακριά από τον Θεό - ένας κτιστός ατέλειωτος χρόνος, όπου δεν υπάρχει, χώρος για να ξαναγίνουμε μέτοχοι της ζωής του Θεού και τελικά μέτοχοι της Θείας φύσης. Γι' αυτό ο απόστολος Παύλος μπόρεσε να πει: «Εμοί γαρ το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος». Επειδή όσο ζω σ' αυτό το σώμα θα είμαι χωρισμένος από τον Χριστό. Γι' αυτό σε ένα άλλο εδάφιο λέγει ότι γι' αυτόν το να πεθάνει δεν σημαίνει ότι απλώς ρίχνει από τους ώμους του την πρόσκαιρη ζωή, σημαίνει ότι ενδύεται την αιωνιότητα. Ο θάνατος δεν αποτελεί ένα τέλος, είναι μια αρχή. Είναι μια πόρτα που ανοίγει και μας εισάγει στην απεραντοσύνη της αιωνιότητας, που θα ήταν κλειστή για μας για πάντα αν ο θάνατος δεν μας απελευθέρωνε από την ενσωμάτωσή μας στα γήινα πράγματα.

Αυτές οι δυο πλευρές πρέπει να παίξουν έναν σημαντικό ρόλο στη στάση μας απέναντι στο θάνατο. Όταν πεθαίνει κάποιος, νομιμοποιούμαστε να είμαστε συντετριμμένοι. Μπορούμε να παρατηρούμε με τρόμο το γεγονός ότι η αμαρτία σκότωσε το πρόσωπο που αγαπάμε. Μπορούμε να αρνηθούμε το θάνατο ως την τελευταία λέξη, το τελευταίο γεγονός της ζωής. Έχουμε δίκιο όταν κλαίμε πάνω στον κεκοιμημένο, επειδή αυτό δεν έπρεπε να συμβεί. Το πρόσωπο αυτό σκοτώθηκε από το κακό.

Από την άλλη πλευρά, μπορούμε να χαιρόμαστε επειδή μια νέα ζωή, απεριόριστη, ελεύθερη, άρχισε γι' αυτόν ή γι' αυτήν. Και πάλι, μπορούμε να κλαίμε για τον εαυτό μας, για την απώλεια που νιώθουμε, τη μοναξιά μας, αλλά την ίδια στιγμή πρέπει να μάθουμε τι είχε ήδη προβλέψει και προείπει η Παλαιά Διαθήκη: «κραταιά ως θάνατος αγάπη». Αυτή είναι η αγάπη που δεν επιτρέπει να ξεθωριάσει η μνήμη του αγαπημένου, η αγάπη που μας κάνει να μη μιλούμε για τη σχέση μας με τον αγαπημένο στον αόριστο: «Τον αγαπούσα, ήμασταν τόσο κοντά», αλλά μας κάνει να σκεφτόμαστε στον ενεστώτα: «Τόν αγαπώ, είμαστε τόσο κοντά».

Στην Καινή Διαθήκη, βρίσκουμε κάτι ακόμη σπουδαιότερο απ' αυτό. Με την ανάσταση του Χριστού, ο θάνατος ουσιαστικά κατεβλήθη. Ο θάνατος έχει καταβληθεί με περισσότερους από έναν τρόπους. Κατεβλήθη, επειδή γνωρίζουμε ότι με την ανάσταση του Χριστού ο θάνατος δεν αποτελεί την τελευταία λέξη και καλούμαστε να εγερθούμε ξανά και να ζήσουμε.Ο θάνατος νικήθηκε επίσης με τη νίκη του Χριστού κατά της αμαρτίας και κατά του ίδιου του θανάτου, με την εις Άδου κάθοδο, επειδή η φρικτότερη άποψη του θανάτου, όπως τη συνέλαβε η Παλαιά Διαθήκη, ήταν ότι ο χωρισμός από τον Θεό, που είχε επιφέρει το θάνατο, είχε γίνει οριστικός, ακατάλυτος από τον ίδιο το θάνατο. Όσοι είχαν πεθάνει -και αυτό εφαρμόζεται σε όλους- όσοι λοιπόν είχαν πεθάνει από την απώλεια του Θεού, Τον έχασαν για πάντα στο θάνατο.
Η Σεόλ της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο τόπος όπου δεν υπάρχει ο Θεός, ο τόπος του χωρισμού, της οριστικής και ανεπανόρθωτης απουσίας.

Με την ανάσταση του Χριστού, με την κάθοδό Του στον Άδη, ο θάνατος έφθασε στο τέλος του. Υπάρχει ο χωρισμός πάνω στη γη και ο πόνος του χωρισμού, αλλά με το θάνατο δεν υπάρχει χωρισμός από τον Θεό. Αντίθετα, ο θάνατος είναι η στιγμή και ο τρόπος με τον οποίο, όσο κι αν ήμασταν χωρισμένοι από τον Θεό, όσο κι αν ήμασταν ατελώς ενωμένοι ή εναρμονισμένοι μαζί Του, παρουσιαζόμαστε μπροστά Του. Ο Θεός είναι ο σωτήρας του κόσμου. Δεν μας λέει συνεχώς, «Ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμο, αλλ' ίνα σώσω τον κόσμον»; Στεκόμαστε λοιπόν μπροστά σ' Αυτόν, που είναι η σωτηρία.

Έτσι, ο θάνατος διαθέτει μια περιπλοκότητα -θα μπορούσαμε ίσως να πούμε έναν διφορούμενο χαρακτήρα-, αλλά δεν έχουμε το δικαίωμα, αν είμαστε λαός του Χριστού, να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να παραβλέψει τη γέννηση του κεκοιμημένου στην αιωνιότητα, επειδή είμαστε τόσο πληγωμένοι από την απώλεια και από τη γήινη μοναξιά μας. Υπάρχει στο θάνατο και μια δύναμη της ζωής που μας εγγίζει. Αν η αγάπη μας είναι πιστή, αν έχουμε τη δύναμη να θυμόμαστε, όχι μόνο με το μυαλό αλλά και με την καρδιά μας, αυτούς που έχουμε αγαπήσει πάνω στη γη, τότε, σύμφωνα με τον Χριστό: «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών».

Είναι δύσκολο, αν όχι και αδύνατο, να μιλούμε για τα ζητήματα της ζωής και του θανάτου, αν αυτά δεν είναι προσωπικά. Συναντούμε το θάνατο πρώτα απ' όλα στη ζωή μας, όχι ως ένα θέμα πάνω στο οποίο στοχαζόμαστε, αν και συμβαίνει κι αυτό, αλλά κυρίως ως αποτέλεσμα κάποιας απώλειας, δικής μας ή κάποιου άλλου. Μάλιστα, αυτή η υποκατάστατη εμπειρία του θανάτου είναι που λειτουργεί ως υπόβαθρο για να στοχαζόμαστε εκ των υστέρων πάνω στη βεβαιότητα του δικού μας θανάτου, και για τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε μ' αυτόν.

Ο πατέρας μου ήταν ένας ντροπαλός άνθρωπος. Μιλούσε λίγο, και έτσι μιλούσαμε λίγο και μεταξύ μας. Ανήμερα το Πάσχα αισθάνθηκε λίγο αδιάθετος και ξάπλωσε. Κάθησα κοντά του και για πρώτη φορά στη ζωή μας μιλήσαμε τελείως ανοιχτά. Δεν ήταν τόσο τα λόγια μας που ήταν σημαντικά. Ήταν ένα άνοιγμα του μυαλού και της καρδιάς. Οι πόρτες άνοιξαν.Η σιωπή ήταν τόσο ανοιχτή και βαθιά όσο και οι λέξεις.

Κατόπιν έπρεπε να φύγω. Χαιρέτησα όλους όσοι ήταν στο δωμάτιο, αλλά όχι αυτόν, επειδή αισθάνθηκα πως, έχοντας συναντηθεί με τον τρόπο που είχαμε συναντηθεί, δεν ήταν δυνατό να αποχωριστεί ο ένας τον άλλο. Δεν υπήρξε χαιρετισμός. Δεν υπήρξε καν ένα «εις το επανιδείν», επειδή είχαμε συναντηθεί, και αυτό ήταν για πάντα.

Πέθανε την ίδια νύχτα. Θυμάμαι, όταν επέστρεψα από το νοσοκομείο όπου εργαζόμουν και μου είπαν πως είχε πεθάνει, προχώρησα στο δωμάτιό του και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Αυτό που αντιλήφθηκα από την πρώτη στιγμή ήταν η ποιότητα και το βάθος της σιωπής, η οποία κατά κανένα τρόπο δεν ήταν μια απουσία θορύβου, σύμφωνα με την έκφραση του Γάλλου συγγραφέα Ζωρζ Μπερνανός, σε ένα από τα μυθιστορήματά του -«μια σιωπή που ήταν παρουσία». Έπιασα μάλιστα τον εαυτό μου να λέει: «και οι άνθρωποι τολμούν να λένε ότι υπάρχει ο θάνατος. Τι ψέμα».

Αυτό ίσως εξηγεί το γιατί η στάση μου απέναντι στο θάνατο είναι τόσο μονόπλευρη: επειδή βλέπω τη δόξα του και όχι μόνο τον πόνο και την απώλεια.Η εμπειρία μου αναφέρεται στον ξαφνικό θάνατο, στον απροσδόκητο θάνατο, στο θάνατο που έρχεται σαν«κλέφτης εν νυκτί». Αν τέτοιες εμπειρίες βρεθούν μπροστά σας, θα καταλάβετε ίσως το γιατί κάποιος μπορεί ακόμη και να χαίρεται, όταν η καρδιά του βρίσκεται σε έντονο πόνο και αγωνία, και το πώς -σ' αυτό θα επιστρέψουμε αργότερα- μπορούμε να αναφωνήσουμε στην εξόδια ακολουθία μας: «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως».
Γι' αυτό και χρησιμοποιούμε τα λόγια ενός ψαλμού από την ίδια ακολουθία, ωσάν ο κεκοιμημένος, στρεφόμενος προς εμάς, να μας έλεγε: «Ζήσεται η ψυχή μου και αινέσει σε».

Πολύ συχνότερα, όμως, αντί για έναν ξαφνικό θάνατο, αντιμετωπίζουμε μια μακρόχρονη ή ολιγόχρονη αρρώοτια, ή γηρατειά, που σταδιακά μας φέρνουν είτε στον τάφο, είτε στην ελευθερία μας, ανάλογα από ποια πλευρά θα το δει κανείς. Αυτή είναι η υπέρτατη συνάντηση που λαχταρά ο καθένας μας, συνειδητά ή ασυνείδητα, και για την οποία αγωνίζεται σε όλη την επίγεια ζωή του, που είναι η πρόσωπο με πρόοωπο συνάντησή μας με τον ζώντα Θεό, με την Αιώνια Ζωή, και η κοινωνία μαζί Του. Αυτή η περίοδος της αρρώστιας, ή των προϊόντων γηρατειών, πρέπει να αντιμετωπισθεί και να κατανοηθεί δημιουργικά καί χρήσιμα.

Μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ζωής, που φέρνει μεγάλη πνευματική αγωνία στους ανθρώπους, είναι όταν βλέπουν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο να γερνάει, να χάνει, τις σωματικές και πνευματικές του ικανότητες, να φαίνεται πως χάνει ό, τι ήταν το πιο πολύτιμο πράγμα: το καθαρό μυαλό, την πνευματώδη ανταπόκριση στη ζωή. Πολύ συχνά, αυτή η πορεία βρίσκεται στη μία πλευρά. Κλείνουμε τα μάτια μας για να μη βλέπουμε, επειδή φοβόμαστε να δούμε και να προβλέψουμε. Με αποτέλεσμα, όταν έρχεται ο θάνατος, να είναι ένας ξαφνικός θάνατος που όχι μόνο διαθέτει τον τρόμο του απροσδόκητου θανάτου, αλλά και τον επιπλέον τρόμο να μας κτυπά στην πλέον ευαίσθητη χορδή μας.

Αυτό συμβαίνει επειδή ο πόνος, ο φόβος και η αγωνία έχουν ανεβάσει την έντασή τους μέσα μας, αφού εμείς αρνηθήκαμε να τους δώσουμε ελευθερία έκφρασης και τη δυνατότητα να ωριμάσουν. Το κτύπημα γίνεται ακόμη πιο οδυνηρό και καταστροφικό απ' ό, τι στην περίπτωση ενός ξαφνικού θανάτου, επειδή, χώρια από τον τρόμο και τον πόνο της απώλειας που δημιουργεί, στη συνέχεια μεμφόμαστε και καταδικάζουμε τον εαυτό μας για το ότι δεν κάναμε όλα όσα θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει. Αν τα είχαμε κάνει, αυτό θα μας ωθούσε στην αλήθεια και θα ξεσκέπαζε σε μας και στον θνήσκοντα το γεγονός ότι ο θάνατος άνοιγε σιγά σιγά την πόρτα - και πως αυτή η πόρτα θα άνοιγε διάπλατα μια μέρα και το αγαπημένο μας πρόσωπο θα έπρεπε να τη διαβεί δίχως να κοιτάζει πίσω.

Είναι σημαντικό για όλους μας, οποτεδήποτε αντιμετωπίζουμε αυτή την απώλεια που πλησιάζει σταδιακά, να την αντιμετωπίζουμε απ' αρχής με εκείνον τον όμορφο και ισορροπημένο τρόπο, με τον οποίο μπορούμε όσο το αγαπημένο μας πρόσωπο βρίσκεται ακόμη εν ζωή και ανάμεσά μας. Απέναντι στη σκέψη του επερχόμενου θανάτου υπάρχει η πραγματικότητα μιας ζωντανής παρουσίας. Μπορούμε κάθε στιγμή να ακουμπάμε στην ασφάλεια αυτής της παρουσίας ενώ όλο και περισσότερο θα συνειδητοποιούμε την περιπλοκότητα της επερχόμενης απώλειας. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη δύναμη της πραγματικότητας και στην αστάθεια της σκέψης είναι που μας δίνει τη δυνατότητα να προετοιμαστούμε για το θάνατο πολύτιμων για μας ανθρώπων.

Αυτή η προετοιμασία συνεπάγεται επίσης -όπως ανέφερα προηγουμένως- μια στάση απέναντι στο θάνατο που να αναγνωρίζει αφενός τον τρόμο και τον πόνο της απώλειας, αλλά να αναγνωρίζει επίσης και το γεγονός ότι ο θάνατος είναι μια πύλη που ανοίγει στην αιώνια ζωή. «Το να πεθάνω δεν σημαίνει να απεκδυθώ την πρόσκαιρη ζωή, αλλά να ενδυθώ την αιωνιότητα», λέει ο απόστολος Παύλος. Μπορούμε τώρα να δώσουμε λίγα παραδείγματα γι' αυτή την περίοδο προετοιμασίας.

Η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο που τη βασάνισε για μια περίοδο περισσότερο από τρία χρόνια. Εγχειρίστηκε, αλλά ανεπιτυχώς. Ο γιατρός μου μίλησε γι' αυτό και κατόπιν πρόσθεσε: «Φυσικά, δεν θα πεις τίποτε στη μητέρα σου».
Toυ είπα: «Θα το πω». Και το είπα.

Θυμάμαι πως την πλησίασα και της είπα ότι είχε τηλεφωνήσει ο γιατρός και μου είχε πει ότι η εγχείρηση δεν είχε πετύχει. Σιωπήσαμε για ένα λεπτό και κατόπιν η μητέρα μου είπε:«Και έτσι θα πεθάνω».
Της είπα: «Ναί».

Κατόπιν έμεινα κοντά της, εντελώς σιωπηλός, επικοινωνώντας μαζί της δίχως λέξεις. Δεν νομίζω ότι κάναμε τίποτε σκέψεις. Είχαμε να αντιμετωπίσουμε κάτι που είχε εισβάλει στη ζωή μας και την είχε αλλάξει τελείως. Αυτό δεν ήταν κάποια σκιά, ένα κακό, κάποιος τρόμος. Ήταν το έσχατο. Και έπρεπε να αντιμετωπίσουμε αυτό το έσχατο χωρίς ακόμη να γνωρίζουμε πως θα εκτυλισσόταν. Μείναμε μαζί όσο αισθανθήκαμε ότι έπρεπε να μείνουμε. Και μετά η ζωή συνεχίστηκε.

Το αποτέλεσμα ήταν να μην κλειστούμε ούτε για μια στιγμή, η μητέρα μου κι εγώ, σ' ένα ψέμα, να μην οδηγηθούμε σε μια κωμωδία, στερημένοι από οποιαδήποτε βοήθεια. Δεν υπήρξε στιγμή που να μπήκα στο δωμάτιο της μητέρας μου μ' ένα ψεύτικο χαμόγελο, ή λέγοντας κάτι το ψεύτικο. Δεν υπήρξε καμία στιγμή που να παίξαμε την κωμωδία μιας ζωής που κατακτά το θάνατο, ποτέ δεν ισχυριστήκαμε ότι η αρρώστια θα φύγει, όταν και οι δυο γνωρίζαμε ότι αυτό δεν θα συμβεί. Δεν υπήρξε καμιά στιγμή που να στερήθηκε ο ένας τη βοήθεια του άλλου. Υπήρξαν στιγμές που η μητέρα μου αισθάνθηκε να χρειάζεται βοήθεια. Θα κτυπούσε τότε το κουδούνι καί θα ερχόμουν, και θα μιλούσαμε για τον επερχόμενο θάνατο και το αίσθημα απώλειας που είχα.

Αγαπούσε τη ζωή. Την αγαπούσε βαθιά. Λίγες μέρες πριν πεθάνει έλεγε ότι θα προτιμούσε να ζήσει 150 χρόνια υποφέροντας, αντί να πεθάνει. Μας αγαπούσε. Θλιβόταν για τον χωρισμό: «Ω! Για το άγγιγμα ενός χαμένου χεριού και τον ήχο μιας φωνής που ακόμη υπάρχει».

Κατόπιν, υπήρξαν άλλες στιγμές που αισθάνθηκα τον πόνο, και πήγαινα τότε και μιλούσα γι' αυτόν στη μητέρα μου. Με στήριζε και με βοηθούσε να αντικρίσω τον θάνατο. Αυτή υπήρξε μια βαθιά και αληθινή σχέση, δίχως κανένα ψέμα μέσα της. Σ' αυτήν τη σχέση είχε βρει θέση οτιδήποτε ειναι αληθινό.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά, που την ανέφερα προηγουμένως. Επειδή ο θάνατος μπορεί να επέλθει ανά πάσα στιγμή, καί τότε θα είναι πολύ αργά να διορθωθεί κάτι που ήταν στραβό, όλη η ζωή πρέπει κάθε στιγμή να γίνεται μια έκφραση, όσο το δυνατόν τελειότερη και πιο ολοκληρωμένη, σχέσης σεβασμού και αγάπης. Μόνο ο θάνατος μπορεί να μετατρέψει όσα πράγματα φαίνονται μικρά και ασήμαντα σε σημεία μεγάλα και σημαντικά. Ο τρόπος που προετοιμάζεις ένα φλιτζάνι τσάι πάνω σ' ένα δίσκο, που τοποθετείς τα μαξιλάρια κάτω από έναν άρρωστο, ο τρόπος που ηχεί η φωνή σου, ο τρόπος που κινείσαι - τα πάντα μπορούν να γίνονν έκφρααη όλων όσων υπάρχουν σε μία σχέση.

Αν υπάρχει μια λανθασμένη παρατήρηση, αν υπάρχει ένα ρήγμα, αν κάτι έχει στραβώσει, πρέπει να διορθωθεί αμέσως, επειδή υπάρχει η αναπόφευκτη βεβαιότητα ότι αργότερα θα είναι πολύ αργά. Ο θάνατος μας κάνει να αντιμετωπίζουμε την αλήθεια της ζωής, με μια αδρότητα και σαφήνεια που τίποτε άλλο δεν μπορεί να μας τη μεταδώσει.

Είναι σημαντικό, είτε αντικρίζοντας το θάνατό μας είτε αντιμετωπίζοντας το θάνατο κάποιου άλλου, να συνειδητοποιούμε την αιωνιότητα. Πριν από τριάντα περίπον χρόνια, ένας άνθρωπος οδηγήθηκε στο νοσοκομείο, με μια φαινομενικά συνηθισμένη αρρώστια. Μετά τις εξετάσεις βρέθηκε ότι έπασχε από καρκίνο που δεν μπορούσε να χειρουργηθεί. Το πληροφορήθηκε η αδελφή του καθώς και εγώ, αλλά όχι αυτός. Αισθανόταν ακμαίος, δυνατός και πάρα πολύ ζωντανός.

Μου είπε: «Έχω τόσα να κάνω και βρίσκομαι εδώ, καθηλωμένος στο κρεβάτι, για πόσο ακόμη;»

Του είπα: «Πόσο συχνά δεν μου έχεις πει ότι ονειρεύεσαι τη στιγμή που θα μπορούσες να σταματήσεις το χρόνο ώστε να μπορείς να είσαι αντί να φτιάχνεις; Ποτέ δεν το έκανες. Ο Θεός το κάνει τώρα για σένα. Τώρα είναι καιρός για να είσαι».

Αντιμετωπίζοντας την ανάγκη του να «είναι», σε μια κατάσταση που θα την αποκαλούσαμε εντελώς θεωρητική, έμεινε έκπληκτος και είπε: «Τι πρέπει να κάνω;»

Του είπα ότι η αρρώστια και ο θάνατος δεν καθορίζονται μόνο από φυσιολογικές αλλαγές -από τα μικρόβια και την παθολογία-αλλά και από όλα εκείνα τα στοιχεία που καταστρέφουν την εσωτερική μας ενέργεια. Αυτά είναι όλα όσα θα μπορούσε κάποιος να αποκαλέσει αρνητικές σκέψεις και αισθήματα, το καθετί που εξασθενίζει τη ζωή μέσα μας, το καθετί που εμποδίζει τη ζωή από το να ξεχυθεί σαν ποτάμι, καθαρό και ελεύθερο.
Του πρότεινα λοιπόν να τακτοποιήσει όχι μόνο εξωτερικά, αλλά και μέσα του όλα όσα υπήρξαν λανθασμένα στη σχέση του με τους ανθρώπους, με τον ίδιο, σε όλες τις περιστάσεις της ζωής του, και να αρχίσει από εκείνη τη στιγμή. Όταν μάλιστα το κάνει αυτό για, το τώρα, ας προχωρήσει πίσω στο παρελθόν για να το καθαρίσει, για να κάνει ειρήνη με τους πάντες, λύνοντας τους κόμβους, για να αντιμετωπίσει κάθε κακό, για να μετανοήσει, για να δεχθεί και να ευγνωμονήσει με όλη του τη ζωή - πράγματι, η ζωή του είχε σταθεί σκληρή.

Έτσι, μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, περάσαμε από όλη αυτήν τη διαδικασία.Έκανε ειρήνη με ολόκληρη τη ζωή. Και τον θυμάμαι στο τέλος, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, τόσο αδύνατο που να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει το κουτάλι, να μου λέει με μάτια που έλαμπαν: «Το σώμα μου έχει, κιόλας πεθάνει, και όμως ποτέ δεν ένιωσα τόσο πολύ ζωντανός, όπως νιώθω τώρα». Είχε ανακαλύψει ότι η ζωή δεν ήταν μόνο το σώμα του, αν και ο ίδιος ήταν το σώμα του, και ότι διέθετε μια πραγματικότητα που ο θάνατος του σώματός του δεν μπορούσε να καταστρέψει.

Αυτή είναι μια πολύ σπουδαία εμπειρία. Είναι κάτι που πρέπει να κάνουμε σ' όλη τη διάρκεια της ζωής μας, σε κάθε στιγμή, αν θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε τη δύναμη της αιώνιας ζωής μέσα μας και συνεπώς να αποβάλουμε το φόβο για οτιδήποτε συμβεί στην πρόσκαιρη αυτή ζωή, που επίσης μας ανήκει.


του (+) μητροπολίτη Σουρόζ Anthony Bloom

Andrew Walker - Κώστας Καρράς (επιμ.), Ζωντανή Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο, μτφρ Ιωσήφ Ροηλίδης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2001.