01 Οκτωβρίου 2010
maniaki beach
Ύστατο μετερίζι! Νά σπρώχνεις τήν Ζωή μέ τόν θάνατό σου,
έκει πού τήν όνειρεύτηκες!
ΠΕΖΑ ΔΡΑΜΑΤΑ
ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ, Ο ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ ΤΩΝ
ΨΥΧΩΝ
(Ἱστορικὸ δράμα σὲ μέρη τρία καὶ εἰκόνες ἕντεκα)
[Ὑπόθεση τοῦ ἔργου εἶναι ἡ τρικυμιώδης ζωὴ τοῦ Παπαφλέσσα. ῾Η εὐφυΐα του, ἡ παλικαριά του, ἡ φιλοπατρία του, καὶ ἡ ἄμετρη φιλοδοξία του τὸν ἀνέδειξαν ἀπὸ ταπεινὸ καλόγηρο, πρωταγωνιστὴ τῆς ῾Ελληνικῆς ᾽Επαναστάσεως. Ἡ δράση του παρουσίασε στιγμὲς θαυμαστοῦ μεγαλείου ἀλλὰ καὶ στιγμὲς ἠθικοῦ ξεπεσμοῦ, ὡς τὴ στιγμὴ ποὺ ἀποφάσισε νὰ ἀναμετρηθῆ στὸ Μανιάκι μὲ τὸν ᾽Ιμπραήμ.]
ΕΙΚΟΝΑ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
[νύχτα, πλαγιὰ βουνοῦ, ψηλὰ ἀπ’ τὸ Μανιάκι.]
ΣΚΗΝΗ Δ΄
ΦΛΕΣΣΑΣ - ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ
[μπαίνει ἀπὸ δεξιὰ ὁ Παπαγιώργης.]
ΦΛΕΣΣΑΣ - Ζύγωσε, Παπαγιώργη, νὰ πυρωθῆς, ἄρχισε νὰ τσούζη ὁ βοριάς. [ὁ Παπαγιώργης κάθεται σιωπηλός.] Ἄκου Παπαγιώργη· μὴ σοῦ φανῆ παράξενο αὐτό, ποὺ θὰ σοῦ πῶ. Πές, πὼς δὲν εἶμαι οὔτε μινίστρος, οὔτε ἀρχιμαντρίτης, οὔτε ἀρχηγός σου, οὔτε τίποτε. Πές, πὼς εἶμαι ἕνας ἁπλός... μιὰ ψυχὴ μὲς στὸ ποίμνιο.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Γιατί μοῦ τὰ λὲς αὐτὰ;
ΦΛΕΣΣΑΣ - Πές, πὼς δὲν εἶναι πόλεμος· πὼς δὲν εἴμαστε στὸ
Μανιάκι· πὼς δὲν εἴμαστε κλεισμένοι σὲ ταμπούρι. Πές, πὼς εἶσαι
στὸ ἱερὸ κι ἐγὼ εἶμαι ἕνας πιστός... ποὺ σὲ ζυγώνει... δειλὸς καὶ ντρο-
πιασμένος,
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Μὰ γιατί νὰ βάλω μὲ τὸ νοῦ μου οὗλα
αὐτά;
ΦΛΕΣΣΑΣ - [ζεστά.] Γιατὶ ἔτσι εἶναι...
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - [σὲ μεγάλη ἀπορία καὶ συγκίνηση.] Μὰ τί
γυρεύεις ἀπὸ μὲνα;
ΦΛΕΣΣΑΣ - Τίποτα· νὰ ξομολογηθῶ.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Ἀλήθεια, φέρνεσαι σὰ χριστιανὸς τὴν ὥρα
τούτη... Δὲν ξαίρομε τί μᾶς βρίσκει...
ΦΛΕΣΣΑΣ - Στάθηκα ἕνας ἁμαρτωλός, Παπαγιώργη...
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Ἔ, καλά, καὶ ποιός δὲν εἶναι; ῎Ετσι εἴμαστε
ὅλοι.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Ὄχι, Παπαγιώργη, μέσα μου ἡ λάσπη ἤτανε πάντα πλησμονή, ὅσο κι ἂν πάσκιζα νὰ τὴ νικήσω. Ὁ Θεὸς κι ὁ διάολος παλεύανε, νύχτα μέρα, μέσα στὴν ψυχή μου· κι ἤτανε πάντα ὁ σατα- νάς, ποῦχε τὸν τελευταῖο λόγο.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Μεγάλο βάσανο καὶ τοῦτο, τὸ δικό σου,
δηλαδή !
ΦΛΕΣΣΑΣ - Μάταια πάλευα γιὰ κάτι, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μὲ γαληνέψη. Θεοῦ πρόσωπο δὲν εἶδα παρὰ μονάχα τρεῖς στιγμές... τρεῖς στιγμὲς μονάχα...
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Δὲ σὲ καταλαβαίνω, βρὲ παιδί μου... ποιές
στιγμές.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Ἡ μιά, ὅταν πρωτομπῆκα στὸ μυστήριο τῆς
Ἑταιρίας.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Ἡ δεύτερη;
ΦΛΕΣΣΑΣ - ῞Οταν κατεβαίναμε μὲ τὸν Κολοκοτρώνη νὰ
βαρέσωμε τὸ Δράμαλη.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Κι ἡ τρίτη;
[ἀρχίζει νὰ ξημερώνη σιγὰ σιγά.]
ΦΛΕΣΣΑΣ - Ἐτούτη ἡ ἀποψινή. Σὰ νὰ σκίζεται κάθε φορὰ τὸ καταπὲτασμα τ’ οὐρανοῦ ἄνωθεν ἕως κάτω καὶ σὰ ν’ ἀντικρίζω φῶς ἀπ’ τὸν Παράδεισο.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Δὲ σὲ καταλαβαίνω! Γιατί αὐτὲς τὶς τρεῖς
στιγμὲς μονάχα;
ΦΛΕΣΣΑΣ - Γιατὶ αὐτὲς τὶς τρεῖς στιγμὲς μονάχα, Παπαγιώρ- γη μου, δόθηκα σ’ ὅ,τι δὲν εἶναι μικρὸ σὰν τὸν ἑαυτούλη μας, πρό- σκαιρο σὰν τὴ ζωούλα μας, στενὸ σὰν τὸν ἐγωισμό μας. Μ’ αὐτὲς ἦταν τρεῖς στιγμὲς μονάχα, σ’ ὁλάκερη ζωή· κὶ ὅλο τὸν ἄλλο καιρὸ νά τρέχης πίσω ἀπὸ λάμψεις, θέσεις, ἀξιώματα, μικρόχαρες φρο- ντίδες καὶ λογαρισαμούς. Πόσο εὔκολα ξεχνούσαμε κάθε φορὰ τοὺς φρικτούς μας ὅρκους νὰ ὑπηρετήσωμε μὲ πίστη τὸν τρανὸν ἀγώνα. Καὶ νά ποιό εἶναι τὸ κατάντημα. Ἀπὸ τὶς ἀνομίες μας νὰ κινδυνεύη ἡ λευτεριά μας.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Ὁ θεὸς εἶναι μεγάλος· θὰ μᾶς συγχωρέση
ὅλους.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Ἀκόμα χτὲς ἔφτασα δῶ μὲ τὸ κεφάλι μου γεμάτο στοχασμοὺς ἀκάθαρτους· ἦρθα νὰ δώσω καὶ νὰ κερδίσω μιὰ μάχη, μονάχα γιὰ ψευτοπολιτική· νὰ πάρω καινούργια δύναμη ἀπὸ τὴ νίκη· νὰ λευτερώσω φυλακισμένους καπετάνιους... Κι ὅλα αὐτὰ γιατί; γιὰ ποιόν; Γιά μένα! Γιὰ νὰ γίνη ὁ Παπαφλέσσας ἀπὸ μινίστρος πρόεδρος. [περιπαίζοντας.] Μικρόχαρες φροντίδες. Ἂς εἶναι εὐλογημένο τ’ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ποὺ τὶς ἔσβησε μὲ τὴ θεία βουλή του καὶ μὲ χέρι σταθερὸ μ’ ἔφερε ν’ ἀντικρίσω τὸ μεγάλο μου χρέος· καὶ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπ’ αὐτό· νὰ πεθάνω! Πρόσεξε καλά· δὲν τὸ λέω στὸν καπετάνιο τὸν Παπαγιώργη ἀπ’ τὸ Περθώρι· τὸ λέω στὸν πνευματικό, ποὺ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ ξαναπῆ σὲ κανένα...
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Γιατί τὸ λὲς αὐτό; Τὴν ὥρα του κανένας δὲν
τὴν ξέρει.
ΦΛΕΣΣΑΣ - ῎Οχι ξέρω καλά. [ἐμπιστευτικὰ καὶ θλιμμένα.] Βοήθεια δὲν προσμένω ἀπὸ πουθενά. ῞Ολοι μᾶς πρόδωσαν, ἀκόμα καὶ οἱ πιὸ δικοί μας, Παπαγιώργη... Δὲν εἶμαι σίγουρος οὔτε γιὰ τὸν Πλαπούτα... Καταλαβαίνεις;
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Τότε τί στέκεις νὰ πολεμήσης τί στεκόμα-
στε;
ΦΛΕΣΣΑΣ - Γιὰ νὰ πέσωμε... Πρέπει νὰ πέσωμε, γιὰ ν’ ἀναστηθοῦμε στὴν ψυχή τοῦ ῎Εθνους καὶ νὰ τὴν ἀναστήσωμι... Κατάλαβέ το, Παπαγιώργη... τ’ ὄμορφο παραμύθι ποὺ μᾶς ἕνωσε καὶ μᾶς ξεσήκωσε στὸ μεγάλο ξεκίνημὰ μας, ξεθώριασε καὶ θέλει αἶμα, γιὰ νὰ ζωντανέψη. Πρέπει νὰ πεθὰνωμε, γιὰ νὰ τὸ θρέψωμε· νὰ γίνωμε κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι παραμύθι... Καὶ δῶ εἶναι, Παπαγιώργη,
τὸ ἄλλο βαρὺ ἁμάρτημα, ποὺ ξομολογιέμαι στὸν πνευματικό: ἡ δική μου ἡ ζωὴ εἶναι δική μου καὶ μπορῶ νὰ τὴν ἀποφασίσω... Μὰ ἔχω τὸ δικαίωμα να μαντρώνω ἔτσι ὅλα τοῦτα τὰ παλικάρια καὶ νὰ τοὺς κρύβω την ἀλήθεια, πὼς εἶναι βέβαιος ὁ χαμός; [ὁ Παπαγιώργης σωπαίνει ὁ Φλέσσας τὸν κοιτάζει στὰ μάτια.] Γιατί δὲ μοῦ κραίνεις;
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - [μὲ μεγάλη συγκίνηση καὶ μὲ τὰ χέρια κατὰ τὸν οὐρανό.] Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς συγχωρέση, ἐσένα, κι ἀπὸ τούτη τὴ στιγμὴ καὶ μένα!...
ΦΛΕΣΣΑΣ - [μ’ ἄξαφνη ἔντονη χαρά.] Μοῦ δίνεις ἄφεση; [σκύβει
τὸ κεφάλι μπροστά του.]
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - [ἁπλώνει τὸ χέρι του ἐπάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι
του μὲ μεγάλη συγκίνηση.] Ἀφοῦ εἶναι γιὰ Θεὸ καὶ γιὰ Πατρίδα!
[ἔχει ξημερώσει τέλεια· οἱ πρῶτες ἀχτίνες τοῦ ἥλιου χτυποῦν στὰ
κλαριὰ τῆς γκορτσᾶς*.]
ΦΛΕΣΣΑΣ - [φιλώντας τὸ χέρι τοῦ Παπαγιώργη.] Σ’ εὐχαριστῶ. Μ’ ἀνοίγεις τὸν Παράδεισο... Εἶμαι πιὸ ἀλαφρὸς κι ἀπ’ τὸ πουλί, ὅταν αὐγὴ ἀφήνη τὸ κλαρὶ γιὰ τὸ ξέγνοιαστο πέταγμά του, [ὄρθιος.] Εὐλογημένη μέρα αὐτή, ποὺ ξημερώνει, κι ἂς εἶναι ἡ στερνὴ μας. ῎Ε! σεῖς, ἀπάνω! σηκωθῆτε! [τοὺς ξεκουνάει· αὐτοὶ ξυπνοῦν· στὸν Πα- παγιώργη.] Μιλιὰ γιὰ ὅσα εἴπαμε... ἔχω τὸ λόγο σου. [στοὺς ἄλλους ποῦχαν ἀνακαθίσει.] ῎Ε! σύ, ὀρὲ Τισαμενέ*, σύρτε μὲ τὸ Δημήτρη νὰ ποτίστε τ’ ἄλογα. [ὁ Τισαμενὸς κι ὁ Δημήτρης φεύγουν.] Καὶ σύ, ὁρὲ Λεβιδιώτη, σύρε νὰ πῆς στοὺς Καπεταναίους νάρθουνε στὴ στιγμὴ σὲ μένα. Ἔχω νὰ τοὺς μιλήσω.
ΛΕΒΙΔΙΩΤΗΣ - Στὶς προσταγές σου.
[ὁ Λεβιδιώτης φεύγει.]
ΣΚΗΝΗ Ε΄
ΦΛΕΣΣΑΣ, ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ καὶ σὲ λίγο ΚΕΦΑΛΑΣ
ΦΛΕΣΣΑΣ - [στὸν Παπαγιώργη.] Αὐτὸν τὸν Τισαμενὸ θέλω νὰ τονὲ διώξω, Παπαγιώργη, ἀπὸ δῶ πέρα. Τὸν λυπᾶμαι! Τί νὰ τόν κάνουμε; Καλαμαρὰς κι ἔχει ἕνα σωρὸ ψυχὲς ἀπάνω του. Μονάχα πρέπει νάβρω τρόπο. [κοιτάζοντας ἀριστερά.] Κάποιος ἔρχεται. [φωνάζει.] Ἐσύ ’σαι, ὀρὲ Κεφάλα; Τί χαμπέρια φέρνεις;
ΚΕΦΑΛΑΣ - [μπαίνοντας ἀριστερὰ λαχανιασμένος.] ῾Ο Ἀράπης
φάνηκε.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Κατὰ ποῦ, ὀρέ;
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Εἶναι κοντά;
ΚΕΦΑΛΑΣ - Ἀπάνω ἀπ’ τὴ Σκάρμιγκα κι ἀπὸ τὸ Κεφαλόβρυσο...
Σύγνεφο τὰ μπαϊράκια* του... Γεράκια ἀμέτρητα, ποὺ φτερακᾶνε
στὸν ἀγέρα...
ΦΛΕΣΣΑΣ - Οἱ στρατοὶ δὲν πολεμᾶνε μὲ τὰ μπαϊράκια*, ὀρὲ
Κεφάλα... παρακάτω...
ΚΕΦΑΛΑΣ - Εἶναι χιλιάδες ἡ πεζούρα κι ἡ καβάλα...
ΦΛΕΣΣΑΣ - Θέλω νὰ ξέρω, πῶς τοὺς μέτρησες; Γιατὶ τὸ μάτι τὸ
σκιαγμένο τοὺς πέντε, ὀρέ, τοὺς κάνει χίλιους· παρακάτω...
ΚΕΦΑΛΑΣ - Μ’ ἔστειλες νὰ δῶ αὐτὸ ποὺ εἶδα, γιὰ αὐτὸ ποὺ
θέλει ἡ ἀφεντιά σου; Ὁ κάμπος γιόμισε ἀπ’ τ’ ἄλογά τους.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Ταχιὰ θὰ τὰ καβαλικεύουν τὰ παλικάρια μας σὰν
τ’ ἄλογα τοῦ Δράμαλη... Παρακάτω!...
ΚΕΦΑΛΑΣ - Μαυρίζει ὁλοῦθε ὁ τόπος ἀπ’ τὰ φουσάτα* τους.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Μαυρίζει, γιατὶ εἶναι μαῦρα τ’ ἀντράποδα ὀρὲ Κε-
φάλα... Παρακάτω!...
ΚΕΦΑΛΑΣ - ῾Ολοῦθε ἀστράφτει ὁ τόπος ἀπ’ τὶς ἁρματωσιές
τους!
ΦΛΕΣΣΑΣ - Οἱ στρατοὶ δὲν πολεμᾶνε μὲ τ’ ἀτσάλι καὶ τὸ σί- δερο· πολεμᾶνε μὲ τοῦτο, ὀρὲ Κεφάλα! [χτυπάει τὴν καρδιά του. ] Παρακάτω!...
ΚΕΦΑΛΑΣ - Παρακάτω! Δὲν ἔχει παρακάτω... Θὰ τοὺς δῆς μονάχος σου, γιατὶ ὅπου καὶ νάναι, φτάνουν, ἐδῶ, μπροστά μας, στὰ ριζά.
[ἀπὸ δεξιὰ κι ἀριστερὰ μπαίνουν ἄτακτα μὲ θόρυβο οἱ
καπεταναῖοι.]
ΣΚΗΝΗ ΣΤ΄
ΟΙ ΑΠΑΝΩ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΠΕΤΑΝΑΙΟΙ Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ, ΠΙΕΡΡΟΣ,
ΒΟΪΔΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ, ΚΟΡΜΑΣ, ΤΣΑΛΑΦΑΤΙΝΟΣ
Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ - Ὁ Μπραΐμης εἶν’ ἀπὸ κἀτω. Παίρνει ξυστὰ τὰ
ριζοβούνια.
ΚΟΡΜΑΣ - Ἔβγα νὰ δῆς· μὲ τὸ μάτι φαίνεται· νά, καθρέφτης!...
ΒΟΪΔΗΣ Μ. - Δυὸ κολόνες ἡ πεζούρα καὶ μιὰ καβαλαραῖοι.
ΤΣΑΛΑΦΑΤΙΝΟΣ - Καὶ μιὰ κολόνα ἔχει ξεκόψει ἀπὸ δεξά·
πάει νὰ μᾶς πάρη τὶς πλάτες.
ΚΕΦΑΛΑΣ - Νὰ φύγωμε ἀπὸ τὸ μέρος τῆς Ἁγιᾶς.
ΦΛΕΣΣΑΣ - [ἄγρια.] Τί;
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Θάχωμε τὸ βουνὸ βοηθό.
Β0ΪΔΗΣ Μ. - Ἐδώ ’μαστε κλεισμένοὶ σὰν τὰ ποντίκια στὴν τρύπα τους· ἐκεῖ στεκόμαστε καὶ πολεμᾶμε στἀ ριζά... Κι ἅμα δοῦμε τὰ στενά, γλιστρᾶμε καὶ γλιτώνομε.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Καὶ γλιτώνομε καὶ σένα πούσαι χρήσιμος
γι’ ἄλλη περίσταση στὸ Ἔθνος...
ΦΛΕΣΣΑΣ - Καὶ σύ, ὀρὲ Παπαγιώργη; καὶ σύ; ποὺ τὰ μιλήσαμε καλὰ καὶ ξέρεις, πὼς ἡ νίκη μας εἶναι σίγουρη; [τὸν πιάνει ἀπ’ τὰ γένεια.] Γιατί μοῦ τὰ ντροπιάζεις αὐτὰ τὰ γένεια, Παπαγιώργη, δὲ μοῦ λές; Γιὰ ποιάν ἄλλη περίσταση χρειάζομαι, ὁρέ, ἂν μὴ γιὰ τούτη; [Στὸν Κεφάλα.] Καὶ σένα ἀλλιῶς σ’ ἐχτίμαγα, ὀρὲ Κεφάλα· σὲ εἶχα γιὰ καλύτερο. [στοὺς ἄλλους.] Ποῦ νὰ φύγωμε, ὀρέ, καὶ ποῦ νὰ πᾶμε; Εἴμαστε ταχτικό, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ πισωγυρίζωμε συ- νταγμένοι; Ἅμα βγοῦμε ἀπὸ τοῦτα τὰ λιθάρια, θὰ σκορπίσωμε κι οἱ καβαλάρηδες τοῦ ᾽Ιμπραὴμ θὰ μᾶς λιανίζουν ἕναν ἕνα... βγάλτε ἀπ’ τὸ μυαλό σας τὴ φευγάλα... Ἐδῶ θὰ μείνωμε καὶ θὰ νικήσωμε. [ἀπὸ δεξιὰ μπαίνει ὁ Μπιτσιάνης.] Τί εἶναι, ὀρὲ Μπιτσιάνη;
ΣΚΗΝΗ Ζ΄
ΟΙ ΑΠΑΝΩ ΚΑΙ ΜΠΙΤΣΙΑΝΗΣ
ΜΠΙΤΣΙΑΝΗΣ - Ἅμα φάνηκαν οἱ Ἀραπάδες; τρία τέσσερα μπουλούκια, παλικάρια ἀπὸ τὰ δυὸ ταμπούρια τ’ ἀκρινά, ἀρχίσανε πρῶτα νὰ μουρμουρίζουνε: Ἐσεῖς οἱ καπεταναῖοι ἔχετε ἀλόγατα κι ἅμα στενέψουνε τὰ πράματα, τὸ σκᾶτε... Ἐμᾶς ὅμως θὰ μᾶς βροῦν ἐδωπέρα. Κι ἄρχισαν ἀμέσως νὰ πέφτουν λίγοι λίγοι μέσα στὴ ρεματιὰ κι ὕστερα τὸ κακὸ δυνάμωσε καὶ τώρα φεύγουν...
ΦΛΕΣΣΑΣ - Εἶναι πολλοί, ὀρέ;
ΜΠΙΤΣΙΑΝΗΣ - Ὡς χίλιοι... Δὲ θέλει ἡ ἀφεντιά σου νὰ τοὺς
μιλήσης τίποτε;
ΦΛΕΣΣΑΣ - [θυμωμένα.] Ὄχι· δὲ μοῦ χρειάζονται ψοφίμια... θέλω ἄντρες καὶ ἔχω, δόξα σοι ὁ Θεός· μοῦ μένουνε ἀπάνω κάτω ἄλλοι χίλιοι. [πηδάει σὲ μιὰ πέτρα, γιὰ νὰ βλέπῃ ἔξω αὐτοὺς ποὺ φεύγουν, φωνάζει.] Κιοτῆδες! Ἔ! Κιοτῆδες! Ἄντε. Τραβᾶτε μὲ τὴ μουντζούρα στὸ κούτελο καὶ μὲ τὸ θάνατο πιὸ σίγουρο ἀπ’ τὸ σπαθὶ τοῦ καβαλάρη! [ἀπ’ ἀριστερὰ μπαίνουν ὡχροὶ ὁ Τισαμενὸς μὲ τὸ Δημήτρη τὸ σημαιοφόρο.] Τί εἶναι, ὀρὲ Τισαμενέ;
ΣΚΗΝΗ Η΄
ΟΙ ΑΠΑΝΩ, ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Ο ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ
ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ - [τρομαγμένος.] Τούτη τὴ στιγμὴ μᾶς κουλουριὰζει ὁ Ἀράπης· ἀνεβαίνοντας ἀπ’ τὸ νερὸ μὲ τ’ ἄλογα ἀπ’ τὴ ραχούλα εἶδα μιὰ κολόνα καβαλάρηιδες, ποὺ πάει κατὰ τὸ Μαργιέλι.
ΦΛΕΣΣΑΣ - [μὲ ἄγρια χαρά,] Γειά σου, ἀσίκη! Αὐτὸ θέλω κι
ἐγὼ νὰ κάνης... Τώρα θὰ πολεμήσωμε σὰν τὰ θεριά...
ΚΕΦΑΔΑΣ - Κι ἐγὼ σοῦ λέω νὰ φύγωμε, ἀνοίγοντας τὸ δρόμο
μὲ τὰ σπαθιά!
ΒΟΪΔΗΣ Μ. - Μιὰ φωτιὰ θὰ φᾶμε... Πόσοι θὰ σκοτωθοῦμε;
Πενήντα; ἑκατό; Οἱ ἄλλοι θὰ γλιτώσωμε.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Πάρε τ’ ἄλογό μας, ὀρὲ Τισαμενέ, καὶ τράβα μὲ τοὺς
σεΐζηδες* νὰ κολῆστε στὸ βουνό...
ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ - [μὲ μεγάλη συγκίνηση.] Καταλαβαίνω! Μοῦ κάνεις ὅ,τι καὶ στ’ Ἀνάπλι... Σὲ κάθε δύσκολη στιγμὴ μ’ ἔστελνες νὰ φουμάρω ἕνα τσιμπούκι...
ΦΛΕΣΣΑΣ - Ναί! Τράβα καὶ τώρα νὰ φουμάρης ἕνα τσιμπούκι, καλαμαρά, γιὰ νὰ καταλάβουν ὅλοι τους, πὼς τ’ ἄλογα δὲν τάχομε γιὰ τὴ φευγάλα. Καὶ πὴρα ἀπὸ ’κεῖ ψηλά, ποὺ θάσαι, νὰ τὰ δῆς ὅλα καλά, γιά νὰ μᾶς κάνης τὸν ἱστορικὸ τῆς μάχης. Ἄντε, τράβα!
ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ - [τὸν φιλεῖ.] Ὁ Θεὸς κοντά σου.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Στὸ καλό! [ὁ Τισαμενὸς φεύγει.]
ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ - Νὰ πάω κι ἐγώ;
ΦΛΕΣΣΑΣ - Τί λές, ὀρέ, πάρε τὸ μπαϊράκι καὶ βάστα το κοντά
μου· νὰ ξέρη ὁ βρωμάραπας, ποῦ βρίσκομαι.
[ὁ σημαιοφόρος ἐκτελεῖ. Ἀπὸ μακριὰ ἀκούγονται σαλπίσματα
καὶ ταμποῦρλα.]
Νά τους! Καλῶς ὁρίσατε, μουσαφιραῖοι, Ἀκοῦτε; Τοὺς συνάζει, γιὰ νὰ τοὺς ρίξη ἀπάνω μας. [προσταχτικά.] Οἱ προσταγές μου εἶναι τοῦτες: Οὔτε ἕνα βόλι δὲ θὰ ρίξετε, ἂν δὲν ἀκοῦστε τὸ δικό μας τὸ ταμπούρι... Καὶ νὰ ξέρετε ἀπὸ τώρα· θὰ τοὺς ἀφῆστε νὰ ζυγώσουν σὲ μισὸ τίρο* ντουφεκιοῦ. Ἀκοῦτε; σὲ μισὸ τίρο ντουφεκιοῦ... Τραβᾶτε! Καὶ γιὰ τὴ νίκη νάστε σίγουροι... Ὁ ῾Υψηλάντης μὲ διακόσιους, ὀρέ, κράτησε τὸ Δράμαλη στὸ Ἄργος· ἐμεῖς εἴμαστε πέντε φορὲς τόσοι κι ἀπόξω φτάνει ὥρα τὴν ὥρα βοήθεια. Κι ἂν οὗλοι οἱ ἄλλοι δὲν ἐρθοῦν, ὁ ἀδελφός μου ὁ Νικήτας δὲ θὰ μᾶς ἀφήση· κι ἂν αὐτὸς δὲν ἔρθη, ὁ Πλαπούτας δὲ θὰ λείψη· σὲ λίγο θάχομε πάρει τὶς πλάτες τοῦ Ἰμπραὴμ καὶ θὰ τονὲ βαροῦμε...
ΤΣΑΛΑΦΑΤΙΝΟΣ - Κι ἂν ὅλοι μᾶς ἀφήσουνε;
ΒΟΪΔΗΣ - Κι ἂν δὲν ἐρθῆ κανένας;
Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ - Τί γινόμαστε, δὲ μοῦ λές;
ΦΛΕΣΣΑΣ - Κι ἂν ὅλοι μᾶς ἀφήσουνε... κι ἂν ὅλοι σκοτωθοῦμε, στὸν τόπο τοῦ κάθε σκοτωμένου θὰ φυτρώσουν χίλιοι, καὶ δῶ καὶ στὴ Ρούμελη. Κι ὁ Ἀράπης θὰ χαθῆ. Καταλαβαίνω, ὀρέ· μᾶς πονάει νὰ μὴ ζήσωμε καὶ ν’ ἀπολάψωμε τὸ Ἔθνος λεύτερο. Μὰ δὲν ξεχνάω, παιδὶ σὰν ἤμουνα, μιὰ μέρα, ποὺ ὁ παππούλης μου, ὀγδόντα χρονῶν γέρος, φύτευε μὲ τὸ χέρι του κάτι δεντράκια τόσα δά. Καὶ τὸν ἀναγελοῦσα μέσα μου, γιατὶ οὔτε τὸν ἴσκιο τους θὰ χαιρότανε ποτές, οὔτε τὸν καρπό τους θὰ γευόταν. Κατάλαβα τί ἔκανε, μονάχα σὰ μεγάλωσα καὶ κάθισα ἑγὼ στὸν ἴσκιο τους κι ἔφαγα τοὺς καρπούς τους.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Τί γυρεύουν ἐδῶ οἱ ἱστορίες τοῦ παπ·ποῦ
σου;
ΦΛΕΣΣΑΣ - Τὴν ἴδια δουλειὰ κάνομε κι ἐμεῖς, ὀρέ, σ’ αὐτὰ τὰ βράχια... Δέντρο φυτεύομε, κι ἂς μὴν εἶναι γιὰ μᾶς, ποὺ θὰ γενῆ θεόρατο, γιὰ νάρχωνται γενιὲς καὶ γενιὲς νὰ κάθωνται στὸν ἴσκιο του καὶ νὰ μᾶς βλογᾶνε.
ΒΟΪΔΗΣ - [στοὺς καπεταναίους.] Πᾶμε στὰ ταμπούρια μας, ὀρέ.
Κι ὅποιος ζήση ἀπὸ μᾶς, ἂς ἀκούη τῶν γυναικῶν τὰ μοιρολόγια!
[τὴν ὥρα τούτη φεύγουν, ὁ Βοϊδὴς Μαυρομιχάλης, ὁ Κορμάς, ὁ
Μπιτσιάνης καὶ ὁ Κεφάλας.]
ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ - Ἐγὼ θὰ κάτσω δῶ κι ἂς μοῦ ’βρισες τὰ γέ-
νεια.
Δ. ΦΛΕΣΣΑΣ - Κι ἐγώ.
ΤΣΑΛΑΦΑΤΙΝΟΣ - Κι ἐγώ. Ἂν μὲ θές.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Πιάστε ντουφεκίστρες. [στὸ σημαιοφόρο του.] Ἐδῶ τὸ μπαϊράκι, ὀρέ, νὰ ξέρη ὁ βρωμάραπας ποῦ βρίσκομαι. [ὁ σημαιοφόρος ἐκτελεῖ, μπαίνει ὁ Λεβιδιώτης.]
ΛΕΒΙΔΙΩΤΗΣ - ᾽Εδῶ μπροστὰ στὸ σύδεντρο μαζώχτηκαν˙ οἱ
ἀκροβολιστές τους εἶναι κιόλας ἀπὸ κάτω.
ΦΛΕΣΣΑΣ - Σκασμός. Στὴν ντουφεκίστρα σου! [πηδάει σ’ ἕνα λιθάρι ἀγναντεύοντας μὲ τὸ χέρι.] Μωρὲ στὰ βουβὰ γλιστρήσανε οἱ μουσαφιραῖοι! [φωνάζει.] Βαρῆτε!! [μπαταριές, σαλπίσματα, τυμπανοκρουσίες˙ γυρίζοντας στὸ σημαιοφόρο του, χαμηλά, βραχνά.] Σκίσ’ τὸ μπαϊράκι, χῶστο στὸν κόρφο σου καὶ φεύγα! Νὰ γλιτώσης τὸ σταυρό!
ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ - [ἐκτελεῖ ἀστραπιαΐα μὲ μεγάλη συγκίνηση.]
Καλὸ βόλι, καπετάνιο!
ΦΛΕΣΣΑΣ - Ἀμήν!!
[μπαταριές, σαλπίσματα, πανδαιμόνιο, φωνές. Αὐλαία κλείνει καὶ ἀνοίγει ἀμέσως... ἡσυχία, σκοτάδι ἀπόλυτο... μπαίνουν δυὸ χωρι- άτες μὲ φαναράκια καὶ δυὸ στρατιῶτες τοῦ ᾽Ιμπραΐμ καὶ πίσω του
ὁ Ἰμπραΐμ ὁ ἴδιος.]
Α΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Ὁ Πασὰς προστάζει νὰ βρεθῆ τὸ κουφάρι του.
[Ψάχνουν.]
Β΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Νά το. ᾽Εδῶ ’ναι.
ΙΜΠΡΑΪΜ - [ἀράπικα.] Ἐρ φαοῦ μὲν ὰ ὰ λάλ, ἄριτ οὐὰ κιφού.
Β΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Τί λέει;
Α΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Νὰ τὸν σηκώσωμε ὀρθόν.
[ἐκτελοῦν οἱ δυὸ χωριάτες καὶ οἱ δυὸ στρατιῶτες ὁ Ἰμπραΐμ
ζυγώνει καὶ τὸν φιλεῖ στὸ σκοτάδι.]
Α΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Τὸν φίλησε;
Β΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Ναί.
ΙΜΠΡΑΪΜ - Χουὰ κάαν ράγκελ σάαλιχ οὐὰ σουγκάαα!
Β΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Τί εἶπε, ὀρέ;
Α΄ ΧΩΡΙΚΟΣ - Εἶπε, ὅτι αὐτὸς ἤτανε ἕνας ἄντρας ἀληθινός...
Αὐτὸ εἶπε.
(ΑΥΛΑΙΑ)
« Παπαφλέσσας »
Σπύρος Μελὰς
Γιάννης Τσαρούχης
Γενικά οι Έλληνες είναι
αγράμματοι και αγνοούν τους θυσαυρούς της πατρίδας τους.Θα γίνουν
θρήσκοι όσο μορφώνονται ,αντίθετα με άλλους που όσο μορφώνονται παύουν
να είναι θρήσκοι.
Ο καχύποπτος ιδιώτης
....γιατί οι άνθρωποι είναι "απαιδαγώγητοι στις πολιτικές
ελευθερίες". Γι΄ αυτό άφησαν τις κοινοτικές υποθέσεις στου πεπρωμένου
την διάκριση και κοιτάζουν μόνο τα ατομικά τους συμφέροντα.
Καθένας έκαμε πολιτικόν του φίλο εκείνον που επί Τουρκοκρατίας ήξερε
πως είχε δύναμιν αναγνωρισμένη". Η Κοινότητα ως συνθετική μονάδα παραγωγής αποτελεί πια
ανεπίστρεπτη παρελθοντολογία δεν είναι πια ούτε καν παράδοσις. Ο
καχύποπτος ιδιώτης δεν ισορροπεί πλέον με την αγάπη του για τις
διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά τις εξωθεί στις εγωιστικότερες συγκρούσεις. Ο
ιδιώτης τεντώνει το τόξο του μικρού του ευτελούς συμφέροντος μέχρι της
ασυδοσίας. Στο ζοφερό αυτό κλίμα εκτρέφεται ο πολιτικαντισμός, ως ένα
παράσιτο το οποίο εκτρέφεται από τον νέο τύπο πολίτη - ιδιώτη και
απομυζεί τις δυνάμεις της κοινωνίας και του Έθνους.
Και πάντα να θυμάσαι:
Το παράδοξο της εποχής μας στο διάβα της ιστορίας είναι ότι έχουμε
ψηλότερα κτήρια, αλλά με χαμηλότερες προδιαγραφές, πλατύτερους δρόμους
αλλά στενότερες αντιλήψεις.
Ξοδεύουμε περισσότερα αλλά έχουμε
λιγότερα. Αγοράζουμε περισσότερα αλλά απολαμβάνουμε λιγότερα
Έχουμε
μεγαλύτερα σπίτια, αλλά μικρότερες οικογένειες, περισσότερες ανέσεις
αλλά λιγότερο χρόνο.
Έχουμε περισσότερα πτυχία, αλλά λιγότερο
νόημα, περισσότερη γνώση αλλά λιγότερη κρίση, περισσότερους
ειδικούς
και ακόμη περισσότερα προβλήματα.
Περισσότερα φάρμακα και
λιγότερη ευφορία.
Πίνουμε πολύ, καπνίζουμε πολύ, ξοδεύουμε πολύ
απερίσκεπτα, γελούμε πολύ λίγο, οδηγούμε πολύ γρήγορα,
θυμώνουμε πολύ
γρήγορα, ξενυχτούμε πολύ, ξυπνούμε πολύ κουρασμένοι, διαβάζουμε πολύ
λίγο,
παρακολουθούμε πολύ τηλεόραση και προσευχόμαστε πολύ σπάνια.
Έχουμε
πολλαπλασιάσει τα υπάρχοντά μας, αλλά έχουμε μειώσει τις αξίες μας.
Μιλούμε
πολύ, αγαπούμε πολύ σπάνια και μισούμε πολύ συχνά.
Μάθαμε πώς να
εξασφαλίζουμε τα προς το ζην, αλλά όχι τη ζωή.
Προσθέσαμε χρόνια
στη ζωή μας αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας.
Φτάσαμε στο Φεγγάρι,
αλλά δυσκολευόμαστε να διασχίσουμε τον δρόμο που πάει για τον γείτονά
μας.
Κατακτήσαμε το έξω διάστημα, αλλά όχι τον εσωτερικό μας
κόσμο.
Κάναμε μεγαλύτερα πράγματα αλλά όχι καλύτερα πράγματα.
Καθαρίζουμε
τον αέρα αλλά μολύνουμε την ψυχή. Διασπάσαμε το άτομο, αλλά όχι την
προκατάληψη.
Γράφουμε περισσότερα αλλά μαθαίνουμε λιγότερα.
Σχεδιάζουμε περισσότερα αλλά πραγματοποιούμε λιγότερα.
Μάθαμε να
βιαζόμαστε αλλά όχι να περιμένουμε.
Φτιάξαμε περισσότερους Η/Υ να
κρατούν περισσότερες πληροφορίες, να παράγουν περισσότερα αντίγραφα από
ποτέ αλλά εμείς επικοινωνούμε όλο και λιγότερο.
Αυτές είναι οι
μέρες του γρήγορου φαγητού και της αργής χώνεψης, μεγάλοι άντρες αλλά
μικροί χαρακτήρες,
υπερβολικά κέρδη αλλά ρηχές σχέσεις.
Αυτές
είναι οι μέρες των δύο εισοδημάτων αλλά των περισσότερων διαζυγίων, των
πιο εντυπωσιακών σπιτιών
αλλά των διαλυμένων σπιτικών.
Αυτές
είναι οι μέρες των γρήγορων ταξιδιών, των πανών μιας χρήσης, της
πεταμένης ηθικής,
των υπέρβαρων σωμάτων και των χαπιών που κάνουν τα
πάντα, από ευθυμία, ηρεμία μέχρι θάνατο.
Ζούμε σε ένα καιρό που η
βιτρίνα της ζωής μας φαίνεται ότι είναι πλούσια και γεμάτη,
αλλά η
αποθήκη της είναι άδεια.
Είναι ο καιρός που η τεχνολογία μπορεί
να φέρει αυτό το γράμμα σε σένα και ο καιρός που μπορείς να διαλέξεις ή
να
μοιραστείς αυτή την ενόραση ή απλώς να πατήσεις σβήσιμο.
Να
θυμάσαι, πέρνα χρόνο με αυτούς που αγαπάς, γιατί δε θα ναι κοντά σου
πάντα.
Να θυμάσαι να λες μια ευγενική κουβέντα σε κάποιον που
αποβλέπει σε σένα με θαυμασμό,
γιατί αυτό το μικρό άτομο σύντομα θα
μεγαλώσει και θα φύγει από το πλευρό σου.
Να θυμάσαι, να δίνεις
μια ζεστή αγκαλιά σε αυτόν που βρίσκεται δίπλα σου γιατί αυτό είναι ο
μόνος θησαυρός που μπορείς να δώσεις με την καρδιά σου και δεν κοστίζει
τίποτα.
Να θυμάσαι να λες «σε αγαπώ» στο σύντροφό σου και στους
αγαπημένους σου αλλά κυρίως να το εννοείς.
Ένα φιλί και μια
αγκαλιά μπορεί να επουλώσει τραύματα όταν ξεκινά από βαθιά μέσα σου.
Να
θυμάσαι να κρατάς τα χέρια και να χαίρεσαι τη στιγμή γιατί μια μέρα
αυτό το άτομο κάποια μέρα
δε θα ναι πια εκεί.
Δώσε χρόνο για
αγάπη, δώσε χρόνο για συνομιλία!
Και δώσε χρόνο για να μοιραστείς
πολύτιμες σκέψεις του μυαλού σου.
Και πάντα να θυμάσαι:
Η
ζωή δε μετριέται με το πόσες ανάσες παίρνουμε αλλά με τις στιγμές που
μας κόβουν την ανάσα.
Ἡ γενιά τοῦ Πολυτεχνείου καί ἡ καμπούρα της…
Ἡ γενιά πού αὐτοθαυμάστηκε καί αὐτοδοξάστηκε ὅσο καμμία ἄλλη ἴσως τούς
τελευταίους δύο αἰῶνες στήν χῶρα μας, ἀλλά καί ταυτόχρονα πού
αὐτοαναιρέθηκε ὅσο καμμία, εἶναι ἀκριβῶς αὐτή, ἡ «γενιά τοῦ
Πολυτεχνείου». Ἔδωσε πλησμονή ὑποσχέσεων, ἀνήγγειλε τήν δημιουργία ἑνός
νέου κράτους καί μιᾶς νέας κοινωνίας, επαγγέλθηκε μιά οἰωνεί πολιτιστική
ἐπανάσταση καί… ἀπετυχέ παντοῦ παταγωδῶς. Ἡ γενιά τῆς «Ἀλλαγῆς», πού
ἄλλαξε τά πάντα πρός τό χειρότερο… ἔτσι θά μείνει δυστυχῶς στήν Ἱστορία.
Συγκροτήθηκε κατά βάση ἀπό ἐπιστήμονες πού ἐξελίχθηκαν εἴτε σέ
τεχνοκράτες εἴτε σέ ἐπαγγελματίες πολιτικούς. Ἀναδείχθηκαν μέσα ἀπό μία
περίοδο μέ ἰδιαίτερα ὀξεία πολιτική ἀντιπαλότητα καί ἔντονες κοινωνικές
ἀναζητήσεις ἀλλά συνάμα καί ἐξαιρετικά σημαντική οἰκονομική καί
παραγωγική ἀνάπτυξη. Ἡ μετεμφυλιακή περίοδος, δηλαδή χονδρικά ἡ
εἰκοσιπενταετία 1950-1975, δημιούργησε κρίσιμα πολιτικά ἀδιέξοδα, τόσο
πρίν ὅσο καί μετά τό 1967, ἀλλά τουλάχιστον δημιούργησε πρωτογενή καί
δευτερογενή ἀνάπτυξη διόλου εὐκαταφρόνητη γιά μιά χῶρα πού ὡς τό 1949
εἶχε φθάσει σε ὁριακό σημεῖο.
Ἀνέλαβαν λοιπόν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς
γενιᾶς τοῦ Πολυτεχνείου νά σηκώσουν στούς ὤμους τους μιά πολιτικά
δοκιμασμένη ἀλλά οἰκονομικά εὔρωστη χῶρα πού ἐπιπλέον διέθετε
ἐντυπωσιακή πολιτιστική ὁμοιογένεια. Πάνω στήν ἐξέγερση τοῦ
Πολυτεχνείου, ἡ ὁποία παρ’ ὅλη τήν ἱστορική της θολούρα συγκρότησε ἕνα
ἐκπληκτικῆς διείσδυσης καί μακρᾶς διαρκείας πολιτικό ὑπόβαθρο,
ἑδραιώθηκε ὅλη ἡ πορεία τῆς μεταπολίτευσης. Ἀρκεῖ νά σημειώσουμε ὅτι ἡ
πολύ μεγαλύτερη σέ κλίμακα καί προβολή ἐξέγερση τοῦ γαλλικοῦ Μάη τοῦ
’68, σέ καμμία περίπτωση δέν ἐπέτυχε νά ἐπιβάλλει μία πολιτική τάξη στήν
γαλλική κοινωνία. Δηλαδή, ἐνῶ ὁ ἑλληνικός Νοέμβρης τοῦ ’73 δέν πέτυχε
τόν ἀντικειμενικό του σκοπό, την κατάρρευση τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος,
πέτυχε ὡστόσο νά γίνει ἄμεσα ἀναγνωρίσιμο σύμβολο καί μέ ἐντυπωσιακή
ἀποτελεσματικότητα νά συνθέσει τήν νομιμοποιητική βάση σχεδόν κάθε
πολιτικῆς καί πολιτιστικῆς ἐπιλογῆς τῶν κυβερνήσεων ἀπό τό 1974 κι
ἔπειτα.
Πάνω στόν μύθο τοῦ Πολυτεχνείου ἀναδείχθηκαν καί
καθιερώθηκαν ἄνθρωποι μέ πρώτιστο μέλημα τήν προσωπική τους ἀνέλιξη κι
ἐπιτυχία. Τό κράτος θεωρήθηκε, ἰδίως μετά τό 1981 γιά νά εἴμαστε
δίκαιοι, λάφυρο και ἡ πολιτική μηχανισμός προσωπικῆς ἐπαγγελματικῆς
ἀναγνώρισης. Μέσα ἀπό αὐτό τό μονοπάτι κάθε θεσμός τῆς δημοκρατίας, ὅπως
τό κοινοβούλιο κι ὁ συνδικαλισμός, κάθε πυλῶνας τῆς πολιτείας, ὅπως ἡ
δημόσια διοίκηση καί ἡ τοπική αὐτοδιοίκηση, ἀκόμα καί κάθε ἔκφραση τοῦ
πολιτισμοῦ, ὅπως ἡ ἀκαδημαϊκή παιδεία καί ἡ τέχνη, βρέθηκαν αἰχμάλωτοι
τοῦ κόμματος-κράτους. Χρησιμοποιήθηκαν ἀπό τόν προσωπικό τυχοδιωκτισμό
καί τόν πολιτικό ἀριβισμό ὅλες οἱ λειτουργίες, οἱ ἀξίες καί τά ἐρείσματα
τῆς κοινωνίας. Παράλληλα ὁ κρατικός μηχανισμός θεωρήθηκε καί
μετατράπηκε σέ ὄχημα εὔκολου καί γρήγορου πλουτισμοῦ, τόσο αὐτῶν πού
ἐπέβαιναν στό ὄχημα ὅσο κι αὐτῶν πού κατάφερναν νά συνάψουν οἱαδήποτε
σχέση μέ τήν λειτουργία του. Βλέποντας κάποιος τήν κατάσταση μέσω αὐτοῦ
τοῦ πρίσματος ἡ θέση στήν ὁποία ἔχουμε βρεθῆ σήμερα, μέ χιλιαπλασιασμό
τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους ἀπό τό 1974, δέν φαίνεται παράδοξη.
Τό
κυριότερο ὅμως «ἐπίτευγμα» τῆς γενιᾶς πού κυβερνᾶ τήν χῶρα τά τελευταῖα
20-25 ἔτη καί συνεχίζει καί σήμερα νά ὁρίζει τίς τύχες τοῦ ἑλληνικοῦ
λαοῦ εἶναι ἡ χωρίς προηγούμενο πνευματική καί ἠθική ἀφαίμαξη τῶν
Ἑλλήνων. Μπορεῖ τά ποσοστά ἐπιμὀρφωσης νά ἀνέβηκαν ἀλλά ἡ οὐσία τῆς
παιδείας τῶν Ἑλλήνων καταβαραθρώθηκε. Σημειώνει εὔστοχα ὁ κ.Ρακιντζής:
«Τό μόνο πού μένει στή χῶρα μας εἶναι νά κρατήσει ζωντανό κι ἀκμαῖο ἕνα
ἄλλο κεφάλαιο: τόν ἑλληνικό πολιτισμό, τήν ἑλληνικότητα μέσα στο
εὐρωπαϊκό γίγνεσθαι. Ἕνα σημάδι τῆς παρακμῆς μας εἶναι ὅτι τά παιδιά μας
εἶχαν σταματήσει νά μεγαλώνουν ἑλληνοκεντρικά». Πλήρης ἀφελληνισμός τῆς
παιδείας καί τοῦ σκέπτεσθαι. Αὐτή ἡ πορεία ἔφτασε τά παιδιά μας στό
σοβαρό ἔλλειμμα γλωσσικῆς, ἱστορικῆς καί πολιτιστικῆς παιδείας. Ὡς
συνέπεια ἦρθε τό μεγάλο παθητικό στήν ἐθνική αὐτοσυνείδηση. Γίναμε ἕνας
λαός – ἰδίως οἱ νεώτεροι, οἱ κάτω τῶν 40 – χωρίς πολιτιστική κι ἐθνική
ρίζα, ἤ μάλλον χωρίς σύνδεση μέ τήν ρίζα του.
Κάθε σχέση μέ τήν
ἑλληνικότητα, μέ τήν κρυστάλλινη διαύγεια τοῦ πολιτιστικοῦ μας
πεπραγμένου, ποινικοποιήθηκε συνδεόμενη μέ μελανές πολιτικές πρακτικές
μιᾶς ἐποχῆς ἀκραίου φανατισμοῦ καί ἐθνικοῦ διχασμοῦ. Ὅποιος μιλοῦσε γιά
ἑλληνικό πολιτισμό, ἑλληνική γλῶσσα, ἑλληνική ἱστορία, ἑλληνική παράδοση
αὐτοδικαίως ἐπέσυρε κι ἐν πολλοῖς καί σήμερα ἐπισύρει τόν χαρακτηρισμό
τοῦ φασίστα, τοῦ άκροδεξιοῦ καί λοιπούς τίτλους πού ἀφειδῶς χρησιμοποιεῖ
ἡ χορεία τῶν ἐπαγγελματιῶν προοδευτικῶν καί δημοκρατῶν. Ἐξοῦ καί ἡ
ἀκολουθοῦσα ἐρώτηση: «Δέν φοβόσαστε στήν ἐποχή μας μήπως σᾶς ποῦν
φασίστα;». Μέ παρρησία ὅμμως ἔρχεται κι ἡ ἀπάντηση: « Ὄχι. Εἶμαι ἕνας
ἄνθρωπος πού ἔχω ζήσει στό ἐξωτερικό καί ἐκτιμῶ τήν μοναδικότητά μας,
τόν πολιτισμό καί τήν παράδοσή μας. Ἄν τά χάσουμε ὅλα αὐτά, θά
ἀπορροφηθοῦμε καί θά γίνουμε μιά ἀσήμαντη εὐρωπαϊκή ἐπαρχία, πού θά
ἀκολουθεῖ τά χαρακτηριστικά τῶν ἄλλων, τά ὁποῖα δέν μᾶς ταιριάζουν
κιόλας. Ὀφείλουμε νά κοιτάξουμε τήν ἱστορία μας γιά νά μπορέσουμε νά
βγοῦμε ἀπό τήν κρίση, νά διαβάσουμε τούς ἀρχαίους συγγραφεῖς, νά
ἀνακαλύψουμε ποιοί εἴμαστε. Δέν νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι φασιστικό ἤ
σωβινιστικό. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο».
Αὐτό ἐπέτυχε ἡ «γενιά
τοῦ Πολυτεχνείου». Νά μεταλλάξει τό ἀναγκαῖο καί φυσικό σέ φασιστικό καί
σωβινιστικό. Νά κάνει τά αὐτονόητα, ἀπαγορευμένα. Νά μᾶς κάνει «τῶν
Εὐρωπαίων περίγελο καί τῶν ἀρχαίων παλιάτσους», ὅπως ἔγραψε κάποτε ὁ
ποιητής. Τῶρα βέβαια πού ἡ γύμνια αὐτῆς τῆς γενιᾶς ἀποκαλύφθηκε ψάχνει
τόν ἔνοχο ὁπουδήποτε μακριά της. Κάποιος ἄλλος πρέπει νά φταίει γιά τήν
δική της ἀνεπάρκεια. Πότε-πότε ὅμως ἡ καμήλα πρέπει νά σταματᾶ νά κοιτᾶ
γιά τίς ἄλλες καμποῦρες καί νά γυρίζει νά δεῖ τή δική της. Ἴσως ἐκεῖ
βρίσκεται τό πρόβλημα…
τοῦ Γιάννη Ἀ. Χαραλαμπίδη
Νεοελληνική ταυτότητα
Οι Νεοέλληνες καυχόμασταν ως πριν από λίγες δεκαετίες για το επίτευγμά
μας να σχηματίσουμε ένα από τα πλέον αμιγή εθνικώς κράτη στην ευρωπαϊκή
ήπειρο με ελάχιστο μειονοτικό πληθυσμό. Πέραν του ότι η καύχηση αυτή στα
πλαίσια των πολυπολιτισμικών κοινωνιών θεωρείται ξεπερασμένη,
αποδεικνύεται και κενή περιεχομένου, καθώς σε βάθος ανάλυση αποδεικνύει
ότι οι συνεκτικές του κοινωνικού σώματος δυνάμεις εμφανίζονται
εξασθενημένες σε μεγάλο βαθμό και μόνο για ενότητα δεν μπορεί να γίνεται
λόγος στον καιρό μας. Αλλά ενότητα ως προς τί; Είναι το εύλογο ερώτημα
που ανακύπτει από την προηγούμενη θέση.
Η απάντηση στο ερώτημα είναι σαφέστατα φορτισμένη από
θρησκευτική πίστη (και θεωρώ και τον υλισμό μορφή θρησκευτικής πίστης)
και ιδεολογήματα. Αν κάνουμε ιστορική αναδρομή στην αυτοκρατορία της
Ρωμανίας (Βυζάντιο), θα διαπιστώσουμε ότι τα συνεκτικά στοιχεία της ήταν
η θρησκευτική πίστη (Ορθοδοξία) και η αποδοχή της κεντρικής εξουσίας
(αυτοκράτωρ). Το εθνικό στοιχείο ήταν υπολανθάνον. Μόνο κατά τον 19ο
αιώνα με το σχηματισμό των εθνικών κρατών στη Δυτική Ευρώπη το στοιχείο
αυτό καταλαμβάνει κυρίαρχη θέση στο κράτος. Η αίρεση αντιμετωπίζεται από
την κεντρική εξουσία ως εξ ίσου επικίνδυνη με την αμφισβήτησή της εκ
μέρους των κατά τόπους οικονομικά ισχυρών. Ο διωγμός των αιρετικών
οδήγησε σε επικρίσεις της Εκκλησίας, την οποία αρκετοί ιστορικοί
ταυτίζουν με την “θεοκρατική” εξουσία, αγνοώντας την ύπαρξη μαρτύρων της
πίστεως και κατά την περίοδο αυτή. Ο διωγμός των οικονομικά και
κοινωνικά ισχυρών ερμηνεύεται ως διαπάλη οικονομικών συμφερόντων. Αξίζει
να τονιστεί ότι η υλιστική ερμηνεία της ιστορίας θεμελιώνεται
αποκλειστικά στην αναζήτηση οικονομικών κινήτρων πίσω από κάθε ανθρώπινη
ενέργεια. Χωρίς να είναι εξ ολοκλήρου εσφαλμένη η μέθοδος αυτή,
αδυνατεί, λόγω πίστεως των ερευνητών, να δει τη διαχρονική υπέρβαση των
ανθρωπίνων μικροτήτων από κάποια αναστήματα, αγίους της Εκκλησίας αλλά
και υλιστές. Αδυνατεί δηλαδή να διακρίνει τον ήρωα μέσα στο πλήθος των
δειλών και προσκυνημένων, τον ελεήμονα που διαθέτει και το τελευταίο
λεπτό μέσα στο πλήθος των απλήστων, εκείνους που θυσιάζονται από αγάπη
για την πίστη τους και την πατρίδα τους από τους άλλους που ξεπουλούν τα
πάντα για να σώσουν το τομάρι τους, όπως χαρακτηριστικά εκφράζεται ο
λαός μας.
Η σύγχρονη “επιστημονική” έρευνα εστιάζει την προσοχή της στην
κοινωνικοπολιτική αντιπαράθεση. Και ο σχετικά πρόσφατος εμφύλιος πόλεμος
στη χώρα μας παρέχει άφθονη τροφή στους ερευνητές. Εκείνο που δεν
θέλουν να προσέξουν είναι ότι ο λαός μας που παρασύρθηκε από τη δίνη των
αντιπαραθέσεων σε παγκόσμια κλίμακα είχε δείξει την ομοψυχία του,
θρησκευτική και εθνική μόλις λίγα έτη ενωρίτερα γράφοντας το τελευταίο
ελληνικό έπος. Ελάχιστα γνώριζαν οι αντιμαχόμενοι από ιδεολογίες. Στην
ελληνική ύπαιθρο, που πρωταγωνίστησε στα γεγονότα, οι άνθρωποι του
μόχθου, με τις όποιες αδυναμίες αλλά και το πλήθος των πατροπαράδοτων
αρετών του λαού μας, ονειρεύονταν έναν δικαιότερο κόσμο και μια κοινωνία
περισσότερο δική τους, καθώς το νεοελληνικό κράτος, που είχε
σχηματιστεί κατά τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα, ελάχιστα τους εξέφραζε. Και
ας μη παραβλέπουμε χάριν ιδεολογικών σκοπιμοτήτων ότι οι
αντιπαρατασσόμενες ιδεολογίες είχαν γεννηθεί από δυτική μήτρα.
Ο λαός μας άντεξε, μένοντας πιστός στην παράδοσή του, ώς το
τέλος της δεκαετίας του 1950. Τότε ετέθη σε εφαρμογή το τελευταίο μέρος
τόσο του θρησκευτικού όσο και του εθνικού αποχρωματισμού του. Τα
μεταναστευτική εμβάσματα στην αρχή, το τουριστικό συνάλλαγμα στη
συνέχεια και η εντυπωσιακή σε σύντομο χρονικό διάστημα ανόρθωση της
οικονομίας (κι ας μη είχαμε δώσει την δέουσα τότε σημασία) οδήγησαν στη
σταδιακή υιοθέτηση του δυτικού τρόπου ζωής, του καταναλωτικού με
“αβανταδόρο” του εκμαυλισμού την Πολιτεία. Οι νικητές του εμφυλίου
πολέμου, δεμένοι στο άρμα των ισχυρών προστατών τους είχαν κάθε λόγο να
επισπεύδουν τις διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού. Η Διοικούσα
Εκκλησία έχουσα ταχθεί με το μέρος των νικητών προς αντιμετώπιση από
κοινού του αθέου κομμουνισμού, ωσάν ο καπιταλισμός να ήταν ιδεολογία από
Θεού, ελάχιστα έπραξε για την εθνική συμφιλίωση. Η αστική διανόηση, με
σαφώς εχθρικές κατά κανόνα ως προς την Εκκλησία θέσεις, διολίσθησε προς
το μαρξιστικό στρατόπεδο, παρά την γνώση των συνεπειών. Και ενώ αυτή
υποβοηθούσε τις προσπάθειες των φιλοδυτικών κυβερνήσεων της χώρας στον
εκδυτικισμό της ελληνικής κοινωνίας, η Διοικούσα Εκκλησία έχανε τη
δυνατότητα να αρθρώνει ευαγγελικό λόγο, ώσπου ήρθε η δικτατορία των ΗΠΑ
και εμωράνθη πλήρως ταυτισθείσα με τους ανερμάτιστους του συνθήματος
“Ελλάς Ελλήνων χριστιανών”!
Η μεταπολίτευση σημαδεύτηκε από μία άνευ προηγουμένου
ενορχηστρωμένη επίθεση κατά της Εκκλησίας (προσοχή όχι κατά προσώπων που
με τη στάση τους την κηλίδωσαν). Ο κοινωνικός μετασχηματισμός φαινόταν
πιό εφικτός παρά ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Η Δύση φάνταζε ως η
οραματίστρια και η δυναμένη να εξασφαλίσει την ειρηνική συνύπαρξη των
λαών υπό καθεστώς πλήρους ελευθερίας και επαρκούς κοινωνικής
δικαιοσύνης. Η κατάρρευση του κομμουνισμού χαιρετίστηκε ως ο θρίαμβος
του ελευθέρου κόσμου! Και τότε σιγά σιγά ο καπιταλισμός άρχισε να
δείχνει τα αιχμηρά δόντια του! Απάτες διαδέχονταν η μία την άλλη, αλλά ο
λαός, έχοντας εξασφαλίσει σημαντική οικονομική επιφάνεια στην
πλειονοψηφία του, δεν είχε τη διάθεση να αφουγκραστεί ή να υποψιαστεί
μήπως η ευμάρεια εκείνη ήταν επίπλαστη.
Έχοντας αποκτήσει και ο λαός υλιστική συνείδηση ερμηνείας της
ιστορίας και μη διαθέτοντας σε επάρκεια πνευματικούς καθοδηγητές,
επιδόθηκε με πάθος στο στημένο καταναλωτικό παιχνίδι της σπατάλης και
του τζόγου. Στο τέλος τα έχασε όλα. Όλα; Όχι βέβαια, απομένει η ελπίδα.
Ποτέ δεν είναι αργά να ξαναγυρίσουμε στις πηγές μας και να ριζώσουμε
ξανά στην παράδοση, που τόσο άφρονα απεμπολήσαμε. Βέβαια το σύστημα
λυσσομανά πλέον κατά της παραδόσεως αυτής. Η εκπαίδευση είναι φανερά
εχθρική προς την πίστη και την πατρίδα, βδελύσεεται μάλιστα κάθε τι το
εθνικό ως παρωχημένο και επιζήμιο στην προοπτική της ειρηνικής
συνύπαρξης των μαζών υπό την συνθλιπτική πίεση της κρεατομηχανής της
νέας τάξης πραγμάτων! Όλοι αυτοί που κατασπατάλησαν τον πλούτο του λαού
μας μιας τριακονταετίας (1951-1980) σε μια δεύτερη τριακονταετία
(1981-2010) εμφανίζονται τώρα ως οι μάγοι που θα τα ξαναφτιάξουν όλα
ρόδινα! Όλοι αυτοί οι υποτελείς στη Δύση, οι οπαδοί του δυτικού
υλιστικού πνεύματος και υπέρμαχοι του δυτικού πολιτισμού, αυτοί που
έχουν εξασφαλισθεί στη Δύση, επιχειρούν να καταφέρουν τελειωτικά
κτυπήματα στον ψυχορραγούντα, όπως νομίζουν, λαό μας. Και ανθρωπίνως
ψυχορραγούμε, αν λάβουμε υπ’ όψιν και τη δημογραφική γήρανση, στην οποία
μας οδήγησε η απεμπόληση της παράδοσής μας και η υιοθέτηση ξένων
προτύπων διαβίωσης, αλλά και το πλήθος των μεταναστών, που η απληστία
των δυτικών φίλων μας εξωθεί, σε μια κίνηση απελπισίας ή ελπίδας, στη
χώρα μας.
Εκείνο που δεν λαμβάνουν υπ’ όψη οι κατεργαζόμενοι το τέλος των
εθνών και λαών, είναι οι κρυμμένες δυνάμεις, οι οποίες ενεργοποιούνται
σε κρίσιμες καταστάσεις.
Συνέλληνες, ας πάψουμε να πιστεύουμε σε σωτήρες. “Μη πεποίθατε
επ’ άρχοντας επί υιούς ανθρώπων, οις ουκ εστι σωτηρία”, γράφει ο
ψαλμωδός. Ο Θεός μόνο σώζει, Αυτός, στον οποίο στήριζαν οι πρόγονοί μας
τις ελπίδες τους, και τον οποίο εμείς καταφρονήσαμε περιφρονώντας τις
σωτήριες εντολές Του. Ας λάβουμε απόφαση για ένα νέο ξεκίνημα.
Απόστολος
Παπαδημητρίου
Σχέδιο Καλλικράτης
Σχέδιο Καλλικράτης: Φαινομενική πρόθεση, να λυθούν τα
προβλήματα της περιφέρειας. Ποιοι είναι όμως οι κίνδυνοι που
ελλοχεύουν;
Μήπως γινόμαστε τελικά ομοσπονδία;
Χωρίζοντας διοικητικά την Ελλάδα σε 13 αυτοδιοικούμενα τμήματα αυξάνεται η ισχύς των εκλογικών ποσοστών των μειονοτήτων εκεί όπου αυτές υπάρχουν.
Αν θεωρήσουμε δηλαδή ότι στη Θράκη έχουμε χ αριθμό αυτοαποκαλούμενων Τούρκων, αυτή η ποσότητα μεταφράζεται σε ένα μικρό ποσοστό επί του συνολικού Ελληνικού πληθυσμού με το παρόν σύστημα.
Απομονώνοντας όμως διοικητικά τη Θράκη αυτό το ποσοστό γιγαντώνεται.
Βάσει της απογραφής του 2001 στη Θράκη έχουμε 86.000 Μουσουλμάνους τους οποίους η Ελληνική πολιτεία κάνει το άπαν για να τους χαρίσει στην Τουρκία. Επίσης κατά το 2001έχουν απογραφεί 363.479 κάτοικοι στη Θράκη (αναλογία 1/4).
Αυτά όμως αφορούν τους αριθμούς του 2001. Μην ξεχνάμε ότι το 2011 είναι έτος
απογραφής. Τι έχει μεσολαβήσει;
Έχουν Ελληνοποιηθεί χιλιάδες μουσουλμάνοι λαθρομετανάστες τους
οποίους και κατευθύνει το κράτος του Κολωνακίου μαζικά στις μουφτίες της
Θράκης ασχέτως αν διαμένουν στην Αθήνα. Αυτά σε συνδυασμό με την
υπογεννητικότητα των Ελλήνων θα οδηγήσουν σε μεγάλες και δυσάρεστες
εκπλήξεις κατά την απογραφή του 2011.
Αντίστοιχες άτυπες μειονότητες έχουν δημιουργηθεί κατά τα τελευταία χρόνια τόσο στην Μακεδονία όσο και στην Ήπειρο με τις μετακινήσεις και τις Ελληνοποιήσεις Αλβανών που “ ντεμέκ” έχουν ενσωματωθεί στην Ελλάδα θαρρείς και είναι από την Αυστραλία και έχουν κόψει επαφή με την πραγματική τους πατρίδα.
Έτσι οδηγούμαστε σε διάσπαρτες μειονότητες αλλοεθνών σε όλη την Ελλάδα που σε συνδυασμό με το σχέδιο Καλλικράτης θα μπορούν να εκλέξουν τον επαυξημένων αρμοδιοτήτων νέου τύπου περιφερειάρχη....
Εδώ έρχεται η Θεωρία της αυτοδιάθεσης των λαών που ως δούρειος ίππος θα λειτουργήσει στα Καλλικρατικά κρατίδια.
Μπορεί ποτέ μια Ελληνοποιημένη Αλβανική μειονοτική κοινωνία να μην μπορέσει να εκλέξει Αλβανό περιφερειάρχη;
Μπορεί ποτέ μια Ελληνοποιημένη (ή μάλλον Τουρκοποιημένη) μουσουλμανική μειονοτική
κοινωνία να μην μπορέσει να εκλέξει δικό της περιφερειάρχη στην Θράκη;
Δεν έχει όμως καμία σημασία το αποτέλεσμα. Σημασία έχει η
καταγραφή του ποσοστού των επιθυμούντων την ανεξαρτητοποίηση, οι οποίοι
τεχνηέντως θα αυξάνονται διαρκώς και θα προβάλουν την καταπίεση τους
από την Ελληνική πολιτεία. Ενός μάλιστα ποσοστού που όπως είπαμε ενώ
πανελλαδικά θα φαίνεται μικρό, Καλλικρατικά όμως θα είναι ισχυρό.
Τα ποσοστά αυτά θα αυξάνονται και από τις αντιδράσεις κάποιων
θερμοκέφαλων Ελλήνων, που καταπιεσμένοι από την αδικία του
Αθηνοκεντρισμού, θα πιστέψουν στην ανάγκη αυτονόμησης της περιοχής τους.
Σε αυτό το αποτέλεσμα θα οδηγήσουν αδικίες σε όλο το φάσμα της
κοινωνικής ζωής αλλά κυρίως στον αθλητισμό όπου μπορεί να καλλιεργηθεί
συμπεριφορά όχλου. Έτσι λοιπόν η άδικη σφυρίχτρα στα παιχνίδια του
Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού δεν είναι απλά άδικη αλλά και αντεθνική
αφού ενισχύει αυτό το συναίσθημα της καταπίεσης.
Εξάλλου πάντα θα βρίσκονται «καλοθελητές» που διασπείρουν το διχασμό, καλοθελητές
είτε αριστεροί είτε δεξιοί.
Μπορεί επομένως η ομοσπονδοποίηση της Ελλάδας να είναι ένα ωραίο όνειρο για κάποιους αλλά στην ουσία είναι ο δούρειος ίππος του διαμελισμού της πατρίδας αφού δεν συμβαίνει μόνη της αλλά ακολουθεί μια σειρά από γεγονότα που νομοτελειακά ενισχύουν τα αποσχιστικά ρεύματα.
Φυσικά οι ενέργειες ενίσχυσης αυτών των ρευμάτων δεν έχουν ολοκληρωθεί
από την μεριά της κυβέρνησης. Ενισχύει διαρκώς τη δημιουργία πολυεθνικού
μωσαϊκού στην Ελλάδα με κινήσεις προς χώρες του πρώην ανατολικού
μπλοκ.
Σε όλους αυτούς τους κινδύνους η κυβέρνηση απαντά με ένα συγκεντρωτισμό στην άσκηση της εξουσίας που κορυφώνεται με την ανάληψη του ρόλου του Υπουργού Εξωτερικών από τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Γιατί; Τι φοβάται ο κος Παπανδρέου και δεν δίνει το υπουργείο σε κάποιον συνεργάτη του;
Όταν βέβαια το σχέδιο ολοκληρωθεί, το παγκόσμιο σύστημα ξαφνικά
θα ενισχύσει τις ακροδεξιές οργανώσεις και κόμματα ώστε να ενισχύονται
οι προστριβές των πληθυσμών και άρα και τα αποσχιστικά ρεύματα.
Όλοι στο παιχνίδι και ο Ελληνικός λαός στην άγνοια.
'Ενας λαός απρόβλεπτος
'Ενας λαός απρόβλεπτος, που λατρεύει τον πρωινό ύπνο και το αραλίκι, αλλά έρχεται δεύτερος σ' εργατικότητα στον κόσμο μετά τα τζαπόνια (δες τι μαθαίνεις μαζί μου)!!!
'Ενα έθνος καταχρεωμένο, με καταθέσεις όμως στην Ελβετία (sic). 'Ενας λαός... που πεινάει (θεωρητικά), αλλά το καλοκαίρι μένει στο πολυτελές ξενοδοχείο, στη διπλανή σουίτα με τον Άγγλο που έκανε οικονομίες όλο τον χρόνο για να 'ρθει διακοπές εδώ, που είναι καλά και φτηνά. Και του πηδάμε και την γκόμενα και τον σπάμε και στο ξύλο, άμα ζητήσει τα ρέστα του και τον στήνουμε και στο αεροδρόμιο μερικές μέρες, για να εμπεδώσει τη δύναμη του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, που διεκδικεί περισσότερα λεφτά και λιγότερη δουλειά.
Η Ευρώπη θέλει να βάλει την Ελλάδα στο ένα της παπούτσι, αλλά το πιο πιθανό είναι να καταλήξει η ίδια να περπατάει ξυπόλητη. Ποιος άλλος λαός έβγαλε ποτέ άσμα, με ενδεικτικούς για την ψυχολογία της βαριεστημάρας στίχους: "Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι"; (μπορώ ?). Που αν το πεις αυτό σε Γερμανό θα πέσει κάτω λιπόθυμος και θα κάνεις ένα μικρό Παγκόσμιο για να τον συνεφέρεις. Τη ρεμαλοσύνη μην την κλαις. Αλλά, ναι, να τη φοβάσαι, γιατί δεν ξέρεις ποτέ τι θα σου ξημερώσει.
Τα ρεμάλια είναι παντοτινά κι εμείς χρόνια τώρα επιβιώνουμε ως έθνος χάρη στην τσαχπινιά και τη ρεμαλιά μας (σκίσε τη γάτα !). Ο 'Ελληνας έχει την ψυχολογία του αμετανόητου ρεμαλιού γραμμένη στο DNA του (επιστροφές δεν γίνονται δεκτές). Εγωιστές, καλοπερασάκηδες, ζαμανφουτίστες, τεμπέληδες (έχουμε και τις αρετές μας), άστατοι, απρόβλεπτοι (προσέχεις για να έχεις), τσαμπουκάδες, αιώνια ανώριμοι (όχι, δεν το μετράω για ελάττωμα). Και παρόλα αυτά γοητευτικοί (έναν καθρέφτη !). Mια χώρα φτωχή, που τα παίρνει από τους πλούσιους συγγενείς της, για να πληρώσει τα βερεσέδια στον μπακάλη και καταλήγει να τρώει στα μπουζούκια τους λογαριασμούς Δ.E.H.,O.T.E. και EYΔAΠ, για τα μάτια τής απέναντι ξανθιάς (τις μελαχρινές, ως γνωστόν, τις παντρεύονται, οπότε περιμένουν στο σπίτι με τα μωρά)...
Εμείς είμαστε Βαλκάνιοι κι αν κάτι θα 'χαμε να υποστηρίξουμε ως μοντέλο, θα'ταν αυτό που 'ναι γραμμένο στο DNA μας. Γι' αυτό ακριβώς εκνευρίζομαι με τους απέξω -και με τους μέσα μερικές φορές- όταν δεν δείχνουν το σέβας που έχουν υποχρέωση να εκφράζουν. Γονυπετείς, δηλαδή, και με ταπεινότητα. Και δεν είναι ότι δεν μας γουστάρουν ή ότι δεν τους λέει η χώρα μας. Είναι το αιώνιο κόμπλεξ που θα νιώθουν πάντα οι χθεσινοί γι' αυτούς που τους φωτίσανε. 'Ετσι η Kατρίν -δημοσιογράφος εκ Παρισίων, πρώην γκόμενα του κολλητού μου, διαμένουσα εν Eλλάδι- πίνοντας τη φραπεδιά της κάτω από μουριά στην Πλάκα, ακουμπώντας τα ποδαράκια της σε δυο καρέκλες και τα χεράκια της σε άλλες δυο, έβριζε με τα σπαστά ελληνικά της την Eλλάδα και τους 'Ελληνες. Τα καμάκια, τους σερβιτόρους, τους ταξιτζήδες, τον Παπανδρέου -γιατί τραβιότανε (από τότε) με τη Mιμή- τις συνήθειές μας, εμένα, τον γκόμενό της, και έχουν περάσει από τότε 10 χρόνια και ακόμη ζει και δουλεύει στην Aθήνα. Στη χώρα της δεν θα τόλμαγε να απλώσει την ποδάρα στην καρέκλα και τον καφέ της δεν θα τσακιζόντουσαν να της τον κεράσουν. Στη χώρα της ο Γάλλος είναι Γάλλος κι ο Ξένος είναι Ξένος!
'Οταν οι Ευρωπαίοι κοιμούνται κι ονειρεύονται τις καλοκαιρινές τους διακοπές στην Ελλάδα, εμείς αναστενάζουμε πάνω σε τραπέζια, έχουμε κυκλοφοριακό στις 4 το ξημέρωμα στην παραλιακή, παρκάρουμε μες στη μέση στην Ομόνοια για να πάρουμε εφημερίδες, πλακωνόμαστε στα φιλιά κι αν τύχει -όχι σπάνια- πλακωνόμαστε και στις σφαλιάρες μεταξύ μας. 'Ολοι μας θέλουμε να 'μαστε πρωθυπουργοί, γιατί εκτός απ' τη δόξα θα βάζαμε και τάξη σ' αυτόν τον τόπο κι όλοι μας έχουμε άποψη για όλα. Πουθενά στον κόσμο δεν βγαίνουν στους δρόμους οι γαύροι για να πανηγυρίσουν που έχασε ο ΠΑΟ απ' τον Aγιαξ, και δυο γειτονιές παραπέρα να πανηγυρίζουν οι Παναθηναϊκοί που έχασαν μεν, αλλά έφτασαν πολύ κοντά στη νίκη δε. Εκτός όλων αυτών των αρετών, πίνουμε, καπνίζουμε -τα φουγάρα της Ευρώπης- βρίζουμε και ζούμε και παραπάνω απ' όλους τους Eυρωπαίους. Θεοί; Θεοί.
'Οποια πέτρα κι αν σηκώσεις σ' όλο τον κόσμο, βρίσκεις από κάτω Ελληνάρα, ο οποίος διαπρέπει κιόλας σ'αυτή τη χώρα που ξέπεσε. Δεν ξέρω αν φταίει το κύτταρό μας, αλλά αυτόν ακριβώς που διαπρέπει τον φθονούμε, σπανίως τον στηρίζουμε -εκτός κι αν έχει γίνει μακαρίτης- και συνήθως πριν διαπρέψει έξω, εδώ τον έχουμε πετροβολήσει. Στα μεγαλύτερα ινστιτούτα ερευνών, στα πανεπιστήμια, στα καζίνα, ακόμα και στις φυλακές, οι καλύτερες μούρες που κάνουν καριέρα είναι ελληνικές.
Γι' αυτό γουστάρω που 'μαι 'Ελληνας και Βαλκάνιος, που λιάζομαι στο Aιγαίο, που κλαίω με τον Πύρρο Δήμα, που γελάω με τον Χατζηχρήστο στον Ηλία Tου 16ου (fake μπάτσος που από τσιλιαδόρος γίνεται εξουσία), με την καφετζού Βασιλειάδου. Γουστάρω τις ΔΕΛΤΑ στις γειτονιές -που εκτός από τοματάκι ΚΥΚΝΟΣ, ρίχνεις και μια πολιτική ανάλυση. Γουστάρω τα θερινά τα σινεμά, γουστάρω που έχουμε τα χιλιάδες μπαρ, κλαμπ, ταβέρνες, σουβλατζίδικα (συνήθως τα λένε Τ' ΑΓΡΑΦΑ), γουστάρω που 'χουμε ταξιτζήδες με πτυχίο αρχιτέκτονα, που ακόμα κουτσομπολεύουμε, που έχουμε τέλεια φέτα. Γουστάρω ούζα στο Πλωμάρι στη Μυτιλήνη, ρακιά και Ψαραντώνη στα Ανώγεια, τις πίπιζες στο πανηγύρι του Α'η Συμιού στο Μεσολόγγι και γουστάρω που στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Χρυσό κριάρια και στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παλικάρια. Γουστάρω τον φαντάρο στην Ευδοκία, που χορεύει ζεϊμπέκικο, γουστάρω τον ψαρά στ' ανοιχτά της Kαλύμνου, γουστάρω που είμαι απ' την ίδια χώρα με τον Ελύτη, που πάνε κι έρχονται τα κεράσματα στο σύστριγκλο που γίνεται τις νύχτες, γουστάρω τον Καζαντζίδη και τον Δαμιανό, γουστάρω που ψηφίζω συνήθως λάθος και που 'μαι στη μέση ανάμεσα σ' Ανατολή και Δύση και στη γυναίκα μου και τη μαμά μου.
Γενικά, γουστάρω πολύ που είμαι 'Ελληνας και Βαλκάνιος. Κι όποιος δεν
καταλαβαίνει δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει !!!
Η Προσευχή του Διάκου την παραμονή της μάχης της Αλαμάνας
Ήτανε νύχτα. Τα βουνά, οι λαγκαδιές,
τα δένδρα,οι βρύσες, τ' αγριολούλουδα, ο ουρανός, τ' αγέρι,στέκουν
βουβά ν' ακούσουνε την προσευχή του Διάκου.
« Όταν η μαύρ' η μάνα μου, εμπρός σε μιαν εικόνα,Πλάστη μου, μ' εγονάτιζε με σταυρωτά τα χέριακαί μώλεγε να δεηθώ για κειούς, που το
χειμώνα σα λύκοι ετρέχαν στα βουνά με χιόνια, μ' αγριοκαίρια, για να μη
ζούνε στο ζυγό, ένιωθα τη φωνή μου να ξεψυχάη στα χείλη μου, εσπάραζε η
καρδιά μου, μου ετρέμανε τα γόνατα, σα νά 'θελε η ψυχή μου να φύγη με τη
δέηση από τα σωθικά μου.
Ύστερα μούλεγε κρυφά να Σου ζητώ τη χάρη και να μ'αξιώσης μια φορά ένα σπαθί
να ζώσω και να μην έρθη ο θάνατος να μ'εύρη να με πάρη, πρίν πολεμήσω
ελεύθερος, για Σέ πριν το ματώσω.Πατέρα παντοδύναμε, άκουσες την ευχή μου• μου φύτεψες μέσ' στην καρδιά αγάπη, πίστη, ελπίδα, έδωκες μια αχτίδα Σου αθέρα στο σπαθί
μου και μού'πες: Τώρα πέθανε για Με, για την Πατρίδα.
Έτοιμος είμαι, Πλάστη μου!
Λίγες στιγμές ακόμα και σβηώνται τ' άστρα Σου για με. Για με θα σκοτειδιάση τ' όμορφο γλυκοχάραμα.Θα μου κλειστή το στόμα, που εκελαηδούσε στα βουνά, στη ρεματιά, στη βρύση• θα μαραθούν τα πεύκα μου. Αραχνιασμέν' η λύρα, που μου ήταν
αδερφοποιητή κι όπου μ' εμέ στη φτέρη αγκαλιασμένη επλάγιαζε, τώρα θα
μείνη στείρα καί στ' άψυχο κουφάρι της θα να βογγάη τ' αγέρι.Όλα τ' αφήνω με χαρά, χωρίς ν' αναστενάξω.
Και τό'χω περηφάνεια μου, που εδιάλεξες εμένα αυτήν την έρμη την ποριά με το κορμί να φράξω.
Ευχαριστώ Σε, Πλάστη μου!Δε θα χαθούν σπαρμένα και δε θα μείνουν άκαρπα τ' άχαρα κόκκαλά μου.
Ευλόγησέ τηνε τη γη, οπού θα μ' αγκαλιάση και στοίχειωσε κάθε σπειρί από τα χώματα μου, να γένη αδιάβατο βουνό το μνήμα του Θανάση.
Θέ μου! ξημέρωσέ τηνε την αυριανή τη
μέρα! Θα μας θυμάτ' η Αρβανιτιά και θα την τρώ' η ζήλεια. Θα χλιμιντράνε
τ' άλογα, θα καίνε τον αγέρα με τ' άγρια τα χνώτα τους γκέκικα
καριοφίλια, θα γίνουν πάλι τα Θερμιά λαίμαργη καταβόθρα.Χιλιάδες ήρθαν θερισταί και Χάρος οργοτόμος, μουγκρίζουν, φοβερίζουνε, πως δε θα μείνη λώθρα σ' αυτήν τη
δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος.
Κι εμείς θα πάμε με χαρά σ' αυτόν τον καταρράχτη. Επάνωθέ μας θά'σαι Σύ, και τα πατήματα μας θα νά'χουνε για στήριγμα τη φοβερή τη στάχτη, πώμεινε σπίθ'ακοίμητη βαθιά στα σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Για ν' ακουστή στη Δύση, πως δεν απονεκρώθηκε και πως θ' ανθοβολήση τώρα με τα Μαγιάπριλα ή δουλωμένη χώρα.Ευλογημέν' η ώρα!»Έσκυψ' ο Διάκος ως τη γη, έσφιξε με τα χείλη κι εφίλησε γλυκά γλυκά το πατρικό του χώμα.
Έβραζε μέσα του η καρδιά και στα ματόκλαδά του καθάριο, φωτοστόλουστο, ξεφύτρωσ' ένα δάκρυ...
Χαρά στο χόρτο πώλαχε να πιη σε τέτοια βρύση.Πλαγιάζει ο λεονταρόψυχος! Τα νιάτα, η θωριά του, τ' αστέρια βλέπουν με χαρά και κάπου κάπου αφήνουν κρυφά το θόλο τ' ουρανού για να διαβούν σιμά του.
Μοσχοβολάει τριγύρω του και τον σφιχταγκαλιάζει στον κόρφο της η άνοιξη, σα νά'τανε παιδί της• Χαρούμενα τα λούλουδα φιλούν το μέτωπο του.χάνει με μιας την ασχημιά και την ταπεινοσύνη ο έρμος ο αζώηρος, η ποταπή η λαψάνα, γλυκαίνει το χαμαίδρυο, στου χαμαιλειού τη ρίζα αποκοιμιέται ο θάνατος και το περιπλοκάδι, που πάντα κρύβεται δειλό και τ' άπλερο κορμί του αλλού στυλώνει το φτωχό, δυναμωμένο τώρα
τρελλό, περηφανεύεται και θέλει να κλαρώση στ'ανδρειωμένο μέτωπο για ν'
ακουστή πως ήταν στη φοβερή παραμονή μια τρίχ' απ' τα μαλλιά του.
Πλαγιάζει ο λιονταρόψυχος!Του ύπνου του οι ώραις όσο κι'αν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θα γένουν ν'αποστομώσουν το θολό, τ' αγριωμένο κύμα του χρόνου που μας έπνιξε.Μ' εκείνην την ρανίδαπώσταξ' από τα μάτια του θα ξεπλυθή η μαυράδα, που ελέρωνε της μοίρας μας το νεκρικό δεφτέρι.
Ο Διάκος στο κρεββάτι του, ζωσμένος τη φλοκάτη, σαν αητός μες στη φωλιά, ολάκερο ένα
γένος έκλωθ' εκείνην την βραδιά. Όταν προβάλ'η μέρα, θα νάβγουν τ' αητόπουλα με τροχισμένα νύχια, με θεριεμμένα τα φτερά, ν'αρχίσουν το κυνήγι...
Πλάστη μεγαλοδύναμε! Αξίωσέ μας όλους, πριν μας σκεπάση η μαύρη γη, στα δουλωμένα πλάγια να κοιμηθούμε μια νυχτιά τον ύπνο του Θανάση!
Το δικαίωμα στη διαφορά
Μόλις πρωτοανοίξαμε τα μάτια μας ως ξαναγεννημένο
ελληνικό κράτος, μας δείξανε το είδωλο της Δύσης. Εκεί ήταν οι κυρίαρχοι
του σύγχρονου κόσμου και, αν θέλαμε να προοδεύσουμε, στα δυτικά κράτη
έπρεπε να προσκολληθούμε και σ' αυτά να μοιάσουμε.Η Δύση έγινε ο
μόνος προορισμός μας.Έκτοτε, από το 1830 μέχρι σήμερα, οι ξένοι
και οι ντόπιοι παιδονόμοι μάς επιτηρούν σχολαστικά. Και, κάθε φορά που
προσπαθούμε να ξεφύγουμε και να κάνουμε το δικό μας, μας μαλώνουν δεν
αρκεί να "ανήκομεν στη Δύση", πρέπει να αντιγράψουμε τους Δυτικούς σε
όλα τα σουσούμια τους.Ιδίως τελευταία, με τη φούσκα της
παγκοσμιοποίησης, κάποιοι ντόπιοι κράχτες του ολοσχερούς εκδυτικισμού
κατάντησαν υστερικοί.Πολιτικοί ταγοί και δημοσιολογούντες
συγχύζονται υπέρμετρα με κάθε γηγενές έθος που επιβιώνει ακόμη. Αν στον
Λαγκαδά αμολάγαμε ταύρους στους δρόμους όπως στην Παμπλόνα, θα ήταν
περισσότερο ανεκτό από τα Αναστενάρια. Αν φοράγαμε σκοτσέζικο κιλτ σαν
τον Σον Κόνερι στις επίσημες στιγμές, θα ήταν πιο αποδεκτό από τη
φουστανέλα.Κι αν γίνει καμιά στραβή --ζωντανή χώρα είμαστε--, οι
ετερόφωτοι ψαλιδόκωλοι μας επισείουν περιδεείς το φόβητρο των άλλων οι
γνωστοί σαχλαμαράκηδες ξεσπαθώνουν στα κανάλια: "πάλι γελάνε μαζί μας"
και "τι θα πουν οι ξένοι". Μας εθίζουν να τρέμουμε το CNN όπως παλιά την
κουτσομπόλα της γειτονιάς μη μας πιάσει στο στόμα της.Είναι
φανερό πως οι άνθρωποι πάσχουν.Η πολιτισμική διαφορά και η
εθνική ιδιαιτερότητα εκλαμβάνονται από το συρρικνωμένο Εγώ τους σαν
μειονέκτημα. Όπως ο σπουδαγμένος σκερβελές που ντρέπεται για το τσεμπέρι
της μάνας που τον σπούδασε.Μάλλον δεν έχουν επίγνωση πού φύτρωσαν.Εδώ
είναι Ελλάδα.Είμαστε στη Βαλκανική Χερσόνησο, αλλά δεν είμαστε
Σλάβοι συνορεύουμε με την Ανατολή, αλλά δεν είμαστε μουσουλμάνοι
ανήκουμε στην Ευρώπη, αλλά δεν είμαστε Δυτικοί.Τι είμαστε;
Έλληνες.Αυτό κάποιοι συμπλεγματικοί δεν μπορούν να το αντέξουν.Αδυνατούν
να επωμιστούν την ιδιαιτερότητά μας. Με την πρώτη επίκριση γονατίζουν.
Καμία αυτοπεποίθηση καμία υπερηφάνεια γι' αυτή τη μοναδικότητα που μας
χαρίστηκε. Η συγγένεια και η ομοιότητα παρέχουν ασφάλεια, ενώ εμείς
βιώνουμε την ευλογία και την κατάρα που ορίζουν το μοναχοπαίδι. Το οποίο
δεν είναι a priori ούτε καλύτερο ούτε χειρότερο από τα άλλα παιδιά
είναι απλώς μοναχοπαίδι, με τις δικές του κληρονομιές και τα δικά του
γνωρίσματα.Τα επιπόλαια ρεπορτάζ του τύπου "πώς μας βλέπουν οι
ξένοι", που εμφανίζονται κάθε τόσο στα έντυπα, θέτουν κυρίως
οικονομοτεχνικά κριτήρια, και γι' αυτό τα συμπεράσματα μας αδικούν.Δεν
είμαστε δυνατοί σε αυτά. Αλλού είναι οι επιδόσεις μας.Σε όσα
μας μαθαίνουν λίγο λίγο να περιφρονούμε. Στην Ελλάδα δεν ισχύει το
βάρβαρο δυτικό αξίωμα "δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα" (Θάτσερ).
Δίνουμε ακόμη προτεραιότητα στις ανθρώπινες σχέσεις. Τον οικογενειακό
κύκλο, την παρέα, τη φιλία, το ήθος και τον άλλον, την αλέγρα όψη της
ζωής, την κοινωνική κρίση για τον βίο μας.Η οικογένεια, ο
αρχαιότερος θεσμός του ανθρώπινου είδους, που ίχνη του ανακαλύπτονται
πριν 130.000 χρόνια, στην Ελλάδα διαπνέεται ακόμη από αγάπη, σύμπνοια
και αλληλεγγύη. Δεν φτάσαμε στη δυτική εξαχρείωση των γονιών που
δανείζουν τα παιδιά τους, για να σπουδάσουν, και απαιτούν την πρώτη δόση
εξόφλησης από τον πρώτο τους κιόλα μισθό.Οι διάφοροι
ανησυχούντες για την προς τα έξω εικόνα μας είναι κατά κανόνα
ξενοσπουδαγμένα ανθρωπάρια που περιφρονούν τον τόπο τους.Είναι
αυτοί που τοποθετούν τη χώρα στο τρίτο υπόγειο του δυτικού μεγάρου που
βρεθήκαμε. Στους πάνω ορόφους και στα ρετιρέ οι άλλοι μπορούν να
μπεκρουλιάζουν, να χυδαιολογούν, να βάζουν τη μουσική στη διαπασών, να
φέρνουν πόρνες, να σοδομίζονται, να πυροβολούνται, κι εμείς στο υπόγειο
"μούγγα στη στρούγκα" και να πατάμε στα νύχια μην ακουστούμε.Δεν
πρέπει να δίνουμε δικαίωμα.Σαν τον φτωχό μαθητή στο ακριβό
σχολείο, που οφείλει υπέρμετρη σεμνότητα και μαθησιακή αφοσίωση για να
δικαιολογείται η παρουσία του ανάμεσα στους προνομιούχους.Τίποτα
δεν κάνουμε καλά αν δεν υπάρχει το δυτικό του αντίστοιχο. Σε καθετί
γνησίως ελληνικό καραδοκεί ο κίνδυνος να γίνουμε περίγελως των ξένων. Ο
καθρέφτης της ζωής μας έχουν γίνει οι Δυτικοί με τη δική τους εικόνα
διαρκώς αναμετριόμαστε.Και, προκειμένου να μας "συμμορφώσουν",
χρησιμοποιούν κάθε λογής τεχνάσματα και ανοητολογίες. Πότε καταγγέλλουν
σαν "τούρκικες" τις πολιτιστικές κληρονομιές μας από την εποχή του
Ομήρου και πότε μας υποβιβάζουν σε ημιάγριο βαλκανικό κρατίδιο που
χρήζει εξευρωπαϊσμού.Για να τελειώνουμε με αυτά τα φληναφήματα:Η
μόνη προσφορά των απέναντι σεβνταλήδων στον πολιτισμένο κόσμο είναι οι
τουλίπες, τις οποίες καλλιέργησαν και προστάτευσαν επειδή άρεσαν στις
γυναίκες των χαρεμιών. Τίποτα άλλο. Ούτε η κουζίνα τους ούτε η μουσική
τους ούτε οι χοροί τους έχουν καμία τούρκικη πρωτογένεια είναι δάνεια
από τις χώρες που περιελάμβανε η Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα
καρπούνται τώρα οι κακορίζικοι γείτονες.Και είμαστε Μεσόγειοι, όχι
Βαλκάνιοι.Η οροσειρά του Αίμου, που ορίζει την περιοχή των
Βαλκανίων, από την ελληνική επικράτεια και μετά μπαίνει βαθιά στην
ανατολική λεκάνη της Μεσογείου στον ιστορικό χώρο που δημιουργήθηκαν οι
μεγάλοι πολιτισμοί της οικουμένης. Αυτή είναι "η μόνη γνήσια μας
ταυτότητα, η καθαρώς μεσογειακή". (Χατζιδάκις)Στον σύγχρονο
κόσμο θα είμαστε αυτό που μπορούμε και θέλουμε να είμαστε.Μια
μικρή μεσογειακή χώρα εκπάγλου φυσικής καλλονής, με ιδανικές
κλιματολογικές συνθήκες, βαρύ όνομα και βαριά κληρονομιά. Με τη δική μας
σφραγίδα στην τέχνη, στα ήθη και στον τρόπο ζωής, που δεν έπαψαν να
εξελίσσονται και να αναπλάθονται ακόμη και τον μεγάλο χειμώνα της
τουρκοκρατίας.Έχουμε μνήμη, ιστορία και συνέχεια.Σε αυτόν
τον τόπο επί 2.500 χρόνια δεν σταμάτησε να γράφεται αυθύπαρκτη ποίηση,
να δημιουργούνται αριστουργήματα πρωτότυπης ζωγραφικής, αρχιτεκτονικής,
τραγουδιού και ανανεούμενων προσωπικών και κοινοτικών δεσμών βαθύτατης
ανθρώπινης συνάφειας που πόρρω απέχουν από την ωφελιμιστική δυτική
σκέψη.Ευτυχώς, οι Έλληνες "αεί παίδες εισίν".Άναρχοι και
ατίθασοι, έχουν τις παμπάλαιες νόρμες τους περί πολιτικώς ή κοινωνικώς
"ορθού", και οι διάφοροι ξενόφερτοι κανόνες είναι για να παραβιάζονται.
Μπορεί να συμβιβαζόμαστε επιφανειακά, να ακολουθούμε μόδες και
ντιρεκτίβες αλλότριες, αλλά οι πρόγονοί μας δεν έσβησαν μέσα μας "ζούνε
και μετά τον θάνατό τους". (Ασδραχάς)Έχουμε δικαίωμα στη
διαφορά.Και ουδείς τεχνοκράτης δικαιούται να υποτιμά έναν λαό
που δημιούργησε τον κορυφαίο σύγχρονο λαϊκό πολιτισμό αγάπης και
ανθρώπινης συναλληλίας.Άλλα είναι αυτά που μας γελοιοποιούν στα
μάτια κάθε λογικού όντος και για τα οποία θα έπρεπε να ντρεπόμαστε.Η
συστηματική καταστροφή του τόπου μας, η υποβάθμιση του λαϊκού μας
πολιτισμού, η τουριστική εκπόρνευση, τα mousakas, souvlaki, rent a car,
οι νησιώτισσες γιαγιάδες που φωνάζουν rooms-rooms στα λιμάνια, οι
συντάξεις του ΙΚΑ, τα ράντζα των νοσοκομείων, ο εφιάλτης του Κηφισού, η
τσιμεντοποίηση του Μαραθώνα, η ανοχή στη διαφθορά των διοικούντων.Κάθε
μέρα δρούμε βάναυσα εναντίον της ύπαρξής μας. Το πώς υπάρχουμε ακόμη ως
χώρα είναι ανεξήγητο σαν θαύμα.Σε μία και μόνη περίπτωση
δικαιούται να γελάει ο πασαένας μαζί μας. Δυτικός, Ανατολίτης, Αφρικανός
ή Εσκιμώος. Όταν τον κοιτάμε στα μάτια και προσπαθούμε να τον
μιμηθούμε.Σαν τον σκύλο τον αφέντη του.
Διονύσης Χαριτόπουλος
Άσάλευτο θεμέλιο
Σήμερα νομίζεται καλός σε όλα, όποιος
είναι αδιάφορος, όποιος δεν νοιάζεται για τίποτα, όποιος δεν νιώθει
καμιά ευθύνη. Αλλιώς τον λένε σωβινιστή, τοπικιστή, μισαλλόδοξο,
φανατικό. Όποιος αγαπά την χώρα μας, τα ήθη και έθιμα μας, την παράδοση
μας, την γλώσσα μας, θεωρείται οπισθοδρομικός. Οι αδιάφοροι παιρνούν για
φιλελεύθεροι άνθρωποι, για άνθρωποι που ζούνε με το πνεύμα της εποχής
μας, που έχουν για πιστεύω την καλοπέραση, το εύκολο κέρδος, τις
ευκολίες, τις αναπαύσεις, κι ας μην απομείνει τίποτα που να θυμίζει σε
ποιό μέρος βρισκόμαστε, από που κρατάμε, ποιοι ζήσανε πριν από μας στην
χώρα μας. Η ξενομανία μας έγινε τώρα σωστή ξενοδουλεία, σήμερα περνά για
αρετή, κι όποιος έχει τούτη την αρρώστεια πιο βαρειά παρμένη,
λογαριάζεται για σπουδαίος άνθρωπος. Η Ελλάδα έγινε ένα παζάρι
που πουλιούνται όλα, σε όποιον θέλει να το αγοράσει. Καταντήσαμε να μην
έχουμε απάνω μας τίποτα ελληνικό, από το σώμα μας ίσαμε το πνεύμα μας.
Το μασκάρεμα άρχισε πρώτα από το πνεύμα, και ύστερα έφθασε και στο σώμα.
Περισσότερο αντιστάθηκε σε αυτή την παραμόρφωση ο λαός και βαστάξε
καμπόσο, μα στο τέλος τον πήρε το ρεύμα και πάει και αυτός. Μάλιστα
είναι χειρότερος από τους γραμματισμένους. Τώρα μαϊμουδίζει τα φερσίματα
και τις κουβέντες που βλέπει στον κινηματογράφο, έγινε αφιλότιμος και
αδιάντροπος. Ενώ πρώτα ξεχώριζε από άλλες φυλές, γιατί ήταν σεμνός,
φιλότιμος, ντροπαλός, καλοδεκτικός, τώρα έγινε αγνώριστος. Τα όμορφα
χαρακτηριστικά του σβήνουνε μέρα με την μέρα. Και οι λιγοστοί που
διατηρούνε ακόμη λίγα σημάδια από την ομορφιά της ελληνικής ψυχής,
παρασέρνονται σε αυτή την παραμόρφωση από τους πολλούς, που είναι οι
έξυπνοι, οι συγχρονισμένοι, οι μοντέρνοι, αλλά που είναι στ' αληθινά οι
αναίσθητοι και οι αποκτηνωμένοι. Οι καλοί ντρέπονται γιατί είναι καλοί,
συμμαζεμένοι και με ανατροφή. Οι άλλοι τους λένε καθυστερημένους.
Συμπαθητικός άνθρωπος δύσκολα βρίσκεται πια σήμερα στον τόπο μας. Η μόδα
είναι να είναι κανείς αντιπαθητικός, κρύος, άνοστος και μάγκας. Μάλιστα
όπως όλα φραγκέψανε, φράγκεψε και ο μάγκας. Οι πιο αγράμματοι
ανακατώνουνε στην κουβέντα τους κάποια εγγλέζικα και εκεί που δεν
χρειάζονται. Όσο για τους γραμματισμένους, όλη η γραμματοσύνη τους είναι
να μιλάνε εγγλέζικα και σε λίγο καιρό δεν θα υπάρχει Έλληνας να μιλά
ελληνικά. Ας καταργηθεί λοιπόν η ελληνική γλώσσα ολότελα, να μην
κουράζονται τα παιδιά μας στην άσκοπη εκμάθευσή της. Κοιτάχτε τα παιδιά
μας. Παρατηρείστε τις φυσιογνωμίες τους, το βλέμμα τους, τις κουβέντες
τους, τα αστεία τους, τα παιχνίδια τους. Όλα μυρίζουνε ... Ελλάδα, να
μην αβασκαθούμε! Το μόνο που απόμεινε ελληνικό είναι το "ρε". Το
μασκάρεμα γίνεται γοργά και στο κορμί και στην ψυχή. Οι λιγοστοί που
αντιστέκονται ακόμη σε αυτόν τον κατακλυσμό, πως να μπορέσουνε να
βαστάξουνε; Γύρω τους βογγά η μεθυσμένη ανθρωποθάλασσα. Έρχεται
καινούργιος κόσμος! Το κολοσσαίο με τα ουρλιάσματα του σκεπάζει τις
ψαλμωδίες που λένε οι μάρτυρες, περιμένοντας τα θηρία να τους φάνε. Αλλά
αν θα λείψουν οι Έλληνες από το πρόσωπο της γης, μήπως θα απομείνουν τα
βουνά, οι ακροθαλασσιές, οι θάλασσες, τα νησιά και τα βράχια με τον
ελληνικό χαρακτήρα τους; Καθόλου! Τα περισσότερα τα έχουνε αγοράσει
άνθρωποι που ήρθανε από τον βόρειο Ωκεανό, απόγονοι των Βικίγκων. Εκείνα
τα κακόμοιρα νησιά τι συμφορά έχουνε πάθει! Η φτώχεια τους στάθηκε η
καταστροφή τους. Σήμερα τα ριμάξανε άλλοι κουρσάροι, πιο επικίνδυνοι που
σφάζουνε με το μπαμπάκι. Σκλαβώσανε τα νησιά με ευγενικό τρόπο, με το
χαμόγελο στα χείλη. Τα άσπρα σπιτάκια των νησιωτών, που ζούσανε σε αυτά
απλοϊκοί και συμμαζεμένοι άνθρωποι, θαρρείς πως γίνανε δημόσια.
Κυκλοφορούν χιλιάδες φωτογραφίες της Μυκόνου, της Πάρου, της Αίγινας,
της Ύδρας, και αντί να βλέπει κανείς στους στενούς δρόμους τους κάποιους
αραιούς νησιώτες ψαράδες, ψημένους στην θάλασσα και νησιώτισσες με τα
σεμνά τους ρούχα, βλέπει να γυρίζουν κάποια πλάσματα μισόγυμνα ή
ολόγυμνα, ξενόφερτα, αγκαλιασμένοι θεατρινίστικα και να κάνουνε κάποιες
άνοστες επιδείξεις "ταμπλώ βιβάν", σα να παίζουν στον κινηματογράφο. Και
ρωτάς, κουνώντας το κεφάλι σου: τι σχέση μπορεί να έχουν αυτά τα
δίποδα, με εκείνα τα σπίτια και με τα στενοσόκκακα των νησιών;
Ταιριάζουνε με αυτά, όσο ταιριάζουνε οι τουρίστες με τα σορτς με τον
Παρθενώνα που μπροστά του φωτογραφίζονται. Όμως εκεί στέκονται όσο να
φωτογραφηθούνε, και δεν έχουνε για σπίτι τους τον αρχαίο ναό, ενώ τούτοι
στα νησιά, κατοικούνε μέσα σε εκείνα τα αταίριαστα σπίτια. Όλα
υπηρετούνε τα γούστα αυτών των αφεντάδων. Μάλιστα τόσο πολύ αγαπούν
αυτοί την Ελλάδα, που είναι ενθουσιασμένοι πως δεν θα αφήσουνε τίποτα
ελληνικό όπου πατήσουνε. Καημένη Ελλάδα! Τι τέλος σε περίμενε! Μα
δεν έχεις μήτε κάποιον να σε κλάψει, γιατί την κηδεία σου τη
γιορτάζουνε σαν γάμο, με χαρές και με τραγούδια, που αυτά ευτυχώς δεν
είναι ελληνικά. Ακούστε την εξής ιστορία: η χταπόδα βοσκά στον πάτο της
θάλασσας, μαζί με το χταποδάκι. ’ξαφνα το καμακίζουνε. Το χταποδάκι
φωνάζει: με πιάσανε μάνα! Η μάνα του του λέγει: μην φοβάσαι παιδί μου!
Ξαναφωνάζει το μικρό: με βγάζουν από την θάλασσα! Πάλι λέγει η μάνα: μην
φοβάσαι παιδί μου. Και πάλι: με σγουρίζουνε μάνα! Μην φοβάσαι παιδί
μου! Με κόβουνε με το μαχαίρι! Μην φοβάσαι παιδί μου! Με βράζουνε μάνα!
Μην φοβάσαι παιδί μου! Με μασάνε μάνα! Μην φοβάσαι παιδί μου! Πίνουνε
κρασί μάνα! Τότε εκείνη αναστέναξε και φώναξε: Αχ, σε έχασα παιδί μου!
Γιατί το κρασί είναι ο αντίμαχος του χταποδιού, επειδή το λιώνει στο
στομάχι. Δηλαδή η μάνα δεν φοβήθηκε μήτε το μαχαίρι, μήτε την φωτιά,
μήτε τα δόντια, αλλά το κρασί, που είναι πιο ήρεμο και αθώο μπροστά στα
μαχαίρια και τα δόντια. Η Ελλάδα σαν το χταποδάκι πέρασε από φωτιές,
δόντια, μαχαίρια, αλλά πνεύμα ΔΕΝ παρέδινε. Ο Φράγκος δεν έρχεται με
μαχαίρια, πιστόλια και φωτιές. Ήρθε με χάδια και γλυκόλογα. Ήρθε με
δώρα, με λεφτά, να ανακουφίσει την φτώχεια μας, να διασκεδάσει μαζί μας,
να χορέψει μαζί μας, να μας ευκολύνει την ζωή με τα μηχανήματά του.
Όπως το χταποδάκι έλιωσε στο κρασί, έτσι και η Ελλάδα κοντεύει να χαθεί
από το γλυκό κρασί που την μέθυσε και δεν ξέρει τι κάνει και ξεγυμνώθηκε
και στρήνιασε και εκ του στρήνους αυτής επλούτισεν.
Φώτης Κόντογλου
Μια παράφραση του IF
Aπο τον Κ.Βάρναλη
ΤΟ "ΑΝ" ΤΟΥ
ΚΙΠΛΙΝΓΚ
ΑΝ ΗΜΠΟΡΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΛΑΒΗ ΝΑ
ΚΑΝΕΙΣ, ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΛΛΟΙ
ΣΟΥ ΚΑΝΟΥΝΕ ΤΟ ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΛΟΙ ΣΕ ΛΕΝΕ ΦΤΑΙΧΤΗ.
ΑΝ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ ΚΙ ΑΛΛΟΙ ΔΕ ΣΕ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ
ΑΝ ΣΧΩΡΝΑΣ ΟΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ, ΤΙΠΟΤΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ.
ΚΙ ΑΝ ΤΟ ΚΑΚΟ, ΠΟΥ ΠΑΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ, ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΑΒΑΛΛΕΙΣ
ΚΙ ΑΝ Σ'ΟΣΑ ΨΕΜΑΤΑ ΣΟΥ ΛΕΝ ΜΕ ΠΙΟΤΕΡ'ΑΠΑΝΤΑΙΝΕΙΣ
ΚΙ ΑΝ ΝΑ ΜΙΣΕΙΣ ΕΥΦΡΑΙΝΕΣΑΙ ΚΙ ΟΣΟΥΣ ΔΕ ΣΕ ΜΙΣΟΥΝΕ
ΚΙ ΑΝ ΠΑΝΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΥΞΕΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΛΟΝΕ ΚΑΝΕΙΣ.
ΑΝ ΠΕΡΠΑΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ
ΚΙ ΟΝΕΙΡΑΤΑ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙΣ
ΚΙ ΑΝ ΝΑ ΣΤΟΧΑΖΕΣΑΙ ΜΠΟΡΕΙΣ ΜΟΝΑΧΑ ΤΟ ΙΝΤΕΡΕΣΟ
ΤΟ ΝΙΚΗΜΕΝΟ ΑΝ ΠΑΡΑΤΑΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΔΙΠΛΑΡΩΝΕΙΣ
ΤΟ ΝΙΚΗΤΗ, ΜΑ ΚΑΙ ΟΤΥΣ ΔΥΟ ΞΕΤΣΙΠΩΤΑ ΠΡΟΔΙΝΕΙΣ
ΑΝ ΟΤΙ ΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΟΤΙ ΛΕΣ, ΤΟ ΞΑΝΑΛΕΝ ΚΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ
ΓΙ'ΑΛΗΘΙΝΟ-ΝΑ ΠΑΓΙΔΕΥΣΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΥΤΟ ΚΟΣΜΑΚΗ
ΑΝ ΛΟΓΙΑ ΚΙ ΕΡΓΑ ΣΟΥ ΚΑΠΝΟΝ Ο ΔΥΝΑΤΟΣ ΑΕΡΑΣ
ΤΑ ΔΙΑΒΟΛΟΣΚΟΡΠΙΑ ΚΙ ΕΣΥ ΞΑΝΑΜΟΛΑΣ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΝ
ΑΝ ΟΣΑ ΚΕΡΔΙΣΕΣ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ
ΤΑ ΠΛΗΘΑΙΝΕΙΣ ΠΑΝΤΑ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΣΟΥ ΚΟΡΩΝΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΝΑ ΠΑΙΖΕΙΣ
ΚΙ ΑΝ ΝΑ ΠΛΕΡΩΝΕΙΣ ΤΗΝ ΠΕΝΤΑΡΑ, ΠΟΥ ΧΡΩΣΤΑΣ, ΑΡΝΙΕΣΑΙ
ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΕΣΑΙ ΣΩΣΤΟ ΚΑΙ ΔΙΚΙΟ ΤΟ'ΧΕΙΣ
ΑΝ Η ΚΑΡΔΙΑ, ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΣΟΥ ΚΙ Ο ΝΟΥΣ ΣΟΥ ΕΝ ΑΜΑΡΤΙΑΙΣ
ΓΕΡΑΣΑΝΕ ΚΙ ΟΜΩΣ ΕΣΥ ΤΑ ΣΤΥΒΕΙΣ Ν'ΑΠΟΔΙΔΟΥΝ
ΑΝ ΣΤΕΚΕΙΣ ΠΑΝΤΑ ΔΙΒΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΣΟΥ ΣΚΥΜΜΕΝΟΣ
ΚΙ ΟΤΑΝ ΦΩΝΑΖΟΥΝ ΟΙ ΑΛΛΟΙ "ΕΜΠΡΟΣ!" ΕΣΥ ΦΩΝΑΖΕΙΣ "ΠΙΣΩ!"
ΑΝ ΣΤΗΝ ΠΛΕΜΠΑΓΙΑ ΝΑ
ΜΙΛΑΕΙ ΑΡΝΙΕΤΑΙ Η ΑΡΕΤΗ ΣΟΥ
ΚΙ ΟΤΑΝ ΖΥΓΩΝΕΙΣ ΔΥΝΑΤΟΥΣ, ΣΤΑ ΔΥΟ ΛΥΓΑΣ ΣΤΗ ΜΕΣΗ
ΚΙ ΑΝ ΜΗΤΕ ΦΙΛΟΥΣ ΜΗΤ'ΕΧΘΡΟΥΣ ΠΟΤΕ ΣΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΖΕΙΣ
ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΩΣ ΤΟΥΣ ΑΓΑΠΑΣ, ΑΛΛΑ ΠΟΤΕ ΚΑΝΕΝΑΝ
ΑΝ ΔΕΝ ΑΦΗΝΕΙΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΚΑΠΟΥ ΝΑ ΚΑΚΟΒΑΝΕΙΣ
ΚΑΙ ΜΟΝΟ, ΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟ ΚΑΚΟ, Η ΨΥΧΗ ΣΟΥ ΓΑΛΗΝΕΥΕΙ,
ΔΙΚΙΑ ΣΟΥ ΘΑ ΝΑΙ ΤΟΥΤ'Η ΓΗΣ Μ'ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΛΛΗ ΠΟΥ'ΧΕΙ
ΚΙ ΕΞΟΧΟΣ ΘΑ'ΣΑΙ ΚΥΡΙΟΣ, ΑΛΛ'ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕ ΘΑ'ΣΑΙ
Η γάτα του παπά
«Χαρά που το’χουν τα βουνά
που βλέπουν διάκους με σπαθιά
παπάδες με ντουφέκια»
«Η Ορθοδοξία, όπως παρουσιάζεται στα μάτια του ελληνικού λαού, είναι
θρησκεία εθνική, συνυφασμένη αξεδιάλυτα με τα ήθη και τον ομαδικό του
χαρακτήρα, με το κλίμα και με το άρωμα του τόπου, με τα τοπία του με την
οικογενειακή του ζωή και με τα γυρίσματα. Η οργάνωσή της είναι
δημοκρατική, η γλώσσα της θερμή, η ηθική της ανθρώπινη, ταιριαγμένη με
την ελληνική νοοτροπία, τα σύμβολά της οικεία και αναντικατάστατα στη
λαϊκή συνείδηση. Οι μεγάλες γιορτές της, ο Ευαγγελισμός, το Πάσχα, ο
Δεκαπενταύγουστος, τα Χριστούγεννα και τα Δωδεκάμερα και άλλες, είναι
κάθε χρόνο οι μεγάλες μέρες της Ελλάδας, οι μέρες όπου το εθνικό σύνολο
αισθάνεται περισσότερο από κάθε άλλην ώρα την ενότητά του, την
αλληλεγγύη του, την αμοιβαία αγάπη των μελών του. Αυτή η θαλπωρή, αυτά
τα ζεστά πνευματικά κύματα που μεταδίδονται ακατάπαυστα, σ ‘όλην την
Ελλάδα, από τους ορθόδοξους ναούς κι από τις βυζαντινές τους ακολουθίες,
αποτελούν στοιχείο συστατικό, εκ των ων ουκ άνευ, της ελληνικής ζωής.
Για τούτο και δεν μπορεί να νοηθεί στην Ελλάδα χωρισμός Εκκλησίας και
Πολιτείας, ούτε και υπήρξε εδώ ποτέ αντικληρικό πολιτικό κίνημα, όπως
συνέβη αλλού.
Επικρίνουμε συχνά την Εκκλησία – κάποτε μάλιστα με μεγάλη
δριμύτητα – αλλά την επικρίνουμε από μέσα, σαν μέλη της που απαιτούμε
απ’ αυτήν να γίνει καλύτερη. Δεν την πολεμούμε σαν να είναι ένα ξένο
σώμα, από το οποίο ζητούμε να χωριστούμε».
(Γ. Θεοτοκάς, «Πνευματική πορεία», εκδ. Εστία», σελ. 134).
Το θέμα μου δεν είναι ο πολυσυζητημένος χωρισμός Εκκλησίας και
κράτους. Για τον λαό εξάλλου τέτοιο θέμα δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο στο
μυαλό των γνωστών εκκλησιομάχων, που αδυνατούν να κατανοήσουν ότι πίστη,
Εκκλησία και πατρίδα είναι «σάρκα μία». Όντως, όπως ομορφότατα γράφει ο
μεγάλος Θεοτοκάς, δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία του Γένους μας, κίνημα
αντικληρικό, αυτά είναι φράγκικα πράγματα. «Το ράσο στάθηκε η εθνική
σημαία της Ελλάδας στα χρόνια της σκλαβιάς» (Μυριβήλης), απλοί και
ταπεινοί παπάδες και καλόγεροι ανακαινίζουν, αναπαύουν και στηρίζουν
πνευματικά το λαό μας κάτω από το πετραχήλι τους. Και ίσως ποτέ στην
ιστορία το έργο του κληρικού να ήταν δυσκολότερο απ’ όσο είναι σήμερα.
Νέοι ιερείς, άνθρωποι με ζήλο, με διάθεση προσφοράς και θυσίας,
που φόρεσαν το βαρύτατο ράσο, για να διακονήσουν φιλότιμα το λαό που
τους εμπιστεύτηκε η Εκκλησία, πικραίνονται από την εχθρότητα, την
καχυποψία και την άδικη σπίλωση της ιερωσύνης. Τέλος πάντων, αυτή είναι η
εποχή μας, homo homini lupus, ο άνθρωπος για τον άνθρωπο, λύκος.
Κι αν δεν υπήρξε αντικληρικό λαϊκό κίνημα στην πατρίδα μας,
ύπουλα, λάθρα παρεισέφρησε στα σχολικά βιβλία γλώσσα. Παράδειγμα. Στο
«Ανθολόγιο» Γ΄ και Δ΄ Δημοτικού, σελ. 143-144, διαβάζουμε εκτενές
κείμενο του Π. Καλιότσου, με τίτλο «Ένας αλλιώτικος ποδοσφαιρικός
αγώνας». Το «αλλιώτικο» είναι οι δυο τερματοφύλακες των δυο παιδικών
ομάδων. Ένας παπάς και ένας δάσκαλος. Τα παιδιά προτείνουν στον παπά να
παίξει. «Κακό είναι;». Απαντά ο παπα – Μιχάλης: «Διόλου κακό!
Απεναντίας μάλιστα, που είναι μια ωραία γυμναστική. Το ευλογημένο
παιχνίδι, όπως είναι φυσικά και το ποδόσφαιρο, όχι μόνο το επιτρέπει
αλλά και το συνιστά ο Πανάγαθος…Ας μην είχε ο κόσμος τέτοιες
προκαταλήψεις και θα σου ‘λεγα εγώ. Κάθε μέρα θα έπαιζα».
Παίζει τελικά, αλλά επειδή «κατέφυγε σε ζαβολιές» μαλώνει,
διαπληκτίζεται με τον δάσκαλο, ουρλιάζει οργισμένος «πίσω και σ’ έφαγα»,
τον κατηγορεί η αντίπαλη ομάδα του δασκάλου «ότι είναι πουλημένος»,
χαχανίζουν τα παιδιά που τον βλέπουν να ωρύεται και να «γίνεται ρεζίλι»
και λοιπά φαιδρά και τελείως εξωπραγματικά.
Πλήρης απαξίωση της ιερωσύνης, μέσω νοσηρής φαντασίας που
επιγράφεται ως λογοτεχνία. Όλα αυτά σε 9χρονα με ανομολόγητο σκοπό, την
κατασυκοφάντηση του κλήρου, την πρόωρη ενστάλαξη της ασέβειας προς την
Εκκλησία. (Σ’ όλα αυτά τα νεοταξικά και αντισυνταγματικά έντυπα
χλευάζονται και γελοιοποιούνται κυρίως παπάδες και δάσκαλοι. Προφανώς
γιατί είναι τα δυο λειτουργήματα που μπορούν, εφ’ όσον εκπροσωπούνται
από αξίους, με «ψυχή και Χριστό» λειτουργούς, να αφυπνίσουν και να
αρματώσουν πνευματικά τον λαό μας).
Στα «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Α΄ Γυμνασίου, σελ. 222-
226, εμπεριέχεται κείμενο του Γρ. Ξενόπουλου με τίτλο «Η γάτα του παπά».
Τι είχε συμβεί; Την Κυριακή, την αυγή, πριν από τη Λειτουργία πηγαίνει
στο σπίτι του παπα- Ζήσιμου ο Χρήστος ο κλαμπανάρος (κωδωνοκρούστης) και
εκεί διαμείβεται ο εξής διάλογος:
«Πάλε τα ίδια, παπά μου!»
«Ε;»
«Η γάτα, πανάθεμά τη!»
«Ω, συμφορά μου!... Στο ίδιο μέρος;»
« Όχι, στην Αγία Πρόθεση..»
Μια γάτα μπήκε στην εκκλησία και έκανε τις ακαθαρσίες της,
πού; Στην Αγία Πρόθεση, εκεί που τοποθετούνται τα Τίμια Δώρα για το
μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας (Το είχε ξανακάνει). Ο παπάς στο τέλος
συγχωρεί τη γάτα. Θα υποθέσει κάποιος τι παπάς είναι αυτός που δεν
μπορεί να προστατεύσει το ναό από ζώα που τον μαγαρίζουν. (Πού ακούστηκε
τέτοιο πράγμα, γάτες να μπαίνουν στο Άγιο Βήμα. Κι αν συνέβη κάποτε και
το απαθανάτισε η πένα του Ξενόπουλου, έπρεπε να περάσει σε σχολικό
βιβλίο;). Αλλού όμως είναι το πανούργευμα των συγγραφέων. Επιλέγουν από
τον Ξενόπουλο, σπουδαίο κατά τα άλλα συγγραφέα, ένα από τα ατυχέστερα
κείμενά του και μάλιστα προσβλητικότατο και βλάσφημο για την Ορθόδοξη
Πίστη. Και τον παπά συκοφαντούν και τον Ξενόπουλο απομειώνουν. «Και
τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι».
(Το ίδιο συμβαίνει με κείμενα
του Παπαδιαμάντη. Στη «Νεοελληνική Γλώσσα» Α΄ Γυμνασίου, ο ασκητικός και
ολιγοδεής Παπαδιαμάντης εμφανίζεται κοιλιόδουλος γλεντοκόπος. Σελ. 70).
Να μην λησμονήσω, μια και είμαι στις εσωτερικές σελίδες του σχολικού
έντυπου, να μεταφέρω κι ένα πρωτότυπο ορισμό της Ελλάδας.
Στη σελ. 124 διαβάζει ο 13χρονος μαθητής ότι «…η Ελλάδα ήταν μια γυναίκα τόσο προκλητική σεξουαλικά που έπρεπε να την ερωτευτώ σωματικά και απελπισμένα…».
Μάλιστα. Αντικείμενο σεξουαλικού πόθου η πατρίδα μας. (Είπαμε «στον
τόπο που κρεμούσαν οι καπεταναίοι τ’ άρματα κρεμούν οι γύφτοι τα
νταούλια»). Και στο ίδιο βιβλίο σελ. 239, κείμενο της Λιλής Ζωγράφου, με
τίτλο «Στρίγγλα και καλλονή», οι μαθητές διαβάζουν ότι: «Η ελεημοσύνη
είναι εκδήλωση εγωισμού. Σου την αναγνωρίζουν οι άλλοι και σε επαινούν
για όσα προσφέρεις. Το ν’ αγαπάς όμως ένα ανυπεράσπιστο ζώο είναι…η πιο
τέλεια μορφή αγάπης». (Όποιος διάβασε το «Αντιγνώση, τα δεκανίκια του
καπιταλισμού» της μακαρίτισσας Λ. Ζωγράφου, ξέρει για τι είδους συγγραφή
μιλάμε).
Επίλογος: τα βιβλία αυτά είναι αντισυνταγματικά. «Η παιδεία
αποτελεί βασική αποστολή του κράτους και έχει σκοπό την ηθική,
πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της
εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους
και υπεύθυνους πολίτες». (άρθρο 16, παρ.2). Τα κείμενα που παρέθεσα
συμβαδίζουν με τις συνταγματικές επιταγές; Αναπτύσσουν την εθνική και
θρησκευτική συνείδηση; Μήπως αντίθετα τις καταρρακώνουν;
( Δεν θα ησυχάσω. Θα συνεχίσω να γράφω για τις μαγαρισιές των
«βιβλίων». Γονείς, δάσκαλοι και «όσοι ζωντανοί», πρέπει να αντιδράσουν
δυναμικά για να σταματήσει το κακό).
Νατσιός Δημήτρης
δάσκαλος-Κιλκίς
ΤΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ
Μερικοί
ορίζουμε ακόμη τον πολιτισμό όχι ως φολκλορική παρελθοντολογία, ούτε ως
τακτ ευγενικών συμπεριφορών αλλά ως τρόπο του βίου, ως τρόπο ιεράρχησης
των αναγκών και των προτεραιοτήτων της ζωής μας. Ως τρόπο συλλογικής και
ατομικής “ρύθμισης” της ανθρώπινης ύπαρξης, συνύπαρξης και πράξης. Με
την έννοια αυτή προφανώς δεν υφίστανται καν “πολυπολιτισμικές” κοινωνίες
αφού σ' ολόκληρο τον λεγόμενο δυτικό κόσμο, είναι εμφανέστατη η
αμείλικτη ιεράρχηση των προτεραιοτήτων που ορίζει η ατομοκεντρική
χρησιμοθηρία και η μηδενιστική “ανθρωπολογία”. Αυτός ο τρόπος του βίου
-που διεκδικεί και χαρακτηριστικά οικουμενικής εμβέλειας- είναι
κυρίαρχος σήμερα και στη χώρα.
Όσο κι αν
εμπειρικά όλοι μπορούμε να επιβεβαιώσουμε την άποψη ότι η στατιστική
είναι συχνά η επιστημονική εκδοχή του ψεύδους, δεν θα ήταν άτοπο να
διερευνήσουμε τον τρόπο που νεοέλληνες ιεραρχούν τις ανάγκες τους και
αξιολογούν τις εξ' αυτών προτεραιότητες.
Πρώτη και
κρίσιμη διαπίστωση, η μεταστροφή της θυσιαστικής αυταπάρνησης που
χαρακτήριζε σε παλαιότερους χρόνους τη στάση του λαού μας απέναντι στο
αύριο των παιδιών του. Δεν είναι μόνο η καριερίστα μάνα που εγκαταλείπει
τον θηλασμό για να μην “κρεμάσουν” τα στήθη της, ούτε η αλλοτινή εικόνα
της υπομονετικής γιαγιάς που μεταμορφώνεται σε αυτάρεσκη πολυταξιδεμένη
γεροντοπόρνη που -επιτέλους- ζει τη ζωή της. Είναι που το 51% των
Ελλήνων απαντά σε σχετική ερώτηση, πως δεν είναι διατεθειμένο να μειώσει
το επίπεδο ζωής του, ώστε να εξασφαλίσει το μέλλον των επόμενων γενεών.
Δεύτερη
διαπίστωση, ο δραματικός περιορισμός του αποθέματος “ανθρωπιάς”, της
σιρμαγιάς ψυχής που για δεκαετίες υπήρξε ο συγκολλητικός αρμός της
ελληνικής κοινωνίας, ιδιαίτερα στα δύσκολα χρόνια της. Στην επίσημη
δημοσίευση του οργανισμού CAF που παρακολουθεί τον Παγκόσμιο Δείκτη
Φιλανθρωπίας, για το έτος 2010, η Ελλάδα καταλαμβάνει ασθμαίνουσα την
147 θέση από το σύνολο των 153 χωρών της κατάταξης. Ακολουθούν η (λεηλατημένη) Σερβία, η Ουκρανία (της πορτοκαλί επανάστασης), το Μπουρουντί και η Μαδαγασκάρη. Ειδικότερα
με βάση τα κριτήρια φιλανθρωπίας, στην Ελλάδα, μόλις 8% είναι το
ποσοστό των ανθρώπων που έδωσαν χρήματα σε συνανθρώπους τους, μόλις 5%
έδωσαν εθελοντικά το χρόνο τους σε κάποια οργάνωση, ενώ μόνο 1 στους 4
βοήθησε έναν άγνωστο συνάνθρωπο του.
Τρίτη
διαπίστωση, η καταλυτική κυριαρχία της αντίληψης του εύκολου πλουτισμού
και του συναφούς παρασιτισμού σε βάρος της επίπονης δημιουργικότητας
που για “αιώνες σκάλιζε την πέτρα για να κάμει θαύματα”. Έτσι, σύμφωνα
με έρευνες ο εκτιμώμενος
αριθμός -στον πληθυσμό της χώρας- που ξοδεύουν χρήματα σε τυχερά
παιχνίδια κάθε μήνα ανέρχεται σε 3.710.000 συμπολίτες μας. Ο εκτιμώμενος
μέσος αριθμός “παικτών” Λόττο, Τζόκερ, Πρώτο, Κίνο, μηνιαίως είναι
1.855.000 άτομα. Ειδικότερα “Πάμε Στοίχημα” παίζουν μηνιαίως 972.000
άνθρωποι. Στην ίδια κατεύθυνση, μόλις το 26,5% των νέων τάσσεται κατά
της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Στην ίδια αυτή κυρίαρχη
κοινωνική αντίληψη εδράζεται προφανώς και η ραγδαία αύξηση των πωλήσεων
αθλητικών εφημερίδων που από 77.532 φύλλα το 1984 σκαρφαλώνει στο
αποκορύφωμα των 195.392 φύλλων το 2008, οπότε αρχίζει η κρίση και η
πτώση των φύλλων που όμως παρ' όλα αυτά το 2009 παραμένει στα 160.000
φύλλα. Ίσως κάτω αυτήν την πραγματικότητα να μπορούμε και να
ερμηνεύσουμε το γιατί το 52% των Ελλήνων θεωρεί ως σημαντική ή πολύ
σημαντική την ομάδα του.
Τέταρτη
διαπίστωση, η συστηματική μείωση της κατά κεφαλήν καλλιέργειας του λαού
μας, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από διάφορους δείκτες.
Χαρακτηριστικότερος ίσως όλων -και στον αντίποδα των αθλητικών
εφημερίδων- ο δείκτης της κυκλοφορίας των απογευματινών εφημερίδων που
από 875.000 το 1986, κατέρρευσε το 2009 στα 222.000 φύλλα. Αντίστοιχα,
το 44% των νέων διαβάζει τηλεοπτικά περιοδικά, ενώ περιοδικά γνώσεων
μόλις το 7%. Έτσι, δεν είναι καθόλου τυχαίο που best seller για το 2010
ήταν το βιβλίο με τίτλο “Το τελευταίο τσιγάρο” της κας Λένα Μαντά με
60.000 πωλήσεις. Το 2009 η ίδια συγγραφέας είχε και πάλι την πρώτη θέση
στις πωλήσεις με το βιβλίο της “Έρωτας σαν βροχή” και 96.000 αντίτυπα.
Στην ίδια χρονιά το βιβλίο “ΙΜΙΑ” των Αθαν. Έλλις και Μιχ. Ιγνατίου -και
παρά την εκτεταμένη δημοσιότητα και προβολή- πούλησε μόλις 40.000
αντίτυπα.
Όμως,
στην προσπάθεια απομείωσης της κατά κεφαλήν εθνικής καλλιέργειας,
πρωτοστατεί, όπως είναι φυσικό, η τηλεόραση. Είναι ενδεικτικό ότι, το
29% των νέων ηλικίας 16 -29 ετών παρακολουθεί την μεσημεριανή και την
πρωινή ζώνη της τηλεόρασης. Ίσως και γι' αυτό, το 2010 σε σχέση με το
2009 έχουμε αύξηση των αιτήσεων συμμετοχής στα διάφορα τηλεοπτικά
reality έως και 50%. Είναι εξόχως εντυπωσιακά τα πληθυσμιακά μεγέθη
τηλεθεατών που συγκεντρώνουν διάφορες εκπομπές-σήριαλ από όπου έντεχνα
οικοδομείται και προωθείται το κυρίαρχο σήμερα ανθρωπολογικό πρότυπο.
Πάνω από 1.700.000 συνέλληνες παρακολούθησαν αδιαλείπτως τα σήριαλ “Η
ζωή της άλλης” και “Τα μυστικά της Εδέμ”, ενώ περί το 1.000.000
τηλεθεατών κινήθηκαν σήριαλ όπως “Η οικογένεια βλάπτει”, “Η
πολυκατοικία”, “Μίλα μου βρώμικα” κ.λπ. Χαρακτηριστικά της αλλοτρίωσης
του λαού μας είναι τα στατιστικά στοιχεία για τον μέσο χρόνο τηλεθέασης
του πανηγυριού της Eurovision, που ήταν υψηλότερος στο υψηλότερο
μορφωτικό επίπεδο (114 από τα 190 λεπτά), στις γυναίκες ηλικίας από
25-44 ετών(118 λεπτά) και στα μεγάλα αστικά κέντρα Αθήνας Θεσ/νίκης (115
και 125 λεπτά). Είναι εμφανές δηλαδή, ότι η πολιτισμική αλλοτρίωση έχει
ισχυρότερη διείσδυση στους πολίτες υψηλού μορφωτικού επιπέδου, στις
γυναίκες της κατ' εξοχήν δημιουργικής ηλικίας και στα μεγάλα αστικά
κέντρα, στα στρώματα δηλαδή από τα οποία η ελληνική κοινωνία θα έπρεπε
να προσδοκεί, θεωρητικά, την ανάταξη των προτεραιοτήτων της.
Πέμπτη
διαπίστωση, εύλογα, τα κυρίαρχα καταναλωτικά πρότυπα και η ακαταμάχητη
ισχύς τους, ακόμη και σε καιρούς κρίσης. Έτσι, προκαλεί εντύπωση ο
αριθμός των συνδέσεων κινητής τηλεφωνίας που “επιμένει” να ανέρχεται σε 18.192.000
συνδρομητές παρά την αύξηση των φόρων και των σχετικών επιβαρύνσεων, σε
μια χώρα με πληθυσμό σχεδόν 11.000.000. Ανάλογα, 1.4 δισ. ευρώ ήταν η
συνολική ετήσια αγορά καλλυντικών στην Ελλάδα κατά το έτος 2009,
λιγότερο δηλαδή απ' όσο οι περικοπές των συντάξεων κατ' επιταγήν του
μνημονίου. Έτσι, με βάση αυτήν την ιεράρχηση προτεραιοτήτων δεν είναι
καθόλου τυχαίο το γεγονός της μείωσης του δείκτη όγκου λιανικού εμπορίου
στα καταστήματα διατροφής κατά 3,9% όταν ο αντίστοιχος δείκτης
φαρμακευτικών -καλλυντικών αυξάνεται κατά 2,7%. (Ιούνιος 2009-Ιούνιος
2010). Μιά ολόκληρη κοινωνία -σε βαθιά ύφεση- περιορίζει την κατανάλωση
της σε είδη διατροφής για να αυξήσει την κατανάλωση καλλυντικών. Και
μάλιστα, ενώ οι περισσότεροι δείκτες όγκου λιανικών πωλήσεων
παρουσιάζουν σημαντική πτώση, εντύπωση προκαλεί επίσης η αύξηση του
όγκου πωλήσεων αντηλιακών μαλλιών κατά 1,2% (διάστημα από 01.01 έως
04.07 των ετών 2009 και 2010). Αντίστοιχα κινούνται τα μεγέθη και στον
όγκο πωλήσεων των προϊόντων πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών με
αυξήσεις 1,3% και 6,8% για το 1ο 6μηνο του 2010. Επιμένουμε δηλαδή -παρά
την κρίση- να αγοράζουμε λογής-λογής γκάτζετς, ενώ περιορίσαμε το χόμπι
μας στη φωτογραφία μόλις κατά 11%.
Στην
ίδια ακαταμάχητη ισχύ των καταναλωτικών προτύπων, σίγουρα θα πρέπει να
εντάξουμε και το στατιστικό δεδομένο ότι το 61% των πολιτών της χώρας,
θεωρεί ως σημαντικό ή πολύ σημαντικό ένα γυμνασμένο σώμα, ενώ το 45%
θεωρεί ως σημαντικό ή πολύ σημαντικό ένα καλό αυτοκίνητο ή μια καλή
μηχανή.
Έκτη
διαπίστωση, η μείωση της “χοϊκότητας”, αν μπορεί να λεχθεί έτσι, η
σχέση που ένας λαός διαμορφώνει με το “χώμα που πατάει”, τις αξίες και
τις παραδόσεις του. Έτσι, το 2010 για πρώτη φορά, το ποσοστό των Ελλήνων
που ταξιδεύουν στο εξωτερικό για διακοπές(50,7%) υπερβαίνει αυτούς
“μένουν Ελλάδα” (49,3%). Μόλις οκτώ χρόνια πριν, το 2002 το ποσοστό των
Ελλήνων που ταξίδευαν στο εξωτερικό για διακοπές ήταν μόνο 35,3%. Αν σ'
αυτά τα δεδομένα συνυπολογίσει κανείς ότι τα τελευταία χρόνια η
γειτονική Τουρκία αναδεικνύεται σε shopping προορισμό ακόμη και των
βασικών ειδών διατροφής, αφού τα τουρκικά supermarkets διαθέτουν
ανταγωνιστικότερες τιμές, γίνεται αντιληπτή η επικράτηση μιας
συμπλεγματικής κουλτούρας “απο”-φυγής της χώρας. Μια εικόνα απέχθειας
και αποστροφής λανθάνει σε ευρύτατα στρώματα του λαού, σε τέτοιο βαθμό
που να θεωρεί ότι κατά ποσοστό 47,2% δεν ενοχλείται διόλου με το γεγονός
ότι το ΔΝΤ έχει ήδη αποκτήσει μερικό έλεγχο των ελληνικών υπουργείων. Αντίθετα
μάλιστα πολλοί εκτιμούν ότι η μοναδική σωτηρία είναι ανάθεση της
διακυβέρνησης της χώρας σε ξένους ειδικούς. Αποτέλεσμα προφανώς αυτής
της μειωμένης χοϊκότητας είναι και η στατιστική διαπίστωση ότι το 21%
των Ελλήνων δεν θεωρεί σημαντική την πίστη στο Θεό και τη θρησκεία, ενώ
το 30% δεν θεωρεί σημαντική τη συμμετοχή στα κοινά.
Συμπερασματικά
και για να επανέλθουμε στον αρχικό ορισμό του πολιτισμού, είναι
προφανές ότι την τελευταία μεταπολιτευτική περίοδο επήλθε μια αντιστροφή
του αξιακού κώδικα της ελληνικής κοινωνίας τουλάχιστον σε πλειοψηφικά
τμήματα της. Οι ανάγκες και οι εξ' αυτών προτεραιότητες που δέσποζαν για
εκατονταετίες στην κοινωνίας μας, οικοδομώντας ό,τι ονομάζουμε ελληνικό
πολιτισμό, ως ελληνικό τρόπο του βίου, ως ελληνικό ήθος αντίστασης,
υποβιβάστηκαν και περιθωριοποιήθηκαν. Σήμερα, πλειοψηφικά ρεύματα που
διατρέχουν οριζόντια ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, θέτουν ως
προτεραιότητες της ύπαρξης τους, την πιο χυδαία ατομοκεντρική
χρησιμοθηρία μέσα σε έναν αχαλίνωτο μηδενιστικό ευδαιμονισμό που
προσφέρει η έστω και κουτσουρεμένη κατανάλωση. Η δραματική απομείωση του
επιπέδου καλλιέργειας καθιστά ακόμη και τη στοιχειώδη γλωσσική
επικοινωνία μαζί τους -συχνά- κατόρθωμα.
Αυτή
η τραγική πραγματικότητα, όπως περιγράφηκε πιο πάνω με αριθμούς, είναι ο
μεγαλύτερος στυλοβάτης του μεταπρατικού και παρασιτικού νεοελληνικού
πολιτικού συστήματος. Και για όσο αυτή η παρασιτική πλειοψηφία θα
παραμένει πλειοψηφία, τόσο θα καθίσταται ανέφικτη η δημιουργική ανάταξη
του λαού και του έθνους, ενώ κάθε εξέγερση θα έχει μόνο “ποδοσφαιρικά”
χαρακτηριστικά εκτόνωσης και μπάχαλου, χωρίς να ανοίγει καμία νέα
ελπιδοφόρα προοπτική. Μοναδική ελπίδα, η συγκρότηση ενός νέου πολιτικού
υποκειμένου που θα θέτει ως ύψιστη προτεραιότητα την αποκατάσταση του
αξιακού ελληνικού κώδικα, όπως αυτός διατρέχει τη δισχιλιόχρονη παράδοση
μας. Όμως, ποιός αλλοτριωμένος λαός μπορεί να αυτοοργανωθεί στην
κατεύθυνση αποκατάστασης του αληθινού του προσώπου, όταν προαπαιτούμενο
γι' αυτό είναι η μη αλλοτρίωση του; Εδώ απαιτούνται μειοψηφίες-ελκυστές
ακαταπόνητης αντοχής και ανυπέρβλητης διορατικότητας. Υπάρχουν;
ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












