02 Δεκεμβρίου 2010

Η ερωτική ζωή στα χρόνια του Ομήρου

Ο Έρωτας – Ο Πλατωνικός έρωτας – Ο γάμος: ο συζυγικός έρωτας, οικογένεια, προβλήματα, γκρίνιες – Πώς έβλεπαν οι άντρες της ομηρικής εποχής τις γυναίκες – Ο συζυγικός έρωτας και οι γκρίνιες - Άλλες πτυχές της Ομηρικής ψυχής – Ο σαρκικός έρωτας, – Οι γυναίκες – Χωρισμός των γυναικών κατά κατηγορίες – To sexΤα νόθα – Απαγωγές – Ο έρωτας και το θέατρο – Sensualités raffinées (εκλεπτυσμένη ηδονή, απόλαυση) – Η ομοφυλοφιλία – Ο έρωτας σαν ποινή ή εκδίκησηΗ Ζήλεια – Αιμομιξίες

Ο Έρωτας
Μετά την διασφάλιση της επιβίωσης, το δεύ­τερο σημαντικό μέλημα στη ζωή ενός ο­μηρικού ήρωα ήταν ο Έρωτας. Εδώ – προς διευκόλυνση των αναγνωστών- θα πρέ­πει να χωρίσουμε το θέμα μας σε μικρότερα τμήματα, εξετάζοντας λεπτομερέστερα κάθε έκφανση της ερωτικής συμπεριφοράς.

Ο Πλατωνικός έρωτας

«Η Βρισηίς οδηγείται στον Αγαμέμνονα από τους Ταλθύβιο και Ευρυβάτη.» Τοιχογραφία του Τιέπολο στη Villa Valmarana της Βιτσέντζα (1757).
Πιστεύουμε πως στα Ομηρικά χρό­νια δεν είναι δυνατόν παρά να υπήρχε και αυτή η σπανίζουσα μορφή έρωτα. Στα Έπη απαντούμε λίγους, ελάχιστους στίχους, ό­που ο Όμηρος αναφέρεται σε κάτι που μοιά­ζει σ’ αυτό που πολύ αργότερα χαρακτηρί­στηκε «πλατωνικός έρωτας», και που δεν εί­ναι τίποτ’ άλλο από έναν έρωτα που από την αντιξοότητα των περιστάσεων δεν πρόλαβε να πάψει να είναι «πλατωνικός». Σ’ ένα τέτοιο στίχο, λοιπόν, βλέπουμε τη Βρισηίδα να οδηγείται στον Αγαμέμνονα «αέκουσα» (χωρίς την θέλησή της) (Ιλ. Α, 348). Και ήταν φυσικό γι­ατί ο Αγαμέμνονας θα μπο­ρούσε να ήταν και πατέρας της  από απόψεως ηλικίας και ή­ταν και παντρεμένος. Αντίθετα με τον Αχιλ­λέα που άφηνε, που και νεότερος ήταν και ωραίος και ανύπαντρος και ο οποίος της άρεσε.
«Νεαρούς να γλυκοκουβεντιάζουν» μας παρουσιάζει ο Όμηρος στους στίχους (Ιλ. Χ, 127) και είναι μια από τις τρυφερές εικό­νες τις τόσο σπάνιες που συναντά κανείς στους συνεχώς οργισμένους και αιματόβρεχτους στίχους της Ιλιάδας. Να ακόμη μερι­κοί, σταχυολογημένοι και από τα δύο Έπη: Η θεά Ειδοθέα, κόρη του θαλασσινού Πρωτέα, ερωτεύεται τον Μενέλαο (Οδ. α, 366), αλλά οι σχέσεις τους αυτές παραμένουν σε πλατωνικό επίπεδο, αν κρίνει κανείς από όσα αφηγείται ο Μενέλαος επί παρουσία της γυναίκας του Ελένης. Τελείως παιδιάστικη είναι η συμπεριφορά της Ναυσικάς όταν πρωτοσυναντά τον Οδυσσέα, και τη μια τον βλέπει «αείκελον» (ασκημομούρη), και την άλλη δε «θεοίσιν έοικεν» (έμοιαζε σαν θεός) (Οδ. ζ, 242).
Οδυσσέας και Ναυσικά, Christoph Amberger, 1619. Alte Pinakothek, Munich.
Η περίπτωση της Ναυσικάς πιστοποιεί για μια ακόμη φορά την αιώνια γοητεία των «γκρίζων κροτάφων» στις νεαρές ηλικίες, γιατί πουθενά ο Όμηρος δεν μας λέει αν ο Οδυσσέας ήταν ωραίος άντρας. Η Ναυσικά, παρ’ όλο τον ενθουσιασμό της, δείχνει αρ­κετά πεπειραμένη και σέβεται το τι θα πει ο κόσμος αν την δούν μ’ έναν άγνωστο (Οδ. ζ, 285). Δεν θέλει ν’ ακουστούν γι’ αυτήν τα κουτσομπολιά που η ίδια ομολογεί ότι κάνει για τις άλλες, που «ανδράσι μίσγηται, πριν γ’ αμφάδιον γάμον ελθείν», δηλαδή: «που δίχως του πατέρα τους τη γνώμη και της μάνας / και πριν ακόμη παντρευτούν με τα παλικάρια σμίγουν». (Οδ. ζ, 288).
Άγνωστο για ποιους λόγους, το πιθανό­τερο είναι για καθαρά καιροσκοπικούς, ο Ο­δυσσέας, όλως απρόσμενα για ένα πρόσωπο σαν κι αυτόν, στα αισθήματα της Ναυσικάς, κρατά μια αξιοπρεπή αρνητική στάση και περιορίζει σε στενά πλατωνικά πλαίσια, παρ’ όλες τις παροτρύνσεις του πατέρα της Αλκίνοου, που προσπαθεί να την παντρέψει την κόρη του «άρων των αρών» που λένε. Άσχετα τώρα από όλα αυτά, εννοώ τις γε­μάτες δυσπιστία σκέψεις, που μπορεί να εί­ναι χρήσιμες και απαραίτητες στην καθημε­ρινή ζωή αλλά δεν είναι διόλου ευχάριστες, ο Όμηρος στο επεισόδιο αυτό του έρωτα της Ναυσικάς για τον Οδυσσέα, βρίσκει την ευ­καιρία να γράψει ανεπανάληπτους σε χάρη και τρυφερότητα στίχους. Παρουσιάζει τη Ναυσικά ακουμπισμένη στην παραστάδα μιας πόρτας να περιμένει να βγει ο Οδυσσέας από το λουτρό. Του λέει κοιτώντας τον μ’ α­γάπη: «Καλό σου ταξίδι ξένε, και θυμήσου σαν φτάσεις / στην πατρίδα σου, πως τη ζωή σου μου χρωστάς». (Οδ. ε, 457)
Μια άλλη σκηνή γεμάτη λεπτότατο λυρισμό, είναι εκείνη του αποχαιρετισμού του Οδυσσέα και της Κίρκης. Να την δούμε πρώτα στο κείμενο και κατόπιν την μεταφράζουμε:
«Οι μεν κοιμήσαντο παρά πρυμνήσια νηός / η δε με χειρός ελούσα φίλων απονόσφιν εταίρων / εισέ τε και προσέλεκτο και εξερέεινεν έκαστα / αυτάρ εγώ τη πάντα κατά μοίραν κατέλεξα».
Και του λέει η Κίρκη: «Ταύτα μεν ουν πάντα πεπείρανται, συ δ’ άκουσον».(Οδ. μ, 231)
Και η μετάφραση:
«Τότε όλοι κοιμηθήκανε κοντά στα παλαμάρια / κι αυτή απ’ το χέρι μ’ έπιασε κι αλάργα από τους συντρόφους / με κάθισε και στρίμωνε κοντά μου και ρωτούσε / κι εγώ όλα της τα ιστόρησα με τάξη κι όπως ήταν».
Και του λέει η Κίρκη:
«Έτσι όλα αυτά τελειώσανε, μον’ άκουσέ με τώρα». Πιο γαλήνιο, πιο αξιοπρεπή χωρισμό, είναι δύσκολο να διαβάσει κανείς.

Ο γάμος: ο συζυγικός έρωτας, οικογένεια, προβλήματα, γκρίνιες

Ο γάμος με μια γυναίκα, τη νόμιμη σύζυ­γο, έπαιζε έναν ξεχωριστό και σημαντικό ρό­λο στη ζωή των Ομηρικών ανθρώπων. Στην απόφαση για ένα γάμο, έστω και ελεύθερου ανθρώπου, φαίνεται πως παρενέβαιναν και άλλοι παράγοντες, εκτός από τους συναισθηματικούς, αν υπήρχαν κι αυτοί πιθανόν οικονομικοί, ταξικοί που είναι το ίδιο. Ο Αχιλλέας περιμένει να τον παντρέψει ο πατέρας του (Ιλ. I, 393-99): «Γιατί», λέει, «ε­μένα αν γυρίσω σπίτι μου, μια φορά ο Πηλέας έπειτα, θα με παντρέψει ο ίδιος… Εκεί που βρισκόμουν ακόμα, πάρα πολύ το τραβούσε η ψυχή μου να παντρευτώ γυναίκα με στεφά­νι. Μια που να μου ταιριάζει».
Παρ’ όλον ότι ο Αχιλλέας είχε ήδη στη Σκύρο ένα γιο, τον Νεοπτόλεμο (Ιλ. Τ, 327). Κατά μείζονα λόγο αυτό ίσχυε για τα κορίτσια που έπρεπε να έ­χουν τη γνώμη του πατέρα και της μάνας τους. Αν και απ’ αυτά που λέει η Ναυσικά (Οδ. ζ, 286), δεν ήταν πάντα απαραίτητο.

Γάμος του Έρωτα και της Ψυχής, Πομπέο Μπατόνι (1756)

Τη γυναίκα το στεφάνι του γάμου την κα­θιστούσε πρόσωπο σοβαρό, που έπρεπε να έ­χει ξεχωριστή εκτίμηση. Ο Μενέλαος κατη­γορεί τους Τρώες ότι του έκλεψαν «κουριδίην άλοχον» γυναίκα δηλαδή επίσημη, νόμι­μη, στεφανωμένη, και αυτό ήταν σοβαρότε­ρο από την αρπαγή μιας οποιασδήποτε άλ­λης γυναίκας (Ιλ. Ν, 626). Να υποθέσουμε ότι η σπουδαιότητα που απέδιδαν στο πρό­σωπο της νόμιμης συζύγου, της «στεφανωμέ­νης», είχε σχέση με τη στερεή δομή της οι­κογένειας και των οικογενειακών και κοι­νωνικών δεσμών που έπαιζαν τότε, αλλά και σήμερα, τόσο σημαντικό ρόλο;
Είναι μια σκέψη. Μια άλλη είναι ότι τη νό­μιμη σύζυγο, την αγόραζαν ουσιαστικά, και η απώλειά της σήμαινε την απώλεια ση­μαντικού περιουσιακού στοιχείου. Πέραν ό­μως απ’ αυτές τις ρεαλιστικές σκέψεις, υ­πήρχαν και ηθικά παραγγέλματα, τουλάχι­στον στην επιφάνεια, όπως εκείνο του στί­χου (Ιλ. I, 341), που συμβουλεύει: «Ο γνω­στικός άντρας πρέπει ν’ αγαπάει τη γυναίκα του, κι αν ακόμα την άρπαξε στον πόλεμο». Η απουσία της γυναίκας τους τούς κόστιζε πολλαπλώς: «Γιατί κι ένα μόνο μήνα μένον­τας κανείς μέσ’ το πολύκουπο καράβι του μακριά από τη γυναίκα του στενοχωριέται» (Ιλ. Β, 292).
Και ο Σαρπηδόνας λέει στον ‘Εκτορα (Ιλ. Ε, 480), «…(άφησα στη Λυδία) γυναίκα αγα­πημένη και γιο μωρό». Η Πηνελόπη επίσης «…τον άντρα μου πο­θώ και αιώνια τον θυμούμαι» (Οδ. α, 343). Και μάλιστα τον ονειρεύεται: «Αυτή τη νύχτα πάλι εγώ, τον είχα στο πλευρό μου / ως ήταν όταν έφυγε με το στρατό και τόσο / χαιρόμουν, που είπα αληθινό, κι όχι όνειρο πως ήταν». (Οδ. γ,). Βέβαια υπήρχαν και καθυστερημένες και ύποπτες συζυγικές αγάπες. Και βλέπουμε έ­τσι την Ελένη, όταν η πλάστιγγα έγειρε προς το μέρος των Αχαιών και οι Τρωαδίτισσες άρχισαν τα μοιρολόγια, να δηλώνει χωρίς καμιά συστολή: «μα εγώ πετούσα από χαρά, γιατί είχε πια γυρίσει / μέσα η καρδιά μου, κι ήθελα στο σπίτι να γυρίσω».  (Οδ. λ, 268)
Αυτά έλεγε ξεδιάντροπα η Ελένη, οπότε αναγκάζεται ο Μενέλαος να της πει εις επήκοον όλων: «τρεις γύρους το’ φερες το κουφωτό λημέρι (το δούρειο ίππο), το ψηλαφούσες κι έκραζες των Δαναών τους πρώτους με τ’ όνομά τους, τη φωνή των γυναικών τους ίδια κάνοντας». (Οδ. δ, 277-9)
Τέλος μιαν έντονη επιθυμία ν’ αποκτήσουν γυναίκα, και μάλιστα όμορφη, είχαν και οι δούλοι (Οδ. ξ, 63). Σπίτι και γυναίκα υπόσχεται ο Οδυσσέας στον Εύμαιο και τον Φιλοίτιο αν τον βοηθούσαν να ξεκάνει τους Μνηστήρες (Οδ. φ, 213).
Όλα αυτά ήσαν βέβαια καλά και ωραία, υπό τον όρον ότι οι σχέσεις του ζεύγους ή­σαν αγαθές, κάτι που το εύχεται ο Οδυσσέας στη Ναυσικά (Οδ. ζ, 182): «Γιατί δεν έχει πιο όμορφο παρ’ όταν με μια γνώμη αγαπημένο αντρόγυνο, φρον­τίζει για το σπίτι». Φυσικά δεν έλειπαν οι mariages de raison ( Γάμοι κατά συνθήκην). Σε μια τέτοια περίπτωση η Θέτις μέμφεται την τύχη της γιατί ο Δίας την πάντρεψε με τον Πηλέα, και παραπονιέται: «υπομονεύτηκα να πλαγιάζω μ’ άνθρωπο (θνητό) / μ’ όλο που δεν το ήθελα καθόλου» (Ιλ. Σ, 433-4). Μια εξήγηση, από πολλές άλλες, είναι και γιατί το παιδί της θα γεννιόταν «θνητό».
Ο Τηλέμαχος αναχωρεί από την Πύλο, χαρακτικό του 19ου αι. του Χένρι Χάουαρντ.
Κατά την ημέρα του γάμου όλοι γιόρτα­ζαν, και χάριζαν δώρα σ’ αυτούς που έρχον­ταν να πάρουν τη νύφη (Οδ. ζ, 27). Όταν μπορούσε ο πατέρας, έδινε κάποια προίκα στην κόρη του, που παντρευόταν, υπό την μορ­φή δώρων (Ιλ. I, 290). Και μια και μιλήσαμε για δώρα, ας προσθέσουμε, πως σπουδαίο δώρο εθεωρείτο μια μαύρη προβατίνα με το αρνάκι της (Ιλ. Κ, 215). Αντίθετα η ημέρα της επιστροφής της χή­ρας, αλλ’ ασφαλώς και της ζωντοχήρας, αν και στον Όμηρο δεν αναφέρεται καμία πε­ρίπτωση διαζυγίου ή αποπομπής συζύγου, η ημέρα αυτή ήταν ημέρα συμφοράς.
Τις κατά­ρες της αποπεμπομένης χήρας, συνόδευαν η οργή των θεών και των ανθρώπων (Οδ. β, 135). Αν όμως η απερχόμενη χήρα είχε εξα­σφαλίσει την αντικατάσταση του μακαρίτη, τότε η συμπεριφορά της σκληρυνόταν. Από εκεί κει πέρα έπρεπε να καταβληθεί ειδική προσοχή και μεταχείριση. Γι’ αυτό και η Α­θηνά συμβουλεύει τον Τηλέμαχο:

«Μον’ ζήτα απ’ τον βροντόφωνο Μενέ­λαο να σε στείλει να βρεις ακόμα σπίτι σου την ακριβή σου μάνα, γιατί της λέν’ τ’ αδέρφια της κι ο γέρος της πατέρας να πάρει τον Ευρύμαχο, που τους Μνηστή­ρες όλους περνά στα δώρα, κι έδωσε χιλιά­δες γαμοπροίκια, μη σου τ’ αδειάσει φεύ­γοντας το σπίτι άθελά σου. Γιατί την ξέ­ρεις την καρδιά πώς είναι της γυναίκας. Το σπίτι εκείνου προσπαθεί να τ’ αρχονταίνει μόνο που θα την πάρει, και ξεχνά τα πρώτα τα παιδιά της και μήτε πια τον νοιάζεται τον πεθαμένο άντρα». (Οδ. ο,14)

Αλλοίμονο. Πόσα περισσότερα ήξερε η κα­ημένη η Αθηνά από όσα μαθαίναμε εμείς στο σχολειό για την «πιστή Πηνελόπη».
«Γιος του πως είμαι (του Οδυσσέα) η μάνα μου μού λέει, μα εγώ δεν ξέρω, γιατί τη φύ­τρα του κανείς δεν την γνωρίζει ο ίδιος», λέει ο μόλις εικοσαετής αλλά σοφός ήδη Τηλέμαχος στην Αθηνά (Οδ. α, 215).

Πώς έβλεπαν οι άντρες της ομηρικής εποχής τις γυναίκες
  
Οι γνώμες που είχαν οι άνδρες της ομηρικής εποχής για τις γυναίκες δεν ήταν πάντα κολακευτικές γι’ αυτές: «Άλλο πιο άπονο θεριό δεν έχει από τη γυναίκα» μας διαβεβαιώνει ο Αγαμέμνων (Οδ. λ, 426), και ίσως με το δίκιο του. Γι’ αυτό και συμ­βουλεύει: «Γι’ αυτό ποτέ σου μη σταθείς καλός πια σε γυναίκα / μήτε να της εμπιστευτείς το μυστικό που ξέρεις / μόν’ άλλα να της λες, κι άλλα στο νου να κρύβεις». (Οδ. λ, 441-3)
Κατά της Κλυταιμνήστρας καταφέρεται και η ψυχή του Αμφιμέδοντα – ενός από τους Μνηστήρες- «που άφησε στων θηλυκών το γένος, / φήμη κακή που να μισούν και τις καλές ακόμα».(Οδ.ω,200-2) Ο Ήφαιστος καταφέρεται εναντίον της μάνας του της Ήρας και την αποκαλεί «κυνώπιδα», δηλαδή σκυλομούρα, γιατί, επειδή ή­ταν κουτσός, τον είχε πετάξει μακριά όταν ή­ταν μικρός (Ιλ. Σ, 397). Μερικές φορές οι καταγγελίες αυτές, εί­χαν και κάποια δόση αλήθειας, κάποια βά­ση. Η Μελανθώ, επί παραδείγματι, η πιο ό­μορφη από το υπηρετικό προσωπικό των α­νακτόρων, το είχε παρακάνει. Γιατί, παρ’ ό­λον ότι η Πηνελόπη τη μεγάλωσε σαν κόρη της και της χάριζε διάφορα αξεσουάρ, αυτή η αχάριστη: «…Ευρυμάχω μισγέσκετο και φιλέεσκεν» ( Ευτυχισμένη πλάγιαζε με τον Ευρύμαχο) (Οδ. σ, 325).
Ο αναγνώστης, αν θέλει να εξηγήσει την μορφή της Πηνελόπης, θα πρέπει να ανατρέξει λίγο παραπάνω (Οδ. ο, 14), εκεί όπου ο Ευρύμαχος περιγράφεται ως εξαιρετικά γαλαντόμος και στις αγκάλες του οποίου φαίνεται ότι ήταν έτοιμη να πέσει η Πηνελόπη, και χωρίς τις παραινέσεις του πατέρα της και των αδελφών της.

Ο συζυγικός έρωτας και οι γκρίνιες

Παρ’ όλες τις πικρές γνώμες που είχαν οι άντρες για το γυναικείο φύλο, τις γυναίκες τις παντρεύονταν. Και εξακολουθούν να τις παντρεύονται ακόμη μέχρι των ημερών μας. Η πλάνη ξεκινά – ξεκινούσε μάλλον – α­πό τη ροζ εικόνα μιας γυναικούλας καθισμέ­νης με τα παιδάκια της γύρω από κάποιο τραπέζι. Αλλ’ αν κρίνει κανείς από τα συμ­βαίνοντα στα τραπέζια στον Όλυμπο, μπο­ρεί να σχηματίσει μιαν εικόνα και για το τι γινόταν στα σπίτια των κοινών θνητών. Η σκηνή, και τότε όπως και τώρα, άρχιζε πρώτα-πρώτα με μια ελαφρά γκρίνια.
Δίας και Ήρα
Ο Δίας τρέμει κυριολεκτικά τη γκρίνια της Ήρας, γιατί τόλμησε η ανιψιά του η Θέτις να του ζητήσει μια χάρη (Ιλ. Α, 51 ) και κά­νει ό,τι μπορεί για να την αποφύγει. Τελικά δεν την αποφεύγει. Η Ήρα τον είδε και ζητά να μάθει τι είπαν μεταξύ τους. Ο Δίας αρνεί­ται να δώσει εξηγήσεις και της απαγορεύει να αναμιγνύεται στις δουλειές του. Η Ήρα βγάζει μια γλώσσα τόση, τον αποκαλεί «δολομήτη», δηλαδή πανούργο (Ιλ. Α, 540-3), και ο Δίας οργίζεται. «Δαιμόνια», της λέει, «όλο νομίζεις, και ποτέ δεν έκανα κάτι χωρίς να το μάθεις. Μ’ αυτά που κάνεις δεν κερδί­ζεις παρά να βγεις περισσότερο από την καρδιά μου… Θα κάνω ό,τι μ’ αρέσει. Και κοίτα να μη σε πιάσω στα χέρια μου». (Ιλ. Α, 561 κ.ε.)
Η Ήρα «ακέουσα καθήστο», κάθισε χω­ρίς να βγάλει μιλιά (Ιλ. Α, 569). Επεμβαίνει ο γιος της ο Ήφαιστος, που λέει της Ήρας: «Σώπαινε και κάνε υπομονή, μη σου δώσει κανένα χέρι ξύλο και δεν μπορώ να βλέπω να σε δέρνουν, και μας αναποδογυρίσει το τρα­πέζι και δεν φάμε μια πιρουνιά γλυκό φαΐ» (Ιλ. Α, 570-74). Αλλά μετά τον καυγά οι σχέσεις αποκατεστάθησαν, και όταν ο Δίας πήγε να κοιμηθεί ανέβηκε στο κρεβάτι και ξάπλωσε δίπλα του και η Ήρα (Ιλ. Α, 611), και: “Une reconcilia­tion vaut toujours la peine de la dispute” ( Για μια συμφιλίωση αξίζει τον κόπο να φιλονικήσεις).
Παρ’ όλα αυτά οι σχέσεις του θεϊκού ζεύ­γους παρέμεναν πάντα τεταμένες. «Με την Ήρα δεν συγχύζομαι τόσο ούτε θυμώνω, γι­ατί πάντα συνηθίζει να εναντιώνεται σ’ ό,τι κι αν πω», καταλήγει απελπισμένος ο Δίας (Ιλ. Ε, 407). Το οξύθυμο του Διός είναι και άλλοθεν γνωστόν.
Ο Άρης μαθαίνει το θάνατο του γιου του Ασκάλαφου, και οργισμένος απει­λεί ότι θα παρακούσει τις εντολές του Δία, και θα πάει να τιμωρήσει τους Αχαιούς. Η πάντα σοφή Αθηνά τον συμβουλεύει:« Άφησε τα τώρα αυτά. Θέλεις να μας δώ­σεις τίποτα λαχτάρες; Γιατί τον ξέρεις. Είναι άξιος (ο Δίας) να αφήσει τους Τρώ­ες και τους Αχαιούς, και να’ρθη εδώ απά­νω στον Όλυμπο, και να μας αρπάξει έναν- έναν» «Ος τ’ αίτιος ος τε και ουκί» ( Αυτόν που έφταιγε και αυτόν που δεν έφταιγε). (Ιλ. Ο, 131-7)
Στους ελεεινούς αυτούς τρόπους δεν υστε­ρούσε και η γυναίκα του Δία, η Ήρα, η ο­ποία σε μια στιγμή οργίζεται με την Άρτε­μη, της παίρνει το τόξο και τη δέρνει μ’ αυτό (Ιλ. Τ, 491).
Παράλληλα όμως με τους καυγάδες, υ­πήρχαν και στιγμές γαλήνης, έστω και επι­φανειακής. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας απατηλής στιγμής, η Ήρα προσπαθεί ν’ α­ποκοιμήσει τον Δία, ώστε να μπορέσει να συνδράμει τους προστατευόμενούς της τους Αχαιούς, παρ’ όλον ότι ο Δίας είχε διατάξει στους θεούς αυστηρή ουδετερότητα (Ιλ. Θ, 10-1, Ξ, 311-352).
Παρφουμαρισμένη και συνοδευόμενη από τον θεό Ύπνο, με τον οποίον είχε προηγουμέ­νως συνεννοηθεί, ανεβαίνει στην κορυφή Γάργαρο της Ίδης, απ’ όπου ο Δίας παρακο­λουθούσε τα διατρέχοντα στην Τροία. (Κάτι σαν πύργο ελέγχου ας πούμε). Μόλις την εί­δε ο Δίας, ο έρωτας του θόλωσε το νου, σαν τότε που μικρά παιδιά πρωτόσμιγαν ερωτικά πηγαίνοντας κάθε τόσο στο κρεβάτι κρυφά από τους γονείς τους (Ιλ. Ξ, 295). «Πώς από δω;» τη ρωτά. Κι αυτή δίνει μιαν αόριστη και παραπλανητική απάντηση. Ότι δήθεν πάει να κάνει επίσκεψη στους θετούς γονείς της, τον Ωκεανό και την Τηθή, γιατί έχουν αρχίσει τους καυγάδες και δεν κοιμούνται πια στο ίδιο κρεβάτι, και πάει να τους συμ­φιλιώσει, και ότι ήρθε να του το πει ότι θα λείπει για να μην ανησυχεί. Ο Δίας δείχνει ό­τι πείθεται, αλλά δεν παραιτείται από το σκοπό του, και της λέει:
«Ήρα, εκεί μπορείς να πας κι αργότερα. Έλα τώρα να πλαγιάσουμε και να χαρού­με τον έρωτα, γιατί ποτέ ως τώρα δεν είχα μια τόσο έντονη ερωτική διάθεση σαν κι αυτήν, ούτε με τις άλλες – κι αναφέρει σωρεία δεσμών του με διάφορες θεές και θνητές – ούτε και με σένα». Η Ήρα φέρνει αντιρρήσεις. Όχι, όχι εδώ, γιατί μας βλέπουν. Να πάμε σπίτι, «επεί νυ τοι εύαδεν ευνή» (αφού πεθύμησες κρεβάτι) (Ιλ. Ξ, 340). Τελικά βρίσκεται μια άλλη λύση που συμβίβαζε και το επείγον του πράγμα­τος αλλά και τη σεμνοτυφία της Ήρας.
Ξα­πλώνουν πάνω στη φρέσκια χλόη, «λωτόν θ’ ερσήεντα (δροσερόν) ιδέ κρόκον, η δ’ υάκινθον» πυκνό και μαλακό, και τυλίγονται μ’ ένα χρυσό σύννεφο αδιαπέραστο από τις α­κτίνες του ήλιου, και πολύ περισσότερο από τα αδιάκριτα βλέμματα, χωρίς να σκεφτεί ο Δίας ότι τυλιγμένον μέσα στο χρυσό σύννε­φο δεν τον έβλεπαν, βέβαια, αλλά δεν έβλεπε κι εκείνος τι γινόταν στην Τροία. Δαμασμένος από τον έρωτα και τον ύπνο ο Δίας κοιμόταν ήσυχος, κρατώντας στην αγ­καλιά του την Ήρα. Ο Ύπνος, δασκαλεμέ­νος από πριν, τρέχει και ειδοποιεί τον Πο­σειδώνα που προστάτευε τους Αχαιούς. Οι τελευταίοι περνούν στην αντεπίθεση και απωθούν τους Τρώες μέχρι τα τείχη της πόλης τους.
Εκείνη τη στιγμή ξυπνά ο Δίας, πετάγεται πάνω, βλέπει τον Ποσειδώνα με το μέρος των Αργείων,στεφάνι» τους, «το μεν ουκ αν εγώ ποτέ μαψ ομόσαιμι» (που πάνω του ποτέ όρκο ψεύτικο δεν παίρνω) (Ιλ. Ο, 40) πως όλα αυτά τα έκανε ο Ποσειδώνας! Ο Δίας χαμογελάει και… έκτοτε η ιστορία συ­νεχίζεται. αγριοκοιτάζει την Ήρα και της λέ­ει: «πολύ πρόστυχος ήταν ο δόλος σου Ήρα (Ιλ. 9,14) και δεν ξέρω αν δε σε ξαναδείρω με το λουρί. Ή μήπως ξέχασες τότε που σε κρέμασα ψηλά από τα πόδια;» Την απειλεί ότι θα της κάνει και άλλα πολλά για να σταματήσει τις απάτες, και για να δει ότι δεν θα κερδίσει τίποτα με τον έρωτα και το κρεβάτι «ην (ευνήν) εμίγης ελθούσα θεών άπο και με ηπάτησας». (Ιλ. Ο, 32-33) Η Ήρα προσποιείται την τρομαγμένη, και του ορκίζεται στο «
  
Άλλες πτυχές της Ομηρικής ψυχής

Παρ’ όλον ότι οι ομηρικοί ήρωες και ο κόσμος τους ζούσαν σ’ ένα σκληρό περιβάλ­λον, και για να μπορέσουν να επιβιώσουν έ­πρεπε να είναι ψυχικά ανάλογα προετοιμα­σμένοι, εν τούτοις βλέπουμε και σκηνές που φωτίζουν και από άλλη πλευρά την ομηρική ψυχή. Ο Αχιλλέας αγαπάει τη μητέρα του, και το δείχνει. Σε στιγμές μεγάλης θλίψης προσεύ­χεται σ’ αυτήν (Ιλ. Α, 351). Ο Χρύσης προ­σφέρει λύτρα αμέτρητα για να πάρει πίσω τη Χρυσηΐδα, την κόρη του. (Ιλ. Α, 13)
Και σε πολλές άλλες περιπτώσεις βλέ­πουμε μέσα σ’ εκείνες τις θηριώδεις ψυχές ό­τι κρύβονταν και τρυφερότητα λίγη ή πολ­λή, κυρίως για συγγενείς εξ αίματος, πρώ­του, το πολύ και δεύτερου βαθμού. Δεν έλειπαν όμως και οι οπορτουνιστικές σκέψεις. Άλλωστε είναι κι αυτές τόσο ανθρώπινες. Η χήρα Βρισηίδα κλαίει και χτυπιέται πάνω στο νεκρό του Πάτροκλου, γιατί της είχε υποσχεθεί ότι θα… την πάν­τρευε με τον Αχιλλέα, που είχε σκοτώσει τον άντρα και τρία αδέλφια της (Ιλ. Τ, 287-98).
Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις άγριου μίσους. Ο Αγαμέμνων παραπονείται για τη συμπεριφορά της γυναίκας του και την απο­καλεί «σκύλα» (Οδ. λ, 409). Σε μιαν άλλη σκηνή μας δίνει ο Όμηρος τη φοβερή εικό­να μιας μάνας, της Αλθαίας, να κλαίει, και γονατισμένη να χτυπάει τη γη με τα χέρια της, καλώντας τον Άδη και την Περσεφόνη να σκοτώσουν το γιο της τον Μελέαγρο, ε­πειδή της είχε σκοτώσει στη μάχη τον αδελ­φό της (Ιλ. I, 587-8).

Έρως και Ψυχή, γλυπτό του Αντόνιο Κανόβα (Antonio Canova)


Ο σαρκικός έρωτας, το sex 

Αναφέραμε πάρα πάνω τον πλατωνικό έ­ρωτα και τον συζυγικό οικογενειακό έρωτα, έτσι όπως τους απαντούμε στα Έπη. Μένει τώρα ν’ ασχοληθούμε και με τον σαρκικό έ­ρωτα, αυτόν που διεθνώς πια ονομάζουμε sex και που απασχολεί σημαντικό αριθμό στί­χων. Σ’ αυτόν τον έρωτα μπορούσε βέβαια να συνυπάρχει και η τρυφερότητα, η αγάπη, η συμπάθεια ή κάποιο άλλο ευγενές αίσθημα, αλλά δεν ήταν αναγκαίο.

Οι γυναίκες

Δίας και Δανάη
Τις γυναίκες τις αποκτούσαν ή με το σπαθί τους, και οι εκστρατείες είχαν σχεδόν απο­κλειστικό σκοπό την αρπαγή γυναικών (Οδ. λ, 403). Οι σκηνές του Αγαμέμνονα είναι γε­μάτες με γυναίκες (Ιλ. Β, 225). Και ο Αχιλλέ­ας απειλεί ότι θα φορτώσει τα καράβια του με χαλκό, χρυσάφι, σίδερο και όμορφες γυ­ναίκες, και θα φύγει για την πατρίδα του (Ιλ. I, 365). Ή τις κέρδιζαν στους αγώνες όταν έ­παθλο ήταν μια ή περισσότερες γυναίκες. Ένα αμάξι με δυο άλογα ή μια γυναίκα του κρεβατιού αθλοθετεί ο Αγαμέμνων (Ιλ. Ε, 291). Ένα τρίποδα ή μια γυναίκα αθλοθετούν όταν πεθάνει κανένας τρανός (Ιλ. Χ, 164). Ε­πτά γυναίκες που να ξέρουν λεπτές εργασίες προσφέρει ο Αγαμέμνων στον Αχιλλέα για να τον εξευμενίσει (Ιλ. I, 270), και του υπό­σχεται άλλες είκοσι μετά την κατάληψη της Τροίας. Χώρια που του χαρίζει και μια από τις τρεις κόρες του, όποια θέλει (Ιλ. I, 284).
Ένας τρίποδας με αφτιά και μια καλή γυ­ναίκα, ειδικευμένη σε λεπτές εργασίες, ορί­ζεται σαν πρώτο έπαθλο στους αγώνες αρμα­τοδρομίας που οργάνωσε ο Αχιλλέας κατά την ταφή του Πάτροκλου (Ψ, 263). Άλλοτε πάλι τις αγόραζαν, κι έτσι βλέ­πουμε τον Ιφιδάμα, να πληρώνει για τη γυ­ναίκα του, την κόρη του Κισσέα, 100 βόδια, και υπόσχεται και 1000 γιδοπρόβατα (Ιλ. Λ, 244). Την Ευρύκλεια, «που μόλις είχε βγάλει χνούδι», την αγόρασε ο Λαέρτης για 20 βό­δια (Οδ. α, 430).
Κατά κανόνα, για να πάρουν μια γυναίκα έ­πρεπε να πληρώσουν, με μοναδική εξαίρεση τον Αγαμέμνονα, που υπόσχεται να δώσει πολλά στον Αχιλλέα, αν θελήσει να παν­τρευτεί μια από τις τρεις κόρες του* (Ιλ. I, 148). Ένας από τους λόγους που οι Μνηστήρες αποφεύγουν να πάνε να ζητήσουν την Πηνε­λόπη επίσημα από τους δικούς της, τον πατέ­ρα της Ικάριο και τ’ αδέρφια της είναι και αυτός. Το ότι δηλαδή έπρεπε να πληρώσουν για να την πάρουν και μάλιστα πολλά (Οδ. β, 52), χώρια που το δικαίωμα επιλογής το είχε ο Ικάριος. Ενώ πολιορκώντας την στην Ιθά­κη, και πιο ευχάριστα περνούσαν και δεν πλήρωναν ούτε μια δραχμή.
 * Ο Αγαμέμνων αναφέρεται στις τρεις κόρες του, την Ηλέκτρα, την Χρυσόθεμι και την Λαοδίκεια. Την άλλη κόρη του, την Ιφιγένεια είχε θυσιάσει στην Αυλίδα.

Χωρισμός των γυναικών κατά κατηγορίες

Η ωραία Ελένη
Τις γυναίκες τις χώριζαν σε τρεις κατηγο­ρίες, τρεις ποιότητες. Η πρώτη περιελάμβανε τις γυναίκες του κρεβατιού, που ήσαν και οι ακριβότερες. Η δεύτερη εκείνες που ήξεραν να πάρουν τα χέ­ρια τους και να κάνουν κάποια λεπτή εργα­σία. Και τέτοιες περίφημες ήσαν οι γυναίκες της Λέσβου (Ιλ. I, 270), και της νήσου των Φαιάκων (Οδ. η, 109-10), αν και από αυτές τις τελευταίες, σκλάβες δεν αναφέρονται. Και τέλος, η τρίτη κατηγορία, όλες τις άλλες, που τις χρησιμοποιούσαν κυρίως για να αλέ­θουν στους χειρόμυλους (Οδ. υ, 110), και άλ­λες χοντροδουλειές. Μερικές προορίζονταν για πιο σύνθετες ασχολίες. Ο Αγαμέμνων θέ­λει τη Χρυσηΐδα και για να υφαίνει και για να κοιμάται μαζί του (Ιλ. Α, 31).
Εκτός από μια περίπτωση, δεν αναφέρον­ται γυναίκες σε γεωργικές εργασίες, κάτι που αργότερα ήταν ο κανόνας. Η εξαίρεση είναι εκείνη όπου η δούλα του πατέρα του Εύ­μαιου συνελήφθη από ληστές «αγρόθεν ερ­χομένη» (Οδ. β, 427). Δεν είναι αρκετά ισχυ­ρό αποδεικτικό στοιχείο, αλλά δεν έχουμε κι άλλο. Και για να σχηματίσουμε μιαν ιδέα, έστω και αμυδρά, του κόστους μιας γυναίκας θα προσθέσουμε την εξής πληροφορία. Ένας μεγάλος τρίποδας άξιζε τόσο όσο και 12 βό­δια, μια σκλάβα καλή, τέσσερα βόδια (Ιλ. Ψ, 702). Και στο Ιλ. Ψ, 752 μαθαίνουμε πως ένα βόδι άξιζε μισό χρυσό τάλαντο. Από τις πληροφορίες αυτές, κάνοντας μιαν αναγωγή του βοδιού σε πιθανή ποσότητα κρέατος, έ­χουμε μια πολύ θολή πληροφορία για το ποια ήταν η αγοραστική αξία του τάλαντου, και ποια μιας σημερινής καλής γυναίκας. Εκτός των αρετών που αναφέρθηκαν πάρα πάνω, και η παρθενία ήταν ένας συντελεστι­κός παράγων στην κοστολόγηση μιας γυ­ναίκας (Ιλ. I, 132). Ο Αγαμέμνων υπόσχεται ότι η Βρισηίδα είναι απείραχτη όταν την επιστρέφει στον Αχιλλέα, «παρ’ όλον ότι το αντίθετο είναι φυσικό να γίνεται ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες» (Ιλ. I, 276). Πλην της παρθενίας, το ανάστημα, η επι­δεξιότητα στα χέρια, το μυαλό, τα έργα, έ­παιζαν αποφασιστικό ρόλο στον Αγαμέμνο­να, και γι’ αυτό δηλώνει ότι προτιμά τη Χρυσηΐδα από την Κλυταιμνήστρα (Ιλ. Α, 113).
Τέλος και η ομορφιά ήταν ένας σημαν­τικός παράγοντας, και φυσικά όμορφες γυ­ναίκες εθεωρούντο -ποιες άλλες; – οι Μωραΐτισσες. «Αχαΐδα καλλιγύναικα» αναφέ­ρει ο Όμηρος (Ιλ. Γ, 75, 258). Και τα νιάτα, φυσικά, έπαιζαν κι αυτά το ρόλο τους. Και ο Οδυσσέας είχε την ειλικρίνεια να δηλώσει στην Καλυψώ: «Συμπάθα λατρευτή θεά. Καλά κι εγώ το ξέρω σαν πόσο φαίνεται άσχημη μπρο­στά σου η Πηνελόπη στ’ ανάστημα και τη μορφή, τις δυο σας όποιος συγκρίνει θνη­τή είναι εκείνη, μα θεά κι αγέραστη είσαι ατή σου» (Οδ. ε, 215-16)

To sex

Φαίνεται πως στο σημείο αυτό οι ομηρι­κοί ήρωες είχαν προχωρημένες αντιλήψεις. Γι’ αυτό και η Θέτις συνιστά στο γιο της Α­χιλλέα: «Αγαθόν δε γυναίκα περ’ εν φιλότητι μίσγεσθαι» ( γιατί είναι καλό να συνευρίσκεται κανείς με γυναίκα που αγαπά). (Ιλ. Ω, 130) Συμβουλή που δεν πάει χαμένη, γιατί ο Α­χιλλέας, παρ’ όλα τα κλάματα για τον Πά­τροκλο, παίρνει και τη Βρισηίδα δίπλα του, όταν πέφτει να κοιμηθεί, για να τον πάρει ο ύπνος (Ιλ. Ω, 676). Αυτή η σύσταση της Θέτιδας εύρισκε πλή­ρη εφαρμογή, όχι μόνο στους άντρες, αλλά και στις κοπέλες, για τις οποίες γράφει ο Όμηρος: «ευνή και φιλότητι, τας τε φρένας ηπεροπεύει θηλυτέρησι γυναιξί, και η κ’ ευεργός έησιν» που θα πεί: «…(το κρεβάτι και ο έρωτας) τα κάνουν αυτά, τα μυαλά των κοριτσιών να στρί­ψουν κι ας ήταν πρώτα φρόνιμα» (Οδ. ο, 421)

Σκηνή από συμπόσιο. Τέλος 6ου αιώνα π.χ. Βασιλικό Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας, Βρυξέλες.

Τη συμβουλή που είπαμε πάρα πάνω ότι η Θέτις έδωσε στο γιο της τον Αχιλλέα, την είχε από τον πατέρα της τον Δία, του οποίου οι κατακτήσεις υπερβαίνουν σε αριθμό όλων των άλλων θεών. Μόνος του καυχόμενος α­ναφέρει τους δεσμούς του με τη γυναίκα του Ιξίονα – δεν θυμάται τ’ όνομα της – τη Δα­νάη με τα ωραία πόδια, την κόρη του Φοίνι­κα – ούτε αυτηνής θυμάται τ’ όνομα, κι ας του γέννησε τον Μίνωα και τον Ραδάμανθυ – τη Σεμέλη, την Αλμήνη, τη Δήμητρα, τη Λητώ (Ιλ. Ξ, 307-27), τη Λαοδάμεια (Ιλ. Ζ, 197), την Αντιόπη (Οδ. λ, 260).
Σκηνή από συμπόσιο, λεπτομέρεια. Τέλος 6ου αιώνα π.χ.
Όλες αυτές οι συναντήσεις, όχι μόνο του Δία αλλά και των άλλων θεών και ημιθέων, είχαν σαν αποτέλεσμα να γεννιούνται εκά­στοτε από ένα έως δύο παιδιά, γεγονός που αποδεικνύει ότι: «ουκ αποφώλιαι ευναί αθα­νάτων», που σημαίνει σ’ ελεύθερη μετάφρα­ση πως «οι θεοί δεν παίζαν στο κρεβάτι» (Οδ. λ, 249). Τελικά, από τη σωρεία των ερωτικών περιπετειών που συναντούμε στον Όμηρο αναφέρουμε: Τον Άρη με την Αστυόχη (Ιλ. Β, 515), «την ντροπαλή παρθένα που γέννησε δυο γιους όταν ανέβηκε στο ανώι να κοιμηθεί και ο θεός Άρης πήγε και πλάγιασε κρυφά μαζί της».
Τον Αγχίση με την Αφροδίτη, που γέννησαν τον Αινεία (Ιλ. Β, 8). Τον Βουκολίωνα με την Αβαρβαρίη (Ιλ. Ζ, 24), τον Βελερεφόντη με την Άντεια (Ιλ. Ζ, 159). Τον Τιθωνό με την Αυγή (Ιλ. Λ, 1· Οδ. ε, 1). Τον Σπερχειό με την Πολυδώρα (Ιλ. Π, 175). Τον Ερμή με την Πολυμήλη (Ιλ. Π, 180). Τον Ο­δυσσέα με την Καλυψώ, που ο δεσμός τους κράτησε επτά χρόνια (Οδ. α, 14, 55). Τον Ποσειδώνα με την Βόωσσα (Οδ. α, 71). Τη Δήμητρα με τον Ιασίωνα (Οδ. ε, 125).
Τον Ποσειδώνα με την Περίβοια (Οδ. η, 57). Τον Ενιπέα με την Τυρώ (Οδ. λ, 235). Τον Ποσει­δώνα με την Ιφιμέδεια (Οδ. λ, 305). Την Ερι­φύλη, που απατούσε τον άνδρα της «επί χρήμασιν» (Οδ. λ, 326). Τον Τιτυό, ο οποίος ξε­πλήρωσε στον Δία όλα τα στεφάνια που δεν σεβάστηκε, απλώνοντας χέρι στη Λητώ, την επίσημη μαιτρέσσα του Δία (Οδ. λ, 580). Ά­σε πια τους Μνηστήρες, που περιμένοντας από τριετίας να πει η Πηνελόπη το ναι έσερ­ναν τις σκλάβες «αεικελίως κατά δώματα καλά» (απρεπώς, ανάρμοστα προς τα ωραία δωμάτια) (Οδ. π, 108). Εδώ όμως σταματά το κουτσομπολιό αυτό. Αυτό το «ποιος, πού, ποιαν».

Τα νόθα

Κάτω από αυτές τις τόσο διαδεδομένες στον Ομηρικό κόσμο συναντήσεις Θεών με θνητές, και με τις συνέπειές τους, νομίζω πως θα πρέπει να δούμε τις τόσο φυσικές προγα­μιαίες ή εξωσυζυγικές σχέσεις, που τα προϊ­όντα τους έσπευδαν να τα περιβάλουν με θεϊκή ιδιότητα, για να τα προστατέψουν, και να προστατευθούν και οι ίδιες οι μητέρες, α­πό την οργή του περιβάλλοντος. Η λύση αυτή, η αναγνώριση δηλαδή της θείας επέμβασης στη γέννηση του νεογνού, απήλλασσε και τους άνδρες από την υποχρέ­ωση να παίξουν αυτόν τον δυσάρεστο ρόλο του αρσενικού τιμωρού και εκδικητή. Βόλευε όλο τον κόσμο. Και το μικρό, και τη μητέρα, και τον μη πατέρα.
Καμιά φορά, οι γείτονες ήσαν κάπως δύ­σπιστοι και είχαν αμφιβολίες για την πατρό­τητα του νεογέννητου. Όπως στην περί­πτωση της Πολυδώρας της αδελφής του Α­χιλλέα, που παρ’ όλη την επιμονή της ότι ο Μενέσθιος ήταν γιος του άντρα της του Βώρου, δεν έπεισε κανέναν. Ήταν κοινό μυστι­κό πως τον είχε συλλάβει με τον «ακούρα­στο» Σπερχειό (Ιλ. Π, 175).
Μια περίπτωση συζυγικής τρυφερότητας και αφοσίωσης είναι και η Θεανώ, που για χάρη του άντρα της Αντήνορα, του μεγάλω­σε το νόθο γιο του, εξ ίσου φροντισμένα με τα δικά της παιδιά (Ιλ. Ε, 70). Νόθος ήταν και ο Μέδοντας ο νόθος γιος του Οϊλέα, βασιλιά της Θαυμακίας (Δομοκός) (Ιλ. Β, 727), και ο Τεύκρος ο γιος του Τελαμώνα (Ιλ. Θ, 284).
Το ρεκόρ στα νόθα, το είχε ο Πρίαμος, ο ο­ποίος είχε πενήντα παιδιά, εξ ων, δέκα εννέα ομομήτρια. Τα άλλα όλα νόθα. (Ιλ. Ω, 495) Τα παιδιά, γνήσια και νόθα, συνήθως μεγά­λωναν μαζί, χωρίς διακρίσεις. Αλλά όταν ερχόταν η ώρα της διανομής της πατρικής περιουσίας «…μα λιγοστά σε μένα μου δώ­σανε στη μοιρασιά κι ένα του σπίτι μόνο» (Οδ. ξ, 210), παραπονείται στη φανταστική του διήγηση ο Οδυσσέας, που σημαίνει, πως ήταν συνηθισμένο να γίνεται έτσι στην πρα­γματικότητα.

Απαγωγές

Ο Πάρης και η ωραία Ελένη , Jacques-Louis David, 1788.
Καμιά φορά ο ερωτικός παροξυσμός ο­δηγούσε και σε απαγωγή της κόρης, η οποία φεύγουσα συναπεκόμιζε και όσα τιμαλφή προλάβαινε. Τέτοια ήταν και η περίπτωση της Ελένης, που φεύγοντας με τον Πάρι, του σηκώνει το σπίτι του Μενέλαου, αφήνοντάς του μόνο το μικρό κοριτσάκι τους την Ερμιό­νη. (Ιλ. Γ, 175) Αργότερα, νοσταλγεί τον… Μενέλαο (Ιλ. Γ, 139), και αναγνωρίζει την ά­πρεπη συμπεριφορά της, «τα αίσχεα και ανείδεά της» ( τις αισχρές και άσχημες πράξεις της). (Ιλ. Γ, 242) Οι τύψεις όμως αυτές δεν την εμποδίζουν να καταφύγει στην κρεβατοκάμαρα του Πάρι, διαμαρτυρόμε­νη καθ’ οδόν στη θεά Αφροδίτη, γιατί την… έσπρωχνε προς τα εκεί (Ιλ. Γ, 395-420). Εκεί την περίμενε ο Πάρις, ο οποίος αφού τη γλύτωσε παρά τρίχα στη μονομαχία του με το Μενέλαο, είναι τώρα εκτός εαυτού από ερω­τική διάθεση, και επίμονα απαιτεί από την Ελένη «εδώ και τώρα».

Ο έρωτας και το θέατρο

Ανυπέρβλητη σε νάζι και υποκρισία είναι η σκηνή που ακολουθεί. Η Ελένη, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες και τις κατάρες κατά του Πάρι, που της λέει με κατεβασμένα μάτια, «όσσε πάλιν κλίνασα», τον ακολουθεί και στο σκαλιστό κρεβάτι (Ιλ. Γ, 448). Και όλα αυτά καθ’ ον χρόνον η μάχη μαινόταν έξω από τα τείχη, και ο Μενέλαος έψαχνε ανά­μεσα στους Τρώες πολεμιστές, να τον βρει. Ο Έρωτας θέλει και λίγο θέατρο.
Γι’ αυτό και ο Όμηρος βάζει τη θεά Αφροδίτη να λα­βαίνει μέρος στη… μάχη, και μάλιστα να τραυματίζεται στο χέρι (Ιλ. Ε, 335). Μεταφέ­ρεται με ασθενοφόρο της εποχής, και συγκεκριμένως με τα άλογα του Άρη, εσπευσμέ­νως στον Όλυμπο, όπου ο πατέρας της ο Δί­ας της λέει: «Δεν είναι για σε παιδάκι μου τα έργα του πολέμου. Συ τις ευχάριστες δουλειές του γάμου να κοιτάζεις». (Ιλ. Ε, 429)
Aphrodite, National Archaeological Museum of Athens
Η Αφροδίτη σαν θεά του Έρωτα ήταν ά­φθαστη σε τερτίπια ερωτικά και τις σχετικές γνώσεις, που τις διέθετε μάλιστα αφιλοκερ­δώς. Η Ήρα καταφεύγει στις συμβουλές της, προκειμένου να ξυπνήσει το συζυγικό ενδι­αφέρον του Δία (Ιλ. Ξ, 215). Το θέατρο όμως αυτό θέλει και προσοχή και δεν πρέπει να το αφήνουμε να φτάνει στα άκρα. Σε μια θεατρική χειρονομία, ο Πάρις κα­λεί σε μονομαχία τον Μενέλαο, και γλυτώνει ως εκ θαύματος (Ιλ. Γ, 69 κ.ε.).
Εκεί όμως που το θέατρο φτάνει στην αποκορύφωσή του, είναι στη σκηνή όπου ο Οδυσσέας, «επεί ουκέτι ήνδανε νύμφη», (γιατί του γύρισε η καρδιά να ζει με την νεράιδα, με δικά μας λό­για, αφού βαρέθηκε να ζει εφτά χρόνια με την Καλυψώ, κι ας ήτανε Νεράιδα), άρχισε να χρησιμοποιεί τα μεγάλα μέσα. Κατέβαινε κάτω στην παραλία, και: «Όλη μέρα κάθονταν σε βράχους σ’ α­κρογιάλια με κλάμα, πόνους, στενα­γμούς, σπαράζοντας τα στήθια». Αλλά τη νύχτα κατ’ ανάγκην, «μέσα στις όμορφες σπηλιές μαζί της εκοιμόταν, χωρίς να θέλει αυτός εκείνη το ζητούσε» (Οδ. ε, 154-5).
Τα ίδια επαναλαμβάνονται αργότερα και με την Κίρκη (Οδ. ι, 3), της οποίας δεν αρ­νείται τας αγκάλας, τη συμβουλή του Ερμή ακολουθώντας (Οδ. κ. 297), και την πρόταση της ίδιας: «να πάμε στο κρεβάτι μου μαζί να κοιμη­θούμε, το στρώμα και τ’ αγκάλιασμα κάθε υποψία να σβήσουν» (Οδ. κ, 3). Έτσι κι έγινε. «Και τότε εκεί καθίσαμε ολόκληρο ένα χρόνο» (Οδ. κ, 467).

Sensualités raffinées (εκλεπτυσμένη ηδονή, απόλαυση)

Η Πηνελόπη και οι μνηστήρες από τον John William Waterhouse (1912)
Παρ’ όλον ότι οι πολλαπλοί έρωτες που παρεμβάλλονται στα Έπη αφήνουν ελεύθε­ρο έδαφος για την παρεμβολή τολμηρών λε­πτομερειών, που τόσο ενθουσιάζουν συγ­γραφείς και αναγνώστες, εντούτοις δεν τις συναντούμε παρά ελάχιστες φορές, κι εκεί­νες υπονοούμενες. Μια φορά στην Ιλιάδα (Ιλ. Τ, 261-3), ορκί­ζεται ο Αγαμέμνων: «Μη μεν εγώ κούρη Βρισηίδι χείρ’ επέκεινα ούτ’ ευνής πρόφασιν κεχρημένος ούτε τευ άλλου αλλ’ έμεν’ απροτίμαστος ενί κλισίησιν εμήσιν».
 Μια άλλη πληροφορία που εμφανίζει τον Αχιλλέα να κοιμάται με την Διομήδη, και τον Πάτροκλο με την Ίφη στην ίδια σκηνή (Ιλ. I, 662-7), δεν μπορεί να στηρίξει κατηγορία για amours en commun (κοινοί έρωτες), αν και τίποτα δεν τους αποκλείει. Και τέλος μια τρίτη. Ασφαλώς δεν έβαλε τυχαία ο Όμηρος την Πηνελόπη να αναγνωρίζει τον Οδυσσέα, μό­νο όταν της έκανε περιγραφή του κρεβατιού τους (Οδ. ψ, 205).
Κάποια αλληγορία κρύβεται πίσω από τους στίχους αυτούς. Μόνο από τις λεπτομέρειες της περιγραφής πείθεται η Πηνελόπη για την ταυτότητα του Οδυσσέα, και: «εκείνοι τότε, στο παλιό κρεβάτι με λα­χτάρα, της παντρειάς θυμήθηκαν την ορισμένη τάξη» (Οδ. ψ, 296). Από την αποφυγή της παράθεσης τέτοιων λεπτομερειών, μπορούμε να συμπεράνουμε ό­τι τα Έπη, στη μορφή τουλάχιστον που τα κληρονομήσαμε, προορίζονταν για συντη­ρητικό ακροατήριο.

Η ομοφυλοφιλία

Άνδρας διεγείρει ένα αγόρι. Μουσείο Ashmolean, Οξφόρδη. Γύρω στα 480 π.χ.
Σ’ όλα τα Έπη συναντούμε δύο σχετικούς υπαινιγμούς. Ο πρώτος, στους στίχους (Ιλ. Ε, 266), εκεί που ο Δίας αρπάζει το ωραίο βοσκόπουλο, τον Γανυμήδη, τον γιο του Τρώα, και για αποζημίωση δίνει στον συγκαταβατικό πατέρα μια περίφημη ράτσα αλό­γων, του Αχιλλέα με τον Πάτροκλο, που και μεγαλύτερός του ήταν (Ιλ, Λ, 787) και ιατρι­κές γνώσεις είχε (Ιλ. Λ, 830). Οι υπερβολές του πένθους του Αχιλλέα για τον φίλο που έχασε, γεννούν μερικές αμ­φιβολίες. Οι πράξεις του Αχιλλέα μέχρι ποίου σημείου μπορούν να θεωρηθούν πρά­ξεις ανθρώπου οργίλου που δεν ελέγχει εαυ­τόν; Ή είναι πραγματικά δείγματα βαθειάς ερωτικής απελπισίας; Ας δούμε τους σχετικούς στίχους: Στο στίχο (Ιλ. Π, 247) ο Αχιλλέας προσεύ­χεται στο Δία «ασκηθής μοι έπειτα θοάς επί νήας ίκοιτο» (μετά την μάχη ας μου γυρίσει γερός – ο Πάτροκλος- κοντά στα γρήγορα καράβια).
Στους στίχους (Ιλ. Τ, 317 κ.ε.) στους οποί­ους, αναφερόμενος ο Αχιλλέας στις αρετές του νεκρού Πάτροκλου, λέει: «Φίλτατ’ εταίρων»… μου έφερνες νόστιμο φαγητό μέσα στη σκη­νή γρήγορα και πρόθυμα. Και παρακάτω: «αυτόν (τον Πάτροκλο) εγώ δεν θα τον ξεχάσω, ούτε ζωντανός, ούτε πεθαμένος» (Ιλ. Χ, 388) Και τώρα η πολυσυζητημένη σκηνή της εμφάνισης του φάντασματος του Πάτροκλου (Ιλ. Ψ, 69). Εμφανίζεται το φάντασμα και λέει του κοιμισμένου Αχιλλέα: «Κοιμάσαι, αλλά με ξέχασες, Αχιλλέα. Όσο ζούσα με φρόντι­ζες. Τώρα που πέθανα όχι πια. Θάψε με όσο μπορείς πιο γρήγορα για να περάσω τις Πύ­λες του Άδη». «Ζωντανοί πια δε θα συσκεφτούμε μακριά από τους αγαπημένους συν­τρόφους». Και ακόμη τον παρακαλεί: «Μη εμά σων επάνευθε τιθήμεναι οστέ, Αχίλλευ» (Τα κόκκαλά μου να μη μπουν χωριστά από τα δικά σου).  (Ιλ. Ψ, 83)
Μέχρις εδώ δεν μπορεί να βρει κανείς στη σχέση Αχιλλέα – Πάτροκλου τίποτ’ άλλο από μια μεγάλη φιλία. Οι στίχοι όμως (Ιλ. Ψ, 97) αφήνουν ανοιχτό ένα παραθυράκι: «αλλά μοι άσσον στήθι- μίνυν θά περ αμφιβαλόντε αλλήλους ολοοίο τεταρπώμεθα γόοιο» (αλλά στάσου πιο κοντά μου. Για λίγο. Κι αγκαλιασμένοι ας παρηγορηθούμε κλαίγον­τας), λέει ο Αχιλλέας στο φάντασμα του Πά­τροκλου. Ένα δεύτερο παραθυράκι ανοίγουν οι στίχοι (Ιλ. Ω, 6). Ο Αχιλλέας δεν μπορεί να κοιμηθεί και στριφογυρίζει πάνω στο κρεβά­τι του: «Πατρόκλου ποθέων ανδρότητά τε και μένος ευ ηδ’ οπόσα τολύπευσε συν αυτώ και πάθεν άλγεα» (ποθώντας ή θυμούμενος τον ανδρισμό ή την γενναιότητα και το θάρρος του Πατρόκλου και όσα υπέφερε μαζί του και όσους γνώρισε πόνους).
Αν δοθεί η πονηρά ερμηνεία εις τον όρο «ανδρότητα», τότε εύκολα θα μπορούσε να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι οι θρυλικοί αυτοί φίλοι ήσαν και ομοφυλόφι­λοι. Αν όμως δώσουμε στο «ποθέων ανδρό­τητα και μένος» την ερμηνεία «νοσταλγών­τας την παλικαριά και το θάρρος, και τα όσα τραβήξανε μαζί», τότε καταπίπτει η επαρίστερος αυτή σκέψη. Αργότερα, όταν σκοτώθηκε και ο Αχιλλέ­ας, τα οστά του μπαίνουν μαζί με του Πάτροκλου, στον ίδιο αμφιφορέα, σύμφωνα με την εντολή και του Αχιλλέα και του Πατρόκλου.
Ενώ τα οστά του Αντίλοχου, που κι εκείνος ήταν από τους επιστήθιους φίλους του Α­χιλλέα, μπαίνουν χωριστά (Οδ. Ω, 76-7). Αλλά είναι τόσο δύσκολο από το λίγο φως που δίνουν τα παραθυράκια αυτά στα σκοτά­δια της ανθρώπινης ψυχής, να βγάλει κανείς ένα κατηγορηματικό συμπέρασμα! Πάντως ένα είναι βέβαιο και σαφές. Στα Ομηρικά Έπη αποφεύγουν να θίξουν το θέ­μα της ομοφυλοφιλίας, κι αυτό μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι το γνώριζαν, αλλά δεν το ευλογούσαν.

Ο έρωτας σαν ποινή ή εκδίκηση
  
Τα αισθήματα που υποκινούσαν τον έρωτα στους Ομηρικούς ανθρώπους δεν ήσαν πά­ντα ευγενικά. Υπάρχουν περιπτώσεις που βλέπουμε ήρωες να εμφανίζονται σαν ερω­τευμένοι, ενώ στην πραγματικότητα δεν ή­ταν. Τέτοια είναι η περίπτωση του Αχιλλέα, που την Βρισηίδα δεν την αγαπά, παρ’ ότι δηλώνει «εγώ αυτήν την αγαπούσα μέσα από την καρδιά μου, μ’ όλο που την κέρδισα με το κοντάρι μου» (Ιλ. 1,343), αλλά είναι οργι­σμένος γιατί θεωρεί τον εαυτό του ταπεινωμέ­νο (Ιλ. Α, 293). Μια δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη που ο σοφός Νέστορας παροτρύνει τους Αχαιούς να μη βιάζονται να φύγουν και να γυρίσουν σπίτια τους «πριν τινα παρ’ Τρώων αλόχω κατακοιμηθείναι» ( πριν κανείς πλαγιάσει με κάποια Τρωαδίτισσα) (Ιλ. Β, 355).
   
Η Ζήλεια

Μαρμάρινο άγαλμα της Αφροδίτης που δείχνει να περιποιείται τα μαλλιά της μετά από μπάνιο. Μουσείο Ρόδου.
Λέγεται πως ο Έρωτας είναι μια από τις ευγενέστερες εκδηλώσεις της ανθρώπινης ψυχής. Συνήθως ο ένας αγαπά, ο άλλος υφίσταται την αγάπη του πρώτου. Ουαί όμως και αλλοίμονο σ’ εκείνον που θα επιχειρήσει να παρεμβληθεί σ’ αυτή την χιλιοτραγουδημένη τρυφερή σχέση. Ή και απλώς τολμήσει να ζητήσει, ο ένας από τους δύο, τη διακοπή, ή και προσωρινή αναστολή, της επιβεβλημέ­νης και αναγκαστικής αυτής αγάπης. Κάπως έτσι γεννιέται η ζήλεια. Πολλοί στίχοι του Ομήρου έχουν αφιερωθεί στην αντίθετη αυ­τή αλλά και απαραίτητη πλευρά του έρωτα. Σταχυολογούμε όσους μπορούμε.
Ο Αμύντορας, ο πατέρας του γερο-Φοίνικα, είχε οργιστεί εναντίον του γιου του από την εξής αφορμή: Ο Αμύντορας είχε στο σπίτι του μεταξύ του προσωπικού του και μια κοπελίτσα «καλλικόμοιον», κι αδιαφορούσε για τα μαραμένα κάλλη της γυναίκας του. Η τελευταία πείθει το γιο της να πλαγιάσει με την κοπελίτσα πρώτος αυτός ώστε να σιχα­θεί το γέρο. Έτσι κι έγινε. Το έμαθε όμως ο γέρος και τον καταριέται. Κι ο γιος αναγκά­ζεται να εγκαταλείψει το σπίτι (Ιλ. 1,448-75).
Ο Λαέρτης είχε αγοράσει μια νεαρή σκλά­βα «πρωτόχνουδη», με την οποία όμως απέ­φυγε να κοιμηθεί, για να μη ζηλέψει η γυ­ναίκα του η Αντίκλεια, η μητέρα του Οδυσ­σέα (Οδ. α, 430).
Η μικρή Ευρύκλεια όμως, δεν ξέρω πώς τα κατάφερε, και είχε γάλα για να θηλάσει τον Οδυσσέα όταν ήταν βρέφος (Οδ. τ, 4). Δεν ζήλευαν όμως μόνο οι άνθρωποι. Ζή­λευαν και οι θεοί. Οργισμένη η Καλυψώ τους στηλιτεύει: «Σκληροί θεοί, ζηλιάρηδες, πιο πάνω σεις απ’ όλους, / που σκάζετε με τις θεές, αν με θνητό πλαγιάσουν / κι αν ίσως κά­μει ομόκλινο κι αν πάρει στο κρεβάτι της καμιά τον ποθητό της» (Οδ. ε, 118).
Ζηλιάρης όμως ήταν και ο Δίας, που δεν θα το περίμενε κανείς. Έτσι, κι όταν η Δή­μητρα… «πήγε σε βαθυχόρταρο χωράφι να πλαγιά­σει / με τον Ιασίονα αγκαλιά, καμένη από την αγάπη / τόμαθε ο Δίας στη στιγμή, και μ’ ένα αστροπελέκι / καυτό χτυπώ­ντας τούσβησε τη νιότη του κι εκείνου. / Τώρα έτσι πάλε σκάσατε, θεοί, μαζί μου, πόχω / άνδρα θνητόν…», τους καταμαρ­τυρεί η Πηνελόπη (Οδ. ε, 125).
Λόγους να ζηλεύει και ν’ ανησυχεί είχε και ο Αγαμέμνων. Γι’ αυτό κι όταν έφευγε για την Τροία, ανέθεσε σ’ έναν τραγουδιστή, άνθρωπο της εμπιστοσύνης του, την παρα­κολούθηση της γυναίκας του Κλυταιμνή­στρας. «Κι όταν μια μέρα η μοίρα της την έ­σπρωξε να πέσει / (στην αγκαλιά του Αί­γισθου) πέταξε τον τραγουδιστή / σ’ ερη­μονήσι απάνω / κι εκεί τον άφησ’ άσπλα­χνα, τα όρνια να τον φάνε» (Οδ. γ, 24).
Μια περίπτωση που ίσως πρέπει να μας α­πασχολήσει περισσότερο, είναι η ξέφρενη ζήλεια που νιώθει ο Οδυσσέας κυρίως για «τας δμωάς του» ( τις δούλες του). (Οδ. η, 225)
Η πρώτη σκέψη που τον απασχολεί, δεν είναι: τι έκανε η γυναίκα του, αλλά θέλει να μάθει «των γυναικών τη γνώμη». Ποιες γυναίκες τον ατιμάζουν και ποιες όχι (Οδ. π, 304, τ, 497, τ, 500). Όχι μόνον αυτός, αλλά και ο γιος του ο Τηλέμαχος, δείχνει ξεχωριστό ενδιαφέρον για τις ερωτοτροπίες των νεαρών κοριτσιών που είχαν σαν σκλάβες στ’ ανά­κτορα. Μεταμφιεσμένος ο Οδυσσέας, άκου­γε τις δούλες που ξεπόρτιζαν το βράδυ, και «ένδον η κραδίη (του) υλάκτει», και δεν του πήγαινε ύπνος από τη ζήλεια του (Οδ. υ, 5-10).
Η ερμηνεία που δίνει ο Όμηρος μπερδεύ­ει αντί να ξεδιαλύνει τα πράγματα: «Κι ως τρέχει η σκύλα ολόγυρα στα τρυ­φερά κουτάβια / σα νιώσει ξένο κι αλυ­χτά κι ορμά να τον δαγκώσει / έτσι αλυ­χτούσε κι η καρδιά στα στήθια του Δυσσέα / κι έβραζε τις παράνομες δουλειές αυ­τές να βλέπει» (Οδ. υ, 14-7). Κάτι τέτοιο επαναλαμβάνει απευθυνόμε­νος στους Μνηστήρες λίγο πριν αρχίσει ο φόνος τους (Οδ  . χ, 37).                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             
Αυτή η ζήλεια είναι εκείνη που οδήγησε τον Οδυσσέα στην απόφαση να καταδικάσει εις θάνατον τις δώδεκα κοπέλες, τα δουλάκια, του υπηρετικού προσωπικού των ανα­κτόρων, με μόνη την κατηγορία ότι «μ’ αγά­πες σμίγανε κρυφά με τους Μνηστήρες» (Οδ. χ, 464). Απόφαση που σπεύδει με ικανοποί­ηση να εκτελέσει ο γιος του Τηλέμαχος, και τις κρεμάει σαν τσίχλες. Κι αυτές λίγο τα πό­δια τίναξαν και πέταξε η ψυχή τους» (Οδ. χ, 473). Γιατί όμως; Τραυματισμένος εγωισμός του αρσενικού; Είναι πολύ πιθανόν, γιατί βλέπουμε και τον Τηλέμαχο να ζηλεύει: «…και προτιμώ να πέσω να πεθάνω / παρά τις άνομες δουλειές αυτές να βλέπω πάντα / …τις δούλες / αδιάντροπα να σέρνετε μέσ’ τ’ όμορφο παλάτι», λέει απευθυνόμενος στους Μνηστήρες (Οδ. γ, 316-9).
Στη συγχορδία αυτή της ζήλειας που παί­ζεται στ’ ανάκτορα μπαίνει και η Ευρύκλεια, η οποία στην επίμονη ερώτηση του Οδυσσ­έα· «Μόν’ έλα τώρα να μου πεις, απ’ του σπι­τιού τις δούλες / ποιες τι ψωμί μου ατίμασαν, και ποιες δεν έχουν κρίμα» (Οδ. χ, 417-8), α­παντά: «Πενήντα στο παλάτι σου έχεις γυναίκες δούλες / …/δώδεκα απ’ όλες έπεσαν σ’ αδιαντροπιά μεγάλη» (Οδ. χ, 421- 4). Κι εδώ ο αναγνώστης βλέπει τον Οδυσσέα να ενδιαφέρεται για το τι έκαναν οι δούλες.
Κι ενώ μπορούσε να ρωτήσει τη γριά Ευρύ­κλεια στην οποίαν είχε και κάθε εμπιστοσύ­νη, για το τι έκανε η Πηνελόπη με τους τό­σους Μνηστήρες, δεν το κάνει, αποφεύγει να μάθει την αλήθεια, συμβιβάζεται με τη βο­λική και αόριστη σκέψη «ότι ήθελαν να του πάρουν το ταίρι του», και δίνει μια καθαρή εικόνα ενός bon mari. Και η Πηνελόπη καταλαμβάνεται από μια τέτοια άγρια ζήλεια εναντίον της όμορφης Μελανθώς, αλλά εκείνη ήταν καθαρή αντι­ζηλία, γιατί η Μελανθώ κοιμόταν με τον Ευρύμαχο (Οδ. σ, 32). Αυτά όμως τα είπαμε πά­ρα πάνω.
Η ζήλεια ήταν μια έκρηξη τραυματισμένου εγωισμού. Τις δούλες όμως τις αγόρα­ζαν, όπως άλλωστε και τη σύζυγο, και απο­τελούσαν περιουσιακό στοιχείο. Οι Ομηρι­κοί ήρωες θα είχαν κάθε λόγο να το βλέπουν να πολλαπλασιάζεται, γιατί το παιδί της δού­λας ήταν κι εκείνο δούλος γεννημένος. Γιατί λοιπόν, όχι μόνο δεν το επεδίωκαν, αλλά και αυστηρά το απαγόρευαν; Εκτός από την ψυχολογική εξήγηση που έ­γινε δεκτή πάρα πάνω, θα πρέπει, νομίζω, να δεχθούμε ακόμη ότι ο ανεξέλεγκτος αριθμός γεννήσεων μέσα σ’ ένα κοινωνικό πυρήνα δημιουργούσε ανεπιθύμητα προβλήματα όχι μόνο επισιτιστικά, αλλά και κοινωνικής ισορροπίας.
Aphrodite and Eros (Pellegrini)
Από τις πιο σπαρταριστές σκηνές ζήλειας στον Όμηρο, είναι εκείνη του Ηφαίστου – Αφροδίτης – Άρη. Θα την αφηγηθούμε πε­ριληπτικά, γιατί είναι λίγο μεγάλη (Οδ. θ, 265 κ.ε.): Ο Άρης «παρασύρει» την Αφροδί­τη και ατιμάζουν το στρώμα του άντρα της του Ηφαίστου. Τους βλέπει όμως ο Ήλιος «μιγαζομένους φιλότητι», και το λέει του Ηφαίστου. Θυμώνει ο απατημένος σύζυγος και αποφασίζει να τους συλλάβει έπ’ αυτο­φώρω. Και αρχίζει να κατεβαίνει ένα-ένα τα σκαλοπάτια της ζήλειας.
Πρώτα, πιάνει και φτιάχνει ένα αόρατο και άθραυστο δίχτυ και τυλίγει μ’ αυτό, πάνω κάτω και ολόγυρα, το συζυγικό κρεβάτι, και λέει της γυναίκας του ότι έχει δουλειές στη Λήμνο και ότι θα λείψει μερικές ημέρες. Δεν είχε επιβιβαστεί καλά- καλά στο καΐκι, όταν ο Άρης πηγαίνει στο σπίτι του, βρί­σκει την Αφροδίτη, και χωρίς περιστροφές της λέει: «Δεύρο, φίλη, λέκτρον δε τραπείομεν ευνηθέντες» (Έλα, αγάπη μου, και πάμε στο κρεβάτι να ξαπλώσουμε). «Είπε, κι εκεί­νη με χαρά να κοιμηθούν ποθούσε / και στο κρεβάτι ανέβηκαν γλυκό να πάρουν ύπνο».
Μπλέκονται όμως στα δίχτυα του Ηφαίστου και δεν μπορούν πια να αποχωριστούν.
Ο Ήφαιστος επιστρέφει, στέκεται στην εξώπορτα και βάζει τις φωνές, καλώντας τον κόσμο να είναι μάρτυρας της διαπραττομένης μοιχείας, διότι φαίνεται ότι από τότε η Δικονομία απαιτούσε να υπάρχει το στοιχείο του nudus ad nudam ( γυμνός ενώπιον γυμνής). «Ελάτε να δείτε τα ρεζιλίκια (έργα γελα­στά) τ’ ανυπόφορα / που εμένα του σακά­τη μου κάνει η Αφροδίτη / …/ Δέστε πώς κοιμούνται αγκαλιασμένοι / ανεβασμέ­νοι πάνω στο κρεβάτι μου». Από το σημείο αυτό και πέρα ο Ήφαιστος τα σκαλοπάτια της ζήλειας τα κατεβαίνει δύο-δύο. Τους κρατά δεμένους ώσπου να έρ­θει ο Δίας, να δει τα χάλια της κόρης του της ξετσίπωτης (κυνώπιδος), και… του επιστρέ­φει τα δώρα που της είχε κάνει. 
Σε λίγο αρχίζουν να μαζεύονται οι θεοί. Από σεμνοτυφία οι θεές δεν πήγαν να δούν το θέαμα (Οδ. ε, 324). Οι θεοί βλέποντας τους δύο μοιχούς δεμένους χωρίς να μπορούν να ξεκολλήσουν ο ένας από τον άλλον, ξεραί­νονται στα γέλια, και αναρωτιούνται μεταξύ τους:
«Θάθελες τάχα στα σφιχτά δεσμά πιασμένος νάσαι / αν στο κρεβάτι πλάγιαζες με τη χρυσή Αφροδίτη;» Και ο άλλος απαντά: «Μακάρι αυτό να γίνονταν, κι ας ήμουν τυλιγμένος / με δίχτυα τρεις φορές πε­ρισσότερα / κι όλοι ας κοιτάζανε οι θεοί με τις θεές, εγώ όμως / στην αγκαλιά μου τη χρυσή Αφροδίτη νάχω».
Νέα γέλια των θεών υποδέχονται την απά­ντηση. Επεμβαίνει ο Ποσειδώνας, και προ­τείνει να δοθεί από τον Άρη μια αποζημίω­ση στον Ήφαιστο, και αυτός να τον λύσει, και εγγυάται ο ίδιος την πληρωμή της απο­ζημιώσεως. Ο Ήφαιστος δέχεται και λύνει τους μοιχούς. Πετιούνται απάνω, κι ο Άρης φεύγει για τη Θράκη, «κι η Αφροδίτη γελα­στή κατά την Κύπρο πήγε» (Οδ. ε, 362).

Αιμομιξίες
Το φαινόμενο αυτό που δεν λείπει από κα­μιά κοινωνία, στον Όμηρο το απαντούμε τρεις φορές. Μια τότε που ο Όμηρος γράφει ότι ο Δίας ήταν αδελφός και σύζυγος της Ή­ρας (Ιλ. Σ, 35). Μια δεύτερη, που ο Αίολος παντρεύει τους γιους του με τις κόρες του (Οδ. κ. 7), και μια τρίτη, του Αλκίνοου που είχε παντρευτεί την ανιψιά του την Αρήτη, κόρη του αδελφού του Ρηξήνορα (Οδ. η, 65).

Τάκης Μαύρος.
Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τ. 111-114, Μηνιαία έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1997.

...για την Ελλάδα που τρώει τα παιδιά της

Νικηταράς 
























Ο Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ή Τουρκοφάγος, ήταν ένας απ’ τους μεγαλύτερους ήρωες της Επανάστασης του 1821. Ως γνωστόν, οι πολιτικές έριδες, το κομματικά πάθη και τα κάθε είδους συμφέροντα της εποχής που ακολούθησαν την Απελευθέρωση, δημιούργησαν ένα νοσηρό κλίμα στα πλαίσια του οποίου, αρκετοί ήρωες που έδωσαν τα πάντα στον Αγώνα, κατέληξαν να οδηγούνται στο περιθώριο και τη φυλακή (όπως ο Κολοκοτρώνης). Ένας απ’ αυτούς τους ήρωες, που είχαν αυτή την «τύχη» ήταν κι ο Νικηταράς, ο οποίος έκανε «θητεία» αρχικά στο Παλαμήδι και στην συνέχεια στις φυλακές τις Αίγινας, βάσει ανυπόστατων κατηγοριών περί συνωμοσίας εναντίων του βασιλιά Όθωνα.
Αναφέρεται ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, το οποίο αναδεικνύει το ήθος αυτού του ήρωα και στον αντίποδα την αχαριστία και την αγνωμοσύνη του κράτους.
Όταν αποφυλακίστηκε ο Νικηταράς το 1841, ήταν τόσο φτωχός που κατάντησε ζητιάνος στα σοκάκια του Πειραιά. Η πενιχρή σύνταξη που έπαιρνε, χάριν μια θέσης γερουσιαστή που του εδόθη, δεν έφτανε «ούτε για ζήτω». Η αρμόδια αρχή η οποία χορηγούσε θέσεις επαιτείας, είχε ορίσει μια ορισμένη μέρα στον ήρωα επαίτη μια θέση μια μέρα της εβδομάδος κοντά στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας και του επέτρεπε(!) να επαιτεί κάθε Παρασκευή!

Όταν αυτά έφτασαν στα αυτιά του πρέσβη Μεγάλης Δύναμης, αυτός απεστάλη από την κυβέρνηση του στο σημείο όπου επαιτούσε ο μεγάλος οπλαρχηγός. Μόλις ο Νικηταράς αντελήφθη τον ξένο μάζεψε αμέσως το απλωμένο χέρι του.
- Τι κάνετε στρατηγέ μου; ρώτησε ο ξένος.
- Απολαμβάνω ελεύθερη πατρίδα, απάντησε υπερήφανα ο ήρωας.
- Μα εδώ την απολαμβάνετε, καθισμένος στον δρόμο; επέμενε ο ξένος.
- Η πατρίδα μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πως περνάει ο κόσμος, απάντησε περήφανα ο Νικηταράς.

Ο ξένος κατάλαβε, και διακριτικά, φεύγοντας άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες.
Ο σχεδόν τυφλός Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο: «Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρε το μην το βρει κανένας και το χάσεις!».

Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1849, ο γενναίος και έντιμος αυτός ήρωας, πεθαίνει ξεχασμένος και πάμφτωχος.

Τελικά οι Έλληνες δεν αλλάζουν ποτέ (ακόμα κι αν σ’ αυτή την περίπτωση υπήρχε βαυαρικός δάχτυλος). Πάντα θα τρώει τα παιδιά της…

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (1782-1849)

Νικηταρά –Νικηταρά
Πού ᾽χεις στα πόδια σου φτερά
και στην καρδιά ατσάλι.

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.
Ο Νικηταράς ήταν Αρκάς. Γεννήθηκε στο χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης το 1782 και πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας. Η μητέρα του Σοφία Καρούτσου ήταν αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς λοιπόν ήταν ανιψιός του Γέρου του Μωριά. Κατά μία άλλη εκδοχή, ο Νικηταράς γεννήθηκε το 1784 στο χωριό Νέδουσα Μεσσηνίας, ένα μικρό χωριό στους πρόποδες του Ταΰγετου, προς την μεριά του Μιστρά, 25 περίπου χιλιόμετρα από την Καλαμάτα. Έτσι κι αλλιώς, τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του πατέρα του, στο χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας. Εντεκάχρονος, βγήκε στο αρματολίκι ακολουθώντας τον πατέρα του. Αργότερα εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης, ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και την ευρωστία του. Ήταν ψηλός, μελαχρινός, πρώτος στο πήδημα και γρήγορος στο τρέξιμο. Η αλληλοεκτίμηση και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ του Καπετάνιου και του Νικηταρά, οδήγησαν τελικά στον γάμο του  με την κόρη του Ζαχαριά, την  Αγγελίνα. Το 1805, στο μεγάλο διωγμό των κλεφταρματολών, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην Ζάκυνθο. Έκτοτε,  δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Την αφοσίωση του Νικηταρά προς τον θείο του ο λαός την είπε με δύο λόγια. « Μπροστά πηγαίνει ο Νικηταράς και πίσω ο Κολοκοτρώνης»  αλλά και θέλοντας να τονίσουν την στενή και άρρηκτη σχέση των δύο ανδρών έλεγαν: « Η κεφαλή ήτο του Κολοκοτρώνη και η χειρ του Νικηταρά ».

Εκείνο τον καιρό τα Επτάνησα τα εξουσίαζαν οι Ρώσοι. O Νικηταράς εντάχθηκε στο ρωσικό στρατό και με το τάγμα του πολέμησε εναντίον του Ναπολέοντα στην Ιταλία. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ζάκυνθο και υπηρέτησε αυτή την φορά τους Γάλλους, που στο μεταξύ είχαν καταλάβει το νησί με την συνθήκη του Τίλσιτ. Στις 18 του Οκτώβρη του 1818  - ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα – μυήθηκε στη Φιλική εταιρεία από τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Με συντροφιά τον Αναγνωσταρά και αργότερα τον Δ. Πλαπούτα, περιόδευσε την Πελοπόννησο κατηχώντας πολλούς στο μεγάλο μυστικό και ετοιμάζοντας τον λαό για τον επερχόμενο ξεσηκωμό.  Με την έκρηξη της επανάστασης, μαζί με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς μπήκε στην Καλαμάτα, στις 23 του Μάρτη του 1821. Είχε ενστερνισθεί βαθιά τις απόψεις και τα σχέδια του θείου του και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Τρίπολης που τότε ήταν το Διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Στις 12-13 του Μάη επικεφαλής 800 ανδρών συμμετείχε στην νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι. Αμέσως μετά και ενώ κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο με 200 μόλις άντρες, προέκυψε η ανάγκη να αντιμετωπίσει στα Δολιανά, ισχυρή Τουρκική δύναμη 6.000 ανδρών υπό τον Κεχαγιάμπεη, υποστηριζόμενη και από πυροβόλα. Ήταν 18 του Μάη του 1821. Εκεί απέδειξε στο έπακρο τον ηρωισμό του και την σπάνια στρατιωτική του αρετή και ικανότητα. Κατάφερε να τους προξενήσει τεράστια  καταστροφή και σχεδόν να τους αποδεκατίσει.

Έντρομοι οι Τούρκοι σκορπίστηκαν στις γύρω ρεματιές για να γλυτώσουν, εγκαταλείποντας τα ζώα και τα πυροβόλα τους στα χέρια των Ελλήνων. Ο Νικηταράς, βλέποντας τους να φεύγουν τους φώναζε : « Σταθήτε Πέρσαι να πολεμήσωμε» και μάλιστα τους αποκαλούσε Περσιάνους. Αν στη μάχη στο Βαλτέτσι διακρίθηκε για την ανδρεία του, στην μάχη των Δολιανών, η ιστορία τον πήρε στα φτερά της. Οι επευφημίες των συντρόφων του έφτασαν ίσαμε τα ουράνια και για πρώτη φορά, βγαλμένο απ᾽τις καρδιές των συναγωνιστών του, ακούστηκε το παρατσούκλι που θα τον συνόδευε σε όλη του την ζωή. Με αυτό πέρασε στην ιστορία. Με αυτό έμεινε στη συνείδηση και την ψυχή των Ελλήνων.



Στρατηγός Νικηταράς ο Τουρκοφάγος


Με τις μάχες των Δολιανών και των Βερβένων, προξενήθηκαν ιδιαίτερα σοβαρές ζημιές στους Τούρκους – που αναγκάστηκαν να κλειστούν στην Τρίπολη- ξανάδωσαν κουράγιο  στους ξεσηκωμένους ραγιάδες, και προετοίμασαν το κλίμα για την άλωση της πρωτεύουσας του Μωριά, που πραγματοποιήθηκε στις 23 Σεπτέμβρη 1821, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά, την στρατηγική του Κολοκοτρώνη. Στα Δολιανά, τον Νικηταρά τον αγάπησαν. Τον έκαναν δικό τους. Τον δέχτηκαν ως δικό τους ήρωα. Τον τίμησαν και τον τιμούν με κάθε τρόπο. Στο προαύλιο του Αγιώργη, πολιούχου του χωριού, έχει στηθεί αναμνηστική στήλη, αφιέρωμα των απανταχού Δολιανιτών. Στον τόπο που έγινε η μάχη, στην χαράδρα του Τσάκωνα, απέναντι από τα σπίτια του Χριστοφύλη όπου είχαν ταμπουρωθεί ο Νικηταράς και ο Καραμήτρος, δημιουργήθηκε πλατεία με το όνομα του και στήθηκε η προτομή του. Ακόμη, η γιορτή της επετείου, αποτελεί λόγο και αιτία συνάθροισης των απανταχού Δολιανιτών, των Τουρκολεκιωτών και των άλλων Συνελλήνων που επισκέπτονται το χωριό για να αποτίσουν φόρο τιμής στον ήρωα αλλά και όλους, όσοι έδωσαν το αίμα τους για την λευτεριά αυτού του Βράχου του Κόσμου.

Αφού πέρασε λίγος καιρός από τις δίδυμες μάχες, ο Κολοκοτρώνης τον έστειλε επικεφαλής της δύναμης που πολιορκούσε το Ναύπλιο. Από εκεί έφυγε για την Ανατολική Στερεά. Οι επαναστατημένοι Αθηναίοι τον εξέλεξαν αρχηγό τους. Οι Μαυρομιχαλαίοι όμως δυσφόρησαν για την ενέργεια αυτή των Αθηναίων. Ο Νικηταράς – που δεν ήθελε να δημιουργεί προβλήματα και έριδες – έφυγε για την Λειβαδιά. Βοήθησε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην προσπάθεια του να ανακαταλάβει την πόλη. Υπήρξε τόσο δυνατή η αδελφική φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο ανδρών, ώστε έσμιξαν το αίμα τους κι έγιναν αδελφοποιητοί, σταυραδέρφια.

Κατόπιν, επέστρεψε στην Πελοπόννησο για να βοηθήσει τον Κολοκοτρώνη στην συνεχιζόμενη πολιορκία της Τρίπολης. Όταν η πόλη έπεσε (23/09/1821) οι Έλληνες την λαφυραγώγησαν και μοίρασαν τα λάφυρα. Μεταξύ των ελάχιστων που αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στην διανομή ήταν και ο Νικηταράς.

Όλη του η ζωή ένας αγώνας. Μάχη στην μάχη. Δεν ήξερε και δεν ήθελε να ξαποσταίνει. Τον Δεκέμβρη του ᾽21 τον βρίσκουμε να πολιορκεί το Ναύπλιο. Η πολιορκία αυτή υπήρξε ατυχής και μάλιστα κινδύνευσε σοβαρά να αιχμαλωτισθεί από τους Τούρκους. Τον Απρίλη του ᾽22 με 700 παλικάρια παίρνει μέρος στην μάχη της Στυλίδας και της Αγίας Μαρίνας στο πλευρό του Ανδρούτσου. Η κορυφαία μετά τα Δολιανά στιγμή  της ζωής του έφτασε. Η Τουρκία απαλλαγμένη από τον Αλή πασά και τους όποια εσωτερικά της προβλήματα, πήρε την απόφαση να συντρίψει κάθε αντίσταση στην Πελοπόννησο.

Αρχηγός αυτής της πανστρατιάς ορίστηκε ο Χουρσήτ πασάς. Έξυπνος στρατηλάτης, ανδρείος αλλά άγριος και ωμός. Ο Χουρσήτ μισούσε τους Έλληνες, και περισσότερο τους Πελοποννήσιους, γιατί στην άλωση της Τρίπολης κατάσχεσαν τους θησαυρούς του και αιχμαλώτισαν τις γυναίκες του. Εκατό και πλέον πλοία ήταν έτοιμα να λάβουν μέρος στην εκστρατεία. Στον ισχυρό αυτό στόλο συμμετείχαν Τουρκικά πλοία αλλά και από την Αλγερία, την Τύνιδα και την Αίγυπτο.

Την τελευταία στιγμή – πιθανόν λόγω κάποιας μυστικής συκοφάντησης εκ μέρους των αντιπάλων του – ο Χουρσήτ αντικαταστάθηκε και  η αρχηγία δόθηκε στον Μαχμούτ πασά, τον γνωστό μας Δράμαλη.  Ο Δράμαλης είχε αρκετά θετικά αλλά και αρνητικά χαρακτηριστικά. Ενώ είχε ευγενική καταγωγή, ήταν νέος, ακμαίος, ωραίος, πλούσιος και ριψοκίνδυνος παράλληλα ήταν αλαζόνας, καυχησιάρης, ματαιόδοξος  και ανόητος. Κυρίως όμως φιλοχρήματος. Απόδειξη αυτής της αδυναμίας του αποτελεί το γεγονός της Ακροκορίνθου. Όταν ανακάλυψε τον θησαυρό του Κιαμήλ πασά, με ιδιαίτερη απληστία και χωρίς κανένα ενδοιασμό τον  καταχράστηκε, παίρνοντας συγχρόνως ως σύζυγο του την ωραιότατη χήρα του Κιαμήλ.

Στα τέλη του Ιούνη του 1822, το στράτευμα κίνησε για την Πελοπόννησο. Τριάντα χιλιάδες ήταν οι άνδρες που συγκεντρώθηκαν στην Λάρισα. Ισχυρό πυροβολικό, είκοσι χιλιάδες πολεμικά άλογα, τριάντα χιλιάδες μεταγωγικά άλογα και μουλάρια, και πεντακόσιες καμήλες. Μπροστά πήγαιναν οι Δερβίσηδες και οι ιμάμηδες που με στεντόρειες  φωνές απήγγειλαν κείμενα του Κορανίου, ενώ άλλοι τραγουδούσαν θρησκευτικά τραγούδια και πολεμικούς θούριους. Ακολουθούσαν οι πολεμιστές και πολλοί υπάλληλοι, αστρολόγοι, νεκρομάντεις, θαυματοποιοί, πωλητές καπνού, οπίου, ποτοπώλες, υπηρέτες, αργυραμοιβοί, δήμιοι κ.α.

Όπου περνούσε αυτός ο συρφετός άφηνε αποκαΐδια κι ερημιά. Ο σουλτάνος πανηγύριζε για τις καταστροφές που προκαλούσε στο διάβα του ο Δράμαλης. Μάλιστα, όταν έφτασε στα Γεράνεια όρη, ανέβηκε στην θέση που λέγεται «αέρες» και μεθυσμένος από χαρά και ικανοποίηση για την επιτυχία του, άρχισε να μοιράζει στους αξιωματούχους του τις επαρχίες της Πελοποννήσου.  Στις 5 του Ιούλη, η στρατιά πέρασε τον Ισθμό. Κατέλαβε χωρίς καμιά αντίσταση την Κόρινθο και προχώρησε στην Αργολίδα, περνώντας από τα Δερβενάκια. Η αλαζονεία του τον τύφλωνε. Ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε από το νου του ότι πίσω του έκλειναν οι πόρτες.

Ότι « εκλείσθησαν αι πύλαι» όχι μόνο της στρατιωτικής του πορείας αλλά γενικότερα ολόκληρης της ύπαρξης του.

Ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης στο βιβλίο του « Η καταστροφή του Δράμαλη» εξιστορεί μοναδικά και λεπτομερειακά, όλα όσα διαδραματίστηκαν στην Αργολίδα. Η θέση των Τούρκων είχε καταντήσει δεινή. Ο στρατός υπέφερε από την πείνα και την δίψα. Την οδυνηρή αυτή κατάσταση επιβάρυναν ακόμη περισσότερο, απρόβλεπτες ασθένειες και επιδημίες. Ο Δράμαλης αναγκάστηκε να πάρει την πικρή και μοιραία  απόφαση. Έδωσε την εντολή να γυρίσει η στρατιά στην Κόρινθο. Λογάριασε όμως με σύμβουλο του την ανάγκη. Λησμόνησε   τον Κολοκοτρώνη.

« Και περί τον όρθρον της 26 Ιουλίου εξεκίνησαν εξ Άργους πανστρατιά, διευθυνόμενοι προς το στενόν του Δερβενακίου, δι᾽ου είχον εισβάλει πρό τινων ημερών εις την Αργολίδα. Ώδευον, διηρημένοι εις δύο φάλαγγας (κολώνας). Ένεκα δε της πληθύος των στρατευμάτων και των κτηνών, εφαίνοντο μακρόθεν, ως παμμεγίστη μελανή νεφέλη, επισκιάζουσα την πεδιάδα όλην». (Η καταστροφή του Δράμαλη. σελ.139).  

Ο Νικηταράς ήταν κι εδώ παρών. Αρχικά συμμετείχε στην απόκρουση των Τούρκων στα Δερβενάκια, όπου διέλυσε την εκεί φρουρά. Κατόπιν, ανέβηκε στον Άγιο Σώστη και ταμπουρώθηκε στα στενά της χαράδρας. Με την θέση που επέλεξε και τον ηρωισμό του, κατάφερε να συντρίψει μεγάλο μέρος του στρατού που οπισθοχωρούσε. Οι Τούρκοι άφησαν εκεί περισσότερους από 3.000 νεκρούς. Μετά δύο μέρες επαναλαμβάνει τον άθλο του στη μάχη που έγινε στο Αγιονόρι. Εξολόθρευσε στην κυριολεξία το τμήμα των Τούρκων που επεχείρησε να περάσει από εκεί. Οι Τούρκοι μέσα στη σύγχυση και τον πανικό τους άφησαν πίσω τους πάνω από 600 νεκρούς. Η συμβολή του Νικηταρά και αυτή την φορά υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική και αποφασιστική. Ο Δράμαλης – σε πλήρη απόγνωση –  κατάφερε να ανέβει σ᾽ ένα γάιδαρο για να μπορέσει να φτάσει στην Κόρινθο. Αλλά και ο γάιδαρος μέσα στην αντάρα σκοτώθηκε. Ο Δράμαλης πεζός, έφτασε στην Κόρινθο εξουθενωμένος, ρακένδυτος και χωρίς σαρίκι. Ο εγωισμός και η περηφάνια του πληγώθηκαν αγιάτρευτα. Ποτέ δεν ξεπέρασε την ντροπή των Δερβενακίων. Έπεσε σε βαριά μελαγχολία. Αδύναμος και ταλαιπωρημένος αρρώστησε από πνευμονία η οποία τελικά τον οδήγησε στον θάνατο, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Δημητρίου του 1822.



Εν τω μεταξύ:

Μετά την μάχη στα Δερβενάκια, συγκεντρώθηκαν τα λάφυρα σε τεράστιους σωρούς. Αξιωματικοί και στρατιώτες μαζεύτηκαν για την μοιρασιά. Κάποιοι πρόσεξαν πως ένας συναγωνιστής τους έλειπε από την συντροφιά. Ήταν ο Νικηταράς.Παρά την άρνηση του να πάρει κι αυτός κάποια λάφυρα, στο τέλος και μετά από την επιμονή των συντρόφων του, πήρε μια σέλα, μια ταμπακέρα ξυλόγλυπτη κι ένα σπαθί. Την σέλα χάρισε αμέσως σε συμπολεμιστή και φίλο του. Την ταμπακέρα, την έστειλε στην γυναίκα του Αγγελίνα με το σημείωμα « Την στέλνω σε σένα που αγαπώ ύστερα από την Πατρίδα. Λάβε την για να με θυμάσαι». Το ξίφος το έστειλε στην Ύδρα για τις ανάγκες του στόλου. Οι πρόκριτοι όμως του νησιού, το επέστρεψαν λέγοντας ότι το σπαθί αυτό, μόνον όταν το κρατεί το χέρι του Νικηταρά έχει αξία. Την ίδια εποχή – λέγεται – ότι χάρισε ένα μικρόσωμο άλογο χωρίς ουρά στον λαϊκό στιχουργό του αγώνα Τσοπανάκο ενώ σε κάποιο νησί πρότεινε κι έστειλαν μια καμήλα. Οι νησιώτες που δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο ζώο, ύστερα από σκέψη πολλή και με την σύμφωνη γνώμη του γεροντότερου, αποφάσισαν πως πρόκειται για « χιλιόχρονο λαγό ».

Η αφιλοκέρδεια και η ανιδιοτέλεια του Νικηταρά έμεινε παροιμιώδης. Ποτέ δεν ζήτησε και ποτέ δεν πήρε.  

Όταν άρχισαν οι εμφύλιες διαμάχες το 1823, ο Νικηταράς τάχθηκε – όπως ήταν φυσικό – με το μέρος του θείου του και κατά της Κυβέρνησης Κουντουριώτη. Παρ᾽ όλη την υποστήριξη του στον Κολοκοτρώνη, τήρησε μετριοπαθή στάση και δεν πήρε μέρος στις μάχες που έγιναν προσπαθώντας μάλιστα με τις παρεμβάσεις του, να συμφιλιώσει τα πράγματα.
Μετά την επικράτηση των Κυβερνητικών, πήγε στο Μεσολόγγι και εντάχθηκε στην υπηρεσία του Δ. Μακρή. Κλείστηκε στην πολιορκημένη πόλη και πολέμησε κατά του Κιουταχή, στην δεύτερη πολιορκία. Μετά την χορήγηση αμνηστίας, ενόψει της εισβολής του Ιμπραήμ, επέστρεψε στην Πελοπόννησο επικεφαλής στρατιωτικού τμήματος και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Το 1826 με συμπολεμιστή τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, έλαβε μέρος, με 800 άντρες, στη νικηφόρα μάχη της Αράχοβας.( Νοέμβρης 1826).

Γύρισε εσπευσμένα στο Ναύπλιο γιατί αρρώστησε βαριά από πλευρίτιδα. Μετά την θεραπεία του ακολούθησε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και πήρε μέρος σε πολλές μάχες κατά του Ιμπραήμ. Για δεύτερη φορά πολέμησε στο πλευρό του Καραϊσκάκη στην άτυχη μάχη του Φαλήρου τον Απρίλη του 1827. Εδώ, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι μαζί τους πολέμησε ένας από τους πιο τίμιους και γνήσιους φιλέλληνες. Πρόκειται για τον Αμερικανικής καταγωγής Τζώρτζ Τζάρβις ( George Jarvis) ο οποίος μετά από πολλές μάχες στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, πέθανε στο Άργος στις 11 Αυγούστου του 1828, σε ηλικία 31 χρονών.

Μετά την απελευθέρωση εντάχθηκε στο κόμμα των ρωσόφιλων ( Ναπαίων). Πάντοτε όμως εκείνο που επεδίωκε με όλες του τις δυνάμεις ήταν η δικαίωση των αγωνιστών και η διασφάλιση του λαού  από τις ξένες επεμβάσεις. Στήριξε σθεναρά τον Κυβερνήτη Καποδίστρια και υπήρξε στενός συνεργάτης του. Στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους έλαβε μέρος ως πληρεξούσιος του Λεονταριού ( Αρκαδίας).

Το 1829, με συνέταιρο τον Αρχιμανδρίτη Πύρρο τον Θετταλό, ιδρύουν χαρτοποιείο στο Κεφαλάρι, καταβάλλοντας 3.000 γρόσια έκαστος. Κατασκευάζουν χίλια περίπου φύλλα χαρτιού. Τα χρήματα όμως τελειώνουν κι έτσι οι εργασίες σταματούν. Μη έχοντας την δυνατότητα να συνεχίσουν την παραγωγή, απευθύνονται στον Καποδίστρια.  Ο Πύρρος δεν συμπαθεί τον Κυβερνήτη και πολλές φορές έχει εκφράσει τις εχθρικές διαθέσεις του. Πιστεύει όμως ότι θα ενδώσει και θα τους προσφέρει την βοήθεια του, προς χάριν της φιλίας του Κυβερνήτη με τον Νικηταρά. Ο Καποδίστριας γνωρίζει ότι μια τέτοια επιχείρηση δεν έχει μέλλον. Εξ᾽ άλλου θεωρούσε ότι προτεραιότητα είχαν άλλες ανάγκες και ενέργειες σχετικές με την ανώμαλη πολιτική κατάσταση και δεν απαντά καθόλου στο αίτημα των δύο συνεταίρων. Ο Νικηταράς βλέποντας την κατάσταση, συνειδητοποιεί ότι η δουλειά του χαρτοποιείου δεν μπορεί να προχωρήσει. Μεταφέρει τις μηχανές στο σπίτι του, στο Άργος.

Το 1830 διορίστηκε Γενικός Αρχηγός της Πολιτικής Φρουράς Πελοποννήσου, το 1831 Πρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου των Ελαφρών και το 1832 Γενικός Αρχηγός του Στρατοπέδου Κορίνθου και έπειτα Αρχηγός της Μεσσηνίας. Μετά  από όλα αυτά και μετά την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, στις 25 Ιανουαρίου του 1833, ο Νικηταράς και ο Πύρρος απευθύνουν και πάλι αίτημα προς αυτόν, ζητώντας την συνδρομή του για την επανεκκίνηση των εργασιών του χαρτοποιείου. Αλλά και ο Όθωνας δείχνει να μη συμμερίζεται τις απόψεις των δύο συνεταίρων. Η κατάσταση οδηγεί σε αδιέξοδο. Η επιχείρηση χαρτοποιίας λήγει άδοξα.

Η αλήθεια είναι πως ο Νικηταράς δεν συμπάθησε ποτέ τους Βαυαρούς γι᾽αυτό και έμεινε αμέτοχος και απομονωμένος. Το 1834 προάγεται σε Συνταγματάρχη και διορίζεται  στρατιωτικός νομοεπιθεωρητής αλλά τον Αύγουστο του ίδιου έτους, μετά το κίνημα της Μεσσηνίας, τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν. Το 1839, θεωρήθηκε ένοχος συνομωσίας κατά του Όθωνα. Φυλακίστηκε στο Παλαμήδι και το 1840 δικάστηκε, κρίθηκε αθώος και αφέθηκε ελεύθερος. Οι Βαυαροί όμως δεν δέχτηκαν την απόφαση του Δικαστηρίου και με υπογραφή του Όθωνα φυλακίστηκε στην Αίγινα. Με όλους αυτούς τους διωγμούς και τις ταλαιπωρίες ο Νικηταράς κουράστηκε. Η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά. Στην δίκη που έγινε στις 18 Σεπτέμβρη 1841, δόθηκε εντολή να προσαχθεί καθιστός. Αμνηστεύθηκε και αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός. Ασθενής και ταλαιπωρημένος φτάνει στο Άργος, στο σπίτι του. Μολονότι καμιά σχέση δεν είχε με τον τόπο αυτό, δέθηκε μαζί του. Εξ᾽ άλλου ένα αγρόκτημα στην θέση Σερεμέτι, κοντά στα όρια του Άργους προς το Ναύπλιο και την Νέα Κίο, που τότε βέβαια δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί, ήταν όλη του η περιουσία αν και όπως διαβάζουμε στους « Μύλους της Αργολίδας» του Γιώργου Αντωνίου και ο οποίος επικαλείται κείμενο του Θεόδωρου Δ. Γιαννακόπουλου στα « Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ 1998, και στο οποίο αναφέρεται ότι « …ο Νικηταράς είχε τρεις υδρόμυλους στο Κεφαλάρι Άργους (σύμφωνα με την διαθήκη της συζύγου του Αγγελικής, 197/1863 του συμβολαιογράφου Ναυπλίας Ι. Σαριγιάννη). Στο  Σερεμέτι πάντως ακούμπησε τις ελπίδες του για επιβίωση δική του και της οικογένειας του. Εκεί ο « ωκύπους» στρατηγός πότισε με τον ιδρώτα του την βαλτώδη γη και την μετέτρεψε σε γόνιμη και καλλιεργήσιμη.  Δεν ήταν όμως τυχερό του να ησυχάσει.
Σε μια αναφορά του προς τον Όθωνα, σχετική με το κτήμα στο Σερεμέτι και με ημερομηνία 24 Οκτωβρίου 1841 γράφει:

Μεγαλειότατε,

Εις διαφόρους περιστάσεις και εποχάς έκαμα γνωστόν εις την Υμετέραν Μεγαλειότητα ότι δι᾽ αδείας της υπό της αισίας ελεύσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως, μοι παρεχωρήθησαν όλες οι εντός της κατά την Αργολίδα θέσεως Σερεμέτι εθνικές γαίες, χέρσας δε ούσας, και καταπλακωμένας υπό των υδάτων. Ηγωνίσθην, εξόδευσα, ότι εντίμως απελάμβανα, απεξήρανα τας γαίας αυτάς και εγεώργησα ικανόν μέρος αυτών, ενήργησα φυτείας, αυταί δε κατεστράφησαν εκ των ώδε ανωμαλιών, επανέλαβα μετά ταύτα τας γεωργικάς εργασίας δια να δυνηθώ να πραγματοποιήσω τον οποίον η Κυβέρνησις προέθετο σκοπόν, του να εξασφαλίση πόρον ζωής εις την πολυάριθμον οικογένειαν γηραιού στρατιωτικού, όστις τίποτε άλλο δεν απήτησε πώποτε.

Μετά την σύστασιν του ιπποφορβείου, μου αφηρέθησαν αι γαίαι αυταί, μοι αφέθη όμως μέρος αυτών κατά το τοπογραφικόν σχέδιο του αρχηγού του πυροβολικού. Τούτο συνέβη μεταξύ των ετών 1836 και 1837. Έκτοτε ασχολούμαι με την βελτίωσιν της καλλιεργείας των οποίων μοι αφέθησαν γαιών, αλλ᾽επέπρωτο ίσως καθ᾽ ήν στιγμήν χαίρω τα αποτελέσματα της δικαιοσύνης της Υ.Μ. να ίδω να αφαιρούν από εμέ γη ως είρηται αφεθείσαν εις την κατοχήν μου γαίας Σερεμετίου, και να μάθω ότι ικανόν μέρος αυτών εξετέθη εις δημοπρασίαν.

Ο Νικηταράς δεν είχε άλλους πόρους, δικούς του. Για να αποξηράνει, να εμπλουτίσει και να καλλιεργήσει την γη του χρειάστηκε να δανειστεί. Δανείστηκε για να φτιάξει το σπίτι του. Δανείστηκε όμως και για συντηρήσει τους στρατιώτες του τον καιρό του αγώνα. Οι τόκοι τον έπνιξαν.

Σε αναφορά του στην Γερουσία και την Βουλή, το δίκιο τον πνίγει και ο λόγος του πύρινος:

«…Ως εκ τούτου κατεδαπάνησα εις αυτό πολλά εις καλλιέργειαν, οικοδομήσας οίκους, ανοίξας χάνδακας, εμφυτεύσας αμπελώνας, δένδρα και λοιπά˙ προς τούτοις δε και όσα εργάσιμα, ζώα και άλλα χρήματα. Αλλ᾽η Αντιβασιλεία αυθαιρέτως και αυτογνωμόνως με αφήρεσεν το πλείστον μέρος αυτού˙αλλά και σύρουσά με εις τας καθύγρους φυλακάς˙εν αυτή τη φυλακή με κατηνάγκασε ή να οικοδομήσω την εν Ναυπλίω οικίαν μου ή να την πουλήσω και ούτω με εξέθεσεν εις πολλά δυστυχήματα˙διότι αναγκασθείς να εμπιστευθώ εις ξένους την φροντίδα της οικοδομής και υποπεσών σε σφετερισμούς και τόκους, αντί 30 ή 35 χιλιάδων δραχμών δαπάνης η οικοδομή ανέβη εις 79.775, την ακρίβειαν των οποίων βλέπετε εις επισυναπτόμενον ενταύθα κατάλογον. Αναγκασθείς εκ τούτου να δανεισθώ εσχάτως 20.000 δρχ. από την Τράπεζαν, αδύνατο να πληρώνω το χρεώλυστρον και το μέλλον απειλεί τα χειρότερα˙ και δια να γνωρίζετε κάλλιον την αλήθεια σας επισυνάπτω δεύτερον ονομαστικόν κατάλογον των όσων κατά τον Αγώνα εδανείσθην δια να οικονομώ εν μέρει τους υπ᾽εμού στρατιώτας και δια τα οποία σήμερον σύρομαι καθ᾽εκάστην εις τα δικαστήρια και πληρώνω ως αν έμελον να υποβάλλωμαι δια τον πατριωτισμόν μου( συγχωρήσατέ μοι να το ειπώ) εις πρόστιμα.
………
Ακολούθως δε ότι αποφασισθή και εγώ βέβαια υπάγομαι εις την εθνικήν θέλησιν και απόφασιν».

Ακόμη και τώρα, ο Νικηταράς πειθαρχεί. Ο Έλληνας πατριώτης, που μπορούσε να βγει από τον αγώνα πάμπλουτος, τώρα φτωχός και χρεωμένος εκλιπαρεί την βοήθεια και υποστήριξη από τους κατέχοντες θώκους που εκείνος τους εξασφάλισε. Το 1843 προάγεται σε υποστράτηγο ενώ μετά την εξέγερση της 3ης του Σεπτέμβρη του 1847 διορίστηκε Γερουσιαστής, αξίωμα που του εξασφάλισε μια πενιχρή σύνταξη. Παρά τις προσπάθειες του όμως, του ίδιου και της οικογένειας του, αλλά και τις εντολές της Κυβέρνησης για αναστολή των διώξεων λόγω χρεών, το κτήμα στο Σερεμέτι τελικά δεν σώθηκε, εκποιήθηκε.

Ο Νικηταράς και η Αγγελίνα απέκτησαν τρία παιδιά. Τον Γιάννη και δύο κόρες. Ο Γιάννης έγινε στρατιωτικός, ενώ η μια του κόρη τρελάθηκε από την λύπη της όταν είδε τον πατέρα της μετά την φυλάκισή του στην Αίγινα, εξουθενωμένο, τυφλό και ανήμπορο. Ο Νικηταράς μπορεί να υπέφερε πολλά, αλλά ποτέ δεν βαρυγκώμισε και ποτέ δεν είπε πικρή κουβέντα για την Πατρίδα. Μπορεί να μη δικαιώθηκε – όπως άλλοι- στα μάτια των συγχρόνων του. Έχει όμως σημαδέψει ανεξίτηλα τις ψυχές του λαού. Έχει δικαιωθεί στην συνείδηση των νεοελλήνων που τον τιμούν και τον έχουν κατατάξει στους κορυφαίους Έλληνες αγωνιστές.

Το κείμενο με τα λόγια του Λυκούργου Κρεστενίτη που έστειλε στις 25 του Ιούνη 1849, προς την Βουλή των Ελλήνων, δείχνει τον σεβασμό και την εκτίμηση κάποιων Ελλήνων προς το πρόσωπο του οπλαρχηγού:

« Το όνομα του Νικήτα και το δια της σπάθης αυτού αποδοθέν εις τον ίδιον ( του Τουρκοφάγου) τις δύναται να αρνηθή ότι δεν ήχησε καθ᾽όλην την Ευρώπη και την Ασίαν, προφερόμενον εισέτι με σέβας και θαμασμόν παρά πάντων; Τις δύναται να αμφιβάλη ότι ο βίος του Νικήτα θέλει καλύψει πολλάς της ιστορίας σελίδας και θέλει στολίση αυτήν με ανδραγαθήματα του ήρωος τούτου, τα οποία εις τας επερχομένας γενεάς θέλουν χρησιμεύσει ως τύπος και παραδειγματισμός του ακραιφνούς πατριωτισμού και του ηρωισμού, όστις αναβιβάζει τον πολίτην στρατιώτην εις την εύκλειαν της αληθούς δόξης;

Η εικών του Νικήτα, ζώντος έτι αυτού, ανήρτηται και εν Ελλάδι και εν τη αλλοδαπή μεταξύ εκείνων των μεγάλων ανδρών˙μετά θάνατον δε η προτομή αυτού θέλει κατασταθή σεβαστόν μνημείον εις  πάντα τόπον. Οι ξένοι περιηγηταί ασπάζονται σήμερον με σέβας τον Νικήταν, αλλά μετά θάνατον και ξένοι και ομογενείς, διαβαίνοντες εκ των Δερβενακίων θέλουν χαιρετά με δάκρυα το ηρώον του Νικήτα, ως σήμερον το του Μιλτιάδου τρόπαιον».

Παρ᾽όλα αυτά, η φτώχεια και η τύφλωσή του τον οδήγησαν τελικά στην επαιτεία. Με εντολή της αρχής που όριζε τα πόστα επαιτείας στον Πειραιά, του όρισαν μια θέση κοντά στην σημερινή εκκλησία της Ευαγγελίστριας και του επέτρεπαν να στέκεται εκεί κάθε Παρασκευή.


Στις 25 του Σεπτέμβρη του 1849, ο γενναιότερος των γενναίων, πεθαίνει ξεχασμένος, τυφλός και πάμφτωχος.

Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς


ταν πέθανε ο Στρατηγός Νικηταράς ο γιος του Ιωάννης – που είχε το όνομα του αδελφού του Νικηταρά – ήταν 20 χρονών. Αυτό προκύπτει από την απόφαση συνταξιοδότησης της « Αγγελικής χήρας μετά του Ιωάννου 20ετούς ορφανού του ποτέ στρατηγού της φάλαγγος Νικήτα Σταματελόπουλου». Η σύνταξη αυτή χορηγήθηκε στις 26 Αυγούστου 1854 και το ποσό ήταν 111 δραχμές. Ο Ιωάννης δεν κράτησε το οικογενειακό όνομα Σταματελόπουλος αλλά το αγαπημένο προσωνύμιο του πατέρα του Νικηταράς.

Παντρεύτηκε την πανέμορφη Βασιλική, το γένος Τσίπη, γνωστής Αργείτικης οικογένειας. Έζησε στο Άργος, στο σπίτι της σημερινής οδού Νικηταρά 5, που σήμερα μεν δεν υπάρχει αλλά που πήρε το όνομα της ακριβώς από αυτό το γεγονός. Ο Ιωάννης και η Βασιλική δεν απέκτησαν παιδιά. Αυτό δεν τους εμπόδισε να αποτελέσουν υπόδειγμα ζεύγους και κόσμημα για την πόλη του Άργους που πάντα με την συμπεριφορά τους, υπενθύμιζαν το ήθος και την φυσιογνωμία του Νικηταρά.

Ο Ταγματάρχης Ιωάννης Νικηταράς, πέθανε 60 χρονών και ετάφη στο Κοιμητήριο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η σύζυγός του Βασιλική αντίθετα, πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία το 1942 και ετάφη στον ίδιο τάφο.        
  

Όσιος νεομάρτυρας Ιωάννης Τουρκολέκας

Στις 24 του Οκτώβρη εορτάζεται η μνήμη του αγίου νεομάρτυρα Ιωάννη Τουρκολέκα, αδελφού του Νικηταρά του Τουρκοφάγου. Κάθε χρόνο το χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας, της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας, τιμά την μνήμη του οσίου, ο οποίος αποκεφαλίστηκε στις 24 του Οκτώβρη του 1816 στην Μονεμβασιά, και του οποίου ναός υπάρχει στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε.


Πηγές

  • Πρακτικά του Β΄Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Τόμος 14, Άργος 30 Μαΐου-1 Ιουνίου 1986, Ιωάννης Π. Χιωτακάκος, σελ.414-418.
  • Δημήτριος Καμπουρόγλου, από «Το εικοσιένα», Πανηγυρικοί Λόγοι Ακαδημαϊκών, έκδ. Ακαδημία Αθηνών, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήναι 1977.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913

όταν οι άνθρωποι δεν φυλάγουν την ψυχή τους χάνουν και την ψυχή και τη ζωή τους.



Σύμφωνα με κάποιο μύθο ένας βοσκός περιμάζεψε ένα μικρό λιοντάρι που είχε χαθεί και... το έβαλε στο κοπάδι του   να μεγαλώνει μαζί με τα πρόβατα. Το μικρό λιοντάρι έμαθε να τρώει χορτάρι και να βελάζει σαν πρόβατο. 

     Μια μέρα πέρασε από εκεί ένα λιοντάρι και το είδε ανάμεσα στα πρόβατα."Τί κάνεις εσύ εδώ; το ρώτησε. Το μικρό λιοντάρι είπε πως ζει σαν ένα πρόβατο ανάμεσα στα άλλα πρόβατα. Το λιοντάρι το πήρε μαζί του και πήγαν σε μια λιμνούλα για να δει το μικρό λιοντάρι το πρόσωπό του στα νερά της. Μόλις το μικρό λιοντάρι έσκυψε και είδε το πρόσωπό του να καθρεφτίζεται στο νερό, σήκωσε ψηλά το κεφάλι κι έβγαλε ένα δυνατό βρυχηθμό.

     Το λιοντάρι δεν άφησε το μικρό λιοντάρι να πιστεύει ότι είναι πρόβατο. Φαντάσου να υπήρχαν λιοντάρια που να πίστευαν ότι είναι πρόβατα ή που να αμφέβαλαν τι από τα δυο είναι λιοντάρια ή πρόβατα. Αν όταν έπρεπε να επιτεθούν σε κάποια γκαζέλα αναρωτιούνταν τι από τα δυο είναι λιοντάρια ή πρόβατα, θα πέθαιναν όλα τα λιοντάρια από την πείνα.
    Ένα από τα παράδοξα στο Ευαγγέλιο είναι ο λόγος του Κυρίου, πως αυτός που για να φυλάξει τη ζωή του παραμελεί την ψυχή του θα τα χάσει και τα δυο. Το λιοντάρι με το ένστικτό του ήξερε πως δεν θα ζήσουν τα λιοντάρια, αν δεν ξέρουν τον εαυτό τους. Για να ζήσουν πρέπει να ξέρουν ποια είναι. 

    Το ίδιο και οι άνθρωποι κινδυνεύουν να εξαφανιστούν αν δεν φυλάγουν την ψυχή τους. Ο Ιησούς ονομάζει το άλας τη γης εκείνους  που έχουν την πνευματική αποστολή να διδάσκουν στους ανθρώπους ποιοι είναι στην πραγματικότητα και να τους βοηθούν να γνωρίζουν τον εαυτό τους. Είναι δυστυχώς κοινός τόπος, να πούμε ότι οι πνευματικοί άνθρωποι στον τόπο μας έχουν ξεχάσει την αποστολή τους. Έχουν ξεχάσει πως όταν οι άνθρωποι δεν φυλάγουν την ψυχή τους χάνουν και την ψυχή και τη ζωή τους.


    Το βιβλίο του Μιχάηλ Μιχαήλωφ, Η μυστική εμπειρία στην κατάσταση της ανελευθερίας αναφέρεται στα ψυχικά και σωματικά μαρτύρια των έγκλειστων στα σοβιετικά  στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ειδικότερα αναφέρεται στις εμπειρίες τις οποίες περιγράφουν στα έργα τους συγγραφείς, όπως ο Σολτζενίτσιν, ο Πανίν, ο Τέρζ κ.α. Στο κεφάλαιο με τίτλο "Τα σπουδαιότερα παράδοξα" που αναφέρεται στην   εμπειρία αυτών που επιβίωσαν  κάτω από  συνθήκες ανελευθερίας, γράφει τα εξής:"Δεν πρέπει ακόμη να παραβλέψουμε κι ένα άλλο παράδοξο που μαρτυρείται από τους συγγραφείς μας: ότι μπορεί να σώσει το κορμί του, τη φυσική του ύπαρξη, μόνο εκείνος που σώζει την ψυχή του, δηλαδή εκείνος που από μιαν εσωτερική ώθηση είναι έτοιμος να χάσει το κορμί του, τη φυσική του ύπαρξη."

   Θυμηθείτε τί σκεφτόταν ο Κανάρης επάνω στη βάρκα όταν πήγαινε να ανατινάξει την τουρκική φρεγάτα. " Κωνσταντή,θα πεθάνεις", έλεγε στον εαυτό του, κι αντί τα λόγια αυτά να τον αποθαρρύνουν, τον εμψύχωναν. 

   "Γενικά πιστεύεται το αντίθετο", συνεχίζει ο Μιχαήλωφ, "ότι δηλαδή σε μια δύσκολη κατάσταση ο άνθρωπος βρίσκεται μπρος στην εκλογή αν πρέπει να σώσει το κορμί ή την ψυχή του. Κι όμως οι συγγραφείς που αναφέραμε, και που έχουν ζήσει σε μια κατάσταση όπου βρίσκονταν σε κίνδυνο και το κορμί και η ψυχή, βεβαιώνουν ομόφωνα ότι εκείνοι που προσπαθούσαν να διαφυλάξουν τη φυσική τους ύπαρξη σε βάρος της ψυχής έχαναν και τα δύο, ενώ αντιστρόφως σ΄ εκείνους που ήταν έτοιμοι να θυσιάσουν για χάρη της ψυχής το κορμί τους, σύμφωνα μ΄ένα μυστηριώδη νόμο και αντίθετα προς την προσδοκία τους διατηρούνταν και το κορμί, δηλαδή η φυσική ύπαρξη." (Μιχάηλ Μιχαήλωφ, Η μυστική εμπειρία στην κατάσταση της ανελευθερίας", Εκδόσεις Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος,σελ. 22, Μήλεσι, 2007).

01 Δεκεμβρίου 2010

«Eίμαστε άξιοι τής τύχης μας!»

Στην πλειονότητά μας στην Ελλάδα είμαστε, νομίζω, μια κοινωνία φοβισμένη, «σκιαγμένη». Είμαστε μια κοινωνία “εν αμύνη”!. Μια κοινωνία στη γωνία. Φοβόμαστε να μιλήσουμε δημόσια, φωναχτά και με παρρησία γι’ αυτό που πιστεύουμε ως χριστιανική ορθόδοξη πίστη, γι’ αυτό που πρεσβεύουμε ως κοινωνικές ηθικές παναθρώπινες αξίες, γι’ αυτό που αισθανόμαστε βαθύτερα ως Έλληνες, ως λαός σ’ αυτή τη γωνιά τής γης. Έχουμε καταντήσει «σάκος πυγμαχίας», που πάνω του ασκούνται με γροθιές –δοκιμάζοντας τις αντοχές μας– θρασείς, απαίδευτοι, ρηχοί, προκλητικοί, υλόφρονες, ανελλήνιστοι “Συνέλληνες”, εκμεταλλευόμενοι ακριβώς την ατολμία, την έλλειψη παρρησίας, τη φοβικότητα και την εσωστρέφειά μας.
Θα έλεγε κανείς αφοριστικά «είμαστε άξιοι τής τύχης μας!». Ωστόσο, υποστηρίζω προσωπικά –μιλώντας και γράφοντας δημόσια– ότι μάλλον είμαστε ανάξιοι και ανίκανοι υποστηρικτές των ιδεών, των αξιών, των ιδανικών στα οποία πιστεύουμε. Ανάξιοι υποστηρικτές τής πίστης μας –δειλοί, αποτραβηγμένοι. Ανάξιοι υποστηρικτές τής ιστορίας και τού πολιτισμού αυτής τής χώρας– άπραγοι, βουβοί, αξιολύπητοι. Είμαστε βολεμένοι και συμβιβασμένοι με ό,τι έχει επιβληθεί και επικρατήσει ως νοοτροπία εν ονόματι ενός ψευτοπροοδευτισμού, μιας στρεβλής σύλληψης για τα το τι είναι πραγματικά πρόοδος, προοδευτισμός, δημοκρατία, πνεύμα ελευθερίας, αξιοπρέπεια, σεβασμός τού άλλου, κατανόηση τού διαφορετικού, αλληλοπεριχώρηση ιδεών, απόψεων, βιωμάτων και συναισθημάτων.
Αποτέλεσμα: Περιοριζόμαστε στον χώρο μας, κλεινόμαστε στον εαυτό μας, περιχαρακώνουμε τη σκέψη μας, προφυλάσσουμε τις ιδέες μας, μάς κυριεύει η εσωστρέφεια. Μια εσωστρέφεια που παίρνει τη μορφή μιας μόνιμης απολογητικότητας, που συχνά εμφανίζεται ως ένα κρυφό πλέγμα ενοχής, ως στάση αμύνης. Πρόκειται –ας μού επιτραπεί η έκφραση– για μια αρρωστημένη εσωστρέφεια, σχεδόν για ένα ιδεολογικό ή πνευματικό σύμπλεγμα, που φαίνεται να το έχουμε αποδεχθεί σιωπηρά και περίπου να το εφαρμόζουμε ως κανόνα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται –θα το πω– για μια «πνευματική τρομοκρατία», που απαγορεύει να έχεις άποψη για την πίστη –τη δική σου πίστη!–, για αξίες –τις δικές σου αξίες!–, για πατρίδα –τη δική σου πατρίδα!–, για παράδοση, για ιστορία, για πολιτισμό. Έτσι, περάσαμε από το ένα άκρο στο άλλο…Από μια κατάσταση όπου όλα ήταν δεδομένα, αδιαμφισβήτητα και υποχρεωτικά για όλους, είτε επρόκειτο για θρησκεία είτε για πατρίδα είτε για οικογένεια είτε για επιστήμη είτε για κοινωνία κ.λπ. (που ελεγχόσουν για την πίστη σου, κινδυνεύοντας να θεωρηθείς “αιρετικός” σε κάθε κλυδωνισμό ή ερώτημα, που ελεγχόσουν για κάθε αμφισβήτηση σε κατεστημένες επιστημονικές, κοινωνικές, πολιτικές ή άλλες απόψεις), περάσαμε στην πλήρη αμφισβήτηση των πάντων για τα πάντα. Περάσαμε στο άλλο άκρο τού εκκρεμούς, που σε υποχρεώνει να σιωπάς ή να απολογείσαι ακόμη και για τα αυτονόητα. Ακόμη και για θέματα (αξίες, αντιλήψεις, στάσεις) ευρείας ή ευρύτερης αποδοχής.
Δεν έχει νόημα εδώ να αναλύσει κανείς πώς φθάσαμε σ’ αυτή την κατάσταση μιας έξωθεν επιβαλλόμενης εσωστρέφειας. Οι ακρότητες προκάλεσαν αντιδράσεις και οι αντιδράσεις γέννησαν νέες ακρότητες –προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ένα είναι βέβαιο: Αφήσαμε να μάς κυριεύσει η εσωστρέφεια χωρίς να αγωνιστούμε όταν και όπως έπρεπε. Έτσι βρεθήκαμε από τη σιγουριά τής ιδεολογικοπνευματικής μας δύναμης, μιας προκλητικής και συχνά ανερμάτιστης εξωστρέφειας, στην αβεβαιότητα τής απολογητικής στάσης και στην αμηχανία μιας εσωστρέφειας, που δεν οδηγεί πουθενά.
Τώρα, αντί να θρηνούμε πώς δεν αντιληφθήκαμε εγκαίρως ότι «ασυναισθήτως» γύρω μας έκτισαν τείχη, ας προσπαθήσουμε να γκρεμίσουμε αυτά τα τείχη, ας περάσουμε σε μια πνευματική υπέρβαση, ας περάσουμε σε μια ελεγχόμενη εξωστρέφεια, με μέτρο αλλά και με δυναμισμό και αποφασιστικότητα. Αυτή η εξωστρέφεια, ας δούμε ποια μορφή θα μπορούσε να πάρει.
Θα επισημάνω δύο χώρους επιβαλλόμενης εξωστρέφειας: α) την Εκπαίδευση για τους εκπαιδευτικούς, ιδίως τους θεολόγους, και β) τον δημόσιο λόγο.
Ας ξεκινήσουμε με την Εκπαίδευση, εκεί όπου «χτίζονται» συνειδήσεις και πλάσσονται οι νεανικές ψυχές. Εκεί «η ομολογία πίστεως» κάθε εκπαιδευτικού μπορεί να λειτουργήσει ως σπόρος που θα καρπίσει, καμιά φορά και ως «βόμβα» που θα προκαλέσει έκρηξη. Ο δάσκαλος που θαρραλέα θα ομολογήσει μπροστά στους μαθητές του την πίστη του, την επίδραση που είχε και έχει στη ζωή του η πίστη του και πόσο μπορεί να βοηθήσει τον καθένα, ιδίως έναν νέο αυτή η πίστη, όταν είναι βαθιά, ουσιαστική και ειλικρινής, αυτός ο δάσκαλος θα έχει φυτέψει –συχνά χωρίς να έχει άμεση συνείδηση– «σπόρους ζωής» στις ψυχές μερικών, τουλάχιστον, μαθητών του. Αυτό ισχύει για τον εκπαιδευτικό κάθε βαθμίδας και ειδικότητας. Είναι σημαντικό –λόγω και τού κύρους που έχει, κατά κανόνα, ο δάσκαλος– να ακούσει ο μαθητής από τον φιλόλογο λ.χ. ή τον μαθηματικό ή τον καθηγητή τής ξένης γλώσσας ή τον γυμναστή κ.ά. ότι ο ίδιος πιστεύει και ότι χωρίς την πίστη ο άνθρωπος δεν έχει «σημείο αναφοράς» στη ζωή του, ιδίως στις δύσκολες στιγμές.
Κι ερχόμαστε στον θεολόγο. Ο εσωστρεφής θεολόγος με τo απολογητικό (συχνά και «κακόμοιρο») ύφος, αντί να εμπνεύσει και να ανεβάσει ψυχικά τους μαθητές του με τον λόγο τής πίστης κατάλληλα ειπωμένο (με αναφορές στην αγάπη ως βάση κάθε μορφής κοινωνίας και ανθρωπιάς, στην αξιοπρέπεια, στις ηθικές αξίες, στον αγώνα τού ανθρώπου για βελτίωση δική του και τού άλλου, στην ανεκτικότητα τού άλλου και τού διαφορετικού κ.ο.κ.), τις περισσότερες φορές τους μεταδίδει, άθελά του, τη δική του ατολμία, τη δική του απολογητικότητα, τη δική του έλλειψη παρρησίας. Κι όλα αυτά, ενώ μπορεί να κεντρίσει το ενδιαφέρον, να ξυπνήσει ψυχές που υπνώττουν και, το κυριότερο, να αναπαύσει ψυχές που αγωνιούν. Μπορεί να δώσει φτερά, να δείξει δρόμους, να αποκαλύψει πτυχές τού κόσμου τού πνεύματος άγνωστες στους νέους, μπορεί να τους συνδέσει με “κείμενα ζωής” που είναι λ.χ. το Ευαγγέλιο τού Ιωάννη ή οι Επιστολές τού Παύλου, μπορεί, μπορεί, μπορρεί…Φτάνει να ξέρει πώς να μιλήσει για τα μεγάλα αυτά θέματα, πώς θα συγκινήσει, πώς θα ελκύσει με τα λόγια τής αλήθειας πάντοτε, μ’ ένα βιβλίο, με μια ταινία, με κομμάτια μουσικής κ.λπ. Και βεβαίως με τη σύνδεση των παιδιών με την Εκκλησία, με τη Θεία Λειτουργία που πρέπει απλά και ουσιαστικά να δείξει τι σημαίνει, με τους Ύμνους τής Μ. Εβδομάδος που είναι καθαρή ποίηση, με κάποια πατερικά αποσπάσματα, αλλά και με αναφορά σε λόγια σοφίας σύγχρονων ορθόδοξων μορφών, όπως ο Γέροντας Πορφύριος. Και μόνο να συνδέσει μερικά παιδιά με την Εκκλησία θα έχει προσφέρει έργο ζωής.Με άλλα λόγια, ο θεολόγος αντί να είναι «ο τελευταίος τροχός τής αμάξης» στο σχολείο, εφόσον νιώσει τον ρόλο του και πιστέψει στην αποστολή του, μπορεί να είναι το σημείο αναφοράς για πολύ ουσιαστικές δράσεις στο σχολείο. Μπορεί να είναι το πρόσωπο που πλησιάζει και μιλάει με τα παιδιά, που ακούει τα προβλήματά τους, που αμβλύνει αντιθέσεις. Σημείο αναφοράς αλλά και καταφυγής μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών ακόμη που χρειάζονται στήριξη. Ο εμπνευσμένος και εμπνευστικός, ο μαχητικός, ο ρέκτης, ο γνήσιος σύγχρονος ορθόδοξος θεολόγος.
Και κάτι ακόμη. Συχνά νομίζουμε πως ό,τι λέμε στους μαθητές μας, εφόσον δεν οδηγεί σε άμεσα ορατές πράξεις (μορφές συμπεριφοράς και σκέψης), πάει χαμένο. Ωστόσο, δεν συνειδητοποιούμε και οι ίδιοι ότι η λειτουργία τού πνεύματος λειτουργεί μυστικά και μακροπρόθεσμα. Τα πάντα εγγράφονται στις συνειδήσεις των παιδιών και έρχονται στιγμές που ανακαλούνται αυτόματα και επενεργούν χωρίς να γνωρίζει κανείς πού βρέθηκε αυτή ή εκείνη η σκέψη, η ιδέα, το κέντρισμα ή η συγκράτηση, η έμπνευση ενίοτε ή το πέταγμα τής ψυχής σε κατευθύνσεις που δεν είχαν προσχεδιασθεί.
Αν είναι όσο σημαντική προσπάθησα να δείξω η ομολογία πίστεως στον εκπαιδευτικό χώρο, εξίσου σημαντική είναι η μαρτυρία πίστεως στον δημόσιο χώρο και στον δημόσιο λόγο. Εννοώ στον χώρο δουλειάς, σε δημόσιες συναντήσεις και συγκεντρώσεις, σε ομιλίες ενώπιον κοινού, σε συζητήσεις, οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Εκεί ο καθένας με την εξωστρέφειά του μπορεί –χωρίς κραυγές ή φαρισαϊκές φανφάρες, που άλλωστε δεν ταιριάζουν στην ορθόδοξη πίστη– να ρίξει τον δικό του σπόρο: να προβληματίσει, να φωτίσει, να αφήσει να διαφανεί, να σχολιάσει, να ομολογήσει, να διαφωνήσει αν χρειαστεί, πάντοτε με διάκριση χριστιανική, με ήθος, χωρίς πρόκληση ή μονοπώληση τής ορθής γνώσης, υπαινικτικά, διαλεκτικά, καλοπροαίρετα και καλόκαρδα, όχι κηρυγματικά ή δογματικά. Διδάσκει κανείς –και εμπνέει και επηρεάζει– και με το ήθος του, με όλη την προσωπικότητά του που πρέπει να λειτουργεί ως η άλως κάθε ομολογίας πίστεως.
Θα τελειώσω αισιόδοξα. Επειδή ανήκω σ’ αυτούς που πιστεύουν ότι σ’ αυτόν τον τόπο δεν είναι λίγοι αυτοί που αγωνίζονται –έστω και μοναχικά– για καλύτερες συνθήκες ζωής, για μια ποιότητα στη ζωή και στη σκέψη μας, κι επειδή η χώρα μας όσα προβλήματα κι αν έχει –μερικά από άστοχους χειρισμούς ή από έλλειψη ουσιαστικής παιδείας– πορεύεται μπροστά και εξελίσσεται (έστω με αργούς ρυθμούς), πιστεύω ότι πρέπει όλοι να υψώσουμε τη φωνή μας, όπου ο καθένας μπορεί, δείχνοντας ότι η μιζέρια, η μαυρίλα, η οδός τής απωλείας δεν έχει κυριεύσει όλη την Ελλάδα, όλους τους Έλληνες. Υπάρχει ελπίδα. Υπάρχει φως. Ας μιλήσουμε μόνο με θάρρος, με αγάπη, με ειλικρίνεια, με παρρησία και ας μετουσιώσουμε την εξωστρέφειά μας σε εσωστρέφεια.
Γεώργιος Μπαμπινιώτης