05 Φεβρουαρίου 2011

Το Ράσο στην Επανάσταση του ΄21





 











Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ράσου στον πανεθνικό Αγώνα του ΄21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος.

Αντίθετα, σχετιζόταν, άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστασή του. Ας θυμηθούμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της «περιορισμένης συνεργασίας» με τον κατακτητή.

Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και εύκλειά της.

Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: «αυτό μια μέρα θα γίνει ρωμαίίκο». Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο «Θούριό» του: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή, για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί».


Μετά το κίνημα του Αλ. Υψηλάντη
θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος –οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας1. Από τη μεγαλοϊδεατική ιδεολογία του Γένους θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνικοτήτων-καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως, στοχεύοντας όχι πια στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα «στριμωχνόταν» κυριολεκτικά (πρβλ. το 1922) το Ελληνικό Έθνος. Αυτό το πέρασμα από τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελληνικό κράτος ισοδυναμούσε με θάψιμο της Ρωμηοσύνης. Έτσι ο αγώνας του ΄21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας.

Στις ευρωπαϊκές αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θα έχει πια ρωμαίικο-οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά στενά εθνικό και κατ΄ουσίαν «αρχαιοελληνικό». Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού Θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά και εναντίον της Ρωμαίικης Εθναρχίας, ως συνέχειας της «Ρωμαϊκής Βασιλείας» των «Βυζαντινών»2. Το πραξικοπηματικό Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτή επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.

Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου-και μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου-στον Αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πια φανερό ότι ο Αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικό χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατά του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών3. Η συμμετοχή δε αυτή ομολογείται από εκείνους, που την έζησαν σ΄όλη τη διάρκεια του Αγώνα και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν.

«Πλησίον εις τον Ιερέα- έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης-ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι».4

Ο ιστορικός του 19ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειώνει: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επαναστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας5.

Ο εθνικός ιστορικός μας Κ. Παπαρρηγόπουλος ομολογεί: «…Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς όμως εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησεν περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν»6 .

Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ. Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ι. Συκουτρής, ο Κ. Βοβολίνης, ο Ν. Τωμαδάκης, ο Απ. Βακαλόπουλος κ.ά.7

Υπάρχουν βέβαια, και επικριτές του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν ή και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος (ιστορικός μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ΄όχι ιστορικός) ο Γ. Καρανικόλας ( δημοσιογράφος, όχι ιστορικός)8 κ.ά. Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στερεότυπα από άλλους λιγότερο σημαντικούς και άσχετους με την ιστορική έρευνα. Αρκεί να μελετήσει κανείς το «ΔΕΛΤΙΟΝ» της Ο.Λ.Μ.Ε. 9, για να διαπιστώσει πως αυτούσιες οι ιδεολογικές αυτές ερμηνείες για το ΄21 περνούν στο χώρο της παιδείας. Το πραγματικά όμως ανέντιμο είναι, ότι στη μάχη της Αλαμάνας επαινείται μεν ο Αθανάσιος Διάκος, ως «κατώτερος» κληρικός, όχι όμως και ο οργανωτής και αρχηγός του ελληνικού σώματος Μητροπολίτης Σαλώνων Ησαΐας πού έπεσε ηρωικά στη μάχη μαζί με τον αδελφό του παπα-Γιάννη, έγγαμο και πατέρα πολλών τέκνων.

Αλλά πρέπει να πολεμούνται οι «δεσποτάδες»! Το τραγικά απελπιστικό δε είναι, ότι πολλές από τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πια ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε οι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται «παλαιομοδίτες» στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστές ιστορικοί, έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτική μέθοδο του Γ. Κορδάτου και απομακρυνθεί από την ιδεολογική προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμική θεωρία του «λαϊκισμού» (π.χ. Λέων. Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρούσος δέχεται την επανάσταση του ΄21 ως εθνικοαπελευθερωτική και ομολογεί: «Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα». Ανάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λεων. Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδου-Μπιμπίκου κ.ά.10

Η επικρατούσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι,
ότι η Επανάσταση του ΄21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, με κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά μία, στην οποία έλαβαν μέρος οι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μία με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει όμως τελείως η ιδεολογική προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνατότητα ιστορικής-επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας.

Ένα από τα επισημότερα θύματα της παρατεινόμενης αυτής ιδεολογικής αδιαλλαξίας είναι ο Μέγας Οικουμενικός Πατριάρχης του Αγώνα, Άγιος Γρηγόριος Ε΄11. Η ερμηνεία της στάσης του στον Αγώνα απαιτεί επαρκή γνώση της εποχής (ιστορικά, κοινωνιολογικά, πολιτικά, διπλωματικά) και τη χρήση ορθών κριτηρίων, συγχρόνων δηλαδή και όχι σημερινών (ιστορικός αναχρονισμός). Ο σοφός εκείνος Γενάρχης, πώς ήταν δυνατόν να παραβλέψει τους αρνητικούς παράγοντες, που απειλούσαν κάθε επαναστατική σκέψη (Ιερά Συμμαχία, Τσάρος, προηγούμενες οικτρές αποτυχίες, π.χ. 1790); Γιατί να απαιτεί κανείς λιγότερη σύνεση από εκείνη του Κοραή και του Καποδίστρια, πού ήσαν τελείως αρνητικοί στα σχέδια εξεγέρσεως; Και όμως, σε καμία παρακωλυτική ή αποτρεπτική ενέργεια δεν προέβη, η δε αλληλογραφία του είναι σαφώς θετική και φανερώνει την εσωτερική συμμετοχή του στα σχέδια της Φιλικής12. Θα ερωτήσει, βέβαια, κανείς: και ο περιβόητος αφορισμός του κινήματος Υψηλάντου-Σούτσου; Δεν εν είναι σαφής αντίδραση του Γρηγορίου; Έτσι άλλωστε ερμηνεύεται ως σήμερα από την αρνητική κριτική. Μπορεί όμως να «ερμηνευθεί» ο αφορισμός χωρίς να ληφθεί υπόψη το κλίμα, μέσα στο οποίο έγινε; Και ποιο ήταν το κλίμα αυτό; - Έκρηξη της οργής του Σουλτάνου (απόλυτου κυρίου πάνω σε κάθε υπήκοο)-Άμεσος κίνδυνος γενικής σφαγής των Ρωμηών (ομολογία εκθέσεων των Ξένων της Κων/πόλεως)13. Απερίγραπτες θηριωδίες, που προοιώνιζαν τη συνέχεια-Παύση από τον Σουλτάνο δύο Μ. Βεζίρηδων, με την κατηγορία της επιεικούς στάσεως έναντι των Ρωμηών-Απαγχονισμός του Σειχουλισλάμη (Θρησκευτικού αρχηγού), κατηγορουμένου για απείθεια (δεν εξέδωσε φετφά για την σφαγή και εξόντωση των Ρωμηών)14-Εκτελέσεις Φαναριωτών ( Μουζούρηδων και Μητροπολιτών) κλ.π.

Ποιος μπορεί μετά από όλα αυτά να αρνηθεί, ότι ο αφορισμός ήταν πράξη ανάγκης και «στάχτη στα μάτια του Σουλτάνου»; (Νικοπόλεως Μελέτιος).
Αυτή ακριβώς ήταν και η ερμηνεία του άμεσα θιγομένου από τον αφορισμό, Αλ. Υψηλάντη: «Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπό της Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικά και Εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου»15. Μόνο, λοιπόν, μετά από την γνώση όλων αυτών μπορεί να εκτιμηθεί σωστά και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου. Ο πρώτος Πατριάρχης της Ρωμηοσύνης εκτελέσθηκε ως «προδότης» του Σουλτάνου και όχι των Ρωμηών16 . Και εύλογα, αφού τυπικά ήταν ο δεύτερος μετά τον Σουλτάνο αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ενώ δε ο αφορισμός δεν είχε καμιά αρνητικά απήχηση στον Εθνικό Αγώνα, αφού ήταν γνωστή η προέλευσή του, το «σχοινί του Πατριάρχη» ανέπτυξε μίαν ευεργετική δυναμική, διότι έγινε κινητήρια δύναμη στο αγωνιζόμενο ΄Εθνος.

Η ιδεολογικοποιημένη ερμηνεία δεν αφήνει όμως άθικτους και τους άλλους Αρχιερείς. Θέλοντας να μειώσουν τη διακεκριμένη συμμετοχή αρχιερέων, όπως λ.χ. ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ή ο Σαλώνων Ησαΐας μιλούν για «εκατοντάδες αρχιερέων» (Σκαρίμπας), η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων (δήθεν) απέσχε και υπονόμευσε τον Αγώνα17. Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;

Οι Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου δεν ξεπερνούσαν τους 200, στις 171 συνολικά επαρχίες του. Ο αριθμός δε αυτός περιλαμβάνει και τους Αρχιερείς των άλλων ρωμαίικων Πατριαρχείων, που ήταν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας18 . Ο Σπ. Τρικούπης, Θ. Φαρμακίδης κ.ά. δέχονται τον αριθμό 180, οι δε τιτουλάριοι Αρχιερείς δεν υπερέβαιναν τους 2019 . Ποια ήταν, λοιπόν η συμμετοχή αυτών των Αρχιερέων στη Φιλική Εταιρεία; 20

Παρά τον αστικό χαρακτήρα της Φιλικής, οι πρωτεργάτες της δεν είχαν δυτική αντιφεουδαρχική συνείδηση, διότι στην «καθ’ημάς Ανατολήν» δεν υπήρχε φεουδαρχία φραγκικού τύπου (φυσική αριστοκρατία).

Γι’αυτό ενώ στη Δύση ο Κλήρος, και μάλιστα οι Επίσκοποι, εθεωρούντο προέκταση της τάξεως των Ευγενών, η Φιλική στράφηκε εδώ στον Κλήρο και μάλιστα στις κεφαλές του. Αυτό επιβεβαιώνει και ο Κορδάτος: «Οι Φιλικοί (…) επεδίωξαν να δώσουν χαρακτήρα πανεθνικόν εις την ωργανωμένην επανάστασιν και δι΄αυτό προσηλύτισαν και μερικούς Φαναριώτας και ανωτέρους Κληρικούς»21. Το επίθετο («μερικούς») απορρέει από το ιδεολογικό πρίσμα του Κορδάτου και δεν ανταποκρίνεται στο ελάχιστο στα πράγματα.

Από το 1818 μυήθηκαν στην Φιλική Εταιρεία όλοι σχεδόν οι αρχιερείς της Πελοποννήσου22, κάτι που αναγκάζεται να το παραδεχθεί ο αγαθότερος Σκαρίμπας: «Η Φιλική Εταιρεία (…) στο κόλπο είχε μυήσει όλους σχεδόν τους Παλαιοελλαδίτες κοτσαμπάσηδες και προπαντός τους δεσποτάδες»23. Η αλήθεια είναι, ότι ως Ρωμηοί οι ηγέτες της Φιλικής γνώριζαν την επιρροή των Αρχιερέων στο λαό. Μέσα στα έτη 1818-21 όλοι σχεδόν οι Αρχιερείς έγιναν μέλη της Φιλικής. Μαρτυρίες αδιαμφισβήτητες καλύπτουν 81 περιπτώσεις. Για έναν αριθμό απουσιάζουν μαρτυρίες, χωρίς όμως να μπορεί να υποστηριχθεί, ότι δεν είχαν μυηθεί και εκείνοι. Απουσιάζει όμως και κάθε μαρτυρία για προβολή αρνήσεως ή για υπονόμευση του έργου της Εταιρείας. Οι περισσότεροι ιστορικοί δέχονται, ότι οι Αρχιερείς υπήρξαν η σπονδυλική στήλη της Φιλικής και ο κύριος παράγων του έργου της, λόγω του υψηλού κύρους τους στο Λαό24 . Αν οι Αρχιερείς εξ άλλου δεν περιέβαλλαν με την αγάπη τους το έργο της Φιλικής, πολλά πράγματα μπορούσαν να ανατραπούν. Μία αναφορά, τέλος, στην ποσοστιαία σύνθεση της Φιλικής δίνει τα στοιχεία: Κληρικοί 9,5%, Αγρότες 6% και Πρόκριτοι 11,7%25 .

Ιδιαίτερα από την περιοχή της Ελλάδος αναφέρονται επώνυμα στις πηγές 73 αρχιερείς, που έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα. Σαρανταδύο Αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κλπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε΄, Κύριλλος ΣΤ΄) και 45 Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθησαν ή έπεσαν σε μάχες. Κατά τον Γάλλο Πρόξενο Πουκεβίλ οι κληρικοί-θύματα του Αγώνα ανέρχονται συνολικά σε 6.00026 .
Υπάρχει όμως και το «εξ αντιθέτου» επιχείρημα. Η μαρτυρία των Τούρκων Ιστορικών για τη δράση του ελληνορθοδόξου Κλήρου στον Αγώνα του ΄2127. Έτσι ο Μώραλη Μελίκ Μπέη δέχεται ότι «τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν οι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων, οι έμποροι, οι πρόκριτοι, και κυρίως οι μητροπολίται και γενικώς οι ανήκοντες εις τον κλήρον, δηλαδή οι πραγματικοί ηγέται του Έθνους»28 Ο δε Ζανί Ζαντέ σημειώνει: «Τα σχέδια ετηρούντο μυστικά μεταξύ του Πατριάρχου των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων»29 .

Δια να κλείσουμε το θέμα αυτό, θα προσθέσουμε, ότι ενίοτε τον 19ο αιώνα εγείρονταν αντιδράσεις όχι για την μη συμμετοχή των Κληρικών μας στον απελευθερωτικό Αγώνα, αλλά αντίθετα για τη συμμετοχή τους σ΄ αυτόν.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κεφαλλονίτη κοσμοκαλόγηρου και ησυχαστή Κοσμά Φλαμιάτου (1786-1852)30.Κατά τον Φλαμιάτο η Αγγλία εκμεταλλεύθηκε τον Αγώνα του ΄21. Με την εμπλοκή του Κλήρου σ΄αυτόν επεδίωξε «ίνα διεγείρη την παγκόσμιον, ει δυνατόν, περιφρόνησιν, μίσος, αποστροφήν και συνωμοσίαν κατά του Κλήρου, τόσον την εκ των Αρχών, όσον και την εκ του λαού. Δι’αυτόν τον σκοπόν προς τοις άλλοις εκίνησεν εμμέσως εις τους αρχηγούς της Φιλικής Εταιρείας και εισήχθησαν εν αυτώ ο Οικουμενικός Πατριάρχης, πολλοί Επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής, και εφάνησαν τινες εξ αυτών οπλοφορούντες εις το στάδιον του κατά των Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, αλλόκοτον και αποτρόπαιον, εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν…»31

Δεν θα ασχοληθούμε με την ορθότητα ή όχι των κρίσεων του Φλαμιάτου, που έχει το δικό του πρίσμα θεωρήσεως.

Το σκανδαλιστικό για ησυχαστές σαν τον Φλαμιάτο είναι η συμμετοχή του Κλήρου στις πολεμικές επιχειρήσεις (« οπλοφορία») και σε μία συνωμοτική Εταιρεία, όπως η Φιλική. Την τελευταία θεωρεί κατευθυνόμενη «εμμέσως» από την Αγγλία. Μάλλον, συνεπώς, αυτό προσκρούει στη συνείδησή του, ότι δηλαδή η Επανάσταση εξυπηρετούσε τους σκοπούς της Δύσεως. Σ΄αυτό ακριβώς, πιστεύουμε, έγκειται η αντίθεσή του. Ότι ο Κλήρος της Ελλάδος, εν αγνοία του, εξυπηρέτησε σκοπούς αλλοτρίους και όχι τα όνειρα της Ρωμηοσύνης. Ο Φλαμιάτος γράφει στη δεκαετία του 1840, όταν πολλά πια έχουν αποσαφηνισθεί. Σημαντικό όμως είναι ότι θεωρεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, σ΄αντίθεση με τους σημερινούς επικριτές του. Για τους παραδοσιακούς ορθοδόξους όμως αυτό ήταν το σκάνδαλο και όχι το αντίθετο. Ο Γενάρχης της Ρωμηοσύνης να υποθάλπει κινήσεις, που στρέφονταν εναντίον της… Γι΄αυτό μιλήσαμε για «θυσία» και «αυθυπέρβαση» του Ράσου. Η εθναρχική πολιτική εγκαταλείφθηκε για χάρη της ελευθερίας της Ελλάδος32. Ο Όθωνας στα 1833 θα πάρει για τους Έλληνες, πολιτικά και εκκλησιαστικά, τη θέση του Εθνάρχη Οικουμενικού Πατριάρχη. Η αγανάκτηση του Φλαμιάτου εστιάζεται, ακριβώς, στη αντίθετη κατεύθυνση από τις αιτιάσεις των επικριτών του Κλήρου. Το Ράσο θυσίασε τα πάντα για την Ελλάδα και την εθνική αποκατάστασή της.

Συμπερασματικά:

Η συμμετοχή του Ράσου στους εθνικούς μας αγώνες δεν είναι ασφαλώς, ο μοναδικός λόγος της παρουσίας του Κλήρου στην κοινωνία μας. Κύρια αποστολή του Ράσου είναι το έργο του ιατρού στο «Πνευματικόν Ιατρείον» της Εκκλησίας για την πνευματική και υπαρκτική αποκατάσταση του ανθρώπου μέσα στο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να θεωρείται ως ένας συμβατικός θεσμός, κοινωνικού χαρακτήρα, μέσα στον υπόλοιπο κρατικό και εθνικό βίο, με σκοπό να σώζει απλώς την ιστορική διάσταση.

Εν τούτοις η Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα η Ελλαδική, πρωτοστατεί σ΄όλους τους απελευθερωτικούς μας αγώνες.

Γιατί; Διότι τούτο απορρέει από την πίστη της για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Η Ορθοδοξία βλέπει την ελευθερία ως το φυσικό κλίμα αναπτύξεως και πραγματώσεως του ανθρωπίνου προσώπου. Πραγματική δε ελευθερία είναι η δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό και τους συνανθρώπους του, σε βαθμό γνησιότητας, πληρότητας και αυθεντικότητας έξω δηλαδή από κάθε αναγκαστικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία εντάσσεται στα πλαίσια του θελήματος του Θεού και είναι (και ως εθνική-κοινωνική) έννοια καθαρά θεολογική-εκκλησιαστική33 .

Ο Ορθόδοξος Κλήρος δεν μπορεί να μη συμμετάσχει στους εθνικούς-απελευθερωτικούς μας αγώνες, διότι το έργο του και στην περίοδο της ειρήνης είναι απελευθερωτικό.

Αγώνας για την καταξίωση του Ρωμηού, ως απελευθέρωση από τα δεσμά της εσωτερικής δουλείας, της αμαρτίας34. Η εσωτερική δε δουλεία κατά κύριο λόγο επιφέρει και την εξωτερική. Διότι δουλεία δεν είναι, κυρίως η αναγκαστική υποταγή, αλλά η εσωτερική υποταγή και ταύτιση με τον κατακτητή, η νέκρωση του πνεύματος αντιστάσεως και του ψυχικού δυναμισμού. Γι΄αυτό και πιστεύουμε, ότι η σημαντικότερη προσφορά του Ράσου στο Έθνος μας δεν ήταν τόσο η συμμετοχή του Κλήρου στις ένοπλες εξεγέρσεις και συγκρούσεις, όσο η συμβολή του Ράσου στη συντήρηση του ελληνορθόδοξου φρονήματος του Γένους και της αγάπης του προς την ελευθερία.

Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν θα μπορούσε να υπάρξει Εικοσιένα.


__
ΡΕΣΑΛΤΟ, τεύχος- 6, Μάιος 2006______________________________________
1 Βλ. το κεφάλαιο «Το ανολοκλήρωτο ΄21» του Γ.Δ.Μεταλληνού, ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ, Αθήνα 2001, σ. 191 ε.ε.
2 Βλ. τη σπουδαία ανάλυση του καθηγ. π. Ιωάννου Ρωμανίδου, στο έργο του. Το προπατορικόν αμάρτημα, Αθήνα 1989, σ. ιδ΄ε.ε.
3 Ph. Sherrard, Δοκίμια για τον Νέο Ελληνισμό, Αθήνα 1971, σ. 296 ε.
4 Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων ελληνικής φυλής. Εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, σ. 29
5 Χρ. Βυζαντίου, Ιστορία τακτικού στρατού, σ. 265. Βλ. στου Π.Γεωργαντζή. Οι Αρχιερείς και το Εικοσιένα, Ξάνθη 1985, σ. 189.
6 Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. 7, Αθήναι 1925, σ. 216/17.
7 Παραθέματα βλ. στου Π.Γεωργαντζή οπ. π. σ. 190 ε.ε. Πβρλ. σ. 248 ε.ε. «Διακηρύξεις εθνοσυνελεύσεων», «κρίσεις συγχρόνων με την Επανάσταση ιστορικών».
8 Παραθέματα σχετικά βλ. στου Π. Γεωργαντζή, όπ. π.σ. 197 ε.ε. και 234 ε.ε. Για να γίνει συνειδητή η φθορά εκ μέρους του δυτικού διαφωτισμού, αρκεί να σημειώσουμε, ότι μεταξύ των επικριτών του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄ δεν είναι μόνο μαρξιστές, αλλά και ο χριστιανός καθηγητη. Αλεξ. Τσιριντάνης. Στο ίδιο, σ. 198-99: Το Οικουμ. Πατριαρχείο «δεν ήθελε την Επανάσταση και ο Πατριάρχης την αφώρισε. Βρέθηκαν μερικοί να πουν πως τάχα ο τρομερός αφορισμός ήλθε και στον Μωριά και ήθελε να δέσει τα χέρια του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Θα μπορούσε βέβαια, ο Πατριάρχης να είχε κατά κάποιο τρόπο διαμηνύσει στο λαό, να μη πάρουν στα σοβαρά τον αφορισμό. Τέτοιο πράγμα όμως δεν έγινε, γιατί απλούστατα ο αφορισμός ήταν αληθινός και «σπουδαίος». Έγινε στα σοβαρά, σοβαρώτατα». (Βλ. Αλεξ. Τσιριντάνη. Το Εικοσιένα, στο περιοδ. ΣΥΖΗΤΗΣΗ, τεύχος 195, Ιανουαρ. 1977, σ. 2) Το κείμενο του καθηγητή Τσιριντάνη, αποδεικνύει, ότι η «παρερμηνεία» δεν είναι προνόμιο «αντορθοδόξων» και «ανθελληνικών» ιδεολογιών. Το τραγικό όμως στην περίπτωση, και σκανδαλώδες συνάμα για σοβαρό και ανεγνωρισμένο επιστήμονα, είναι όχι μόνο ή απουσία γνώσεως αλλά και ενδιαφέροντος (στα 1977!) για γνώση της σχετικής με το θέμα βιβλιογραφίας που δίνει απάντηση στα μετέωρα ερωτήματά του. Από πλευράς δε στενά επιστημολογικής διερωτάται κανείς, αν ο επιστήμων δικαιούται να αδιαφορεί για το λόγο των ειδικών στην έρευνα. Και μία αφελής απορία: Και αν ακόμα ο άγιος Πατριάρχης είχε «διαμηνύσει στο λαό…κλπ» (και είχε πράγματι «διαμηνύσει» βλ. Ι.Μ.Χατζηφώτη, ο Γρηγόριος ο Ε΄ μέσα από τα έγγραφα και τις πηγές του αγώνα, Αθήνα 1988, σ. 21 ε.ε.) πού θα το εύρισκε ο Αλ. Τσιριτντάνης; τοιχοκολλημένο σε κάποια δημόσια πλατεία; Καλά έλεγε ο μακαρίτης και «άθεος» Γιάννης Σκαρίμπας, «από την ψώρα του Κοραή δεν απαλλάχθηκε ακόμα το Έθνος»…
9 Βλ. το τεύχος Μαρτίου 1983, έτ. 34/τεύχος 556, σ. 3: «Οι κοτσαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος στη πλειοψηφία τους είτε σύρθηκαν στην επανάσταση, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά μπροστά στο γενικό ξεσηκωμό, είτε προσχώρησαν υστερόβουλα αποβλέποντας σε μία νέα μορφή κυριαρχίας πάνω στον επαναστατημένο λαό (…) Ο ανώτερος κλήρος, με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις, πολέμησε την επανάσταση με τα μέσα που διέθετε και με επικεφαλής τους Πατριάρχες των αφορισμών (Γρηγόριο Ε΄ Πολύκαρπο Ιεροσολύμων) Προβλ. Π.Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 201. Αυτό που έχει σημασία είναι, ότι το πνεύμα του «λαϊκισμού» εμποδίζει το κείμενο να λάβει υπόψη τις περιπτώσεις που αρχηγοί, όπως ο Κολοκοτρώνης, με την απειλή των όπλων κράτησαν τμήματα του λαού στις μάχες, εμποδίζοντας την λιποταξία τους. Έτσι καταντά η ερμηνεία μονομερής και ιδεολογική.
10 Βλ. στου Π. Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 238. ε.
11 Τις νεώτερες μελέτες για το πρόσωπο βλ. στη Βιβλιογραφία.
12 Βλ. Ι.Μ.Χατζηφώτη, όπ. π.
13 Βλ. Γεωργίου Θ.Ζώρα. Ο απαγχονισμός του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄εις την έκθεσιν του Ολλανδού Επιτετραμμένου Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1976, σ. 4 ε.
14 Μπορεί να αποκληθεί πρώτος μάρτυρας του Αγώνος της Ανεξαρτησίας μας.
15 Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Έκδοτικής Αθηνών, τόμ. ΙΒ΄, σ/32 και 36 ( Α. Δεσποτόπουλος) γράφει σχετικά: «…Επικρίθηκε εν τούτοις ο Πατριάρχης και επικρίνεται ακόμη, επειδή έστερξε στον αφορισμό και έστειλε τις νουθετικές εγκυκλίους. Οι επικριτές όμως δεν αναλογίζονται τι θα πάθαινε το Έθνος, αν ο Πατριάρχης τηρούσε αρνητική στάση απέναντι στις αξιώσεις του Σουλτάνου. Συμμορφώθηκε, άλλωστε, τότε ο Πατριάρχης προς την σταθερή παράδοση της Εκκλησίας, που με παρόμοια στάση κατόρθωνε σε ανάλογες κρίσιμες περιστάσεις να σώζει το Γένος. Άλλωστε θα ήταν εντελώς παράλογη και ανεύθυνη διαφορετική απόφαση. Αν δεν γινόταν ο αφορισμός, ήταν σχεδόν βέβαιο, ότι θα εξοντώνονταν εκατοντάδες χιλιάδες ορθοδόξων χριστιανών».
16 Κατά την «Προκήρυξη»του Σουλτάνου (YAFTA) «ο δόλιος Ρωμηός Πατριάρχης, καίτοι κατά το παρελθόν είχε δώσει πλαστά δείγματα αφοσιώσεως, όμως κατά την περίπτωσιν ταύτην, μη δυνάμενος να αγνοή την συνωμοσίαν της επαναστάσεως του έθνους του (…) γνωρίζων δε ο ίδιος και υποχρεωμένος να γνωστοποιήση και εις όσους το ηγνόουν, ότι επρόκειτο περί επιχειρήσεως ματαίας, ήτις ουδέποτε θα επετύγχανε (…) όμως ένεκα της εμφύτου διαφθοράς της καρδίας του, ού μόνον δεν ειδοποίησε, ουδέ επετίμησε τους αφελείς (…) αλλά, κατά τα φαινόμενα, αυτός ο ίδιος όπισθεν των παρασκηνίων, έδρα κρυφίως, ως αρχηγός της επαναστάσεως…» (Γ.Ζώρα, όπ. π. σ. 9) Ο Σουλτάνος, γνώστης των πραγμάτων, δίνει την ερμηνεία του, που αποδεικνύεται σοβαρότερη από εκείνη νεωτέρων, όπως ο Γ. Καρανικόλας.
17 Βλ. στου Π. Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 263. ε.
18 Στο ίδιο , σ. 206 ε.ε.
19 Στο ίδιο , σ. 210-11
20 Βλ. την εκτενή και εμπεριστατωμένη έκθεση του Π. Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 261 ε.ε.
21 Γ. Κορδάτου. Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως, σ. 144. Πρβλ. Π. Γεωργαντζή όπ. π. σ. 214. σ. 463.
22 Π. Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 215 ε.ε.
23 Το Εικοσιένα και η αλήθεια, τ. Α΄, σ. 59 και Β΄, σ. 93.
24 Ο Th. Gordon λ.χ. ιστορικός του Αγώνα (Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετάφρ. Φ.Βράχα, τόμ. Α΄ 134) γράφει : «Δεν τολμούμε να βεβαιώσουμε, πως ο Πατριάρχης και τα μέλη της Συνόδου ήταν απόλυτα αθώοι συνωμοσίας κατά του κράτους. Αντίθετα, έχομε λόγους να πιστεύουμε, ότι ο Γρηγόριος γνώριζε την ύπαρξη της Εταιρείας και ότι μερικοί από τους άλλους Ιεράρχες ήταν βαθειά πλεγμένοι στις μηχανορραφίες της».
25 Βλ. στου Π. Γεωργαντζή, σ. 240.
26 Λεπτομερή ανάλυση βλ. στο ίδιο, σ. 281 ε.ε.
27 Βλ. τις μελέτες: Νικηφόρου Μοσχοπούλου, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως κατά τους Τούρκους Ιστοριογράφους, Αθήναι 1960. Ι. Παϊωάννου, Ιστορικές Γραμμές, τ. Α΄ Λάρισα 1979.
28 Ν. Μοσχοπούλου, όπ. π. σ. 167. Ι. Παπαϊωάνννου, όπ. π. σ. 240.
29 Ν. Μοσχοπούλου, σ. 107. Ι. Παπαϊωάννου, σ. 240.
30 Βλ. Γ.Δ. Μεταλληνού, ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ (1786-1852).Ένας μάρτυρας της ορθοδόξου παραδόσεως στο Ελληνικό Κράτος, ανάτ. από τη ΘΕΟΛΟΓΙΑ, Αθήναι 1987.
31 Κοσμά Φλαμιάτου. Άπαντα (Εκδόσεις «Σπανός»), Αθήναι 1976, σ. 96/7.
32 Για το ίδιο πράγμα «κατηγορεί»το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Ράνσιμαν: «Δεν θα μπορούσε το Πατριαρχείο να είχε γίνει η δύναμη, που θα συγκέντρωνε τον ορθόδοξο κόσμο και έτσι θα εξουδετέρωνε τις κεντρόφυγες τάσεις του βαλκανικού εθνικισμού; Η ευκαιρία χάθηκε. Το Πατριαρχείο μάλλον ελληνικό, παρά Οικουμενικό». (Οπ. π. σ. 694)..


Γράφει ο π.Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
Κοσμήτορος Θεολ. Σχολής Παν. Αθηνών

ΤΟΝΟΙ ΛΑΣΠΗΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΡΑΙΚΥΛΟΥΣ ΤΟΥ ΣΚΑΙ

ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΩΣ...ΣΥΝΕΡΓΟ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ,ΠΟΥ ΑΦΟΡΙΖΕ ΣΥΝΕΧΩΣ ΤΙΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ-Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ,ΔΙΑ ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΥΨΗΛΑΝΤΗ!

Στο νέο επεισόδιο του τερατουργήματος "1821" του ΣΚΑΙ,μεγάλο μέρος του αναλώθηκε στην ΕΞΥΒΡΙΣΗ της Ορθόδοξης Εκκλησίας,που ούτε λίγο ούτε πολύ,παρουσιάστηκε ως στενός συνεργάτης του Σουλτάνου που αφόριζε διαρκώς τους Επαναστάτες κι εμπόδιζε τον Αγώνα τους!

Αναφέρθηκαν στον γνωστό "αφορισμό" του ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑ Γρηγορίου του Ε' στον Υψηλάντη,ο οποίος όμως ήταν ΠΛΑΣΤΟΣ κι έγινε κατόπιν εκβιασμών από τους Τούρκους και απειλές τρομερών σφαγών στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης!Ο ίδιος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης,λέει απευθυνόμενος στους Σουλιώτες:

«Ο Πατριάρχης βιαζόμενος υπό της Πόρτας σας στέλνει αφοριστικά και εξάρχους παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρείται αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου».

ΦΥΣΙΚΑ ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΥΣΣΑΣΜΕΝΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΜΑΧΟΥΣ ΒΕΡΕΜΗ-ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟ!

Συνεχίζουμε,με σχετικό άρθρο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθέου:

"Το λεγόμενο “αφοριστικό” αυτό κείμενο, από πλευράς κανονικότητος, δεν μπορεί να ονομασθή αφορισμός, και μάλιστα αυτό έγινε εν γνώσει του συντάκτου του κειμένου και των υπογραψάντων αυτό. Πολλά επιχειρήματα χρησιμοποιεί για να στηρίξη αυτήν την άποψη, αλλά εκείνο που μπορούμε να υπογραμμίσουμε είναι ότι ένας κανονικός και γνήσιος αφορισμός που επιβάλλεται από την Εκκλησία, αναφέρεται κυρίως σε αιρετικούς που διαδίδουν αιρετικές απόψεις, προϋποθέτουν κλήτευση σε Σύνοδο, στην οποία οι Συνοδικοί ενεργούν ελεύθερα και ανεπηρέαστα. Επίσης, για να είναι ο αφορισμός “ενεργεία” και “τελεστός”, θα πρέπη το κείμενό του “να είναι οπωσδήποτε διατυπωμένο σε έγκλιση οριστική απλή και όχι δυνητική ή ευχετική, χρόνο δε ενεστώτα παροντικό ή άχρονο και όχι αποπειρατικό, και σε β' πρόσωπο”.

Το “αφοριστικό” κείμενο για τον Υψηλάντη δεν είχε όλες αυτές τις προϋποθέσεις. Εκτός του ότι δεν υπάρχει αιρετική διδασκαλία ούτε κλήτευση σε Σύνοδο, ούτε βέβαια οι υπογράψαντες ήταν ελεύθεροι, συγχρόνως το πρώτο κείμενο του “αφορισμού” είναι διατυπωμένο σε έγκλιση ευχετική ευκτική (“αφωρισμένοι υπάρχειεν”), στο δε δεύτερο “αφοριστικό” κείμενο από τους 12 ρηματικούς τύπους, οι 8 είναι σε έγκλιση ευχετική ευκτική, οι 3 σε έγκλιση προστακτική και μόνο 1 σε έγκλιση οριστική, αλλά και σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι διατυπωμένο σε δεύτερο πρόσωπο ενικού ή πληθυντικού αριθμού.

Θα ήθελα όμως να δούμε, έστω σύντομα, μερικά από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία που συνδέονται με τον “αφορισμό”, και τα οποία δείχνουν τα πραγματικά δεδομένα κάτω από τα οποία εγράφη και υπεγράφη ο “αφορισμός”.

Το πρώτο, ότι ο “αφορισμός” δεν ήταν αποτέλεσμα της βουλήσεως του Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε', ούτε καν των Συνοδικών Αρχιερέων, αλλά ήταν απόφαση μιας μεγάλης Κληρικολαϊκής Συνελεύσεως, που αποτελείτο από 72 εγκρίτους Ρωμηούς της Πόλης, εκ των οποίων οι 49 ήταν λαϊκοί και οι 23 Κληρικοί - Αρχιερείς. Στην Κληρικολαϊκή αυτή σύναξη αποφασίστηκε, οι μεν λαϊκοί να υποβάλλουν αναφορά αποκηρύξεως της επαναστάσεως και δήλωση υποταγής, οι δε Κληρικοί να συνθέσουν την πράξη του αφορισμού που τους ζητήθηκε από την Υψηλή Πύλη, και αυτό, βέβαια, για να καθησυχάσουν τους Τούρκους, επειδή οι συνθήκες ήταν τραγικές. Στους 49 λαϊκούς που ήταν παρόντες, συμμετείχαν ο πρώην ηγεμόνας της Βλαχίας, ο μεγάλος διερμηνέας της Πύλης, ο διερμηνέας του στόλου, όλοι οι έγκριτοι “πολιτικοί”, δηλαδή “επίτροποι του κοινού”, οι Έλληνες μεγαλέμποροι της Πόλεως, οι αρχιτεχνίτες, οι προϊστάμενοι των συντεχνιών κλπ. Και στους 23 Κληρικούς συγκαταλέγονται 2 Πατριάρχες, και 21 Αρχιερείς.

Όλοι αυτοί βρίσκονταν κάτω από ασφυκτική πίεση, ζούσαν το δράμα του Ελληνισμού της Πόλης και έπρεπε να πάρουν μια απόφαση για να διασώσουν τους Ρωμηούς της Πόλης από βέβαιη σφαγή.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι η Πατριαρχική Σύνοδος ανέλαβε το χρέος να συντάξη ένα “αφοριστικό” κείμενο, με τρόπο όμως που να μην προκαλέση κακό στο Έθνος. Αυτό επιτεύχθηκε με πολλούς τρόπους.

Κατ’ αρχάς κωλυσιεργούσαν οι Πατριαρχικοί στην σύνταξη του “αφοριστικού” εγγράφου. Η κήρυξη της Επαναστάσεως έγινε από τον Υψηλάντη στο Ιάσιο της Μολδαβίας την 24η Φεβρουαρίου 1821. Το πρώτο “αφοριστικό” έγγραφο έγινε μετά από ένα μήνα, ήτοι την 23 Μαρτίου 1821, καί, βέβαια, έφθασε στον προορισμό του μετά από λίγες ημέρες, όταν η Επανάσταση άρχισε στην Πελοπόννησο.

Έπειτα χρειάστηκε να γίνουν δύο “αφοριστικά” έγγραφα, και αυτό ήταν μέσα στον διπλωματικό τρόπο με τον οποίον ενεργούσαν οι Πατριαρχικοί. Το πρώτο εστάλη σε όλους τους Αρχιερείς (23 Μαρτίου) και ήταν γραμμένο κατά τέτοιον τρόπο που δεν μπορεί να χαρακτηρισθή αφορισμός “εφ’ όσον δεν είχε ούτε καν τις τυπικά συνηθισμένες αφοριστικές εκφράσεις”, και το δεύτερο εγράφη μετά από 4 ημέρες, ήτοι την 27 Μαρτίου, όταν οι Τούρκοι κατάλαβαν την πλεκτάνη και την απάτη, και στην ουσία απεστάλη μόνο σ’ έναν Μητροπολίτη, τον Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας. Με αυτόν τον τρόπο και τα δύο αυτά “αφοριστικά” κείμενα δεν εξετέλεσαν τον προορισμό τους.

Το τρίτο σημείο είναι ότι οι Πατριαρχικοί πλήρωσαν πολύ ακριβά την ενέργειά τους αυτή, ακριβώς γιατί ακόμη και αυτοί οι Τούρκοι αντελήφθησαν την πλεκτάνη τους. Από τους 23 Αρχιερείς που υπέγραψαν το “αφοριστικό” κείμενο, το ένα τρίτο (1/3), συμπεριλαμβανομένου και του Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε', πλήρωσαν με την ζωή τους την “απιστία” τους προς τον Σουλτάνο, το άλλο 1/3 δοκιμάστηκε σκληρά με φυλακίσεις, εξορίες και περιορισμούς. Επίσης, πρέπει να σημειωθή ότι το 1/5 από τους Συνοδικούς Αρχιερείς έλαβε μέρος στην Επανάσταση. Ακόμη είναι σημαντικό να λεχθή ότι το 1/3 των Συνοδικών Αρχιερέων ήταν “πλεγμένοι στις μηχανορραφίες” της Φιλικής Εταιρείας, καίτοι στα “αφοριστικά” κείμενα γράφουν ότι πρώτη φορά λάμβαναν γνώση για την σύσταση και τους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας.

Χάρη της ιστορίας πρέπει να αναφέρουμε ότι το πρώτο “αφοριστικό” κείμενο, την λεγομένη “απανταχούσα”, υπέγραψε και ο τότε ευρισκόμενος στην Πόλη Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης Άνθιμος. Όμως και εκείνος, όπως και άλλοι, όταν επέστρεψαν στις Επαρχίες τους, εξεδήλωσαν τα πραγματικά τους αισθήματα και αναδείχθηκαν μεγάλοι αγωνιστές. Οι Τούρκοι συνέλαβαν τον Ναυπάκτου και Άρτης Άνθιμο, επειδή τον θεώρησαν “συνένοχο και κύριο υπεύθυνο της εξεγέρσεως των Ρουμελιωτών κατά της σουλτανικής αυτοκρατορίας” και χωρίς δίκη και απολογία τον έκλεισαν στις φυλακές του Φρουρίου της Άρτας, “όπου βασάνους πολλάς και τυραννίας υπέμεινεν γενναίως και καθείρξεις παρά των Οθωμανών, εμπαιγμούς τε και κολαφισμούς και πλείστα άλλα δεινά”. Μετά την απελευθέρωσή του, συνελήφθηκε εκ νέου και εξορίστηκε στα Μετέωρα και, όταν αργότερα το 1825 ελευθερώθηκε, κατέφυγε στην Νότια Ελλάδα, για να συμμετάσχη ενεργά στις μετέπειτα φάσεις του αγώνα. Ονομάστηκε μάλιστα για όλα αυτά τα βασανιστήρια που πέρασε “πολύαθλος”.


Οποιοσδήποτε μπορεί,με ένα πρόχειρο ψάξιμο στο Διαδίκτυο και σε Βιβλιοθήκες,να διαπιστώσει τα αισχρά ψέματα του ΣΚΑΙ!

ΑΠΟΡΙΑ:ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ,ΠΑΡΑ ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΝ ΚΑΤΙ ΜΙΣΟΛΟΓΑ ΓΙΑ "ΠΑΙΔΕΙΑ";

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΘΗΚΑΝ ΟΙ ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ ΣΦΑΓΕΣ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΑΙΚΩΝ ΠΟΥ ΑΡΝΟΥΝΤΑΝ ΤΟΝ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟ;

Είναι πάντως...περίεργο,που όλοι οι αντιχριστιανικοί κύκλοι ("Δωδεκαθειστές","άθεοι","προοδευτικοί" κλπ),χρησιμοποιούν τα ίδια "επιχειρήματα" στην προσπάθειά τους να σπιλώσουν-ΑΝΕΠΙΤΥΧΩΣ-τον ρόλο της Εκκλησίας στην Επανάσταση του 1821!

Κάτι που επιβεβαιώνει πως,εκτός από κοινές "πηγές",ΕΧΟΥΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΕΣ!

Κι επειδή ίσως βγάλουν και τον Υψηλάντη άθεο,τους αφιερώνουμε ένα απόσπασμα από τη μνημειώδη προκήρυξή του "ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ",που εκδόθηκε λίγο πριν την έναρξη της Επαναστάσεως:

"Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον Ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον να υψώσωμεν το σημείον, δι’ ου πάντοτε νικώμεν! λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την Ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών Καταφρόνησιν".

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης,έφυγε σαν σήμερα


Ανάμεσα στις ηγετικές μορφές που ανέδειξε ο εθνικός αγώνας των Ελλήνων για ανεξαρτησία του 1821 ξεχωρίζει αυτή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Το όνομα του αγνού αυτού πολεμιστή πέρασε στο πάνθεον των αθανάτων της Ιστορίας μας όχι μόνο εξαιτίας της ηρωικής του συνεισφοράς στον ένοπλο ξεσηκωμό εναντίον των Τούρκων, αλλά και για την γενικότερη παρουσία του στα μετεπαναστατικά χρόνια, όταν το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος επιχειρούσε τα πρώτα του άρρυθμα βήματα.

ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ “ΤΟΥΡΚΟΦΑΓΩΝ “
Όπως αναφέρει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, είδε το φως της ζωής «εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής… εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο από κάτω, εις την παλαιά Μεσσηνία, ονομαζόμενο Ραμαβούνι». Η περιοχή βρίσκεται στο ακατοίκητο σήμερα χωριό Λιμποβίσι του Δήμου Φαλάνθου, σε απόσταση 30 χιλιομέτρων από την Τρίπολη. Κατά την τελευταία περίοδο της τουρκοκρατίας το Λιμποβίσι διοικητικά ανήκε στο Βιλαέτι της Καρύταινας, αλλά με την λήξη της επανάστασης του 1821 οι κάτοικοί του μεταφέρθηκαν στην Κατσίμπαλη. Στο επίσης εγκαταλελειμμένο σήμερα χωριό Αρκουδόρεμα οι Κολοκοτρωναίοι διατηρούσαν προεπαναστατικά τα λημέρια τους.
Στο Λιμποβίσι λοιπόν είχε καταφύγει τον 16ο αιώνα ο Τριανταφυλλάκος Τζεργίνης (κατ’ άλλους Τσεργίνης), όταν οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό του, το Ρουπάκι Αρκαδίας. Αυτός θεωρείται και ο γενάρχης των Κολοκοτρωναίων. Ο γιος του, Δημητράκης, απέκτησε 3 γιους: τον Χρόνη, τον Λάμπρο και τον Δήμο. Μετά από πόλεμο 12 ετών με τους Τούρκους της Ρούμελης, οι γιοι του επέστρεψαν στην Πελοπόννησο. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο Χρόνης ήταν ο προπάππους του. Κάποια στιγμή ο Δήμος άλλαξε το όνομά του σε Μπότσικας, που στα αρβανίτικα σημαίνει μαυριδερός (ο ίδιος ήταν πράγματι μικρόσωμος και μελαψός). Όταν ένας ντόπιος Αρβανίτης είδε το παιδί που απέκτησε ο Δήμος, τον Γιάννη, το αποκάλεσε “μπιθεκούρα”, δηλαδή με πισινό σαν πέτρα. Έτσι έμεινε το επίθετο Κολοκοτρώνης.

Η περικεφαλαία και το σελαχλίκι του Κολοκοτρώνη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)
Ο Γιάννης απέκτησε 5 γιους: τον Αναγνώστη, τον Κωνσταντή, τον Βασίλη, τον Αποστόλη και τον Γιώργη. Όλοι τους ακολούθησαν το παράδειγμα των προγόνων και καταπιάστηκαν με τον αγώνα εναντίον των κατακτητών, αλλά περισσότερο από όλους διακρίθηκε ο Κωνσταντής, μετέπειτα πατέρας του Θεόδωρου, που αναδείχθηκε ηγέτης των Αρματολών της Κορινθίας. Η δράση του υπήρξε τόσο φοβερή, ώστε οι Τουρκαλβανοί ορκίζονταν με την φράση “να μην σώσω από του Κολοκοτρώνη το σπαθί!”
Το καλοκαίρι του 1769, κι ενώ μαινόταν ο Ρωσο-τουρκικός πόλεμος του 1768 – 1774, η Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας διέταξε 14 πλοία με 600 στρατιώτες να αναχωρήσουν από το λιμάνι της Κρονστάνδης για την Πελοπόννησο, με σκοπό να αναπτύξουν πολεμική δράση σε βάρος των Τούρκων, υποκινώντας ταυτόχρονα επανάσταση. Αυτή ήταν η πρώτη ναυτική μοίρα των Ρώσων που στάλθηκε στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, η οποία ενεργοποίησε άμεσα την ανταπόκριση των τοπικών προκρίτων και του κλήρου. Ο Κωνσταντής ήταν από τους πρώτους που έσπευσαν στην Μάνη για να παραθέσουν τα όπλα τους στον κοινό αγώνα για την ανεξαρτησία. Όταν στις αρχές του 1770 αφίχθη στο Οίτυλο της Μάνης η δεύτερη ρωσική ναυτική μοίρα με επικεφαλής τον Θεόδωρο Ορλόφ και τον ναύαρχο Σπυριδόφ, ο Κωνσταντής ήδη βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Τούρκους της Μάνης. Η σύζυγός του, Ζαμπία ή Ζαμπέτα (το γένος Κωτσάκη), κρυβόταν στο βουνό για λόγους ασφαλείας. Ουσιαστικά αυτός ήταν ο λόγος που ο γιος του, Θεόδωρος, γεννήθηκε κατ’ αυτόν τον άβολο και οδυνηρό τρόπο (μολονότι το να γεννούν οι γυναίκες στις ερημιές εκείνη την εποχή δεν ήταν και τόσο ασύνηθες).
Ο ερχομός των “Μοσχόβων”, του “ξανθού γένους”, όπως αποκαλούσαν τους Ρώσους, είχε αναθαρρέψει τι ελπίδες του υπόδουλου γένους και οι κληρικοί έτρεχαν να τους προϋπαντήσουν με εικονίσματα και σταυρούς στα χέρια, διακηρύσσοντας πως είχε φτάσει η ώρα που ο Θεός θα ελευθέρωνε το χριστιανικό βασίλειο των Ελλήνων και θα αναβίωνε το θρυλικό Βυζάντιο! Η αποτυχία εκείνης της πρόωρης επανάστασης έμελλε να σημαδέψει βαθιά την ζωή του Θεόδωρου. Ο πατέρας του συνέχισε τον πόλεμο για 10 ολόκληρα χρόνια, ώσπου το 1780 φονεύθηκε σε συμπλοκή με δυνάμεις του πασά Χασάν Τζεζαερλή, κατά την πολιορκία των πύργων της Καστάνιτσας. Μαζί του σκοτώθηκαν και δυο από τους αδελφούς του, όπως επίσης ο Κλέφτης Παναγιώταρος με πολλούς ακόμη πατριώτες. Ο Αναγνώστης επέζησε και φρόντισε για την ασφάλεια της χήρας του αδερφού του και των δύο ορφανών (τα άλλα τέσσερα παιδιά πέθαναν), φυγαδεύοντάς τους στο χωριό Μηλιά της Μάνης, όπου έμειναν τρία χρόνια. Κατόπιν πήγαν στην Αλωνίσταινα της Μαντινείας, στα Σαμπάζικα, από όπου κρατούσε η καταγωγή της μητέρας του Θεόδωρου.
ΠΡΩΤΟΠΑΛΙΚΑΡΟ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝ – ΖΑΧΑΡΙΑ
Τα χρόνια που ήρθαν ήταν γεμάτα φόβο και υποψίες. Η οικογένεια έπρεπε να φυλάγεται, κρυβόταν συνέχεια, “στεκόταν στο πόδι, πλάγιαζε με το μάτι ανοιχτό και τ’ αφτί στο πορτί.” Οι Τούρκοι ποτέ δεν λησμόνησαν το όνομα Κολοκοτρώνης. Σε ηλικία 15 ετών ο Θεόδωρος έγινε Αρματολός, μα σύντομα βγήκε Κλέφτης στο βουνό.
Το 1790, σε ηλικία 20 ετών, νυμφεύθηκε την Αικατερίνη Καρούζου, κόρη προεστού του Λεονταρίου. Από τον γάμο τους γεννήθηκαν 3 αγόρια (ο Πάνος, που σκοτώθηκε το 1825, ο Γιάννης ο Γενναίος και ο Κωνσταντίνος) και 3 κορίτσια, τα οποία φρόντισε να παντρέψει νωρίς, σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής. Είχε ήδη αποκτήσει την δική του κλέφτικη ομάδα, που γρήγορα έγινε τρόμος των Τούρκων και “κακό σπυρί” των Κοτζαμπάσηδων της Πελοποννήσου. Χτυπούσε κι αμέσως κρυβόταν στα “απάτητα”, προκαλώντας το τρελό μίσος των εχθρών του. Δυο χρόνια έμεινε Κλέφτης, κατά την διάρκεια των οποίων διακρίθηκε για την ανδρεία του και ονομάστηκε πρωτοπαλίκαρο του καπετάν Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Τις πρώτες σημαντικές μάχες τις έδωσε στο πλευρό του Ανδρούτσου (πατέρα του Οδυσσέα), τον οποίο μάλιστα βοήθησε να διαφύγει στην Στερεά Ελλάδα, όταν σε κάποια φάση το 1792 κινδύνεψε η ζωή του. Κατόπιν, χρίστηκε “τέσσερις πέντε χρόνους Αρματολός”, έχοντας στην επίβλεψή του το Λεοντάρι και την Καρύταινα.
Από τον πρώτο κιόλας καιρό ο Θεόδωρος ξεχώρισε για την ευφυΐα του στην στρατηγική και την ωριμότητα κατά την λήψη των αποφάσεων. Έχαιρε όχι μόνο της αποδοχής των ανδρών του, αλλά και της εκτίμησης των παλαιότερων οπλαρχηγών και των κατοίκων των χωριών που τύγχανε να τον γνωρίζουν. Στο άκουσμά του ακόμη και οι πιο υποτακτικοί ξεσπάθωναν. Οι Τούρκοι, που στο μεταξύ είχαν βάλει σκοπό να αφανίσουν τους αντάρτες των βουνών, ορκίστηκαν να “χαλάσουν” τους Κολοκοτρωναίους. Προς τούτο προσέγγισαν τους Κοτζαμπάσηδες (που έβλεπαν με φθόνο την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος, γιατί μια τυχόν επιτυχία του θα διακινδύνευε τα προνόμιά τους) και κατάφεραν να εξαγοράσουν αρκετούς.

Πίνακας του Διονυσίου Τσόκου, όπου αναπαρίσταται όρκος αγωνιστή στα ιδανικά της Φιλικής Εταιρίας (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)
Το 1802 ο Βοεβόδας (διοικητής) της Πάτρας έστειλε φιρμάνι στους προεστούς και τους Κοτζαμπάσηδες να δολοφονήσουν τον Κολοκοτρώνη και τον αγωνιστή πατριώτη Νικόλαο Πετιμεζά. Τον τελευταίο ήδη τον είχε “στριμώξει” ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, γιός του προεστού των Καλαβρύτων, ενώ ο ισχυρός πρόκριτος της Γορτυνίας, Ιωάννης Δεληγιάννης, όρκισε δυο προεστούς να δολοφονήσουν τον πρώτο. Μετά από καταγγελία του Δεληγιάννη, τον Σεπτέμβριο του 1803, ότι ο Κολοκοτρώνης είναι Αρματολός, οι Τούρκοι αρμάτωσαν 400 άνδρες τους και τον Μάρτιο του 1804 προσπάθησαν να αποκλείσουν τους Κολοκοτρωναίους σε κάποιο χωριό. Μετά από μάχη δύο ημερών αυτοί κατάφεραν να διαφύγουν κάνοντας έξοδο. Τόπο δεν είχαν να σταθούν. Έτσι κατέφυγαν στην Τσακωνία ζητώντας βοήθεια από τους εκεί προεστούς, αλλά αυτοί απάντησαν πως “για τα τομάρια σας έχουμε μόνο βόλια!” Ακολούθησε μακελειό. Οι Κολοκοτρωναίοι κατέσφαξαν τους προεστούς και όσους είχαν ταχθεί με το μέρος τους. Κάποιοι που κατάφεραν να σωθούν διέφυγαν στην Τρίπολη, καταγγέλλοντας τα συμβάντα στον Τούρκο διοικητή. Αυτός προθυμοποιήθηκε να συγκεντρώσει ένα ισχυρό σώμα εκστρατείας και να ριχτεί στο κυνήγι των επαναστατών.
ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ
Το 1805 ο Κολοκοτρώνης αναγκάστηκε να καταφύγει στην Ζάκυνθο, όπως και πολλοί Ρουμελιώτες, Σουλιώτες και συμπατριώτες του Πελοποννήσιοι. Κάποια στιγμή οι Έλληνες πατριώτες θεώρησαν σκόπιμο να απευθύνουν έκκληση βοηθείας προς τον τσάρο Αλέξανδρο, αλλά η Αγία Πετρούπολη απέφυγε να δεσμευτεί και αντιπρότεινε την κατάταξή τους στον Ρωσικό Στρατό με σκοπό να μεταφερθούν στην Ιταλία και να πολεμήσουν εναντίον του Ναπολέοντα. Κάποιοι πείστηκαν και πήγαν πράγματι στην Νάπολη. Ο Κολοκοτρώνης φυσικά αρνήθηκε.
Απογοητευμένος, το 1806 επέστρεψε στην Πελοπόννησο, ακριβώς στην κρισιμότερη περίοδο των τουρκικών βιαιοτήτων κατά των επαναστατημένων πατριωτών, ιδίως των Κλεφτών και των Κολοκοτρωναίων (τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς είχε βγει διάταγμα δίωξής του). Η πίεση του Σουλτάνου είχε εξαναγκάσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη να αφορίσει τους αγωνιστές, προσδίδοντας στην προδοτική στάση των προεστών μιαν επίφαση νομιμότητας και εθνικοφροσύνης. Πολλοί Κολοκοτρωναίοι βρήκαν τότε τραγικό θάνατο, αλλά και παλιοί σύντροφοι του βουνού, όπως ο Πετιμεζάς και ο Ζαχαριάς. Συγκεντρωμένοι γύρω από τον Θεόδωρο, οι 150 περίπου εναπομείναντες Κολοκοτρωναίοι ορκίστηκαν “καλή αντάμωση στον άλλο κόσμο” και χωρίστηκαν σε ομάδες διαφυγής. Ο Θεόδωρος απέμεινε με 19 συγγενείς του κι έναν ονόματι καπετάν Γιώργη. Ήταν οι μόνοι που τελικά σώθηκαν. Μετά από δραματική καταδίωξη από τους Τούρκους και τους Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου, πέρασαν από την Λακωνία στα ρωσοκρατούμενα Κύθηρα, με ενδιάμεση στάση στην Ελαφόνησο λόγω κακοκαιρίας. Από εκεί έφτασε στην Ζάκυνθο, όπου ήρθε σε επαφή με τον στρατηγό του Ρωσικού Στρατού Παπαδόπουλο. Για άλλη μια φορά αρνήθηκε να ενταχθεί στις τσαρικές δυνάμεις, υποστηρίζοντας πως σκοπός του ήταν η επιστροφή στον Μοριά για να εκδικηθεί τον χαμό των συγγενών και φίλων του.

Οι Μαμελούκοι Τούρκοι υπήρξαν ο πυρήνας του Αιγυπτιακού Στρατού την περίοδο της ελληνικής επανάστασης του 1821. Ο Ιμπραήμ, ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα του σουλτάνου της Κωνσταντινούπολης, αποβιβάστηκε με χιλιάδες από αυτούς στην Πελοπόννησο προκειμένου να καταπνίξει την επανάσταση (πίνακας του L. Dupré)
Το καλοκαίρι του 1807 παρευρέθη στην σύσκεψη, που έλαβε χώρα στην Λευκάδα υπό τον Ιωάννη Καποδίστρια προκειμένου να αποφασιστεί η στάση ων Ελλήνων έναντι της απειλής των Ιονίων νησιών από τον Αλή πασά. Την ίδια χρονιά, όταν η ναυτική ρωσική μοίρα υπό τον ναύαρχο Σενιάβιν αναχώρησε από την Κέρκυρα με σκοπό την υποκίνηση εξέγερσης των νησιών του Αιγαίου εναντίον των Τούρκων, ο Κολοκοτρώνης για διάστημα 10 μηνών δραστηριοποιήθηκε στην περιοχή μεταξύ Σκιάθου και Αγίου Όρους με το πλοίο του Γεωργίου Αλεξανδρή. Την άνοιξη του 1808, ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του Τουρκαλβανού πατρικού φίλου του, Αλή Φαρμάκη, να συνδράμει στον αγώνα εναντίον του διοικητή της Πελοποννήσου, Βελή πασά. Κατόπιν επέστρεψε στην Ζάκυνθο και κατατάχθηκε στο ελληνικό στρατιωτικό σώμα, που με παρακίνηση και επίβλεψη των Άγγλων είχε οργανωθεί για την αντιμετώπιση των Γάλλων. Κατόρθωσε να φτάσει μέχρι τον βαθμό του ταγματάρχη (για τον λόγο αυτό συχνά απεικονίζεται με την χαρακτηριστική περικεφαλαία των Άγγλων αξιωματικών με τον λευκό σταυρό), υπηρετώντας στο σώμα μέχρι την διάλυσή του (1817). Στο διάστημα αυτό απεκόμισε σημαντική πείρα στις πολεμικές επιχειρήσεις, καταλήγοντας ταυτόχρονα στο συμπέρασμα πως η Ελλάδα θα έπρεπε μόνη να κερδίσει την ελευθερία της, δίχως να υπολογίζει στην βοήθεια καμιάς ξένης δύναμης.
ΣΤΗΝ ΦΩΤΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ: Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ
Την 1η Δεκεμβρίου 1818 πραγματοποιήθηκε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Ζακύνθου η σεμνή τελετή μύησης του Κολοκοτρώνη στην Φιλική Εταιρία. Κατόπιν ο Κολοκοτρώνης συναντήθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια στην Κέρκυρα και συνομίλησε μαζί του για θέματα της επανάστασης. Ο μελλοντικός κυβερνήτης της Ελλάδας γνώριζε για αυτήν πολύ πριν ο Εμμανουήλ Ξάνθος τον επισκεφθεί στην Πετρούπολη για να τού προσφέρει την ηγεσία της Φιλικής Εταιρίας. Στα τέλη του 1820 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ειδοποίησε τον Κολοκοτρώνη να βρίσκεται σε ετοιμότητα. Η αποφασιστική μέρα ήταν η 25η Μαρτίου.
Στις 6 Ιανουαρίου 1821 η κινητοποίηση στην Μάνη έγινε εντονότερη, αλλά ακόμη οι διαφορές που κατέτρωγαν τα “μεγάλα τζάκια” δεν είχαν ξεπεραστεί. Ο Κολοκοτρώνης φρόντισε να μονιάσει τις οικογένειες και κατάφερε να συσπειρώσει γύρω του ονομαστές προσωπικότητες, όπως ο Μούρτζινος, ο Νικηταράς, ο Παπαφλέσσας, ο Ανανγωσταράς, ο Παπαφλέσσας, οι Καπετανάκηδες και οι Κουμουνδούροι. Στις 22 Μαρτίου αυτός και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης τέθηκαν επικεφαλής ομάδας 2.000 ενόπλων και επιτέθηκαν στην τουρκική φρουρά της Καλαμάτας. Την επόμενη μέρα η απελευθερωμένη πόλη ύψωνε την σημαία της επανάστασης. Στις 24 Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης και ο Παπαφλέσσας έφτασαν στην Σκάλα Αρκαδίας, όπου προσπάθησαν να εμψυχώσουν τους ντόπιους, αναφερόμενοι στην ηρωική καταγωγή των Ελλήνων και στο θέλημα του Θεού για μια ελεύθερη Ελλάδα. Υποσχέθηκαν μάλιστα ότι μέσα στις επόμενες μέρες οι ίδιοι θα ενίσχυαν τις προσπάθειές τους με 10.000 μαχητές! Ακόμη και οι πλέον διστακτικοί τότε εντάχθηκαν στο πλευρό τους και πήραν τα άρματα.
Η άμεση αντίδραση των Τούρκων ήταν να ενισχύσουν τα κάστρα στα παράλια της Πελοποννήσου, ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα ενίσχυσης των επαναστατών με απόβαση ξένου στρατού (πιθανόν της Ρωσίας) ή άλλων Ελλήνων από την Ρούμελη και τα νησιά. Οι οπλαρχηγοί υποστήριξαν την άποψη να χτυπήσουν αυτά τα φρούρια (π.χ. της Πάτρας, του Νεοκάστρου, της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυπλίου), αλλά ο Κολοκοτρώνης πρότεινε την άλωση της Τρίπολης ως ενδεδειγμένη επόμενη κίνηση. Τα παράκτια κάστρα, εξήγησε, βρίσκονταν σε τοποθεσίες δύσβατες και διέθεταν ισχυρές οχυρώσεις, ώστε η ελληνική πλευρά θα αναγκαζόταν να χύσει πολύ αίμα σε αλλεπάλληλες μετωπικές εφόδους -και πάλι η κατάληψή τους ήταν αμφίβολη. Αντίθετα, η “Τριπολιτσά” ήταν το σημαντικότερο διοικητικό κέντρο του εχθρού και ορμητήριό του. Η πτώση της θα ήταν σωστή συμφορά για τους Τούρκους, ακόμη και για λόγους ψυχολογικούς. Όλοι συμφώνησαν και ο Κολοκοτρώνης όρισε την διάταξη του στρατοπέδου των πολιορκητών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην οχύρωσή του, φοβούμενος επέμβαση των Τούρκων από άλλα μέρη της χώρας για βοήθεια.

Ο Χουρσίτ πασάς, Καυκάσιος χριστιανικής καταγωγής που εξισλαμίστηκε, μετά την επιτυχή καταστολή της επανάστασης των Σέρβων διορίστηκε Βαλής (διοικητής) Πελοποννήσου το 1820. Όταν το 1822 περιέπεσε στην δυσμένεια του σουλτάνου αυτοκτόνησε (λιθογραφία του Bouvier)
Πράγματι, ο Χουρσίτ πασάς, που την εποχή εκείνη βρισκόταν στην Ήπειρο για την καταστολή της εξέγερσης του Αλή πασά εναντίον της Πύλης, απέσπασε μια σημαντική δύναμη και την έστειλε στην Πελοπόννησο με επικεφαλής τον Μουσταφά πασά. Αυτός κατέκαψε την Βοστίτσα Αχαΐας, προχώρησε προς την Ακροκόρινθο και διέλυσε τους Έλληνες πολιορκητές του κάστρου και μέσω του Άργους κατευθύνθηκε προς Τρίπολη. Μπήκε στην πόλη στις 6 Μαΐου, αναγκάζοντας τον Κολοκοτρώνη να οχυρωθεί στο Βαλτέτσι, από όπου αντιμετώπισε επιτυχώς όλες τις προσπάθειες εξόδου των έγκλειστων Τούρκων. Μετά από πολιορκία 6 μηνών, η Τρίπολη έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου. Οι επαναστάτες προέβησαν σε πράξεις αντεκδίκησης κατά του άμαχου τουρκικού πληθυσμού, αλλά ο Κολοκοτρώνης μπόρεσε να τους συγκρατήσει σώζοντας κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή τους Αλβανούς υπερασπιστές από καθολική σφαγή. Φάνηκε τότε το ηθικό μεγαλείο του ηγέτη.
Μετά από αυτήν την πρώτη σημαντική νίκη οι έριδες μεταξύ προκρίτων και στρατιωτικών, που από τα πρώτα κιόλας βήματα της επανάστασης δοκίμαζαν την τύχη της, αναζωπυρώθηκαν. Στις αρχές Ιουνίου έφτασε στην Πελοπόννησο ο Δημήτριος Υψηλάντης με σκοπό την πολιτική οργάνωση του αγώνα. Οι πρόκριτοι αντέδρασαν προς τις απόψεις του, εξαιτίας κυρίως του περιορισμού των προνομίων τους που αυτές συνεπάγονταν, ενώ ο Κολοκοτρώνης με τους περισσότερους στρατιωτικούς τις αποδέχθηκαν. Ο ίδιος μεσολάβησε επιτυχώς στο να αποτραπεί μια ολέθρια για την επανάσταση σύγκρουση μεταξύ προκρίτων και Υψηλάντη, αλλά δεν κατάφερε να αποτινάξει από πάνω του τον φθόνο που έτρεφαν για αυτόν τον ίδιο. Όταν πρότεινε την επανάληψη της πολιορκίας της Πάτρας, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και ο Ανδρέας Ζαΐμης δεν τον υποστήριξαν. Τελικά το Πολεμικό Συμβούλιο ενέκρινε την εισήγησή του, αλλά στην κρίσιμη φάση δεν τον υποστήριξε με ενισχύσεις, αφήνοντάς τον με 600 περίπου άνδρες. Έτσι, στις 23 Ιουνίου 1822 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προσπάθεια και να αποσυρθεί στην Γαστούνη. Έπρεπε να αναδιοργανώσει τις δυνάμεις του για να αντιμετωπισθεί ο νέος κίνδυνος από την άφιξη του Δράμαλη.
Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΛΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΒΑΣΗ ΤΟΥ ΙΜΠΡΑΗΜ
Στις αρχές Ιουλίου 1822, μετά από επιτυχή πορεία στην Ρούμελη, ο Δράμαλης καθηλώθηκε στην Κόρινθο. Ύστερα από πρόταση του Κολοκοτρώνη στο συμβούλιο των οπλαρχηγών της 10ης Ιουλίου στον Αχλαδόκαμπο, Οι Έλληνες είχαν καταλάβει τα βασικά περάσματα στην Αργολίδα, ακινητοποιώντας ουσιαστικά τις ισχυρές δυνάμεις του εχθρού. Η προσπάθεια του Δράμαλη να προελάσει προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου ναυάγησε στα Δερβενάκια στις 26 Ιουλίου 1822, όπου η στρατιά του αποδεκατίστηκε. Σε επίπεδο στρατηγικής, η ελληνική νίκη οφειλόταν καθαρά στην αξία κρίση του Κολοκοτρώνη, που πλέον ονομάστηκε αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου.
Κατόπιν ο Κολοκοτρώνης έστρεψε την προσοχή του σε άλλα σημεία του αγώνα, καθώς οι εσωτερικές αντιθέσεις των Ελλήνων έπαιρναν ανησυχητικές διαστάσεις. Προκειμένου να αποφευχθεί εμφύλιος πόλεμος, αποδέχθηκε την θέση του αντιπροέδρου του εκτελεστικού σώματος με πρόεδρο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και γενικό γραμματέα τον αντίπαλό του, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Τελικά το κακό δεν αποφεύχθηκε. Οι Κοτζαμπάσηδες και οι νησιώτες, ιδίως οι Υδραίοι, βρέθηκαν απέναντί του. Στις 13 Νοεμβρίου 1824 οι πολιτικοί αντίπαλοι του Κολοκοτρώνη οργάνωσαν την δολοφονία του γιου του, Πάνου, συζύγου της κόρης της Μπουμπουλίνας. Ο Θεόδωρος φυλακίζεται από τους συμπατριώτες του στην Ύδρα.
Προκειμένου να αντιμετωπίσει την επανάσταση, ο σουλτάνος της Κωνσταντινούπολης ζήτησε βοήθεια από τον πασά της Αιγύπτου, Μεχμέτ Αλί. Αυτός ανταποκρίθηκε στέλνοντας ισχυρές δυνάμεις με επικεφαλής τον γιο του, Ιμπραήμ πασά. Τον Φεβρουάριο του 1825 τα αιγυπτιακά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στην Μεθώνη και κατευθύνθηκαν προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου. Στις 18 Μαΐου η ελληνική κυβέρνηση, που για να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ είχε διορίσει αρχιστράτηγο τον Υδραίο ναυτικό Κυριάκο Σκούρτη, ύστερα από τις επιτυχίες του εχθρού υποχρεώθηκε να χορηγήσει αμνηστία στον Κολοκοτρώνη και να αναθέσει σε αυτόν και στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη την αρχηγία των ελληνικών δυνάμεων. Σε συνεργασία με τον Δημήτριο Υψηλάντη, τον Μακρυγιάννη και άλλους καπεταναίους, συγκεντρώθηκαν 6.000 άνδρες και με τον Κολοκοτρώνη στην αρχηγία προσπάθησαν μάταια να αναχαιτίσουν τον υπέρτερο σε αριθμό και οπλισμό εισβολέα. Μέχρι το φθινόπωρο οι ελεύθερες περιοχές της Πελοποννήσου ήταν ελάχιστες και το ηθικό των Ελλήνων καταρρακωμένο. Η επανάσταση σώθηκε τότε χάρη στο ψυχικό σθένος του Κολοκοτρώνη. Όταν ο Ιμπραήμ κάλεσε του Μεσσήνιους σε “προσκύνημα”, αυτός του απάντησε: ” Πέτρα απάνω στην πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνούμε. Μόνον ένας Έλληνας να μείνει εμείς θα πολεμούμε και μην ελπίζεις πώς την γην μας θα την κάμεις δικήν σου”. Μέχρι την λήξη του αγώνα ο Κολοκοτρώνης συνέχισε τον κλεφτοπόλεμο με τον Ιμπραήμ, ο οποίος ηττήθηκε τελικά στην ναυμαχία του Ναβαρίνου (8 Οκτωβρίου 1827) από τις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ: ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΑΝΤΙΔΡΑ
Ο Κολοκοτρώνης, παρά το ότι είχε λάβει στοιχειώδη μόνο παιδεία, διέθετε βαθύ πολιτικό ένστικτο και κριτική σκέψη. Πολλές αποφάσεις της Τρίτης Εθνοσυνέλευσης του 1826 – 1827 (αρχικά στην Ερμιόνη και κατόπιν στην Τροιζήνα) είχαν την δική του σφραγίδα. Στήριξε την εκλογή του Καποδίστρια και συνέχισε να είναι με το μέρος του ακόμη και στις δυσκολότερες στιγμές του, όταν η αντιπολίτευση είχε στρέψει εναντίον του τα πιο φαρμακερά της βέλη. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, οι Κολοκοτρώνης, Ανδρέας Μεταξάς, Ιωάννης Κωλέττης, Ανδρέας Ζαΐμης και Δημήτρης Μπουντούρης ορίστηκαν από την Εθνική Συνέλευση ως κυβερνητική ομάδα της χώρας μέχρι την άφιξη του Όθωνα. Αλλά ο Κολοκοτρώνης παραιτήθηκε σχεδόν αμέσως λόγω διαφωνιών του με τον Κωλέττη.
Παρά τον αρχικό του ενθουσιασμό για την άφιξη του Όθωνα, σύντομα απογοητεύτηκε από την άστοχη διακυβέρνηση της Αντιβασιλείας (ο Όθων ανήλθε στον θρόνο ανήλικος), δηλαδή των Βαυαρών αριστοκρατών της Αυλής του, ώστε άρχισε εναντίον τους σκληρή κριτική. Ως αποτέλεσμα της στάσης του ήταν η καταδίκη του σε θάνατο με βασικό κατηγορητήριο την συμμετοχή δήθεν σε συνωμοσία κατά της Αντιβασιλείας. Η αλήθεια ήταν πως ο Κολοκοτρώνης είχε απευθύνει επιστολή ανησυχίας στον υπουργό των Εξωτερικών της Ρωσίας, Νέσελροντ. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1833 συνελήφθησαν για τον ίδιο λόγο, εκτός από τον ίδιο, οι Δημήτριος Πλαπούτας, Θεόδωρος Γρίβας και άλλοι πατριώτες, αλλά στην τελική φάση μόνο ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας θεωρήθηκαν προδότες. Τους έκλεισαν επί σειρά μηνών στις φυλακές Ιτς Καλέ του Ναυπλίου, σε αυστηρή απομόνωση, και όταν πραγματοποιήθηκε η δίκη -μια παρωδία με χρήση δεκάδων ψευδομαρτύρων- κανέναν στοιχείο ενοχής τους δεν βρέθηκε. Παρ’ όλα αυτά, στις 25 Μαΐου 1834 καταδικάστηκαν σε θάνατο, όμως ο πρόεδρος του δικαστηρίου, Αναστάσιος Πολυζωίδης, και ο δικαστής Γεώργιος Τερτσέτης αρνήθηκαν να υπογράψουν την απόφαση. Υπό την πίεση της αγανάκτησης του ελληνικού λαού και την ευαισθησία του Όθωνα η ποινή και των δύο μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη.
Όταν ο νεαρός βασιλιάς ενηλικιώθηκε απένειμε χάρη στον κλονισμένο ηγέτη της επανάστασης, τον ονόμασε αντιστράτηγο και τον διόρισε Σύμβουλο της Επικρατείας. Ο περίφημος Γέρος του Μοριά έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στην Αθήνα, στο ιδιόκτητο σπίτι του στη γωνία των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα. Αυτήν την περίοδο υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα απομνημονεύματα του, που εκδόθηκαν το 1846 με τίτλο “Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836″, και αποτελούν μια από τις σημαντικότερες πηγές της ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης του ’21, γιατί εκθέτουν τα γεγονότα χωρίς εμπάθειες και υστεροβουλίες. Πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1843, μετά το γλέντι για τον γάμο του μικρού του γιου. Η πατρίδα αναμφίβολα χρωστά ευγνωμοσύνη σε αυτόν τον μεγάλο άνδρα, του οποίου η δράση υπήρξε ευλογία για τα ελληνικά όπλα και ο εμψυχωτικός ρόλος του στις δύσκολες στιγμές του αγώνα καταλυτικός.
_______________________
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία τεύχος 24, τον Μάρτιο – Απρίλιο του 2008

Δείτε τώρα ένα συγκλονιστκό βίντεο:Πηγαίνετε στο 0:50 του βίντεο, να δείτε κάτι συγκλονιστικό, που μάς κρύβουν επιμελώς στα σχολεία: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης θάφτηκε (Φλεβάρης 1843) έχοντας κάτω από τα τσαρούχια του την Τουρκική Σημαία, για να θυμούνται οι Έλληνες πόσο μισούσε τους Τούρκους. «Κολοκοτρώνης φώναξε, κι όλη η Τουρκιά ετρόμαξε», που λέει και το γνωστο Δημοτικό Τραγούδι.

03 Φεβρουαρίου 2011

«Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»

 «Σε κλαίνε χώρες και χωριά
Σε κλαίνε βιλαέτια
Σε κλαίει κι η Ντρομπολιτζά
μαζί με την Αθήνα»



«Εγεννήθηκα εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέραν της Λαμπρής. Η αποστασία της Πελοποννήσου έγινε εις το 1769. Εγεννήθηκα εις ένα βουνό, εις ένα δένδρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμοβούνι». Διαβάζεις αυτά τα δωρικά λόγια και ανασαίνεις τον μoσχοβόλο και λεύτερο αέρα της Κλεφτουριάς. Είναι του αθάνατου ήρωά μας, του Θοδωρή Κολοκοτρώνη. 4 Φεβρουαρίου του 1843 ο ένδοξος στρατηγός αφήνει, «εν μέσω γενικών δακρύων», την τελευταία του πνοή. Θρηνούν και μοιρολογούν οι Πανέλληνες «μαζί και η Αθήνα», η σύγχρονη Βαβυλώνα. Αυτή η Αθήνα, η πόλη που βροντούσε τότε το σπαθί του Κολοκοτρώνη, μαγαρίζεται τώρα από τους Αγαρηνούς, ποδοπατιέται από τα «ταγκαλάκια» του Iσλάμ, κοπρίζεται από τα γραικυλοκάναλα που σβήνουν την αιματογραμμένη ιστορία μας, ξαναγράφοντάς την με τα αργύρια της προδοσίας….

Παράξενα, παρανοϊκά, πράγματα συμβαίνουν. Θαρρείς πως όλος ο λαός ήπιε το «τρελό νερό» που έλεγε ο Κόντογλου. Η χρόνια ηθική παραλυσία, ο παρασιτικός καταναλωτισμός, η καλπάζουσα θεομαχία και εκκλησιομαχία τον μεταμόρφωσαν, ωσάν τους χοίρους της Κίρκης, σε μαλθακή μάζα που καταπίνει συνεχείς εξευτελισμούς. Ποιος θα το πίστευε; Στην πόλη που αναπαύονται τα κόκκαλα τα αγιασμένα του Οδυσσέα, του γερο- Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη, του μπουρλοτιέρη του Αγώνα, οι απόγονοι των γενοκτόνων μας, του Κιoυτάγια και του Ιμπραΐμη, παρελαύνουν προκλητικά, κορδωμένοι, εκβιάζοντας τα «κωλόπανα της φατρίας» (Μακρυγιάννης), τους νάνους και τους αρλεκίνους που δήθεν κυβερνούν. Βγαίνει και η ιστοριογραφική τσαραλατανιά, τα αργυρώνητα τσιράκια του νεοοθωμανισμού, και επαναφέρουν το ρεπούσειο κουρελούργημα: Η Τουρκοκρατία ήταν ευλογία για το Γένος. Οι παπάδες φταίνε για όλα…

Στο βιβλίο οι πανηγυρικοί της Ακαδημίας για την επέτειο του ’21, που επιμελήθηκε ο αείμνηστος Πέτρος Χάρης, διαβάζουμε στον λόγο που εκφώνησε στις 24 Μαρτίου του 1967, ο σπουδαίος καθηγητής Σπ. Μαρινάτος, μετάφραση της άδειας ταφής χριστιανού που έδιναν οι Τούρκοι. Το παραθέτω: «Συ ο παπάς, του οποίου το μεν ένδυμα είναι μαύρο ως πίσσα, το δε πρόσωπο ως το του σατανά, συ ο ιερεύς των μιαρών, ου ο έλκων την καταγωγήν από τον άπιστον Ιησούν, διατάσσεσαι: Τον εις τον έθνος σου ανήκοντα άπιστον Γρηγόριον, ο οποίος εψόφησε σήμερον, αν και την μεν ψυχήν του παρέδωκεν εις τον σατανά, το δε βρωμερόν πτώμα του δεν το δέχεται το χώμα, έξω και μακράν της πόλεως ανοίξατε λάκκο και διά λακτισμάτων ρίψατε αυτόν, εντός τούτου» (σελ. 774). Αυτά έλεγαν οι ακαδημαϊκοί, πριν ενσκήψει η «προοδευτική λαίλαπα». Χαρά που το ‘χουν τα βουνά/ που βλέπουν διάκους με σπαθιά/ παπάδες με ντουφέκια» τραγουδούσαν οι ηρωικοί ραγιάδες, γιατί αυτά έβλεπαν. Δεν διάβαζαν τα «έγκυρα» αρχεία της Τουρκιάς…

7 Οκτωβρίου 1838 ο στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης, παραβίασε, ζωσμένος με τις ασημοκαπνισμένες μπιστόλες του, το άσυλο του μοναδικού τότε Γυμνασίου των Αθηνών. «Ενθουσιασθείς από την παράδοσιν του πεπαιδευμένου Γυμνασιάρχου κ. Γενναδίου συνέλαβεν επιθυμίαν του να ομιλήσει, ει δυνατόν, και ο ίδιος προς τους νέους μαθητάς», γράφει ο Τσερτσέτης. (Τσερτσέτη «Άπαντα» τόμ. Γ΄, σελ. 279, εκδ. «Βαλέτα»). Ο λόγος εκφωνήθηκε την «επιούσαν ημέραν» στην Πνύκα. Ένας λόγος ρατσιστικός, σκοταδιστικός, έμπλεος θρησκοληψίας, όπως θα τον χαρακτήριζε η νεοταξική λίγδα των πανεπιστημιακών εδρών. Μίλησε για την όλο καλοσύνη και ευγένεια συμπεριφορά των Τούρκων έναντι των «Ελληνόφωνων» (όπως τους ονομάζει ο κυρ- Βερέμης). Αντιγράφω. «Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοιαν και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρόν πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι, και τους υπέταξαν. Ύστερα ήλθαν και οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν διά να αλλάξει ο λαός την πίστη του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ’ εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος τον σταυρόν του έκαμε…». Παρένθεση. Το βιβλίο Γλώσσας Στ΄ Δημοτικού, γ΄ τεύχος, σελίδα 105, φιλοξενεί απόσπασμα του λόγου στην Πνύκα. Το κείμενο λογοκρίθηκε από το σημείο που λέει ο Γέρος του Μοριά «Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι» …. ένας τον σταυρόν του έκαμε».

Πού να ‘ξερε ο καπετάνιος ότι τα τωρινά απολειφάδια θα υπέγραφαν προσκυνοχάρτι – μνημόνια καλής συνεργασίας με τους Μεμέτηδες. Παρακάτω θα πει ο Κολοκοτρώνης, τις θρησκοληψίες του, όπως θα έλεγε η «Μη Κυβερνητική Οργάνωση» που θέλει να μαγαρίσει και να κόψει «σύρριζα» το ιστορικό μας παρελθόν.

«Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος». Συνεχίζει η φωνή της ματοκυλισμένης πατρίδας, λέει των μαθητών: «Η προκοπή σας και η μάθησί σας να μην γίνει σκερπάνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κυττάζη το καλό της Κοινότητας, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας».

Εδώ επαναλαμβάνει ο Γέρος τον παππού Θουκυδίδη, στη Β΄ 60, 3: «Καλός μεν γαρ φερόμενος ανήρ τα καθ’ εαυτόν διαφθειρομένης της πατρίδος ουδέν ήσσον ξυναπόλλυται, κακοτυχών δε εν ευτυχούσι πολλώ μάλλον διασώζεται». Μεταφράζει ο Ελ. Βενιζέλος – την εποχή του οι πρωθυπουργοί μελετούσαν τον Θουκυδίδη, τώρα «επιδίδονται» σε κουμπαριές και ζεμπεκιές- «διότι ο άνθρωπος που ευδοκιμεί εις τας ιδιωτικάς του υποθέσεις, εάν η πατρίς του καταστραφεί χάνεται κι αυτός μαζί της, ενώ είναι πολύ πιθανόν ότι θα σωθεί, εάν κακοτυχεί μεν ο ίδιος, η πατρίς του όμως ευτυχεί». Ας το ξέρουν αυτό οι σημερινοί χρυσοκάνθαροι με το κλεφτοκατσικάδικο ήθος. Ήλθε ο Ιμπραΐμης, η συμφορά του Μοριά, «κιντύευε η πατρίς». Ήταν η μοναδική φορά που φοβήθηκε ο Γέρος. Όχι από τους Τουρκοαιγύπτιους. Αλλά από το προσκύνημα, την τότε «ελληνοτουρκική φιλία». «Εις τον καιρόν του προσκυνήματος εφοβήθηκα μόνον διά την πατρίδα μου, όχι άλλη φορά, ούτε εις τας αρχάς, ούτε εις τον καιρόν του Δράμαλη όπου ήλθε με τριάντα χιλιάδες στράτευμα εκλεκτό, ούτε τότε. Μόνο εις το προσκύνημα εφοβήθηκα». Τότε βροντοφώναξε ο στρατηγός το «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους». Το έκαμε και σώθηκε η Πατρίς. Και σήμερα φόβος, όχι τόσο για τα χιλιάδες παράνομα «στρατεύματα» του Ισλάμ που πολιορκούν την Αθήνα, αλλά για τους προσκυνημένους που «έπιασαν όλα τα πόστα». Ο αρχιστράτηγος του Μοριά, από τα βάθη της ιστορίας, βροντοφωνάζει για να ακούσει το Γένος: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους». Έτσι σώζονται οι πατρίδες.

Αιωνία η μνήμη….



Νατσιός Δημήτρης

δάσκαλος-Κιλκίς

Μπροστά στην αμφισβήτηση της εθνικής πραγματικότητας και της νεοελληνικής ταυτότητας




Η αναζήτηση θεμελιωδών αρχών μιας γενικής θεωρίας για το έθνος και η αναλυτική παρουσίαση των στοιχείων τα οποία συνθέτουν τη νεοελληνική ταυτότητα, δεν είναι ευχερής υπόθεση όταν αναλαμβάνεται στο πεδίο της πνευματικής ελευθερίας. Τα εμπόδια είναι πολλά: ευκολίες και ρητορισμοί ενός διανοητικού ιδεαλισμού, εμμονές και αγκυλώσεις του ιστορικού υλισμού (που αποτελεί την κυρίαρχη ακαδημαϊκή ιδεολογία των καιρών μας), αναπαραγωγή θεωριών από (και για) κοινωνίες με πολύ διαφορετική ιστορική εξέλιξη.
Είναι αναμφισβήτητο ότι τις τελευταίες δεκαετίες κυριαρχεί στις κοινωνικές και ιστορικές επιστήμες ένας αρνητισμός όσον αφορά την εθνική πραγματικότητα. Στο όνομα ενός απόλυτου σχετικισμού (που υπακούει πότε σε μια νεομαρξιστική θεολογία όπου όλα πρέπει να επιβεβαιώνουν τις «ιερές γραφές» και πότε σε μια θεολογία της αγοράς όπου τίποτε δεν πρέπει να θίγει το ιδιωτικό άβατο και να απειλεί την εμποροκρατική παγκοσμιοποίηση) αναζητείται η «διαφυγή» από νοητικές κατηγορίες που θεωρείται ότι έχουν «επιβληθεί» από το έθνος.
Τούτος ο αρνητισμός εντάσσει το έθνος στις «φαντασιακές κοινότητες» και κάνει λόγο για «επινόηση της παράδοσης». Αρνείται δηλαδή ότι το έθνος είναι πριν απ’ όλα συνείδηση, βούληση και εμπειρία ζωής.
Αν και οι ορισμοί σε αυτό το ζήτημα δεν είναι, όπως παρατηρήσαμε, εύκολη υπόθεση, πρέπει να ξεκινήσουμε από την κατανόηση του έθνους ως υπαρκτικού δεσμού. Αυτό που Είναι ο άνθρωπος καθολικά πριν από την εθνική και κοινωνική του διαφοροποίηση δεν μπορεί να προσδιοριστεί μέσα στα όρια του Χρόνου. Ο άνθρωπος δεν νοείται χωρίς την αισθητή του διάσταση, δεν υπάρχει εν κενώ. Γνωρίζουμε το γεγονός της ύπαρξης καθενός μας σε συγκεκριμένο χώρο, χρόνο και μορφή. Γεννιόμαστε μονάχα μία φορά και υπάρχουμε Εδώ και Τώρα. Γεωγραφικοί και φυλετικοί παράγοντες μας σημαδεύουν πριν γεννηθούμε, πολιτιστικοί μας ανατρέφουν, κοινωνικοί μας σφραγίζουν. Το Είναι της υπάρξεώς μας μάς γίνεται προσιτό μόνο ως βίωση του ενθάδε υπάρχειν. Η γη και η ιστορία μας συνεπώς δεν αποτελούν τυχαίες ιδιότητες αλλά υποστασιακά στοιχεία μας.
Αυτή η κοινότητα εμπειρίας που μορφοποιήθηκε ιστορικά στο έθνος, δεν είναι αισθητική ή νοητική κατασκευή, δεν είναι φαντασιακή ή ιδεαλιστική σύλληψη αλλά βαθειά υπαρκτική εμπειρία. Το έθνος ως κοινωνική εμπειρία και πνευματική σχέση δεν εμφανίζεται ούτε αφορά σε ορισμένη ιστορική περίοδο αφού μοναδική είναι η πορεία κάθε κοινωνίας, διαφορετικός ο ρυθμός και η εξέλιξη, τα όρια της προόδου. Οι θεωρίες που αρνούνται την ελευθερία του ανθρώπου και περικλείουν τα πάντα σε μια αυθαίρετη νομοτελειακή εξέλιξη δεν ήταν δυνατόν, ασφαλώς, να ανεχθούν στην περίπτωση του έθνους μια πλουραλιστική αντίληψη. Η ανάλυση της εθνογένεσης των σύγχρονων δυτικών εθνών έγινε το υπόδειγμα στο οποίο πρέπει να υπαχθεί η παγκόσμια Ιστορία. Και αφού στη Δύση «τα έθνη γεννήθηκαν στη νεώτερη εποχή», κανένα έθνος δεν μπορεί να υπήρξε νωρίτερα.
Η λαθροχειρία (που ασμένως έγινε δεκτή από τη μεταπρατική διανόηση που κυριαρχεί σήμερα στα ελλαδικά πανεπιστήμια) είναι διττή. Πρώτο, ταυτίζουν την έννοια του έθνους με το πολιτικό σχήμα του εθνικού κράτους (που όντως είναι νεώτερο φαινόμενο) και δεύτερο υποτάσσουν όλα τα έθνη του κόσμου στη δυτικοκεντρική ιδεολογία αφού στη Δυτική Ευρώπη τα έθνη εμφανίζονται τα νεώτερα χρόνια (μετά τις φυλετικές μεταναστεύσεις και τις πολιτιστικές ζυμώσεις του Μεσαίωνα). Επιπρόσθετα, οι πιο ακραίοι θεωρούν ότι το κράτος είναι αυτό που δημιουργεί το έθνος, κάτι που συνέβη μόνο στον Τρίτο Κόσμο με την αυθαίρετη χάραξη συνόρων από την αποικιοκρατία και την τεχνητή συνένωση φυλών πριν αυτές ελεύθερα εξελιχθούν σε έθνη όπως συνέβη στην Ευρώπη.
Πίσω από τη θεωρία αυτή δεν αποκρύπτεται το δόγμα του ιστορικού υλισμού, όπου όλα ακολουθούν την πορεία των παραγωγικών σταδίων, με τα έθνη να αποτελούν ένα ιδεολογικό σχήμα της νεώτερης αστικής περιόδου, καταδικασμένο να αφανιστεί σε συνθήκες σοσιαλισμού. Η ιστορική διάψευση δεν αποθάρρυνε τους οπαδούς του δόγματος αυτού που αποδεικνύονται γνήσιοι απόγονοι των ρατσιστικών αντιλήψεων του Μαρξ και του Ένγκελς για τα έθνη: είναι γνωστό πώς οι δύο αυτοί Γερμανοί διανοούμενοι μιλούσαν για τα «υπολείμματα και τα ερείπια λαών» και πώς προανήγγελλαν το «ολοκληρωτικό ξερίζωμα» μιας σειράς εξ αυτών διότι τούτο επέβαλλε, υποτίθεται, η πορεία προς την κοινωνική πρόοδο, το περιβόητο όσο και κακόηχο «προτσές». Τα έθνη χωρίζονταν έτσι σε «ιστορικά» και «μη ιστορικά» και τα δεύτερα (που θεωρούνταν εμπόδιο στην εξέλιξη και επιβεβαίωση της θεωρίας), έπρεπε να καταστραφούν. Τώρα, αν στα «μη ιστορικά έθνη» υπάγονταν οι Νοτιοσλάβοι των Βαλκανίων (στους οποίους Μαρξ και Ένγκελς, μη προς κακοφανισμόν μας, εντάσσουν και εμάς τους Έλληνες) αυτό δεν φαίνεται να στενοχωρεί τους ημεδαπούς οπαδούς των θεωριών αυτών. Ούτε ότι τις ρατσιστικές αυτές προφητείες, ένας συμπατριώτης του Μαρξ και του Ένγκελς, ο Άντολφ Χίτλερ, επανέλαβε ως έμπνευση για την εξόρμησή του προς κατάληψη της σλαβικής Ανατολής.
Η σύγχρονη πολεμική κατά του έθνους δεν διστάζει να φθάσει και στην ευθεία αμφισβήτηση των αξιών της εθνικής αυτοδιάθεσης, της θεμελιώδους δημοκρατικής αρχής που η Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη εισήγαγε στο σύγχρονο κόσμο: του γεγονότος ότι η κοινωνική μονάδα που δικαιούται και οφείλει να αυτοκυβερνάται είναι το έθνος και αυτή η αυτοκυβέρνηση πηγάζει από το φυσικό δικαίωμα αυτοκαθορισμού του ανθρώπου. Πίσω από μια «αντιεθνικιστική» ρητορεία δύσκολα αποκρύπτεται η νέα ιερά συμμαχία μιας διπλής αντίδρασης: Ο ιμπεριαλισμός που επιθυμεί να πλήξει τη μοναδική ιδεολογία που τον αντιμάχεται πραγματικά και οι ομάδες ταξικών συμφερόντων που θέλουν να επιβάλουν την κυριαρχία τους επί του λαού και του έθνους. Μια απόπειρα ιδεολογικής δικαίωσης του προεπαναστατικού (1789) καθεστώτος και των πολυεθνικών αυτοκρατοριών που καταπίεζαν τους λαούς συντελείται, όχι φυσικά στο όνομα των αρχών εκείνων ή των ηθικών αξιών τους (που μέχρι τώρα κατασυκοφαντούνταν) αλλά για να επιστηριχθεί η δικτατορία του χρήματος και η εμμονή στα δόγματα του ιστορικού υλισμού.
Ασφαλώς τα πεπρωμένα των εθνών είναι σήμερα όσο ποτέ στενά συνδεδεμένα κι υπάρχουν προβλήματα (π. χ. οικολογικά) που απαιτούν παγκόσμιο προγραμματισμό, παγκόσμια γνώση, αποδοχή ενός κοινού μέλλοντος. Όμως γιατί αυτό πρέπει να γίνει με την κατάργηση και όχι με τη συνεργασία των εθνικών κρατών; Η εθνική ταυτότητα, με τη βαθειά ηθική και δημοκρατική της ουσία, αποτρέπει –δεν προκαλεί συγκρούσεις, που δημιουργούνται όταν η φυσική μας κοινωνικότητα καταστρέφεται και ο εθνισμός, το θεμελιώδες υποστασιακό χαρακτηριστικό του ανθρώπου, αποχρωματίζεται. Δεν είναι τα έθνη που προκαλούν τη σύγκρουση και τον πόλεμο αλλά οι μονιστικές αντιλήψεις, οι μεγάλες παγκοσμιοποιητικές ιδεολογίες που αποδεδειγμένα έχουν εξαπολύσει εδώ και αιώνες πολέμους, καταστροφές, γενοκτονίες. Αντίθετα, το εθνικό κράτος είναι το μόνο στην ανθρώπινη Ιστορία που θεσμοθέτησε συνταγματικά τις οικουμενικές αξίες του δικαίου, της ισότητας, της ελευθερίας. Χωρίς εθνικό κράτος, χωρίς πατριωτισμό δεν μπορεί να διασφαλιστεί η δημοκρατία, η ανοχή, η ελευθερία. Και δεν αρκεί προς αντικατάστασή του μια κοσμοπολίτικη κουλτούρα. Εκτός κι αν έχουν κατά νου οι εχθροί του εθνικού κράτους κάποιαν περίεργη παγκόσμια αστυνομία.
Ας το πούμε ξεκάθαρα. Πίσω από την επιδίωξη καταστροφής του εθνικού κράτους κρύβεται ο νέος μεσαίωνας, ένας νέος ολοκληρωτισμός. Χωρίς εθνικό κράτος δεν θα υπάρχει διεθνές σύστημα, δεν θα μπορούν να τεθούν σε ισχύ διεθνείς συμφωνίες και οικουμενικές αρχές. Ο ιμπεριαλισμός, η επιβολή (βίαιη ή με το γάντι), η περιφρόνηση της ιδιαιτερότητας, η άρνηση του δικαιώματος στη διαφορά, αυτά είναι η ρίζα του κακού και των συγκρούσεων. Η πιο συνεπής πολιτική ειρήνης και συνεργασίας είναι η πολιτική που θεμελιώνεται επί της παραδοχής της διαφοράς. Μια πολιτική που θα αποδέχεται ότι ζούμε σε συγκεκριμένο τόπο και κοινωνία και όχι σε μια κοσμοπολίτικη κοιλάδα ευτυχίας.
Είναι σκληρή η αλήθεια για τους κοσμοπολίτες και τους ποικίλους οικουμενιστές. Πίσω από τη γλυκανάλατη αγάπη τους για όλους τους ανθρώπους (γενικώς και αορίστως) αποκρύπτεται η αδιαφορία τους για το διπλανό τους, για τους ανθρώπους της οικογένειας, της πόλης, της πατρίδας τους. Λατρεύουν μονάχα τον εαυτό τους και ας προσποιούνται τους φιλάνθρωπους. Δεν θέλουν να έχουν υποχρεώσεις παρά μόνο δικαιώματα. Κι είναι εύκολο να αγαπάς τον αφηρημένο άνθρωπο και όχι το συμπολίτη σου τον οποίο περιφρονείς ως επαρχιώτη. Ο κοσμοπολιτισμός τους που θέλει ένα κόσμο ανέστιων ξεριζωμένων, ένα κόσμο χωρίς ταυτότητες, επιθυμεί μονάχα ένα κόσμο συμβολαίων, αγορών, νομικών προσώπων. Όμως τα έθνη δεν είναι πακέτα μετοχών, είναι οι πιο εναργείς κοινωνικές και πολιτισμικές πραγματικότητες. Γι’ αυτό και αληθινός κοσμοπολιτισμός χωρίς πατριωτισμό δεν μπορεί να υπάρξει. Θα οδηγεί πάντα στην αφαίρεση και την υποκρισία, σ’ έναν ηθικισμό πολύ διάφανο για να καλύψει τον κυνισμό και τον αμοραλισμό.
Εν κατακλείδι: Αν δεν αγαπάς την πατρίδα σου, δεν αγαπάς την ανθρωπότητα. Από το μέρος πάει κανείς στο Όλον. Από το Όλον μόνο στο τίποτα πας. Η Ισραηλίτιδα καθηγήτρια Γερτρούδη Χίμμελφαρμπ έχει δώσει μια έξοχη απάντηση σε όλες τις επικίνδυνες κοσμοπολίτικες ψευδαισθήσεις.
«Αυτό που συσκοτίζει ο κοσμοπολιτισμός και επιπλέον αρνείται, είναι τα δεδομένα της ζωής: Οι γονείς, οι πρόγονοι, η οικογένεια, η φυλή, η θρησκεία, η κληρονομιά, η ιστορία, ο πολιτισμός, η παράδοση –και η εθνική ταυτότητα. Αυτά δεν αποτελούν «τυχαία» χαρακτηριστικά του ατόμου. Αποτελούν ουσιώδη χαρακτηριστικά. Δεν ερχόμαστε στον κόσμο ως αυτόνομα άτομα που ελεύθερα αρμενίζουν. Ερχόμαστε σ’ αυτόν ολοκληρωμένοι, με όλα τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που μας καθορίζουν και μας οδηγούν ώστε να γίνουμε πλήρως σχηματισμένα ανθρώπινα όντα, με μια συγκεκριμένη ταυτότητα. Η ταυτότητα δεν αποτελεί ούτε τυχαίο γεγονός ούτε ζήτημα επιλογής. Είναι δεδομένη και δεν εναπόκειται στη θέλησή μας (…) Προσφέροντας κανείς την πρωταρχική του αφοσίωση στον κοσμοπολιτισμό, είναι σαν να προσπαθεί να υπερβεί όχι μόνο την ιθαγένεια, αλλά και όλες τις πραγματικότητες, τις ιδιαιτερότητες και τις αλήθειες της ζωής οι οποίες συνιστούν τη φυσική ταυτότητα του καθενός. Ο κοσμοπολιτισμός παρουσιάζεται σαν κάτι ωραίο και υψηλό, αλλά είναι μια ψευδαίσθηση. Και όπως όλες οι ψευδαισθήσεις είναι επικίνδυνος».
Αλλά δεν είναι μόνο η ευθεία αμφισβήτηση που απειλεί τη εθνική ταυτότητα. Στον καιρό μας, εξ αιτίας της προφανούς αδυναμίας του κοσμοπολιτισμού να διαβρώσει την ελληνική εθνική συνείδηση, βλέπουμε να εκτυλίσσεται μια μεθοδική προσπάθεια παραχάραξης ή ακόμη και άρνησης της νεοελληνικής ταυτότητας, στο όνομα μιας αρχαιόπληκτης επιστροφής. Η προσπάθεια αυτή αποτελεί άρνηση της εθνικής μας συνέχειας, άγνοια της ουσίας του έθνους που επιβίωσε χάρη στην ικανότητά του να προσλαμβάνει νέα μορφή απαντώντας κάθε φορά στην ιστορική πρόκληση. Η νεοελληνική ταυτότητα είναι προϊόν του διμέτωπου αγώνος των Ελλήνων της υστεροβυζαντινής περιόδου κατά της λατινικής- παπικής Δύσεως και κατά της τουρκικής- ισλαμικής Ανατολής. Η ταυτότητα αυτή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ εξαιτίας της ιστορικής αποτυχίας του Νέου Ελληνισμού να επιτύχει την εθνική του ολοκλήρωση. Το καταθλιπτικό ορόσημο του 1922 διέρρηξε τη συνεκτική ιδέα της νεοελληνικής κοινωνίας και το συνθετικό χαρακτήρα της ταυτότητάς της.
Η στρατιωτική και πολιτική ήττα της Μεγάλης Ιδέας οδήγησε στην καθολική άρνησή της ως νοήματος αποκατεστημένου βίου των Ελλήνων. Μια άρνηση που δεν έδωσε τη θέση της σε ένα νέο κοινό όραμα. Το πνευματικό κενό μοιραία απλώθηκε, η ρήξη με την παράδοση διευρύνθηκε και παιδευτικό όραμα έγινε πλέον η κοινωνία της αφθονίας και της ατομικιστικής καταξίωσης. Το έπος του 1940 λησμονήθηκε μέσα στα εμφύλια πάθη που διαδέχθηκαν την τελευταία εκείνη έξαρση των Ελλήνων. Ό, τι ακολούθησε, ήταν άφευκτη συνέπεια της εθνικής ηττοπάθειας η οποία είχε ρίζες στα πρώτα χρόνια της Παλιγγενεσίας. Πριν στερεώσουμε τις παραδόσεις μας στο νεοελληνικό κράτος, πριν γνωρίσουμε και δοκιμάσουμε τον εαυτό μας στο διεθνές στερέωμα, πριν κατακτήσουμε την εθνική ολοκλήρωση και την ανεξαρτησία, παραδοθήκαμε στην πολιτική ωραιολογία της προόδου –που δεν τη θεωρήσαμε σαν πραγματικό προχώρημα της ζωής αλλά την ταυτίσαμε με κάθε νεοφανή, κατεδαφιστική ή τυχοδιωκτική εκδήλωση. Θεωρήσαμε την επίκληση του εκσυγχρονισμού όχι σαν μια σύγχρονη μορφή εκτέλεσης των εθνικών μας καθηκόντων αλλά σαν λυτρωτική απαλλαγή από κάθε καθήκον. Γίναμε κοσμοπολίτες πριν γίνουμε πολίτες.
«Και ό, τι είναι κατά βάθος δειλίαψεύδος, κενότης, δουλική μίμησις –έγραφε ο Φώτος Πολίτης– επρόβαλεν εδώ ως κήρυγμα και εύρημα διανοιών φωτισμένων». Ήταν μοιραίο συνεπώς να μείνει χωρίς ανάλογη συνέχεια το λαμπρό ξεκίνημα με το Σολωμό και να ξεπέσει η πνευματική μας ζωή στην άθλια λογοτεχνία της μεταπολιτευτικής ηδονοθηρίας και στο πολύχρωμο τηλεοπτικό τέλμα.
Η αποδόμηση της νεοελληνικής ταυτότητας που επιχειρείται σήμερα, είτε στο όνομα μιας φαντασιακής αρχαιοπληξίας είτε στο όνομα των αναγκών του εκσυγχρονισμού, είτε στο όνομα μιας δήθεν ορθόδοξης καθαρότητας, εστιάζεται, διόλου τυχαία, στη σχέση Έθνους και Εκκλησίας. Αγνοούν ότι η ταυτότητα αυτή προέκυψε μέσα στο καμίνι της δουλείας, του πόνου και της απαντοχής. Δεν ήταν προϊόν διανοητικών ζυμώσεων που αντικαθίσταται μοιραία από μια νέα σύνθεση σύγχρονων ιδεολογικών αξιών αλλά αποτέλεσμα αιματηρών αγώνων. Δεν ήταν αποτέλεσμα παραγωγικών σχέσεων αλλά θεμελίωσης ενός νοήματος ζωής. Και αυτό το νόημα παραμένει πάντα επίκαιρο και σύγχρονο. Αν μια νέα μορφή σχέσεων είναι πρόσταγμα των καιρών, αυτή θα είναι προϊόν δημιουργικής σύνθεσης των εθνικών σκοπών και της σύγχρονης πραγματικότητας και όχι άρνηση της εθνικής μας ουσίας ή της κοινωνικής παρουσίας της Εκκλησίας. Θα είναι αποτέλεσμα της ελληνικής ικανότητας να μένουμε ανοιχτοί στον κόσμο χωρίς να παρασυρόμαστε απ’ αυτόν. Θα είναι αποτέλεσμα οικονομίας και όχι ρήξεως.
Η νεοελληνική ταυτότητα βρίσκεται και πάλι ενώπιον μιας παλαιάς διπλής πρόκλησης. Από τη μια η ξενόφερτη ασυναρτησία και ο δυτικός σπαραγμός. Από την άλλη η περιχαράκωση στο παλιό και ο ανατολίτικος λαϊκισμός. Η εποχή μας, εποχή απιστίας και αποθάρρυνσης, είναι ωστόσο, για τον ίδιο λόγο, η πιο κατάλληλη για αναζήτηση του αληθινού μας προσώπου, για τη συνειδητοποίηση ότι εθνική και ατομική ελευθερία είναι αξεχώριστες. Δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος χωρίς τη βίωση της Ιστορίας μας, χωρίς τη συναίσθηση ότι είμαστε υπεύθυνοι απέναντί της στην καθημερινή μας ζωή και ότι το χρέος μας δεν το επιτελούμε με επετειακές ωραιολογίες. Η κατάσταση των ιστορικών σπουδών σήμερα στην Ελλάδα, με τη συστηματική αμφισβήτηση της εθνικής μας συνέχειας, την επίμονη καλλιέργεια της αλλοτρίωσης, της σχετικοποίησης και της ηττοπάθειας, προκαλεί και θέτει το υπεύθυνο άτομο (το Πρόσωπο) ενώπιον του πιο σοβαρού υπαρκτικού διλήμματος: την ενσωμάτωσή του στην Ευρώπη ως στοιχείου μιας μάζας ξεριζωμένων που θα αναζητά φθηνές ηδονές ή τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου υποδείγματος βίου, οργανικής εξέλιξης μιας μακράς παράδοσης που γεννήθηκε σ’ αυτό τον τόπο με θεμέλια την Πίστη και την Ελευθερία

 Κώστας Χατζηαντωνίου

Η ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ 1821


Εν αρχή ην η κ. Ρεπούση που προσπαθούσε να πείσει τα ελληνόπουλα ότι η Τουρκοκρατία ήταν μία ιδανική περίοδος για τους προγόνους μας. Στη συνέχεια ήλθε η τετράτομη ιστορία των Βαλκανίων που χρηματοδοτήθηκε από τον γνωστό χρηματιστή Τζορτζ Σόρος και κινείται στη ίδια γραμμή υπέρ των Οθωμανών. Μετά ήλθε στην επικαιρότητα η άποψη ότι πριν από το 1821 δεν υπήρχε συγκροτημένη ελληνική εθνική συνείδηση, αλλά οι Ευρωπαίοι Διαφωτιστές μάς έμαθαν να λέμε ότι είμαστε Έλληνες.
Όλα αυτά τα ιδεολογήματα συγκεντρώνονται σήμερα στη νέα τηλεοπτική σειρά του ΣΚΑΪ για το 1821.

Δεν προσχωρώ σε συνωμοσιολογίες, αλλά πολλοί συμπατριώτες μας ευλόγως διερωτώνται αν υπάρχει πολιτική σκοπιμότητα πίσω από την εργώδη αυτή προσπάθεια να ξαναγραφεί ή μάλλον να σβηστεί οριστικά η Ελληνική Ιστορία. Αφήνω την απάντηση στον κάθε νουνεχή αναγνώστη και θα ασχοληθώ με την αμιγώς ιστορική πλευρά της υποθέσεως.

Ερώτημα πρώτον. Έχει δίκιο η άποψη που προβάλλεται στη σειρά του ΣΚΑΪ ότι η εθνική συνείδηση των Νεοελλήνων διαμορφώθηκε μόλις λίγα χρόνια πριν από το 1821;

Φυσικά όχι. Εκατοντάδες μαρτυρίες Ελλήνων και ξένων, κληρικών και λαϊκών, περισσότερο ή λιγότερο μορφωμένων διαψεύδουν τους συντελεστές της σειράς.

Ελληνικό έθνος με συνείδηση ενότητος υπάρχει από την Αρχαιότητα. Ήδη τον 5ο αιώνα π.Χ. ο Ηρόδοτος καταγράφει τα συνδετικά στοιχεία που ένωναν τις ελληνικές πόλεις κράτη: Η κοινή καταγωγή, η γλώσσα, η θρησκεία, τα ομότροπα ήθη. Συνεχίζεται αυτή η... συνείδηση στην ελληνιστική και βυζαντινή περίοδο, με αποκορύφωμα την απάντηση του Αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννη Βατάτζη προς τον Πάπα Νικόλαο Θ΄ το 1250: Είμαστε το αρχαίο γένος των Ελλήνων, από το οποίο άνθισε η σοφία για όλον τον κόσμο. Συνεχίζεται με την τελευταία ομιλία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου όταν ονομάζει την Κωνσταντινούπολη «ελπίδα και χαρά πάντων των Ελλήνων».

Γύρω στο 1700 ο φλογερός ιεροκήρυκας Ηλίας Μηνιάτης παρακαλεί την Παναγία ως εξής: «Έως πότε το τρισάθλιον γένος των Ελλήνων έχει να ευρίσκεται εις τα δεσμά μιας ανυποφέρτου δουλείας;».

Οι όροι Ρωμηός, Γραικός και Έλλην χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα και με παρεμφερή σημασία.

Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα του Ματθαίου Επισκόπου Μυρέων, ο οποίος το 1619 θρηνεί για την Άλωση χρησιμοποιώντας για το έθνος μας και τα τρία αυτά ονόματα.

Από το 1529 έως το 1821 το δημοφιλέστερο ανάγνωσμα του λαού μας ήταν η «Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου» που θύμιζε την δόξα των αρχαίων προγόνων. Το 1708 ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος στο έργο του «Φιλοθέου Πάρεργα» γράφει ότι είμαστε το γένος των «άγαν Ελλήνων», δηλαδή καθαρόαιμοι Έλληνες. Και οι καραβοκύρηδες επί Τουρκοκρατίας τοποθετούσαν στα πλοία τους ως ακρόπρωρα τις μορφές των Αρχαίων Ελλήνων.

Λαός, λοιπόν, και διανοούμενοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι υπάρχει συνέχεια του Ελληνισμού.

Ερώτημα δεύτερο: Περνούσαν καλά οι Έλληνες επί Τουρκοκρατίας, με δικαιώματα και ελευθερίες, όπως ακούσαμε από τον ΣΚΑΪ στις 25.1.2011; Ας αφήσουμε τις μαρτυρίες της εποχής εκείνης να απαντήσουν:

Στα μέσα του 17ου αιώνος ο Γάλλος Ιησουίτης Ρισάρ καταγράφει τις εντυπώσεις του από την υπόδουλη Ελλάδα:

«Να σκεφθεί κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστεί ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία...».

Τον 17ο αιώνα ο Μουσουλμάνος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή περιγράφει βιαίους εξισλαμισμούς και παιδομάζωμα στη Βέροια, στην Έδεσα και σε άλλες πόλεις. Το δημοτικό μας τραγούδι έχει καταγράψει τον θρήνο των μανάδων για τα παιδιά τους ως εξής: «Ανάθεμά σε Βασιλιά (σ.σ. Σουλτάνε) και τρισανάθεμά σε.... να μάσεις παιδομάζωμα , να κάνεις Γενιτσάρους... πέρσυ πήραν τον γιόκα μου φέτος τον αδελφό μου»!

Περί το 1760 ο Ιωάννης Πρίγκος από το Πήλιο γράφει: «Τέτοιος βάρβαρος άδικος είναι ο Τούρκος».

Στα τέλη του 18ου αιώνος ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης καταγράφει 87 από τα αναρίθμητα μαρτύρια Νεομαρτύρων, δηλαδή Χριστιανών που βασανίσθηκαν και θανατώθηκαν λόγω της Χριστιανικής τους πίστης.
Ο Φωτάκος Χρυσανθόπουλος, υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη, στα Απομνημονεύματά του μάς δίνει μαρτυρία κρυφού σχολειού που οργάνωναν οι ιερείς φοβούμενοι τους Τούρκους.

Ερώτημα τρίτο: Οι κλέφτες ήσαν εθνικοί αγωνιστές ή φυγόδικοι εγκληματίες, όπως ακούσαμε από τον ΣΚΑΪ;

Αν κάποιος Έλληνας έβλεπε τον Τούρκο να βιάζει την αδελφή του και επετέθη στον βιαστή, τότε ναι, ίσως κάποιοι από τους κλέφτες των βουνών να ήσαν φυγόδικοι. Αλλά από το άδικο δικαστήριο του κατακτητή. Σημαντική λεπτομέρεια, η οποία αποσιωπήθηκε.

Όσο δε για την συνείδηση των ίδιων των κλεφτών, την εξηγεί ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο οποίος ανδρώθηκε μέσα στην κλεφτουριά. Λέγει, λοιπόν, στον Άγγλο Ναύαρχο Χάμιλτον ότι οι κλέφτες και οι αρματολοί στα βουνά είναι η φρουρά του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, η οποία συνεχίζει ακόμη να πολεμά.

Ερώτημα τέταρτο: Ήσαν μόνο οικονομικά τα αίτια της Ελληνικής Επαναστάσεως;

Αυτή τη μονομερή ερμηνεία την καθιέρωσαν κάποτε οι Έλληνες μαρξιστές, αλλά οι ίδιοι την απέσυραν στο συνέδριο του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών το 1981.

Όμως αξία έχει η άποψη των ίδιων των αγωνιστών:

Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος, διεκήρυξε ο Αλ. Υψηλάντης τον Φεβρουάριο του 1821. Αγωνιζόμαστε για τον Χριστό και τον Λεωνίδα, έγραφε η προκήρυξη του Αθανασίου Διάκου που δημοσιεύθηκε σε ιταλική εφημερίδα της Τεργέστης. Αυτά προς το παρόν.


Κωνσταντίνος Χολέβας-Πολιτικός Επιστήμων

YMNOΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ


 

Όλοι μας ξέρουμε σήμερις απ’όξω τους στίχους ή μερικούς στίχους του Ύμνου΄ τους συνηθίσαμε, τους συχνολέμε και καταντήσαμε ίσως να μη βλέπουμε το αληθινό θάμα πού είτανε να γίνουνε τέτοιοι στίχοι στην εποχή που τους έκαμε ο Σολωμός…..
Αλήθεια, κ ’είναι ν ’απορήσει ο λογισμός, όταν αιώνες κ’ αιώνες η ποίηση σωπαίνει στα στήθια ενός λαού, κι’ ακούγεται άξαφνα μια φωνή που ως και τα κύματα στο γιαλό, που, ως και τα φύλλα στο δάσος τα γεμίζει με κάποιον πρωτότρεμο αντίλαλο της χαρμοσύνης.

ΨΥΧΑΡΗΣ

To Mάη του 1823 ο Δ. Σολωμός , αντικρύζοντας απ’ τη Ζάκυνθο το θρυλικό Μεσολόγγι, το άπαρτο αυτό κάστρο της λευτεριάς, να χαροπαλεύει σ’ ένα άνισο αγώνα με τους Τούρκους, συνέθεσε –μέσα σ’ ένα μήνα καθώς λέγεται- τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» σε ηλικία 25 ετών. Δύο χρόνια αργότερα (1825) ο «Ύμνος» τυπώθηκε με τη φροντίδα του Σπ. Τρικούπη στο πολιορκημένο από τον Ιμπραήμ Μεσολόγγι, στο τυπογραφείο του Δ. Μενεσθέως. Μετά την πρώτη ενθουσιαστική κριτική του Τρικούπη στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» αντίτυπα του «Ύμνου» μοιράστηκαν σ’ όλη την επαναστατημένη χώρα, στους άπορους δωρεάν και στους εύπορους «έναντι εκατό παράδων» για τις ανάγκες του νοσοκομείου Ναυπλίου.
Ο «Ύμνος» μελοποιήθηκε στα 1828-1830 (πρώτη μελοποίηση) από τον Κερκυραίο Νικόλαο Χαλκιόπουλο Μάντζαρο (1795-1872), που συνέδεσε έτσι για πάντα την καλλιτεχνική του ιδιοφυϊα με την αθάνατη δόξα του Σολωμού. Ο Σολωμός του έλεγε χαρακτηριστικά: «Όσο περισσότερο εμβαθύνω στην τέχνη σου , τόσο περισσότερο εμπνέομαι στην δική μου». Σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του ο Μάντζαρος αφιερώθηκε ολόψυχα στη μουσική απόδοση του «Ύμνου», τον οποίο μελοποίησε συνολικά τρεις φορές. Η μουσική που ψάλλομε σήμερα προέρχεται από την πρώτη μελοποίηση που τυπώθηκε στο Λονδίνο ένα χρόνο μετά το θάνατό του. Συγκεκριμένα από τις δυο πρώτες στροφές με απλουστεύσεις. Η μελοποίηση αυτή έγινε για τετράφωνη ανδρική χορωδία με συνοδεία ορχήστρας, μικρά πρελούντια και ιντερμέτζα ανάμεσα στις διάφορες στροφές που αλλάζουν ρυθμούς. Στα 1865 καθιερώθηκε ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» ως εθνικός και κατέχει μαζί με τη «Μασσαλιώτισσα» ξεχωριστή θέση ανάμεσα σ’ όλους τους υπόλοιπους εθνικούς ύμνους.
Ο Ύμνος αποτελείται από 158 στροφές και μπορεί να χωριστεί στις εξης
ενότητες:




(Στρ. 1-16) Χαιρετισμός προς την ελευθερία που ανασταίνεται από τα ιερά κόκκαλα των Ελλήνων . Η άρνηση βοήθειας από τους ισχυρούς της Ευρώπης. Η οδύνη της ελληνικής ψυχής αλλά κι η απόφαση να οδηγήσει τη χώρα στην Ελευθερία..
…………………………
Ναι αλλά τώρα αντιπαλεύει
Κάθε τέκνο σου με ορμή,
Που ακατάπαυστα γυρεύει
΄Η τη νίκη ή τη θανή.


(Στρ.17-34) Η εξάπλωση της επανάστασης, η συμπάθεια ορισμένων χωρών κι η εχθρότητα των ευρωπαίων ηγεμόνων. Η τιτανική μορφή της Ελευθερίας παρομοιάζεται σαν το θεριό που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του.
……………………………
Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
Τα λαγκάδια, τα βουνά,
Και όπου φθάση, όπου περάση,
Φρίκη, θάνατος, ερμιά


(Στρ. 35-74) Η πολιορκία της Τριπολιτσάς κι ο αφανισμός των Τούρκων.
Στροφές ασύγκριτες σε δύναμη σύλληψης και φαντασίας που δημιουργούν ατμόσφαιρα «δαντική» και προκαλούν σύγκρυο στη ψυχή.
…………………………….
Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
Και κυλάει στη λαγκαδιά,
Και το αθώο χόρτο πίνει
Αίμα αντίς για τη δροσιά.


(Στρ. 75-87) Η μάχη της Κορίνθου και η καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια.. Η ψυχή του Ποιητή οραματίζεται μέσα σε μια άφταστη λυρική μεταρσίωση τον καινούργιο κόσμο που ζεπροβάλλει, καρπό των αγώνων της Ελευθερίας.
…………………………..
Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
Πως ο κόρφος καθεμιάς
Γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
Γάλα ανδρείας και ελευθεριάς.

(Στρ. 88-122) Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγιού ανήμερα των Χριστουγέννων, όπου Θρησκεία κι Ελευθερία με ιδιαίτερο ψυχικό δεσμό ενώνονται στον ιερό σκοπό τους.

………………………
Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
Χείλος, μέτωπο, οφθαλμός;
Φως το χέρι, φως το πόδι,
Κι όλα γύρω σου είναι φως.

(Στρ. 123-138) Τα κατορθώματα των Ελλήνων στη θάλασσα κι η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδος. Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ κι η συναισθηματική απήχηση που είχε στη ψυχή των Ελλήνων. Η κατάρα σε θαυμάσια ποιητική σύλληψη υψώνεται με δέος σ’ όλο το σύμπαν.

……………………….
Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
Εις το πέλαγο, εις τη γη,
Και μουγκρίζοντας ανάβει
Την αιώνιαν αστραπή.



(Στρ. 138-158) Eπίλογος.. Πικρή κριτική κατά των ευρωπαίων ηγεμόνων που στέκονταν εμπόδιο στην απελευθέρωση της Ελλάδας. ΄Εκκληση της θεάς Ελευθερίας στους αγωνιστές να κατανικήσουν τη διχόνοια που ζητάει να μαδήσει όλες τις δάφνες τ ης νίκης τους.

……………………………..
Η Διχόνοια που βαστάει
΄Ένα σκήπτρο η δολερή
Καθενός χαμογελάει,
Πάρ’ το, λέγοντας, και συ.

…………………………..

Στο αίμα αυτό που δεν πονείτε
Για πατρίδα , για θρησκειά
Σας ορκίζω αγκαλιασθήτε
Σαν αδέλφια γκαρδιακά
.

…………………….

Θερμός υπερασπιστής της γλώσσας του λαού ο Σολωμός προσπάθησε σ’ όλο του το έργο ν’ ανυψώσει και να επιβάλει τη λαική γλώσσα ως πνευματικό όργανο του ΄Εθνους: «Μήγαρις έχω άλλα στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;». ( Φράση από το «Διάλογο»). Κι όπως χαρακτηριστικά είπε ο Πολυλάς «έκαμε αληθινή αποκάλυψη αγνώστων δυνάμεων της γλώσσας».

Ο «΄Υμνος» μεταφράστηκε σ’ όλη την Ευρώπη και ξεσήκωσε παγκόσμια τον ενθουσιασμό των φωτισμένων πνευμάτων όπως Β. Ουγκώ, Γκαίτε, Λαμαρτίνου, Πούσκιν. Παρ’ όλο το ελληνικό του περιεχόμενο ανταποκρινόταν και σ’ αυτή την ευρωπαΪκή αστική συνείδηση. Ο Σολωμός θεωρήθηκε σαν ένας γκρεμιστής των αρχών της Ιεράς Συμμαχίας και συνεχιστής της Γαλλικής Επανάστασης στην ποίηση.

Για τις τυχόν ατέλειες που έχουν εκφραστεί για τον «΄Υμνο» θα παραπέμψουμε στα ίδια τα λόγια του Ποιητή: «Διδάσκαλε, πίστευσέ με, η αρμονία του στίχου δεν είναι πράγμα όλο μηχανικό, αλλά είναι ξεχείλισμα της ψυχής».
Αυτό το ξεχείλισμα ψυχής είναι και το μυστικό της αθανασίας του. Κι όσο ξεμακραίνουμε απ’ αυτή τη Γιγαντομαχία, τόσο γίνεται πιο αισθητό ότι οι αγωνιστές θεμελίωσαν ένα λεύτερο παρόν κι ο Σολωμός με τον «΄Υμνο» του ξυπνά τη λευτεριά στη ψυχή των Ελλήνων.


Από τις παραδόσεις του αείμνηστου φιλόλογου, καθητή μέσης εκπαίδευσης, Αλέκου Παπαγεωργίου.

Ο Κολοκοτρώνης είχε γκόμενο...!!!!! Ενας τσάμπαμάγκας μας "μαθαίνει" την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821!!!!!

Πέτρος Τατσόπουλος..... δίπλα στον Εφιάλτη, τον Πήλιο Γούση και τους υπολοίπους παλαιούς και συγχρόνους προδότες του Γένους....


Το υποκείμενο αυτό που δηλώνει συγγραφέας  πληρωμένος από το γνωστό κύκλωμα που χρηματοδοτεί την Ρεπούση την Δραγώνα κλπ... προσπαθεί να αλλοιώσει την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821... παρουσιάζοντάς την σαν ταξική!!!! Και ταυτόχρονα σαν εμφύλια σύρραξη!!!! που δεν είχε λόγω να γίνει..... αφού οι Ελληνες ευημερούσαν κατά την Τουρκοκρατία.....
 Πρόκειται για ένα ξεπουλημένο ανδρείκελο που θα έπρεπε να του αφαιρεθεί η Ελληνική ιθαγένεια....
 

Σχόλιο του, στο facebook  για τον Κολοκοτρώνη.....


Φίλοι και φίλες γιά νά έκφράσετε τήν τυχόν άηδία σας γιά τόν  ΣΚΑΙ για τήν σειρά του γιά τό  1821 ίδου το email τους ...
 
skai@skairadio.gr

Νά και ή χορηγός τής σειράς ΘΑΥΜΑΣΤΕ ΤΗΝ ΚΑΙ ΤΑΙΣΤΕ ΤΗΝ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕΙΣ ΣΑΣ

01 Φεβρουαρίου 2011

Όπου γονιός και δάσκαλος.



Κατοχυρώστε νομικά το δικαίωμα κάθε γονιού να διδάσκει ο ίδιος στο σπίτι το παιδί του. Αν σας βαστάει!

Είναι υποχρέωση κάθε γονέα να εκπαιδεύει το παιδί του. Όσο και όπως μπορεί. Να ελέγχει την πρόοδό του στο σχολείο και να συμπληρώνει την εκεί αγωγή σε συνεργασία με το δάσκαλο. Η Παιδεία απαιτεί Σχολείο και Οικογένεια. Ο κύριος ρόλος στο πρώτο, ο υποστηρικτικός ρόλος στη δεύτερη.

Τι γίνεται όμως όταν το Σχολείο ξοφλήσει;

Δεν μιλάω μόνο για το ποινικό μέρος. Δεν λέω για τους ψευτοπαλληκαράδες που απειλούν-κακοποιούν δασκάλους και μαθητές εν ώρα μαθήματος, για τις ένοπλες συμμορίες (ανηλίκων!) που ληστεύουν παιδάκια, για τα μίνι όργια στις τουαλέτες, για τους εξωσχολικούς βανδάλους των καταλήψεων, για τους εμπόρους ναρκωτικών που δρουν ανενόχλητοι εντός και εκτός σχολικών συγκροτημάτων.

Αν και όποιος στέλνει σήμερα το παιδί του στο σχολείο, δεν είναι καθόλου βέβαιος ότι θα το πάρει πίσω υγιές (σωματικώς και ψυχικώς), εγώ αναφέρομαι κυρίως στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Εφόσον την έχουν αναλάβει η Δραγώνα και ο Βερέμης, οι μαθητές κινδυνεύουν περισσότερο από αυτή μέσα στις αίθουσες, παρά από τα στιλέτα στα προαύλια.

Αρκεί να σας πω τούτο: τις προάλλες, στο βρωμερό τοίχο της πολυκατοικίας μου, σε υποβαθμισμένη πλέον συνοικία του κέντρου, ξεφύτρωσε αφίσα οικολογικού περιεχομένου. Την είχε κολλήσει παρέα από 10χρονα ΑλβανοΡουμανάκια που διαμένουν υπόγειο-ισόγειο-πρώτο. Προσπαθώντας να μπω στην είσοδο παραλίγο να τσακιστώ στις σκάλες από τα αμέτρητα κουτάκια κοκα-κόλας και τις συσκευασίες από πατατάκια-κρουασάν, που τα ίδια παιδιά είχαν παρατήσει εκεί. Όταν τα μάζεψα (όχι τα σκουπίδια, τα παιδιά) και τα ρώτησα δύο-τρία πράγματα, έμαθα ότι η δασκάλα τους (την γνωρίζω, πρόκειται για μια Συνασπισμένη μαϊμού με ιδιαίτερη αδυναμία στους Κεμαλόκαυλους Οικολόγους) ουδέποτε τους εξήγησε τι είναι τέλος πάντων όλα αυτά τα σκατά που καταναλώνουν, ούτε ότι πρέπει να πλένουν τα χέρια τους πριν τα φάνε διότι έτσι καταπίνουν και τις ακαθαρσίες των σκύλων που μάζεψε από το πεζοδρόμιο η μπάλα που κρατούσαν, ούτε βέβαια ότι τα σκουπίδια πάνε στον κάλαθο των αχρήστων και όχι καταμεσής στη σκάλα. Την οικολογική αφίσα όμως, εκείνη τους την έδωσε να την κολλήσουν!! Τρομερή συνέπεια η μανδαμίτσα!

Μεμονωμένο; Ίσως, αλλά γιατί θα πρέπει να παίζω ζάρια, και ανάλογα με τη ζαριά, αν είμαι τυχερός ή όχι, να αναλαμβάνει το παιδί μου σωστός δάσκαλος;

Να το πάρουμε απόφαση: οι σωστοί δάσκαλοι σπανίζουν και η Παιδεία υφίσταται βιασμό. Το μάθημα της Ιστορίας ψυχορραγεί. Ο Μεγάλος Αδελφός αποφάσισε: αν δεν μπορεί να διδάσκεται η πολιτικώς ορθή Ιστορία δεν θα διδάσκεται καμία Ιστορία. Το θεμελιώδες μάθημα της Λογικής Επιστήμης, το οποίο διδάσκει κριτική σκέψη έχει αποθάνει προ πολλού (Θεός συγχωρές το). Για αρχαία Ελληνικά ούτε λόγος (τα κήδεψε η Θάλεια). Προβλέπω ότι τα Θρησκευτικά θα τα αναλάβουν οι ιμάμηδες, τη Γεωγραφία οι Αλβανοί, τα ήδη διδασκόμενα με επιτυχία κεφάλαια λειτουργίας μιας καφετιέρας και διαφήμισης ηλεκτρονικών παιχνιδομηχανών θα μετεξελιχθούν σε μαθήματα πεολειχίας (για σερνικούς και θηλυκούς καθότι η ομοφυλοφιλία είναι μόδα) και διαφήμισης ψυχεδελικών κτλ κτλ.

Πλειοδοτώ λοιπόν σε προοδευτικότητα και προτείνω:

Να κατοχυρωθεί δια νόμου το χόουμσκούουλ, opos Ameriki … συγγνώμη … το homeschool, όπως στην Αμερική.

Να απαιτήσουμε να κατοχυρωθεί νομικά το δικαίωμα κάθε γονιού να διδάσκει ο ίδιος στο σπίτι το παιδί του.

Αρκετοί θα έχετε ερωτήσεις και ενστάσεις: «το επιτρέπει το Σύνταγμα;», «ούτως ή άλλως εκπαιδευτικό πρόγραμμα και ύλη θα καθορίζονται από το υπουργείο. Ανθελληνικό το υπουργείο, ανθελληνικό και το πρόγραμμα», «δεν έχουμε χρόνο σαν γονιοί, δουλεύουμε όλη την ημέρα», «θα μείνουν άνεργοι τόσοι δάσκαλοι και καθηγητές».

Ουδείς λόγος ανησυχίας. Αυτά θα τα λύσει οσονούπω η κλίκα που κυβερνά. Το Σύνταγμα θα αλλάξει (για άλλους λόγους), ο ένας στους δύο (είτε γονιός είτε δάσκαλος) θα είναι άνεργος και στην τελική εγώ θα διδάξω στο παιδί μου ότι ο Κολοκοτρώνης ήταν ήρωας και όχι άξεστος κατσαπλιάς και ας έρθει οποιαδήποτε κότα του υπουργείου να μου πει κατάμουτρα ότι είμαι εκτός προγράμματος. Αν τολμάει…

Τι να λένε άραγε οι κατέχοντες τα σκήπτρα του προοδευτισμού και της διδακτικής, γι αυτή μου την προοδευτικότατη πρόταση; Τι να λέει άραγε η Lady Anna Bilderberg; Τι να λέει το δίδυμο ΘΘ (Θάνος-Θάλεια); Τι να λένε οι αλογοουρές (οι συνδικαλισταράδες της Δ.Ο.Ε και της Ο.Λ.Μ.Ε που πρωτοστατούν στα αντιρατσιστικά συλλαλητήρια αλλά για την παραπαιδεία «δεν γνωρίζω-δεν απαντώ»);

Είναι αυτή μου η πρόταση αρκετά προοδευτική για τα μούτρα τους;