15 Μαρτίου 2011

Tου αντρειωμένου Ευαγόρα Παλληκαρίδη ο θάνατος…


Ευαγόρας Παλληκαρίδης

 

 
13 Μαρτίου του 1957 Κύπρος, Λευκωσία. Ο 19χρονος μαθητής του Ελληνικού Γυμνασίου Πάφου, Ευαγόρας Παλληκαρίδης οδηγείται από τους Άγγλους δήμιους, στην αγχόνη.  
Παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις για απονομή χάριτος, η αγγλοβασίλισσα Ελισάβετ και το δολοφονικό όργανό της στην Κύπρο, ο Κυβερνήτης Χάρτινγκ, αρνούνται πεισμόνως.
Ο εθνομάρτυρας ανεβαίνει γαλήνιος τα σκαλοπάτια της θυσίας και της δόξας. Το εικονοστάσι του Γένους, το Συναξάρι της πατρίδας λαμπρύνεται μ’ έναν ακόμη ήρωα.
Στις 5-12-1955 ο Ευαγόρας άφηνε τα μαθητικά θρανία και ανέβαινε «κλέφτης στα βουνά» προσχωρούσε στην θρυλική Ε.Ο.Κ.Α. Γράφει ο πατέρας του Μιλτιάδης Παλληκαρίδης:

«Φεύγοντας από το σπίτι ο Ευαγόρας, κατά τις 4 μ.μ. επέρασεν από το Ελληνικό Γυμνάσιο Πάφου, και αφήνει επί της έδρας το εγερτήριο σάλπισμά του. Και γράφει προς τους συμμαθητές του, και γράφει προς τους φίλους, γράφει σε κάθε τίμιο μαθητή, γράφει σε κάθε Κύπριο:

«Παλιοί συμμαθηταί:

Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας∙ κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγον ελεύθερο αέρα∙ κάποιος που μπορεί να μην το ξαναδείτε, παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του. Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό μονάχα».

Και στη συνέχεια γράφει στον μαυροπίνακα ο ήρωας – ποιητής τον «Θούριο» του: «Θα πάρω μιαν ανηφοριά/ θα πάρω μονοπάτια…».

Το ποίημα αποτελούμενο από 8 στροφές τελειώνει με την εξής προφητική για την ζωή του:

«- Κόρη πανώρια θα της πω
άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου
μονάχα αυτό ζητώ».

(Από το βιβλίο: «Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο έφηβος ποιητής και ηρωομάρτυρας», Π. Στυλιανού, Λευκωσία 1986).

Σήμερα το μνήμα του, κενό γιατί οι Άγγλοι έκαιγαν με ασβέστη τα λείψανα των αγωνιστών, βρίσκεται στα «Φυλακισμένα Μνήματα» της Λευκωσίας, μαζί με τους άλλους αντρειωμένους που ο θάνατός τους θάνατος δε λογιέται.




Οι Άγγλοι κατακτητές εξαφάνιζαν τα ιερά κόκαλα των αγωνιστών του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α., διότι αγνοούν ως γνήσια δυτικά περικαθάρματα, ότι η μνήμη δεν αλυσοδένεται. Η μνήμη είναι το πιο ισχυρό αμυντήριο ενός έθνους. Κι αν σήμερα κάποιοι τσαρλατάνοι της ιστοριογραφίας παλεύουν να την εξαλείψουν ματαιοπονούν.

Έγραφε ο Σεφέρης τον Οκτώβρη του 1954 στην αδελφή του Ιωάννα από την Κύπρο για τους Κύπριους:

«Ένας πιστός λαός, πεισματάρικα και ήπια σταθερός. Για σκέψου πόσοι και πόσοι πέρασαν από πάνω τους. Σταυροφόροι, Βενετσιάνοι, Τούρκοι, Εγγλέζοι – 900 χρόνια. Είναι αφάνταστο πόσοι πιστοί στον εαυτό τους έμειναν και πόσο ασήμαντα ξέβαψαν οι διάφοροι αφεντάδες πάνω τους. Και τώρα γράφουν στους τοίχους των χωριών τους: «Θέλωμεν την Ελλάδα μας κι ας τρώγωμεν πέτρες…». (Ν. Ορφανίδη, «Η πολιτική διάσταση της ποίησης του Γ. Σεφέρη», εκδ. «ΑΣΤΗΡ», σελ. 171).

Πώς άλλαξαν τα πράγματα; Σήμερα «τρώγωμεν» την Ελλάδα, χωρίς το «μας» και τις πέτρες τις «θέλομεν» για να τις εκσφενδονίζουν, οι μπουχτισμένοι από καλοπέραση και τεμπελιά γόνοι των βορείων προαστίων, κατά των εχθρών του λαού: των καταστηματαρχών που οδεύουν σε λουκέτο.
Παρένθεση: Οι δολοφονίες των δυο αστυνομικών, όπως και πριν από ενάμιση περίπου χρόνο των τριών υπαλλήλων τράπεζας, οι οποίες καταπώς φαίνεται θα μείνουν ατιμώρητες, προμηνύουν το κακό που έρχεται. Ελπίζουμε να προφτάσει ο λαός και όχι οι ψυχανώμαλοι κουκουλοφόροι ή οι χιλιάδες λαθροβιούντες μουσουλμάνοι κατακτητές που μας μισούν.

Επανέρχομαι: να αναπνεύσουμε λίγο από τον αέρα που φτέρωνε τον Ευαγόρα, τον Αυξεντίου, τον Μάτση. «Θέλει μελτέμι γερό, γεννημένο στην Τήνο, που να ‘ρθει με την ευχή της Παναγίας και να καθαρίσει τον τόπο απ’ όλων των λογιών της Τουρκιάς και της γηραιάς Ευρώπης τ’ απομεινάρια». (Ελύτης)

Στο άκουσμα του θανάτου του Ευαγόρα Παλληκαρίδη ο Δωδεκανήσιος Φώτης Βαρέλης έγραψε ένα εξαίσιο ποίημα, το οποίο ο ραδιοσταθμός της Λευκωσίας το μετέδωσε τότε ως δημοτικό κυπριακό τραγούδι. Το παραθέτω:

«Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα
μες στης κρεμάλας τη θελιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.
Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας.
Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης τους δεμένος,
οι νιοι συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν,
η νια που τον ορμήνευε δεν είχε νυχτοπούλι.
Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.
Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.
Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,
ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,
και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει.
Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.
Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη κι η Τρίτη που διαβάζει,
μπαίνει κι η Πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.
- Παρόντες όλοι;
- Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.
- Παρόντες, λέει ο δάσκαλος∙ και με φωνή που τρέμει:
- Σήκω Ευαγόρα, να μας πεις ελληνική ιστορία.
Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,
αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει
να πέσουν μ’ αναφιλητά ετούτοι κι όλη η τάξη.
- Παλληκαρίδη, άριστα, Βαγόρα, πάντα πρώτος,
στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης,
συ μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι,
και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία.
Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα’ σα κλαμένα νιάτα,
που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,
έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο».


Αυτό το αριστούργημα περιεχόταν στο παλιό - προ του 2006 - βιβλίο Γλώσσας της Στ΄ Δημοτικού, στο γ΄ τεύχος.

Δεν άρεσε στα κνώδαλα του πολυπολιτισμού. Τους φάνηκε προφανώς «εθνικιστικό». Για ηρωισμούς θα μιλάμε τώρα στους μαθητές. Ο ηρωισμός είναι μια «παρωχημένη στάσις ζωής». Αίματα και κόκαλα, θα δημιουργήσουν ψυχολογικά προβλήματα στα παιδιά, δεν θα κοιμούνται, θα βλέπουν εφιάλτες.

Ενώ «οι συνταγές μαγειρικής», «οι οδηγίες χρήσης καφετιέρας», «η Σόνια, η γάτα που έγινε ήρωας» ανταποκρίνονται πλήρως στην υψηλή αποστολή της διά βίου….βλακείας.

Να βγαίνει ο Παλληκαρίδης από τα βιβλία και να μπαίνει στη θέση του συνταγή για μακαρόνια με κιμά.

Αχ, δυστυχισμένη πατρίδα «εκεί που κρεμούσαν οι καπεταναίοι τ’ άρματα, κρεμούν οι γύφτοι τα νταούλια». Και πώς να μη θυμηθείς και πάλι τα λόγια του Σεφέρη που εξεικονίζουν αριστοτεχνικά αυτό που βιώνουμε σήμερα.

«Όσο προχωρεί ο καιρός και τα γεγονότα, ζω ολοένα με το εντονότερο συναίσθημα πως δεν είμαστε στην Ελλάδα, πως αυτό το κατασκεύασμα που τόσο σπουδαίοι και ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά, δεν είναι ο τόπος μας, αλλά ένας εφιάλτης με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα με μια πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό».

Στις κρίσιμες ώρες που περνάμε, όσοι Έλληνες, πρέπει να βροντοφωνάξουμε: «Σήκω Ευαγόρα, σήκω Γρηγόρη, σήκω Παύλε, σήκω Μάρκο, σήκω Διάκο, να μας πείτε ελληνική ιστορία….
Νατσιός Δημήτρης

06 Μαρτίου 2011

Η τρανή αποκριά




Η καθαυτή αποκριά με τα πολλά έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου, που λέγεται αλλιώς τρανή αποκριά, διότι τότε φθάνουν στο αποκορύφωμά τους τα φαγοπότια και τα γλέντια.
Ο Γ. Α. Μέγας αναφέρει:
όταν φθάσει η Κυριακή αυτή, εκτείνονται στο έπακρο η ευθυμία, οι αθυροστομίες των μεταμφιεσμένων, οι άσεμνες εμφανίσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων, με τις επισκέψεις και προπάντων με τα πλούσια φαγοπότια, με κύριο γνώρισμα τα γαλακτώδη εδέσματα. Τον γενικό θόρυβο επιτείνουν οι εκπυρσοκροτήσεις των κροτίδων και των ρουκετών. Δεν νοείται καλοπέραση και αποκριά χωρίς τα φαγοπότια:
Είναι και αυτά ομοιοπαθητικές προσπάθειες για την ευφορία της γης, όπως αναφέρει ο λαογράφος Λουκάτος.

Τυρινή Εβδομάδα στην Αρκαδία

Μετά την Κρεατινή εβδομάδα, εβδομάδα της απολυτής ακολουθεί η Τυρινή Εβδομάδα, με έμφαση γιορτασμού την Τυρινή Κυριακή.
Την εβδομάδα αυτή εξαφανιζόταν από το σπίτι όλα τα κρεατικά.
Το Παστό ήταν στις λαγήνες του, και κανείς δεν αρτευόταν.
Οι τσομπάδηδες μοίραζαν γάλα στους χωριανούς τους για να φτιάξουν τις γαλόπιτες τις ξιπόλυτες, τις μακαρονόπιτες και τυρόπιτες να πήξουνε τις γιαούρτες.
Οι νοικοκυρές ετοίμασαν τα γαλακτερά φαγητά και γλυκίσματα αυτά για να κεράσουν τις μπούλες και τους φίλους . Τα ψάρια επιτρέπονταν στο σιτηρέσιό τους.

Το Σάββατο της Τυρινής οι γυναίκες φτιάχναν τα ψυχούδια. Μικρά στρογγυλά ψωμάκια με τη σφραγίδα στη μέση , σαν πρόσφορο . Την ημέρα αυτή μαζεύονται και τα παιδιά στα νεκροταφείο. Κάθονται καταγής. Παίρνουν από ένα ψυχούδι και λένε:
"Είδαμε δεν είδαμε. Θεός συγχωρήσει τα, τους περσινούς,
τους φετεινούς και τους απολησμονημένους".
"Νουνό προς νουνό, θεός συγχωρέσει"
"Κυράκα μας προς κυράκα μας θεός συγχωρέσει"

Οι γυναίκες μαζί με τα ψυχούδια, έχουν ένα σίδερο του σιδερώματος με αναμμένα κάρβουνα, για να ρίξουν μαζί με λιβάνι, επάνω στο μνήμα. Στις ψυχές προτού φύγουν θα αφήσουν μια μπουκιά ψυχούδι μουσκεμένο στο κρασί.
Έμφαση σε όλα δίνοταν την Κυριακή της Τυρινής.
Το πρωί ήταν ο καθιερωμένος εκκλησιασμό.
Το μεσημέρι το τραπέζι περιλάμβανε, πρώτα το τυροζούμι (αραιή άρμη για τους Χαβαραίους), βακαλάο, πλακί ή ψητό στη μπουγάνα με σκορδαλιά.
Ο βακαλάος τότε ήταν το φαί των φτωχών.
Συνοδευόταν από γαλόπιτα την ξιπόλυτη, γιατί δεν είχε φύλλο.
Το βράδυ ετοίμαζαν μακαρόνια με μπόλικη μυζήθρα και με χοιρινό λίπος που συνοδευόταν από τηγανητό βακαλάο και κρασί.

Το πρώτο μακαρόνι τα κορίτσια το έβαζαν  χωρίς να το δει κανείς,
κάτω από το μαξιλάρι τους για να δουν ποιόν θα παντρευτούν.

Έτρωγαν και τη γαλόπιτα ανάμεσα σε όλα, με ευχές "Καλή Σαρακοστή" και "ανάπαυση στις ψυχές των πεθαμένων".
Το γλέντι τέλειωνε με το ψήσιμο των αυγών στη θράκα ή μάλλον στη χόβολη , ένα για τον καθένα του σπιτιού , αλλά και για κάθε ζωντανό. Μερικά ίδρωναν και άλλα έσπαγαν. Σε κάθε τόπο ερμήνευαν το γεγονός διαφορετικά.
Το ιδρωμένο ήταν του Τεμπέλη και αυτού που έσκαγε ήταν "οι οχτροί του που σκάσανε από το κακό τους". Όσο πιο πολύ θόρυβο έκανε και διαλυόταν τόσο πιο τυχερός ήταν.
Το ιδρωμένο είναι του δυνατού ενώ το σκασμένο είναι του τεμπέλη.
Αυτού που έσκασε το αυγό λέγαν ότι θα παντρευτεί σε μέρη μακρινά.
Οι κοπέλες έψηναν το αυγό τους και έβγαιναν έξω κοιτώντας τον ουρανό σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Αν το αστέρι τους μετακινιόταν τότε θα ξενιτευόταν, αν όχι θα έμεναν για να παντρευτούν εδώ, στον τόπο τους.
Τα τσόφλια τα πετούσαν στην φωτιά. Καθώς έσκαγαν έλεγαν:
έτσι να σκάσουν και οι εχθροί μας.

Κρέμαγαν το δεμένο αυγό από το νταβάνι, ο πατέρας το κουνούσε στα ανοιχτά στόματα των παιδιών για να το πιάσουνε. Ήταν ο τυχερός αυτός που το έπιανε.
Κάπου από το αυγό της Κυριακής της Τυρινής τρώγαν μόνο το μισό.
Το άλλα το πετούσαν για να το ολοκληρώσουν την Ανάσταση τρώγοντας το άλλο μισό.
Δείγμα του κύκλου της Σαρακοστής.

Με τα αυγά τελείωναν οι Αποκριές και με αυγά άρχιζε το Πάσχα.
Εκείνο το βράδυ διώχναν και τους ψύλλους από το σπίτι τους.
Έβγαιναν έξω φωνάζοντας τους γείτονες.
Αν ο γείτονας ξεχνούσε το έθιμο κι έβγαινε έξω του έλεγαν:
"Εμείς τους ξεχειμωνιάσαμε, εσείς να τους ξεκαλοκαιριάσετε".

Το κοινό τραπέζι μεταξύ όλων των συγγενών και φίλων γινόταν το βράδυ της τελευταίας Αποκριάς. Πρώτος ο παππούς καμάρωνε τη γενιά του, έκανε το σταυρό του, ευχόταν "Καλή Σαρακοστή" και "του χρόνου" μαζί με ορμήνιες:
 Ομόνια και γεροσύνη, γεροσύνη να' χουμε εμείς και τα ζa μας.
Επιβεβαιωνόταν το δέσιμο μέσα και από την διαδικασία του "συχώριου".
Τα αποφάγια του σπιτιού πήγαιναν στα τρία σημεία του χωραφιού ή τα θα τα έδεναν οι γυναίκες σε τρεις κόμπους, μέσα στα πατσαβούρια, ενώ έλεγαν
 "Δένω την αλπού, τα φίδια, τις νυφίτσες, όλα τα σούρμενα και τα πετούμενα".
Θα τα τοποθετούσε στη ρίζα των βάτων ένα αρσενικό παιδί.

Έθιμα διατροφής την Κυριακή της Τυρινής

Η Κυριακή της Απόκρεω είναι η τελευταία μέρα που τρώνε κόκκινο κρέας.
Η εβδομάδα μεταξύ της Κυριακής της Απόκρεω και της Κυριακής της Τυρινής είναι οι μέρες που τρώνε ψάρι, τυρί, γάλα και αυγά.
Ακόμη και κάποια παραδοσιακά σατυρικά τραγούδια μεταφέρουν το θέμα του αποχαιρετισμού του τυριού (Τύρος) και του καλωσορίσματος
του κρεμμυδιού και του πράσου.

Στην Αρκαδία υπάρχει η παράδοση να τρώγεται το τυροζούμι, υδαρές βραστό με άγρια χόρτα σερβιρισμένο με κομμάτια τυριού μυζήθρα. Σερβίρεται σαν  πρώτο πιάτο, ενώ όλοι όσοι κάθονται στο τραπέζι το τρώνε αφού πρώτα σηκώσουν το τραπέζι με τα χέρια τρεις φορές. Το κυρίως πιάτο είναι μακαρόνια πασπαλισμένα με πολύ τυρί. Κατά τη διάρκεια του απογεύματος, τα ανύπαντρα νεαρά άτομα θα κλέψουν ένα κομμάτι μακαρόνι και θα το βάλουν κάτω από το μαξιλάρι τους για να ονειρευτούν ποιον θα παντρευτούν.

Οι κοινότητες των Βλάχων των ορεινών περιοχών της κεντρικής Ελλάδας φτιάχνουν παραδοσιακές γαλατόπιτες, τυρόπιτες ή πίτες με τραχανά.

Στο νησί της Καρπάθου κατά την παράδοση όλοι καλούνται στο σπίτι του δημάρχου, όπου υπάρχει ένας μεγάλος μπουφές με ψάρι, γαλακτοκομικά προϊόντα, γλυκά φτιαγμένα µε μυζήθρα, πουτίγκα ρυζιού και ποτό, που ονομάζεται σιτάκα καρυκευμένο με βούτυρο και μέλι.

Στη Μήλο και την Κέα τα υπολείμματα του φαγητού από τη γιορτή της Τυροφάγου μένουν στο τραπέζι μέχρι το επόμενο πρωί, για την περίπτωση που το φάντασμα του σπιτιού πεινάσει την νύχτα.
Έθιμο της Τυροφάγου είναι το βραδινό γεύμα να τελειώνει με αυγά, βρασμένα ή ψημένα στο τζάκι.
Σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας, τα μέλη της οικογένειας βάζουν τα αυγά τους κοντά στην θράκα του τζακιού για να ψηθούν και περιμένουν να δουν ποιανού το αυγό θα «ιδρώσει» πρώτο (σημάδι ότι αυτός ή αυτή θα έχουν καλή χρονιά).
Ο συμβολισμός αυτής της παράδοσης είναι ότι σφραγίζεται το στόμα με αυγό και ανοίγει το στόμα με αυγό το Πάσχα.

Άλλο παλιό έθιμο στην Καστοριά είναι το χασκαρις: ένα αυγό δένεται στο άκρο μίας κλωστής και περνάει γρήγορα από στόμα σε στόμα. Το άτομο που καταφέρνει να το πιάσει είναι ο νικητής.

Συνεγερτική επίγνωση


Επηρεαζόμαστε αναπόφευκτα από τον συντομογραφικό χαρακτήρα της δημοσιογραφικής πληροφόρησης, τον τρόπο μετάδοσης των «ειδήσεων». Αντιλαμβανόμαστε τα κοινωνικά μας προβλήματα με αφαιρετικές απλουστεύσεις, σε πολύ γενικές γραμμές. Ολοι οι «ενήμεροι» πολίτες πάσχουμε, περισσότερο ή λιγότερο, την ασθένεια που νομοτελειακά πλήττει τους κεντρικούς διαχειριστές των κοινών, ακόμα και τους πιο ανιδιοτελείς: Τη θεώρηση των προβλημάτων in vitro.
Σπάνιο να συναντήσει κανείς έμπειρο γνώστη («από πρώτο χέρι») της δυσλειτουργίας συγκεκριμένου κοινωνικού χώρου ή κρατικού λειτουργήματος. Που να είναι ταυτόχρονα ικανός να «μεταγγίσει» την εμπειρία του: Να επιλέξει τις βασικές συντεταγμένες, αλλά και τις χαρακτηριστικές (παραδειγματικές) λεπτομέρειες που καθιστούν τα περιγραφόμενα μεθεκτά, ψηλαφητά από όλους.
Για να αντιληφθούμε π.χ. οι πολλοί τι συμβαίνει στο ελλαδικό «Σωφρονιστικό Σύστημα», αν πρόκειται για δυσλειτουργίες και ανεπάρκειες ή για ένα πραγματικό αδιέξοδο, χρειαζόμαστε, σίγουρα, κάποιες βασικές πληροφορίες: Ποια είναι, λ.χ., η χωρητικότητα των φυλακών και ποιος ο (απίστευτα υπέρτερος) αριθμός φυλακισμένων σήμερα. Ποιες οι ποσοτικές αναλογίες Ελλήνων και αλλοδαπών φυλακισμένων, ισοβιτών, βαρυποινιτών και ελαφροποινιτών, η ποικιλότητα των φυλών και εθνοτήτων, το ποσοστό των δραπετεύσεων κατά τις ημέρες «αδείας» που όλοι «δικαιούνται», το ημερήσιο κόστος κάθε φυλακισμένου για το Δημόσιο (3,5 ευρώ, εδώ και πολλά χρόνια) κ.λπ. κ.λπ. Χρειαζόμαστε όμως και κάποιες ενδεικτικές λεπτομέρειες. Οπως, λ.χ., ότι στα κελιά που προορίζονταν για τρία άτομα εγκαταβιώνουν σήμερα επτά ή και εννέα, ότι μεγάλος αριθμός φυλακισμένων κοιμούνται στο δάπεδο χωρίς στρώμα, ότι η ανακούφιση της αθλιότητας των συνθηκών είναι εμπορεύσιμη, ότι πραγματικοί δήμιοι, φόβος και τρόμος των φυλακισμένων, είναι οι «σκληροί» συγκρατούμενοι και οι φυλετικοί «αντίπαλοι», ότι διευθυντές και φύλακες τρέμουν επίσης τους «σκληρούς» και τα εξωτερικά «δίκτυα» που αυτοί καθοδηγούν μέσα από τις φυλακές, ότι ο τρόπος οργάνωσης του «σωφρονιστικού» συστήματος οδηγεί στο να υποτροπιάζει το 80% περίπου των αποφυλακιζομένων, ότι στο αδιέξοδο (στην αδυναμία κάθε πραγματικής αλλαγής) συμβάλει καίρια η δυσλειτουργία και της Δικαιοσύνης, κ.λπ. κ.λπ.
Τέτοιοι «κύκλοι», δαντικοί, εφιαλτικής κόλασης, φαύλοι κύκλοι παγιωμένων αδιεξόδων, με αποδεδειγμένα μάταιη κάθε ενδεχόμενη προσπάθεια «βελτίωσης» ή ανατροπής, υπάρχουν σε πάμπολλες πτυχές του κρατικού στην Ελλάδα «συστήματος». Οι πολλοί δεν έχουμε ούτε καν δημοσιογραφική πληροφόρηση. Και είναι σπάνια η ευκαιρία να συναντήσει κανείς έμπειρο γνώστη τόσο των βασικών συντεταγμένων όσο και των παραδειγματικών λεπτομερειών που να καθιστούν γνωστούς τους πολλαπλούς εφιάλτες, πραγματικά βασανιστικά κολαστήρια ανθρώπων, που το κράτος αδυνατεί (ή δεν ενδιαφέρεται) να εξαλείψει.
Το παρεμπόριο, π.χ., των πτυχίων Ιατρικής και Παιδαγωγικών Ακαδημιών από χώρες πρώην «σοσιαλιστικών» παραδείσων: Πρέπει να ακούσει κανείς μαρτυρίες για τα χρυσοπληρωμένα κυκλώματα που εξασφάλιζαν πτυχία, χωρίς ο Ρωμιός κανακάρης να φοιτήσει ποτέ ή να εξεταστεί. Ποιες πιέσεις, ποιους εκβιασμούς ή απειλές ασκούσαν κορυφαίοι της κομματοκρατίας, στους εξεταστές του ΔΙΚΑΤΣΑ, για να αναγνωρίσουν πτυχία πλασματικά. Πόσοι γιατροί άμοιροι σπουδών ασκούν επάγγελμα σήμερα στην ελλαδική αγορά αποτελώντας, κυριολεκτικά, δημόσιο κινδυνο, πόσες χιλιάδες «δάσκαλοι», απόφοιτοι μόνο λυκείου μισθοδοτούνται από το ελλαδικό κράτος για να στραβώνουν παιδιά. Ποια κυβέρνηση να μας απαλλάξει από τον κατεστημένο πια εφιάλτη, και πώς;
Αλληλοδιάδοχοι οι κύκλοι των κολάσεων στην καθημερινότητα του πολίτη, δίχως ελπίδα να παταχθεί ποτέ η φαυλότητα. Υπάρχουν ακόμα νοσοκομεία με θαλάμους των επτά ή και εννέα κρεβατιών, με τους συγγενείς να διημερεύουν και να διανυκτερεύουν γύρω από κάθε κρεβάτι, να πλένουν ρούχα στο πανάθλιο κοινό λουτράκι και να τα στεγνώνουν πάνω στα καλοριφέρ, το νοσηλευτικό προσωπικό ελάχιστο και συχνά με αδιαφορία απάνθρωπη - την ίδια ώρα που εκατοντάδες κρατικών υπαλλήλων διατίθενται για να «επιβλέπουν» τον κρετινισμό και την ψυχανωμαλία των γηπέδων.
Πλήθος «ειδήσεων», αλλά ποια εμπειρική γεύση έχουν οι κρατούντες για τη ντροπή του εξευτελισμού και βασανισμού ανήμπορων ανθρώπων στα ιατρεία του ΙΚΑ, στις ουρές για την έγκριση φαρμάκων από τον ΟΠΑΔ; Ποις μπόρεσε ποτέ να περιγράψει τον τρόμο της ανασφάλειας και τον πανικό της ανημπόριας που ζουν χιλιάδες πολίτες όταν «καλούνται να παρουσιαστούν» στις εφορίες ή διαπραγματεύονται με την πολεοδομία; Πόσο στυγνό φασισμό γεννάει η απουσία κάθε κριτικού ελέγχου της δημοσιοϋπαλληλίας, πόσο ριζικά διαφορετική και τελεσφόρα θα ήταν η λειτουργία του κράτους, αν κάθε χρόνο κάποιοι υπάλληλοι απολύονταν μόνο εξαιτίας της συμπεριφοράς τους προς τους πολίτες;
Η επιφυλλίδα θα ήθελε να μπορούσε να δείξει το πώς οι δαντικοί «κύκλοι» της κόλασης στην καθημερινότητα των σχέσεων του πολίτη με το κράτος συνδέονται αλυσιδωτά και συγκροτούν ένα ενιαίο αδιέξοδο, μια τελεσίδικη καταδίκη του κρατικού μας σχήματος σε αφανισμό. Ολα αρχίζουν και τελειώνουν στη γάγγραινα που συνιστούν τα κατ’ ευφημισμόν «πολιτικά μας κόμματα»: Η ανικανότητα και φαυλότητα της κρατικής μηχανής έχει την καταγωγή της στο «πελατειακό σύστημα»: στο γεγονός ότι τα κόμματα «πουλάνε» κρατικές θέσεις εισπράττοντας ψήφους. Για να ελέγχουν τη συνέχιση εξάρτησης της ψήφου του πελάτη, τον μαντρώνουν σε ποιμνιοστάσια κομματικού «συνδικαλισμού». Ο κομματικών προδιαγραφών δημοσιοϋπαλληλικός συνδικαλισμός είναι τα Ες-Ες των κομμάτων: στρατός κατοχής της χώρας, εφιάλτης αντικοινωνικής λοιμικής. Αποκλείουν την αξιοκρατία και κάθε ποιοτικό έλεγχο, εξαρθρώνουν τη λειτουργικότητα του κράτους και ελαχιστοποιούν την παραγωγικότητα, νομιμοποιούν την ανομία, την κατάφωρη κοινωνική αδικία, κάθε στοιχειώδη ευταξία, κάθε ανθρώπινη στόχευση πέρα από την εγωτική απληστία.
Οι υγιείς δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας, αν υπάρχουν, θα βγουν στην πλατεία Συντάγματος μόνο αν καταλάβουν πως ό,τι ήταν για την Αίγυπτο ο Μουμπάρακ και για την Τυνησία ο Μπεν-Αλή, είναι για την Ελλάδα σήμερα τα κόμματα. Ολα.

Χρηστου Γιανναρα

04 Μαρτίου 2011

Νίκος Γούναρης



Αθήνα, Τετάρτη 5 Μαΐου 1965, ώρα 5:30 το απόγευμα. Ένας ακόμα κορυφαίος του ελληνικού τραγουδιού, ο Νίκος Γούναρης, αφήνει την τελευταία του πνοή στα πενήντα του χρόνια, χτυπημένος από την επάρατο.

Ο θάνατός του -αναμενόμενος από το ευρύ κοινό που είχε πληροφορηθεί από τα λαϊκά περιοδικά αλλά και την περιρρέουσα φημολογία τη βαριά κατάσταση της υγείας του- δεν δείχνει να αιφνιδιάζει κανέναν, και η θλιβερή είδηση περνά στα ψιλά των περισσότερων αθηναϊκών εφημερίδων, που εκείνες τις ημέρες κυριαρχούνταν από τα ρεπορτάζ για την αιματηρή εισβολή των Αμερικανών στον Άγιο Δομίνικο. Λιτό και το αγγελτήριο της κηδείας του καλλιτέχνη στη Μητρόπολη Αθηνών, που υπογραφόταν από την αγαπημένη σύντροφο -αλλά και μούσα- της ζωής του Βαλεντίνη, τη μητέρα του Όλγα, τα παιδιά του και τον συνονόματο εγγονό.
Εκείνες τις στιγμές -τις δύσκολες στιγμές του αποχωρισμού- η σκέψη πολλών ίσως να πέταξε μελαγχολικά στη θρυλούμενη ρήση του Βασίλη Τσιτσάνη «Όσο υπάρχει Γούναρης δεν μπορεί το λαϊκό να σηκώσει κεφάλι». Ήταν μια παρεξηγημένη φράση που δεν εξέφραζε κάποια διάθεση επίκρισης για την όλη καλλιτεχνική οντότητα και προσφορά του Νίκου Γούναρη, αλλά το ακριβώς αντίθετο. Πιο απλά, τα λόγια εκείνα του Τσιτσάνη -αν ειπώθηκαν ακριβώς έτσι- αποτελούσαν την πλέον πανηγυρική αναγνώριση της αξίας του αντιπάλου, ενός αντιπάλου που μπορούσε, έστω και μόνος πια, να κρατά ψηλά στις προτιμήσεις του κοινού τόσο στο λεγόμενο ελαφρό τραγούδι (ανόητος όρος που δυστυχώς επικράτησε για το δυτικόπνευστο ελληνικό τραγούδι), όσο και τις συγγενείς αρχοντορεμπέτικες και λαϊκόστροφες εκδοχές του.
Σήμερα, κάπου μισό αιώνα μετά, γνωρίζουμε ότι η αμφιλεγόμενη εκείνη φράση του Βασίλη Τσιτσάνη δεν ευσταθούσε, ή τουλάχιστον δεν ευσταθούσε απόλυτα. Το λαϊκό τραγούδι -αυτό που εμείς σήμερα εννοούμε μονοσήμαντα λαϊκό τραγούδι- είχε «σηκώσει κεφάλι» πολύ πριν τον θάνατο του Γούναρη, και τον είχε αφήσει πίσω. Αυτό το επιβεβαιώνουν όχι μόνον η δισκογραφία αλλά και οι άμεσες μνήμες των επιζώντων, που -από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50- καταγράφουν την πλήρη κυριαρχία του εξ ανατολών ορμώμενου λαϊκού ήχου, ο οποίος άλλοτε πατούσε στην καταδιωκόμενη από τους πάντες ρεμπέτικη παράδοση, άλλοτε στο δημοτικό τραγούδι, άλλοτε σε δάνειες μελωδίες αντιγραμμένες από τους ραδιοσταθμούς της γειτονικής Τουρκίας, της Μέσης Ανατολής και των μακρινών Ινδιών, κι άλλοτε στη γόνιμη παρέμβαση του μεγάλου Μάνου Χατζιδάκι και του επίσης μεγάλου Μίκη Θεοδωράκη, καθώς και των άξιων επιγόνων τους.
Από την εποχή αυτή υποχωρεί οτιδήποτε το «παλαιό» στις μουσικές προτιμήσεις των λαϊκών τάξεων, και μαζί και τα τραγούδια του Γούναρη, που αργά αλλά σταθερά «μετακομίζουν» -μαζί με εκείνα του ήδη μακαρίτη Μιχάλη Σουγιούλ και άλλων άξιων συνθετών, στιχουργών και ερμηνευτών του σχετικά πρόσφατου «ελαφρού» παρελθόντος- στην άχαρη κατηγορία που πολιτογραφήθηκε με την ονομασία ρετρό. Η διαφορά -η ευτυχής διαφορά- ως προς τον Γούναρη είναι ότι η «μετακόμιση» αυτή συντελέστηκε με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς, μάλλον αδιόρατους για όσους ήταν τότε ήδη σαραντάρηδες ή πενηντάρηδες και θεωρούσαν αδιανόητη την απόσπαση τραγουδιών σαν τα Άρχισαν τα όργανα, Η Σουσουράδα, Μια κότα στρουμπουλή, Πάμε στα μπουζούκια, Σε είδα να κλαδεύεις, Για τις γυναίκες ζούμε, Σκαλί, καλέ μου, σκαλί κ.ά. από τα λαϊκά τους γλέντια. Αντίθετα, οι νεότεροι -στους οποίους ανήκει και ο γράφων- σνόμπαραν επιδεικτικά στις αρχές των σίξτις οτιδήποτε παρέπεμπε στο «ελαφρό» μουσικό παρελθόν (ακόμα και αυτό που εξέφραζε ο Νίκος Γούναρης) και αναζητούσαν κάτι σαν καταφύγιο στην πραγματική ή νομιζόμενη αυθεντία τού συνοδεία μπουζουκιού λαϊκού ήχου, στους μουσικούς πειραματισμούς που οδηγούσαν στο «Νέο Κύμα», στις μπουάτ και στις ροκ και ποπ εισαγόμενες διεθνείς επιτυχίες. Λίγα χρόνια μετά -στο δεύτερο πια μισό της δεκαετίας του 1960- ο ήδη μακαρίτης Γούναρης θα περάσει διακριτικά στο νοσταλγικό παρελθόν, αφήνοντας πλήρως ελεύθερο το πεδίο τόσο στο αναγεννημένο αυθεντικό ρεμπέτικο (που επέστρεφε δυναμικά στο προσκήνιο μετά από δεκαετίες καθεστωτικών αλλά και… αντικαθεστωτικών καταδιώξεων) όσο και στα ποικίλα ακούσματα του λεγόμενου έντεχνου λαϊκού τραγουδιού - πολλές εκδοχές του οποίου ήταν εξαίρετες και κάποιες άλλες επιεικώς για τα μπάζα.
Η νέα αυτή εποχή -από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 μέχρι και τις ημέρες μας- υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή για τους επιζώντες ή μη εκπροσώπους του παλιού καλού ελαφρού μας τραγουδιού, που περιφρονήθηκαν και ρίχτηκαν συλλήβδην στον Καιάδα της λήθης ή και λοιδορήθηκαν άγρια ως περίπου πολιτισμικά συνυπεύθυνοι για όλα τα έως τότε δεινά της δημόσιας και της κοινωνικής ζωής. Ο γενικός αυτός αφορισμός, που εξαπολύθηκε ανοήτως και αναιδώς «επί δικαίους και αδίκους» (μην εξαιρουμένων ακόμα και ανθρώπων εγνωσμένης στάσης ζωής όπως ο Αττίκ, η Δανάη Στρατηγοπούλου και φυσικά ο Νίκος Γούναρης), συχνά στοιχειοθετήθηκε με μια γνωστή σε όλους μομφή: ότι, δηλαδή, θεμέλιο στοιχείο του ελαφρού μας τραγουδιού ήταν το «σ’ αγαπώ - μ’ αγαπάς» και όχι η ουσία των τόσων και τόσων μεγάλων προβλημάτων της ζωής και της κοινωνίας. Επρόκειτο για μια μομφή που ίσως σε κάποιο άλλο άρθρο θα μπορούσαμε να την καταδείξουμε ως τουλάχιστον αφελή και άδικη. Εδώ, το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι το καλό ερωτικό τραγούδι είναι βαθύτατα πολιτικό - κι αλλοίμονο σε όσους εναποθέτουν τη ζωή και τα όνειρά τους σε ανέραστους σωτήρες…
Στο σημείο αυτό θα σημειώναμε ότι ο Νίκος Γούναρης αντιμετωπίστηκε με περισσότερο σεβασμό -συγκρινόμενος με πολλούς και άξιους «ελαφρούς» ομοτέχνους του- την εποχή που το λαϊκό τραγούδι θριάμβευε ολοκληρωτικά στις προτιμήσεις του κοινού και «ισοπέδωνε» κάθε αντίθετο μουσικό ρεύμα. Κι αυτό ήταν αποτέλεσμα μιας διάχυτης αίσθησης ότι τα τραγούδια του -έστω και παλαιάς κοπής- ακουμπούσαν πάντοτε στο λαϊκό αισθητήριο και δεν είχαν «τελειώσει». Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι ο ίδιος απολάμβανε πάντοτε την αγάπη και εκτίμηση σημαντικών εκπροσώπων της «άλλης πλευράς» -αυτής του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού- που τον εμπιστεύονταν, γλεντούσαν συχνά μαζί του και τον «νομιμοποιούσαν» με κάθε τρόπο ως δικό τους άνθρωπο. Είναι γνωστή, π.χ., η βαθιά εκτίμηση και ο σεβασμός που έτρεφε γι’ αυτόν ο Στέλιος Καζαντζίδης (δεν έχανε ευκαιρία να εξυμνήσει τον ίδιο και τα τραγούδια του), όσο και η αγάπη του Γιάννη Παπαϊωάννου, που γράφει στο βιβλίο του «Ντόμπρα και σταράτα»:
«Από αυτούς του ευρωπαϊκού, μόνο ΕΝΑΣ είναι σωστός. Ο Γούναρης. Αυτό το παιδί είναι δικός μας. Από το ρεμπέτικο ξεκίνησε, μας εκτιμά και τον εκτιμάμε»!
Και η πιο πάνω αναφορά αποκτά ιδιαίτερη αξία αν μπει δίπλα-δίπλα σ’ εκείνην του Μίμη Τραϊφόρου -επιφανούς εκπροσώπου της σχολής του ελαφρού τραγουδιού- ο οποίος έγραφε το 1982 στο οπισθόφυλλο του δίσκου Σοφία Βέμπο - Νίκος Γούναρης. Δυο Μεγάλες Αξέχαστες Φωνές:
«Δεν ξέρω τι πιστεύετε εσείς οι σημερινοί για τη Βέμπο και τον Γούναρη, μα εμείς οι… χτεσινοί ή μάλλον οι… προχτεσινοί, τους θεωρούμε σαν τα δύο και μοναδικά ιερά τέρατα του ελαφρού τραγουδιού!.. Εμείς οι παληοί, όταν λέμε ελληνικό τραγούδι το απλώνουμε και το περιορίζουμε στη Βέμπο και στον Γούναρη. Όχι γιατί η εποχή μας δεν έδωσε κι άλλες φωνές άξιες κι ενδιαφέρουσες, μα γιατί η Βέμπο κι ο Γούναρης δέχτηκαν τη σφραγίδα της θείας δωρεάς και σφράγισαν με το τραγούδι τους μια ολόκληρη εποχή σπάνιου τραγουδιού (…)».

Ποιος, όμως, ήταν αλήθεια ο Νίκος Γούναρης, και τι είναι αυτό που τον έκανε αποδεκτό από όλους; Τι είναι αυτό που διέσωσε τον μύθο του μέσα στον χρόνο και τον εκτόξευσε μέχρι και τις ημέρες μας; Κι ακόμα, τι είναι αυτό που ωθεί σήμερα -εποχή των τόσο διαφορετικών ακουσμάτων- τόσο πολλούς νέους ανθρώπους να αναζητούν τα τραγούδια του σε παλαιοπωλεία και στους μαγικούς διαδρόμους του youtube; Ειλικρινά δεν ξέρω αν πρόκειται για μια ακόμα μεταμοντέρνα «φαγούρα» ή για κάτι πιο βαθύ, που έχει σχέση με το ότι ο Γούναρης κέρδισε επάξια την αναγνώριση πως ήταν αυθεντικός, πως δεν υπήρξε ποτέ ένας ακόμα «δήθεν» της τέχνης του - κάτι διαφορετικό από αυτό που έδειχνε σε όλους. Κι αυτό που έδειχνε ήταν ο καλόκαρδος χαρακτήρας, τα μοναδικά φωνητικά του προσόντα, οι μεγάλες σκηνικές του ικανότητες και η ανεξάντλητη ικανότητά του να γράφει ή να ερμηνεύει όμορφα τραγούδια, που προκαλούσαν το λαρύγγι να τα τραγουδήσει.
Γράφει σχετικά ο Κώστας Μυλωνάς στο έργο του «Ιστορία του Ελληνικού Τραγουδιού» (τόμος 1, σελ. 241 και επ.):
«Ο Γούναρης είχε το χάρισμα να “κατεβάζει” από το πάλκο το τραγούδι του• ο τρόπος που ερμήνευε είχε αντίκρισμα στις μεγάλες μάζες, είχε αμεσότητα και αλήθεια. Δεν τραγουδούσε μόνο με το στόμα του αλλά και με την ψυχή του, εγκαινιάζοντας μια καινούργια άποψη επικοινωνίας με το κοινό που τότε ακόμα έβλεπε τον τραγουδιστή σαν έναν ηθοποιό που ζει τον ρόλο του και πάσχει μαζί του. Δεν ήταν, όμως, ο στημένος θεατρίνος που με ψεύτικες υπερβολές προσπαθεί να κερδίσει τη συγκατάθεση και την αποδοχή, αλλά ο λυμένος καλλιτέχνης που έχει ταυτιστεί με το αντικείμενό της δουλειάς του, την οποία γνωρίζει πολύ καλά και είναι γεννημένος γι’ αυτήν. Είχε καταπληκτικές φωνητικές ευκολίες, λιτότητα στην έκφραση και θαυμάσια τεχνική, αλλά κυρίως ένα μοναδικό ταλέντο να μηδενίζει την απόσταση ανάμεσα σ’ αυτόν και στο ακροατήριό του (…)».
Και συμπληρώνει -στα 1985- ο ανώνυμος σχολιογράφος, στο οπισθόφυλλου του δίσκου Χρυσή Εποχή – Νίκος Γούναρης:
«Η χαρακτηριστική μελωδική φωνή του, ζεστή, βελούδινη αλλά συγχρόνως τόσο αρρενωπή, δίκαια επέβαλε τον Ν. Γούναρη σαν ένα κορυφαίο ερμηνευτή σ’ αυτό που ονομάσαμε ελαφρό τραγούδι (…) Είναι ένα σύμβολο της εποχής του και κάθε νεώτερη γενιά “ανακαλύπτει” και αναγνωρίζει τον μελωδικό αυτόν τροβαδούρο της Αθήνας (…)».

Στo πλαίσιο ενός μικρού άρθρου σαν κι αυτό δεν μπορεί να γίνει μια σε βάθος θεώρηση για τη ζωή και το έργο του Νίκου Γούναρη - κάτι τέτοιο απαιτεί μακροχρόνιες έρευνες και πολύ-πολύ μελάνι και χαρτί. Αυτό, όμως, που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι όλη η διαδρομή της ζωής του, από τότε που είδε το φως -στα 1915- μέχρι τις ύστατες στιγμές της επιθανάτιας αγωνίας του, υπήρξε καθαρή και συνεπής. Νέος ακόμα και αυτοδίδακτος, αναζήτησε την τύχη του στο ευρωπαϊκό τραγούδι της δεκαετίας του 1930 και μέχρι τον πόλεμο, άλλοτε μόνος και άλλοτε σε συνεργασία με άλλους σημαντικούς ομοτέχνους (στη σύνθεση, στον στίχο και στην ερμηνεία), πέτυχε να χτίσει ένα αξιοπρόσεκτο όνομα στον χώρο του. Κατά την περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου αναφέρεται ότι τραγούδησε πρώτος -πριν τη Σοφία Βέμπο- το περίφημο «Κορόιδο Μουσολίνι» (σε στίχους Γιώργου Οικονομίδη), ενώ στα χρόνια της Κατοχής συνέχισε να μετέχει δραστήρια στα καλλιτεχνικά δρώμενα και παράλληλα να παίρνει μέρος και στον κοινό αγώνα του έθνους κατά των ξένων κατακτητών, διακινδυνεύοντας συχνά τη ζωή του. Την εποχή ακριβώς αυτήν της άγριας τρομοκρατίας συνθέτει και το πατριωτικό τραγούδι του «Χαϊδάρι» (σε στίχους Κώστα Κοφινιώτη), που δυστυχώς «θάφτηκε» από τις μεταπολεμικές πολιτικές σκοπιμότητες και δεν έγινε ποτέ ιδιαίτερα γνωστό. Και ίσως γι’ αυτό πρέπει να ξαναθυμίσουμε τους στίχους εκείνου του λησμονημένου τραγουδιού:
Όπως στην άλλη τη ζωή / όταν θα πας ένα πρωί
στην κόλαση σε στείλουνε / αν δε σου δώσουν χάρη
έτσι στη μαύρη τη σκλαβιά / παίρνουν του κόσμου τα παιδιά
οι άτιμοι οι Γερμανοί / τα στέλνουν στο Χαϊδάρι.

Περνούσανε μαρτυρικά / μέναν ’κεί μέσα νηστικά
λες κι εγκληματούσανε / λες κ’ είχαν κάνει κάτι
ερήμωσαν συνοικισμούς / με μπλόκους κι εξευτελισμούς
τον Βύρωνα, την Κοκκινιά / Καισαριανή, Παγκράτι.

Και κάθε μέρα αποκεί / την κολασμένη φυλακή
παίρνουν παιδιά αμούστακα / για να τα τουφεκίσουν
χωρίς τη μάνα τους να δουν / μόν’ τ’ άκουγαν να τραγουδούν
γιατ’ ήξεραν τ’ αδέρφια τους / ελεύθερα θα ζήσουν.

Τα χτύπαγαν με απονιά / του Χαϊδαριού κάθε γωνιά
κρύβει βασανιστήρια / που ο νους σου δεν τα βάζει
άλλα ν’ ακούς κι άλλα να λες / κι όμως, μανούλα μου, μην κλαις
απ’ της σκλαβιάς τα σίδερα / η λευτεριά χαράζει.


Μετά τον πόλεμο το άστρο του Νίκου Γούναρη αναδύεται κατακόρυφα στο ελληνικό μουσικό στερέωμα και από το 1947 -οπότε και πρωτοταξιδεύει στις ΗΠΑ- η φωνή του κατακτά και τον ελληνισμό της διασποράς. Έκτοτε, και για αρκετά χρόνια, κυριαρχεί απόλυτα στις προτιμήσεις του κοινού, άλλοτε ως συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής, άλλοτε ως συνθέτης και ερμηνευτής, και άλλοτε απλώς ως ερμηνευτής. Από τα πολλά τραγούδια που συνδέθηκαν τότε -υπό την οποιαδήποτε ιδιότητα- με το όνομά του αναφέρουμε ενδεικτικά τους τίτλους Για τις γυναίκες ζούμε όλοι, Γύρνα πάλι αγάπη μου, Ποιος σε πήρε και μου ’φυγες, Αυτός ο άλλος, Πού να ’σαι τώρα αγαπημένη, Ένα βράδυ που ’βρεχε, Το γιασεμί, Μη σε τρομάζουν τα γκρίζα μου μαλλιά, Μπαμ και κάτω, Λένε πως είναι οι γυναίκες πονηρές, Όμορφη Αθήνα, Μια κότα στρουμπουλή, Ο κόσμος άλλαξε, Πάμε στα μπουζούκια, Πλαφ και πλουφ, Γλυκά μου μάτια, Εσύ με κάνεις και γράφω τραγούδια, Όταν γελάς, Σουσουράδα, Σκαλί καλέ μου σκαλί και Σε είδα να κλαδεύεις.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό που καθιέρωσε τον Νίκο Γούναρη ως πρωταγωνιστή υπήρξε η ικανότητά του να παράγει συναίσθημα, να μετατρέπει, με την κιθάρα, τη θεία φωνή και το χαμόγελό του το κάθε του τραγούδι σε αφορμή για γλέντι ή -ακόμα- για ένα διακριτικό δάκρυ στην άκρη του ματιού. Ίσως αξίζει να δανειστούμε εδώ λίγες γραμμές από το οπισθόφυλλο του δίσκου Nico Gunaris & Trio Belcanto, που κυκλοφόρησε πριν από αρκετά χρόνια στη Νέα Υόρκη. Γράφει σχετικά ο ομογενής Μιχάλης Μάνος:
«Πολυτάλαντος, αλήθεια, καλλιτέχνης προικίστηκε από τις μούσες ο Νίκος Γούναρης: ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ με καθάριο φωνητικό μέταλλο, που ζη ο ίδιος έντονα τον στίχο, το μέλος και τους συναισθηματικούς των κραδασμούς. ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΣ με λεπτότατο και πηγαίο λυρισμό, που γίνεται δέκτης και ερμηνευτής μαζί των αισθημάτων και των αιτημάτων του λαού μας. ΚΙΘΑΡΙΣΤΗΣ δεινός και συναρπαστικός, που εναρμονίζει θαυμάσια τον ήχο των χορδών με της φωνής του τις απαλές εναλλαγές. ΠΥΡΟΔΟΤΗΣ ΤΟΥ ΓΛΕΝΤΙΟΥ στάθηκε σε όλη την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία ο Νίκος Γούναρης, με το τραγούδι και την κιθάρα του (…)».

Κλείνοντας, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε και σ’ εκείνον τον πιπεράτο μύθο για την ιδιωτική ζωή του Νίκου Γούναρη, που έγινε απολύτως πιστευτός και συγκίνησε βαθιά όλον τον κόσμο - και ιδίως κάθε «κερασφόρο» σύζυγο. Αναφερόμαστε, βεβαίως, στην παντελώς ανυπόστατη διάδοση σύμφωνα με την οποία είχε δήθεν εγκαταλειφθεί άκαρδα από την αγαπημένη του, για χάρη κάποιου άλλου. Σ’ αυτήν, λοιπόν, την «άκαρδη» -σύμφωνα με τα διαδιδόμενα- αναφέρονταν τα πιο απελπισμένα αλλά και εμπορικότατα ερωτικά του τραγούδια (όπως π.χ. τα Γύρνα πάλι αγάπη μου, Ποιος σε πήρε και μου ’φυγες, Πού να ’σαι τώρα αγαπημένη, Ένα βράδυ που ’βρεχε), αλλά και το εξόχως κακεντρεχές Αυτός ο άλλος, με δική του μουσική σε στίχους κατά παραγγελίαν στον Κώστα Κοφηνιώτη, το οποίο σχεδόν αναγκάστηκε να ερμηνεύσει ώστε ν’ αποφορτίσει, να ελαφρύνει το «κλίμα», σε μια προσπάθεια να απαλλαγεί κατά το δυνατόν από τα συναισθήματα «συμπαράστασης» που τον κατέκλυζαν! Ωστόσο, εκείνο το παραμύθι εξακολουθεί ακόμα -μετά από τόσες δεκαετίες- να γίνεται πιστευτό από πολλούς λάτρεις του μεγάλου καλλιτέχνη. Πλάκα δεν έχει;




Ανοίξτε και «χτίστε σχολειά»



 «Λιτά χτίστε τα, απλόχερα,
μεγάλα/ γερά θεμελιωμένα, από
της χώρας/ ακάθαρτης, πολύβοης,
αρρωστιάρας/ μακριά μακριά
τ’ ανήλιαγα σοκάκια/ τα σχολειά χτίστε»

Κωστής Παλαμάς


Ερώτηση: υπάρχει εν Ελλάδι έστω και ένας πολίτης, με κοινό βέβαια νου και όχι κομματικός λακές, που να πιστεύει ότι η νυν ανθυποκυβέρνηση - οι μαριονέτες της τρόϊκας - εξαγγέλλει κάτι, λαμβάνει ένα μέτρο υπέρ του λαού;
Είναι δυνατόν όλες αυτές οι γλίτσες, με τα σπαστά ελληνικά και με το γυάλινο βλέμμα, τα «κωλόπανα» του ΔΝΤ να μοχθούν και να εργάζονται προς το συμφέρον της δύσμοιρης χώρας μας;

Ας το καταλάβουμε όλοι. Η πατρίδα βρίσκεται σε έσχατο κίνδυνο, λεηλατείται και εξαθλιώνεται ένας ολόκληρος λαός. Όταν ξεκουμπιστούν, θα μείνουν αποκαΐδια, ρημαγμένες ψυχές. Διαλύουν τον κοινωνικό ιστό της χώρας, δεν ορρωδούν προ ουδενός.

Προτίθεται το υπουργείου διά βίου αμάθειας να εφαρμόσει το σχέδιο «Καλλικράτης» και στα σχολεία. Τα κριτήρια, όπως υποστηρίζουν οι «διαβιούτοι», δεν είναι οικονομικά, αλλά παιδαγωγικά.

Μάλιστα. Για το καλό των παιδιών. Να κλείσουν μονοθέσια, διθέσια και τριθέσια σχολεία, η ζωή και η χαρά των εγκαταλελειμμένων και απομακρυσμένων χωριών, και να συγχωνευτούν σε πολυδύναμα (πολυθέσια) σχολικά κέντρα.

Το υπουργείο για να φιμώσει αντιδράσεις δημάρχων, ρίχνει το δέλεαρ: με το κλείσιμο των σχολείων εξοικονομούνται πόροι. Οι ενστάσεις των γονέων και κηδεμόνων θα απαντηθούν με τις γνωστές, γυαλιστερές «χάντρες και τα ασήμαντα «καθρεφτάκια» που επιδαψιλεύουν οι άποικοι τους ανίδεους ιθαγενείς.

Τα παιδιά θα φοιτούν σε μια τάξη, καταργείται η συνδιδασκαλία, θα καλύπτεται η ύλη (οι ψυχές τους να δούμε πότε θα καλυφθούν), θα απολαμβάνουν ευρύτερες δραστηριότητες – ξένες γλώσσες, θεατρικές αγωγές, ηλεκτρονικούς υπολογιστές – αυτά τα ωραία και άκρως παιδαγωγικά προγράμματα, που μορφώνουν, «απογειώνουν» τα σημερινά παιδιά.

Αυτά περίπου είναι τα επιχειρήματα του υπουργείου. Τινάζοντας όμως την χρυσόσκονη από το «σχέδιο», σπάζοντας το κέλυφος της παφλάζουσας ωραιολογίας, αναδίδονται οι αναθυμιάσεις.




Πρώτον: Τα σχολεία κλείνουν, γιατί δόθηκε εντολή από την τρόϊκα, τους πραγματικούς αυθέντες και κυρίαρχους της χώρας. Κάθε φορά που έρχονται, όπως προσέξαμε, εγκαινιάζεται και μια νέα επίθεση κατά του λαού μας (κόψιμο επιδομάτων, δώρων, απολύσεις υπαλλήλων).

Δεύτερον: Κλείσιμο σχολείων συνεπάγεται και κατάργηση οργανικών θέσεων δασκάλων. Όταν και αν ξανάρθουν οι εκτελεστές του ΔΝΤ, θα διατάξουν πάγωμα των προσλήψεων. Το 1 προς 5 είναι για τους αφελείς και ευκολόπιστους.

Τρίτον: Καταφεύγω, εν πρώτοις, σε ένα κείμενο του Ιωάννη Καποδίστρια. Το 1831 στέλνει μια επιστολή στον φίλο του Μουστοξύδη: Γράφει ο συνετός Κυβερνήτης:

«Τα σχολεία δεν είναι απλώς τόποι προσκτήσεως γνώσεων, αλλά κυρίως φροντιστήρια ηθικής, χριστιανικής και εθνικής αγωγής».

Τώρα βέβαια οι λέξεις, τα επίθετα ηθικός, χριστιανικός και εθνικός τελούν υπό διωγμό. Αν μιλήσεις για εθνική αγωγή οι χαυνοπολίτες (Αριστοφάνης) της προοδομανίας θα σκούζουν και θα σαλιαρίζουν για χούντες και δικτατορίες. Γι’ αυτούς η ιστορία αρχίζει μετά την πτώση της Δικτατορίας, η οποία στο συγχυσμένο τους μυαλό υποδύεται τον ρόλο της Τουρκοκρατίας. Το κράτος δεν συγκροτήθηκε το ’21, αλλά το 1974.

Κάποιοι «αντιστασιακοί» των γαλλικών «μπιστρό» θεωρούν εαυτούς και ανώτερο των ενδόξων καπεταναίων της Παλιγγενεσίας. Τι ήταν ο Κολοκοτρώνης, ο Μάρκος, ο Οδυσσέας και η Μαυρογένους μπροστά στη χαριτόβρυτο Μαρία του Πολυτεχνείου;


Το σχολείο, όμως, δεν είναι συνοικιακό μπακάλικο, που δεν πάει καλά και του βάζεις λουκέτο. Το σχολείο, ιδίως για ένα μικρό χωριό, είναι πνευματικός φάρος. Τα χωριά, τα ακριτικά κυρίως, έχουν ρημαχτεί. Αν φύγει και το σχολειό, αν εκλείψει η παιδική, όλο δροσιά και χάρη φωνή, η ελπίδα της νιότης, τα μετατρέπεις σε γηροκομεία. Είναι βέβαιο ότι οι γονείς θα αναγκαστούν «να αποδημήσουν» στις πόλεις. Στην νυν συγκυρία, εθνικοί λόγοι, επιβάλλουν, όχι να κλείσουν, αλλά να ανοίξουν σχολεία σε τέτοιες περιοχές.



Τέταρτον: Φοίτησα σε μονοθέσιο δημοτικό σχολείο, στην Πιερία. Ένας δάσκαλος με 30 και 40 παιδιά. Αυτό δεν εμπόδισε κανένα παιδί, που είχε ζήλο και μεράκι για τα γράμματα, να μορφωθεί και να συνεχίσει στις ανώτερες εκπαιδευτικές βαθμίδες.

Καλό σχολείο δεν σημαίνει άριστος κτιριακός και εποπτικός εξοπλισμός ούτε χίλιες δυο δραστηριότητες που ξεθεώνουν τα παιδιά.
«Σχολείο ίσον δάσκαλος» (Παλαμάς). Όλοι μας θυμόμαστε έναν δάσκαλό μας (ή καθηγητή), αναπολούμε με συγκίνηση το φιλότιμό του, την φλόγα της ψυχής του, την αγάπη που μας έδειχνε, την εντιμότητα του, τις σπουδαίες γνώσεις του.

Εκείνοι οι παλιοί, ωραίοι δάσκαλοι αγωνίζονταν σε μονοθέσια ή διθέσια με 70 και 100 μαθητές, χωρίς πολλά εποπτικά μέσα, χωρίς υπολογιστές, με πενιχρότατους μισθούς, πολλές φορές σε ετοιμόρροπες αίθουσες. Και όμως ξεσκόλιζαν μαθητές με ήθος και γνώσεις.

Τώρα όλα τα καλά του Θεού έχουμε, μπαινοβγαίνουν στις τάξεις 10 ειδικότητες, καλωδιώσαμε τα παιδιά, όμως… μηδέν στο πηλίκιο. Καταλήψεις, καταστροφές και απέχθεια για το σχολείο. «Ο κοινός νους βεβαιώνει πως δεν λείπουν απλώς αίθουσες διδασκαλίας ή διδακτικό προσωπικό, τα οποία θα λείπουν και θα συμπληρώνονται αενάως. Λείπει κάτι χρησιμότερο ο μαθητής δεν καταλαβαίνει για ποιο λόγο είναι μαθητής (το «καταλαβαίνει» ολέθρια στο ινστιτούτο ξένων γλωσσών και στο φροντιστήριο), ο δάσκαλος για ποιο λόγο είναι δάσκαλος, η πολιτεία τι θέλει απ’ το σχολείο, ο γονιός τι θέλει από τον εαυτό του, το κράτος, το παιδί και τον δάσκαλο. Δεν πρόκειται για κάποια επιγενόμενη κρίση αξιών, πρόκειται περί κρίσεως του νοήματος, όχι δηλαδή τι αξίζει και τι όχι, αλλά τι σημαίνει και που αποσκοπεί τούτο ή εκείνο. (Στ. Ράμφου: «Αγωνία και ελπίδα για την παιδεία μας», στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», 12 Νοε 1992).

Πέμπτον: Τα πειθήνια ενεργούμενα του ΔΝΤ και της Γ.Ε.Ε. (Γερμανικής Ευρωπαϊκής Ένωσης) προτίθενται να περικόψουν τα οικογενειακά επιδόματα.

Ο δημογραφικός όλεθρος της πατρίδας μας επιτείνεται. Αν συνδυαστεί αυτό με την τρομακτική, καταστρεπτική ανεργία των νέων και το κλείσιμο σχολείων σε μικρά χωριά οδεύουμε ολοταχώς σε εκμηδένιση του οικογενειακού θεσμού.

Και αυτήν την δημογραφική απίσχνανση θα την αναπληρώσουν, με βάση την λογική των συγκοινωνούντων δοχείων, οι παράνομοι μετανάστες και οι καιροφυλακτούντες όμοροι «φίλοι» μας.

Έκτον, συναφές με τα προηγούμενα. Το σχολείο, τα γλυκά χρόνια του δημοτικού, «δένουν» ένα παιδί με τον τόπο, την γη των προγόνων του. Το σπίτι που γεννήθηκα, το σχολείο που πρωτόμαθα γράμματα, η εκκλησιά που βαφτίστηκα, είναι οι ρίζες που μας αρδεύουν ολοζωής. Και τότε καυχόμαστε ότι είμαστε γέννημα και θρέμμα μιας αγαπημένης γωνιάς της πατρίδας. Κλείνοντας το σχολείο, μεταφέροντας το παιδί, σε άλλη γη και σ’ άλλα μέρη, χάνεται το αίσθημα της εντοπιότητας. Οι πόλεις κατάντησαν σήμερα ανυπόφορες, αρρωστιάρες και ακάθαρτες, γιατί οι περισσότεροι είναι ξένοι, πάροικοι και παρεπιδημούντες, δεν είναι ο τόπος τους.

Έβδομον και τελευταίο: Σχολείο και Εκκλησία πιστοποιούν και μαρτυρούν, δια βίου, την ελληνικότητα και την ιστορική συνέχεια ενός τόπου.

Το κουδούνι του σχολείου και η καμπάνα της εκκλησίας διαλαλούν ότι τούτη η πατρίδα ελευθερώθηκε από φριχτά δεσμά, γιατί κάποτε ένα αγιασμένο πετραχήλι δίδασκε στα σκλαβόπουλα το σπουδαιότερο μάθημα του Γένους μας: Ελευθερία ή θάνατος.



Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκίς

02 Μαρτίου 2011

Η ΡΑΘΥΜΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΩΣ ΝΤΡΟΠΗ


Τα σπίτια μας έχουν πάρει φωτιά κι εμείς, ως άλλοι ειδήμονες της πυροσβεστικής υπηρεσίας, αφού αναζητήσαμε εξαντλητικά τα αίτια, αφού επί μακρόν διαπιστώσαμε τα ασθενή σημεία του οικοδομήματος, αφού κραυγάσαμε συχνά έντρομοι, αφού προβλέψαμε με περισπούδαστες αναλύσεις την εξέλιξη της πυρκαγιάς, κλωθογυρνάμε στα ίδια και στα ίδια, σπουδάζοντας διαρκώς τα ολοένα και μεγαλύτερα εγκαύματα μας.  
Ψηλαφούμε καθημερινά το «κάψιμο» του λαού και του τόπου. Ενός λαού που εντούτοις επιμένει να αυξάνει την τηλεθέαση των καθεστωτικών μέσων  και ενός τόπου που όλο και απομακρύνεται από τα όποια διακριτά στοιχεία τοπικότητας του είχαν απομείνει.   Ένας λαός καμένος κατά την ορολογία των πιτσιρικάδων, ένας τόπος καημένος κατά την ορολογία των γιαγιάδων μας. Και μόλις τελειώνει ο κύκλος των διαπιστώσεων, επιστρέφουμε όλοι στις μικροζωούλες μας, άβουλοι διεκπεραιωτές της ίδιας της ύπαρξης μας. Κορνιζάρουμε ύστερα τις διαπιστώσεις μας στα μαυρισμένα ντουβάρια των σπιτιών και των ψυχών μας.
Κι έστω κι αν βρέθηκαν κάποιοι –ελάχιστοι- μ’ ένα κουβά νερό, δεν συγκροτείται η αναγκαία πυροσβεστική υπηρεσία. Καμία ανάληψη προσωπικής ριψοκινδύνευσης. Καμία απερισκεψία. Καμιά τόλμη.  
Ντρέπομαι γι’ αυτό. Ντρέπομαι προσωπικά.  Ντρέπομαι πάνω απ’ όλα για την αριστερά των εφηβικών οραμάτων μας, που αφού εγκατέλειψε τον πατριωτισμό στις ακροδεξιές φλυαρίες και τον κοινωνιοκεντρικό προσανατολισμό στον Περισσό, στέκει ακόμη και σήμερα παρατηρητής των εγκαυμάτων της πατρίδας. Μοναδικό και ατράνταχτο άλλοθι, η αδυναμία συγκρότησης ενός νέου πολιτικού υποκειμένου, αφού οι συνθήκες δεν είναι ώριμες κ.λπ. Παπάρια σύντροφοι. Βουλιάξαμε κι εμείς μέσα στη γεροντική βολή της χρησιμοθηρίας. Ξεμάθαμε να πορευόμαστε αγκαλιά με τ’ ανώφελα. Ξεχάσαμε να κυνηγούμε το αδύνατο, ακόμη και τώρα που οι καιροί φωνάζουν πως θα βρεθούμε μπροστά στο αδιανόητο. Λογαριάζουμε τις κινήσεις μας με τρόπο μετρημένο και συνετό, μη τύχει κι αποτύχουμε. Πού ξανακούστηκε  μωρέ σ’ αυτόν τον τόπο ελευθερία και σύνεση αντάμα; Πώς μπορείς να μετράς, πως βαστάς να γράφεις, με τα δάχτυλα τσουρουφλισμένα; Σε ποιά νερά πνίγηκε το ήθος της αντίστασης του Τρόπου μας που δεν λογάριασε αποτελέσματα, δυναμικές και αναλύσεις;
Ντρέπομαι για τούτο το ναυάγιο. Ντρέπομαι προσωπικά. Ντρέπομαι που ακόμη δεν βρέθηκαν δέκα, είκοσι μυαλωμένοι Έλληνες να συντάξουνε έναν νέο Οδικό Χάρτη για την Μεγάλη Έξοδο της χώρας απ΄την καταχνιά. Ένα συγκροτημένο σχέδιο με αρχή, μέση και τέλος. Τούτο πρέπει να γίνει για το χρέος, το άλλο πρέπει να γίνει για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Αυτό για μιαν ελληνική Παιδεία κι αυτό για την Υγεία. Το άλλο για τη χάραξη μιας νέας στρατηγικής εθνκής ανεξαρτησίας και τούτο για τη Δημοκρατία και τους θεσμούς. Ένα όραμα, δηλαδή, να βαστηχτούμε αδέρφια για να γυρέψουμε πάλι το θαύμα. Ένα θαύμα που να γυρέψει να υπερβεί την κάθε μετρήσιμη πιθανή αποτελεσματικότητα, γιατί έτσι. Ναι,γιατί έτσι! Παρά ­και ίσως και εξ’ αιτίας των περί του αντιθέτου προβλέψεων και εκτιμήσεων. Ως πρώτο κριτήριο ελληνικότητας.   
Ως εκ τούτου, ενόσω ακόμη δεν κατορθώνεται να διαμορφωθεί μια κοινότητα με πλήρης από ΠΑΡ΄ ΟΛΑ ΑΥΤΑ Έλληνες αριστερούς, που θα τολμήσει να αμφισβητήσει τις πυροσβεστικές που ρίχνουν λάδι στη φωτιά, γράφοντας στα παπάρια της τις λογικές της αποτελεσματικότητας, θα επιμένω να ντρέπομαι και για τις δυό μου αυτές ιδιότητες. Στο αναμεταξύ θα παρακολουθούμε όλο και πιο πολύ, σήμερα τον Παπανδρέου, αύριο το Σαμαρά, γιατί όχι και τον Καρατζαφέρη ή την Ντόρα, μεθαύριο ακόμη και το Δ.Ν.Τ. ή τη Μέρκελ να το παίζουν πυροσβέστες σε μια κατακαημένη χώρα, όπου η Αριστερά περιμένει να διαμορφωθεί το νέο πολιτικό υποκείμενο, το ΚΚΕ να διαβάσει τι λέει το manual για το θέμα και ο ΣΥΡΙΖΑ να αποφανθεί για την επίδραση της σεξουαλικής απελευθέρωσης στο σύγχρονο ευρωπαϊκό σινεμά… Τελικά, προφανώς τόσο ο Λεωνίδας, όσο και ο Παλαιολόγος, ο Άρης ή ο γιός της καλογριάς υπήρξαν πολύ απερίσκεπτα άτομα...Ως εκ τούτου και η ιστορική ήττα τους, ως αποτέλεσμα της αφέλειας τους...Καλόν είναι να αποφύγουμε τέτοιες διαδρομές...όσο δεν υποψιαζόμαστε τις νίκες που υποκρύπτουν τέτοιες ήττες...όσο δεν ψυλλιαζόμαστε ακόμη την ελληνικότητα του «θανάτω θάνατον πατήσας»...

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Η πορεία του Γένους ως το 1821 και η Εκκλησία


Τον τελευταίο καιρό με αφορμή τηλεοπτική παραγωγή άρχισε μία συζήτηση για την Επανάσταση του 1821, όπου διατυπώθηκαν ορισμένες απόψεις από ιστορικούς, που κατά το μάλλον και ήττον, ασχολούνται, λίαν επιτυχώς ή και άριστα με άλλες περιόδους της νεοελληνικής ιστορίας, και συνεπώς, αναρμόδιους να ασχοληθούν με τα γεγονότα που επιχείρησαν να εξιστορήσουν, να ερμηνεύσουν ή και να σχολιάσουν...Αλλά τα γεγονότα του 1821 δεν αποτελούν μία μετέωρη στιγμή μες την Ιστορία, συνεπώς η ερμηνεία τους απαιτεί γνώση βάθους τουλάχιστον πέντε – έξη αιώνων, ως δηλ. τους βυζαντινούς χρόνους. Δεν θα επιχειρήσουμε ανασκευή ή σχολιασμό ερμηνειών ή των παρεμβάσεών τους. Θα επιχειρήσουμε όσα σοφοί Δάσκαλοι παλαιότερα (Κ. Παπαρηγόπουλος, Σπ. Ζαμπέλιος), αλλά και σχετικώς νεώτεροι (Ιω. Βογιατζίδης, Απ. Βακαλόπουλος, Ν. Σβορώνος) έγραψαν και δίδαξαν, αλλά και όσα προκύπτουν από πηγές της εποχής αναφερόμενες στα θέματα (απομνημονεύματα, κείμενα, αλληλογραφία, ξένοι περιηγητές κλπ.). Και πρώτα το όνομα Έλλην και Ρωμαίος. Το Έλλην δεν χρησιμοποιείται με την επικράτηση του Χριστιανισμού, καθώς αυτό ταυτίζεται με το ειδωλολάτρης, και αντικαθίσταται με το Ρωμαίος, πολίτης δηλ. του νέου κράτους της Ανατολής, του Βυζαντίου, που συνεχίζει στην ΚΠολη το παρηκμασμένο δυτικό. Το Έλλην επανεμφανίζεται το 1204 με την Δ΄ Φράγκικη Σταυροφορία, οπότε οι υπόδουλοι Έλληνες προβάλλουν την αρχαιοελληνική καταγωγή τους και την παντοιοτρόπη πνευματική υπεροχή τους απέναντι στην δυτική βαρβαρότητα των κατακτητών Σταυροφόρων, για να επανεμφανισθεί και πάλιν το 1261, μετά δηλ. την εκδίωξη των Φράγκων από πολλά ελληνικά εδάφη, χωρίς όμως, να χαθεί το όνομα Έλλην, το οποίο θα επανεμφανισθεί δυναμικά λίγο πριν την Άλωση και μετά από αυτήν, όταν λόγιοι και απλός λαός χρησιμοποιούν και τα δύο ονόματα, Ρωμηός και Έλληνας, μιλούν και γράφουν για το ελληνικό γένος που θα αναστηθεί. Επιστρέφουν, έτσι, στα ερείσματα του ελληνικού έθνους και αναδεικνύουν ενσυνείδητα το σχήμα Αρχαιότητα – Βυζάντιο – Νέος Ελληνισμός. Και οι Έλληνες απόδημοι στην Ευρώπη συγκροτούν κοινότητες ελληνικές, τις nazione greca. Κατά συνέπειαν, το ελληνικό έθνος αποκτά την νεοελληνική ταυτότητά του ήδη από το 1204, που είναι και η συμβατική αφετηρία του Νέου Ελληνισμού, είτε με το Ρωμηός είτε με το Έλληνας, αλλά και μαζί η Μεγάλη Ιδέα, που είναι η άγραφη παράδοση του Νέου Ελληνισμού, και που πνίγεται τον Αύγουστο του 1922 στο λιμάνι της Σμύρνης. Και μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους (1830) στις αλύτρωτες χώρες του Ελληνισμού (Μ. Ασία, Πόντος, Ανατ. Ρωμυλία, Καππαδοκία) οι πολίτες του αυτοπροσδιορίζονταν ως το 1922, αλλά και μετά τον ερχομό τους στην Ελλάδα ως Ρωμηοί και δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς ότι η πρώτη προσφυγική γενιά του ’22 το Ρωμηός – Ρωμηοσύνη χρησιμοποιούσε, ώσπου η δεύτερη και Τρίτη γενιά σταδιακώς άρχισε να χρησιμοποιεί το Έλληνας – Ελλάς, που προσδιορίζει την μικρή Ελλάδα έναντι της απέναντι Ρωμηοσύνης της Βυζαντινής Οικουμένης.
Η Επανάσταση του 1821 ήταν ενέργημα όλου του ελληνικού λαού, κίνημα εθνικοαπελευθερωτικό. Δεν μπορούσε άλλο ο ελληνικός λαός να υποφέρει την κτηνωδία ενός τυραννικού ζυγού, τους εξευτελισμούς της προσωπικής και οικογενειακής ζωής που έθιγαν την παραδοσιακή ηθική των Ελλήνων, τις αγγαρείες, την φορολογία, τον υποσιτισμό, το άρπαγμα των παιδιών του που τα έκλειναν στα χαρέμια, την αβάστακτη πτώχεια, τους εξισλαμισμούς, την πλήρη καταπίεση, την κατάλυση κάθε έννοιας τιμής και αξιοπρέπειας. Όλα τούτα και άλλα και άλλα και κυρίως η απελπισία, που πρόσεξε και ο Διονύσιος Σολωμός «το ένα χέρι χτύπαε τ’ άλλο απ’ την απελπισιά» και αναφέρει στον εθνικό ύμνο, οδήγησαν στην εξέγερση. Αυτήν την απελπισία βρίσκουμε στους αγωνιστές και στον απλό λαό, που τους όπλισε με ψυχική δύναμη και καρτερία ως το τέλος του Αγώνα. Ποιος μπορεί να διανοηθεί, και να γράψει και να πει ότι ο βίος των Ελλήνων ήταν ιδανικός κατά την τουρκική κατάκτηση, όταν το 1821 ήταν το τέλος μιας διαρκούς αντιστάσεως του λαού μας κατά των Τούρκων; μία επανάσταση «εν ενεργεία» καθ’ όλη την Τουρκοκρατία, όπως σημείωσε ο ιστορικός του Αγώνα Ιωάννης Φιλήμων. Ήσαν οι αρματολοί και κλέφτες που, μολονότι ενίοτε συνθηκολογούσαν με τους Τούρκους, συνειδητοποίησαν την ευθύνη απέναντι στον λαό, αυτόν που δυνάμωσε την θέληση του λαού για τον αγώνα, τονώνοντας την εθνική φιλοτιμία. Δίκαια η λαϊκή συνείδηση εξύμνησε τους κλεφταρματολούς με τα κλέφτικα τραγούδια που έγιναν ύμνοι προς την ελευθερία. Τους αιώνες της σκλαβιάς την ελπίδα και την πίστη για την ελευθερία συντηρούσαν θρύλοι, παραδόσεις και προφητείες, που είχαν τις ρίζες τους στο Βυζάντιο και συγκινούσαν την ψυχή του αγράμματου λαού για την εθνική αποκατάστασή του, διαμορφώνοντας την Μεγάλη Ιδέα, που είχε αρχίσει ήδη από το 1204 με την Δ΄ Φράγκικη Σταυροφορία. Όλες τούτες οι λαϊκές παραδόσεις, οι δοξασίες, οι προφητείες δημιουργήματα ιστορικής πίστης, μνήμης και ονείρων αναχωνεύθηκαν και στην συνείδηση των λογίων από τα μέσα ήδη του 18ου αι. συγκροτώντας ένα εθνικό πρόγραμμα μαζί και πηγή ελπίδων για την αποκατάστασή του και στέρεη πεποίθησή του ότι η σκλαβιά είναι παροδική. Στην διαμόρφωση της συνειδήσεως για την αποτίναξη του ζυγού σημαντικός ήταν ο ρόλος των λογίων (Ρήγας Βελεστινλής, Κοραής) αλλά και άλλων (Γαζής, Κωνσταντάς, Βενιαμίν ο Λέσβιος και άλλων πολλών) που μετέφεραν στην μέσα Ελλάδα τις αρχές της Γαλλικής Επαναστάσεως για τα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου. Μαζί και ο ρόλος των σχολείων που σιγά – σιγά πληθύνονταν στον ελληνικό χώρο προετοιμάζοντας τους Έλληνες ψυχολογικά για την ώρα του Ξεσηκωμού. Κοντά σ’ αυτούς τους παράγοντες συγκαταριθμείται και η αστική τάξη δημιουργημένη από τις ανακατατάξεις που προβάλλουν στον ευρωπαϊκό χώρο καταργώντας την φεουδαρχία. Η αστική τάξη συγκροτήθηκε στο εξωτερικό από πλούσιους εμπόρους, ναυτικούς, από την μορφωμένη τάξη υπαλλήλων που μετέφεραν στην τουρκοπατημένη πατρίδα τους την ανάγκη για την αποτίναξη του ξενικού ζυγού ανυψώνοντας με την ποικιλότροπη οικονομική βοήθειά τους το βιοτικό αλλά και το πνευματικό επίπεδο των υποδούλων, με τις εκδόσεις κλασσικών Ελλήνων και έργων ξένων συγγραφέων, που έδειχναν τον ελεύθερο τρόπο ζωής των Ευρωπαίων, αλλά και προβάλλοντας το αίσθημα για την δημιουργία εθνικού κράτους. Αυτοί οι αστοί και μικροαστοί, απόδημοι με την έκρηξη της Επαναστάσεως την συνέδραμαν με όπλα, πολεμοφόδια, οικονομική βοήθεια για τις ανάγκες του Αγώνα. Κατά συνέπειαν, ο αγώνας των Ελλήνων ήταν εθνικοαπελευθερωτικός, στον οποίο μετείχαν όλοι οι Έλληνες. Ο αγώνας αυτός προετοιμάστηκε και ξεκίνησε από τους Έλληνες του εξωτερικού με συντονιστή την Φιλική Εταιρεία, αλλά υλοποιήθηκε στον ένοπλο αγώνα από όλες τις δυνάμεις του Έθνους και κυρίως τον στρατευμένο λαό, τους βιοτέχνες, τους γεωργούς, τους βοσκούς, τους ναυτικούς, που συνιστούσαν και την συντριπτική πλειονοψηφία του μάχιμου τμήματος του επαναστατημένου λαού.
Η Εκκλησία. Πρώτος πατριάρχης του δουλεύοντος Γένους καθίσταται ο Γεννάδιος Σχολάριος Κουρτέσης (1398/1405 – 1472), που διακρινόταν για την παιδεία του, και την σωφροσύνη του, και τον ανθενωτικό πνεύμα του έναντι των Δυτικών, την προσωπικότητά του και την θρησκευτικότητά του που ενέπνεε εμπιστοσύνη στον ταλαιπωρημένο και απελπισμένο ψυχικά λαό. Οι ιστορικοί της Αλώσεως, Κριτόβουλος και Φραντζής γράφουν για την εκλογή του στον Οικουμενικό θρόνο από τον Μεχμέτ Β΄ τον Πορθητή και τα προνόμια το απαραβίαστο, το αφορολόγητο, το αδιάσειστο που δόθηκαν σ’ αυτόν και τους αρχιερείς του. Και δεν το έπραξε αυτό ο Μεχμέτ Β΄ από ευσπλαχνία, αλλά κινούμενος από το Κοράνι που δίδασκε την ανεκτικότητα απέναντι στου λαούς της Βίβλου (Χριστιανούς και Εβραίους), την ίδια την πολιτική του να συμπεριφέρεται ευμενώς απέναντι στους κατακτημένους ακόμη και αν του αντιστάθηκαν. Γνώριζε, ακόμη, ο Μεχμέτ Β΄ την επιρροή που η Εκκλησία ασκούσε στους Χριστιανούς. Ο Πατριάρχης καθίσταται από τότε ο μιλλέτ μπασή, ο Εθνάρχης, ο θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης, αφού είναι πλέον, ο προστάτης των Χριστιανών ραγιάδων και η δικαιοδοσία του απλώνεται σε όλα σχεδόν τα καθέκαστα του καθημερινού τους βίου. Ο ίδιος, και κατά προέκταση οι αρχιερείς του Θρόνου, ασκούν, με ένα λόγο, κοσμική εξουσία βασισμένη στους ιερούς κανόνες (κανονικό δίκαιο), στην νομοθεσία των βυζαντινών αυτοκρατόρων, σε πατριαρχικές, παλαιές και νεώτερες αποφάσεις, στο εθιμικό δίκαιο. Πάντα, όμως, ήταν υπόλογος και υπεύθυνος για τις πράξεις του και του ποιμνίου του απέναντι στον σουλτάνο. Προσθέτουμε ότι η δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριάρχη επεκτεινόταν σε όλους τους ορθόδοξους βαλκανικούς λαούς, που σταδιακά χάνουν την εθνική συνείδησή τους και αποκτούν πλέον την υπερεθνική του Χριστιανού, συνείδηση που ενώνει, υπό το κοινό καθεστώς της δουλείας, όλους τους βαλκανικούς λαούς με χριστιανική – ορθόδοξη αλληλεγγύη που εκφράσθηκε με κοινούς αγώνες κατά του κατακτητή. Ας προσέξουμε ότι η Εκκλησία, έχοντας μία άρτια διοικητική οργάνωση, που μπορούσε να εξασφαλίσει την υπακοή των ραγιάδων στον Σουλτάνο, αλλά και να συστήσει ένα διοικητικό μηχανισμό για την καταβολή των φόρων. Στην Εκκλησία και στους Χριστιανούς ραγιάδες στηρίχθηκε, άλλωστε, ο Μεχμέτ για τα οικονομικά του κράτους του, καθώς οι Χριστιανοί ραγιάδες ήσαν βιοτέχνες και έμποροι φορολογούμενοι, ενώ οι Τούρκοι ήσαν πολεμιστές. Επομένως, τα προνόμια του Μεχμέτ προς τον Γεννάδιο που διατηρήθηκαν ως ακόμη το 1922, με πολλές είναι αλήθεια διαταραχές μέσα στον χρόνο, βοήθησαν το Γένος να επιβιώσει θρησκευτικά και πολιτικά, προστατευμένο από τον κατακλυσμό των τραγικών επιπτώσεων που έφερε η δουλεία, μολονότι δεν έλειψαν οι εκούσιοι εξισλαμισμοί λαϊκών και κληρικών τον πρώτο καιρό μετά την Άλωση και στους επόμενους αιώνες. Στην εξαθλίωση των πρώτων χρόνων, αλλά και των επόμενων αιώνων, η Εκκλησία, ως θεσμός, οι ταπεινές εκκλησίες και οι μονές γίνονται καταφύγιο των ραγιάδων πιστών που ανακουφίζονται έστω και για λίγες στιγμές από τα βάσανα της σκλαβιάς. Και είναι αλήθεια ότι όλη η μακρά χρονική περίοδος (1453 – 1600) χαρακτηρίζεται από συνεχείς καταπιέσεις των σουλτάνων σε βάρος των χριστιανών ραγιάδων με αναγκαστικούς εξισλαμισμούς, κατασχέσεις ή κατεδαφίσεις ναών ή μονών, απαγόρευση ανέγερσης εκκλησιών, επισκευής παλαιοτέρων, αυθαιρεσίες σε βάρος της Εκκλησίας, απαγόρευση χρήσεως της καμπάνας, σε πολλές περιπτώσεις απαγόρευση ανάγνωσης του Ευαγγελίου ακόμη και σε ναούς και σε κελλιά από τις εισβολές φανατικών Μουσουλμάνων.
Το Άγιον Όρος και τα Μετέωρα είναι τα μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα της Ορθοδοξίας κατά την Τουρκοκρατία. Στο Άγιον Όρος με την πλούσια παράδοση στους χρόνους των βυζαντινών αυτοκρατόρων, εξακολουθούν να έχουν τον εκκλησιαστικό ηγέτη τους, τον Πρώτον (ως το τέλος του 16ου αι., που τον διαδέχονται οι «γέροντες της Συνάξεως», η σημερινή Σύναξις. Πολλές είναι οι ταλαιπωρίες των μονών από την βαρειά φορολογία, τις καταπατήσεις των μετοχίων και κτημάτων τους, τις συνεχείς πειρατείες και ληστείες που τις οδηγούν πολλές φορές στην απόλυτη πτώχεια, που ανακούφιζεν προσωρινά δωρεές Βλάχων και Φαναριωτών αργότερα ηγεμόνων και Ρώσων τσάρων. Το Άγιον Όρος και τα Μετέωρα έδωσαν έδωσαν σοφούς κληρικούς, ιεράρχες, νεομάρτυρες και διαφύλαξαν την μακραίωνη πολιτιστική κληρονομιά του Βυζαντίου ως σήμερα. Αλλά και άλλες μονές, όπως η μονή του Τιμίου Προδρόμου στο Βέρμιο, των Ασωμάτων στην Νάουσα, της Αγίας Τριάδος στον Όλυμπο, της Ζάβορδας στην Δυτ. Μακεδονία, του αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω, κρατούν όρθιο τον αιχμάλωτο Χριστιανό, ανακόπτουν το ρεύμα των εξισλαμισμών, εμπνέουν την αντίσταση των πιστών, συμβάλλουν στην ηθική συνοχή τους, ενώ οι όσιοι, αγιοτικές μορφές, δεν συμβιβάζονται με την απομόνωσή τους στις μονές, και εξέρχονται έξω στον κόσμο, γενόμενοι με τον ασκητικό βίο τους υποδείγματα Χριστιανών. Και οι μονές αυτές, όπως και το Άγιον Όρος και τα Μετέωρα ήσαν κέντρα παιδείας, θρησκευτικής τέχνης, καταφύγια κλεφταρματολών και αγωνιστών του 1821, όπως ήσαν και κατά την τελευταία γερμανική Κατοχή, βοηθώντας ποικιλότροπα την Εθνική Αντίσταση.
Την εθνική και θρησκευτική αντίσταση κατά του κατακτητή εξέφρασαν με την θυσία τους οι νεομάρτυρες από τα πρώτα έτη της Αλώσεως ως τα μέσα του 19ου αι. Κάθε τόπος, μικρός ή μεγάλος στην Ελλάδα έχει τον νεομάρτυρά του που με το παράδειγμα της εθελοθυσίας τους στήριζαν το φρόνημα των συμπατριωτών τους και δυνάμωναν την Ορθοδοξία.
Η Παιδεία κατά την Τουρκοκρατία αποτελούσε υπόθεση της Εκκλησίας, που φρόντισε, και ενώ ακόμη η Βασιλεύουσα αιμορραγούσε, να ιδρύσει με πρωτοβουλία του Πατριάρχη Γενναδίου Σχολαρίου, την Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, που λειτουργεί ως σήμερα. Στην πνευματική κίνηση του Γένους στα τέλη του 16ου αι. πολυδιάστατη ήταν η συμβολή του Πατριάρχου Ιερεμία Β΄ του Τρανού που το 1593 που με την Σύνοδο που συνεκάλεσε, αποφασίσθηκε να μεριμνήσουν οι κατά τόπους επίσκοποι να ιδρυθούν σχολεία και έτσι σταδιακά να λειτουργεί ένας εντυπωσιακός αριθμός των σχολείων στην Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα (σχολή των Φιλανθρωπηνών), στην Αθήνα, στην Χίο, την Άρτα, στις Κυκλάδες. Στην Πατριαρχική Σχολή δίδαξαν σοφοί Δάσκαλοι, όπως ο Θεόφιλος Κορυδαλλεύς, που σπουδαγμένος στην Δύση φέρνει στην Ανατολή τον ευρωπαϊκό τρόπο διδασκαλίας, καλεσμένος από τον ιεροεθνομάρτυρα Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι. Μαθητές του Κορυδαλλέως υπήρξαν σημαίνουσες προσωπικότητες της ελληνικής λογιοσύνης του 17ου αι. (Ιω. Καρυοφύλλης, Μελέτιος Συρίγος, Παΐσιος Μεταξάς κ.ά.) ανάμεσα στις οποίες διακρίνουμε τον Ευγένιο Γιαννούλη, που αποτραβήχτηκε στα ανήλια Άγραφα και ίδρυσε σχολή από την οποία αποφοίτησαν άξιοι μαθητές του, όπως ο Αναστάσιος Γόρδιος.
Στα τέλη του 16ου αι πατριάρχευσε επί μακρόν ο Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός (1572 – 1595 με διαλείμματα) που είδαμε λίγο παραπάνω, ο οποίος ανέπτυξε σοβαρό δογματικό διάλογο με ους πρωτοεμφανιζόμενος τότε Προτεστάντες του Λουθήρου και οι περίφημες σοφές «αποκρίσεις» του σ’ αυτούς αποτελούν τα συμβολικά μνημεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο διάλογος αυτός είχε την σημασία του, γιατί ήταν ο πρώτος χριστιανικός διάλογος εν μέσω Τουρκοκρατίας.
Ο 18ος αι. σημαδεύεται με τον συνεχή αγώνα των Ορθοδόξων έναντι της ΡΚαθολικής Προπαγάνδας που είχε διεισδύσει στην Ελληνική Ανατολή από τον προηγούμενο αιώνα, αλλά και από το γενναίο κίνημα των Κολλυβάδων με το Άγιον Όρος να παραμένει η κύρια εστία της Ορθοδοξίας που λαμβάνει μία νέα πνευματική διάσταση με την ίδρυση της Αθωνιάδας. Η Εκκλησία εξακολουθεί να αποτελεί το στήριγμα του δούλου Γένους, μια επικοινωνία που την ενισχύει το εθνικό και πατριωτικό κήρυγμα επιφανών κληρικών, αλλά και απλών διδάχων μες στους ταπεινούς ναούς υπό το φως της λυχνοκαΐας. Τα κηρύγματα του Φραγκίσκου Σκούφου, του Ηλία Μηνιάτη, του Νικηφόρου Θεοτόκη και άλλων στόχευαν στην εμψύχωση του παραπικραμένου λαού με τον θείο λόγο, αλλά και με την ελπίδα για την μελλούμενη ελευθερία. Μπορεί να φαντασθεί κανείς το φλογερό κήρυγμα των λαϊκών διδάχων και την επίδραση που ασκούσαν στις βασανισμένες ψυχές των πιστών. Ένα από αυτούς ήταν ο Νεκτάριος Τέρπος, ο ταπεινός μοναχός της μονής Αρδενίτσας, που με το κήρυγμα ανέστειλε τις εξωμοσίες στα χωριά της Ηπείρου. Οι μονές εξακολούθησαν να αποτελούν τα μικρά σχολεία, όπου η εισαγωγή στα γράμματα γινόταν με το Ψαλτήρι, την Οκτάηχο, τις Πράξεις και Επιστολές των Αποστόλων, το Τριώδιο και άλλα εκκλησιαστικά βιβλία, όπως ήταν η Αμαρτωλών Σωτηρία του Αγαπίου Λάνδου, οι Νέοι Παράδεισοι κ.ά. Ήταν γραφική η εικόνα, μέσα στο ζόφος της δουλείας, με τα παιδάκια να προσέρχωνται στον νάρθηκα της εκκλησίας με τα καλαθάκια τους που είχαν το μεσημεριανό τους. Είναι, ωσαύτως, γραφική εικόνα των Ελλήνων που προσέρχονταν στις εμποροπανηγύρεις για να αγοράσουν από τον μικροέμπορο ποικίλων ειδών εκκλησιαστικά και άλλα ψυχωφελή λαϊκά αναγνώσματα. Πολλά μάλιστα από τα βιβλία αυτά που έθρεψαν πνευματικά γενεές Ελλήνων σώζονται σήμερα σε βιβλιοθήκες, ως οικογενειακά κειμήλια, και σε στασίδια ψαλτών σε ταπεινούς ναούς της ελληνικής υπαίθρου. Επιφανείς λόγιοι της Τουρκοκρατίας εξακολούθησαν να αναδεικνύονται μέσα από τους κόλπους της Εκκλησίας μερικοί μάλιστα χωρίς να διστάζουν να φέρνουν στην Ελληνική Ανατολή ιδέες της σοφής Ευρώπης (Μεθόδιος Ανθρακίτης, Γεώργ. Σουγδουρής, Ευγένιος Βούλγαρις κ.ά.).
Κορυφαία φυσιογνωμία της εποχής ο πατρο Κοσμάς ο Αιτωλός (1714 – 1779) ο φλογερός ιεροκήρυκας του σαστισμένου και πολυβασανισμένου Γένους που αρχικά διδάσκει την αγάπη, την ταπείνωση, βάλλει κατά των δεισιδαιμονιών του αμόρφωτου λαού, υπερασπίζεται την συνοχή, την αλληλεγγύη, συμβουλεύει τους άρχοντες. Αυτά κατά την πρώτη περιοδεία του που λήγει το 1767. Η δεύτερη περιοδεία του, από το 1775 – 1779, είναι περισσότερο δημιουργική : ιδρύει σχολεία, μιλεί με θέρμη για την ανάγκη εξύψωσης του πνευματικού επιπέδου του λαού, μάχεται κατά των εξωμοσιών, κηρύσσει την μελλούμενη ελευθερία, την ισότητα, καταπολεμά την αδικία και την καταπίεση, διδάσκει την επάλληλη σχέση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, αφυπνίζει την εθνική συνείδηση, ως τον θάνατό του (24 Αυγ. 1779).
Β. Η Εκκλησία είχε γενναία συμμετοχή στον Αγώνα του 1821. Κορυφαία φυσιογνωμία ο μάρτυς Γρηγόριος Ε΄, που ήταν ενήμερος της επαναστατικής κινήσεως από τον καιρό που ήταν αυτοεξόριστος στο Άγιον Όρος, όπου συζητούσε για την Φιλική Εταιρεία με τον αγωνιστή Φαρμάκη το 1818. Γνωστές ήσαν οι επαφές του με τους Φιλικούς, τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και τον Φιλικό Ιω. Παπαρρηγόπουλο. Τις κινήσεις του γνώριζε η Πύλη και τον παρακολουθούσε, ενώ η Ρωσσική Πρεσβεία του πρότεινε πριν από την έκρηξη της Επαναστάσεως να τον φυγαδεύσει. Κατηγορήθηκε ότι αφόρισε την επανάσταση του Αλεξ. Υψηλάντη, αλλ’ αυτό το έπραξε θέλοντας να προστατεύσει τους Έλληνες, ιδίως στην ΚΠολη, από τις σφαγές τις οποίες τελικώς δεν απέφυγαν με τα όσα τραγικά ακολούθησαν με την αγγελία της Επαναστάσεως στην Πελοπόννησο. Την Κυριακή του Πάσχα του 1821 απαγχονίσθηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, που από τότε παραμένει κλειστή, μαζί με τους μητροπολίτες Εφέσου Άνθιμο, Νικομηδείας Αθανάσιο, Αγχιάλου Ευγένιο. Η θυσία του είχε μεγάλη απήχηση στον επαναστατημένο ελληνικό λαό που εμπνεύστηκε από τον θάνατό του. Τις επόμενες ημέρες μαρτύρησαν και άλλοι αρχιερείς ανάμεσά τους και ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, που βρισκόταν τότε στην ΚΠολη ως συνοδικός. Την 3 Ιουνίου 1821 απαγχονίσθηκαν ο λόγιος μητροπολίτης Αδριανουπόλεως Δωρόθεος Πρώιος, ο Δέρκων, ο Μυριοφύτου, ο Γάνου και χώρας και ο Μεσημβρίας. Την 17 Απριλίου, ημέρα Κυριακή του Θωμά, απαγχονίσθηκαν στην Αδριανούπολλη ο πρώην Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος ΣΤ΄ με το μοναχικό του ένδυμα κατά διαταγήν του σουλτάνου, και ο μητροπολίτης Σωζοπόλεως Παΐσιος Πρικαίος, αδελφός του πρωτεργάτη του Αγώνα στην Σωζόπολη. Στις 7 Ιουλίου 1821 απαγχονίσθηκαν και αποκεφαλίσθηκαν ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός μαζί με τον Κιτίου Μελέτιο, τον Κυρηνείας Λαυρέντιο, τον Πάφου Χρύσανθου, τον ηγούμενο της μονής Κύκκου Ιωσήφ και άλλους κατώτερους κληρικούς. Οι απαγχονισμοί τους συνοδεύτηκαν από λεηλασίες και καταστροφές μονών, επισκοπικών μεγάρων. Τον Απρίλιο του 1821 απαγχονίσθηκαν στην Θεσσαλονίκη, μαζί με προκρίτους της πόλεως, ο επίσκοπος Κίτρους Μελέτιος, ο παπά Γιάννης του ναού του αγίου Μηνά, ενώ ο Φιλικός παπά Μαρκόπουλος, που συνελήφθη μεταφέροντας επαναστατικά έγγραφα, μαρτύρησε στην φυλακή του Λευκού Πύργου. Στην Μακεδονία οι ιεράρχες Άνθιμος Γρεβενών, Ιερόθεος Ιερισσού και Αγίου Όρους, Χρύσανθος, Σερρών, ο κατόπιν Οικουμενικός Πατριάρχης, Ιγνάτιος Αρδαμερίου με πλούσια συμβολή στον Αγώνα μετά την κάθοδό του στην Ν. Ελλάδα, ο Βενιαμίν Κοζάνης, ο Κωνστάντιος Μαρωνείας εκ των άμεσων συνεργατών του Εμμ. Παπά στην Επανάσταση της Χαλκιδικής, είχαν μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία. Άλλωστε η Φιλική Εταιρεία περιλάμβανε στην οργάνωσή της ιερείς, ποιμένες και αρχιποιμένες. Και είναι γνωστή η πληθωρική συμμετοχή σ’ όλον τον Αγώνα του Παλαιών Πατρών Γερμανού, του Μονεμβασίας Χρυσάνθου, της Χριστιανουπόλεως Γερμανού, του Παπαφλέσσα με την θυσία του στο Μανιάκι και τον ρόλο του στην όλη δράση της Φιλικής Εταιρείας με τον υπασπιστή του τον θρυλικό σημαιοφόρο του παπά Τούρτα. Την Επανάσταση στο Πήλιο οργάνωσε κατά κύριο λόγο ο αρχιμανδρίτης και λόγιος Άνθιμος Γαζής συνεπικουρούμενος από τον συνάδελφό του Γρηγόριο Κωνσταντά. Την περίοδο 1822 – 1825 διακρίθηκαν κατά ένα ή τον άλλο τρόπο ο επίσκοπος Άρτης Πορφύριος, συνεργάτης του Κολοκοτρώνη, ο πρωτοστάτης στην επανάσταση στην Εύβοια και την Κάρυστο Νεόφυτος και ο επίσκοπος Ευρίπου Γρηγόριος Αργυροκαστρίτης, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος. Από τους περισσότερον γνωστούς της περιόδου αυτής ήταν ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, υπουργός της Θρησκείας, ενώ καίριος ρόλος στην συμφιλίωση των αντιμαχομένων του εμφυλίου πολέμου ήταν αυτός των μητροπολιτών Τριπόλεως Δανιήλ και του Κορίνθου Κυρίλλου. Και στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν οι λόγιοι κληρικοί Θεόκλητος Φαρμακίδης, Θεόφιλος Καΐρης, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Άνθιμος Γαζής.

Συμπλήρωμα Α. Για τους κοτζαμπάσηδες. Πρόκειται για κοινωνικό, περισσότερο φαινόμενο που απαντάται κυρίως στην Πελοπόννησο, όπου μεγαλοκτηματίες, πιθανότατα απόγονοι γαιοκτημόνων του μεσαίωνα, κατείχαν μεγάλα κτήματα και πλούτο με τον οποίο επιβάλλονταν στους χωρικούς, ασκώντας σ’ αυτούς ποικίλες πιέσεις και δημιουργώντας με αυτούς την σχέση πάτρωνα και προστατευομένου (πελάτη). Η σχέση αυτή και η δύναμή τους, που δέχονταν ακόμη και οι Τούρκοι, τους έδινε το δικαίωμα να διαχειρίζονται ανεξέλεγκτα τις κοινότητες των Ελλήνων. Έτσι σε κάθε κοινότητα, σε κάθε τόπο υπήρχαν αυτοί οι κοτζαμπάσηδες που πολλές φορές φιλονικούσαν μεταξύ τους για τα πρωτεία, φθάνοντας μέχρι και σε αιματηρά επεισόδια, και ήσαν αυτοί αίτιοι φανατισμών, δημιουργίας κομματικών φατριών που ταλαιπώρησαν την ελληνική κοινωνία επί δεκαετίες. Είναι τα γνωστά «τζάκια». Κατά την Επανάσταση βοήθησαν όσο μπορούσαν ερχόμενοι σε συνεχείς προστριβές με τους οπλαρχηγούς. Δεν μπορούσαν, άλλωστε, να πράξουν διαφορετικά βλέποντας την εθνική βούληση και ορμή για ελευθερία. Ο αγωνιστής, και υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, Φωτάκος γράφει επιγραμματικά : «Οι κοτζαμπάσηδες ή προύχοντες δεν ήταν λαοπρόβλητοι … αλλά ένα σώμα ενωμένον διά του μεταξύ των συμφέροντος … Ούτοι ενήργουν ως υπηρέται των ορέξεων των Τούρκων, και το επάγγελμα αυτό ήτο ο πόρος της ανταλλαγής των από τα βάρη και τας φορολογίας …».

Συμπλήρωμα Β. Η άλωση της Τριπολιτζάς στις 26 Σεπτ. 1821 αποτελεί σταθμό στην επιτυχή εξέλιξη του Αγώνα, μολονότι, ομολογουμένως, αποτελεί μία μελανή σελίδα της νεοελληνικής ιστορίας, από τη γενική σφαγή σε βάρος των Τούρκων που ακολούθησε ευθύς μετά την κατάληψή της από τους Έλληνες. Μόνη δικαιολογία μπορεί να προβληθεί η μακραίωνη πολεμική παράδοση της Ανατολής με τέτοιου είδους απάνθρωπες συμπεριφορές, το αίσθημα της εκδικήσεως των σκλάβων απέναντι στους κατακτητές τους που είχαν φερθεί άδικα, είχαν σκοτώσει, είχαν ατιμάσει δικούς τους ανθρώπους. Ήταν μία ανταπόδοση που είχε φωλιάσει στις ψυχές των σκλάβων τετρακόσια ολόκληρα χρόνια, ένα δικαιολογημένο μίσος και μια απελπισία που εκφράσθηκαν με αμείλικτη σκληρότητα. Στο σημείο αυτό της απανθρωπιάς είχε καταντήσει τους σκλάβους η μακραίωνη σκλαβιά. Θα μπορούσαν να αποφευχθύν, ωστόσο, όλα αυτά αν ήταν παρών στην πολιορκία ο Δημ. Υψηλάντης, που ερχόμενος στην Τριπολιτσά μετά 3 ημέρες από την Άλωσή της διέταξε τους στρατιώτες να συμπεριφέρωνται ανθρώπινα στους Τούρκους αιχμαλώτους, γιατί έλεγε «ο πόλεμος ημών δεν γίνεται κατά των Οθωμανών, αλλά κατά της τυραννίας, και προσέθετε ότι όσα καταστρέφουν οι Έλληνες δεν είναι των Τούρκων, αλλ’ ελληνικά γιατί από τα χέρια των Ελλήνων διάτης βίας πήραν».
Η Άλωση της Τριπολιτσάς έδωσε την αφορμή να κατηγορηθούν για διαρπαγές ο Κολοκοτρώνης, η Μπουμπουλίνα, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και άλλοι, με εξαίρεση τον Νικήτα Σταματελόπουλο (Νικηταρά). Ίσως είναι αλήθεια, αλλ’ οι όποιες κατηγορίες προέρχονται από φήμες που καταγράφηκαν από ξένους (Raybaud, Striebeck). Πάντως, τα λάφυρα και ο πλούτος που έπεσαν στα χέρια των αγωνιστών όπλισαν τους Πελοποννήσιους αγωνιστές που ως τότε πολεμούσαν με δρεπάνια, αξίνες, σουγιάδες, αλλά και με αυτοπεποίθηση για την συνέχιση του Αγώνα, μαζί με την απόφασή τους να τον επεκτείνουν και εκτός Πελοποννήσου. Τα αρνητικά από την Άλωση ήταν, πλην της σκληρής συμπεριφοράς των Ελλήνων στους αμάχους, ότι στερήθηκε το δημόσιο ταμείο από ικανούς πόρους, η απογοήτευση των Φιλελλήνων από την συμπεριφορά τους αυτή.
Η Ελληνική Επανάσταση έχει να διδάξει μυριάδες σελίδες της θυσίας του ελληνικού λαού και όχι μυθεύματα, εικασίες, παραπληροφορήσεις που κακό κάμουν στον ταλαιπωρημένο, και από την σημερινή συγκυρία, λαό μας.

Συμπλήρωμα Γ. Η Αγία Λαύρα δεν έχει τίποτε να δείξει σήμερα στον επισκέπτη – προσκυνητή όπως πολλοί αγιασμένοι τόποι. Είχαν προηγηθεί πολλά γεγονότα από τις 14 Μαρτίου όταν ο παλιός κλέφτης Ν. Χριστοδούλου έριξε την πρώτη ντουφεκιά του Αγώνα, η επανάσταση στα Καλάβρυτα την 21 Μαρτίου, που είναι η πρώτη επαναστατημένη περιοχή, τα δραματικά γεγονότα στην Πάτρα, ώσπου στις 23 Μαρτίου 1821 οι πρόκριτοι που είχαν συγκεντρωθεί στην Αγία Λαύρα, μαζί με οπλαρχηγούς, ύψωσαν με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό την σημαία της Επαναστάσεως με το γνωστό «Ελευθερία ή Θάνατος». Ως εθνική εορτή καθιερώθηκε η 25η Μαρτίου καθώς συμπίπτει με την θρησκευτική γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

ΑΘ. Ε. ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗΣ, Καθηγητής του Α.Π.Θ.Α.

Το έθνος των Ρωμιών





Είναι γεγονός ότι καυχόμαστε για την ελληνική μας καταγωγή και τη σχέση μας με το Χριστό και με το Ευαγγέλιο, όχι αδίκως βέβαια, παρόλο που καμιά φορά είμαστε λίγο υπερβολικοί, όμως η ιστορία δικαιώνει το ελληνικό έθνος.
Πάρα πολλοί λαοί άκουσαν το λόγο του Ευαγγελίου, πάρα πολλοί λαοί δέχθηκαν τις επισκέψεις των Αποστόλων, προς στιγμήν έγιναν χριστιανοί, αλλά στο πέρασμα των αιώνων είτε χάθηκαν γιατί υποδουλώθηκαν από άλλους λαούς, είτε άλλαξαν θρησκεία εξολοκλήρου, είτε προσχώρησαν σε αιρέσεις και άλλες κακοδοξίες οι οποίες νόθευσαν την Αλήθεια του Ευαγγελίου. Η ελληνική φυλή, το ελληνικό γένος, οι Έλληνες, παρά τις πολλές δυσκολίες που είχαν, κράτησαν το Ευαγγέλιο, κράτησαν την πίστη στην Εκκλησία, στην Ορθοδοξία. Και όχι μόνο δεν την έχασαν αλλά κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έδωσαν το Ευαγγέλιο και σε άλλους λαούς (π.χ. Ρώσους, Βούλγαρους, Ρουμάνους, Σέρβους, Γεωργιανούς), σε όλη την ανατολική Ευρώπη. Οι βυζαντινοί Ρωμιοί προγονοί μας επέμεναν, παρόλο που η Δύση αντιδρούσε σε αυτό, ότι οι νέοι ορθόδοξοι λαοί έπρεπε να λατρεύουν το Θεό στη γλώσσα τους. Γι’ αυτό και οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος που μετέφεραν στους Σλάβους το Ευαγγέλιο έφτιαξαν αλφάβητο, ώστε να μπορούν οι άνθρωποι να έχουν δική τους γραπτή γλώσσα, να μορφώνονται, να εκπολιτίζονται και να έχουν τη δική τους συνείδηση και να λατρεύουν το Θεό στη δική τους γλώσσα. Ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε το Ευαγγέλιο από τους Έλληνες ως μέσο κατάκτησης των άλλων λαών. Αντίθετα, ήταν μια προσφορά σ’ αυτούς του φωτός του Ευαγγελίου, επ’ ελευθερία, ποτέ με τη βία. Δεν έχουμε φαινόμενα στην ορθόδοξη Εκκλησία επιβολής της Ορθοδοξίας με τη βία.
Το ερώτημα είναι, εμείς οι χριστιανοί ορθόδοξοι, πώς μπορούμε να ταυτίσουμε την αγάπη προς την πατρίδα μας σε συνδυασμό με την ορθόδοξη πίστη μας;
Ως Έλληνες και ως ορθόδοξοι, καυχόμαστε ότι μέχρι σήμερα βαστάζουμε την ορθόδοξη πίστη μας απαρασάλευτη και απαραχάρακτη και μαζί με αυτήν έχουμε την ευλογία να βαστάζουμε το σταυρό, τον ευλογημένο σταυρό της ελληνικής φυλής μέσα στον κόσμο, που κουβάλησε όλη αυτή την ένδοξή μας ιστορία. Το ελληνικό γένος, έχοντας πανάρχαιες ρίζες μέσα στην ιστορία, έφτασε σε τόσο μεγάλα μέτρα γνώσεως της ανθρώπινης σοφίας και ελευθερίας, έφθασε σε τόσο υψηλά επίπεδα φιλοσοφικών πτήσεων και αποκαλύψεων ώστε να θεωρείται πρόδρομος του χριστιανισμού.
Νομίζω ότι το να είναι κανείς Έλληνας, το να είναι κανείς Ρωμιός, δεν είναι υπερηφάνεια αλλά είναι σταυρός και μόνο σαν σταυρό και σαν διακόνημα μπορούμε να το κρατήσουμε σήμερα. Είμαστε Έλληνες, έχουμε μια ιστορία, όπως ο κάθε λαός και αναγνωρίζουμε σε κάθε άνθρωπο αυτό το δικαίωμα να καυχάται για την ιστορία του, για τους προγόνους του. Καυχόμαστε σαν Έλληνες όχι γιατί λατρεύαμε τους ψεύτικους θεούς του Ολύμπου, αλλά καυχόμαστε γιατί είμαστε ένας λαός με φιλοσοφικές αναζητήσεις, καυχόμαστε γιατί είμαστε ένας λαός που γέννησε τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία.
Οι εθνικές γιορτές είναι βέβαια γιορτές μυήσεως στο νόημα, αλλά είναι και κρίση της ίδιας της ζωής μας. Και πρέπει να υφιστάμεθα αυτή την κρίση γιατί διαφορετικά θα μας κρίνει η ιστορία ως ανθρώπους που δεν διδαχτήκαμε ποτέ από την ίδια την ιστορία και τη πορεία μας.
Η ιστορία οφείλει να μας διδάξει και εμείς αν είμαστε άξιοι των προγόνων μας, πραγματικά παιδιά τους, τότε πρέπει να μάθουμε να διδασκόμαστε, γιατί έχουμε τη βαρύτατη αυτή κληρονομιά να είμαστε Έλληνες. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε μια ιστορία ένδοξη σε πολέμους και σε αγώνες. Οι Έλληνες κρατούσαν τη σημαία τους, για να δείξουν ότι αγωνίζονται όπως έλεγαν «υπέρ βωμών και εστιών», για να δείξουν ότι αγωνίζονται για συγκεκριμένα ιδανικά, ήσαν ιδεολόγοι, δεν ήσαν πολεμιστές με την πραγματική σημασία της λέξεως, αλλά γίνονταν πολεμιστές όταν η ανάγκη τους καλούσε και ήταν πράγματι αυτή η ανάγκη αδήριτη, για να φυλάξουν την πίστη τους και την πατρίδα τους.
Σήμερα, αδελφοί μου, καλούμαστε να κρατήσουμε αυτή την πατρίδα μέσα στα περιθώρια που οι ήρωες μας την παρέδωσαν και όπως αυτοί βάδισαν το δρόμο τους με σύνεση πολλή, με σοφία πολλή, με υπομονή πολλή.
Οι ήρωές μας ήταν παιδιά, ήταν άνθρωποι του τόπου που βγήκαν μέσα από το καλύτερο λίκνο, το λίκνο της Εκκλησίας και πραγματικά στέκει κανείς μπροστά τους με μεγάλο θαυμασμό και με μεγάλη συγκίνηση, γιατί διαβάζει κανείς για τη ζωή τους, διαβάζει κανείς τις επιστολές τους, διαβάζει αυτά τα οποία έγραψαν και όχι απλώς συγκινείται συναισθηματικά αλλά τα κείμενα αυτών των ανθρώπων, αυτές οι επιστολές των ηρώων του ΄55-΄59 μας θυμίζουν συναξάρια, μας θυμίζουν λόγια νεομαρτύρων, μας θυμίζουν τις επιστολές των μαρτύρων της πίστεως, τις επιστολές και τα γραπτά των νεομαρτύρων της τουρκικής κατοχής στον ελληνικό χώρο. Δεν διαφέρει καθόλου το ήθος τους από το ήθος των μαρτύρων της πίστεως και των μαρτύρων της πατρίδας. Διαβάζει κανείς τις επιστολές εκείνες και βλέπει που έστεκαν αυτοί οι άνθρωποι και βλέπει τι ήθελαν σε αυτό τον τόπο. Δεν βλέπεις ίχνος μισαλλοδοξίας, δεν βλέπεις ίχνος τρομοκρατίας, κι ας τους κατηγορούσαν τότε ότι ήταν τρομοκράτες. Διαβάζει κανείς τις επιστολές τους και βλέπει ένα ιλαρό φως, το φως της πίστεως το οποίο τους οδηγούσε στην αγάπη της πατρίδας τους, τους οδηγούσε στην αγάπη της ελευθερίας αλλά δεν τους οδηγούσε ποτέ στο μίσος ακόμα και αυτών που τους είχαν κατακτήσει. Και αν χρειάστηκε να κάνουν πόλεμο και να κάνουν επανάσταση, αυτό ήταν γιατί με τα δεδομένα της εποχής και της ώρας εκείνης ήταν μια ανάγκη και δεν μπορούσαν να κάμουν διαφορετικά.
Μέσα στις επιστολές των μαρτύρων και των ηρώων βλέπει κανείς το Θεό, την αγάπη του Χριστού να βασιλεύει, που τους έδωσε τη δυνατότητα να νικήσουν το θάνατο, να υπερβούν το θάνατο, που αισθάνονταν τη ψυχή τους να φτερουγίζει γύρω από το θρόνο του Θεού, τί άλλο είναι παρά τα ίδια βιώματα των μαρτύρων της πίστεως; Δεν είναι αυτά οι επισκέψεις της χάριτος του Θεού οι οποίες παρηγορούσαν τις ψυχές των ανθρώπων που βρισκόντουσαν μόνο λίγο προ του θανάτου; Ταυτόχρονα, βλέπει κανείς την πίστη τους και την αγάπη τους προς την Ελλάδα. Την Ελλάδα όχι ως γεωγραφικό χώρο μόνο, αλλά την Ελλάδα ως την κοιτίδα του πολιτισμού, τη μητέρα της φιλοσοφίας, τη μητέρα της Ρωμιοσύνης.
Οφείλουμε λοιπόν να μαθαίνουμε μέσα από την ιστορία μας, να διδασκόμαστε. Οφείλουμε να οδηγηθούμε μπροστά στα διάφορα γεγονότα της ιστορίας μας και να κρίνουμε τον εαυτό μας, σιωπώντας και περιορίζοντας τα λόγια μας και την εξωστρέφειά μας και να αφήσουμε να μας δείξουν όλοι αυτοί οι μάρτυρες της πατρίδας το δικό τους φρόνημα και να μας μιλήσουν για την ιστορία μας, να μας μιλήσουν για την πατρίδα μας, να μας μιλήσουν για την παράδοσή μας, να μας δείξουν από ποιό δέντρο καταγόμαστε κι ακόμα, να έχουμε το θάρρος να δούμε που είμαστε εμείς σήμερα.
Πρέπει να έχουμε το θάρρος να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας και να πούμε τη μεγάλη αλήθεια, ότι αυτός ο τόπος, εάν θέλει να ζήσει πρέπει να γίνει ελληνικός τόπος κατά κυριολεξία. Ο άνθρωπος πρέπει να τύχει παιδείας, παιδείας φιλοσοφικής, παιδείας πνευματικής, παιδείας ρωμαίικης, με ρωμιοσύνη που σημαίνει ότι θα απολαύσει όλη αυτή την ιστορία της παραδόσεώς μας. Ούτε αρχαιολάτρες είμαστε αλλά ούτε και βυζαντινόπληκτοι είμαστε. Ξέρουμε ότι ο τόπος ζύμωσε την αρχαία φιλοσοφία και παράδοση με την ορθοδοξία. Και ορθόδοξος σημαίνει ελεύθερος. Ορθόδοξος και Ρωμιός σημαίνει άνθρωπος χωρίς παρωπίδες, σημαίνει άνθρωπος ο οποίος αγαπά τον άλλο και δεν φοβάται τον άλλο άνθρωπο, γιατί έχει αρχοντιά, γιατί δεν είναι κομπλεξικός, γιατί δεν αισθάνεται μειονεκτικά μπροστά σε κανένα, γιατί είναι περήφανος γι’ αυτό που είναι και αυτή η περηφάνια δεν είναι αλαζονεία αλλά είναι το «γνώθι σ’ αυτόν» των αρχαίων Ελλήνων· είναι αυτή η γνώση της βαρύτατης κληρονομιάς την οποία κουβαλούμε πάνω μας. Αυτή η ρωμαίικη υπερηφάνεια μπορεί να υπηρετήσει και όχι να υπηρετείται, μπορεί να σταθεί και να αγκαλιάσει τον κόσμο όλο και να γίνει διάκονος της ανθρωπότητας.
Εμείς σαν Ρωμιοί πάντοτε είχαμε τη μεγάλη υπομονή η οποία ήταν γέννημα της πίστεως, Και ο πιστός άνθρωπος βλέπει πίσω από τά φαινόμενα, πέραν των φαινομενικών πραγμάτων. Δεν μας ενδιαφέρει εμάς αν μας μισούν ή όχι οι Τούρκοι. Ο Θεός τι θα πει στο τέλος. Δεν θα γίνει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από όσα ο Θεός θα επιτρέψει. Πρέπει να μάθουμε να έχουμε τελεία εμπιστοσύνη στο Θεό. Εάν ελπίζεις στο Θεό και πιστεύεις ότι ο Θεός είναι Πατέρας σου, τότε λοιπόν γιατί φοβάσαι;
Ας ανοίξουμε το δρόμο στην αληθινή παιδεία· να φτιάξουμε πρώτα ανθρώπους ελεύθερους και αν φτιάξεις ανθρώπους ελεύθερους, τότε θα αποκτήσεις και πατρίδα ελεύθερη. Αν έχεις ανθρώπους δούλους, τότε και η ελεύθερη πατρίδα θα γίνει δούλη. Ο άνθρωπος είναι αυτός που ελευθερώνεται πρώτα και ύστερα ελευθερώνει και γεωγραφικά το τόπο του. Αν ενδιατρίψουμε στην ιστορία μας, αν γνωρίσουμε την παράδοσή μας, αν ασκήσουμε καλόβουλη και θετική κριτική στις παρελθούσες πράξεις και ενέργειές μας, αν είμαστε έντιμοι, ανυστερόβουλοι και ειλικρινείς, τότε θα ανακαλύψουμε ότι ο τόπος γεννά ήρωες, ο τόπος γεννά μάρτυρες, ο τόπος γεννά ηγέτες, όπως τους ηγέτες οι οποίοι σήκωσαν τον τόπο αυτό και έδωσαν την ανάσταση στη πατρίδα μας και στη φυλή μας. Αυτό είναι το μήνυμα της Ρωμιοσύνης, του πόνου και της αγάπης για τη πατρίδα μας.

(Περιοδικό «ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ» της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, τεύχος 13/2008)
Από τον τόμο: «Ελληνορθόξη Πορεία», Ανθολόγιο κειμένων, Αθήνα 2008.

01 Μαρτίου 2011

Ma liberté


Έλεγες τ'όνομά μου μέσα στην έκσταση του πόθου
κι εγώ ριγούσα κι ανατρίχιαζα...
''Ελευθερία,αγάπη μου''...
κι εγώ πέθαινα σε κάθε συλλαβή σου !!!
Η ανάσες μας καυτές,όπως και τα κορμιά μας...
''Νεράιδα μου''ψιθύρισες κι έκλαψα...
Ναι,με άγγιξες και σ'άγγιξα
εκεί που μόνο ένας θεός μπορεί να ξαποστάσει...
Όσο κι αν θές να τ'αρνηθείς
πολλές φορές γίναμε ''ένα''...
Έλεγες τ'όνομά μου και της φωνής σου η ηχώ
τρυπάει τα σωθικά μου...