11 Απριλίου 2011

Το Ράσο στην Επανάσταση του ΄21


 Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ράσου στον πανεθνικό Αγώνα του ΄21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος. Αντίθετα, σχετιζόταν, άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστασή του.
Ας θυμηθούμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της «περιορισμένης συνεργασίας» με τον κατακτητή. Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και εύκλειά της. Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: «αυτό μια μέρα θα γίνει ρωμαίίκο». 
Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο «Θούριό» του: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή, για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί».

Μετά το κίνημα του Αλ. Υψηλάντη
θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος –οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας1. Από τη μεγαλοϊδεατική ιδεολογία του Γένους θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνικοτήτων-καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως, στοχεύοντας όχι πια στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα «στριμωχνόταν» κυριολεκτικά (πρβλ. το 1922) το Ελληνικό Έθνος. Αυτό το πέρασμα από τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελληνικό κράτος ισοδυναμούσε με θάψιμο της Ρωμηοσύνης. Έτσι ο αγώνας του ΄21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας.

Στις ευρωπαϊκές αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θα έχει πια ρωμαίικο-οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά στενά εθνικό και κατ΄ουσίαν «αρχαιοελληνικό». Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού Θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά και εναντίον της Ρωμαίικης Εθναρχίας, ως συνέχειας της «Ρωμαϊκής Βασιλείας» των «Βυζαντινών»2. Το πραξικοπηματικό Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτή επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.

Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου-και μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου-στον Αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πια φανερό ότι ο Αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικό χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατά του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών3. Η συμμετοχή δε αυτή ομολογείται από εκείνους, που την έζησαν σ΄όλη τη διάρκεια του Αγώνα και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν.

«Πλησίον εις τον Ιερέα- έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης-ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι».4

Ο ιστορικός του 19ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειώνει: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επαναστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας5.

Ο εθνικός ιστορικός μας Κ. Παπαρρηγόπουλος ομολογεί: «…Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς όμως εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησεν περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν»6 .

Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ. Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ι. Συκουτρής, ο Κ. Βοβολίνης, ο Ν. Τωμαδάκης, ο Απ. Βακαλόπουλος κ.ά.7

Υπάρχουν βέβαια, και επικριτές του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν ή και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος (ιστορικός μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ΄όχι ιστορικός) ο Γ. Καρανικόλας ( δημοσιογράφος, όχι ιστορικός)8 κ.ά. Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στερεότυπα από άλλους λιγότερο σημαντικούς και άσχετους με την ιστορική έρευνα. Αρκεί να μελετήσει κανείς το «ΔΕΛΤΙΟΝ» της Ο.Λ.Μ.Ε. 9, για να διαπιστώσει πως αυτούσιες οι ιδεολογικές αυτές ερμηνείες για το ΄21 περνούν στο χώρο της παιδείας. Το πραγματικά όμως ανέντιμο είναι, ότι στη μάχη της Αλαμάνας επαινείται μεν ο Αθανάσιος Διάκος, ως «κατώτερος» κληρικός, όχι όμως και ο οργανωτής και αρχηγός του ελληνικού σώματος Μητροπολίτης Σαλώνων Ησαΐας πού έπεσε ηρωικά στη μάχη μαζί με τον αδελφό του παπα-Γιάννη, έγγαμο και πατέρα πολλών τέκνων.

Αλλά πρέπει να πολεμούνται οι «δεσποτάδες»! Το τραγικά απελπιστικό δε είναι, ότι πολλές από τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πια ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε οι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται «παλαιομοδίτες» στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστές ιστορικοί, έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτική μέθοδο του Γ. Κορδάτου και απομακρυνθεί από την ιδεολογική προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμική θεωρία του «λαϊκισμού» (π.χ. Λέων. Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρούσος δέχεται την επανάσταση του ΄21 ως εθνικοαπελευθερωτική και ομολογεί: «Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα». Ανάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λεων. Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδου-Μπιμπίκου κ.ά.10

Η επικρατούσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι,
ότι η Επανάσταση του ΄21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, με κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά μία, στην οποία έλαβαν μέρος οι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μία με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει όμως τελείως η ιδεολογική προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνατότητα ιστορικής-επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας.

Ένα από τα επισημότερα θύματα της παρατεινόμενης αυτής ιδεολογικής αδιαλλαξίας είναι ο Μέγας Οικουμενικός Πατριάρχης του Αγώνα, Άγιος Γρηγόριος Ε΄11. Η ερμηνεία της στάσης του στον Αγώνα απαιτεί επαρκή γνώση της εποχής (ιστορικά, κοινωνιολογικά, πολιτικά, διπλωματικά) και τη χρήση ορθών κριτηρίων, συγχρόνων δηλαδή και όχι σημερινών (ιστορικός αναχρονισμός). Ο σοφός εκείνος Γενάρχης, πώς ήταν δυνατόν να παραβλέψει τους αρνητικούς παράγοντες, που απειλούσαν κάθε επαναστατική σκέψη (Ιερά Συμμαχία, Τσάρος, προηγούμενες οικτρές αποτυχίες, π.χ. 1790); Γιατί να απαιτεί κανείς λιγότερη σύνεση από εκείνη του Κοραή και του Καποδίστρια, πού ήσαν τελείως αρνητικοί στα σχέδια εξεγέρσεως; Και όμως, σε καμία παρακωλυτική ή αποτρεπτική ενέργεια δεν προέβη, η δε αλληλογραφία του είναι σαφώς θετική και φανερώνει την εσωτερική συμμετοχή του στα σχέδια της Φιλικής12. Θα ερωτήσει, βέβαια, κανείς: και ο περιβόητος αφορισμός του κινήματος Υψηλάντου-Σούτσου; Δεν εν είναι σαφής αντίδραση του Γρηγορίου; Έτσι άλλωστε ερμηνεύεται ως σήμερα από την αρνητική κριτική. Μπορεί όμως να «ερμηνευθεί» ο αφορισμός χωρίς να ληφθεί υπόψη το κλίμα, μέσα στο οποίο έγινε; Και ποιο ήταν το κλίμα αυτό; - Έκρηξη της οργής του Σουλτάνου (απόλυτου κυρίου πάνω σε κάθε υπήκοο)-Άμεσος κίνδυνος γενικής σφαγής των Ρωμηών (ομολογία εκθέσεων των Ξένων της Κων/πόλεως)13. Απερίγραπτες θηριωδίες, που προοιώνιζαν τη συνέχεια-Παύση από τον Σουλτάνο δύο Μ. Βεζίρηδων, με την κατηγορία της επιεικούς στάσεως έναντι των Ρωμηών-Απαγχονισμός του Σειχουλισλάμη (Θρησκευτικού αρχηγού), κατηγορουμένου για απείθεια (δεν εξέδωσε φετφά για την σφαγή και εξόντωση των Ρωμηών)14-Εκτελέσεις Φαναριωτών ( Μουζούρηδων και Μητροπολιτών) κλ.π.

Ποιος μπορεί μετά από όλα αυτά να αρνηθεί, ότι ο αφορισμός ήταν πράξη ανάγκης και «στάχτη στα μάτια του Σουλτάνου»; (Νικοπόλεως Μελέτιος).
Αυτή ακριβώς ήταν και η ερμηνεία του άμεσα θιγομένου από τον αφορισμό, Αλ. Υψηλάντη: «Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπό της Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικά και Εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου»15. Μόνο, λοιπόν, μετά από την γνώση όλων αυτών μπορεί να εκτιμηθεί σωστά και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου. Ο πρώτος Πατριάρχης της Ρωμηοσύνης εκτελέσθηκε ως «προδότης» του Σουλτάνου και όχι των Ρωμηών16 . Και εύλογα, αφού τυπικά ήταν ο δεύτερος μετά τον Σουλτάνο αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ενώ δε ο αφορισμός δεν είχε καμιά αρνητικά απήχηση στον Εθνικό Αγώνα, αφού ήταν γνωστή η προέλευσή του, το «σχοινί του Πατριάρχη» ανέπτυξε μίαν ευεργετική δυναμική, διότι έγινε κινητήρια δύναμη στο αγωνιζόμενο ΄Εθνος.

Η ιδεολογικοποιημένη ερμηνεία δεν αφήνει όμως άθικτους και τους άλλους Αρχιερείς. Θέλοντας να μειώσουν τη διακεκριμένη συμμετοχή αρχιερέων, όπως λ.χ. ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ή ο Σαλώνων Ησαΐας μιλούν για «εκατοντάδες αρχιερέων» (Σκαρίμπας), η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων (δήθεν) απέσχε και υπονόμευσε τον Αγώνα17. Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;

Οι Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου δεν ξεπερνούσαν τους 200, στις 171 συνολικά επαρχίες του. Ο αριθμός δε αυτός περιλαμβάνει και τους Αρχιερείς των άλλων ρωμαίικων Πατριαρχείων, που ήταν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας18 . Ο Σπ. Τρικούπης, Θ. Φαρμακίδης κ.ά. δέχονται τον αριθμό 180, οι δε τιτουλάριοι Αρχιερείς δεν υπερέβαιναν τους 2019 . Ποια ήταν, λοιπόν η συμμετοχή αυτών των Αρχιερέων στη Φιλική Εταιρεία; 20

Παρά τον αστικό χαρακτήρα της Φιλικής, οι πρωτεργάτες της δεν είχαν δυτική αντιφεουδαρχική συνείδηση, διότι στην «καθ’ημάς Ανατολήν» δεν υπήρχε φεουδαρχία φραγκικού τύπου (φυσική αριστοκρατία).

Γι’αυτό ενώ στη Δύση ο Κλήρος, και μάλιστα οι Επίσκοποι, εθεωρούντο προέκταση της τάξεως των Ευγενών, η Φιλική στράφηκε εδώ στον Κλήρο και μάλιστα στις κεφαλές του. Αυτό επιβεβαιώνει και ο Κορδάτος: «Οι Φιλικοί (…) επεδίωξαν να δώσουν χαρακτήρα πανεθνικόν εις την ωργανωμένην επανάστασιν και δι΄αυτό προσηλύτισαν και μερικούς Φαναριώτας και ανωτέρους Κληρικούς»21. Το επίθετο («μερικούς») απορρέει από το ιδεολογικό πρίσμα του Κορδάτου και δεν ανταποκρίνεται στο ελάχιστο στα πράγματα.

Από το 1818 μυήθηκαν στην Φιλική Εταιρεία όλοι σχεδόν οι αρχιερείς της Πελοποννήσου22, κάτι που αναγκάζεται να το παραδεχθεί ο αγαθότερος Σκαρίμπας: «Η Φιλική Εταιρεία (…) στο κόλπο είχε μυήσει όλους σχεδόν τους Παλαιοελλαδίτες κοτσαμπάσηδες και προπαντός τους δεσποτάδες»23. Η αλήθεια είναι, ότι ως Ρωμηοί οι ηγέτες της Φιλικής γνώριζαν την επιρροή των Αρχιερέων στο λαό. Μέσα στα έτη 1818-21 όλοι σχεδόν οι Αρχιερείς έγιναν μέλη της Φιλικής. Μαρτυρίες αδιαμφισβήτητες καλύπτουν 81 περιπτώσεις. Για έναν αριθμό απουσιάζουν μαρτυρίες, χωρίς όμως να μπορεί να υποστηριχθεί, ότι δεν είχαν μυηθεί και εκείνοι. Απουσιάζει όμως και κάθε μαρτυρία για προβολή αρνήσεως ή για υπονόμευση του έργου της Εταιρείας. Οι περισσότεροι ιστορικοί δέχονται, ότι οι Αρχιερείς υπήρξαν η σπονδυλική στήλη της Φιλικής και ο κύριος παράγων του έργου της, λόγω του υψηλού κύρους τους στο Λαό24 . Αν οι Αρχιερείς εξ άλλου δεν περιέβαλλαν με την αγάπη τους το έργο της Φιλικής, πολλά πράγματα μπορούσαν να ανατραπούν. Μία αναφορά, τέλος, στην ποσοστιαία σύνθεση της Φιλικής δίνει τα στοιχεία: Κληρικοί 9,5%, Αγρότες 6% και Πρόκριτοι 11,7%25 .

Ιδιαίτερα από την περιοχή της Ελλάδος αναφέρονται επώνυμα στις πηγές 73 αρχιερείς, που έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα. Σαρανταδύο Αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κλπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε΄, Κύριλλος ΣΤ΄) και 45 Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθησαν ή έπεσαν σε μάχες. Κατά τον Γάλλο Πρόξενο Πουκεβίλ οι κληρικοί-θύματα του Αγώνα ανέρχονται συνολικά σε 6.00026 .

Υπάρχει όμως και το «εξ αντιθέτου» επιχείρημα. Η μαρτυρία των Τούρκων Ιστορικών για τη δράση του ελληνορθοδόξου Κλήρου στον Αγώνα του ΄2127. Έτσι ο Μώραλη Μελίκ Μπέη δέχεται ότι «τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν οι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων, οι έμποροι, οι πρόκριτοι, και κυρίως οι μητροπολίται και γενικώς οι ανήκοντες εις τον κλήρον, δηλαδή οι πραγματικοί ηγέται του Έθνους»28 Ο δε Ζανί Ζαντέ σημειώνει: «Τα σχέδια ετηρούντο μυστικά μεταξύ του Πατριάρχου των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων»29 .

Δια να κλείσουμε το θέμα αυτό, θα προσθέσουμε, ότι ενίοτε τον 19ο αιώνα εγείρονταν αντιδράσεις όχι για την μη συμμετοχή των Κληρικών μας στον απελευθερωτικό Αγώνα, αλλά αντίθετα για τη συμμετοχή τους σ΄ αυτόν.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κεφαλλονίτη κοσμοκαλόγηρου και ησυχαστή Κοσμά Φλαμιάτου (1786-1852)30.Κατά τον Φλαμιάτο η Αγγλία εκμεταλλεύθηκε τον Αγώνα του ΄21. Με την εμπλοκή του Κλήρου σ΄αυτόν επεδίωξε «ίνα διεγείρη την παγκόσμιον, ει δυνατόν, περιφρόνησιν, μίσος, αποστροφήν και συνωμοσίαν κατά του Κλήρου, τόσον την εκ των Αρχών, όσον και την εκ του λαού. Δι’αυτόν τον σκοπόν προς τοις άλλοις εκίνησεν εμμέσως εις τους αρχηγούς της Φιλικής Εταιρείας και εισήχθησαν εν αυτώ ο Οικουμενικός Πατριάρχης, πολλοί Επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής, και εφάνησαν τινες εξ αυτών οπλοφορούντες εις το στάδιον του κατά των Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, αλλόκοτον και αποτρόπαιον, εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν…»31

Δεν θα ασχοληθούμε με την ορθότητα ή όχι των κρίσεων του Φλαμιάτου, που έχει το δικό του πρίσμα θεωρήσεως.

Το σκανδαλιστικό για ησυχαστές σαν τον Φλαμιάτο είναι η συμμετοχή του Κλήρου στις πολεμικές επιχειρήσεις (« οπλοφορία») και σε μία συνωμοτική Εταιρεία, όπως η Φιλική. Την τελευταία θεωρεί κατευθυνόμενη «εμμέσως» από την Αγγλία. Μάλλον, συνεπώς, αυτό προσκρούει στη συνείδησή του, ότι δηλαδή η Επανάσταση εξυπηρετούσε τους σκοπούς της Δύσεως. Σ΄αυτό ακριβώς, πιστεύουμε, έγκειται η αντίθεσή του. Ότι ο Κλήρος της Ελλάδος, εν αγνοία του, εξυπηρέτησε σκοπούς αλλοτρίους και όχι τα όνειρα της Ρωμηοσύνης. Ο Φλαμιάτος γράφει στη δεκαετία του 1840, όταν πολλά πια έχουν αποσαφηνισθεί. Σημαντικό όμως είναι ότι θεωρεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, σ΄αντίθεση με τους σημερινούς επικριτές του. Για τους παραδοσιακούς ορθοδόξους όμως αυτό ήταν το σκάνδαλο και όχι το αντίθετο. Ο Γενάρχης της Ρωμηοσύνης να υποθάλπει κινήσεις, που στρέφονταν εναντίον της… Γι΄αυτό μιλήσαμε για «θυσία» και «αυθυπέρβαση» του Ράσου. Η εθναρχική πολιτική εγκαταλείφθηκε για χάρη της ελευθερίας της Ελλάδος32. Ο Όθωνας στα 1833 θα πάρει για τους Έλληνες, πολιτικά και εκκλησιαστικά, τη θέση του Εθνάρχη Οικουμενικού Πατριάρχη. Η αγανάκτηση του Φλαμιάτου εστιάζεται, ακριβώς, στη αντίθετη κατεύθυνση από τις αιτιάσεις των επικριτών του Κλήρου. Το Ράσο θυσίασε τα πάντα για την Ελλάδα και την εθνική αποκατάστασή της.

Συμπερασματικά:

Η συμμετοχή του Ράσου στους εθνικούς μας αγώνες δεν είναι ασφαλώς, ο μοναδικός λόγος της παρουσίας του Κλήρου στην κοινωνία μας. Κύρια αποστολή του Ράσου είναι το έργο του ιατρού στο «Πνευματικόν Ιατρείον» της Εκκλησίας για την πνευματική και υπαρκτική αποκατάσταση του ανθρώπου μέσα στο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να θεωρείται ως ένας συμβατικός θεσμός, κοινωνικού χαρακτήρα, μέσα στον υπόλοιπο κρατικό και εθνικό βίο, με σκοπό να σώζει απλώς την ιστορική διάσταση.

Εν τούτοις η Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα η Ελλαδική, πρωτοστατεί σ΄όλους τους απελευθερωτικούς μας αγώνες.

Γιατί; Διότι τούτο απορρέει από την πίστη της για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Η Ορθοδοξία βλέπει την ελευθερία ως το φυσικό κλίμα αναπτύξεως και πραγματώσεως του ανθρωπίνου προσώπου. Πραγματική δε ελευθερία είναι η δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό και τους συνανθρώπους του, σε βαθμό γνησιότητας, πληρότητας και αυθεντικότητας έξω δηλαδή από κάθε αναγκαστικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία εντάσσεται στα πλαίσια του θελήματος του Θεού και είναι (και ως εθνική-κοινωνική) έννοια καθαρά θεολογική-εκκλησιαστική33 .

Ο Ορθόδοξος Κλήρος δεν μπορεί να μη συμμετάσχει στους εθνικούς-απελευθερωτικούς μας αγώνες, διότι το έργο του και στην περίοδο της ειρήνης είναι απελευθερωτικό.

Αγώνας για την καταξίωση του Ρωμηού, ως απελευθέρωση από τα δεσμά της εσωτερικής δουλείας, της αμαρτίας34. Η εσωτερική δε δουλεία κατά κύριο λόγο επιφέρει και την εξωτερική. Διότι δουλεία δεν είναι, κυρίως η αναγκαστική υποταγή, αλλά η εσωτερική υποταγή και ταύτιση με τον κατακτητή, η νέκρωση του πνεύματος αντιστάσεως και του ψυχικού δυναμισμού. Γι΄αυτό και πιστεύουμε, ότι η σημαντικότερη προσφορά του Ράσου στο Έθνος μας δεν ήταν τόσο η συμμετοχή του Κλήρου στις ένοπλες εξεγέρσεις και συγκρούσεις, όσο η συμβολή του Ράσου στη συντήρηση του ελληνορθόδοξου φρονήματος του Γένους και της αγάπης του προς την ελευθερία.

Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν θα μπορούσε να υπάρξει Εικοσιένα.

________________________________________
1 Βλ. το κεφάλαιο «Το ανολοκλήρωτο ΄21» του Γ.Δ.Μεταλληνού, ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ, Αθήνα 2001, σ. 191 ε.ε.
2 Βλ. τη σπουδαία ανάλυση του καθηγ. π. Ιωάννου Ρωμανίδου, στο έργο του. Το προπατορικόν αμάρτημα, Αθήνα 1989, σ. ιδ΄ε.ε.
3 Ph. Sherrard, Δοκίμια για τον Νέο Ελληνισμό, Αθήνα 1971, σ. 296 ε.
4 Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων ελληνικής φυλής. Εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, σ. 29
5 Χρ. Βυζαντίου, Ιστορία τακτικού στρατού, σ. 265. Βλ. στου Π.Γεωργαντζή. Οι Αρχιερείς και το Εικοσιένα, Ξάνθη 1985, σ. 189.
6 Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. 7, Αθήναι 1925, σ. 216/17.
7 Παραθέματα βλ. στου Π.Γεωργαντζή οπ. π. σ. 190 ε.ε. Πβρλ. σ. 248 ε.ε. «Διακηρύξεις εθνοσυνελεύσεων», «κρίσεις συγχρόνων με την Επανάσταση ιστορικών».
8 Παραθέματα σχετικά βλ. στου Π. Γεωργαντζή, όπ. π.σ. 197 ε.ε. και 234 ε.ε. Για να γίνει συνειδητή η φθορά εκ μέρους του δυτικού διαφωτισμού, αρκεί να σημειώσουμε, ότι μεταξύ των επικριτών του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄ δεν είναι μόνο μαρξιστές, αλλά και ο χριστιανός καθηγητη. Αλεξ. Τσιριντάνης. Στο ίδιο, σ. 198-99: Το Οικουμ. Πατριαρχείο «δεν ήθελε την Επανάσταση και ο Πατριάρχης την αφώρισε. Βρέθηκαν μερικοί να πουν πως τάχα ο τρομερός αφορισμός ήλθε και στον Μωριά και ήθελε να δέσει τα χέρια του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Θα μπορούσε βέβαια, ο Πατριάρχης να είχε κατά κάποιο τρόπο διαμηνύσει στο λαό, να μη πάρουν στα σοβαρά τον αφορισμό. Τέτοιο πράγμα όμως δεν έγινε, γιατί απλούστατα ο αφορισμός ήταν αληθινός και «σπουδαίος». Έγινε στα σοβαρά, σοβαρώτατα». (Βλ. Αλεξ. Τσιριντάνη. Το Εικοσιένα, στο περιοδ. ΣΥΖΗΤΗΣΗ, τεύχος 195, Ιανουαρ. 1977, σ. 2) Το κείμενο του καθηγητή Τσιριντάνη, αποδεικνύει, ότι η «παρερμηνεία» δεν είναι προνόμιο «αντορθοδόξων» και «ανθελληνικών» ιδεολογιών. Το τραγικό όμως στην περίπτωση, και σκανδαλώδες συνάμα για σοβαρό και ανεγνωρισμένο επιστήμονα, είναι όχι μόνο ή απουσία γνώσεως αλλά και ενδιαφέροντος (στα 1977!) για γνώση της σχετικής με το θέμα βιβλιογραφίας που δίνει απάντηση στα μετέωρα ερωτήματά του. Από πλευράς δε στενά επιστημολογικής διερωτάται κανείς, αν ο επιστήμων δικαιούται να αδιαφορεί για το λόγο των ειδικών στην έρευνα. Και μία αφελής απορία: Και αν ακόμα ο άγιος Πατριάρχης είχε «διαμηνύσει στο λαό…κλπ» (και είχε πράγματι «διαμηνύσει» βλ. Ι.Μ.Χατζηφώτη, ο Γρηγόριος ο Ε΄ μέσα από τα έγγραφα και τις πηγές του αγώνα, Αθήνα 1988, σ. 21 ε.ε.) πού θα το εύρισκε ο Αλ. Τσιριτντάνης; τοιχοκολλημένο σε κάποια δημόσια πλατεία; Καλά έλεγε ο μακαρίτης και «άθεος» Γιάννης Σκαρίμπας, «από την ψώρα του Κοραή δεν απαλλάχθηκε ακόμα το Έθνος»…
9 Βλ. το τεύχος Μαρτίου 1983, έτ. 34/τεύχος 556, σ. 3: «Οι κοτσαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος στη πλειοψηφία τους είτε σύρθηκαν στην επανάσταση, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά μπροστά στο γενικό ξεσηκωμό, είτε προσχώρησαν υστερόβουλα αποβλέποντας σε μία νέα μορφή κυριαρχίας πάνω στον επαναστατημένο λαό (…) Ο ανώτερος κλήρος, με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις, πολέμησε την επανάσταση με τα μέσα που διέθετε και με επικεφαλής τους Πατριάρχες των αφορισμών (Γρηγόριο Ε΄ Πολύκαρπο Ιεροσολύμων) Προβλ. Π.Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 201. Αυτό που έχει σημασία είναι, ότι το πνεύμα του «λαϊκισμού» εμποδίζει το κείμενο να λάβει υπόψη τις περιπτώσεις που αρχηγοί, όπως ο Κολοκοτρώνης, με την απειλή των όπλων κράτησαν τμήματα του λαού στις μάχες, εμποδίζοντας την λιποταξία τους. Έτσι καταντά η ερμηνεία μονομερής και ιδεολογική.
10 Βλ. στου Π. Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 238. ε.
11 Τις νεώτερες μελέτες για το πρόσωπο βλ. στη Βιβλιογραφία.
12 Βλ. Ι.Μ.Χατζηφώτη, όπ. π.
13 Βλ. Γεωργίου Θ.Ζώρα. Ο απαγχονισμός του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄εις την έκθεσιν του Ολλανδού Επιτετραμμένου Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1976, σ. 4 ε.
14 Μπορεί να αποκληθεί πρώτος μάρτυρας του Αγώνος της Ανεξαρτησίας μας.
15 Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Έκδοτικής Αθηνών, τόμ. ΙΒ΄, σ/32 και 36 ( Α. Δεσποτόπουλος) γράφει σχετικά: «…Επικρίθηκε εν τούτοις ο Πατριάρχης και επικρίνεται ακόμη, επειδή έστερξε στον αφορισμό και έστειλε τις νουθετικές εγκυκλίους. Οι επικριτές όμως δεν αναλογίζονται τι θα πάθαινε το Έθνος, αν ο Πατριάρχης τηρούσε αρνητική στάση απέναντι στις αξιώσεις του Σουλτάνου. Συμμορφώθηκε, άλλωστε, τότε ο Πατριάρχης προς την σταθερή παράδοση της Εκκλησίας, που με παρόμοια στάση κατόρθωνε σε ανάλογες κρίσιμες περιστάσεις να σώζει το Γένος. Άλλωστε θα ήταν εντελώς παράλογη και ανεύθυνη διαφορετική απόφαση. Αν δεν γινόταν ο αφορισμός, ήταν σχεδόν βέβαιο, ότι θα εξοντώνονταν εκατοντάδες χιλιάδες ορθοδόξων χριστιανών».
16 Κατά την «Προκήρυξη»του Σουλτάνου (YAFTA) «ο δόλιος Ρωμηός Πατριάρχης, καίτοι κατά το παρελθόν είχε δώσει πλαστά δείγματα αφοσιώσεως, όμως κατά την περίπτωσιν ταύτην, μη δυνάμενος να αγνοή την συνωμοσίαν της επαναστάσεως του έθνους του (…) γνωρίζων δε ο ίδιος και υποχρεωμένος να γνωστοποιήση και εις όσους το ηγνόουν, ότι επρόκειτο περί επιχειρήσεως ματαίας, ήτις ουδέποτε θα επετύγχανε (…) όμως ένεκα της εμφύτου διαφθοράς της καρδίας του, ού μόνον δεν ειδοποίησε, ουδέ επετίμησε τους αφελείς (…) αλλά, κατά τα φαινόμενα, αυτός ο ίδιος όπισθεν των παρασκηνίων, έδρα κρυφίως, ως αρχηγός της επαναστάσεως…» (Γ.Ζώρα, όπ. π. σ. 9) Ο Σουλτάνος, γνώστης των πραγμάτων, δίνει την ερμηνεία του, που αποδεικνύεται σοβαρότερη από εκείνη νεωτέρων, όπως ο Γ. Καρανικόλας.
17 Βλ. στου Π. Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 263. ε.
18 Στο ίδιο , σ. 206 ε.ε.
19 Στο ίδιο , σ. 210-11
20 Βλ. την εκτενή και εμπεριστατωμένη έκθεση του Π. Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 261 ε.ε.
21 Γ. Κορδάτου. Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως, σ. 144. Πρβλ. Π. Γεωργαντζή όπ. π. σ. 214. σ. 463.
22 Π. Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 215 ε.ε.
23 Το Εικοσιένα και η αλήθεια, τ. Α΄, σ. 59 και Β΄, σ. 93.
24 Ο Th. Gordon λ.χ. ιστορικός του Αγώνα (Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετάφρ. Φ.Βράχα, τόμ. Α΄ 134) γράφει : «Δεν τολμούμε να βεβαιώσουμε, πως ο Πατριάρχης και τα μέλη της Συνόδου ήταν απόλυτα αθώοι συνωμοσίας κατά του κράτους. Αντίθετα, έχομε λόγους να πιστεύουμε, ότι ο Γρηγόριος γνώριζε την ύπαρξη της Εταιρείας και ότι μερικοί από τους άλλους Ιεράρχες ήταν βαθειά πλεγμένοι στις μηχανορραφίες της».
25 Βλ. στου Π. Γεωργαντζή, σ. 240.
26 Λεπτομερή ανάλυση βλ. στο ίδιο, σ. 281 ε.ε.
27 Βλ. τις μελέτες: Νικηφόρου Μοσχοπούλου, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως κατά τους Τούρκους Ιστοριογράφους, Αθήναι 1960. Ι. Παϊωάννου, Ιστορικές Γραμμές, τ. Α΄ Λάρισα 1979.
28 Ν. Μοσχοπούλου, όπ. π. σ. 167. Ι. Παπαϊωάνννου, όπ. π. σ. 240.
29 Ν. Μοσχοπούλου, σ. 107. Ι. Παπαϊωάννου, σ. 240.
30 Βλ. Γ.Δ. Μεταλληνού, ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ (1786-1852).Ένας μάρτυρας της ορθοδόξου παραδόσεως στο Ελληνικό Κράτος, ανάτ. από τη ΘΕΟΛΟΓΙΑ, Αθήναι 1987.
31 Κοσμά Φλαμιάτου. Άπαντα (Εκδόσεις «Σπανός»), Αθήναι 1976, σ. 96/7.
32 Για το ίδιο πράγμα «κατηγορεί»το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Ράνσιμαν: «Δεν θα μπορούσε το Πατριαρχείο να είχε γίνει η δύναμη, που θα συγκέντρωνε τον ορθόδοξο κόσμο και έτσι θα εξουδετέρωνε τις κεντρόφυγες τάσεις του βαλκανικού εθνικισμού; Η ευκαιρία χάθηκε. Το Πατριαρχείο μάλλον ελληνικό, παρά Οικουμενικό». (Οπ. π. 


σ.
  πρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού
694)..

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε΄ ΠΡΟΔΟΤΗΣ Ή ΙΕΡΟ-ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ;

Σαν σήμερα, 10 Απριλίου του 1821 (Κυριακή του Πάσχα),
απαγχονίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄.




Το αφοριστικόν
«Ο Κλήρος ήταν και ο οδηγός της Φυλής και το στήριγμά της» Διον. Κόκκινος

Και ερχόμαστε στον αφορισμό. Ο Σουλτάνος όταν έμαθε τα γεγονότα στις ηγεμονίες και το Μωριά, αποφάσισε γενική σφαγή των Χριστιανών. Ήθελε, ευκαιρίας δοθείσης, να ξεμπερδεύει με το Χριστιανικό στοιχείο. Όταν ελήφθη η απόφαση αυτή, ο Γρηγόριος επισκέφθηκε τον Σεϊχουλισλάμη (Τούρκο θρησκευτικό αρχηγό), που ήταν ο μόνος αρμόδιος να πάρει μια τέτοια φοβερή απόφαση, και τον παρεκάλεσε να λυπηθεί το Γένος του. Ο Τούρκος - προς τιμήν του! - όντας τίμιος άνθρωπος δεν υπόγραψε το διάταγμα. Πλήρωσε την άρνησή του με εξορία και με τη ζωή του. Κατά διαταγή τού Σουλτάνου δολοφονήθηκε. Στη θέση του πήγε άλλος, που υπόγραψε το διάταγμα (φετφά). Επομένως η γενική σφαγή των Χριστιανών είχε αποφασισθεί. Ο κίνδυνος ήταν μέγας και επί θύραις για το Γένος. Ας έλθουμε στα επί μέρους γεγονότα.

1. Το φερμάνι που διάβασε ο κεσεδάρης (αρχιδήμιος) στο Πατριαρχείο, παρόντος και τού Γρηγορίου, έγραφε πως ο Γρηγόριος φάνηκε «αχάριστος και άπιστος προς την Πύλην και ραδιούργος...».1 Στη συνέχεια μετέφεραν τον Πατριάρχη στις φυλακές τού Μποσταντζήμπαση. Εκεί μέσα βέβαια δεν τού πρόσφεραν... πορτοκαλάδα. Εκεί τον βασάνισαν.2 Και γεννιέται το ερώτημα: τι σόι προδότης ήταν ο Γρηγόριος, αφού η Υψηλή Πύλη τον χαρακτηρίζει άπιστο και ραδιούργο; Ποιος προδότης υπομένει τα βασανιστήρια; Η ψυχολογία τού προδότη δεν αντέχει στο μαρτύριο. Ας μη γελιόμαστε...

2. Όταν το συμβούλεψαν να φύγει απάντησε (ο Γ. Τερτσέτης μας διαφύλαξε τους λόγους του): «Μη με προτρέπετε να φύγω... Όχι, δε θα φύγω... Ο θάνατος μου θα ωφελήσει περισσότερο παρά η ζωή μου. Οι Έλληνες μαχητές θα πολεμήσουν με μεγαλυτέραν μανίαν. Και τούτο φέρει ως δώρον την νίκην...».3 Ποιος προδότης μίλησε ποτέ έτσι; Ποιος ποτέ πέθανε γι' αυτό που πρόδωσε;

3. Το αφοριστικό, είναι ολοφάνερο, δεν έγινε με την πρόθεση και τη θέληση τού Πατριάρχη. Εκδόθηκε για να σωθεί το Γένος από τη σφαγή και για να κερδίσει χρόνο η επανάσταση. Και είναι γεγονός πως το αφοριστικό δεν ενόχλησε εκείνους για τους οποίους και εκδόθηκε, εννοώ τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τους άλλους επαναστάτες. Μάλιστα ο Αλ. Υψηλάντης στις 29 τού Γενάρη τού 1821 έστειλε την παρακάτω επιστολή στο Γέρο τού Μωριά: «Φιλογενέστατε και ανδρείε καπετάν Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη!... Ο μεν Πατριάρχης βιαζόμενος παρά της Πόρτας (ο Σουλτάνος), σάς στέλλει αφοριστικά και εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν εσείς όμως να τα θεωρείτε ταύτα ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν, και άνευ θελήσεως του Πατριάρχου...».4
Τα ίδια βεβαιώνουν και άλλοι περιφανείς άνδρες τού Αγώνα, όπως ο Μ. Οικονόμου και ο Ν. Σπηλιάδης5. Μήπως και στις μέρες μας μερικές ενέργειες τού Πατριαρχείου δε μας προξενούν κατάπληξη! Τα πρόσωπα που κατέχουν θέσεις, δεν πρέπει να κρίνονται ποτέ επιφανειακά και αποσπασματικά, από μια «διπλωματική» τους ενέργεια. Η αλήθεια βρίσκεται πέρα από τα φαινόμενα. Είναι εύκολο σε μας, μέσα στη ζεστασιά τού γραφείου μας, και ενώ πίνουμε το καφεδάκι μας, να κρίνουμε τις πράξεις ανδρών που βρέθηκαν αντιμέτωποι μπροστά σε αδυσώπητα Ιστορικά διλήμματα, όπως αυτό του Πατριάρχη.

4. Στο έγγραφο που αναρτήθηκε στο στήθος τού Πατριάρχη, ήταν γραμμένα και τούτα τα λόγια: «... Άλλ' ο άπιστος Έλλην πατριάρχης... δεν ηδυνήθη να μη συμμεθέξη (να λάβει μέρος) εις τας στάσεις και την επανάστασιν τού Έθνους αυτού... κατά πάσαν πιθανότητα, αυτός ο ίδιος μετέσχε κρυφίως ως αρχηγός της επαναστάσεως... αυτός ο άπιστος υπήρξε υπέρ πάντα άλλον ο άξων πασών των αταξιών... επείσθημεν... ότι συμμετέσχε πασών των βιαίων πράξεων, τας οποίας υπήκοοι πεπλανημένοι έπραξαν εκεί και εις την επαρχίαν Καλαβρύτων...».6
Μα, τόσο ανόητοι στάθηκαν οι Τούρκοι, ώστε σε μια τόσο κρίσιμη ώρα να θυσιάσουν έναν τόσο πολύτιμο συνεργάτη τους; Ήταν λοιπόν ο Γρηγόριος Τουρκόφιλος; Τότε γιατί τον κρέμασαν οι Τούρκοι;; Η αγχόνη είναι απόδειξη των αποδείξεων... Ο Ιστορικός Gordon υποστηρίζει πως ο Γρηγόριος γνώριζε την ύπαρξη της Φιλικής Εταιρείας και ότι δεν ήταν απόλυτα αθώος της συνωμοσίας.7 Ο Ολλανδός επιτετραμμένος στην Πόλη, Τέστα, σε έκθεση του στο Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας του, γράφει πως ο Γρηγόριος ήταν ο κύριος συνένοχος και υποκινητής της συνωμοσίας των Ελλήνων και ότι επιστοποιήθηκε με σαφείς αποδείξεις και έγγραφα η συνενοχή του.8 Η Ιστορικός Ο. Μπ. Σπαρό αναφέρεται σε ισχυρισμούς των Τούρκων σύμφωνα με τους οποίους βρέθηκαν πάνω στο Γρηγόριο έντεκα γράμματα προς τους Μωραΐτες επαναστάτες.9 Ο Τούρκος ιστορικός Σανί Ζαντέ υποστηρίζει πως το Πατριαρχείο ήταν σε γνώση των σχεδίων της Φιλικής Εταιρείας.10 Και ο Τούρκος ιστορικός Ντζιβντέτ πασάς αναγνωρίζει πως ο αφορισμός «συνετέλεσε να σωθεί η ζωή των χριστιανών».11 Πράγματι ο Σουλτάνος εγκατέλειψε το σχέδιο της γενικής σφαγής και έτσι σώθηκε το Γένος.
Στο μεταξύ είχε γίνει προσπάθεια από τον Μητροπολίτη Δέρκων, να σωθεί ο Γρηγόριος δια φυγής στην Πελοπόννησο. Ο Γρηγόριος όμως αρνείται! Μένει εκεί περιμένοντας το μαρτύριο!! Αν ήταν προδότης, όπως τον κατηγορούν, πως εξηγείται αυτή η στάση του;

5. Έχουμε ερευνητές που μας δίδουν την πληροφορία πως ο Γρηγόριος με εξ (6) μέλη της Συνόδου κατέκαυσε τον αφορισμόν. Τα γεγονότα έχουν ως εξής: Την Μ. Δευτέρα το πρωΐ, 4-4-1821, καρατομήθηκε ο Μέγας Διερμηνέας, Κων/νος Μουρούζης. Την 3η λοιπόν ώρα μετά το μεσονύχτιον της ιδίας αυτής ημέρας, ο Γρηγόριος μαζί με τους Μητροπολίτες Καισαρείας, Δέρκων, Εφέσου, Χαλκηδόνος, Νικομήδειας και Νικαίας κατήλθεν εις τον Ι. Ναόν του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, αφού εκλείδωσε από μέσα την θύρα. Αφού ενεδύθησαν όλοι τα ιερά τους άμφια ο Γρηγόριος τους είπε: «επιθέσατε τας χείρας ημών επί του αφορισμού» και ανέπεμψε αυτοσχέδιον ευχήν λύσεως του αφορισμού και μεταξύ άλλων είπεν: «Θεέ Παντοκράτωρ... συγχώρησον πρώτον ημίν τοις ημαρτηκόσι Σοι. Καθ' α δέδωκας ημίν εντολήν του δεσμείν και λύειν, καταλύομεν τον αφορισμόν τούτον, ον ακουσίως (χωρίς την θέληση μας) απευθύναμεν κατά πιστών δούλων Σου. Ναι, Κύριε Βασιλεύ, επάκουσον ημών και ενίσχυσον και σώσον αυτούς, τω βραχίονί Σου τω υψηλώ...».12
Κατόπιν ο Γρηγόριος έλαβε λαμπάδα αναμμένη και κατεύκασε τον αφορισμόν, τον ποδοπάτησε και εσκόρπισε την στάχτη του. Τουρκόφιλος και προδότης ο Γρηγόριος (!)

6. Την Κυριακήν των Βαΐων, 3 Απριλίου 1821, συντρώγοντας ο Γρηγόριος με γνωστούς του ανθρώπους της Ρωσικής Πρεσβείας, καθώς και με άλλους ομογενείς, το πατροπαράδοτο φαγητό με ψάρια έλεγε προφητικώς: «Σήμερον εσθίομεν ημείς το οψάρια και αύριον εσθίουσι τα οψάρια ημάς».
Προσβλέπων δε και προαισθανόμενος τον επικείμενον θάνατον του ερώτησε ατάραχος, απτόητος, και ανδρείος πάντοτε: Ποιος θάνατος είναι προτιμότερος, ο δια καρατομήσεως ή δι' αγχόνης;
Και ενώ οι άνθρωποι της Ρωσικής Πρεσβείας τον επίεζαν να φύγει με καράβι για την Οδησσό, ο Γρηγόριος τους είπε τα παρακάτω λόγια, που φανερώνουν το μεγαλείον της ψυχής του: «Είμαι Πατριάρχης και πρέπει να σώσω τον λαόν μου και όχι να τον ρίψω εις τα μαχαίρια των Γενιτσάρων.... Ο θάνατος μου θα επιφέρει μεγαλυτέραν ωφέλειαν παρ' όσον η ζωή μου.... Θα υπάγω εκεί όπου με καλεί η μεγάλη μοίρα του Έθνους και ο Θεός, ο έφορος των θείων και ανθρωπίνων πραγμάτων...».13
Εδώ φαίνεται καθαρά η καρδιά τού Γρηγορίου! Προχωρεί, βαδίζει προς το μαρτύριο διψώντας το! Μα είναι δυνατόν να έχει τέτοια δίψα και τέτοια στάση ένας προδότης; Μπορεί ένας τέτοιος χαρακτήρας να είναι φιλοτομαριστής;

7. Άλλωστε δεν υπάρχει θρησκευτική και εκκλησια¬στική - θεολογική βάση που να στηρίζεται ο αφορισμός. Από την Εκκλησία επιβάλλεται ο αφορισμός για διδασκαλίες και κηρύγματα πλάνης που αλλοιώνουν την Ευαγγελική Αλήθεια. Στην προκειμένη περίπτωση τού αφορισμού, που εξέδωσε ο Γρηγόριος Ε' και η Πατριαρχική Σύνοδος τού 1821, δεν συντρέχουν οι πιο πάνω λόγοι. Επομένως ο αφορισμός ήταν ένα τέχνασμα και τίποτε άλλο. Αυτό όμως το τέχνασμα πρόλαβε τεραστίας εκτάσεως σφαγές τού Ελληνικού στοιχείου, ενώ δεν είχε κανένα δυσμενές για το Γένος αποτέλεσμα.
Γράφει σχετικώς ο Διον. Κόκκινος: «Η πράξη αυτή τού Πατριάρχη Γρηγορίου Ε' δεν ήταν αποτέλεσμα ολιγοπιστίας από αδυναμία, αλλά πράξη συνέσεως και σκληρή προσπάθεια για αποτροπή τού μεγάλου κακού, των σφαγών».14

8. Διαβάζοντας με προσοχή τον γιαφτά, το σουλτανικό έγγραφο - κατηγορητήριο που αναρτήθηκε στο στήθος τού Γρηγορίου, θα διαπιστώσει κανείς ότι τρεις είναι οι αιτίες που οδήγησαν τον Γρηγόριον στην αγχόνη. Η πρώτη είναι ότι ο Πατριάρχης δεν εκίνησε τα πνευματικά του όπλα κατά των αποστατών. Η δεύτερη ότι ήταν συμμέτοχος της αποστασίας - Επαναστάσεως και η τρίτη ήταν μυημένος στην Φιλική Εταιρεία.
Μήπως το κατηγορητήριον με τις αιτίες που διαλαμβάνει, αποτελεί αποστομωτική απάντηση στους κατηγόρους τού Γρηγορίου;
Αλήθεια, είναι όλα ψεύδη τα όσα γράφει ο γιαφτάς;
Κάτω από το φως τόσων γεγονότων, μπορούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα πως ο Πατριάρχης με το αφοριστικό ένα σκοπό είχε και αυτός ήταν να σώσει το Γένος από τον αφανισμό. Δεν είχε σκοπό να σώσει το τομάρι του, όπως άλλοι υποστηρίζουν. Μπορούσε να το κάνει και αυτό. Είχε καιρό. Μα διάλεξε το μαρτύριο. Και είναι γεγονός πως η είδηση τού μαρτυρίου έφθασε στους επαναστατημένους ραγιάδες πιο πρώτα από τον αφορισμό. Και όπως είχε προβλέψει, οι Έλληνες εκδικήθηκαν τον άδικο μα μαρτυρικό του θάνατο.
Ο Τερτσέτης τον εννοεί ως άξιον τού Γένους αγωνιζομένων Ελλήνων και της ελεύθερης Ελλάδος οδηγόν και γράφει: «εις την κόψην τού Ελληνικού σπαθιού ήτο γραμμένον το όνομα τού Πατριάρχου και εθέριζε».15
Ο Σουλτάνος δεν τον κρέμασε επειδή ήταν Πατριάρχης (εξέλεξε αμέσως άλλον), αλλά επειδή ήταν ο πιο επικίνδυνος για την Πύλη Εθνάρχης των Ραγιάδων. Αυτή είναι η αλήθεια. «Η αγχόνη που πήρε τη ζωή του, αντί ν' απελπίσει το αγωνιζόμενο Έθνος, αντίθετα χαλύβδωσε την απόφασή του να ζήσει ελεύθερο ή να πεθάνει».16
Η εθελοθυσία του Πατριάρχη συνέβαλε αποφασιστικά στην Εθνεγερσία του 1821, και απέβη κατά τον Παύλον Καρολίδην, η «ευνοϊκότερη διακήρυξη του Δικαίου της Επαναστάσεως του 1821 που συγκίνησε συνειδήσεις».17
Ακόμη εδημιούργησε Ευρωπαϊκόν ρεύμα υπέρ των επαναστατημένων Ελλήνων και αφύπνισε συμπάθειες σε όλη την χριστιανοσύνη υπέρ του Ελληνικού Έθνους, όπως γράφει ο Γερμανός ιστορικός Γερβίνος.18


1. Διον. Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. Α', σελ. 268.
2. Στο ίδιο, σελ. 268.
3. Διον. Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάστασις τόμ.τ Α', σελ. 266.
4. Ιωάν. Φιλήμονος, Δοκίμιον Ιστορικόν της Ελληνικής Επαναστάσε¬ως, τόμ. Α', σελ. 310.
5. Τιμ. Κιλίφη, Μιλούν τα γεγονότα, σελ. 9.
6. Ζ. Γκενάκου - Μουρούτη, Γρηγόριος ο Ε', προδότης ή εθνομάρτυρας; σελ. 14.
7. Ιω. Παπαϊωάννου, Ιστορικές γραμμές τόμ. Α', σελ. 208.
8. Ζ. Γκενάκου - Μουρούτη, Γρηγόριος ο Ε', σελ. 14-15.
9. Ιω. Παπαϊωάννου. Ιστορικές γραμμές, τόμ. Α', σελ. 208.
10. Στο ίδιο, σελ. 208.
11. Νικηφόρου Μοσχοπούλου, ιστορία της Έλλην. Επαναστάσεως κατά τους Τούρκους Ιστοριογράφους, σελ. 146.
12. Π. Αγγελοπούλου, Τα κατά τον Πατριάρχην Γρηγόριον, σελ. 300, και Ιω. Βώκου, Γρηγόριος Ε', σελ. 20-22.
13.Ιω. Βώκου, Γρηγόριος Ε', Ζωή έργα και το μαρτυρικό τέλος, σελ. 18-20.
* Να προστεθεί εδώ ότι ο Γρηγόριος δεν αφόρισε τους Πελοποννησίους επα¬ναστάτες!
14. Διον. Κόκκινου, Ιστορία της Έλλην. Επαναστάσεως, τόμ. Α', σελ.
15. Ιω. Παπαϊωάννου, Ιστορικές γραμμές, τόμ. Γ', σελ. 68.
16 Δημ. Φωτιάδη. Η Επανάσταση του '21, τόμ. Α', σελ. 410.
17. Παν. Παπαθεοδώρου ο Γρηγόριος Ε' και η Επανάσταση του 1821, σελ. 79.
18. Στο ίδιο, σελ. 86.

Αγαπημένη μου…



Τασος Λειβαδιτης (αποσπασμα)


Δος μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.
Σ’ εύρισκα, αγαπημένη,
στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων.
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου αγαπημένη μου.

Yστερα έρχόταν η βροχή.
Mα έγραφα σ’ όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ’ όνομα σου
κι έτσι είχε ξαστεριά στη κάμαρά μας.
Kράταγα τα χέρια σου
κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη.
Tα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα,
στο στόμα σου ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη…

Oλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο αγάπη μου,
τότε που μου χαμογελούσες.

Στην πιό μικρή στιγμή μαζί σου,
έζησα όλη τη ζωή.

Hξερες να δίνεσαι, αγάπη μου.
Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.
Kαι τότε όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια
θάναι δικά μας.

Θά ‘θελα να φωνάξω τ’ όνομά σου,
αγάπη μου, μ’ όλη μου τη δύναμη.
Nα το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο
καμιά ελπίδα πιά να μήν πεθάνει.

Ναι, αγαπημένη μου, πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα…

Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά-θυμάσαι;-
μου άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά
σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου,
αγαπημένη μου…

Αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ’ τον έρωτα
εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα
και πάλι την ελπίδα.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.
Θάθελα να φωνάξω το όνομά σου, αγάπη, μ’ όλη μου τη δύναμη.
Να τ’ ακούσουν οι χτίστες απ’ τις σκαλωσιές
και να φιλιούνται με τον ήλιο
να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές
και ν’ ανασάνουν όλα τα τριαντάφυλλα
να τ’ ακούσει η άνοιξη και να ‘ρχεται πιο γρήγορα
να το μάθουν τα παιδιά για να μη φοβούνται το σκοτάδι,
να το λένε τα καλάμια στις ακροποταμιές,
τα τρυγόνια στους φράχτες…

Να το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο
καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

Να τα’ ακούσει ο χρόνος και να μη σ’ αγγίξει, αγάπη μου, ποτέ.
…Μες στην αγάπη μας είναι ένα δροσερό κλωνάρι
ένα σπουργίτι
μια φυσαρμόνικα…

Καλημέρα γειτόνισσες
να και κει, αγάπη μου, εκεί στη γωνιά,
κοίταξε την άνοιξη που έρχεται
κοίταξε αυτά τα παλικάρια που γνέφουνε με τα δρεπάνια
και τα κορίτσια πίσω τους που δένουν σε δεμάτια τις ακτίνες του ήλιου
κοίταξε μας γνέφουν. Όλα μας γνέφουν. Καλημέρα.

Καλημέρα όλα εσείς κοντινά και μακρινά μου αδέρφια.
Ελάτε να σας γνωρίσω την αγαπημένη μου.
Πέστε μου, δεν είναι όμορφη;
Σαν τη ζωή και το τραγούδι, αδέρφια μου, την αγαπάω.

Και πιο πολύ.
Καλημέρα ουρανέ, καλημέρα ήλιε, καλημέρα άνοιξη.
Ελάτε λοιπόν να σας γνωρίσω την αγαπημένη μου.
Καλημέρα ευτυχία.

Αφησε λεύτερα τα χέρια μου


Αφησε λεύτερα τα χέρια μου και την καρδιά μου, άφησε λεύτερη!
Αφησε τα δάχτυλά μου να τρέξουν
στους δρόμους του κορμιού σου.
Το πάθος - αίμα, φωτιά, φιλιά -με ανάβει με τρεμουλιαστές φλόγες.
Αλλά εσύ δεν ξέρεις τι είναι τούτο!


Είναι η καταιγίδα των αισθήσεών μου
που διπλώνει τον ευαίσθητο δρυμό των νεύρων μου.
Είναι η σάρκα που φωνάζει με τις διάπυρες γλώσσες της!
Είναι η πυρκαγιά!Και συ είσαι εδώ,
τώρα που η καμμένη μου ζωή πετάει
προς το γεμάτο με άστρα, σαν τη νύχτα, σώμα σου!
Αφησε λεύτερα τα χέρια μου
και την καρδιά μου, άφησε λεύτερη!
υπάρχεις εσύ για να μου δώσεις τα πάντα,
και για να μου δώσεις αυτό που κατέχεις ήρθες στη γη
-όπως εγώ ήρθα για να σε περιέχω
για να σε επιθυμώ,για να σε δεχτώ!

10 Απριλίου 2011

Αχ μπαρμπουνάρα μου!


Εγώ είμαι όλο παίζω κόρτε και γελώ
κι έτσι περνάω το ωραίο μου καιρό,
με μια ματιά μου πέφτουν όλοι σαν χαλί,
χορεύουν βήμα για ένα μόνο μου φιλί.

Αχ μπαρμπουνάρα μου, νέοι, γέροι ψιθυρίζουν,

τα μαύρα μάτια πού τη καρδιά ραΐζουν.

Έχω μανία να ανεβαίνω στα auto,

μα η τρέλα μου είναι το τιμόνι να κρατώ,
έτσι μ' αρέσει να γλεντάω τη ζωή,
δεν δίνω διάρα ο κοσμάκης τι θα πεί.



Εισ’αφράτη σα φρατζόλα σαν το χάσικο ψωμί
Όποιος σε κοιτάζει εσένα τονε ζώνουν οι καϋμοί

Αχ βρε κοπελίτσα μου όπου πάω σε γυρεύω
Άσπρη φρατζολίτσα μου μέρα νύχτα σε ζητώ
Άσπρη φρατζολίτσα μου όπου πάω σε γυρεύω
Αχ βρε κοπελίτσα μου μέρα νύχτα σε ζητώ

Σα θυμούμαι βρε μικρό μου τη γλυκειά σου ευωδιά
Θέλω πάλι στο πλευρό μου να σε νιώσω μια βραδυά

Αχ βρε κοπελίτσα μου όπου πάω σε γυρεύω
Άσπρη φρατζολίτσα μου μέρα νύχτα σε ζητώ
Άσπρη φρατζολίτσα μου όπου πάω σε γυρεύω
Αχ βρε κοπελίτσα μου μέρα νύχτα σε ζητώ

Άσπρη κάτασπρη κοπέλα τον καϋμό σου δε βαστώ
Μεσ’το σπίτι ξαναέλα έλα και δεν ταγιαντώ

Αχ βρε κοπελίτσα μου όπου πάω σε γυρεύω
Άσπρη φρατζολίτσα μου μέρα νύχτα σε ζητώ
Άσπρη φρατζολίτσα μου όπου πάω σε γυρεύω
Αχ βρε κοπελίτσα μου μέρα νύχτα σε ζητώ


Χτίσε τον κόσμο σου εκεί που θες να πας


Μεσ’του καθρέφτη σου τα μάτια θα με δεις 
Αν δε φοβάσαι αληθινά να τον κοιτάξεις ...
Είμαι εγώ, που σου φωνάζω σιωπηλά
Τις παρωπίδες που φοράς να τις πετάξεις 
Ο εαυτός σου... που τον ξέχασες παιδί
Μέσα στις κούκλες και τα άλλα τα παιχνίδια
Μνήμες κι εικόνες που τις κλείδωσες μαζί
Μεσ’του μπαούλου τα παιδιάστικα στολίδια
Είμαι εγώ που έκανα όνειρα πολλά
Για κόσμους όμορφους, στα σύννεφα απλωμένους
Είμαι εγώ που σε ταξίδευα συχνά
Σε παραμύθια μόνο τόπους ειδωμένους
Εκεί που ήρωας θεριεύει το καλό
Δράκοι και μάγισσες ξορκίζονται στο τέλος
Νάνοι και γίγαντες στον ίδιο το σκοπό
Τα χέρια ενώνουνε, κρατώντας το ίδιο βέλος
Εκεί που Πρίγκηπες και Ιππότες με σπαθιά
Χτυπάνε το άδικο κι ορκίζονται αιώνια ...
Στ’άσπρο τους τ’άλογο σε παίρνουν αγκαλιά
Και στο φιλί τους, τ’άστρα ανάβουν σα λαμπιόνια
Αυτός ο κόσμος είναι ακόμα ζωντανός
Όπως κι εγώ πίσω απ’το είδωλο που βλέπεις
Όπως και τότε που τον πίστευες ... μικρός,
Μα είναι δικός σου αν θες εκεί να επιστρέψεις
Κλείσε τα μάτια σου στον κόσμο που κοιτάς
Γύρνα το πρόσωπο και κοίτα εκεί που θέλεις
Χτίσε τον κόσμο σου εκεί που θες να πας
Και αλήθειας βλέμμα θα ‘χει μόνο ο καθρέφτης …

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ


Aνάθεμα τον Έρωτα με τα καλά τά κάνει,
και πώς κομπώνει και γελά τη φρόνεψιν, και σφάνει!
Σ' πόσ' άδικα, σ' πόσ' άπρεπα τον άνθρωπο μπερδαίνει,
κι οπού τον έχει για κριτήν, εις ίντα σφάλμα μπαίνει!
Πόσοι Aφεντόπουλοι όμορφοι ήσαν εκεί στη μέση,
και μόνον ο Pωτόκριτος της Aρετής αρέσει.
Kαι δε θωρεί πλιό στα ψηλά, μα χαμηλά ξαμώνει,
και με μαγνιά τα μάτια τση, κι αράχνην τα κουκλώνει.
Kαι να ξανοίξει δεν μπορεί, εις το καλό να πάγει,
μα εις τό τη βλάφτει προθυμά, γιατί η καρδιά τση εσφάγη.

Αν μ' Ηγάπας (Εκ του Γαλλικού)


Αν του βίου μου το σκότος
φαεινή έρωτος ακτίς
διεθέρμαινεν, ο πρώτος
της αλγούσης μου ψυχής
ο παλμός ήθελεν ήτο ραψωδία ευτυχής.
Δεν τολμώ να ψιθυρίσω
ό,τι ήθελον σε ειπεί:
πως χωρίς εσέ να ζήσω
μοι είναι αφόρητος ποινή -
αν μ' ηγάπας... πλην, φευ, τούτο είν' ελπίς απατηλή!

Αν μ' ηγάπας, των δακρύων
ήθελον το τέρμα ιδεί·
και των πόνων των κρυφίων.
Οι δε πλάνοι δισταγμοί
δεν θα ετόλμων πλέον να δείξουν την δολίαν των μορφή.
Εν τω μέσω οραμάτων
θείων ήθελ' ευρεθείς.
Ρόδα θαλερά την βάτον
θα εκόσμων της ζωής -
αν μ' ηγάπας... πλην, φευ, τούτο είν' απατηλή ελπίς!

Είμαι Τρελή Να Σ' Αγαπώ...


Είμαι τρελή να σ' αγαπώ, αφού πια έχεις πεθάνει,
να λιώνω στη λαχτάρα των φιλιών,
να νιώθω τώρα πως αυτό που μου' δωσες δε φτάνει,
δε φτάνει η δρόσος των παλιών.

Με μιαν ασίγαστη μανία να θέλω ό,τι μου λείπει,
να θέλω ό,τι μου κράτησες κρυφό,
κι έτσι να δέρνομαι μ' αυτό το μάταιο καρδιοχτύπι.
Στα μάτια σου την τρέλα να ρουφώ.

Τι θ' απογίνω, αγαπημένε, που θα σε ζητήσω ?
Άλλοτε οι μέρες φεύγανε στην προσμονή σου σκιές.
Αιώνες καρτερώντας σε μπορούσα να διανύσω,
με τ' όνειρό σου οι πίκρες μου γλυκιές.

Που να' σαι ? Τι ν' απόμεινε από σε να το ζητήσω ?
Που να' ναι το στερνό μου αυτό αγαθό ?
Ω, δεν μπορεί μια ολόκληρη ζωή γι' αυτό να ζήσω,
και μάταια καρτερώντας να χαθώ.

Άνοιξη ! Ο ήλιος χρυσαφιού πλημμύρα. Μάγια, μύρα
παντού, και σ' αγαπώ, σε καρτερώ.
Βραδύνεις κι υποψιάζομαι, ζηλεύω, δε σου πήρα
όλης σου της ψυχής το θησαυρό.

Τα λόγια σου ! Ω τα λόγια σου, μια υπόσχεση που καίει,
μια υπόσχεση που αργεί πολύ να 'ρθεί.
Τ' ακούω παντού, δεν παύουνε. Μέσα τους κάτι κλαίει,
μέσα τους τρέμει η αγάπη σου, προτού μοιραία χαθεί.

Τα λόγια σου με μέθυσαν τη μέθη του θανάτου
κι ακόμα δεν εσίγασαν. Μιλούν
και με τρελαίνουν, με μεθούν, με φέρνουν πιο σιμά σου,
ενώ πιο ακαταμάχητα στην ύπαρξή καλούν.

Αγαπημένε, αν τη ζωή τη δώσω πίσω, πε μου,
τι θα ωφελήσει, αφού δε θα σε βρω ?
Δε λογαριάζω τη ζωή, μα πως μπορεί, καλέ μου,
να σβήσει πια η αγάπη μου ? Και να μη σ' αγαπώ,

ενώ θα 'ναι Άνοιξη παντού που ακούστηκε η φωνή μας
να επικαλείται τον αιώνιον έρωτα, και μείς
στεφάνι να του πλέκουμε με μόνο το φιλί μας,
μέσα στο γιορτασμό λατρείας θερμής.

Ω ! δε μου δίνει ο θάνατος καμιά, καμιάν ελπίδα,
και μου τις έσβησε η Ζωή σα μια ψυχρή πνοή.
Τώρα μου μένει στου έρωτα την άγρια καταιγίδα
να ιδώ να μετρηθούν για με θάνατος και ζωή.

Θεώνη Δρακοπούλου-Παππά ( άλλως Μυρτιώτισσα)


Έρωτας τάχα να είν’ αυτό
που έτσι με κάνει να ποθώ
τη συντροφιά σου,
που σα βραδιάζει, τριγυρνώ
τα φωτισμένα για να ιδώ
παράθυρά σου;

Έρωτας να ειν’ η σιωπή
που όταν σε βλέπω, μου το κλείνει
σφιχτά το στόμα,
που κι όταν μείνω μοναχή,
στέκω βουβή κι εκστατική
ώρες ακόμα;

Έρωτας να είναι ή συφορά,
με κάποιου αγγέλου τα φτερά
που έχει φορέσει,
κι έρχεται ακόμη μια φορά
με τέτοια δώρα τρυφερά
να με πλανέσει;

Μα ό,τι και να’ναι το ποθώ,
και καλώς να’ ρθει το κακό
που είν’ από σένα.
θα γίνει υπέρτατο αγαθό,
στα πόδια σου αν θα σωριαστώ
τ’ αγαπημένα…

....μέσα στη φυγή


Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας,
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη,
ψηλαφούσε σιγά μέσα στα πράγματα
που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δεν θέλουμε
να πεθάνουμε με τόσο πάθος.

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια
κι αν αγκαλιάσαμε μ' όλη τη δύναμη μας
άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη,
μοναχά αυτός ο βαθύτερος καημός
να κρατηθούμε μέσα στη φυγή.

Του Αιγαίου


Ο έρωτας.
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι.

Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι.

Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησιά των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ενα νησί λικνίζει

Τον ερχομό.

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα


Eπειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Nα μπαίνω σαν Πανσέληνος
Aπό παντού, για το μικρό το πόδι σου μέσ' στ' αχανή
σεντόνια
Nα μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Aποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Mέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας
στοές
Yπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
Aκουστά σ' έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ"
Tριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό
πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Tο βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Tα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά
που μεγαλώνει
Tο γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Eπειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το
εξαργυρώνει:
Tόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Tόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Tριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Kαμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Tόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Mέσ' στους τέσσερεις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Nα φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Nα μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Eπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Eίναι νωρίς ακόμη μέσ' στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Nα μιλώ για σένα και για μένα.

...μια γυναίκα γεμάτη ανταποκρίσεις


Αρχίσαμε μια λέξη που να μην χωράει τον ουρανό
αλλά να τυραννει την άνεση του άνεμου, καθώς ξεχύνεται
στις χτυπημένες από την αρμη της προσδοκίας στεριές 'η
πάνω στα κρύα μουράγια όπου βαδίζει από αιώνες
απόκληρος της λησμονιάς ο ίσκιος. Ορκισμένη χωρά!
Ακόμη θυμόμαστε τα κουρέλια μιας πυρκαγιάς γενναιοφρονης,
τα πειράματα ενός χαρταετού που σάστισε τα δάχτυλα μας
ψηλά στον αέρα 'η στην αρχή ενός δρόμου όπου σταθήκαμε
για αναζητήσουμε μια γυναίκα γεμάτη ανταποκρίσεις,
γεμάτη σκιές στοργής ταιριασμένης στα τολμηρά κεφάλια μας.
Ακόμη θυμόμαστε την αγνότητα που την είχαμε βρει τόσο αινιγματική,
πλυμένη σε μιαν αυγή που αγαπούσαμε, γιατί δεν ξέραμε
πως μέσα μας, ακόμη πιο βαθιά, ετοιμάζαμε αλλά όνειρα πιο μεγάλα
που θαπρεπε να σφίξουν στην αγκαλιά τους
ακόμη περισσότερο χώμα, περισσότερο αίμα, περισσότερο νερό,
περισσότερη φωτιά, περισσοτέρων Έρωτα!

Kαινούργιο Σύνταγμα;



Δεν είμαι συνταγματολόγος, ούτε καν νομικός. Θα τολμήσω ελάχιστες συντομογραφικές παρατηρήσεις μόνο για τη λογική προφάνεια της ανάγκης να συνταχθεί Σύνταγμα της Eλλάδας καινούργιο, εξ υπαρχής.
Aπό το οθωνικό Σύνταγμα του 1844 ώς σήμερα, τα Συντάγματα της Eλλάδας δεν έχουν ευδιάκριτο χαρακτήρα «κοινωνικού συμβολαίου». H λογική που τα διέπει δεν αποβλέπει σε όρους συλλογικής συνύπαρξης, σχέσεων κοινωνίας, κατασφάλισης κοινωνικών προτεραιοτήτων, δηλαδή λαϊκής κυριαρχίας. Tα Συντάγματα κωδικοποιούν οριοθετήσεις εξουσιών: εξουσίας ατόμων και εξουσίας θεσμών.
Eιδικά από το Σύνταγμα του 1985 και μετά, η λογική της συνταγματικής νομοθεσίας κατατείνει στην όλο και μεγαλύτερη αυτονόμηση της εξουσίας των κομμάτων σε βάρος της λαϊκής κυριαρχίας. Mε μια φαινομενικώς ακραία, αλλά ρεαλιστική διατύπωση, θα έλεγε κανείς ότι το αντιπροσωπευτικό σύστημα, η κοινοβουλευτική δημοκρατία, τείνει συνεχώς να υποκατασταθεί από το διαστροφικό φαινόμενο της κομματοκρατίας.
Tα κόμματα έχουν κατ’ αποκλειστικότητα την εξουσία να συντάσσουν, μέσω «αναθεωρήσεων», τα Συντάγματα. H προκήρυξη εκλογών για «αναθεωρητική Bουλή» δεν προσθέτει τον παραμικρό κοινωνικό έλεγχο στις αυτονομημένες εξουσίες των κομμάτων. Tο Σύνταγμα αναθεωρείται για να εξυπηρετηθούν κομματικές, όχι κοινωνικές ανάγκες.
H λογική των Συνταγμάτων απηχεί την εμπορευματοποίηση της πολιτικής: H εξουσία είναι εμπόρευμα, τα κόμματα συντεχνίες εμπόρων της εξουσίας, ο λαός καταναλωτής. Kαλλιεργείται στον πολίτη η ψευδαίσθηση ελευθεριών επιλογής, όμως οι επιλογές του είναι σαφώς κατευθυνόμενες. H «δημοκρατία» καταλήγει να είναι ό,τι ακριβώς και το μάρκετινγκ: ένα παιχνίδι εντυπώσεων. Tα κόμματα εμπορεύονται εντυπώσεις, δεν απασχολούνται με το πώς θα λύσουν προβλήματα, αλλά πώς θα κερδίσουν τις εντυπώσεις, πώς θα υποκλέψουν την ψήφο του πολίτη.
Oι πολίτες ούτε εκλέγουν ούτε ελέγχουν την εξουσία. Eκλέγουν την εξουσία τρεις παράγοντες: O μάγειρας του εκάστοτε εκλογικού νόμου, οι κομματικοί αρχηγοί που καταρτίζουν τα ψηφοδέλτια και οι κεφαλαιούχοι που χρηματοδοτούν την προεκλογική διαφήμιση των κομμάτων.
Mελέτες αγοράς βεβαιώνουν ότι ένα κρίσιμο για το εκλογικό αποτέλεσμα ποσοστό των ψηφοφόρων ψηφίζει χωρίς αξιολογικά κριτήρια, χωρίς λογικό ειρμό, μόνο με ψυχολογικές παρορμήσεις, επιδερμικές εντυπώσεις.
Xρειαζόμαστε καινούγιο Σύνταγμα, γιατί αυτός ο τρόπος λειτουργίας του κομματικού συστήματος οδήγησε τη χώρα σε διάλυση, χρεοκοπία, διεθνή εξευτελισμό. Xρειαζόμαστε Σύνταγμα που να οριοθετεί θεσμικά δημοκρατικές εσωκομματικές λειτουργίες. Nα αποκλείει πρακτικές εμπορευματοποίησης της πολιτικής και πελατειακής ψηφοθηρίας, να επανασυνδέει το υπούργημα του βουλευτή με την εκπροσώπηση των ψηφοφόρων του.
Θεωρητικά, τον ρόλο κοινωνικού ελέγχου της εξουσίας τον έχουν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και ο συνδικαλισμός. Σήμερα και οι δύο αυτές καίριες λειτουργίες της δημοκρατίας είναι εξαρτημένες ή απολύτως ελεγχόμενες από τα κόμματα. O συνδικαλισμός υπηρετεί κομματικές στρατηγικές, όχι συμφέροντα των εργαζομένων – στα Δ.Σ. των συνδικαλιστικών σωματείων εκπροσωπούνται κόμματα, όχι μαχητές κοινωνικών αιτημάτων. Kαι τα MME επιβιώνουν και λειτουργούν, μόνο επειδή οι κομματικές κυβερνήσεις πληρώνουν από το υστέρημα των φορολογουμένων τα τεράστια χρέη των εμπόρων του τηλεθεάματος.
Kαινούργιο Σύνταγμα σημαίνει, διαφορετική λογική συνταγματικής νομοθεσίας. Oριοθέτηση θεσμικών λειτουργιών που να αποδώσουν τον συνδικαλισμό και τα MME στη διακονία των κοινωνικών αναγκών και στόχων, όχι των κομματικών - συντεχνιακών. Παράδειγμα: Oπως ισχύει συνταγματική απαγόρευση απεργίας των δικαστικών λειτουργών και των σωμάτων ασφαλείας, να επεκταθεί κατά λογική συνέπεια η απαγόρευση σε κάθε απεργία, «πορεία» ή «κινητοποίηση» που αποβλέπει σε «κοινωνικό κόστος»: σε εκβιασμό, βασανισμό ή ομηρεία πολιτών.
H ριζική αλλαγή της λογικής του Συντάγματος προϋποθέτει δημοψηφισματική διασάφηση της σκοποθεσίας του: Nα συνομολογήσουμε οι σημερινοί Eλληνες, κατά πλειοψηφία, τι είδους κοινωνία θέλουμε, ποιες προϋποθέσεις συνύπαρξης επιλέγουμε. Θέλουμε την ελληνικότητα ως κρατική απλώς υπηκοότητα, δηλαδή ως εθνικότητα, ιδεολογική συνιστώσα του έθνους - κράτους, όπως την όριζε η φιλοσοφία του Διαφωτισμού; Mας αρκεί μια συλλογικότητα «πλουραλιστική», ανεκτική της ακοινωνησίας που επιβάλλει στανικά η επιθετική «διαφορετικότητα», η εκδοχή του ανθρώπου ως καταναλωτικής αποκλειστικά μονάδας; ΄H εκδεχόμαστε και θέλουμε την ελληνικότητα ως πρόταση πολιτισμού, πρόταση «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, που το ελλαδικό κράτος καλείται να τη διαχειριστεί ως ιδιαιτερότητα, ικανή όμως να διακονήσει πανανθρώπινη ανάγκη;
Aπό τη δημοψηφισματική απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα θα εξαρτηθεί αν μπορεί ο κάθε τυχάρπαστος κομματικός υπουργός Παιδείας να σπάζει τη συνέχεια δύο χιλιάδων χρόνων της ελληνικής γραφής καταργώντας τόνους και πνεύματα. Να αποκλείει τους σημερινούς Ελληνες από την πρόσβαση στο διαχρονικό γίγνεσθαι της γλώσσας τους καταργώντας τη διδασκαλία των αρχαίων. Ή να «αποδομεί» την ιστορική συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας κατασυκοφαντώντας βάναυσα το παρελθόν στις συνειδήσεις των παιδιών της.
Είναι κυριολεκτικά παράλογο, εξωφρενικό, να αναθέτουμε στους αυτουργούς κοινωνικών εγκλημάτων να μας απαλλάξουν από τις προϋποθέσεις και τις πρακτικές που οι ίδιοι επινόησαν και επέβαλαν, προκειμένου να εγκληματίσουν. Γι’ αυτό και είναι εντελώς παρανοϊκό να περιμένουμε από το σημερινό πολιτικό σύστημα, το υπαίτιο για την εφιαλτική καταστροφή της χώρας, να «αναθεωρήσει» το Σύνταγμα με όρους αυτοαναίρεσης της Κομματοκρατίας και αποκατάστασης της δημοκρατίας.
Περιμένουμε από τον νομικό κόσμο της χώρας, φορέα των ευθυνών της τρίτης στη δημοκρατία εξουσίας, να φωτίσει δυνατότητα εξόδου από το ασφυκτικό αδιέξοδο: Χρειαζόμαστε καινούργιο Σύνταγμα και δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε τη σύνταξή του σε πολιτικό προσωπικό που, κατ’ εξακολούθησιν, ευτέλισε τη συνταγματική λογική.

Χρηστου Γιανναρα

09 Απριλίου 2011

Αν σου λείψω μια μέρα


Αν σου λείψω μια μέρα μην ανησυχήσεις
ως το άλλο πρωι, ως το άλλο βράδυ, ως την Κυριακή.
Εδώ κάπου θα βρίσκομαι σ'έναν άρρωστο δίπλα,
μ' ένα πικρό ραβδί θα ψάχνω να βρω μια πηγή,
πόρτα σε πόρτα θα γυρνώ μ'ένα ψωμί στη μασχάλη.
Έχε αναμμένη τη φωτιά πάντοτε, γιατί πάντοτε
θα σου γυρίζω μουσκεμένος. Έχε ζεσταμένο
στα γόνατά σου ένα πουκάμισο κι έχε το νου σου
στην πόρτα και στη δημοσιά μην ακουστώ, γιατί,
δίχως λειψό αποφέγγαρο κι αστρί, κάθε φορά,
από την άκρη θα'ρχομαι του κόσμου.

Το Ψωμί


Ενα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό
ψωμί, είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό,
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος. κι αυτή
μ' ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ' αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό!
Ας μην το κρύβουμε.
Διψάμε για ουρανό.

Ορέγομαι


Ποθώ το στόμα σου , τη φωνή , τα μαλλιά σου ,
Σιωπηλή πεινασμένη ενεδρεύω στους δρόμους ,
Το ψωμί δεν με τρέφει , η αυγή με ταράζει ,
Αναζητώ τον υγρό ήχο των βημάτων σου όλη μέρα .

Ορέγομαι το λαμπερό σου χαμόγελο ,
Τα χέρια σου το χρώμα του άγριου σιταριού ,
Ορέγομαι τα χλωμά πετράδια των νυχιών σου ,
θέλω να καταφάω το δέρμα σου σαν ολόκληρο αμύγδαλο .

Θέλω να καταφάω την ηλιαχτίδα που τρεμοπαίζει στην ομορφιά σου ,
Τη μύτη , άρχοντα του αλαζονικού σου προσώπου ,
θέλω να καταφάω την φευγαλέα σκιά απ τα ματόκλαδα σου .

Και περπατώ πεινασμένη οσφραινόμενη το λυκόφως ,
Ψάχνοντας για εσένα , και τη ζεστή σου καρδιά ,
όπως το πούμα στη χέρσα ερημιά.

08 Απριλίου 2011

H ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΒΑΡΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

 
Α.   Ο ΗΡΑΚΛΕΙΟΣ ΟΙ ΠΕΡΣΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΒΑΡΟΙ
Σχεδόν μόλις μπήκε ο 7ος αιώνας ο βασιλιάς Χοσρόης Β΄ στην Περσία αποφάσισε να ανοίξει δρόμο προς τη Μεσόγειο και προς τον Εύξεινο Πόντο. Το δρόμο αυτό τον έκλεινε το Βυζαντινό Κράτος. Ο Πέρσης βασιλιάς νόμιζε ότι ήταν κατάλληλη ευκαιρία – είχε πληροφορίες ότι πολλές μεγάλες πόλεις της Συρίας, της Παλαιστίνης  και σχεδόν όλη η Αίγυπτος βρίσκονταν σε εμφύλιο πόλεμο εξ αιτίας των αιρέσεων (μονοφυσίτες και Νεστοριανοί εναντίον Ορθοδόξων).  

Ο Χοσρόης Β΄για να αιφνιδιάσει τους Βυζαντινούς έδρασε αστραπιαία. Χώρισε το στρατό του σε τρία τμήματα. Το πρώτο, αφού κατέλαβε την Ταρσό της Κιλικίας στράφηκε προς την Κεντρική Μικρά Ασία και παρακάμπτοντας το Δορύλαιο της Φρυγίας έφθασε το Μάιο του 626 στη Χαλκηδόνα και τη Χρυσούπολη στο Βόσπορο. Το δεύτερο τμήμα μέσω της Αρμενίας και των Ποντιακών Ορέων έφθασε στα παράλια του Πόντου μέχρι τους πρόποδες του Καυκάσου.  Το τρίτο τμήμα του Περσικου στρατού, αφού υπέταξε τη Συρία  και την Παλαιστίνη έφθασε μέχρι τις εκβολές του Νείλου. Μ' αυτό τον τρόπο απείλησε τα μεγαλύτερα - εμπορικά και στρατηγικά - κέντρα: Την Αντιόχεια, την Αλεξάνδρεια, την Τραπεζούντα και την ίδια την Κωνσταντινούπολη.

Δεν ήταν λίγες οι βυζαντινές πόλεις που παραδόθηκαν αμαχητί – επειδή η πλειονότητα των κατοίκων ήταν Νεστοριανοί αλλά και για να απαλλαγούν από τη βαριά φορολογία των Βυζαντινών. Ο Χοσρόης για να πάρει με το μέρος του τους «αιρετικούς – Νεστοριανούς» της Συρίας αναγνώρισε το Νεστοριανισμό ως «μια από τις επίσημες θρησκείες της Περσίας».

Δυστυχώς στην Άλωση της Παλαιστίνης αναφέρονται από τους χρονογράφους φρικτά πολεμικά εγκλήματα που διέπραξαν οι Πέρσες στρατηγοί.  Αυτόπτης μάρτυρας αναφέρει ότι έγινε μεγάλη σφαγή (σκοτώθηκαν  66.500 χριστιανοί) και αιχμαλωτίστηκαν 35.000.

Το επόμενο βήμα του Χοσρόη Β΄ ήταν να πείσει τους Αβάρους στους πρόποδες του Καυκάσου και στα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου να καταπατήσουν τη Συνθήκη που είχαν υπογράψει με τον Ηράκλειο και να αποκλείσουν τα Βόσπορο και τα Στενά της Προποντίδας. Έτσι πολύ γρήγορα η Κωνσταντινούπολη θα έπεφτε στα χέρια των Περσών. Οι Άβαροι όμως αποδείχθηκαν όχι μόνο ανάξιοι σύμμαχοι αλλά και άπειροι και ανίκανοι σε ναυμαχίες. Υπέπεσαν σε πολλά λάθη, έπαθαν πανωλεθρία και μετά από μια μικρή θαλασσοταραχή που τους πανικόβαλε, εγκατέλειψαν τους Πέρσες και αποσύρθηκαν στις Ρωσικές στέπες.

Αν το σχέδιο του Χοσρόη Β΄ πετύχαινε, η βυζαντινή κρατική μηχανή δεν θα προλάβαινε να αντιδράσει. Η Αυτοκρατορία θα κατέρρεε, η Κωνσταντινούπολη θα παραδιδόταν στους Πέρσες. Και το μέλλον των Ελλήνων θα ήταν αβέβαιο. Είναι γνωστό ότι το 635 (εννέα χρόνια μετά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης), το Περσικό Κράτος κατέρρευσε κάτω από την πίεση των Αράβων. Αν η Κωνσταντινούπολη τότε βρισκόταν σε Περσικά χέρια, η κατάρρευση των Περσών θα συμπαρέσυρε όλη την Ελληνική Ανατολή με απρόβλεπτες συνέπειες - ίσως και για την Ευρώπη που εκείνη την εποχή βρισκόταν σε παρακμή .    
     

Όμως η ήττα του Χοσρόης Β΄ και η αποτυχία του μεγαλοφυούς σχεδίου του οφείλεται και σε ένα άλλο γεγονός : Ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος σε μια κίνηση αντιπερισπασμού, αντί να γυρίσει και να προστατεύσει την Κωνσταντινούπολη, συνέχισε το δρόμο του προς τα Περσικά Σύνορα και κτύπησε την Κτησιφώντα την πρωτεύουσα της Περσίας – τη στιγμή που σχεδόν κανείς δεν βρισκόταν να του αντισταθεί. Οι επιτυχίες του Ηρακλείου εξυμνήθηκαν από τους σύγχρονους χρονογράφους και καλλιτέχνες. Το "ΠΑΣΑΛΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟ", ο Γεώργιος Πισίδης αλλά και αργότερα μεγάλοι χρονογράφοι τιμούν τον Ηράκλειο ως "Θεόσταλτο Σωτήρα του Βυζντινού Κράτους". Ο αργυρός δίσκος που βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης ο Ηράκλειος εικονίζεται ως Δαβίδ που νικά τον Γολιάθ. Ακόμη και Άραβες χρονογράφοι θαυμάζουν τα κατορθώματα του Ηρακλείου.

Στην Κωνσταντινούπολη παρέμεινε ο «μάγιστρος» Βώνος (ανώτατος αξιωματούχος, έμπειρος και διορατικός που εκτελούσε χρέη πρωθυπουργού). Αυτός μαζί με τον Πατριάρχη Σέργιο που απέδειξε ότι διέθετε ηγετικά προσόντα,  οργάνωσαν άμυνα (με 12.000 «θωρακοφόρους») εναντίον των Αβάρων.     
 




Β.  ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ  ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

Ο Ηγεμόνας των Αβάρων με 110.000 μαχητές ήλθε προ των τειχών της Κωνσταντινούπολης. Η πρώτη προσπάθεια των Ελλήνων να τους αντιμετωπίσουν απέτυχε. Όμως στη θάλασσα, ο Βυζαντινός Στόλος κατόρθωσε να βουλιάξει τα «ακάτια» (τα μικρά σλαυικά πλοία που υποστήριζαν την πολιορκία). Και η θαλασσοταραχή δημιούργησε πανικό στους πολιορκητές. Έτσι γρήγορα  οι Έλληνες τους έθεσαν εκτός μάχης. Φαίνεται ότι ο Μυστικές Υπηρεσίες του Βυζαντίου υπέκλεψαν τα Συνθήματα και τους Κωδικούς Επικοινωνία των Αβάρων. Έτσι ήταν θέμα λίγων ωρών τα μικρά πλοιάρια του εχθρού να χάσουν την επαφή με την κεντρική διοίκησή τους και με τη βοήθεια μικρής θαλασσοταραχής να διασκορπιστούν και να διαλυθεί ο στρατός.  Ο Γεώργιος Πισίδης ήταν αυτόπτης μάρτυς των επιχειρήσεων και αφιερώνει εκτενές ρεπορτάζ. Δεν είναι γνωστό πόσο αντικειμενικό ήταν αυτό το ρεπορτάζ πάντως τη σωτηρία της Πόλης την αποδίδει στην Παναγία η οποία όπως λέει «τέντωνε τα τόξα, έφερνε ασπίδες και κτυπούσε και πλήγωνε τους εχθρούς ... αναποδογύριζε τα σκάφη ...». αλλά και στο Πασχάλιο Χρονικό ο Ηγεμόνας των Αβάρων ακούγεται να φωνάζει φοβισμένος:  «βλέπω μια γυναίκα να περιτρέχει το τείχος και να δίνει εντολές στους Έλληνες πολιορκούμενους». 

Όσοι Άβαροι γλίτωσαν υποχώρησαν στις στέπες της Σκυθίας. (στη Ρωσία). Από τότε διαλύθηκε το κράτος τους και δεν απείλησαν πια το Βυζάντιο.
 Όταν οι Άβαροι υποχώρησαν έφθασε και η είδηση ότι ο Ηράκλειος μπήκε στην Πρωτεύουσα της Περσίας και «πήρε τον Τίμιο Σταυρό που οι Πέρσες είχαν αφαιρέσει από την Παλαιστίνη».      

Η διάλυση του στρατού των Αβάρων και η σωτηρία της Κωνσταντινούπολης έμεινε στη μνήμη των Ελλήνων ως ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα. Ο ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος δεν διστάζει να πει: «Ἀν σήμερον ὑπάρχει Ἑλληνισμός τοῦτο ὀφείλεται κατά πρῶτον λόγον εἰς την ματαίωσιν τῆς πρώτης ταύτης ὑπό τῶν βαρβάρων πολιορκίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως...».        

Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης για τον σύγχρονο Ελληνισμό έχει και άλλη αξία: Στις περιγραφές για πρώτη φορά εμφανίζονται Νεοελληνικές λέξεις και εκφράσεις. Το «Πασχάλιο Χρονικό» που είναι η βασική πηγή πληροφοριών για τα γεγονότα του 626 – 628, ονομάζει «παλληκάρια» τους νέους που ακολουθούσαν ως εθελοντές και βοηθούσαν τους στρατιώτες. Εκείνα τα «παλληκάρια» αγωνίστηκαν γενναία και με αυτοθυσία εναντίον των Αβάρων. Πολλούς αιώνες αργότερα, στην Ελληνική Επανάσταση «παλληκάρι» είναι ο γενναίος και ατρόμητος νέος μαχητής που υπό τις διαταγές του «καπετάνιου» αγωνίζεται  με αυτοθυσία για την πατρίδα.

Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Πατρίκιος Γεώργιος, επικεφαλῆς αντιπροσωπίας που επισκέφθηκε τον ηγεμόνα των Αβάρων, απάντησε στις απειλές: «Ἡμεῖς την πόλιν οὐδέποτε ἑῶμεν. Ἡμεῖς γάρ προσδοκῶντες ὅτι καίριόν τι λαλοῦμεν ἐξήλθομεν προς σε…».(«Την Πόλη ποτέ δεν θα σου την παραδώσουμε. Βγήκαμε να σε συναντήσουμε περιμένοντας πως θα συζητήσουμε κάτι σοβαρό – τους όρους αποχώρησής σας»). Αυτή η απάντηση του Πατρίκιου Γεωργίου έρχεται να προστεθεί στο  «Μολών λαβέ»  του Λεωνίδα, και στην απάντηση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου προς τον Μωάμεθ τον Πορθητή:  «...άπαντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεθα...» (με τη θέλησή μας θα πεθάνουμε πολεμώντας για τη Πατρίδα)

Τέλος,  με τη «λύτρωση της Πόλης» και τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 συνδέεται και ο «Ἀκάθιστος Ὕμνος» ένα από τα μνημεία της Εκκλησιαστικής Ποίησης. Όταν οι Άβαροι έπαθαν πανωλεθρία και  έλυσαν την πολιορκία, όλος ο λαός συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών και τέλεσαν Αγρυπνία «ορθοστάδην» (σε όλη τη διάρκεια της ακολουθίας έψαλλαν όρθιοι) αποδίδοντας τη «λύτρωση της Πόλης» στην επέμβαση της Θεοτόκου. Κατά την Αγρυπνία τέλεσαν κάποια «παντομίμα» (κατά τη συνήθεια των Βυζαντινών) και έψαλαν «Κοντάκια» με ιδιαίτερο δραματικό τρόπο (σήμερα δεν είναι γνωστός ο τρόπος που δραματοποιούσαν τους ύμνους με παντομίμες).  

Μεταξύ των ύμνων έψαλαν και το «Κοντάκιο» του Ευαγγελισμού (που φαίνεται ότι στην Παναγία των Βλαχερνών το έψαλλαν συχνά). Όταν ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος γύρισε από την εκστρατεία εξέδωσε διάταγμα με το οποίο καθιερώθηκε η ετήσια ευχαριστήρια αγρυπνία στην Παναγία των Βλαχερνών σε ανάμνηση της σωτηρίας της πόλης. Και σήμερα, ο Πατριάρχης με την ακολουθία του τελεί στην Παναγία των Βλαχερνών τους «χαιρετισμούς» την Παρασκευή της Γ΄ Εβδομάδος των Νηστειών.                   
 




Γ.  Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
            
Στην Εκκλησιαστική Παράδοση κάθε μέρα μετά το Δείπνο, τελείται το «Απόδειπνο» (μία προσευχή αποτελούμενη από ψαλμούς και ευχές). Κάθε Παρασκευή   στα μεγάλα μοναστήρια στο Απόδειπνο ψάλλεται και ένας «Κανόνας» αφιερωμένος στη Θεοτόκο που λέγεται «Θεοτοκάριο». Αποτελείται από πολλά «τροπάρια». Από το 630 μ.Χ. με απόφαση του Πατριάρχη Σεργίου και του αυτοκράτορα Ηρακλείου, την Παρασκευή των τεσσάρων πρώτων εβδομάδων της Μεγάλης Τεσσαρακοστής στο Απόδειπνο αντί για «Θεοτοκάριο» ψάλλεται ένα μέρος του «Ακαθίστου Ύμνου». Και την Παρασκευή της Ε΄ Εβδομάδος των Νηστειών ψάλλεται όλος ο Ακάθιστος Ύμνος. Ο Ακάθιστος Ύμνος ονομάζεται και «Χαιρετισμοί της Θεοτόκου» επειδή μπορούμε να μετρήσουμε 144 φορές τη λέξη «χαίρε» που απευθύνεται στην Παναγία.           

Και κάτι που ίσως κουράσει όσους δεν γνωρίζουν από εκκλησιαστική υμνογραφία: Ο Ακάθιστος Ύμνος αποτελείται από δύο μεγάλα ποιήματα: Ένα «Κοντάκιο» αγνώστου συνθέτη που πάντα ήταν το κύριο μέρος της Ακολουθίας και από έναν «Κανόνα» («Θεοτοκάριο») που συνέθεσε ο Ιωσήφ ο Υμνογράφος μεταξύ 800 – 842 μ.Χ. Τα τροπάρια του «Κανόνα» φέρουν Ακροστιχίδα που αναγγέλλει τη χαρά που έφερε στον κόσμο η Θεοτόκος αλλά και το γιορτινό κλίμα μετά τη νίκη εναντίον των Αβάρων: «Χαρᾶς δοχεῖον σοῖ πρέπει χαίρειν μόνῃ. ΙΩΣΗΦ».         

Το Κοντάκιο του Ακαθίστου μάλλον ήταν γνωστό στην Κωνσταντινούπολη από παλιότερα – ίσως ψαλλόταν τακτικά στο ναό της Παναγίας στις Βλαχέρνες μια και αναφέρεται στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Είναι εορταστικός χαρούμενος ύμνος και αναγγέλλει τη «χαρά» που έφερε η γέννηση του Χριστού στον κόσμο. Όπως όλα τα «Κοντάκια» αποτελείται από το «Προοίμιο» «Το προσταχθέν μυστικῶς λαβών ἐν γνώσει…» και 24 «Οίκους» (αυτοτελείς δραματικές ενότητες που αναφέρονται στον Ευαγγελισμό, στη γέννηση, στην προσκύνηση των Μάγων κ.λ.π. μέχρι την Υπαπαντή). Οι θεατρολόγοι συμφωνούν ότι οι 24 αυτοί «Οίκοι» απαγγέλλονταν ή ψάλλονταν ενώ σε κάποια γωνιά του ναού τελλούνταν κάποια παντομίμα. Ας προσέξουμε και κάτι άλλο: Στο Κοντάκιο αυτό δεν χωρίζεται ο Ευαγγελισμός από τα Χριστούγεννα. Αυτό θα πει ότι ο ύμνος πρέπει να γράφτηκε πριν το 560 αφού από τότε η εορτή του Ευαγγελισμού χωρίστηκε από τα Χριστούγεννα και άρχισε να εορτάζεται 25 Μαρτίου (εννέα μήνες πριν τα Χριστούγεννα). Άραγε μπορούμε να υποθέσουμε ότι συνθέτης του ύμνου είναι ο Ρωμανός ο Μελωδός; Ένα χειρόγραφο της Μονής Βλατάδων στη Θεσσαλονίκη αναφέρει ως ποιητή του Ακαθίστου τον Ρωμανό (και μπορεί να έχει δίκιο).                 

Είναι αλήθεια ότι από άλλα «Κοντάκια» μόνο αποσπάσματα ή μόνο το Προοίμιο έχει σωθεί. Το «Κοντάκιο» του Ακαθίστου εναι το μοναδικό που διατηρείται έως σήμερα ακέραιο. Λίγα χρόνια μετά την πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως, κάποιος υμνογράφος (ίσως ο Πατριάρχης Σέργιος, ίσως ο Γεώργιος Πισίδης), αντικατέστησε το «Προοίμιο» με τον ύμνο «Τῆ Ὑπερμάχῳ Στρτηρῶ…» που είναι ευχαριστήριος ύμνος προς τη Θεοτόκο, με πολεμικό περιεχόμενο. Στον Ύμνο αυτό εμφανίζεται η «Πόλις της Θεοτόκου» (η Κωνσταντινούπολη) που αναπέμπει «τα νικητήρια ευχαριστήρια» στην «Υπέρμαχο Στρατηγό», την παρακαλεί να διατηρεί το Κράτος «απροσμάχητο» και ζητά προστασία από κάθε κίνδυνο. Δεν θέλει ρώτημα ότι ο ύμνος αυτός γράφτηκε για να θυμίζει τη θαυμαστή σωτηρία της «Πόλης» το 626 μ.Χ.        

Και κάτι τελευταίο: Οι πρώτοι 12 «Οίκοι» (στροφές) του Ακαθίστου έχουν ιστορικό περιεχόμενο (Ευαγγελισμός, προσκύνηση των ποιμένων, προσκύνηση των Μάγων, θυμός του Ηρώδη κ.λ.π.) Οι άλλοι 12 έχουν δογματικό περιεχόμενο. (Ο Χριστός είναι Θεός και άνθρωπος, σώζει το ανθρώπινο γένος, ο Χριστός θυσιάζεται για τον άνθρωπο, ο άνθρωπος μπορεί να συζητά με το Θεό).

Δ.   Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ
 Στη Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους υπάρχει ο θρύλος ότι μια μικρή εικόνα «Παναγία των Χαιρετισμών» που φυλάσσεται εκεί είναι εκείνη, μπροστά στην οποία ψάλθηκε για πρώτη φορά ο Ακάθιστος Ύμνος και ότι έφθασε εκεί το 1592 με θαυμαστό τρόπο. Στις Μονές Χιλανδαρίου και Ξενοφώντος η «Παναγία του Ακαθίστου Ύμνου».           

01 Απριλίου 2011

'Ο καθρέφτης


Μεσ’του καθρέφτη σου τα μάτια θα με δεις 
Αν δε φοβάσαι αληθινά να τον κοιτάξεις ...
Είμαι εγώ, που σου φωνάζω σιωπηλά
Τις παρωπίδες που φοράς να τις πετάξεις 

Ο εαυτός σου... που τον ξέχασες παιδί
Μέσα στις κούκλες και τα άλλα τα παιχνίδια
Μνήμες κι εικόνες που τις κλείδωσες μαζί
Μεσ’του μπαούλου τα παιδιάστικα στολίδια

Είμαι εγώ που έκανα όνειρα πολλά
Για κόσμους όμορφους, στα σύννεφα απλωμένους
Είμαι εγώ που σε ταξίδευα συχνά
Σε παραμύθια μόνο τόπους ειδωμένους

Εκεί που ήρωας θεριεύει το καλό
Δράκοι και μάγισσες ξορκίζονται στο τέλος
Νάνοι και γίγαντες στον ίδιο το σκοπό
Τα χέρια ενώνουνε, κρατώντας το ίδιο βέλος

Εκεί που Πρίγκηπες και Ιππότες με σπαθιά
Χτυπάνε το άδικο κι ορκίζονται αιώνια ...
Στ’άσπρο τους τ’άλογο σε παίρνουν αγκαλιά
Και στο φιλί τους, τ’άστρα ανάβουν σα λαμπιόνια

Αυτός ο κόσμος είναι ακόμα ζωντανός
Όπως κι εγώ πίσω απ’το είδωλο που βλέπεις
Όπως και τότε που τον πίστευες ... μικρός,
Μα είναι δικός σου αν θες εκεί να επιστρέψεις

Κλείσε τα μάτια σου στον κόσμο που κοιτάς
Γύρνα το πρόσωπο και κοίτα εκεί που θέλεις
Χτίσε τον κόσμο σου εκεί που θες να πας
Και αλήθειας βλέμμα θα ‘χει μόνο ο καθρέφτης …