12 Ιουνίου 2011
08 Ιουνίου 2011
Δως μου τ'αθάνατο νερό
Ξέχασε απόψε ο Θεός
να ανάψει το φεγγάρι
και εγώ φιλώ τα μάτια σου
γλυκό μου παλικάρι
Δως μου τ'αθάνατο νερό
δροσιά απ'την καρδιά σου
χίλιες φορές να αναστηθώ
χίλιες να 'μαι δικιά σου
να 'μαι δικιά σου
να 'μαι δικιά σου
Θάλασσα είναι η κάμαρα
καράβι είναι η νύχτα
καν' τα φιλιά σου γιασεμιά
και στο κορμί μου ρίχτα
να ανάψει το φεγγάρι
και εγώ φιλώ τα μάτια σου
γλυκό μου παλικάρι
Δως μου τ'αθάνατο νερό
δροσιά απ'την καρδιά σου
χίλιες φορές να αναστηθώ
χίλιες να 'μαι δικιά σου
να 'μαι δικιά σου
να 'μαι δικιά σου
Θάλασσα είναι η κάμαρα
καράβι είναι η νύχτα
καν' τα φιλιά σου γιασεμιά
και στο κορμί μου ρίχτα
06 Ιουνίου 2011
Η κατάρρευση του ελληνικού κράτους
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ γινόμαστε μάρτυρες ενός πρωτοφανούς γεγονότος για την ιστορία της Ευρώπης παρόμοιο του οποίου δεν έχει συμβεί από τα μέσα του 17ου αιώνα όταν πρωτοεμφανίστηκε το κράτος. Ένα δυτικού τύπου κράτος, όχι κάποιο Πακιστάν, Σομαλία κ.λπ., καταρρέει μέρα με τη μέρα.
Το κράτος όπως το γνωρίζουμε σήμερα, εδαφικό -κυρίαρχο, γραφειοκρατικά συγκεντρωτικό με μονοπώλιο στη χρήση βίας- είναι μια μορφή διακυβέρνησης που ταυτίζεται με τον σύγχρονο κόσμο. Προγενέστερες μορφές διακυβέρνησης υπήρξαν ο χριστιανικός οικουμενισμός (του Πάπα), οι λογής-λογής Αυτοκρατορίες, οι σατραπείες, ο φυλετισμός κ.λπ. Προπομποί του σύγχρονου κράτους υπήρξαν οι πόλεις-κράτη της Αναγεννησιακής Ιταλίας και, από τα μέσα του 17ου αιώνα, το κράτος εμπεδώθηκε και απέκτησε όλα τα γνωστά σε εμάς χαρακτηριστικά.
Ταυτόχρονα, το ίδιο αναδείχθηκε ως ο σημαντικότερος και ο χαρακτηριστικότερος θεσμός της εποχής.
Ειδικά, μετά από τον 19ο αιώνα, όταν το κράτος αυτό οικειοποιήθηκε τον εθνικισμό (υπογραμμίζω οικειοποιήθηκε και δεν κατασκεύασε διότι τα έθνη και οι εθνοτικές ομάδες προϋπήρχαν του κράτους και δεν υπήρξαν κατασκευές του όπως διατείνονται νεωτεριστές και μαρξιστές) έγινε ακαταμάχητο διότι απέκτησε και ηθικό περιεχόμενο.
Η οικειοποίηση του εθνικισμού από το κράτος του επέτρεψε να απαιτεί από τους πολίτες καθολική αφοσίωση, υπακοή και σειρά υποχρεώσεων. Ως αντάλλαγμα το κράτος παρείχε, μέσω ενός «πολιτικο-κοινωνικού συμβολαίου» μια σειρά από αγαθά προς τους πολίτες. Πρώτο και απαραίτητο ήταν η ασφάλεια - από εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς. Ακολούθησε η ελευθερία, αρχικά προς τους λίγους και μετά στους πολλούς. Μετά η τάξη ή ο «νόμος και τάξη», όπως είθισται να λέγεται. Ο «νόμος και τάξη» είναι άμεσα συνυφασμένα με την απονομή δικαιοσύνης.
Τέλος, το κράτος αυτό παρείχε κοινωνική πρόνοια προς τους πολίτες του. Κάποια κράτη, όπως αυτό της ενοποιημένης Γερμανίας του Μπίσμαρκ, άρχισαν να παρέχουν κοινωνική πρόνοια προς τους πολίτες, ήδη από τα τέλη του 19ο αιώνα. Αλλά κράτη, όπως π.χ. το ελληνικό, δεν κατάφεραν να κάνουν κάτι τέτοιο παρά μόνο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Σήμερα, η περίπτωση του ελληνικού κράτους δημιουργεί εύλογα ερωτήματα κατά πόσο το κράτος αυτό είναι σε θέση να τηρήσει τα υπεσχημένα του προς τους πολίτες ώστε η εξουσία του να γίνεται αποδεκτή από αυτούς και, με τη σειρά τους, να ανταποκρίνονται και να αποδέχονται τις υποχρεώσεις τους έναντί του, συμπεριλαμβανομένης και της αφοσίωσής τους.
Σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής η παροχή ασφάλειας είναι συνυφασμένη με την κυριαρχία του κράτους. Η κυριαρχία αυτή αναγνωρίζεται από όλα τα κράτη. Παραβίασή τους συνεπάγεται ανασφάλεια των πολιτών.
Έναντι της Τουρκίας και ειδικά μετά το 1996, η Ελλάδα έπαψε να είναι κυρίαρχο κράτος. Δεν απώλεσε απλά κυριαρχία στα Ίμια, αλλά εισήλθε σε μια διελκυστίνδα που επιτρέπει στην Άγκυρα να τρομοκρατεί, κατά το δοκούν, Έλληνες πολίτες, κυρίως αυτούς που κατοικούν στη νησιωτική επικράτεια της Ελλάδας. Η Ελλάδα αδυνατεί πλέον να ασκήσει την κυριαρχία της σε σημαντικό μέρος της εδαφικής, νησιωτικής και θαλάσσιας επικράτειας λόγω της τουρκικής πολιτικο-στρατιωτικής και ψυχολογικής πίεσης. Ως συνέπεια η Ελλάδα έχει πάρει την άγουσα της φιλανδοποίησης. Η φιλανδοποίηση υποδηλώνει προσαρμογή στις απαιτήσεις μιας άλλης χώρας. Αυτό είναι ασυμβίβαστο με την κρατική κυριαρχία και την παροχή ασφάλειας προς τους πολίτες της φιλανδοποιημένης χώρας.
Την τελευταία δεκαετία και με αυξητικούς ρυθμούς, το ελληνικό κράτος αδυνατεί να παράσχει και εσωτερική ασφάλεια, κυρίως σε αστικά κέντρα. Το φαινόμενο αυτό έχει πάρει πλέον εκρηκτικές διαστάσεις στην ελληνική πρωτεύουσα αλλά και σε πολλά άλλα αστικά κέντρα. Όπως για παράδειγμα η Πάτρα. Δείγματα γραφής της ανασφάλειας που νιώθουν οι Έλληνες πολίτες είναι τα αυξανόμενα κρούσματα αυτοδικίας αλλά και η γεωμετρική αύξηση ιδιωτικών υπηρεσιών ασφαλείας. Και τα δυο αυτά φαινόμενα υποδηλώνουν ότι το κράτος αδυνατεί πλέον να μονοπωλήσει τη χρήση βίας και να παράσχει ασφάλεια στους πολίτες.
Ως συνέπεια, το κράτος δεν μπορεί να διατηρήσει την τάξη και το νόμο και, βέβαια, ούτε να απονέμει δικαιοσύνη. Το ζήτημα της απονομής δικαιοσύνης συνδέεται μόνο μερικώς με τις πρόσφατες εξελίξεις. Ως τέτοιο, το ζήτημα απονομής δικαιοσύνης έχει μεγάλη προϊστορία που συνδέεται με τη διαφθορά και την παρακμή των ταγών του τόπου και κυρίως με τη διαπλοκή των αιρετών αρχόντων με το κομπαδόρικο οικονομικό σύστημα του τόπου.
Το πιο πρόσφατο και τελευταίο δείγμα γραφής της κατάρρευσης του ελληνικού κράτους είναι η οργανωμένη από το ίδιο το κράτος περικοπή των κοινωνικών παροχών. Θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους δεν γίνεται διότι το ίδιο το κράτος το αποφάσισε να κινηθεί αυτόνομα προς αυτήν την κατεύθυνση στη βάση μιας καλώς νοούμενης λογικής ή ιδεολογίας όπως αυτής του νεοφιλελευθερισμού για παράδειγμα.
Το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα αποδομείται διότι το ελληνικό κράτος έχει χάσει ήδη και την οικονομική του κυριαρχία και υλοποιεί εντολές που λαμβάνει από εξωθεσμικά κέντρα εξουσίας κατά παράβαση του ίδιου του Συντάγματος της χώρας. Συγκεκριμένα ακολουθεί τις εντολές της ΕΕ και του ΔΝΤ μέσω της γνωστής, πλέον στους Έλληνες, Τρόικας. Και όταν ένα κράτος παραβιάζει με τέτοιο αναξιοπρεπή τρόπο το Σύνταγμά του αυτό δεν είναι κράτος. Είναι μασκαραλίκι.
Ο Μάριος Ευρυβιάδης διδάσκει Διεθνείς Σχέσεις στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
05 Ιουνίου 2011
Kάλλιον αφτιασίδωτη υποτέλεια
Προειδοποίηση ευχετική, για την αποφυγή χιλιοειπωμένων εξηγήσεων (και παρεξηγήσεων): H σημερινή επιφυλλίδα είναι αυστηρώς ακατάλληλη για ιδεολόγους εθνικιστές – οπαδούς του «ελληνοχριστιανισμού» του κοραϊσμού, του «εκσυγχρονισμού» ή όποιους άλλους. Θέλει να προβληματίσει όσους (ίσως ελάχιστους) ενδιαφέρονται για τον Eλληνισμό όχι ως κρατικό σχήμα, ούτε ως φυλή, έθνος, κοινό DNA(!) αλλά ως γλώσσα, ως μήτρα της κριτικής σκέψης, ως γεννήτορα της πολιτικής (δηλαδή του αθλήματος να είναι «κατ’ αλήθειαν» ο βίος). Tον Eλληνισμό ως πρωτουργό της ταύτισης του κάλλους με την πληρότητα της γνώσης, της Tέχνης με την αποκάλυψη.
Tο σενάριο το αυστηρώς ακατάλληλο για ιδεολόγους (άσκηση προβληματισμού και όχι ακόμα πρόταση πράξης) συνοψίζεται στην παιγνιώδη υπόδειξη που είχε κάποτε τολμήσει ο Mάνος Xατζιδάκις: «Nα φέρουμε τους Eυρωπαίους να μας κυβερνήσουν, ώστε να μπορέσουμε εμείς να ασχοληθούμε με τα ουσιώδη». H λογική της υπόδειξης έχει σοβαρά ιστορικά ερείσματα και δυναμική επικαιρότητα σήμερα.
Πρώτο έρεισμα το γεγονός ότι ο Eλληνισμός απόκτησε για πρώτη φορά γεωγραφικά σύνορα με την ίδρυση του «εθνικού» κράτους, μετά την επανάσταση του 1821. (Tο «εθνικό» κράτος άφηνε έξω από τα σύνορά του τα τρία τέταρτα των ελληνόφωνων πληθυσμών του βαλκανικού, μικρασιατικού και μεσανατολικού χώρου). Oύτε οι «πόλεις-κράτη» της Aρχαίας Eλλάδας είχαν συγκροτήσει ποτέ ενιαίο σχήμα διοικητικής οργάνωσης ούτε η εκστρατεία του Mεγάλου Aλεξάνδρου απέβλεψε σε τέτοιο σχήμα. O Aλέξανδρος, στην απίστευτης έκτασης εκστρατεία του, ενοποίησε πολιτιστικά έναν τεράστιο γεωγραφικό χώρο ιδρύοντας παντού «ελληνίδας πόλεις» - η ιδέα της αυτοκρατορίας (imperium) είναι τυπικά ρωμαϊκή, μεταγενέστερη.
Δεύτερο ιστορικό έρεισμα της υπόδειξης Xατζιδάκι είναι το γεγονός ότι ο Eλληνισμός συνέχισε να παράγει πολιτισμό με πανανθρώπινη εμβέλεια, όντας υποτελής στους Pωμαίους αρχικά και υπόδουλος στους Oθωμανούς αργότερα. H πολιτιστική του δυναμική εξελληνίζει ένδοθεν τη Pωμαϊκή Aυτοκρατορία, έτσι ώστε, όταν η Δύση υποτάσσεται στα βαρβαρικά φύλα και αποκόβεται (με το Σχίσμα, το 1054) από τον πολιτισμό της Xριστιανικής Oικουμένης, η λέξη Pωμηός να σημαίνει τον φορέα της πολιτιστικής συνέχειας του Eλληνισμού. Aκόμα και κάτω από τον οθωμανικό ζυγό ο Eλληνισμός συνεχίζει τη δημιουργική ανέλιξη της γλωσσικής του συνέχειας, την πολιτική ως κοινό άθλημα πραγμάτωσης τού «κατ’ αλήθειαν» βίου (στην αυτοδιοικούμενη κοινότητα) – παράγει ποίηση, τραγούδι, εκπληκτική αρχιτεκτονική, έκπαγλη φορεσιά, αξεπέραστους θεσμούς συνεργατικούς.
O Eλληνισμός τελειώνει ιστορικά με την ίδρυση του «εθνικού» κράτους. Tελειώνει, γιατί παύει να παράγει ετερότητα, οι πολιτιστικές του επιδόσεις είναι αποκλειστικά μιμητικές, αντιγράφει τη Δύση, πιθηκίζει τα πάντα. H γλώσσα μπολιάζεται με την ψευτιά της κοραϊκής «καθαρεύουσας», σώζεται εφήμερα από χαρισματικούς ποιητές, για να εκβαρβαρωθεί δραματικά στα σχολειά και στην καθημερινή επικοινωνία (ως «κρατική δημοτική»!) τα τελευταία τριάντα χρόνια. H πολιτική αφελληνίζεται ριζικά με την ίδια την ίδρυση του κράτους: υποτάσσεται σε δάνεια σχήματα και θεσμούς δίχως την παραμικρή έγνοια για προσαρμογή στις ανάγκες και στους ιστορικούς εθισμούς του Eλληνα. O ιδεολογικός, συναισθηματικός πατριωτισμός γνωρίζει μια τελευταία αναλαμπή στον πόλεμο του ’40, ενάντια στους Iταλούς και στους Γερμανούς. Xλευάζεται σαν «εθνικοφροσύνη», όταν αντιστέκεται στο ζαχαριαδικό πραξικόπημα για τη στανική ένταξη της χώρας στον σταλινικό ολοκληρωτισμό. Kαι αφανίζεται κατασυκοφαντημένος ο πατριωτισμός στη δίνη του «εκσυγχρονιστικού» μηδενισμού μετά τη μεταπολίτευση του ’74.
Διακόσια χρόνια πασχίσαμε οι Nεοέλληνες να γίνουμε Eυρωπαίοι και δεν καταφέραμε παρά μόνο τον βυθισμό μας στη μειονεξία, στην ανημπόρια, στην καθυστέρηση. Oύτε Eυρωπαίοι ούτε Eλληνες πια, αλλά ένα μπάσταρδο τριτοκοσμικό συμπίλημα των ελαττωμάτων του μεταπράτη και του παρακμιακού. Kαι σήμερα το μεταπρατικό οικοδόμημα του «εθνικού» μας κράτους καταρρέει με πάταγο μέσα στη διεθνή χλεύη.
Eτσι το σενάριο, το αυστηρώς ακατάλληλο για ανελλήνιστους, επαναποκτά επικαιρότητα και λέει: Mήπως, αν μας ενδιαφέρει να συνεχίσει να υπάρχει ιστορικά ο Eλληνισμός, πρέπει να επιδιώξουμε μια ξένη κατοχή, μια απροσχημάτιστη υποδούλωση; Mήπως, αν απολέσουμε την αυτονόητη (συμβατική) ελληνικότητα, ανακαλύψουμε τη ρεαλιστική, δημιουργική επικαιρότητα της ελληνικής πρότασης στους σημερινούς καιρούς; Eπιτέλους, αντί για την ατελέσφορη μίμηση, ας δοκιμάσουμε την αφτιασίδωτη υποτέλεια. O Kοραής ονειρευόταν Γάλλους και Γραικούς «εις εν έθνος, Γραικογάλλων»! Eμείς ας συμβιβαστούμε με σιαμαίο τον οποιοδήποτε θαυμάζουμε Eυρωπαίο
Γιατί να πουλάμε εξευτελιστικά, κομμάτι - κομμάτι, αυτή την πατρίδα, την κοινωνική μας περιουσία: ηλεκτροδότηση, υδροδότηση, οδικό δίκτυο, τρένα, λιμάνια, αεροδρόμια, δημόσια κτίσματα, δημόσια γη; Aς παραδώσουμε ευθέως στη μαφία των τοκογλύφων που μας «επιτροπεύει» αυτό το κράτος, το ολοφάνερα ξένο, εχθρικό, αντίπαλο του πολίτη, υποχείριο της εντόπιας μαφίας των κομματανθρώπων. Aντί να μας κυβερνάνε θλιβερές, τηλεκατευθυνόμενες μαριονέτες, ας έρθουν να κυβερνήσουν, φανερά και απροσχημάτιστα, οι πραγματικοί διαχειριστές της τύχης μας: Oλι Pεν, Γιουνκέρ, Σόιμπλε, Tρισέ ή όποιος άλλος.
Σίγουρα θα στερηθούμε «δικαιώματα», «ελευθερίες», θα απαλαμβάνουν άλλοι τον πλούτο της χώρας μας, θα στερηθούμε, ίσως και να πεινάσουμε. Aλλά τότε, δίχως κρατικές επιφάσεις και συναισθηματικές ψευδαισθήσεις, θα κριθεί στην πράξη αν η ελληνική πρόταση «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, η ετερότητα του πολιτισμού των Eλλήνων, έχει τον δυναμισμό και τη γονιμότητα ενεργητικής μετοχής στο ιστορικό γίγνεσθαι σήμερα. Aν ναι, ο Eλληνισμός θα καρπίσει και πάλι πολιτισμό με πανανθρώπινη εμβέλεια. Aν όχι, θα εξαφανισθούμε αθόρυβα στα απόνερα του «ευρωπαϊκού κεκτημένου» μας: της καταναλωτικής αποχαυνωτικής μονοτροπίας.
Tο «εθνικό» κράτος θα επιβίωνε μόνο υπηρετώντας την οικουμενική ελληνικότητα.
02 Ιουνίου 2011
Σουτ βρε Ρωμηοί!
Ακούγοντας, βλέποντας και διαβάζοντας κανείς τις σάπιες τούτες ημέρες, έχει την αίσθηση ότι επίκειται το τέλος του νεοελληνικού κράτους. Μέχρις εδώ ήταν, «εάλω η Πόλις».
Παρόμοια αισθήματα βίωναν και οι δυστυχείς Ρωμηοί, λίγο προ της αλώσεως της Βασιλεύουσας. Το Γένος ανέβαινε στον αιμάτινο δρόμο του Γολγοθά του, στην μακραίωνη σκλαβιά στους αντίχριστους Αγαρηνούς εξαιτίας κυρίως της ηθικής κρίσης. Το διαπιστώνουμε σε κείμενα της εποχής: « Οι άρχοντες συμμετέχουν στις παρανομίες, οι διαχειριζόμενοι τα κοινά είναι κλέφτες, οι δικαστές δωρολήπτες με αποτέλεσμα να επικρατούν οι εγωιστές, οι αλαζόνες, οι αχάριστοι, οι συκοφάντες… Δεν υπάρχει αγάπη, αδελφών ομόνοια «ουδαμού σπλάχνον χριστιανικόν, ουδαμού δάκρυον συμπαθές», θρηνεί ο μοναχός (και άγιος νομίζω της Εκκλησίας μας) Ιωσήφ Βρυέννιος. (Απ. Βακαλόπουλος, «Ο χαρακτήρας των Ελλήνων», σελ. 81).
Στο ίδιο βιβλίο, ο αείμνηστος καθηγητής, σημειώνει ότι «οι πλούσιοι την εποχή εκείνη, ενώ κατέρρεαν τα τελευταία υπολείμματα της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ξένοι τελείως προς το πνεύμα του Χριστιανισμού, ήταν σκληρότεροι απέναντι στους φτωχούς και ταπεινούς της ζωής». Είμαστε και σήμερα ενώπιον μιας νέας άλωσης, περιμένουμε των εχθρών τα φουσάτα…
Γιατί είναι η πατρίδα «αχούρι κοπρισμένο/ από τ’ αλόγατα του οχτρού. Καπίστρια τα φελόνια /και οι κολυμπήθρες γούρνες. Να! Διαγουμιστές όλοι/ των όλων. Τίμιων, ιερών μαγαριστές και σφάχτες».
( Παλαμάς, «Η φλογέρα του βασιλιά»). Κόπρισε, διαγούμισε, μαγάρισε τόσα χρόνια το πολιτικό χτικιό, άχρηστοι και ανίκανοι λεβαντίνοι, οι συμμορίες του κομματισμού και μας παραδίδουν αμαχητί στους Φραγκογερμανούς, στους «Βενετούς», στους εμπόρους των εθνών- τοκογλύφους.
Γιατί δεν ξεσηκωνόμαστε, γιατί δεν επαναστατούν οι νέοι; Αναρωτιέται η μεσόκοπη άνοια και ανία, η συφοριασμένη «γενιά του Πολυτεχνείου»; Επανάσταση; Τι είναι αυτό τρώγεται; Μια διαδήλωση, μια πορεία διαμαρτυρίας για την θεϊκή ομάδα μας, ναι! «Προοδευτικές» συμπλοκές με την αστυνομία και βεβήλωση της ασυλαίας ανοησίας, όλα αυτά που ξεσηκώνουν ενίοτε τη νερουλή νεολαία μας - εικόνα και ομοίωση μας- γίνονται, έτσι περνάει η ώρα, ξεθυμαίνει, απελευθερώνεται και η σωρευμένη ενέργεια.
Η Επανάσταση όμως «θέλει δουλειά πολύ», πριν, όχι τώρα. Πού να ξέρουν οι νέοι από επαναστάτες, ποιος τους δίδαξε; Με ολίγον Τσε Γκεβάρα, ως καρδιοκατακτητή κυρίως και ατίθασο πλουσιόπαιδο, επαναστάτες δεν φτιάχνεις. «Ο γύφτος και φθισικός» Καραϊσκάκης δεν μας κάνει, του λείπει η πολυπολιτισμική διάσταση, έκοβε και έχτιζε λοφίσκους με τούρκικα κεφάλια, ρατσισμός ασυγχώρητος. Εσυνηθίσαμε, ως θα έλεγε ο γερο – Κολοκοτρώνης, να μας καταφρονούν οι ξένοι, δυο αιώνες, υποτέλειας και ξενοδουλείας, βιώσαμε. Τώρα, στις γενιές μας ξεβράζεται το κακό. Οι κοπριές, οι κοπρώνυμοι, που κυβέρνησαν ιδίως κατά την λαμπρή τους περίοδο – την ευρωπαϊκή της μακαρίτισσας ΕΟΚ – άφησαν την πατρίδα χωρίς παιδεία εθνική, χωρίς χρηστή δημόσια διοίκηση και μας παραδίδουν στα αρπακτικά της Τρόϊκας. Γιατί δεν επαναστατούν οι Έλληνες; ιδού η απορία. (Το κίνημα διαμαρτυρίας των «αγανακτισμένων», είναι ελπιδοφόρο. Φοβάμαι όμως ότι θα ξεφουσκώσει. Όπως λένε οι παλιοί είμαστε άμαθοι από τέτοια πράγματα. Eξάλλου τα κινήματα είναι μόνο για ξεσκονίσματα. Εδώ μιλάμε για επανάσταση, για Γουδί ).
Ο χρόνιος εθισμός στην δουλοπρέπεια, η καθημερινή εισπνοή τηλεοπτικών αναθυμιάσεων, μεταμόρφωσαν τον πάλαι ποτέ ατίθασο, αγωνιστή, επαναστάτη και πολεμιστή Ρωμηό σε ασπόνδυλο καλοπερασάκια, σε ήρεμο «τίποτε». Διασώζει ο Φωτάκος στα «Απομνημονεύματα περί την Ελληνικήν Επανάστασιν», ένα περιστατικό.
Συμβαίνει κατά το πρώτο έτος της Εθνεγερσίας. Οι πολιορκημένοι Τούρκοι του Νεόκαστρου αποφάσισαν να συνθηκολογήσουν και πρότειναν διαπραγματεύσεις. Συμφωνήθηκε συνάντηση των δυο αντιπροσωπειών έξω από το φρούριο. Αλλά οι συνομιλίες δυσκολεύονταν και αργούσαν, επειδή εκατοντάδες αγωνιστές, περίεργοι, χασομέρηδες, και λοιποί «άτακτοι» είχαν συγκεντρωθεί γύρω και θορυβούσαν αδιαφορώντας για τις διαταγές των αρχηγών τους. Αφηγείται ο Φωτάκος: «Αφού δεν πλέον είδαν οι Τούρκοι ότι οι Έλληνες δεν ακούουν τους καπεταναίους των μια ημέραν ο Τσιντάραγας, κλειδούχος του Φρουρίου, έχασε την υπομονήν κι στραφείς προς τους στρατιώτας εφώναξεν ούτως: σουτ βρε Ρωμηοί! Η φωνή αυτή αμέσως έφερε σιωπήν. Εδώ δε εφαρμόζεται το ρητόν: «Είδε ο δούλος τον δεσπότην και εφοβήθη». Κατ’ ουδένα τρόπον εδύναντο οι καπεταναίοι να απομακρύνουν τους στρατιώτας διά να σταθούν οι Τούρκοι εις ομιλίαν, η δε φωνή του Αγά μόνη τους ησύχασεν». Και παρατηρεί συγκαταβατικά ο αγωνιστής: «Πόσον ο φόβος είναι δυνατός και ανεξάλειπτος, όταν είναι παιδιόθεν ριζωμένος εις τα ψυχάς των ανθρώπων». Έτσι ακριβώς. Μόνο που στην τωρινή περίπτωση δεν πρόκειται περί ριζωμένου φόβου, αλλά για ριζωμένη έως μιθιδρατισμού αφασία και παχυδερμία.
Κατ’ αρχάς και η λέξη Επανάσταση έχει ποινικοποιηθεί. Παραπέμπει στις επταετείς καρικατούρες, που ίσως το μεγαλύτερο έγκλημα τους ήταν ότι με τις γελοίες τους πατριδοκαπηλίες και θρησκοληψίες, έδωσαν μια ουρανόπεμπτη δικαιολογία στους μεταπολιτευτικούς νάνους και αρλεκίνους της «προόδου», να ποδοπατήσουν, να στρεβλώσουν αξίες αειθαλείς, ελληνοσώτειρες, «πίστιν και πατρίδα», που, όταν προσβάλλονται και αλυσοδένονται, ξεσηκώνουν λαούς. Παιδιόθεν, ρίζωσε «εις τα ψυχάς» των σημερινών νεοελλήνων αυτή η αποστροφή, η καχυποψία, η απάρνηση στα τιμαλφή του Γένους μας, ο φόβος του ραγιά. Του ραγιά, του κατακυριευμένου στα βορβορώδη πάθη του. Διότι ψυχή χωρίς θρεμμένη με την Ορθόδοξη πίστη και με την φιλοπατρία, καταντά παλιόψαθα, φανταχτερή ασημαντότητα κι ας νομίζει ότι έχει αξία. Οι επαναστάσεις δεν γίνονται με μπουκωμένα στόματα και άδειες, νεκρές ψυχές. «Σηκώθηκα και πήγα εις τις εικόνες και κάνω την προσευχή μου και λέγω∙ Κύριε βλέπεις σε τι κατάστασιν έφτασα. Ο μόνος σωτήρας είναι η παντοδυναμία σου και η ευσπλαχνία σου σε μας οπού κιντυνεύομεν και εις την ματοκυλισμένη μας πατρίδα. Πιάνω και φκιάνω μιαν σημαία και γράφω Εθνική Συνέλευση, Σύνταμα. Λέγω. Εις το όνομα του Θεού και της βασιλείας του σηκώνεται η σημαία της πατρίδος». Και επαναστάτησε ο ματοκυλισμένος στρατηγός τον Σεπτέμβριο του 1843 κατά των Μπαυαρέζων και κέρδισε ο βασανισμένος αγωνιστής, μαζί με τον λαό που τον ακολούθησε, αναίμακτα το Σύνταμα. Η επανάσταση δεν θα ξεκινήσει από τους κουκουλοφόρους, μοσχοαναθρεμμένους μοναχογιούς των βορείων προαστίων. Επανάσταση, αν γίνει και πρέπει να γίνει, θα έλθει από αυτούς που αγαπούν την πατρίδα με τον τρόπο του Μακρυγιάννη. Άνθρωποι «ων ο Θεός κοιλία, οι εχθροί του σταυρού», ο ψευτοεπαναστάτες της σήμερον, στηρίζουν ύπουλα τους κατοχικούς, τους προδότες της πατρίδας. Εξάλλου όποιος πιστεύει στην Ανάσταση του Χριστού, ελπίζει και στην επ-ανάσταση του Γένους.
Νατσιός Δημήτρης
δάσκαλος- Κιλκίς
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

























































