01 Οκτωβρίου 2010

Το δικαίωμα στη διαφορά


Μόλις πρωτοανοίξαμε τα μάτια μας ως ξαναγεννημένο
ελληνικό κράτος, μας δείξανε το είδωλο της Δύσης. Εκεί ήταν οι κυρίαρχοι
του σύγχρονου κόσμου και, αν θέλαμε να προοδεύσουμε, στα δυτικά κράτη
έπρεπε να προσκολληθούμε και σ' αυτά να μοιάσουμε.Η Δύση έγινε ο
μόνος προορισμός μας.Έκτοτε, από το 1830 μέχρι σήμερα, οι ξένοι
και οι ντόπιοι παιδονόμοι μάς επιτηρούν σχολαστικά. Και, κάθε φορά που
προσπαθούμε να ξεφύγουμε και να κάνουμε το δικό μας, μας μαλώνουν δεν
αρκεί να "ανήκομεν στη Δύση", πρέπει να αντιγράψουμε τους Δυτικούς σε
όλα τα σουσούμια τους.Ιδίως τελευταία, με τη φούσκα της
παγκοσμιοποίησης, κάποιοι ντόπιοι κράχτες του ολοσχερούς εκδυτικισμού
κατάντησαν υστερικοί.Πολιτικοί ταγοί και δημοσιολογούντες
συγχύζονται υπέρμετρα με κάθε γηγενές έθος που επιβιώνει ακόμη. Αν στον
Λαγκαδά αμολάγαμε ταύρους στους δρόμους όπως στην Παμπλόνα, θα ήταν
περισσότερο ανεκτό από τα Αναστενάρια. Αν φοράγαμε σκοτσέζικο κιλτ σαν
τον Σον Κόνερι στις επίσημες στιγμές, θα ήταν πιο αποδεκτό από τη
φουστανέλα.Κι αν γίνει καμιά στραβή --ζωντανή χώρα είμαστε--, οι
ετερόφωτοι ψαλιδόκωλοι μας επισείουν περιδεείς το φόβητρο των άλλων οι
γνωστοί σαχλαμαράκηδες ξεσπαθώνουν στα κανάλια: "πάλι γελάνε μαζί μας"
και "τι θα πουν οι ξένοι". Μας εθίζουν να τρέμουμε το CNN όπως παλιά την
κουτσομπόλα της γειτονιάς μη μας πιάσει στο στόμα της.Είναι
φανερό πως οι άνθρωποι πάσχουν.Η πολιτισμική διαφορά και η
εθνική ιδιαιτερότητα εκλαμβάνονται από το συρρικνωμένο Εγώ τους σαν
μειονέκτημα. Όπως ο σπουδαγμένος σκερβελές που ντρέπεται για το τσεμπέρι
της μάνας που τον σπούδασε.Μάλλον δεν έχουν επίγνωση πού φύτρωσαν.Εδώ
είναι Ελλάδα.Είμαστε στη Βαλκανική Χερσόνησο, αλλά δεν είμαστε
Σλάβοι συνορεύουμε με την Ανατολή, αλλά δεν είμαστε μουσουλμάνοι
ανήκουμε στην Ευρώπη, αλλά δεν είμαστε Δυτικοί.Τι είμαστε;
Έλληνες.Αυτό κάποιοι συμπλεγματικοί δεν μπορούν να το αντέξουν.Αδυνατούν
να επωμιστούν την ιδιαιτερότητά μας. Με την πρώτη επίκριση γονατίζουν.
Καμία αυτοπεποίθηση καμία υπερηφάνεια γι' αυτή τη μοναδικότητα που μας
χαρίστηκε. Η συγγένεια και η ομοιότητα παρέχουν ασφάλεια, ενώ εμείς
βιώνουμε την ευλογία και την κατάρα που ορίζουν το μοναχοπαίδι. Το οποίο
δεν είναι a priori ούτε καλύτερο ούτε χειρότερο από τα άλλα παιδιά
είναι απλώς μοναχοπαίδι, με τις δικές του κληρονομιές και τα δικά του
γνωρίσματα.Τα επιπόλαια ρεπορτάζ του τύπου "πώς μας βλέπουν οι
ξένοι", που εμφανίζονται κάθε τόσο στα έντυπα, θέτουν κυρίως
οικονομοτεχνικά κριτήρια, και γι' αυτό τα συμπεράσματα μας αδικούν.Δεν
είμαστε δυνατοί σε αυτά. Αλλού είναι οι επιδόσεις μας.Σε όσα
μας μαθαίνουν λίγο λίγο να περιφρονούμε. Στην Ελλάδα δεν ισχύει το
βάρβαρο δυτικό αξίωμα "δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα" (Θάτσερ).
Δίνουμε ακόμη προτεραιότητα στις ανθρώπινες σχέσεις. Τον οικογενειακό
κύκλο, την παρέα, τη φιλία, το ήθος και τον άλλον, την αλέγρα όψη της
ζωής, την κοινωνική κρίση για τον βίο μας.Η οικογένεια, ο
αρχαιότερος θεσμός του ανθρώπινου είδους, που ίχνη του ανακαλύπτονται
πριν 130.000 χρόνια, στην Ελλάδα διαπνέεται ακόμη από αγάπη, σύμπνοια
και αλληλεγγύη. Δεν φτάσαμε στη δυτική εξαχρείωση των γονιών που
δανείζουν τα παιδιά τους, για να σπουδάσουν, και απαιτούν την πρώτη δόση
εξόφλησης από τον πρώτο τους κιόλα μισθό.Οι διάφοροι
ανησυχούντες για την προς τα έξω εικόνα μας είναι κατά κανόνα
ξενοσπουδαγμένα ανθρωπάρια που περιφρονούν τον τόπο τους.Είναι
αυτοί που τοποθετούν τη χώρα στο τρίτο υπόγειο του δυτικού μεγάρου που
βρεθήκαμε. Στους πάνω ορόφους και στα ρετιρέ οι άλλοι μπορούν να
μπεκρουλιάζουν, να χυδαιολογούν, να βάζουν τη μουσική στη διαπασών, να
φέρνουν πόρνες, να σοδομίζονται, να πυροβολούνται, κι εμείς στο υπόγειο
"μούγγα στη στρούγκα" και να πατάμε στα νύχια μην ακουστούμε.Δεν
πρέπει να δίνουμε δικαίωμα.Σαν τον φτωχό μαθητή στο ακριβό
σχολείο, που οφείλει υπέρμετρη σεμνότητα και μαθησιακή αφοσίωση για να
δικαιολογείται η παρουσία του ανάμεσα στους προνομιούχους.Τίποτα
δεν κάνουμε καλά αν δεν υπάρχει το δυτικό του αντίστοιχο. Σε καθετί
γνησίως ελληνικό καραδοκεί ο κίνδυνος να γίνουμε περίγελως των ξένων. Ο
καθρέφτης της ζωής μας έχουν γίνει οι Δυτικοί με τη δική τους εικόνα
διαρκώς αναμετριόμαστε.Και, προκειμένου να μας "συμμορφώσουν",
χρησιμοποιούν κάθε λογής τεχνάσματα και ανοητολογίες. Πότε καταγγέλλουν
σαν "τούρκικες" τις πολιτιστικές κληρονομιές μας από την εποχή του
Ομήρου και πότε μας υποβιβάζουν σε ημιάγριο βαλκανικό κρατίδιο που
χρήζει εξευρωπαϊσμού.Για να τελειώνουμε με αυτά τα φληναφήματα:Η
μόνη προσφορά των απέναντι σεβνταλήδων στον πολιτισμένο κόσμο είναι οι
τουλίπες, τις οποίες καλλιέργησαν και προστάτευσαν επειδή άρεσαν στις
γυναίκες των χαρεμιών. Τίποτα άλλο. Ούτε η κουζίνα τους ούτε η μουσική
τους ούτε οι χοροί τους έχουν καμία τούρκικη πρωτογένεια είναι δάνεια
από τις χώρες που περιελάμβανε η Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα
καρπούνται τώρα οι κακορίζικοι γείτονες.Και είμαστε Μεσόγειοι, όχι
Βαλκάνιοι.Η οροσειρά του Αίμου, που ορίζει την περιοχή των
Βαλκανίων, από την ελληνική επικράτεια και μετά μπαίνει βαθιά στην
ανατολική λεκάνη της Μεσογείου στον ιστορικό χώρο που δημιουργήθηκαν οι
μεγάλοι πολιτισμοί της οικουμένης. Αυτή είναι "η μόνη γνήσια μας
ταυτότητα, η καθαρώς μεσογειακή". (Χατζιδάκις)Στον σύγχρονο
κόσμο θα είμαστε αυτό που μπορούμε και θέλουμε να είμαστε.Μια
μικρή μεσογειακή χώρα εκπάγλου φυσικής καλλονής, με ιδανικές
κλιματολογικές συνθήκες, βαρύ όνομα και βαριά κληρονομιά. Με τη δική μας
σφραγίδα στην τέχνη, στα ήθη και στον τρόπο ζωής, που δεν έπαψαν να
εξελίσσονται και να αναπλάθονται ακόμη και τον μεγάλο χειμώνα της
τουρκοκρατίας.Έχουμε μνήμη, ιστορία και συνέχεια.Σε αυτόν
τον τόπο επί 2.500 χρόνια δεν σταμάτησε να γράφεται αυθύπαρκτη ποίηση,
να δημιουργούνται αριστουργήματα πρωτότυπης ζωγραφικής, αρχιτεκτονικής,
τραγουδιού και ανανεούμενων προσωπικών και κοινοτικών δεσμών βαθύτατης
ανθρώπινης συνάφειας που πόρρω απέχουν από την ωφελιμιστική δυτική
σκέψη.Ευτυχώς, οι Έλληνες "αεί παίδες εισίν".Άναρχοι και
ατίθασοι, έχουν τις παμπάλαιες νόρμες τους περί πολιτικώς ή κοινωνικώς
"ορθού", και οι διάφοροι ξενόφερτοι κανόνες είναι για να παραβιάζονται.
Μπορεί να συμβιβαζόμαστε επιφανειακά, να ακολουθούμε μόδες και
ντιρεκτίβες αλλότριες, αλλά οι πρόγονοί μας δεν έσβησαν μέσα μας "ζούνε
και μετά τον θάνατό τους". (Ασδραχάς)Έχουμε δικαίωμα στη
διαφορά.Και ουδείς τεχνοκράτης δικαιούται να υποτιμά έναν λαό
που δημιούργησε τον κορυφαίο σύγχρονο λαϊκό πολιτισμό αγάπης και
ανθρώπινης συναλληλίας.Άλλα είναι αυτά που μας γελοιοποιούν στα
μάτια κάθε λογικού όντος και για τα οποία θα έπρεπε να ντρεπόμαστε.Η
συστηματική καταστροφή του τόπου μας, η υποβάθμιση του λαϊκού μας
πολιτισμού, η τουριστική εκπόρνευση, τα mousakas, souvlaki, rent a car,
οι νησιώτισσες γιαγιάδες που φωνάζουν rooms-rooms στα λιμάνια, οι
συντάξεις του ΙΚΑ, τα ράντζα των νοσοκομείων, ο εφιάλτης του Κηφισού, η
τσιμεντοποίηση του Μαραθώνα, η ανοχή στη διαφθορά των διοικούντων.Κάθε
μέρα δρούμε βάναυσα εναντίον της ύπαρξής μας. Το πώς υπάρχουμε ακόμη ως
χώρα είναι ανεξήγητο σαν θαύμα.Σε μία και μόνη περίπτωση
δικαιούται να γελάει ο πασαένας μαζί μας. Δυτικός, Ανατολίτης, Αφρικανός
ή Εσκιμώος. Όταν τον κοιτάμε στα μάτια και προσπαθούμε να τον
μιμηθούμε.Σαν τον σκύλο τον αφέντη του.

Διονύσης Χαριτόπουλος

Άσάλευτο θεμέλιο


Σήμερα νομίζεται καλός σε όλα, όποιος
είναι αδιάφορος, όποιος δεν νοιάζεται για τίποτα, όποιος δεν νιώθει
καμιά ευθύνη. Αλλιώς τον λένε σωβινιστή, τοπικιστή, μισαλλόδοξο,
φανατικό. Όποιος αγαπά την χώρα μας, τα ήθη και έθιμα μας, την παράδοση
μας, την γλώσσα μας, θεωρείται οπισθοδρομικός. Οι αδιάφοροι παιρνούν για
φιλελεύθεροι άνθρωποι, για άνθρωποι που ζούνε με το πνεύμα της εποχής
μας, που έχουν για πιστεύω την καλοπέραση, το εύκολο κέρδος, τις
ευκολίες, τις αναπαύσεις, κι ας μην απομείνει τίποτα που να θυμίζει σε
ποιό μέρος βρισκόμαστε, από που κρατάμε, ποιοι ζήσανε πριν από μας στην
χώρα μας. Η ξενομανία μας έγινε τώρα σωστή ξενοδουλεία, σήμερα περνά για
αρετή, κι όποιος έχει τούτη την αρρώστεια πιο βαρειά παρμένη,
λογαριάζεται για σπουδαίος άνθρωπος. Η Ελλάδα έγινε ένα παζάρι
που πουλιούνται όλα, σε όποιον θέλει να το αγοράσει. Καταντήσαμε να μην
έχουμε απάνω μας τίποτα ελληνικό, από το σώμα μας ίσαμε το πνεύμα μας.
Το μασκάρεμα άρχισε πρώτα από το πνεύμα, και ύστερα έφθασε και στο σώμα.
Περισσότερο αντιστάθηκε σε αυτή την παραμόρφωση ο λαός και βαστάξε
καμπόσο, μα στο τέλος τον πήρε το ρεύμα και πάει και αυτός. Μάλιστα
είναι χειρότερος από τους γραμματισμένους. Τώρα μαϊμουδίζει τα φερσίματα
και τις κουβέντες που βλέπει στον κινηματογράφο, έγινε αφιλότιμος και
αδιάντροπος. Ενώ πρώτα ξεχώριζε από άλλες φυλές, γιατί ήταν σεμνός,
φιλότιμος, ντροπαλός, καλοδεκτικός, τώρα έγινε αγνώριστος. Τα όμορφα
χαρακτηριστικά του σβήνουνε μέρα με την μέρα. Και οι λιγοστοί που
διατηρούνε ακόμη λίγα σημάδια από την ομορφιά της ελληνικής ψυχής,
παρασέρνονται σε αυτή την παραμόρφωση από τους πολλούς, που είναι οι
έξυπνοι, οι συγχρονισμένοι, οι μοντέρνοι, αλλά που είναι στ' αληθινά οι
αναίσθητοι και οι αποκτηνωμένοι. Οι καλοί ντρέπονται γιατί είναι καλοί,
συμμαζεμένοι και με ανατροφή. Οι άλλοι τους λένε καθυστερημένους.
Συμπαθητικός άνθρωπος δύσκολα βρίσκεται πια σήμερα στον τόπο μας. Η μόδα
είναι να είναι κανείς αντιπαθητικός, κρύος, άνοστος και μάγκας. Μάλιστα
όπως όλα φραγκέψανε, φράγκεψε και ο μάγκας. Οι πιο αγράμματοι
ανακατώνουνε στην κουβέντα τους κάποια εγγλέζικα και εκεί που δεν
χρειάζονται. Όσο για τους γραμματισμένους, όλη η γραμματοσύνη τους είναι
να μιλάνε εγγλέζικα και σε λίγο καιρό δεν θα υπάρχει Έλληνας να μιλά
ελληνικά. Ας καταργηθεί λοιπόν η ελληνική γλώσσα ολότελα, να μην
κουράζονται τα παιδιά μας στην άσκοπη εκμάθευσή της. Κοιτάχτε τα παιδιά
μας. Παρατηρείστε τις φυσιογνωμίες τους, το βλέμμα τους, τις κουβέντες
τους, τα αστεία τους, τα παιχνίδια τους. Όλα μυρίζουνε ... Ελλάδα, να
μην αβασκαθούμε! Το μόνο που απόμεινε ελληνικό είναι το "ρε". Το
μασκάρεμα γίνεται γοργά και στο κορμί και στην ψυχή. Οι λιγοστοί που
αντιστέκονται ακόμη σε αυτόν τον κατακλυσμό, πως να μπορέσουνε να
βαστάξουνε; Γύρω τους βογγά η μεθυσμένη ανθρωποθάλασσα. Έρχεται
καινούργιος κόσμος! Το κολοσσαίο με τα ουρλιάσματα του σκεπάζει τις
ψαλμωδίες που λένε οι μάρτυρες, περιμένοντας τα θηρία να τους φάνε. Αλλά
αν θα λείψουν οι Έλληνες από το πρόσωπο της γης, μήπως θα απομείνουν τα
βουνά, οι ακροθαλασσιές, οι θάλασσες, τα νησιά και τα βράχια με τον
ελληνικό χαρακτήρα τους; Καθόλου! Τα περισσότερα τα έχουνε αγοράσει
άνθρωποι που ήρθανε από τον βόρειο Ωκεανό, απόγονοι των Βικίγκων. Εκείνα
τα κακόμοιρα νησιά τι συμφορά έχουνε πάθει! Η φτώχεια τους στάθηκε η
καταστροφή τους. Σήμερα τα ριμάξανε άλλοι κουρσάροι, πιο επικίνδυνοι που
σφάζουνε με το μπαμπάκι. Σκλαβώσανε τα νησιά με ευγενικό τρόπο, με το
χαμόγελο στα χείλη. Τα άσπρα σπιτάκια των νησιωτών, που ζούσανε σε αυτά
απλοϊκοί και συμμαζεμένοι άνθρωποι, θαρρείς πως γίνανε δημόσια.
Κυκλοφορούν χιλιάδες φωτογραφίες της Μυκόνου, της Πάρου, της Αίγινας,
της Ύδρας, και αντί να βλέπει κανείς στους στενούς δρόμους τους κάποιους
αραιούς νησιώτες ψαράδες, ψημένους στην θάλασσα και νησιώτισσες με τα
σεμνά τους ρούχα, βλέπει να γυρίζουν κάποια πλάσματα μισόγυμνα ή
ολόγυμνα, ξενόφερτα, αγκαλιασμένοι θεατρινίστικα και να κάνουνε κάποιες
άνοστες επιδείξεις "ταμπλώ βιβάν", σα να παίζουν στον κινηματογράφο. Και
ρωτάς, κουνώντας το κεφάλι σου: τι σχέση μπορεί να έχουν αυτά τα
δίποδα, με εκείνα τα σπίτια και με τα στενοσόκκακα των νησιών;
Ταιριάζουνε με αυτά, όσο ταιριάζουνε οι τουρίστες με τα σορτς με τον
Παρθενώνα που μπροστά του φωτογραφίζονται. Όμως εκεί στέκονται όσο να
φωτογραφηθούνε, και δεν έχουνε για σπίτι τους τον αρχαίο ναό, ενώ τούτοι
στα νησιά, κατοικούνε μέσα σε εκείνα τα αταίριαστα σπίτια. Όλα
υπηρετούνε τα γούστα αυτών των αφεντάδων. Μάλιστα τόσο πολύ αγαπούν
αυτοί την Ελλάδα, που είναι ενθουσιασμένοι πως δεν θα αφήσουνε τίποτα
ελληνικό όπου πατήσουνε. Καημένη Ελλάδα! Τι τέλος σε περίμενε! Μα
δεν έχεις μήτε κάποιον να σε κλάψει, γιατί την κηδεία σου τη
γιορτάζουνε σαν γάμο, με χαρές και με τραγούδια, που αυτά ευτυχώς δεν
είναι ελληνικά. Ακούστε την εξής ιστορία: η χταπόδα βοσκά στον πάτο της
θάλασσας, μαζί με το χταποδάκι. ’ξαφνα το καμακίζουνε. Το χταποδάκι
φωνάζει: με πιάσανε μάνα! Η μάνα του του λέγει: μην φοβάσαι παιδί μου!
Ξαναφωνάζει το μικρό: με βγάζουν από την θάλασσα! Πάλι λέγει η μάνα: μην
φοβάσαι παιδί μου. Και πάλι: με σγουρίζουνε μάνα! Μην φοβάσαι παιδί
μου! Με κόβουνε με το μαχαίρι! Μην φοβάσαι παιδί μου! Με βράζουνε μάνα!
Μην φοβάσαι παιδί μου! Με μασάνε μάνα! Μην φοβάσαι παιδί μου! Πίνουνε
κρασί μάνα! Τότε εκείνη αναστέναξε και φώναξε: Αχ, σε έχασα παιδί μου!
Γιατί το κρασί είναι ο αντίμαχος του χταποδιού, επειδή το λιώνει στο
στομάχι. Δηλαδή η μάνα δεν φοβήθηκε μήτε το μαχαίρι, μήτε την φωτιά,
μήτε τα δόντια, αλλά το κρασί, που είναι πιο ήρεμο και αθώο μπροστά στα
μαχαίρια και τα δόντια. Η Ελλάδα σαν το χταποδάκι πέρασε από φωτιές,
δόντια, μαχαίρια, αλλά πνεύμα ΔΕΝ παρέδινε. Ο Φράγκος δεν έρχεται με
μαχαίρια, πιστόλια και φωτιές. Ήρθε με χάδια και γλυκόλογα. Ήρθε με
δώρα, με λεφτά, να ανακουφίσει την φτώχεια μας, να διασκεδάσει μαζί μας,
να χορέψει μαζί μας, να μας ευκολύνει την ζωή με τα μηχανήματά του.
Όπως το χταποδάκι έλιωσε στο κρασί, έτσι και η Ελλάδα κοντεύει να χαθεί
από το γλυκό κρασί που την μέθυσε και δεν ξέρει τι κάνει και ξεγυμνώθηκε
και στρήνιασε και εκ του στρήνους αυτής επλούτισεν.

Φώτης Κόντογλου

Μια παράφραση του IF


Aπο τον Κ.Βάρναλη

ΤΟ "ΑΝ" ΤΟΥ
ΚΙΠΛΙΝΓΚ

ΑΝ ΗΜΠΟΡΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΛΑΒΗ ΝΑ
ΚΑΝΕΙΣ, ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΛΛΟΙ


ΣΟΥ ΚΑΝΟΥΝΕ ΤΟ ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΛΟΙ ΣΕ ΛΕΝΕ ΦΤΑΙΧΤΗ.


ΑΝ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ ΚΙ ΑΛΛΟΙ ΔΕ ΣΕ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ


ΑΝ ΣΧΩΡΝΑΣ ΟΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ, ΤΙΠΟΤΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ.


ΚΙ ΑΝ ΤΟ ΚΑΚΟ, ΠΟΥ ΠΑΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ, ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΑΒΑΛΛΕΙΣ


ΚΙ ΑΝ Σ'ΟΣΑ ΨΕΜΑΤΑ ΣΟΥ ΛΕΝ ΜΕ ΠΙΟΤΕΡ'ΑΠΑΝΤΑΙΝΕΙΣ


ΚΙ ΑΝ ΝΑ ΜΙΣΕΙΣ ΕΥΦΡΑΙΝΕΣΑΙ ΚΙ ΟΣΟΥΣ ΔΕ ΣΕ ΜΙΣΟΥΝΕ


ΚΙ ΑΝ ΠΑΝΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΥΞΕΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΛΟΝΕ ΚΑΝΕΙΣ.

ΑΝ ΠΕΡΠΑΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ
ΚΙ ΟΝΕΙΡΑΤΑ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙΣ


ΚΙ ΑΝ ΝΑ ΣΤΟΧΑΖΕΣΑΙ ΜΠΟΡΕΙΣ ΜΟΝΑΧΑ ΤΟ ΙΝΤΕΡΕΣΟ


ΤΟ ΝΙΚΗΜΕΝΟ ΑΝ ΠΑΡΑΤΑΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΔΙΠΛΑΡΩΝΕΙΣ


ΤΟ ΝΙΚΗΤΗ, ΜΑ ΚΑΙ ΟΤΥΣ ΔΥΟ ΞΕΤΣΙΠΩΤΑ ΠΡΟΔΙΝΕΙΣ


ΑΝ ΟΤΙ ΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΟΤΙ ΛΕΣ, ΤΟ ΞΑΝΑΛΕΝ ΚΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ


ΓΙ'ΑΛΗΘΙΝΟ-ΝΑ ΠΑΓΙΔΕΥΣΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΥΤΟ ΚΟΣΜΑΚΗ


ΑΝ ΛΟΓΙΑ ΚΙ ΕΡΓΑ ΣΟΥ ΚΑΠΝΟΝ Ο ΔΥΝΑΤΟΣ ΑΕΡΑΣ


ΤΑ ΔΙΑΒΟΛΟΣΚΟΡΠΙΑ ΚΙ ΕΣΥ ΞΑΝΑΜΟΛΑΣ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΝ

ΑΝ ΟΣΑ ΚΕΡΔΙΣΕΣ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ
ΤΑ ΠΛΗΘΑΙΝΕΙΣ ΠΑΝΤΑ


ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΣΟΥ ΚΟΡΩΝΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΝΑ ΠΑΙΖΕΙΣ


ΚΙ ΑΝ ΝΑ ΠΛΕΡΩΝΕΙΣ ΤΗΝ ΠΕΝΤΑΡΑ, ΠΟΥ ΧΡΩΣΤΑΣ, ΑΡΝΙΕΣΑΙ


ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΕΣΑΙ ΣΩΣΤΟ ΚΑΙ ΔΙΚΙΟ ΤΟ'ΧΕΙΣ


ΑΝ Η ΚΑΡΔΙΑ, ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΣΟΥ ΚΙ Ο ΝΟΥΣ ΣΟΥ ΕΝ ΑΜΑΡΤΙΑΙΣ


ΓΕΡΑΣΑΝΕ ΚΙ ΟΜΩΣ ΕΣΥ ΤΑ ΣΤΥΒΕΙΣ Ν'ΑΠΟΔΙΔΟΥΝ


ΑΝ ΣΤΕΚΕΙΣ ΠΑΝΤΑ ΔΙΒΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΣΟΥ ΣΚΥΜΜΕΝΟΣ


ΚΙ ΟΤΑΝ ΦΩΝΑΖΟΥΝ ΟΙ ΑΛΛΟΙ "ΕΜΠΡΟΣ!" ΕΣΥ ΦΩΝΑΖΕΙΣ "ΠΙΣΩ!"

ΑΝ ΣΤΗΝ ΠΛΕΜΠΑΓΙΑ ΝΑ
ΜΙΛΑΕΙ ΑΡΝΙΕΤΑΙ Η ΑΡΕΤΗ ΣΟΥ


ΚΙ ΟΤΑΝ ΖΥΓΩΝΕΙΣ ΔΥΝΑΤΟΥΣ, ΣΤΑ ΔΥΟ ΛΥΓΑΣ ΣΤΗ ΜΕΣΗ


ΚΙ ΑΝ ΜΗΤΕ ΦΙΛΟΥΣ ΜΗΤ'ΕΧΘΡΟΥΣ ΠΟΤΕ ΣΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΖΕΙΣ


ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΩΣ ΤΟΥΣ ΑΓΑΠΑΣ, ΑΛΛΑ ΠΟΤΕ ΚΑΝΕΝΑΝ


ΑΝ ΔΕΝ ΑΦΗΝΕΙΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΚΑΠΟΥ ΝΑ ΚΑΚΟΒΑΝΕΙΣ


ΚΑΙ ΜΟΝΟ, ΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟ ΚΑΚΟ, Η ΨΥΧΗ ΣΟΥ ΓΑΛΗΝΕΥΕΙ,


ΔΙΚΙΑ ΣΟΥ ΘΑ ΝΑΙ ΤΟΥΤ'Η ΓΗΣ Μ'ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΛΛΗ ΠΟΥ'ΧΕΙ


ΚΙ ΕΞΟΧΟΣ ΘΑ'ΣΑΙ ΚΥΡΙΟΣ, ΑΛΛ'ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕ ΘΑ'ΣΑΙ

Η γάτα του παπά


«Χαρά που το’χουν τα βουνά
που βλέπουν διάκους με σπαθιά
παπάδες με ντουφέκια»


«Η Ορθοδοξία, όπως παρουσιάζεται στα μάτια του ελληνικού λαού, είναι
θρησκεία εθνική, συνυφασμένη αξεδιάλυτα με τα ήθη και τον ομαδικό του
χαρακτήρα, με το κλίμα και με το άρωμα του τόπου, με τα τοπία του με την
οικογενειακή του ζωή και με τα γυρίσματα. Η οργάνωσή της είναι
δημοκρατική, η γλώσσα της θερμή, η ηθική της ανθρώπινη, ταιριαγμένη με
την ελληνική νοοτροπία, τα σύμβολά της οικεία και αναντικατάστατα στη
λαϊκή συνείδηση. Οι μεγάλες γιορτές της, ο Ευαγγελισμός, το Πάσχα, ο
Δεκαπενταύγουστος, τα Χριστούγεννα και τα Δωδεκάμερα και άλλες, είναι
κάθε χρόνο οι μεγάλες μέρες της Ελλάδας, οι μέρες όπου το εθνικό σύνολο
αισθάνεται περισσότερο από κάθε άλλην ώρα την ενότητά του, την
αλληλεγγύη του, την αμοιβαία αγάπη των μελών του. Αυτή η θαλπωρή, αυτά
τα ζεστά πνευματικά κύματα που μεταδίδονται ακατάπαυστα, σ ‘όλην την
Ελλάδα, από τους ορθόδοξους ναούς κι από τις βυζαντινές τους ακολουθίες,
αποτελούν στοιχείο συστατικό, εκ των ων ουκ άνευ, της ελληνικής ζωής.
Για τούτο και δεν μπορεί να νοηθεί στην Ελλάδα χωρισμός Εκκλησίας και
Πολιτείας, ούτε και υπήρξε εδώ ποτέ αντικληρικό πολιτικό κίνημα, όπως
συνέβη αλλού.
Επικρίνουμε συχνά την Εκκλησία – κάποτε μάλιστα με μεγάλη
δριμύτητα – αλλά την επικρίνουμε από μέσα, σαν μέλη της που απαιτούμε
απ’ αυτήν να γίνει καλύτερη. Δεν την πολεμούμε σαν να είναι ένα ξένο
σώμα, από το οποίο ζητούμε να χωριστούμε».


(Γ. Θεοτοκάς, «Πνευματική πορεία», εκδ. Εστία», σελ. 134).


Το θέμα μου δεν είναι ο πολυσυζητημένος χωρισμός Εκκλησίας και
κράτους. Για τον λαό εξάλλου τέτοιο θέμα δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο στο
μυαλό των γνωστών εκκλησιομάχων, που αδυνατούν να κατανοήσουν ότι πίστη,
Εκκλησία και πατρίδα είναι «σάρκα μία». Όντως, όπως ομορφότατα γράφει ο
μεγάλος Θεοτοκάς, δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία του Γένους μας, κίνημα
αντικληρικό, αυτά είναι φράγκικα πράγματα. «Το ράσο στάθηκε η εθνική
σημαία της Ελλάδας στα χρόνια της σκλαβιάς» (Μυριβήλης), απλοί και
ταπεινοί παπάδες και καλόγεροι ανακαινίζουν, αναπαύουν και στηρίζουν
πνευματικά το λαό μας κάτω από το πετραχήλι τους. Και ίσως ποτέ στην
ιστορία το έργο του κληρικού να ήταν δυσκολότερο απ’ όσο είναι σήμερα.


Νέοι ιερείς, άνθρωποι με ζήλο, με διάθεση προσφοράς και θυσίας,
που φόρεσαν το βαρύτατο ράσο, για να διακονήσουν φιλότιμα το λαό που
τους εμπιστεύτηκε η Εκκλησία, πικραίνονται από την εχθρότητα, την
καχυποψία και την άδικη σπίλωση της ιερωσύνης. Τέλος πάντων, αυτή είναι η
εποχή μας, homo homini lupus, ο άνθρωπος για τον άνθρωπο, λύκος.


Κι αν δεν υπήρξε αντικληρικό λαϊκό κίνημα στην πατρίδα μας,
ύπουλα, λάθρα παρεισέφρησε στα σχολικά βιβλία γλώσσα. Παράδειγμα. Στο
«Ανθολόγιο» Γ΄ και Δ΄ Δημοτικού, σελ. 143-144, διαβάζουμε εκτενές
κείμενο του Π. Καλιότσου, με τίτλο «Ένας αλλιώτικος ποδοσφαιρικός
αγώνας». Το «αλλιώτικο» είναι οι δυο τερματοφύλακες των δυο παιδικών
ομάδων. Ένας παπάς και ένας δάσκαλος. Τα παιδιά προτείνουν στον παπά να
παίξει. «Κακό είναι;». Απαντά ο παπα – Μιχάλης: «Διόλου κακό!
Απεναντίας μάλιστα, που είναι μια ωραία γυμναστική. Το ευλογημένο
παιχνίδι, όπως είναι φυσικά και το ποδόσφαιρο, όχι μόνο το επιτρέπει
αλλά και το συνιστά ο Πανάγαθος…Ας μην είχε ο κόσμος τέτοιες
προκαταλήψεις και θα σου ‘λεγα εγώ. Κάθε μέρα θα έπαιζα».


Παίζει τελικά, αλλά επειδή «κατέφυγε σε ζαβολιές» μαλώνει,
διαπληκτίζεται με τον δάσκαλο, ουρλιάζει οργισμένος «πίσω και σ’ έφαγα»,
τον κατηγορεί η αντίπαλη ομάδα του δασκάλου «ότι είναι πουλημένος»,
χαχανίζουν τα παιδιά που τον βλέπουν να ωρύεται και να «γίνεται ρεζίλι»
και λοιπά φαιδρά και τελείως εξωπραγματικά.


Πλήρης απαξίωση της ιερωσύνης, μέσω νοσηρής φαντασίας που
επιγράφεται ως λογοτεχνία. Όλα αυτά σε 9χρονα με ανομολόγητο σκοπό, την
κατασυκοφάντηση του κλήρου, την πρόωρη ενστάλαξη της ασέβειας προς την
Εκκλησία. (Σ’ όλα αυτά τα νεοταξικά και αντισυνταγματικά έντυπα
χλευάζονται και γελοιοποιούνται κυρίως παπάδες και δάσκαλοι. Προφανώς
γιατί είναι τα δυο λειτουργήματα που μπορούν, εφ’ όσον εκπροσωπούνται
από αξίους, με «ψυχή και Χριστό» λειτουργούς, να αφυπνίσουν και να
αρματώσουν πνευματικά τον λαό μας).


Στα «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Α΄ Γυμνασίου, σελ. 222-
226, εμπεριέχεται κείμενο του Γρ. Ξενόπουλου με τίτλο «Η γάτα του παπά».
Τι είχε συμβεί; Την Κυριακή, την αυγή, πριν από τη Λειτουργία πηγαίνει
στο σπίτι του παπα- Ζήσιμου ο Χρήστος ο κλαμπανάρος (κωδωνοκρούστης) και
εκεί διαμείβεται ο εξής διάλογος:


«Πάλε τα ίδια, παπά μου!»
«Ε;»
«Η γάτα, πανάθεμά τη!»
«Ω, συμφορά μου!... Στο ίδιο μέρος;»
« Όχι, στην Αγία Πρόθεση..»


Μια γάτα μπήκε στην εκκλησία και έκανε τις ακαθαρσίες της,
πού; Στην Αγία Πρόθεση, εκεί που τοποθετούνται τα Τίμια Δώρα για το
μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας (Το είχε ξανακάνει). Ο παπάς στο τέλος
συγχωρεί τη γάτα. Θα υποθέσει κάποιος τι παπάς είναι αυτός που δεν
μπορεί να προστατεύσει το ναό από ζώα που τον μαγαρίζουν. (Πού ακούστηκε
τέτοιο πράγμα, γάτες να μπαίνουν στο Άγιο Βήμα. Κι αν συνέβη κάποτε και
το απαθανάτισε η πένα του Ξενόπουλου, έπρεπε να περάσει σε σχολικό
βιβλίο;). Αλλού όμως είναι το πανούργευμα των συγγραφέων. Επιλέγουν από
τον Ξενόπουλο, σπουδαίο κατά τα άλλα συγγραφέα, ένα από τα ατυχέστερα
κείμενά του και μάλιστα προσβλητικότατο και βλάσφημο για την Ορθόδοξη
Πίστη. Και τον παπά συκοφαντούν και τον Ξενόπουλο απομειώνουν. «Και
τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι».

(Το ίδιο συμβαίνει με κείμενα
του Παπαδιαμάντη. Στη «Νεοελληνική Γλώσσα» Α΄ Γυμνασίου, ο ασκητικός και
ολιγοδεής Παπαδιαμάντης εμφανίζεται κοιλιόδουλος γλεντοκόπος. Σελ. 70).
Να μην λησμονήσω, μια και είμαι στις εσωτερικές σελίδες του σχολικού
έντυπου, να μεταφέρω κι ένα πρωτότυπο ορισμό της Ελλάδας.

Στη σελ. 124 διαβάζει ο 13χρονος μαθητής ότι «…η Ελλάδα ήταν μια γυναίκα τόσο προκλητική σεξουαλικά που έπρεπε να την ερωτευτώ σωματικά και απελπισμένα…».
Μάλιστα. Αντικείμενο σεξουαλικού πόθου η πατρίδα μας. (Είπαμε «στον
τόπο που κρεμούσαν οι καπεταναίοι τ’ άρματα κρεμούν οι γύφτοι τα
νταούλια»). Και στο ίδιο βιβλίο σελ. 239, κείμενο της Λιλής Ζωγράφου, με
τίτλο «Στρίγγλα και καλλονή», οι μαθητές διαβάζουν ότι: «Η ελεημοσύνη
είναι εκδήλωση εγωισμού. Σου την αναγνωρίζουν οι άλλοι και σε επαινούν
για όσα προσφέρεις. Το ν’ αγαπάς όμως ένα ανυπεράσπιστο ζώο είναι…η πιο
τέλεια μορφή αγάπης». (Όποιος διάβασε το «Αντιγνώση, τα δεκανίκια του
καπιταλισμού» της μακαρίτισσας Λ. Ζωγράφου, ξέρει για τι είδους συγγραφή
μιλάμε).


Επίλογος: τα βιβλία αυτά είναι αντισυνταγματικά. «Η παιδεία
αποτελεί βασική αποστολή του κράτους και έχει σκοπό την ηθική,
πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της
εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους
και υπεύθυνους πολίτες». (άρθρο 16, παρ.2). Τα κείμενα που παρέθεσα
συμβαδίζουν με τις συνταγματικές επιταγές; Αναπτύσσουν την εθνική και
θρησκευτική συνείδηση; Μήπως αντίθετα τις καταρρακώνουν;



( Δεν θα ησυχάσω. Θα συνεχίσω να γράφω για τις μαγαρισιές των
«βιβλίων». Γονείς, δάσκαλοι και «όσοι ζωντανοί», πρέπει να αντιδράσουν
δυναμικά για να σταματήσει το κακό).


Νατσιός Δημήτρης

δάσκαλος-Κιλκίς

ΤΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ


Μερικοί
ορίζουμε ακόμη τον πολιτισμό όχι ως φολκλορική παρελθοντολογία, ούτε ως
τακτ ευγενικών συμπεριφορών αλλά ως τρόπο του βίου, ως τρόπο ιεράρχησης
των αναγκών και των προτεραιοτήτων της ζωής μας. Ως τρόπο συλλογικής και
ατομικής “ρύθμισης” της ανθρώπινης ύπαρξης, συνύπαρξης και πράξης. Με
την έννοια αυτή προφανώς δεν υφίστανται καν “πολυπολιτισμικές” κοινωνίες
αφού σ' ολόκληρο τον λεγόμενο δυτικό κόσμο, είναι εμφανέστατη η
αμείλικτη ιεράρχηση των προτεραιοτήτων που ορίζει η ατομοκεντρική
χρησιμοθηρία και η μηδενιστική “ανθρωπολογία”. Αυτός ο τρόπος του βίου
-που διεκδικεί και χαρακτηριστικά οικουμενικής εμβέλειας- είναι
κυρίαρχος σήμερα και στη χώρα.

Όσο κι αν
εμπειρικά όλοι μπορούμε να επιβεβαιώσουμε την άποψη ότι η στατιστική
είναι συχνά η επιστημονική εκδοχή του ψεύδους, δεν θα ήταν άτοπο να
διερευνήσουμε τον τρόπο που νεοέλληνες ιεραρχούν τις ανάγκες τους και
αξιολογούν τις εξ' αυτών προτεραιότητες.

Πρώτη και
κρίσιμη διαπίστωση, η μεταστροφή της θυσιαστικής αυταπάρνησης που
χαρακτήριζε σε παλαιότερους χρόνους τη στάση του λαού μας απέναντι στο
αύριο των παιδιών του. Δεν είναι μόνο η καριερίστα μάνα που εγκαταλείπει
τον θηλασμό για να μην “κρεμάσουν” τα στήθη της, ούτε η αλλοτινή εικόνα
της υπομονετικής γιαγιάς που μεταμορφώνεται σε αυτάρεσκη πολυταξιδεμένη
γεροντοπόρνη που -επιτέλους- ζει τη ζωή της. Είναι που το 51% των
Ελλήνων απαντά σε σχετική ερώτηση, πως δεν είναι διατεθειμένο να μειώσει
το επίπεδο ζωής του, ώστε να εξασφαλίσει το μέλλον των επόμενων γενεών.

Δεύτερη
διαπίστωση, ο δραματικός περιορισμός του αποθέματος “ανθρωπιάς”, της
σιρμαγιάς ψυχής που για δεκαετίες υπήρξε ο συγκολλητικός αρμός της
ελληνικής κοινωνίας, ιδιαίτερα στα δύσκολα χρόνια της. Στην επίσημη
δημοσίευση του οργανισμού CAF που παρακολουθεί τον Παγκόσμιο Δείκτη
Φιλανθρωπίας, για το έτος 2010, η Ελλάδα καταλαμβάνει ασθμαίνουσα την
147 θέση από το σύνολο των 153 χωρών της κατάταξης. Ακολουθούν η (λεηλατημένη) Σερβία, η Ουκρανία (της πορτοκαλί επανάστασης), το Μπουρουντί και η Μαδαγασκάρη. Ειδικότερα
με βάση τα κριτήρια φιλανθρωπίας, στην Ελλάδα, μόλις 8% είναι το
ποσοστό των ανθρώπων που έδωσαν χρήματα σε συνανθρώπους τους, μόλις 5%
έδωσαν εθελοντικά το χρόνο τους σε κάποια οργάνωση, ενώ μόνο 1 στους 4
βοήθησε έναν άγνωστο συνάνθρωπο του.

Τρίτη
διαπίστωση, η καταλυτική κυριαρχία της αντίληψης του εύκολου πλουτισμού
και του συναφούς παρασιτισμού σε βάρος της επίπονης δημιουργικότητας
που για “αιώνες σκάλιζε την πέτρα για να κάμει θαύματα”. Έτσι, σύμφωνα
με έρευνες ο εκτιμώμενος
αριθμός -στον πληθυσμό της χώρας- που ξοδεύουν χρήματα σε τυχερά
παιχνίδια κάθε μήνα ανέρχεται σε 3.710.000 συμπολίτες μας. Ο εκτιμώμενος
μέσος αριθμός “παικτών” Λόττο, Τζόκερ, Πρώτο, Κίνο, μηνιαίως είναι
1.855.000 άτομα. Ειδικότερα “Πάμε Στοίχημα” παίζουν μηνιαίως 972.000
άνθρωποι. Στην ίδια κατεύθυνση, μόλις το 26,5% των νέων τάσσεται κατά
της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Στην ίδια αυτή κυρίαρχη
κοινωνική αντίληψη εδράζεται προφανώς και η ραγδαία αύξηση των πωλήσεων
αθλητικών εφημερίδων που από 77.532 φύλλα το 1984 σκαρφαλώνει στο
αποκορύφωμα των 195.392 φύλλων το 2008, οπότε αρχίζει η κρίση και η
πτώση των φύλλων που όμως παρ' όλα αυτά το 2009 παραμένει στα 160.000
φύλλα. Ίσως κάτω αυτήν την πραγματικότητα να μπορούμε και να
ερμηνεύσουμε το γιατί το 52% των Ελλήνων θεωρεί ως σημαντική ή πολύ
σημαντική την ομάδα του.

Τέταρτη
διαπίστωση, η συστηματική μείωση της κατά κεφαλήν καλλιέργειας του λαού
μας, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από διάφορους δείκτες.
Χαρακτηριστικότερος ίσως όλων -και στον αντίποδα των αθλητικών
εφημερίδων- ο δείκτης της κυκλοφορίας των απογευματινών εφημερίδων που
από 875.000 το 1986, κατέρρευσε το 2009 στα 222.000 φύλλα. Αντίστοιχα,
το 44% των νέων διαβάζει τηλεοπτικά περιοδικά, ενώ περιοδικά γνώσεων
μόλις το 7%. Έτσι, δεν είναι καθόλου τυχαίο που best seller για το 2010
ήταν το βιβλίο με τίτλο “Το τελευταίο τσιγάρο” της κας Λένα Μαντά με
60.000 πωλήσεις. Το 2009 η ίδια συγγραφέας είχε και πάλι την πρώτη θέση
στις πωλήσεις με το βιβλίο της “Έρωτας σαν βροχή” και 96.000 αντίτυπα.
Στην ίδια χρονιά το βιβλίο “ΙΜΙΑ” των Αθαν. Έλλις και Μιχ. Ιγνατίου -και
παρά την εκτεταμένη δημοσιότητα και προβολή- πούλησε μόλις 40.000
αντίτυπα.

Όμως,
στην προσπάθεια απομείωσης της κατά κεφαλήν εθνικής καλλιέργειας,
πρωτοστατεί, όπως είναι φυσικό, η τηλεόραση. Είναι ενδεικτικό ότι, το
29% των νέων ηλικίας 16 -29 ετών παρακολουθεί την μεσημεριανή και την
πρωινή ζώνη της τηλεόρασης. Ίσως και γι' αυτό, το 2010 σε σχέση με το
2009 έχουμε αύξηση των αιτήσεων συμμετοχής στα διάφορα τηλεοπτικά
reality έως και 50%. Είναι εξόχως εντυπωσιακά τα πληθυσμιακά μεγέθη
τηλεθεατών που συγκεντρώνουν διάφορες εκπομπές-σήριαλ από όπου έντεχνα
οικοδομείται και προωθείται το κυρίαρχο σήμερα ανθρωπολογικό πρότυπο.
Πάνω από 1.700.000 συνέλληνες παρακολούθησαν αδιαλείπτως τα σήριαλ “Η
ζωή της άλλης” και “Τα μυστικά της Εδέμ”, ενώ περί το 1.000.000
τηλεθεατών κινήθηκαν σήριαλ όπως “Η οικογένεια βλάπτει”, “Η
πολυκατοικία”, “Μίλα μου βρώμικα” κ.λπ. Χαρακτηριστικά της αλλοτρίωσης
του λαού μας είναι τα στατιστικά στοιχεία για τον μέσο χρόνο τηλεθέασης
του πανηγυριού της Eurovision, που ήταν υψηλότερος στο υψηλότερο
μορφωτικό επίπεδο (114 από τα 190 λεπτά), στις γυναίκες ηλικίας από
25-44 ετών(118 λεπτά) και στα μεγάλα αστικά κέντρα Αθήνας Θεσ/νίκης (115
και 125 λεπτά). Είναι εμφανές δηλαδή, ότι η πολιτισμική αλλοτρίωση έχει
ισχυρότερη διείσδυση στους πολίτες υψηλού μορφωτικού επιπέδου, στις
γυναίκες της κατ' εξοχήν δημιουργικής ηλικίας και στα μεγάλα αστικά
κέντρα, στα στρώματα δηλαδή από τα οποία η ελληνική κοινωνία θα έπρεπε
να προσδοκεί, θεωρητικά, την ανάταξη των προτεραιοτήτων της.

Πέμπτη
διαπίστωση, εύλογα, τα κυρίαρχα καταναλωτικά πρότυπα και η ακαταμάχητη
ισχύς τους, ακόμη και σε καιρούς κρίσης. Έτσι, προκαλεί εντύπωση ο
αριθμός των συνδέσεων κινητής τηλεφωνίας που “επιμένει” να ανέρχεται σε 18.192.000
συνδρομητές παρά την αύξηση των φόρων και των σχετικών επιβαρύνσεων, σε
μια χώρα με πληθυσμό σχεδόν 11.000.000. Ανάλογα, 1.4 δισ. ευρώ ήταν η
συνολική ετήσια αγορά καλλυντικών στην Ελλάδα κατά το έτος 2009,
λιγότερο δηλαδή απ' όσο οι περικοπές των συντάξεων κατ' επιταγήν του
μνημονίου. Έτσι, με βάση αυτήν την ιεράρχηση προτεραιοτήτων δεν είναι
καθόλου τυχαίο το γεγονός της μείωσης του δείκτη όγκου λιανικού εμπορίου
στα καταστήματα διατροφής κατά 3,9% όταν ο αντίστοιχος δείκτης
φαρμακευτικών -καλλυντικών αυξάνεται κατά 2,7%. (Ιούνιος 2009-Ιούνιος
2010). Μιά ολόκληρη κοινωνία -σε βαθιά ύφεση- περιορίζει την κατανάλωση
της σε είδη διατροφής για να αυξήσει την κατανάλωση καλλυντικών. Και
μάλιστα, ενώ οι περισσότεροι δείκτες όγκου λιανικών πωλήσεων
παρουσιάζουν σημαντική πτώση, εντύπωση προκαλεί επίσης η αύξηση του
όγκου πωλήσεων αντηλιακών μαλλιών κατά 1,2% (διάστημα από 01.01 έως
04.07 των ετών 2009 και 2010). Αντίστοιχα κινούνται τα μεγέθη και στον
όγκο πωλήσεων των προϊόντων πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών με
αυξήσεις 1,3% και 6,8% για το 1ο 6μηνο του 2010. Επιμένουμε δηλαδή -παρά
την κρίση- να αγοράζουμε λογής-λογής γκάτζετς, ενώ περιορίσαμε το χόμπι
μας στη φωτογραφία μόλις κατά 11%.

Στην
ίδια ακαταμάχητη ισχύ των καταναλωτικών προτύπων, σίγουρα θα πρέπει να
εντάξουμε και το στατιστικό δεδομένο ότι το 61% των πολιτών της χώρας,
θεωρεί ως σημαντικό ή πολύ σημαντικό ένα γυμνασμένο σώμα, ενώ το 45%
θεωρεί ως σημαντικό ή πολύ σημαντικό ένα καλό αυτοκίνητο ή μια καλή
μηχανή.

Έκτη
διαπίστωση, η μείωση της “χοϊκότητας”, αν μπορεί να λεχθεί έτσι, η
σχέση που ένας λαός διαμορφώνει με το “χώμα που πατάει”, τις αξίες και
τις παραδόσεις του. Έτσι, το 2010 για πρώτη φορά, το ποσοστό των Ελλήνων
που ταξιδεύουν στο εξωτερικό για διακοπές(50,7%) υπερβαίνει αυτούς
“μένουν Ελλάδα” (49,3%). Μόλις οκτώ χρόνια πριν, το 2002 το ποσοστό των
Ελλήνων που ταξίδευαν στο εξωτερικό για διακοπές ήταν μόνο 35,3%. Αν σ'
αυτά τα δεδομένα συνυπολογίσει κανείς ότι τα τελευταία χρόνια η
γειτονική Τουρκία αναδεικνύεται σε shopping προορισμό ακόμη και των
βασικών ειδών διατροφής, αφού τα τουρκικά supermarkets διαθέτουν
ανταγωνιστικότερες τιμές, γίνεται αντιληπτή η επικράτηση μιας
συμπλεγματικής κουλτούρας “απο”-φυγής της χώρας. Μια εικόνα απέχθειας
και αποστροφής λανθάνει σε ευρύτατα στρώματα του λαού, σε τέτοιο βαθμό
που να θεωρεί ότι κατά ποσοστό 47,2% δεν ενοχλείται διόλου με το γεγονός
ότι το ΔΝΤ έχει ήδη αποκτήσει μερικό έλεγχο των ελληνικών υπουργείων. Αντίθετα
μάλιστα πολλοί εκτιμούν ότι η μοναδική σωτηρία είναι ανάθεση της
διακυβέρνησης της χώρας σε ξένους ειδικούς. Αποτέλεσμα προφανώς αυτής
της μειωμένης χοϊκότητας είναι και η στατιστική διαπίστωση ότι το 21%
των Ελλήνων δεν θεωρεί σημαντική την πίστη στο Θεό και τη θρησκεία, ενώ
το 30% δεν θεωρεί σημαντική τη συμμετοχή στα κοινά.

Συμπερασματικά
και για να επανέλθουμε στον αρχικό ορισμό του πολιτισμού, είναι
προφανές ότι την τελευταία μεταπολιτευτική περίοδο επήλθε μια αντιστροφή
του αξιακού κώδικα της ελληνικής κοινωνίας τουλάχιστον σε πλειοψηφικά
τμήματα της. Οι ανάγκες και οι εξ' αυτών προτεραιότητες που δέσποζαν για
εκατονταετίες στην κοινωνίας μας, οικοδομώντας ό,τι ονομάζουμε ελληνικό
πολιτισμό, ως ελληνικό τρόπο του βίου, ως ελληνικό ήθος αντίστασης,
υποβιβάστηκαν και περιθωριοποιήθηκαν. Σήμερα, πλειοψηφικά ρεύματα που
διατρέχουν οριζόντια ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, θέτουν ως
προτεραιότητες της ύπαρξης τους, την πιο χυδαία ατομοκεντρική
χρησιμοθηρία μέσα σε έναν αχαλίνωτο μηδενιστικό ευδαιμονισμό που
προσφέρει η έστω και κουτσουρεμένη κατανάλωση. Η δραματική απομείωση του
επιπέδου καλλιέργειας καθιστά ακόμη και τη στοιχειώδη γλωσσική
επικοινωνία μαζί τους -συχνά- κατόρθωμα.

Αυτή
η τραγική πραγματικότητα, όπως περιγράφηκε πιο πάνω με αριθμούς, είναι ο
μεγαλύτερος στυλοβάτης του μεταπρατικού και παρασιτικού νεοελληνικού
πολιτικού συστήματος. Και για όσο αυτή η παρασιτική πλειοψηφία θα
παραμένει πλειοψηφία, τόσο θα καθίσταται ανέφικτη η δημιουργική ανάταξη
του λαού και του έθνους, ενώ κάθε εξέγερση θα έχει μόνο “ποδοσφαιρικά”
χαρακτηριστικά εκτόνωσης και μπάχαλου, χωρίς να ανοίγει καμία νέα
ελπιδοφόρα προοπτική. Μοναδική ελπίδα, η συγκρότηση ενός νέου πολιτικού
υποκειμένου που θα θέτει ως ύψιστη προτεραιότητα την αποκατάσταση του
αξιακού ελληνικού κώδικα, όπως αυτός διατρέχει τη δισχιλιόχρονη παράδοση
μας. Όμως, ποιός αλλοτριωμένος λαός μπορεί να αυτοοργανωθεί στην
κατεύθυνση αποκατάστασης του αληθινού του προσώπου, όταν προαπαιτούμενο
γι' αυτό είναι η μη αλλοτρίωση του; Εδώ απαιτούνται μειοψηφίες-ελκυστές
ακαταπόνητης αντοχής και ανυπέρβλητης διορατικότητας. Υπάρχουν;


ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

05 Ιουλίου 2010

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Η πνευματική διάσταση του έργου του

Αφού ευχαριστήσω θερμά όσους είχαν την ευγένεια να καλέσουν την ταπεινότητά μου στον αποψινό εσπερινό επετειακής μνημοσύνης θα εισέλθω αμέσως στο θέμα μου, γιατί δεν θέλω να χασομερώ με μακρούς προλόγους. Συμπληρώνονται εφέτος 160 έτη από τη γέννηση και 100 από την κοίμηση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Παρά τις τόσες δεκαετίες η μνήμη του μένει ζωντανή. Συνεχώς γράφουν γι' αυτόν. Δε υπάρχει για άλλο λογοτέχνη μας τόσο πλούσια βιβλιογραφία. Εμείς θα προσπαθήσουμε στον λίγο χρόνο που έχουμε να δείξουμε τη θρησκευτικότητα, την ορθόδοξη πνευματικότητα του Αλ. Παπαδιαμάντη, η οποία σαφώς είναι πηγαία, ανυπόκριτη και θερμή.

Ο Παπαδιαμάντης σπούδασε φιλόλογος αλλά είναι θεολόγος, γιατί θεολόγος δεν είναι αυτός που έχει ανάλογο πτυχίο, αλλά αυτός που αληθινά προσεύχεται, κατά τον όσιο Νείλο τον Ασκητή. Θεολόγος ουσιαστικά είναι ο πιστός που ζει αυθεντική χριστιανική ζωή, ο φίλος του Θεού, ο κοινωνός του Θεού, ο άγιος, ο λυτρωμένος και σεσωσμένος. Μέσα στην Ορθοδοξία μας κανείς ποτέ δεν σώζεται ατομικά, αλλά περνώντας η ζωή του μέσα από των άλλων, συνδράμοντας με διάφορους τρόπους στη σωτηρία κι εκείνων. Ο Θεός του Παπαδιαμάντη είναι ο Δημιουργός του Σύμπαντος, ο πλάστης του ανθρώπου, ο Παντοδύναμος, ο προνοητής, ο φιλόστοργος πατέρας. Πιστεύει στο θέλημα του Θεού, στη θεία Πρόνοια, στη θεία Χάρη, στη θεία μισθαποδοσία και δικαιοκρισία.

Κατά τον Παπαδιαμάντη η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό είναι να τον υπακούει, να τηρεί τις εντολές του, να τον διακονεί θυσιαστικά στο πρόσωπο του κάθε πλησίον. Οι σχέσεις του ανθρώπου διαταράσσονται διά της αμαρτίας. Το παπαδιαμαντικό έργο είναι γεμάτο από αμαρτωλούς. Μέσα από τα μυθιστορήματα και διηγήματά του περιδιαβαίνουν άσωτοι, άθεοι, βλάσφημοι, κλέφτες, φιλόδοξοι, τοκογλύφοι, λαίμαργοι, μέθυσοι, άδικοι, υποκριτές φθονεροί, ακόμη και ιερόσυλοι, αυτόχειρες και φονιάδες. Παρ' όλ' αυτά όλους αυτούς τους αμαρτωλούς ήρωές του τελικά τους συμπαθούμε. Στα πρόσωπά τους συναντούμε τα φιλάμαρτα πρόσωπά μας, αλλά και γιατί συνήθως μετανοούν για τις πράξεις τους. Ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει το ευόλισμο της ανθρώπινης φύσεως, αλλά και τη θεραπεία στο θεραπευτήριο της εκκλησίας διά ειλικρινούς μετανοίας και εξομολογήσεως. Για τον Παπαδιαμάντη η Εκκλησία όπως γράφει είναι η "φιλόστοργη μητέρα και η πηγή πάσης παραμυθίας".

Πιστεύει ακράδαντα ότι ο Νεοέλληνας δεν μπορεί εύκολα να μη πιστεύει. Μέσα στην Εκκλησία το έμφυτο θρησκευτικό αίσθημα και συναίσθημα δυναμώνει. Πρέπει να κάνει μεγάλο αγώνα ο Έλληνας για να μη πιστεύει καθόλου και σε τίποτε. Εν τούτοις την απομάκρυνση του κόσμου τη δικαιολογεί ως κλονισμό της αγάπης του στην ελληνορθόδοξη παράδοση, κάτι που συνέτεινε η απώλεια μέρους της αξιοπιστίας, λόγω σκανδάλων εκπροσώπων της Εκκλησίας. Για τον Παπαδιαμάντη παράδοση είναι όπως λέγει "ζην κατά τον θείον νόμον". Τελικά ομολογεί: "Εγώ είμαι τέκνον γνήσιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκπροσωπουμένης υπό των επισκόπων της". Σε άλλη περίπτωση βέβαια δεν δυσκολεύεται να τους κρίνει αυστηρά για διάφορες προκλήσεις τους.

Ο Παπαδιαμάντης δεν πιστεύει σ' ένα ιδεολογικό ελληνοχριστιανικό νεφέλωμα. Η πίστη του είναι ακράδαντη στη μεγάλη ανάγκη που έχει ο ελληνισμός τον Χριστιανισμό. Θεωρεί κίνδυνο γα την ελληνική κοινωνία τον μιμητισμό, την ξενομανία, "το να χάσκη τις προς τα ξένα", την είσοδο στην πατρίδα μας του δυτικού τρόπου ζωής. Έτσι παρατηρεί με βαθύ πόνο την αλλοίωση των ηθών, τη χαλάρωση της ορθοδόξου πίστεως του λαού, την παραχάραξη της πλούσιας και ωραίας ελληνικής γλώσσας. Δυστυχώς γράφει "κηρύττεται πλέον φανερά η αγραμματωσύνη, και το ανωφελές του ορθώς γράφειν ή ομιλείν", ώστε "κατήντησε να γίνει όλη σχεδόν η γλώσσα νόθον και κίβδηλον κατασκεύασμα". Ακολουθούν οι Έλληνες γράφει "τα της χριστιανικής λατρείας άνευ πίστεως και χρηστού συνειδότος". Το άηθες, η ηθοφθορία, η ανηθικότητα, το μισάδελφο αρχίζουν να κυριαρχούν κι επικρατούν. Τι θα έλεγε για σήμερα, εκατό έτη μετά, ο θεσπέσιος Παπαδιαμάντης;

Λύση στο πρόβλημα κατά τον Παπαδιαμάντη είναι η εν μετανοία άμεση επιστροφή στην ανόθευτη και γνήσια εκκλησιαστική παράδοση. Συγκεκριμένα τονίζει: "Άμωνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού, του διαφθείραντος το φρόνημα κα εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεωκοπίας". Οι λόγοι του, αγαπητοί μου, όπως αντιλαμβάνεσθε όλοι πολύ καλά έχουν μια σημαντική επικαιρότητα.

Όξυνση του προβλήματος θεωρεί και την απραξία της εκκλησιαστικής αρχής. Την Εκκλησία δεν τη θέλει ούτε εμπορευάμενη ούτε θεατριζόμενη. Η λύση κατ' αυτόν είναι μόνο μία. Επιστροφή εν επιγνώσει στην αγιοτρόφο εμπειρία της Εκκλησίας και βίωσή της. Μέσα στην αγία, σώζουσα και ορθοτομούσα Εκκλησία ο άνθρωπος αναγεννάται, μεταμορφώνεται, οπλίζεται τα όπλα του φωτός και της χάριτος κατά της ποικίλης αμαρτίας και ξανασυναντά τον ζώντα Θεό του ελέους και των οικτιρμών. Στον άνθρωπο ανήκει η μεγάλη επιλογή. Στο πλούσιο έργο του οι πονεμένες μορφές του συνήθως φθάνουν στη λύτρωση διά της ακριβούς μετανοίας και ζουν τότε μια νέα ζωή. Όχι βέβαια πάντοτε. Ορισμένες χρησιμοποιώντας κακώς την ελευθερία τους παραμένουν στο σκοτάδι.

Ο σπουδαίος Σκιαθίτης πεζογράφος μας συχνά περιγράφει "μετ' έρωτος" τη φύση, αλλά δεν είναι ένας φαντασμένος οικολόγος ή ένας ονειροπόλος φυσιολάτρης. Αναφερόμενος και περιγράφοντας περίτεχνα την ωραία φύση πορεύεται προς τον Δημιουργό της και τον μεγαλύνει για την πανσοφία του. Γράφει για κάποιους τέτοιους σ' ένα του διήγημα. "Μικροί ακούσιοι ειδωλολάτραι, διασώζοντες κατόπιν τόσων αιώνων ασυνείδητον την λατρείαν της φύσεως". Λυπάται πολύ βέβαια όταν καταστρέφεται το κάλλος του φυσικού περιβάλλοντος και γράφει με πόνο ψυχής: "το μιαρόν πνεύμα εισέβαλεν εις τα έργα του Θεού". Μελετώντας το όλο έργο του παρατηρούμε πως όχι ήξερε να γράφει, να περιγράφει, να ηθογραφεί, να κρίνει και να προτείνει λύσεις, αλλά ο ίδιος είχε μια ακέραια στάση, επιλογή φιλόθεης ζωής, φιλάρετου βίου, έντιμης εργασίας, φιλότιμης αδολεσχίας, πορεία, στόχο, λόγο και αξία. Από νωρίς είχε συνειδητοποιήσει καλά τη ματαιότητα της εγκοσμιότητος, είχε αφοβία θανάτου, θερμή πίστη. Θέλησε να ζήσει απλά, λιτά, απόμερα, ήσυχα, γαλήνια και νηφάλια. Δεν ψήλωσε ο νους του, δεν υψηλοφρόνησε, στάθηκε πλάι στους ταπεινούς και καταφρονεμένους και τους πέρασε ωραία στο έργο του.

Το έργο του Παπαδιαμάντη διασώζει την αγνή λαϊκή ευσέβεια. Οι ιερείς του έργου του είναι απλοί, φτωχοί, ενίοτε και απλοϊκοί, αλλά βιώνουν υπαρξιακά, ακόμη και όταν δεν μπορούν να το εκφράσουν, το μυστήριο του ζώντος Θεού, τη γνήσια ορθόδοξη βιοτή και λειτουργική παράδοση. Με πλήρη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς τους δεν παύουν να δέονται υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης και σωτηρίας των προβάτων του ποιμνίου τους, που τους εμπιστεύθηκε ο ίδιος ο Χριστός. Δεν επιχειρούν "λειτουργικές αναγεννήσεις" αρκούνται και τρέφονται με την υπάρχουσα γνήσια παράδοση, δοξολογώντας συνεχώς τον Ύψιστο κι επικαλούμενοι το άφατο έλεός του.

Ο Παπαδιαμάντης δήλωσε ομολογιακά, χαρακτηριστικά, απερίφραστα και αναντίρρητα: "Το επ' εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε... να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου". Τον πονά η αμαρτία, τον στενοχωρεί η βαβυλωνία της Αθήνας, τον κουράζει το κουτσομπολιό του νησιού του, με τους παρασυρμένους της αμαρτίας, αλλά δεν παύει ν' αγωνίζεται, να ελπίζει, να εμπιστεύεται τον Θεό, να παρουσιάζει κάποιους ήρωές του ως αγίους. Η άτεκνη Σεραϊνώ στον "Γάμο του Καραχμέτη" ο απλός τσομπάνος στον "Φτωχό άγιο", ο ένδοξος νεομάρτυς στο "Η χήρα του Νεομάρτυρος" και άλλοι.

Δεν πρέπει να λησμονάμε ότι ο Παπαδιαμάντης είναι υιός ευλαβούς ιερέως, ακολούθου του γνήσια αναγεννητικού, αγιορειτικού κινήματος των ιεροπρεπών Κολλυβάδων. Μεγαλώνει με τις θείες λειτουργίες, τα ιερά βιβλία, τις άγιες εικόνες, τις απαράβατες εκκλησιαστικές παραδόσεις, τα ωραία έθιμα, τα εξαίρετα ήθη. Μελετούσε τα μυροβόλα συναξάρια, τα πατερικά και νηπτικά κείμενα, την καταπληκτική φιλοκαλία, τις ασματικές ακολουθίες. Ήταν αναγνώστης και ψάλτης. Όλη αυτή η γνώση τον έκανε να πάει να μονάσει στο Άγιον Όρος. Πριν κλείσει όμως χρόνο εκεί στη σκήτη Ευαγγελισμού της Μονής Ξενοφώντος, επέστρεψε στον κόσμο, τρέφοντας πάντοτε μεγάλο σεβασμό για τον μοναχισμό και ιδιαίτερα τον αγιορείτικο.

Το εκκλησιαστικό του ήθος τον κάνει να μην είναι οργίλος και φανατικός κατά των αμαρτανώντων ηρώων του έργου του, αλλά και των συνανθρώπων του γενικά. Ελπίζει στη μετάνοια, πιστεύει στην αγάπη του Θεού, θεωρεί προτιμότερη την ελεημοσύνη από τη δικαιοσύνη. Αγαπά να προβάλλει τη μετάνοια, όχι ως ιεροκήρυκας επαγγελματίας, αλλά ως συμπάσχων αδελφός. Η συμπάθεια στον αδύναμο συνάνθρωπο είναι ίδιον του αληθινού χριστιανού, του ευαγγελικού ανθρώπου.

Ο Παπαδιαμάντης λοιπόν μεγάλωσε με βυζαντινές ψαλμωδίες, καθαρά κεριά και αγιορείτικα λιβάνια. Παρέμεινε προσηλωμένος στην Εκκλησία διά βίου. Πίστευε ακράδαντα στον Θεό, στις πρεσβείες των αγίων και της Παναγίας και τα θαύματά τους. Μια φορά, διηγείται ο καλός εξάδελφός του Α. Μωραϊτίδης, έγινε καλά από ισχυρό πονόδοντο ο Παπαδιαμάντης κι έγραψε ολόκληρη ακολουθία στον Άγιο Αντίπα, που προστατεύει όσους πονούν στα δόντια, για να τον ευχαριστήσει. Δεν ήταν ονειροπόλος του παρελθόντος, αλλά θαυμαστής της αλήθειας, που στήριξε γενεές γενεών και δημιούργησαν έξοχα έργα πολιτισμού και ορθότητα βίου εμπνευσμένη.

Ο Παπαδιαμάντης σαφώς δεν είναι άγιος με φωτοστέφανο. Είναι όμως ένας αγωνιστής. Δεν είναι μονόχνωτος, κακομοίρης, απομονωμένος, κομπλεξικός, μειονεκτικός και διχασμένος. Είναι ένας εκούσιος κοσμοκαλόγερος, ακτήμων, ελεήμων, πένης, απλός, λιτός, μόνος, σεμνός και ταπεινός. Δεν είναι φιλόσαρκος αλλά φυσιολογικώς πειραζόμενος άνθρωπος. Αγαπούσε το κρασάκι, αλλά δεν ήταν μέθυσος. Κάποτε ένας μοναχός πήγε να εξομολογηθεί σ' ένα πνευματικό σε μια σκήτη του Αγίου Όρους. Τον βρήκε τον πνευματικό πιωμένο και κάπως ζαλισμένο. Σκανδαλίστηκε και είπε ως άδικα έκανε τον κόπο να έλθει να εξομολογηθεί σ' ένα πνευματικό πότη. Τότε ο πνευματικός, προς μεγάλη του έκπληξη, του είπε: Ναι, τρεις φόρες ήλθες για εξομολόγηση αλλά την αμαρτία εκείνη δεν μου την είπες! Ας μη γινόμαστε τόσο γρήγορα τόσο αυστηροί κριτές και επιτιμητές των πάντων. Την αυστηρότητα καλύτερα ας κρατήσουμε για μας και την επιείκεια για τους άλλους.

Ο Π. Νιρβάνας τον ονομάζει "κοσμοκαλόγερο", τον περιγράφει να βαδίζει σκυφτός με τα χέρια σταυρωμένα πίσω, να κάθεται σε απόμερα καφενεία, συντροφιά με απλούς ανθρώπους, φιλέρημος, ήταν κακοντυμένος, με ξεφτισμένες πάντα τις άκρες των μανικιών του και όταν του πρότειναν 150 δραχμές για ένα του έργο είπε πως του αρκούν οι 100. Έτσι τον παρουσιάζει ιδιότροπο, παράξενο και κοσμόφοβο. Ο μακαριστός λόγιος Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του γι' αυτόν έχει μια άλλη θέση, με την οποία εδώ και συμφωνούμε. Γράφει: "Εάν εμβαθύνουμε στον τρόπο της ζωή του, θα ανακαλύψουμε γνωρίσματα καλογερικής αγωγής και αρετής και τάσεις για υπέρβαση του κοινώς θεωρούμενου καλού. Τι είναι άλλωστε, η ατημέλητη εμφάνισή του, η τάση συνεχούς φυγής από τους πολλούς, η εκούσια πενία του και οι ασκητικές συνθήκες διαμονής του, παρ' ότι είχε την οικονομική δυνατότητα για βελτίωσή τους -"μου φθάνουν οι εκατό δραχμές"-, οι αγρυπνίες και ψαλμωδίες του, το εκκλησιαστικό ήθος του, η ευαισθησία του σε θέματα εκκλησιαστικών παραδόσεων, οι ελεημοσύνες του από το ορατόν υστέρημά του, η ταπείνωσή του, η αγιότητά του και άλλες αρετές του, αν όχι αντανακλάσεις μοναχικού βίου;". Ότι αποτελεί για τους Σλαύους ο πολύς Ντοστογιέφσκυ είναι, θα πρέπει να είναι, για τους Έλληνες ο Παπαδιαμάντης. Πρόκειται για προφήτη του Γένους. Γράφει: "Μη θρησκευτικά, προς Θεού!".

Το ελληνικόν έθνος δεν είναι βυζαντινοί, εννοήσατε; Οι σημερινοί Έλληνες είναι κατ' ευθείαν διάδοχοι των αρχαίων. Έπειτα, επολιτίσθησαν, επροώδευσαν και αυτοί. Συμβαδίζουν με τα άλλα έθνη... Άγγλος ή Γερμανός ή Γάλλος δύναται να είναι κοσμοπολίτης ή αναρχικός ή άθεος ή ο,τιδήποτε. Έκαμε το πατριωτικόν χρέος του, έκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα είναι ελεύθερος να επαγγέλεται χάριν πολυτελείας την απιστίαν και την απαισιοδοξίαν. Αλλά Γρακύλος της σήμερον, όστις θέλει να κάμη δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επ' άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάση εις το ύψος και να φανή και αυτός γίγας. Γι' αυτό όπως γράφει "τα πλείστα των υπ' εμού γραφέντων διηγημάτων... είναι μάλλον θρησκευτικά". Ξέρει τι κάνει ο εμπνευσμένος Παπαδιαμάντης. Με το έργο του καταξιώνεται ως παιδαγωγός του ορθόδοξου ελληνισμού. Φθάνει με πόνο και ιερή αγανάκτηση να γράφει ευρισκόμενος στην Αθήνα: "Εδώ θεοποιείται φανερά ο Μαμμωνάς. Χιλιάκις καλύτερον θα ήτο εάν υπήρχεν ακόμη η αρχαία ποιητική ειδωλολατρία. Τώρα όμως η πράγματι επικρατούσα θρησκεία είναι ο πλέον ακάθαρτος και κτηνώδης υλισμός. Μόνον κατά πρόσχημα είναι η χριστιανοσύνη"! Τι θα έλεγε σήμερα;

Μίσησε τον πλούτο και αγάπησε την πενία. Από τα λίγα που είχε ποιούσε κρυφά και την ελεημοσύνη. Έγραφε αυτό που ζούσε.: "Πρέπει να μένη τις εν τη τάξει εν η ευρέθη απ' αρχής, όσον ταπεινή, όσον πενιχρά και αν φαίνεται αύτη· αιρετωτέρα δε αείποτε η έντιμος ευτέλεια της αδόξου και κομώσης πολυτελείας και τρυφής". Έζησε και πέθανε φτωχός, σεμνός και ταπεινός. Εκοιμήθη στο ωραίο νησί του πριν εκατό χρόνια κι ένα μήνα τα χαράματα της 3.1.1911, αφού μετάλαβε, ψάλλοντας και κλαίγοντας.

Σήμερα οι πολλοί λογοτέχνες μας, οι διανοούμενοι, οι δημοσιογράφοι περί πολλά τυρβάζουν. Αρκετοί ειρωνεύονται τον Παπαδιαμάντη και τον κακολογούν. Τους χαλάει τα σχέδια. Ο γραικυλισμός, ο αθεϊσμός, ο μηδενισμός, η διαφθορά, η φιλοχρηματία, η φιλοσαρκία και η φιλοδοξία επικρατούν και δεν θέλουν να ενοχλούνται από φωνές ισχυρές και αγνές ως του Παπαδιαμάντη, που ο βίος του και το έργο του τους ελέγχει.

Κοιμήσου κυρ Αλέξανδρε στην αγκαλιά του νησιού σου ήσυχα. Έκανες το χρέος σου ως Ορθόδοξος και ως Έλληνας. Η ζωή σου και το έργο σου φωτίζουν το σκοτάδι. Η Ελλάδα που τόσο πολύ αγάπησες, σκοτισμένη, παγιδευμένη, προδομένη, σαγηνευμένη σε ξένες σειρήνες, πάσχει. Φυλακισμένη στα πικρά αδιέξοδα του ατομισμού, του υλισμού και του αθεϊσμού μελαγχολεί και μαραζώνει. Μακάρι οι σελίδες των έργων σου και το παράδειγμα της ζωής σου να γίνουν παράθυρα ελευθερίας, για την επιστροφή σε μια ζωή χαριτωμένα απλή, γνήσια ταπεινή, αληθινά μετανοημένη, αληθινά χριστιανική.



Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ήταν πάντα προσηλωμένος στην Εκκλησία. Δεν τον κούραζε και δυσκόλευε ποτέ αυτή η σχέση. Ήταν ένας αληθινός χριστιανός. Ήταν ένας πιστός δούλος του Κυρίου. Ήταν αυτός που άκουσε από την αγία Αναστασία "Ύπαγε, ανίατε· ο πόνος θα είναι η ζωή σου...". Μόνο ένας γνήσιος χριστιανός μετά από αυτό το απρόσμενο άκουσμα μπορεί να γράφει: "Ησθανόμην αγρίαν χαράν, διότι η Αγία δεν είχεν εισακούσει την δέησίν μου". Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι απλά ένας ρωμαντικός νοσταλγός μιας περασμένης ωραίας γραφικότητας που δεν υπάρχει, αλλά νοσταλγός μίας ουσιαστικής, αληθινής και καίριας χριστιανικής ζωής, την οποία αξίζει αγαπητοί μου, να βιώσουμε στο έπακρον. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσέλευσή σας και την προσοχή σας.

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης

Ἐθνεγερσία, σύγκρουση δύο ὁραμάτων

«Ἀσκήσεις κριτικῆς σκέψης» (Ραδιοφωνικὴ ἐκπομπὴ στὸν ΣΚΑΪ, 25-3-2007. Ἀπομαγνητοφώνησις ἐξ ἀκοῆς, ἀπὸ τὸν γράφοντα (ΚΡΑΤΥΛΟ). [ἡ ἐκπομπὴ σὲ mp3] [Ραδιοφωνικὲς ἐκπομπὲς τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ στὸν ΣΚΑΪ])


Εἶμαι ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, στὴν ἐκπομπὴ «Ἀσκήσεις κριτικῆς σκέψης». Τὸ θέμα μας σήμερα, «Ἐθνεγερσία, σύγκρουση δύο ὁραμάτων».

Φίλες ἀκροάτριες, φίλοι άκροατές, ὑπάρχει ἕνας σαφῶς ἀντιεπιστημονικός, θὰ ἔλεγα καὶ βάναυσος τρόπος γιὰ νἀ προσεγγίζει κανεὶς τὴν Ἱστορία: Εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον κρίνουμε τὸ ἱστορικὸ παρελθὸν μὲ κριτήρια τοῦ ἱστορικοῦ παρόντος. Δηλαδή, θέλουμε νὰ ἀποτιμήσουμε αὐτὸ ποὺ κάποτε συνέβη, κρίνοντάς το μὲ σημερινὰ κριτήρια, καὶ ἀγνοῶντας τὸν χρόνο ποὺ ἔχει παρεντεθεῖ ἀνάμεσα στὸ τότε καὶ στὸ σήμερα, στὶς ἐξελίξεις ποὺ ἔχουν συμβεῖ, στὴν ἀλλαγὴ νοοτροπίας ποὺ ἔχει συντελεσθεῖ.

Κλασσικὸ παράδειγμα ἑνὸς τέτοιου βιασμοῦ, θὰ ἔλεγα, τῆς Ἱστορίας , εἶναι ἡ ἀντίρρηση ποὺ πάντοτε προκύπτει ὅταν μιλήσεις γιὰ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Τὸ πρῶτο ποὺ θὰ σοῦ ποῦν, «ναί, λὲς γιὰ τὴν ἀρχαία Άθήνα, τὰ ἐπιτεύγματά της, τὴν δημοκρατία, τὴν πολιτική, τὴν τραγωδία, ἀλλὰ δὲν μπορεῖς νὰ ἀγνοεῖς τὴν δουλεία. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐκπληκτικὰ ἔργα ποὺ σήμερα θαυμάζουμε στὴν ἀρχαία Ἀθήνα, ἔγινα μὲ τὴν βοήθεια, μὲ τὴν ἐργασία δούλων». Λέω ὅτι εἶναι βάναυσος αὐτὸς ὁ τρόπος, γιατὶ ἡ δουλεία τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν ἕνα πανανθρώπινο φαινόμενο. Ἐπὶ αἰῶνες, πολλοὺς αἰῶνες δυστυχῶς, ἡ δουλεία ἦταν κάτι τὸ αὐτονόητο στὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες. Ὅπως καὶ ἡ πορνεία. Μάλιστα ἡ πορνεία ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερα νὰ εἶναι αὐτονόητη. Σκεφθεῖτε, ὕστερα ἀπὸ χίλια χρόνια ἂς ποῦμε, ἐὰν μᾶς κατηγοροῦν συλλήβδην τὶς σημερινὲς κοινωνίες, ἐπειδὴ ἀνεχόμασταν στὴν πραγματικότητα νὰ πουλᾶνε ἄνθρωποι τὸ κορμί τους, χαρίζοντάς το γιὰ ἡδονή. Λοιπόν, ὅπως δυστυχῶς, τὸ ξαναλέω τρίτη φορά, λειτουργεῖ ἀκόμα ἡ πορνεία, καὶ μάλιστα στὶς μέρες μας μὲ τρόπους ἀποκρουστικούς, κανονικὴ σωματεμπορία, ἐκείνους τοὺς αἰῶνες, τοὺς ἀρχαίους αἰῶνες, πολὺ πρὶν τὴν ἐμφάνιση τοῦ Χριστιανισμοῦ, καὶ ἡ δουλεία ἦταν κάτι αὐτονόητο. Ἐπιπλέον, θὰ ἔπρεπε νὰ ξέρουμε, ὅσοι ἀποφαινόμαστε μὲ τὸση εὐκολία γιὰ τὴν σημασία τῆς δουλείας στὴν ἀρχαία Ἀθήνα, ὅτι εἰδικὰ στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ὅταν μιλᾶμε γιὰ δουλεία, νὰ μὴν πηγαίνει ὁ νοῦς μας στὴν καλύβα τοῦ μπαρμπα-Θωμᾶ. Οἱ δοῦλοι στὴν ἀρχαία Ἀθήνα ἦσαν τραπεζίτες, ἦταν δάσκαλοι, εἶχαν μετοχὴ στὸν κοινωνικὸ βίο, ἀλλὰ δὲν εἶχαν τὴν τιμὴ νὰ εἶναι πολίτες, νὰ μετέχουν κρίσεως καὶ ἀρχῆς, νὰ μετέχουν δυναμικὰ στὴν συγκρότηση τῆς πόλης.

Αὐτὴ ἡ ἐφαρμογὴ κριτηρίων τοῦ παρόντος στὸ παρελθόν, συμβαίνει καὶ μὲ τὸ ἱστορικὸ γεγονὸς ποὺ γιορτάζουμε σήμερα, τὴν 25η Μαρτίου, δηλαδὴ τὴν Ἐθνεγερσία, ὅπως καθιερώθηκε νὰ τὴν λέμε, τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης τῶν Ἑλλήνων ἐνάντια στοὺς Τούρκους. Πρὶν ἀπὸ κάποιες μέρες, βδομάδες, δὲν θυμᾶμαι καλὰ νὰ σᾶς πῶ, διάβαζα σὲ μιὰ ἀθηναϊκὴ ἐφημερίδα τὸ ἄρθρο ἑνὸς δημοσιογράφου, ὁ ὁποῖος ἤθελε φαίνεται νὰ χτυπήσει -ὄχι «φαίνεται», ἦταν φανερό- ἤθελε νὰ χτυπήσει τὸν Ἀρχιεπίσκοπο. Καὶ αὐτό, μὲ τὸν γνωστὸ μεταπρατικὸ τρόπο, τὴν μεταπρατικὴ νοοτροπία ποὺ ἔχει παγιωθεῖ δυστυχῶς σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τοῦ βίου. Δηλαδὴ ἀναπτύσσεται ἕνας ἀντικληρικαλισμὸς καὶ στὴν Ἑλλάδα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ ἀντικληρικαλισμοῦ τῶν δυτικοευρωπαϊκῶν κοινωνιῶν, χωρὶς νὰ κρίνει καὶ νὰ συγκρίνει κανεὶς τὴν διαφορὰ τῶν ἱστορικῶν ἐμπειριῶν, τὴν διαφορὰ τῶν κοινωνικῶν παραστάσεων καὶ δεδομένων στὶς δύο περιπτώσεις. Στὴν Δύση, πράγματι, ὁ θεσμὸς τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας, ειδικὰ στοὺς μέσους αἰῶνες, λειτούρησε μὲ ἕναν αὐταρχισμό, μέχρις ὁλοκληρωτισμοῦ, ποὺ ἔχει καταγραφεῖ ἱστορικά, ἔχει κριθεῖ, ἔχει κατακριθεῖ· στὴν Ἀνατολή, εἴτε μᾶς ἀρέσει εἴτε δὲν μᾶς ἀρέσει, εἴτε τὸ δεχόμαστε εἴτε τὸ ἀγνοοῦμε, τέτοια φαινόμενα δὲν ὑπῆρξαν. Ὑπῆρξε πράγματι μία ταύτιση τοῦ κλήρου μὲ τὸ λαϊκὸ σῶμα. Μεγάλο θέμα, δὲν θὰ μείνω σ᾿ αὐτό. Τὸ ἀναφέρω συμπτωματικὰ γιὰ νὰ τονίσω αὐτὴν τὴν ξιπασιά, νὰ θέλουμε ὅ,τι συνέβη στὴν Δύση νὰ τὸ μεταφέρουμε ὁπωσδήποτε καὶ στὴν Ἑλλάδα. Λοιπόν, ὁ δημοσιογράφος αὐτὸς ἔγραφε ὅτι, ναί, τὰ βιβλία Ἱστορίας νὰ ἀκολουθήσουν τὴν ἄποψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὁ ὁποῖος ζήτησε νὰ ὑπάρχει ὅλη ἡ ἀλήθεια ἡ ἱστορικὴ μέσα στὰ βιβλία τοῦ σχολείου. Ἐπομένως, ἔλεγε ὁ δημοσιογράφος, πρέπει νὰ διδάσκονται τὰ παιδιὰ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία πολέμησε τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821· ὁ Πατριάρχης τὴν ἀφόρισε· ὅτι ὑπήρξε ἕνα κείμενο, ἡ «Πατρικὴ Διδασκαλία», τοῦ Ἀθανασίου Παρίου, ἡ ὁποία παίνευε καὶ ἐξυμνοῦσε σχεδὸν τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, καὶ ἔτσι ἀντιτασσόταν στὸ ἐθνικὸ κίνημα ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέκυψε ἡ Ἐπανάσταση καὶ ἡ ἀπελευθέρωση.

Ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ, ὅτι στὸν χῶρο τῆς Ἱστορίας εἶναι πάρα πολὺ εὔκολες οἱ ὑπερβάσεις καὶ πάρα πολὺ εὐόλισθος ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ, ὅπως εἶπα ἀρχικὰ, σὲ βάναυση κακοποίηση τῶν ἱστορικῶν γεγονότων. Ὄχι συνειδητὴ πάντοτε· αὐτὸ ποὺ συνηθέστερα συμβαίνει εἶναι νὰ ἀποσπᾶμε ἐπὶ μέρους δεδομένα καὶ περιστατικά, καὶ νὰ ἀντλοῦμε μιὰ ἐρμηνευτικὴ πρόταση συνολική, ἡ ὁποία δὲν πατάει γερά, παρὰ μόνο κουτσαίνοντας, πάνω σὲ ἐπιλεγμένα περιστατικά. Εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ὑπάρξει ἀντικειμενικότητα στὴν Ἱστορία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ μεγαλύτερος μᾶλλον σήμερα φιλόσοφος, ὁ πιὸ γνωστὸς στὴν Ἀμερική, ποὺ μάλιστα ἐμφανίζεται καὶ ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἀριστερᾶς, στὶς Ἠνωμένες Πολιτεῖες, ὁ Ρίτσαρντ Ρώρτυ, ἔχει πεῖ μιὰ φράση ποὺ νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ σημαδιακή. Λέει, ὅτι, ἕνας λαὸς γράφει τὴν Ἱστορία του, ὄχι γιὰ νὰ ἀφηγηθεῖ τὸ παρελθόν του, ἀλλὰ γιὰ νὰ συγκροτήσει ταυτότητα, μὲ τὴν ὁποία θὰ ἀναμετρηθεῖ μὲ τὸ μέλλον· μὲ τὴν ὁποία θὰ συγκροτήσει τὸ μέλλον του. Ἐπομένως, εἰδικὰ στὴν σχολικὴ διδασκαλία τῆς Ἱστορίας, ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία ὁ στόχος τὸν ὁποῖον θέτει μιὰ κοινωνία γιὰ τὸ παρόν της καὶ γιὰ τὸ μέλλον της.
Ἐπιτρέψτε μου, σὰν παρένθεση, καὶ σὰν ὀδυνηρὴ ἔκρηξη νὰ πῶ, ὅτι ἡ ὅλη κυβερνητικὴ συμπεριφορὰ μὲ τὸ βιβλίο αὐτὸ τῆς 6ης τάξης τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου, γιὰ τὸ ὁποῖο τόσα πράγματα εἰπώθηκαν καὶ τόσος θόρυβος ἔγινε, ἡ κυβερνητικὴ συμπεριφορά, θέλω ἁπλῶς νὰ πῶ, ὅτι ἀντιπροσωπεύει μία στάση ἡ ὁποία δὲν ἔχει κανένα ὅραμα γιὰ τὸ μέλλον τῶν Ἑλλήνων, δὲν ἔχει καμμιὰ φιλοδοξία, κανένα στόχο γιὰ τὴν κοινωνία τῶν Ἑλλήνων. Θέλει τοὺς Ἕλληνες ἔτσι πεπαιδευμένους, ὑποτελεῖς καὶ λακέδες στὴν ἐκάστοτε νέα τάξη πραγμάτων, εἰς τὴν ἐκάστοτε ὑπερδύναμη, ὑπηρέτες οἰκονομικῶν προτεραιοτήτων, δίχως αὐτοσυνειδησία, δίχως αἴσθηση πολιτιστικῆς καταγωγῆς, δίχως συνείδηση δυνατοτήτων γιὰ τὸ μέλλον.

Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι θὰ σᾶς παρουσιάσω σήμερα μιὰ ἀντικειμενικὴ ὁπτικὴ ἱστορική, θὰ σᾶς καταθέσω κάποια δεδομένα, καὶ θὰ συναγάγω ἀπὸ αὐτὰ μιὰ ἐρμηνευτικὴ πρόταση, ἡ ὁποία ἐπαφίεται στὴν κρίση σας καὶ στὴν ἐκτίμησή σας, κατὰ πόσο ἀφορᾶ τὴν ἡμέρα ποὺ σήμερα γιορτάζουμε -ἂν γιορτάζουμε- καὶ λέγεται 25η Μαρτίου.

Θὰ ἔλεγα ὅτι τὰ χρόνια ἐκεῖνα, καὶ εἰδικὰ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 18ου αἰώνα καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου, ὑπῆρξε στὸν ἑλληνικὸ χῶρο μιὰ ἀντιπαλότητα δύο ὁραμάτων. Ὑπῆρχαν μὲ ἄλλα λόγια δύο τρόποι, μὲ τοὺς ὁποίους ἀντιμετωπιζόταν τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οἱ δύο αὐτοὶ τρόποι, τὰ δύο αὐτὰ ὁράματα, εἶχαν συγκεκριμένους φορεῖς. Τὸν ἕνα τρόπο τὸν ἐκπροσωποῦσαν οἱ Φαναριῶτες καὶ τὸ Πατριαρχεῖο. Ἐκεῖ εἶχε συναχθεῖ, ἤδη ἀπὸ τὴν ἄλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ πνευματική, ὅπως λέγανε, ἐν πολλοῖς ὅμως καὶ πολιτικὴ ἠγεσία τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ, ἀναγνωρισμένη ἀπὸ τοὺς κατακτητὲς Τούρκους -στὸ πρόσωπο τοῦ Πατριάρχη ἀναγνώριζε ὁ Σουλτάνος πάντοτε τὴν κεφαλὴ τῶν ὑπόδουλων Ὀρθόδοξων Χριστιανῶν, ἐπομένως αὐτῶν οἱ ὁποῖοι ἦσαν καὶ φορεῖς κυρίως τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Αὐτὴ ἡ ὁμάδα λοιπὸν ἡ ἡγετικὴ τῆς Κωνσταντινούπολης εἶχε ἕνα πολὺ συγκεκριμένο ὅραμα γιὰ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ τὸ ὅραμα αὐτὸ ἀπέβλεπε, ἦταν τὸ πρῶτο του κριτήριο, στὴν διάσωση ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν Ὀρθόδοξων πληθυσμῶν ποὺ βρίσκονταν κάτω ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων. Δηλαδή, ἦταν πολὺ ἐπιφυλακτικοὶ οἱ Φαναριῶτες ἀπέναντι στὶς καινούργιες ἰδέες, ποὺ μετὰ τὴν Γαλλικὴ Ἐπανάσταση εἶχαν ἀρχίσει νὰ εἰσέρχονται καὶ στὸν ὑπόδουλο ἑλληνικὸ χῶρο, γιὰ τὴν ἴδρυση ἐθνικοῦ κράτους, ἀστικοῦ κράτους, ὅπως λέγανε οἱ φιλόσοφοι τοῦ Διαφωτισμοῦ, δηλαδὴ ἑνὸς κράτους βασισμένου σὲ ἄλλες προτεραιότητες καὶ ἀξίες ἀπὸ αὐτὲς ποὺ ἰδρύει καὶ συγκροτεῖ ἡ ἱστορικὴ συνείδηση καὶ ἡ πολιτιστικὴ συνέχεια. Σὲ στοιχεῖα, ὅπως ὁρίζονται ἀπὸ τὰ ἐγχειρίδια, τὸ ἔθνος-κράτος στηρίχτηκε στὴν κοινὴ γλῶσσα, σὲ μιὰ κοινὴ παράδοση ἠθῶν καὶ ἐθίμων, μιὰ κοινὴ συνείδηση κάποιας ἱστορικῆς συνέχειας - καὶ ὄχι πάντοτε, διότι ὑπάρχουν πολλὲς περιπτώσεις ἐθνῶν-κρατῶν ποὺ ἀποτελοῦνται ἀπὸ περισσότερες ἐθνότητες καὶ ἀπὸ ποικίλες ἱστορικὲς παραδόσεις.

Ἡ ἐμμονὴ αὐτὴ εἶχε κάποιους ρεαλιστικοὺς λόγους, στοὺς ὁποίους βασιζόταν. Μέσα ἀπὸ τὴν διαδρομὴ τῶν αἰώνων τῆς τουρκοκρατίας, σὲ πολλὰ μέρη τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, τὸ Ἑλληνικὸ στοιχεῖο εἶχε κατορθώσει νὰ εἶναι πραγματικὰ τὸ κυρίαρχο κοινωνικά. Ἀντίθετα, τὸ μουσουλμανικό, τὸ τουρκικὸ στοιχεῖο, εἶχε ἀπωθηθεῖ, θὰ ἔλεγε κανείς, στὶς παρυφὲς τοῦ κοινωνικοῦ γεγονότος, ἐκτελοῦσε τελείως δευτερεύουσες ὑπηρεσίες καὶ ἀσχολίες, βέβαια ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες, τοὺς πασάδες, τοὺς ἀγάδες σὲ κάθε περιοχή, ποὺ εἶχαν τὴν ἰδιοκτησία καὶ τὸν πλοῦτο. Ὅμως ὁ Ἑλληνισμὸς εἶχε κατορθώσει, παρὰ τὴν ἀπαγόρευση, ἐπὶ μακρὲς περιόδους, τῶν σχολείων, τῆς ἐκπαίδευσης, εἶχε κατορθώσει νὰ πετύχει μιὰ ἄνθηση καὶ οἰκονομικὴ καὶ παιδευτική, ἡ ὁποῖα κυριολεκτικὰ μᾶς ἐκπλήττει. Οἱ Ἕλληνες, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, τοὺς αἰῶνες τῆς τουρκοκρατίας, καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν 16ο, 17ο καὶ μετά, ὄργωναν τὴν Μεσόγειο ὡς καραβοκυραῖοι, κρατοῦσαν στὰ χέρια τους τὸ ἐμπόριο τῆς Μεσογείου· οἱ Ἕλληνες ἔμποροι εἶχαν ἀνοιχτεῖ στὶς ἀγορὲς τῆς Εὐρώπης· σήμερα μένουμε κατάπληκτοι ὅταν βλέπουμε τὶ κτήρια ἄφησαν πίσω τους αὐτὲς οἱ Ἑλληνικὲς κοινότητες τῆς Τεργέστης, τῆς Βιέννης, τοῦ Μονάχου, τοῦ Παρισιοῦ, τοῦ Λονδίνου· ὄργωναν καὶ αὐτοὶ τὶς ἀγορὲς τῆς Εὐρώπης, οἱ Καστοριανοὶ γουνέμποροι, οἱ ἔμποροι τῶν Ἀμπελακίων, ἀπὸ ὅλον τὸν χῶρο τῆς Ἑλλάδας ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ ζωτικὴ ἔξοδος.
Καὶ θὰ παρακαλοῦσα τοὺς ἀγαπητοὺς ἀκροατές, τὶς ἀγαπητές ἀκροάτριες, νὰ κάνουν τὴν σύγκριση, αὐτῆς τῆς μετανάστευσης τῶν Ἑλλήνων, τότε, τοὺς αἰῶνες τῆς τουρκοκρατίας, μὲ τὸ μεταναστευτικὸ κῦμα ποὺ ἄρχισε μετὰ τὴν ἴδρυση τοῦ ἐλεύθερου, λεγόμενου, ἑλλαδικοῦ κράτους. Τότε, ὅταν οἱ Ἕλληνες ἦταν φτωχοί, ἀγράμματοι, δοῦλοι, καταπιεσμένοι, μετανάστευαν ἀπὸ θέσεως ἰσχύος· ἦταν οἱ ἄρχοντες ποὺ ὄργωναν τὴν Εὐρώπη, καὶ ἄφησαν πίσω τους, ὡς μεγάλοι εὐεργέτες στὴν τελευταία φάση, ἀλλἀ καὶ πιὸ πρίν, ἄν κρίνει κανεὶς ἀπ᾿ τὶς σχολὲς ποὺ ἴδρυαν σὲ κάθε μέρος τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ, - ἦσαν κυρίαρχοι τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀγορᾶς. Ἐνῶ, ὁ μετανάστης ὁ Ἕλληνας μετὰ τὴν ἴδρυση τοῦ ἑλλαδικοῦ κράτους, φεύγει ὅπως μεταναστεύουν σήμερα λαοὶ ὅπως οἱ Ἀλβανοί, γιὰ νὰ ζήσουν μὲ τὴν ἐργασία τῶν χεριῶν τους, τὴν χειρωνακτική· ἡ ἀποδημία γίνεται ἐξορία, γίνεται ξενιτιά, ποὺ τόσο πικρὰ τὴν ἔχει μελωδήσει καὶ ἰχνογραφήσει ἡ ἑλληνικὴ τέχνη.

Ἔλεγα, λοιπόν, ὅτι σὲ πολλὲς περιοχὲς τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, οἱ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ ἦταν οἱ κοινωνικὰ κυρίαρχοι. Ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς κατάκτησης τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τοὺς Τούρκους, τὸ τουρκικὸ στοιχεῖο δὲν εἶχε τόσο ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ ἐμπόριο. Οὔτε, θὰ ἔλεγα, γιὰ τὶς κατασκευαστικὲς τέχνες. Στὸ πεδίο αὐτὸ οἱ Ἕλληνες εἶχαν νὰ συναγωνιστοῦν μὲ ἄλλες μειονότητες, ὅπως μὲ τοὺς Ἑβραίους ἢ μὲ τοὺς Ἰταλούς, τοὺς Γενοβέζους καὶ ἄλλους. Πάντως, εἶναι γεγονός, νομίζω, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸ στοιχεῖο εἶχε φτάσει οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ νὰ εἶναι σὲ πολὺ ὑψηλὴ στάθμη. Μιλᾶμε γιὰ ἑκατομμύρια Ἑλλήνων στὴν Μικρὰ Ἀσία, στὸν Πόντο, στὴν Ἀνατολικὴ Ρωμυλία, στὴν Δυτικὴ Μακεδονία, κ.λπ.
Ὅλοι αὐτοὶ οἱ πληθυσμοὶ ἦταν μέσα στὴν ἔγνοια τῶν Φαναριωτῶν καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἂν ἕνα κομμάτι αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ξεκινοῦσε μιὰ προσπάθεια νὰ αὐτονομηθεῖ ὡς ἔθνος-κράτος, καταλάβαινε κανεὶς ἀμέσως ὅτι ἡ ἐκδίκηση τῶν Τούρκων θὰ ἦταν ἡ σφαγή, ἡ καταδίωξη, ὁ ἀφανισμὸς ὅλων τῶν ὑπόλοιπων αὐτῶν ἀπέραντων ἐκτάσεων ὅπου κατοικοῦσαν οἱ Ἕλληνες, ἀπὸ πανάρχαιες μῆτρες καταγωγῆς ἐκεῖ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ βλέπουμε στὴν ἀρχὴ μιὰ ἀμηχανία ἀπέναντι στὶς καινούργιες ἰδέες ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὴν Δύση -ἀμηχανία τῶν Φαναριωτῶν καὶ τοῦ Πατριαρχείου- καὶ στὴν συνέχεια, πράγματι, μιὰ ἐκφραση ἀποψης καὶ γνώμης, ὅπως αὐτὴ ποὺ ἀποτυπώθηκε στὸ τόσο διαβεβλημένο αὐτὸ κείμενο, «Πατρικὴ Διδασκαλία», γραμμένο ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιο Πάριο καὶ ἐκδοθὲν ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖο τοῦ Πατριαρχείου, στὸ ὁποῖο λέει ὅτι ἤτανε τύχη, ἦταν ἀγαθὴ συγκυρία γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ ὅτι ὑποδουλώθουκε στοὺς Τούρκους καὶ ὄχι στοὺς Φράγκους· διότι ἂν εἶχε ὑποδουλωθεῖ στοὺς Φράγκους, θὰ εἶχε χάσει ἀμέσως καὶ τὸν πολιτισμό του καὶ τὴν ἰδιαιτερότητά του, ἐνῶ χάρις στὸ χαμηλὸ ἐπίπεδο τῶν Τούρκων εἶχε διατηρήσει τὴ συνείδηση τῆς πολιτιστικῆς του ὑπεροχῆς.

[μουσικὸ διάλειμμα]

Ἀγαπητοὶ φίλοι, προσπάθησα νὰ παρουσιάσω στὸ πρῶτο μέρος τῆς ἐκπομπῆς τὸ ἕνα ὅραμα ἀπὸ τὰ δυὸ ποὺ κυριαρχοῦσαν ἀπὸ τὰ δυὸ ποὺ κυριαρχοῦσαν στὴν ἐποχὴ τῆς Ἐπανάστασης τοῦ '21, τὸ ὅραμα ποὺ ἐκπροσωπήθηκε κυρίως ἀπὸ τοὺς Φαναριῶτες καὶ τὸ Πατριαρχεῖο. Σ᾿ αὐτὸ τὸ ὅραμα, ὁ Ἑλληνισμὸς ἦταν πρωτευόντως μιὰ πραγματικότητα πολιτισμοῦ πέρα ἀπὸ ἐθνοφυλετικὰ σύνορα καὶ ὄχι κατὰ προτεραιότητα ἕνα ἐθνικὸ σύνολο ὅπως σήμερα πιά, ἐκ τῶν ὑστέρων, κατανοοῦμε τὴν ἑλληνικότητα. Σίγουρα, ὁ ἑλληνισμὸς ὡς πολιτιστικὸ γεγονὸς εἶχε καὶ συγκεκριμένη ἐθνοφυλετικὴ καταγωγή, ἀλλά, ὑπῆρχε ἡ αἴσθηση ἀκόμα τότε ζωντανὴ στοὺς κύκλους τοῦ Φαναρίου, καὶ μπορεῖ νὰ τὸ ψηλαφήσει κανεὶς καὶ νὰ τὸ πιστοποιήσει στὰ κείμενα τῶν αἰώνων ἐκείνων, ὅτι ὑπῆρχε μιὰ αἴσθηση ὑπεροχῆς πολιτιστικῆς· μπορεῖ νὰ εἶχε κατακτηθεῖ ὁ Ἑλληνισμός, μπορεῖ νὰ ἦταν σκλάβος, τυραννισμένος, ἔξω ἀπὸ τὰ κέντρα, ἔξω ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, φτωχὸς καὶ βασανισμένος, ἀλλά, μὲ αἰσθηση ἀρχοντικῆς καταγωγῆς, μὲ αἴσθηση πολιτιστικῆς ὑπεροχῆς.

Πρὶν ἀπ᾿ ὅλα ἡ γλῶσσα ἀκόμα, λειτουργοῦσε ὡς διαβατήριο γιὰ νὰ ταξιδέψεις τὴν ἐποχὴ ἐκείνη σὲ μιὰ τεράστια περιοχή. Λέει ὁ Ἐλύτης πολὺ ὡραῖα ὅτι, μέχρι καὶ τὸν Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, μὲ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶχες γλωσσικὸ διαβατήριο γιὰ νὰ ταξιδέψεις σὲ μιὰ περιοχὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μέχρι τὴν Κάτω Ἰταλία, κι ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο μέχρι τὴ Μολδαβία καὶ τὴ Βλαχία ἐπάνω στὸ Δούναβη.
Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο ἦταν ἡ ζωντάνια τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, ἡ ὁποία ἦταν ἡ πρωτεύουσα, ἡ κυρίαρχη. Ὁ Ἑλληνισμὸς ἔδωσε σάρκα στὴν παράδοση αὐτή, σάρκα πολιτισμοῦ, μὲ τὴν τέχνη, τὴν ζωγραφική, τὴν μουσική, τὴν τέχνη τῆς δραματουργίας, σεβαστὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐκχριστιανισμένους λαοὺς τῆς Βαλκανικῆς καὶ τῆς Ἐγγὺς καὶ Μέσης Ἀνατολῆς.
Εἶπα προηγουμένως λίγα λόγια καὶ γιὰ τὸ οἰκονομικὸ σφρίγος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ σκεφθεῖτε καὶ τὰ τεκμήρια ποὺ ἄφησε, σὲ μερικὲς περιοχὲς μέχρι σήμερα, αὐτὸ τὸ οίκονομικὸ σφρίγος, συνδυασμένο μὲ παραγωγὴ πολιτισμοῦ. Σήμερα πρέπει νὰ ἔχουμε ἕνα καὶ δυὸ διδακτορικὰ γιὰ νὰ καταλάβουμε τὶ ἴλιγγο ἀρχιτεκτονικῆς ἀρτιότητας εἶχαν τὰ λαϊκὰ χτίσματα τῆς τουρκοκρατίας· τὶ ἦταν ἡ ζωγραφικὴ ἐκείνων τῶν αἰώνων, ἡ Κρητικὴ σχολὴ στὴν ἁγιογραφία· τὶ ἦταν ἡ ποίηση τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, τὶ ἦταν ἡ μουσικὴ τῶν χορῶν καὶ τῶν πανηγυριῶν· τὶ ἦταν οἱ λαϊκὲς φορεσιές· δὲν ξέρω πόσοι εἶδαν αὐτὴ τὴν ἔκθεση τῶν κεντημάτων ποὺ εἶχε κάνει πέρισυ τὸ Μουσεῖο Μπενάκη, στὸ καινούργιο του κτήριο στὴν ὁδό Πειραιῶς, μὲ κεντήματα τοῦ 16ου καὶ 17ου αἰώνα, ποὺ μένει κανεὶς ἐνεός· αὐτὸς ὁ λαός, ἐπαναλαμβάνω, ὁ τότε ἀγράμματος, καταπιεσμένος, φτωχός, πῶς εἶχε τέτοια αἴσθηση κάλλους, καὶ πῶς ὅλα αὐτὰ κόπηκαν μὲ τὸ μαχαίρι μόλις ἰδρύθηκε τὸ ἑλλαδικὸ κράτος.

Πρέπει κάποτε νὰ συνειδητοποιήσουμε καὶ νὰ βγάλουμε τὶς συνέπειες αὐτῆς τῆς μυθοποίησης, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς παύει νὰ παράγει πολιτισμό, μὲ τὴν ἴδρυση τοῦ ἑλλαδικοῦ κράτους. Τὸ ἑλλαδικὸ κράτος ἰδρύεται μὲ τὴν πρόθεση νὰ μὴν εἶναι ἑλληνικό, ἀλλὰ νὰ εἶναι μεταπρατικό, νὰ ἀντιγράψει, νὰ κοπιάρει, τὰ «πεφωτισμένα καὶ λελαμπρυσμένα τῆς Ἐσπερίας γένη καὶ ἔθνη». Ὅ,τι φτιάχθηκε καὶ ὅ,τι παρήχθη μέσα στὸ ἑλλαδικὸ κράτος, ἀπὸ τὴν ἴδρυσή του καὶ μετά, εἶναι μίμηση, εἶναι πιθηκισμός. Πολλὲς φορὲς αὐτὴ ἡ μίμηση δίνει ὑψηλὰ ἐπιτεύγματα, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρωτογενὴς παραγωγὴ πολιτισμοῦ μὲ σφραγίδα ἰδιαιτερότητας, μὲ ἰδιοπροσωπεία, μὲ μήνυμα καὶ κατάθεση μαρτυρίας αὐτῆς τῆς συνέχειας ποὺ εἶχε ὁ Ἑλληνισμὸς μέσα σὲ τρεισήμισυ χιλιάδες χρόνια.

Ὅλων αὐτῶν δεδομένων - νὰ προσθέσω καὶ ἕνα ἀκόμα, μὴν ξεχνᾶμε τοὺς λόγιους οἱ ὁποῖοι φεύγοντας ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη ἀμέσως μετὰ τὴν ἄλωση, γέμισαν τὰ πανεπιστήμια τῆς Ἰταλίας καὶ ἔφεραν ἐκείνη τὴν ἄνθηση ποὺ ὁδήγησε κυρίως στὴν Ἀναγέννηση. Ὑπάρχει μεταφρασμένο ἀπὸ τῆς ἐκδόσεις τοῦ Μορφωτικοῦ Ἰδρύματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἕνα θαυμάσιο βιβλίο ἑνός Ἄγγλου, τοῦ Μπάττερφηλντ, «Ἡ καταγωγὴ τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης». Ἐκεῖ, στὸν πρόλογο, θὰ δεῖτε μιὰ λεπτομέρεια ποὺ εἶναι πολὺ χαρακτηριστική: Ὅτι στὴν Ἰταλία, μέχρι καὶ τὸν 18ο αἰώνα, ὅταν ἔφτανε ἕνας Ἕλληνας, ἀπὸ τὶς κατεχόμενες πιὰ ἀπὸ τοὺς Τούρκους περιοχές, λόγιος Ἕλληνας, τὸν ὑποδέχονταν, λέει αὐτὸς ὁ συγγραφέας, περίπου ὅπως ὑποδέχονταν στὴν Ἀμερικὴ τὸν Αϊνστάιν στὴν διάρκεια τοῦ μεσοπολέμου. Πραγματικά, αὐτὸ εἶναι πάρα πολὺ σημαντικὴ εἰκόνα, καὶ νομίζω ὅτι μέσα ἀπὸ τέτοια δεδομένα μπορεῖ νὰ κατανοήσει κανεὶς τὴν ἐμμονὴ τῶν Φαναριωτῶν σ᾿ ἕνα ὅραμα ἔνδοθεν ἄλωσης τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, δηλαδὴ ἑνὸς ἔμμεσου ἐξελληνισμοῦ της.
Δεδομένα ἐπίσης ρεαλιστικὰ γιὰ νὰ πατήσει αὐτὸ τὸ ὅραμα ἦταν τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἡ λεγόμενη, δηλαδὴ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἐπὶ αἰῶνες διευθυνόταν καὶ κατευθυνόταν ἀπὸ τοὺς δραγουμάνους τῆς Ὑψηλῆς Πύλης ποὺ ἦσαν ὅλοι Ἕλληνες. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ὁ σουλτάνος προσέλαβε Ἕλληνες γιὰ μεταφραστὲς στὶς σχέσεις του μὲ τὶς Εὐρωπαϊκὲς Δυνάμεις. Αὐτοὶ οἱ μεταφραστές, οἱ δραγουμάνοι, ἐξελίχθηκαν σὲ ὑπουργοὶ ἐξωτερικῶν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Θυμηθεῖτε ἐπίσης τὶς ἑλληνικὲς διοικήσεις ὁλόκληρων περιοχῶν ὅπως ἡ Μολδαβία καὶ ἡ Βλαχία· Ἕλληνες διοικοῦσαν αὐτὲς τὶς περιοχές.

Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα, δὲν ὑπῆρχε βέβαια σαφὴς καὶ διευκρινισμένη πολιτικὴ πρόταση, ὅπως σήμερα θὰ τὴν ἀπαιτοῦσε κανεὶς καὶ θὰ τὴν προγραμμάτιζε· ἀλλὰ ἦταν ἕνα κλίμα· ἡ πρόταση αὐτὴ διαχυνόταν [...πρόβλημα στὸν ἦχο...] ποὺ τὰ ἀνακαλύπτουμε σήμερα καὶ βλέπουμε πόσο ὀξυδερκὴς ἦταν ἡ ὅραση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων.

Τὸ ὅραμα λοιπὸν αὐτό, ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ὅραμα ποὺ γεννιόταν σὲ συγκεκριμένη ὁμάδα λογίων Ἑλλήνων, ἐγκατεστημένων στὴν Δυτικὴ Εὐρώπη. Ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ καὶ ἡγετικὴ φυσιογνωμία αὐτῆς τῆς ὁμάδας, στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰώνα, ἀρχὲς τοῦ 19ου, ἦταν ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς. Εἶχε φύγει ἀπὸ 23 ἐτῶν ἀπὸ τὴ Χίο, πῆγε στὴ Γαλλία, σπούδασε ἐκεῖ γιατρός, μᾶλλον δὲν ἄσκησε ποτὲ τὸ ἰατρικό του ἐπάγγελμα, ἀσχολήθηκε μὲ τὴ φιλολογία, ἔζησε ὅλη του τὴ ζωὴ στὴ Γαλλία, δηλαδή, ποὺ σημαίνει, ἀποκομμένος ἀπὸ τὴ λαϊκὴ πραγματικότητα καὶ πράξη τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ. Ὁ Κοραῆς, ὅπως εἶναι γνωστό, θαύμαζε ἀπεριόριστα τὸν δυτικὸ κόσμο, ἔτσι ὅπως ξαναγεννιόταν, ἀναγεννιόταν μᾶλλον, ὕστερα ἀπὸ τοὺς μέσους αἰῶνες τῆς ἔκπτωσης καὶ τῆς παρακμῆς, καὶ θαύμαζε ὁτιδήποτε δυτικό. Θαύμαζε ἀκόμα καὶ τὴν πρόσληψη ποὺ εἶχαν προσπαθήσει νὰ κάνουν οἱ δυτικοὶ τῆς ἀρχαιοελληνικῆς κληρονομιᾶς στοὺς νεώτερους αἰῶνες. Δυστυχῶς, οὔτε ὁ Κοραῆς, οὔτε ἡ σχολή του, οὔτε καὶ ἄλλοι, προηγούμενοι, προγενέστεροι τοῦ Κοραῆ, λόγιοι Ἕλληνες στὴ Δύση, ἔθεσαν ποτὲ τὸ κριτικὸ ἐρώτημα: ἄν, αὐτὸ ποὺ νόμιζε ὅτι προσλαμβάνει καὶ συνεχίζει ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ἡ Δύση, εἶχε κάποια οὐσιώδη σχέση μὲ τὴν Ἑλληνικὴ παράδοση ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα καὶ μετά· ἐὰν δηλαδὴ εἶχαν ἕνα δυτικὸ διάβασμα τοῦ ἀρχαίου ἑλληνισμοῦ οἱ δυτικοί, ἢ ἂν εἶχαν πράγματι ἕνα ἑλληνικό, ἔνδοθεν διάβασμα αὐτῆς τῆς παράδοσης.

Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ πῶ τὴν προσωπική ἐκτίμηση, ὅτι εἶχε χωρὶς ἀντίσταση παραδοθεῖ στὴν δυτικὴ προπαγανδιστικὴ αὐτάρκεια, ἡ ὁποία καυχιόταν ὅτι συνεχίζει μὲ τὸν σχολαστικισμὸ ἀπὸ τὸν 11ο αἰώνα, καὶ μετὰ μὲ τὴν Ἀναγέννηση, συνεχίζει αὐτὴ καὶ μόνο τὴν κληρονομιὰ τὴν πολιτιστικὴ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Τὸ εἶχε τόσο πολὺ ἀποδεχθεῖ αὐτὸ ὁ Κοραῆς, ποὺ πίστευε ὅτι, ἀντιθέτως, οἱ «Γραικοὶ» στὴν κυρίως Ἑλλάδα, στὴν Μικρὰ Ἀσία καὶ ὅπου άλλοῦ, εἶχαν χάσει τὴν ἑλληνικότητά τους, καὶ ὅτι ἂν ποτὲ ἱδρυόταν ἕνα Ἑλληνικὸ κράτος, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκδυτικισθεῖ πλήρως αὐτὸ τὸ κράτος, ὥστε νὰ ἐπαναπροσλάβει ἀπὸ τὴν Δύση τὸν ἑλληνισμὸ ποὺ τὸ ἴδιο εἶχε χάσει, ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες εἶχαν χάσει. Αὐτὴ εἶναι ἡ περίφημη θεωρία τῆς «μετακένωσης» τοῦ Κοραῆ. Σκεφθεῖτε, σκεφθεῖτε σύλληψη, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔχουν πάψει νὰ εἶναι Ἕλληνες, ὅτι οἱ δυτικοὶ εἶναι περισσότερο Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς Ἕλληνες, ἐπομένως ἂν οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες θέλουν νὰ ξαναγίνουν Ἕλληνες, πρέπει πρῶτα νὰ γίνουν ἐντελῶς δυτικοί. Κι ὅμως, αὐτὸ τὸ ὅραμα, πέρασε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, δημιούργησε ρεῦμα σὲ ἀρκετοὺς λογίους - ὄχι κυρίαρχο, παρά, κατὰ τὴν μαρτυρία τοῦ Μανουὴλ Γεδεών, τὴν τρομοκρατία ποὺ ἀσκοῦσε ἤδη αὐτὴ ἡ σχολὴ καὶ τάση, στοὺς λογίους τῆς ἐποχῆς, μὲ τὸ περίφημο περιοδικό της, τὸν «Λόγιο Ἑρμῆ».

Σ᾿ αὐτὴν τὴν τάση ἀντιτάχθηκε καὶ ὁ Ἀθανάσιος Πάριος μὲ τὸ βιβλίο ποὺ ἀνέφερα πρίν. Καὶ σ᾿ αὐτὴν τὴν τάση ἀντιτάχθηκε καὶ τὸ Φανάρι, τὸ Πατριαρχεῖο, ἀρχικά, χωρὶς ποτὲ νὰ ξέρουμε ἐὰν ὁ ἀφορισμὸς τῶν ἐπαναστατῶν τὶς πρῶτες μέρες μετὰ τὴν κήρυξη τῆς Ἐπανάστασης, ἦταν πράγματι ἀπὸ πεποίθηση τῶν Φαναριωτῶν τοῦ Πατριαρχείου, ἤ, ἂν ἦταν μιὰ ἀκόμη φορὰ ὑποχώρηση στὴν τουρκικὴ βία, γιὰ νὰ γλυτώσουν οἱ πληθυσμοὶ οἱ ὁποῖοι ἦταν ἕρμαιο, ἐγκαταλελειμμένοι στὸ μαχαίρι τῶν Τούρκων. Ἐκεῖνο τὸ γεγονὸς ποὺ μᾶς διασώζει μιὰ ἱστορικὴ πληροφορία, εἶναι ὅτι, ὅταν πιὰ ἔχει ξεσπάσει ἡ τουρκικὴ ἀντίδραση γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση στὴν Πελοπόννησο, καὶ ἐπίκειται πιά, εἶναι φανερὸ ὅτι θὰ πληρώσουν ἀντίποινα οἱ ἑλληνικοὶ πληθυσμοί, τουλάχιστον τῆς Κωνσταντινούπολης, ὁ τότε μέγας δραγουμάνος τῆς Ὑψηλῆς Πύλης Κωνσταντῖνος Μουρούζης ἐπισκέπτεται τὸν Πατριάρχη Γρηγόριο τὸν Ε' καὶ τὸν παρακινεῖ νὰ φύγει, νὰ φύγει, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ γλυτώσει, γιατὶ οἱ Τούρκοι ἔχει [ὁ Μουρούζης] πληροφορίες, ὅτι θὰ ἀφήσουν τὸν ὄχλο νὰ τὸν ἐκτελέσει. Καὶ ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε' τοῦ ἀπαντάει: «Ἐλπίζω, αὐτὴ τὴ φορά, νὰ τὸ κάνουν.» Ἐλπίζω, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι, ἂν μὲ σκοτώσουν, τότε ἔχουμε ἐλπίδες νὰ ξεσηκωθοῦν οἱ δυτικὲς κοινωνίες, τὰ ἀνακτοβούλια τῆς Εὐρώπης, οἱ φιλελεύθεροι λόγιοι, καὶ νὰ ὑποστηρίξουν τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση.
Βλέπετε, ἡ Ἱστορία ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ μονότροπη ἀνάγνωση. Κάποιες, ἀσήμαντες φαινομενικά, ἱστορικὲς λεπτομέρειες ἀνατρέπουν ριζικὰ τὴν εἰκόνα ποὺ προσπαθοῦν δεκαετίες τώρα νὰ σχηματίσουν γιὰ τὸν Γρηγόριο τὸν Ε' ὁρισμένοι ἱστοριογράφοι στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία, ποὺ νομίζουν ὅτι ἔτσι ὑπηρετοῦν ἀντικειμενικότητα, δῆθεν, ἱστορική.

Ἐπανέρχομαι, λοιπόν, στὸ ὅτι τὸ ὅραμα τῶν Κοραϊστῶν ἦταν ἕνα ἔθνος-κράτος στὰ ὅρια τῆς κλασσικῆς Ἑλλάδος, ἔτσι ὥστε νὰ ἀναστηθεῖ στὰ μάτια τῶν Εὐρωπαίων κάτι τὸ ὁποῖο τοὺς ἦταν καὶ συμπαθὲς καὶ νοσταλγικό. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἐρεθίζει μέχρι σήμερα καὶ δημιουργεῖ ἀντιπαλότητα γιὰ τοὺς Εὐρωπαίους, δὲν εἶναι ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα βέβαια, τὴν ὁποία ἔχουν σπεύσει νὰ οἰκειοποιηθοῦν καὶ νὰ καπηλευθοῦν -ἄλλο μεγάλο θέμα ποὺ θὰ ἔπρεπε κάποτε νὰ ἐξετασθεῖ-, εἶναι τὸ λεγόμενο Βυζάντιο, εἶναι ἡ μεσαιωνικὴ περίοδος τοῦ Χριστιανισμοῦ, αὐτὸς ὁ ἰλιγγιώδης πολιτισμὸς ποὺ συνεχίστηκε κάτω ἀπὸ τὴν ὀνομασία τῆς Νέας Ρώμης - Κωνσταντινουπόλεως. Ἐπομένως, οἱ πληθυσμοὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τοῦ Πόντου, τῆς Κύπρου, δὲν ἐνδιέφεραν τοὺς Κοραϊστές· τοὺς ἐνδιέφερε ἡ κυρίως Ἑλλάδα, ἡ γεωγραφικὴ περιοχὴ τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας. Καὶ φάνηκε ἀμέσως μετά, ὅταν μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Καποδίστρια, οἱ Κοραϊστὲς κλήθηκαν ἀπὸ τοὺς Βαυαροὺς νὰ ὁργανώσουν τὸ νέο κράτος σὲ κράτος εύρωπαϊκό, καὶ ἐπάνδρωσαν, στελέχωσαν ὅλες τὶς θέσεις τὶς διοικητικὲς τῆς ἐποχῆς, τότε, ἀμέσως πρωτεύουσα ἔγινε ἡ Ἀθήνα, τότε ἐπεβλήθη κρατικὰ ἡ καθαρεύουσα, πλαστὴ γλῶσσα ποὺ εἶχε φτιάξει ὁ Κοραῆς ἀπὸ τὸ Παρίσι, γιὰ νὰ καθαρεύουν οἱ Ἕλληνες, νὰ ἀποβάλουν τὰ βαρβαρικὰ στοιχεῖα ποὺ εἶχαν εἰσχωρήσει στὴν γλῶσσα τους, καὶ ὁ κοραϊσμὸς νὰ ἐπιβληθεῖ ὡς κυρίαρχη ἰδεολογία στὸ ἑλλαδικὸ κράτος, σχεδὸν μέχρι τὶς ἡμέρες μας. Τὸ ὅραμα ἦταν ἕνα μεταπρατικὸ κράτος, τὸ ὅραμα ἦταν ὁ μιμητισμός, μιὰ κοινωνία ἡ ὁποία παύει νὰ παράγει πολιτισμό, τὸ ὅραμα ἦταν τελικὰ καὶ ἡ πολιτικὴ ἀλλοτρίωση. Μὴν ξεχνᾶμε, εἶναι σημαδιακὰ αὐτὰ τὰ γεγονότα, πὼς τὰ πρῶτα πολιτικὰ κόμματα ποὺ δημιουργήθηκαν στὴν Ἑλλάδα εἶχαν ἂν θέλετε ἀπὸ μιὰ ἄποψη τὴν εἰλικρίνεια καὶ τὸ θάρρος νὰ ὀνομάζονται ὡς αὐτὰ ποὺ ἦσαν, δηλαδὴ τὸ Ἀγγλικόν, τὸ Γαλλικὸν καὶ τὸ Ρωσσικόν. Μετά, μὲ πιὸ ἐπιδέξιες μεθόδους, καλύφθηκαν κάτω ἀπὸ ἄλλες προμετωπίδες, ὅπως καλύπτονται μέχρι σήμερα· γιατὶ καὶ σήμερα νομίζω θὰ ἦταν πολὺ πραγματικότερο, ἐὰν δημιουργοῦντο δύο κόμματα σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπο, καὶ εὐθαρσῶς ὀνομάζονταν, τὸ ἕνα, τὸ Ἀμερικανικόν, καὶ τὸ ἄλλο, τὸ Εὐρωπαϊκὸν ἢ Ἑλληνοκεντρικόν.

Λέω, λοιπόν, ὅτι ἡ σύγκρουση αὐτῶν τῶν δύο ὁραμάτων ἀπέβη τελικὰ ὄχι εἰς ὄφελος, κανενὸς θὰ ἔλεγα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὅμως εἶναι δεδομένο, εἶναι ὅτι τὸ ὅραμα τῶν Φαναριωτῶν ἐξαφανίστηκε, συνετρίβη. Διατηρήθηκε γιὰ κάποιες δεκαετίες τὸ ὅραμα τοῦ ἀλυτρωτικοῦ στόχου τοῦ ἑλλαδικοῦ κράτους· καὶ ὑπηρετήθηκε ἀπὸ τὸν Ἐλευθέριο Βενιζέλο, μὲ ἀποτέλεσμα, πράγματι, νὰ διπλασιασθεῖ ὁ γεωγραφικὸς χῶρος τοῦ ἀρχικοῦ κρατιδίου. Ἀλλά, στὴν πραγματικότητα, ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τοῦ Πόντου, τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, Μοναστήρι κ.λπ., τῆς Βορείου Ἠπείρου, τῆς Κύπρου, παραδόθηκαν κυριολεκτικὰ στὸν ἀφελληνισμό, στὴν ἐξαφάνιση κάθε ἴχνους ἑλληνικῆς παρουσίας. Ἔτσι ὥστε, θὰ ἔλεγε κανείς, τουλάχιστον ἀπὸ συστολὴ καὶ ἀπὸ ὀδύνη, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν σήμερα δημοσιογράφοι, ἢ δῆθεν ἱστορικοί, οἱ ὁποῖοι νὰ θριαμβολογοῦν γιὰ τὸ ὅτι κατατροπώθηκε τὸ ὅραμα καὶ ἡ φιλοδοξία τῶν Φαναριωτῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ποιός ἐπαληθεύθηκε ἱστορικά; Ποιὰ ἀπὸ τὶς δύο πολιτικὲς ἐρμηνεῖς καὶ προτάσεις ἐπαληθεύθηκε; Εἶναι φανερὸ ὅτι ἐπαληθεύθηκαν οἱ Φαναριῶτες, καὶ ὁ Ἑλληνισμός πράγματι ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὶς πανάρχαιες αὐτὲς κοιτίδες καταγωγῆς του.

Ἀγαπητοὶ φίλοι, ἕνα εἶναι γεγονός· ὅτι ἡ Ἱστορία δὲν γυρίζει πίσω· ἡ Ἰσταμποὺλ δὲν ξαναγίνεται Κωνσταντινούπολη· καὶ τὸ μονοτονικὸ εἶναι πιὰ μιὰ δεδομένη ρήξη στὴ γλωσσικὴ συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. [Σ.σ. Αὐτὸ θὰ τὸ δοῦμε, κύριε καθηγητά!] Τὰ ἱστορικὰ προβλήματα τοῦ παρόντος δὲν εἶναι αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα παραμυθιαζόμαστε καὶ ἀκοῦμε συνεχῶς αὐτὴ τὴν ἀτέλειωτη, φλύαρη προπαγάνδα τῶν κομματικῶν συμφερόντων καὶ τῆς κομματικῆς ἰδιοτέλειας. Τὰ πραγματικὰ ἱστορικὰ προβλήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὸ παρόν, νομίζω ὅτι εἶναι συνειδητὰ στοὺς περισσότερους. Εἶναι τὸ δημογραφικό, ἡ ἀναπόφευκτη ἱστορικὴ ἐξαφάνιση αὐτοῦ τοῦ Γένους, μέσα ἀπὸ τὴ γήρανσή του. Εἶναι ὁ συγκεντρωτισμός, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ μισὸς πληθυσμὸς τοῦ ἑλλαδικοῦ κρατιδίου εἶναι συγκεντρωμένος στὴν πρωτεύουσα. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει ἕνα κράτος, ὅταν ὁ μισὸς πληθυσμὸς εἶναι στὴν πρωτεύουσα. Ἡ ἀγλωσσία, ἡ ἀπώλεια πιὰ τῆς ἐκφραστικῆς δυνατότητας τῶν Ἑλλήνων, ἡ συνέχιση δηλαδὴ τοῦ πιὸ στέρεου ἐδάφους ποὺ διασώζει τὴν ἱστορικότητα ἑνὸς λαοῦ, τῆς γλώσσας. Ἡ ἀγλωσσία, ἀπὸ τὴν ἐκπαιδευτικὴ καταστροφὴ ποὺ ἔχει γίνει τὰ τελευταῖα χρόνια, τὶς τελευταῖες δεκαετίες στὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἕνα δεδομένο ἐφιαλτικό. Γιορτάζουμε μιὰ ἱστορικὴ ἐπέτειο καὶ πρέπει κατάματα νὰ βλέπουμε, συγκεκριμένα, τὶς ἱστορικές μας προοπτικὲς καὶ τὴν ἱστορική μας ἀπελπισία.

Ἦταν ἡ ἐκπομπὴ «Ἀσκήσεις κριτικῆς σκέψης», μὲ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ. Τὸ θέμα σήμερα, 25 Μαρτίου, ἦταν «Ἐθνεγερσία, σύγκρουση δύο ὁραμάτων».

01 Ιουλίου 2010

Και να χώνεται εκεί, σε μια γωνιά, εφτά μέρες, πρωί - βράδυ.


Οταν μιλάμε για ελληνική παράδοση –τότε που λειτουργούσε– δεν εννοούμε μια συλλογική ιδεοληψία, κυρίαρχη ιδεολογία παρατεινόμενη σε διάρκεια αιώνων. Θα τολμούσα την αποφθεγματική, αλλά όχι αυθαίρετη διατύπωση ότι «παράδοση» για τους Ελληνες ήταν η πείρα που παραδινόταν από γενιά σε γενιά. Και είχε κριτικό χαρακτήρα αυτή η μεταβίβαση πείρας: κάθε γενιά ξεσκαρτάριζε ό, τι περιττό και ανώφελο από τα όσα παραλάμβανε και πρόσθετε τις δικές της εμπειρικές εκτιμήσεις για το αναγκαίο και για την ποιότητα.

Στην ελληνική, λοιπόν, παράδοση ήταν πραγματικά αδιανόητος ο ατομικός, ιδιωτικός χαρακτήρας της μεταφυσικής αναζήτησης. Αυτό συνάγεται καταφανέστατα από τις γραπτές απομνημειώσεις, τις καλλιτεχνικές εκφάνσεις, τις εθιμικές πρακτικές της παράδοσης. Δυσκολευόμαστε σήμερα να το αντιληφθούμε, γιατί οι δικοί μας εθισμοί, μαζί με τις εντολές «πολιτικής ορθότητας» που μας επιβάλλει η νατοϊκή Νέα Τάξη πραγμάτων, απωθούν τη μεταφυσική αναζήτηση στο πεδίο του αποκλειστικά ιδιωτικού, της στεγανά ατομικής επιλογής. Η μεταφυσική σήμερα είναι εξ ορισμού ιδεολόγημα και ψυχολογική μόνο καταφυγή, επομένως ατομική καθαρά υπόθεση. Η κρατική νομοθεσία αναγνωρίζει την ανάγκη των ατόμων να ικανοποιούν τα θρησκευτικά τους ορμέμφυτα, γι’ αυτό και προστατεύει ως «δικαίωμα» την οποιαδήποτε (αδιαφοροποίητα) θρησκευτική ιδεοληψία.

Με άλλα λόγια, η σημερινή νομοθεσία και νοοτροπία αποκλείουν καισαρικά τον τρόπο οργάνωσης του κοινού βίου με τον οποίο σημάδεψε κάποτε την πανανθρώπινη ιστορία η ελληνική παράδοση: Αποκλείουν την ελληνική «πόλιν», το «κοινόν άθλημα» του «πολιτικού βίου», τη δημοκρατία ως μετοχή όλων των πολιτών στην πραγμάτωση του «αληθούς».

Στον γεωγραφικό χώρο που ορίζουν οι ακτές του Αιγαίου και το ενδιάμεσο αρχιπέλαγος, γεννήθηκε, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η κριτική σκέψη.

Δηλαδή η ανάγκη να επαληθεύεται η γνώση, να διακρίνεται το σωστό από το λάθος, η πραγματικότητα από την ψευδαίσθηση, την πλάνη, το ψεύδος. Και «κριτήριον αληθείας» για τους Ελληνες ήταν πάντοτε το «κοινωνείν»: η εμπειρική συμμαρτυρία, ο γλωσσικός συντονισμός της εμπειρίας – «όταν πάντες ομοδοξούσι και έκαστος επιμαρτυρεί».

Με την «πόλιν» και το «πολιτικόν άθλημα» έκαναν οι Ελληνες το άλμα μετάβασης από την «κοινωνίαν της χρείας» στην «κοινωνίαν του αληθούς»: Η συλλογική συνύπαρξη να μην αποβλέπει πια μόνο ή πρωτευόντως στη χρεία – στον καταμερισμό της εργασίας για την πληρέστερη κάλυψη των βιοτικών αναγκών. Να αποβλέπει κυρίως στην επιδίωξη μίμησης του «όντως υπαρκτού»: του αθάνατου «τρόπου» της λογικής κοσμιότητας και αρμονίας των υπαρκτών. Και αυτή την επιδίωξη την έκαναν οι Ελληνες «γλώσσα», δηλαδή πράξη αποκαλυπτική του στόχου: Γλώσσα θεσμών της «πόλεως», γλώσσα της τραγωδίας, του αγάλματος, της αρχιτεκτονικής – του Παρθενώνα.

Η μεταφυσική αναζήτηση για τον Ελληνα ήταν μετοχή, εμπειρία συνάθλησης, κοινωνία λογικών ψηλαφήσεων – όχι ατομική επιλογή και ιδιωτικές «πεποιθήσεις». Στην «εκκλησία του δήμου» συνάζονταν οι πολίτες για να συγκροτήσουν και φανερώσουν την «πόλιν» ως «κόσμον» – κόσμημα «κατά λόγον» τάξεως, αρμονίας και κάλλους. Και στην «εκκλησία των πιστών» συνάζονταν στη συνέχεια οι χριστιανοί Ελληνες για να συγκροτήσουν και φανερώσουν την καινούργια τώρα «πόλιν» της αγαπητικής κοινωνίας της ζωής, τον τρόπο του «όντως υπαρκτού» που τώρα τον ψηλαφούσαν στην υπαρκτική ελευθερία της Τριαδικής Αγάπης.

Με άλλα λόγια, το ζητούμενο της μεταφυσικής αναζήτησης, τόσο για τον αρχαίο όσο και για τον εκχριστιανισμένο Ελληνισμό, δεν ήταν μια υπερβατική πληροφορία, αλλά ένας «τρόπος υπάρξεως»: η εμπειρία, η βίωση του «τρόπου» χάριζε τη γνώση της αλήθειας. Και ο «τρόπος» ήταν πάντοτε κοινωνικός, τρόπος κοινωνίας, μετοχής – κοινωνούμενης εμπειρίας, μετοχικής γνώσης. «Κατά μετοχήν του κοινού λόγου και θείου γινόμεθα λογικοί», έλεγε ο Ηράκλειτος. Ο δεδομένος τρόπος της λογικής κοσμιότητας του κόσμου ήταν για τον αρχαίο Ελληνα η οδός για την εμπειρική ψηλάφηση της αλήθειας. Και η ελευθερία του τρόπου της ερωτικής αυθυπέρβασης, η αγάπη όχι ως ατομική αρετή, αλλά ως κατόρθωμα ελευθερίας από τον ατομοκεντρισμό της φύσης και της ανάγκης –κατόρθωμα κοινωνίας της ζωής και της ύπαρξης– είναι για τον χριστιανό Ελληνα η οδός εμπειρίας του αληθούς.

Αν είχαν αρκεστεί και οι Ελληνες στην κατασφάλιση των ορμέμφυτων ατομοκεντρικών αναγκαιοτήτων, αν είχαν εκλάβει τη μεταφυσική αναζήτηση σαν ιδιωτική επιλογή και ατομική αρέσκεια, η ανθρωπότητα δεν θα είχε γνωρίσει την πολιτική και τη δημοκρατία: το κοινόν άθλημα να αληθεύει ο βίος. Δεν θα είχε γνωρίσει η ανθρώπινη ιστορία τον Παρθενώνα και την Αγια-Σοφιά, το αρχαιοελληνικό άγαλμα και την εκκλησιαστική Εικόνα, την τραγωδία και την ορθόδοξη λειτουργική δραματουργία.

Ομως, η ελληνική παράδοση ήταν έκπληξη και η έκπληξη δεν αντέχεται: Η μεσαιωνική (βαρβαρική τότε) Δύση φρόντισε να τη φέρει στα μέτρα του ορμέμφυτου ατομοκεντρισμού, να την παραχαράξει στα καίρια. Και ο Ελληνισμός, περιθωριοποιημένος ιστορικά, υποτάχθηκε μιμητικά στην παραχάραξη, έπαψε να υπάρχει ως πρόταση ή έκπληξη πολιτισμού. Οι άνθρωποι σήμερα λέμε «μεταφυσική» και εννοούμε ατομικές πεποιθήσεις, ιδεολογήματα και ψυχολογήματα. Λέμε «πίστη» και εννοούμε ιδιοκτησία απόψεων, όχι αγώνισμα εμπιστοσύνης. Λέμε «πολιτική» την εμπορευματοποιημένη μαφιόζικη εξουσιολαγνεία, λέμε «δημοκρατία» τα ολιγαρχικά προϊόντα μαγειρέματος των εκλογικών νόμων και «επικοινωνιακής» διαβουκόλησης ανέγνωμων ψηφοφόρων.

Ο Ελληνισμός έχει ιστορικά τελειώσει, η διαιώνιση του ελληνικού ονόματος από το ελλαδικό κρατίδιο είναι μόνο ντροπή: συσκότιση και διασυρμός μιας πρότασης πολιτισμού με πανανθρώπινη εμβέλεια. Σώζεται, ωστόσο, αλλοτριωμένη η πρόταση προκλητικά περιφρονημένη, αλλά ως ενεργός λαϊκή πράξη, στη δραματουργία και στην ποίηση του λατρευτικού εκκλησιαστικού γεγονότος. Και κορύφωμα των εόρτιων κύκλων αυτού του γεγονότος είναι η Μεγάλη Εβδομάδα – από σήμερα ώς και την επόμενη Κυριακή.

Αν κάποιος θέλει να ψηλαφήσει εμπειρικά τη μεταφυσική αναζήτηση ως άθλημα κοινωνίας και όχι ως ιδιωτική αρέσκεια, μπορεί να αξιοποιήσει το λείμμα: Ας ξεχωρίσει μιαν εκκλησιά, όσο γίνεται λιγότερο «εκσυγχρονισμένη». Και να χώνεται εκεί, σε μια γωνιά, εφτά μέρες, πρωί - βράδυ.

Ισως του χαριστεί η εμπειρία και γεύση της μετοχής.

Ανέτειλε το έαρ! η ευωδία της Αναστάσεως

«Το επ’ εμοί, εν όσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω, ιδίως κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας, να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστό μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά έθιμα.... Αν επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου, κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν ου μη σου μνησθώ». (Παπαδιαμάντης).


«Το μοσκοβόλημα που βγάζουνε τα άνθη και τα βότανα, το κελάηδισμα των πουλιών, το λεπτό τ’ αγέρι που σαλεύει χλωρά κλαριά, τ’ αλαφρό κύμα που γλυκομουρμουρίζει στην ακρογιαλιά, στους κάβους, στα νησιά, στα βουνά και τα λαγκάδια, όλα τα νιώθεις να πανηγυρίζουνε μαζί με τα μακάρια πνεύματα την Ανάσταση του Χριστού». (Κόντογλου).

Πάσχα με τους ποιητές της Ρωμιοσύνης και της Ορθοδοξίας επέλεξε ο γράφων. Κόντογλου και Παπαδιαμάντης: από τις πιο έντιμες και αγνές μορφές των γραμμάτων μας. «Ζωγραφούν» σ’ όλη τους τη ζωή «μετ’ έρωτος», την γνησιότητα, ξεσκεπάζουν το κίβδηλο, το ψεύτικο, τους «χαλασοχώρηδες». Επιμένουν και οι δύο στην τήρηση της παράδοσης, όχι ως στείρα τυπολατρία και αναιμική μίμηση, αλλά ως πηγή ζώσα που αρδεύει αδιαλείπτως «το ολόδροσο δέντρο της φυλής μας».

Ο Κόντογλου είναι αυτός που έστρεψε ξανά την αγιογραφία στην βυζαντινή παράδοση. Ο αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει «δείξε μου τις εικόνες που προσκυνάς για να σου πω τι πίστη έχεις». Μέχρι την εμφάνιση του Κόντογλου είχε επικρατήσει στους ορθόδοξους ναούς η δυτική, η κοσμική, η σαρκική νοοτροπία, με τις καταστολισμένες, γλυκανάλατες Μαντόνες, οι οποίες κρατούν στην αγκαλιά ξανθούς μπέμπηδες, που παριστάνουν το «θείο βρέφος». Όμως, όπως λέει ο Κόντογλου, οι βυζαντινοί αγιογράφοι ζωγραφίζουν με ταπείνωση, χωρίς περιττά ψιμύθια και στολίδια, δίχως καμμιά φιλοδοξία να ξαφνιάσουνε και να κάνουν εντύπωση, ζωγραφίζανε σαν να προσεύχονται. Στα χρόνια, διηγείται, της βασιλείας του Λέοντος του Σοφού κάποιος ζωγράφος θέλησε να ιστορήσει τον Σωτήρα Χριστό, ώστε να μοιάζει με τον θεό Απόλλωνα και αμέσως παρέλυσε, «εξηράνθη η χειρ αυτού».

Για την βυζαντινή μουσική, σφοδρός επικριτής των καινοτομιών είναι ο Παπαδιαμάντης. Γινόταν θηρίο, αν μάθαινε πως κάποιος ιερέας ή ψάλτης μετέφραζε τα ιερά κείμενα στην «δημοτικιά». «Ο πόθος της επιδείξεως, η μανία της καινοτομίας, η υπερηφάνεια και ο εγωισμός» οδηγούν μερικούς σε εκσυγχρονιστικές θεωρίες. Το «ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος» πώς θα αποδοθεί: «θ’ ανοίξω το στόμα μου και θα γεμίσει πνεύμα και θα βγάλω λόγο;». Τα τροπάρια, τονίζει, γίνονται νεκρά μέχρι νεκροφανείας. «Ποιος Έλληνας», γράφει ο Κόντογλου, «θα νιώσει κατάνυξη από τα μουσικά αυτά μασκαριλίκια και πώς θα κάνει την προσευχή του ακούγοντας τα λόγια των αγίων μελωδών να αλλοιώνονται και να γελοιοποιούνται από τα στόματα ψευτονεωτεριστών;» Ο Παπαδιαμάντης ήταν αρνητικός έναντι της τότε πολιτικής, διότι έβλεπε να διαμορφώνεται ένας πολιτικός βίος έξω από την πνευματική και ηθική παράδοση της εκκλησίας, κάτι που επαναλαμβάνεται εντονότατα στις μέρες μας.

Ο Σπύρος Μελάς στον «Πρόλογο» των «Απάντων», από τον Γ. Βαλέτα (τομ. Α, σελ. 18) παρατηρεί: «είναι ο μόνος που είδε ότι η θρησκεία, με άλλα λόγια η Ορθοδοξία, ήταν η σπονδυλική στήλη του εθνικού σώματος». Απόκλιση από την Ορθόδοξη πολιτική παράδοση για τον Παπαδιαμάντη σήμαινε και σημαίνει πολιτικό θάνατο του Γένους. Και γι’ αυτό ήταν σφόδρα πολέμιος εναντίον αυτών που συκοφαντούσαν την βυζαντινή μας παράδοση, που περισσότερο ίσως κι από πνευματική, είναι παράδοση πολιτική, μέσα από την θρησκευτική της έκφραση. Στο περίφημο διήγημά του «Λαμπριάτικος Ψάλτης», που δημοσιεύτηκε το 1893 στην «Ακρόπολη», γράφει τα ακόλουθα σαρκαστικά, γι’ αυτούς που τον μυκτήριζαν για την εμμονή του να γράφει θρησκευτικά - εορταστικά διηγήματα: «Μη θρησκευτικά προς Θεού! Το ελληνικόν έθνος δεν είναι βυζαντινοί, εννοήσατε; Οι σημερινοί Έλληνες είναι κατευθείαν διάδοχοι των αρχαίων….».

Ο Κόντογλου περισσότερο αιχμηρός, καυτηριάζει τους φθονερούς και ανίκανους «που πιάνουν τα πόστα» και κατατρέχουν του άξιους. Γράφει: «Καθαρίστε από την πνευματική πανούκλα την δυστυχισμένη την Ελλάδα, για να μπορέσουνε να δουλέψουνε οι άξιοι δουλευταράδες. Τα σκουλήκια, για να σώσουνε την τιποτένια ύπαρξή τους, δεν αφήνουνε καμμιά ψυχή άξια να ορθοποδήσει, από συμφέρον κι από φθόνο. Όλοι οι πνευματικοί σαλταδόροι έχουνε πιάσει τα πόστα. Και είναι δεμένοι μεταξύ τους, όπως είναι οι κάμπιες κολλημένες η μια πάνω στην άλλη. Μόλις τις χωρίσει κανένας ψοφάνε. Έτσι πρέπει να γίνει και με τις ανθρωποκάμπιες που μαραζώνουνε το ολόδροσο πνευματικό δέντρο της φυλής μας».

Σε καιρούς, «σακάτικους» σαν τους δικούς μας, όπου νοθεύονται τα καίρια του βίου μας, έλειψαν και οι γενναίες φωνές, οι πολεμήτορες του πρόστυχου, του ανήθικου και του άδικου. Στέρεψε αυτός ο τόπος. Πάσχα έρχεται και βουίζουν τα αυτιά μας από τις τσιρίδες των «γνωμηγητόρων»: «στα ύψη οι τιμές», «αβοήθητοι οι καταναλωτές». Το τηλεοπτικό «σπήλαιο ληστών» μαγαρίζει το πανηγύρι της Ορθοδοξίας. Από κοντά και τα σαπρόφυτα της προοδομανίας, που τσιρίζουν για την λεγόμενη εκκλησιαστική περιουσία. Ποιος αλήθεια εμπιστεύεται σήμερα την περιουσία του στον λυμεώνα που ονομάζεται δημόσιο; Για το σάπισμα του παπισμού, για τα ανατριχιαστικά εγκλήματα της σατανικής παιδεραστίας, ποιούν την νήσσαν. Μόνο Ορθοδοξία όταν ακούν, γυαλίζει το μάτι τους. Είναι οι σύγχρονοι Ιούδες. Πάσχουν και αυτοί από αυτό που έπαθε ο Ιούδας. Δεν μπόρεσαν να αγαπήσουν τον Χριστό. Ο Ιούδας είναι ο φυσικός πρόγονος όλων των ματαιόδοξων διανοητών, όλων των καιρών κι όλου του κόσμου. Υπάρχουν όμως οι δικοί μας, οι άγιοι, οι ταπεινοί τη καρδία, που χωρίς πτωχοαλαζονείες και μωρές επιδείξεις κηρύσσουν και διδάσκουν: «Όλες οι πίστεις είναι ψεύτικες…μόνη η πίστις των Ορθοδόξων είναι καλή και αγία. Τούτο σας λέγω τώρα. Να ευφραίνεσθε όπου είσθε Χριστιανοί». (Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός). Χριστός Ανέστη, αδελφοί!



Νατσιός Δημήτρης

δάσκαλος- Κιλκίς

Ερμηνεία των γεγονότων

Οι οικονομικές εξελίξεις είναι ραγδαίες και ο λαός μας μέσα στο αναστάσιμο κλίμα της χαράς και της ευφροσύνης, το οποίο δεν έγινε παρά ελάχιστα αντιληπτό, ζει την κοσμική αβεβαιότητα, καθώς οι βεβαιότητες του παρελθόντος έχουν καταρρεύσει με πάταγο και ουδείς πλέον υπόσχεται καλύτερες ημέρες. Βέβαια έγινε κάποια απόπειρα να δαιμονοποιηθεί ένα πρόσωπο, η γερμανίδα καγκελάριος Μέρκελ, ως υπεύθυνη για το κλίμα που επικράτησε, οι εχέφρονες όμως καλό θα κάνουν να εμβαθύνουν στην κριτική ανάλυση των γεγονότων. Προς διευκόλυνση θα παραθέσω κάποια αποσπάσματα κειμένου, το οποίο αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, καθρέπτη της σύγχρονης κοινωνίας.
“Η πολιτική είναι κάτι που δεν έχει καμμιά σχέση με την ηθική. Η Κυβέρνηση που κατευθύνεται από ηθικούς συναισθηματισμούς δεν είναι πολιτική και επομένως η εξουσία της είναι εύθραυστη. Αυτός που θέλει να επικρατήση στην πολιτική κονίστρα πρέπει να είναι πονηρός και υποκριτής. Τα μεγάλα λαϊκά προτερήματα –η ειλικρίνεια κι η τιμιότητα- είναι μεγάλα ελαττώματα στην πολιτική”.

“Χωρίς το πολίτευμα της απολυταρχίας πολιτισμός δεν μπορεί να υπάρξη. Ο πολιτισμός δεν είναι έργο της μάζας, αλλά εκείνου που την οδηγεί, όποιος και αν είναι αυτός. Ο όχλος είναι βάρβαρος και τη βαρβαρότητά του τη δείχνει σε κάθε ευκαιρία. Μόλις ο όχλος πάρει στα χέρια του την ελευθερία, τη μετατρέπει αμέσως σε αναρχία, που είναι ο μεγαλύτερος βαθμός της βαρβαρότητας…Οι χριστιανικοί λαοί αποκτηνώθηκαν με τα ισχυρά ποτά, η νεολαία τους αποβλακώθηκε με τις κλασικές σπουδές και με την πρόωρη ακολασία, στην οποία την έχουν προωθήσει και την προωθούν οι πράκτορές μας”.

“Το σύνθημά μας είναι: “Δύναμη και υποκρισία”. …Το δόγμα της βίας μέσα σ’ ένα καλά μελετημένο σχέδιο είναι τόσο αποτελεσματικό, αυτό το ίδιο, όσο και τα μέσα που η εφαρμογή του συνεπάγεται στην πράξη. Θα θριαμβεύσουμε και θα υποδουλώσουμε όλες τις κυβερνήσεις στην υπερκυβέρνησή μας, όχι μονάχα με τα μέσα της βίας, αλλά και μ’ αυτό το ίδιο το δόγμα της αυστηρότητας. Είναι αρκετό να ξέρουν οι άνθρωποι, ότι είμαστε άκαμπτοι, για να σταματήση έτσι κάθε αντίδραση εκ μέρους τους”.

“Είναι για μας απαραίτητο, οι πόλεμοι να μη δίνουν, όσο αυτό είναι δυνατό, εδαφικά πλεονεκτήματα. Η κύρια σημασία του πολέμου πρέπει να μεταφέρεται στο οικονομικό πεδίο. Έτσι τα έθνη θα δουν τη δύναμη και την υπεροχή μας – και τελικά και τα δύο εμπόλεμα μέρη θα πέσουν στα δίχτυα μας με τη δράση των διεθνών πρακτόρων μας, που έχουν ολάνοιχτα τα μάτια τους και κανένα σύνορο δεν τους εμποδίζει”.

“Τα νέα κράτη έχουν στα χέρια τους μεγάλη δημιουργική δύναμη: τον τύπο. Ο προορισμός του τύπου είναι να υποδεικνύη στους αρμοδίους τις δήθεν απαραίτητες ενέργειες, να κάνη γνωστά τα λαϊκά αιτήματα, να δημιουργεί δυσαρεστημένους και να τους δίνη φωνή. Ο τύπος ενσαρκώνη την ελευθερία του λόγου. Όμως τα κράτη δεν μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν τη δύναμη αυτή κι’ έτσι αυτή έπεσε στα χέρια μας. Με τη δύναμη αυτή πετυχαίνουμε πλήρη επιρροή και συνάμα μένουμε αφανείς…Η ακατάσχετη φλυαρία έχει μεταβάλει τις συνεδριάσεις των Κοινοβουλίων και τις διάφορες δημόσιες συγκεντρώσεις (όταν γράφηκε το κείμενο δεν είχε ανακαλυφθεί η τηλεόραση) σε ρητορικές παλαίστρες. Θρασείς δημοσιογράφοι χτυπούν κάθε μέρα το κυβερνητικό προσωπικό. Οι καταχρήσεις της εξουσίας θα καταλήξουν τελικά στην πτώση όλων των πολιτευμάτων και τα καθεστώτα θα ανατραπούν από το εξαγριωμένο πλήθος”.

“Οι λαοί σήμερα είναι δεμένοι με τη σκληρή εργασία πιο πολύ παρά όσο ήταν δεμένοι με την αιχμαλωσία και τη σκλαβιά. Τον αιχμάλωτο και τον σκλάβο μπορούσε κανείς να τον ελευθερώση με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Με τον δυνάστη του μπορούσε κανείς νάρθη σε κάποια συμφωνία, αλλά με την κοινωνική δουλεία και αθλιότητα που τον περιζώνει δεν μπορεί. Τα δικαιώματα που έχομε περιλάβει στους σχετικούς νόμους είναι εικονικά για τις μάζες, δεν είναι πραγματικά. Όλα αυτά τα δήθεν δικαιώματα του λαού δεν υπάρχουν παρά στη φαντασία. Γράφονται στα χαρτιά, αλλά στην πράξη ποτέ δεν εφαρμόζονται”.

“Με την καθοδήγησή μας ο λαός κατέστρεψε την αριστοκρατία…Τώρα που η αριστοκρατία αυτή καταστράφηκε, ο λαός πέρασε στον ζυγό των διαφόρων τυχάρπαστων και νεοπλούτων λωποδυτών που τον καταπιέζουν χωρίς έλεος…Όταν θα έρθη ο καιρός για τον κοσμοκράτορα ηγεμόνα μας να στεφθή, αυτά τα ίδια τα χέρια των υποχειρίων σε μας λαών θα σαρώσουν κάθε τι που θα μπορούσε να είναι εμπόδιο”.

“…με τη σημερινή βάση της επιστήμης αυτής, όπως εμείς τη διαστρέψαμε, ο λαός, πιστεύοντας τυφλά στον τύπο και με τις άφθονες πλάνες που του σερβίρονται με αυτόν, τρέφει έχθρα προς όλες τις καταστάσεις που τις νομίζει ανώτερές του, γιατί δεν είναι σε θέση να καταλάβη τη σπουδαιότητα της καθεμιάς. Η έχθρα αυτή θα αυξηθή ακόμη περισσότερο με την οικονομική κρίση που σε λίγο θα ξεσπάση και θα σταματήση την κίνηση του χρηματιστηρίου και της βιομηχανίας”.

“…πρέπει να καταστρέψουμε την πίστη, να ξερριζώσουμε από τον νου των χριστιανών την αρχή της θεότητας και του αγίου Πνεύματος και στη θέση της να βάλουμε τους υλικούς υπολογισμούς και τις υλικές ανάγκες”.

“Οι χριστιανοί αριστοκράτες ασυνήθιστοι, από παράδοση, στην ολιγάρκεια και στη λιτότητα, γρήγορα με τη φορολογία θα χρεοκοπήσουν οικονομικά. Συνάμα εμείς θα προστατεύσουμε το εμπόριο, τη βιομηχανία, το χρηματιστήριο και τις τράπεζες που βρίσκονται στα χέρια μας. Η σημασία του χρηματιστικού κεφαλαίου, μέσω του οποίου γίνεται το παιχνίδι της κερδοσκοπίας, είναι τεράστια, γιατί χωρίς κερδοσκοπία η βιομηχανία θα πολλαπλασίαζε τα ιδιωτικά κεφάλαια και θα βελτίωνε την αγροτική ιδιοκτησία, ελευθερώνοντάς την από τα χρέη στις γεωργικές τράπεζες. Πρέπει η βιομηχανία να αφαιρή από τον αγρότη τον καρπό που του δίνει η γη, όπως αφαιρεί κι’ αυτό το κεφάλαιο που επενδύεται σ’ αυτήν (ως δάνειο), το κέρδος, δίνοντάς του ένα μικρό τόκο και, τελικά, μέσω της τραπεζικής και χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας όλο το χρήμα του κόσμου θα πέφτη στα χέρια μας. Αφού μεταφέρουμε όλους τους χριστιανούς στην τάξη των απόρων, θα σκύβουν μπροστά μας σαν ζητιάνοι, για να μπορούν να υπάρχουν”.

Το κείμενο, απ’ όπου και τα παρατεθέντα αποσπάσματα, είδε το φως της δημοσιότητας στη Ρωσία το 1901 με την επιμέλεια του Σεργκέι Νίλους, καθηγητή των ανατολικών γλωσσών. Ο επιμελητής ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για τα πρακτικά του πρώτου σιωνιστικού Συμβουλίου στη Βασιλεία της Ελβετίας (1897). Ευθύς εξ αρχής οι σιωνιστές κατήγγειλαν το κείμενο ως τη μεγαλύτερη πλαστογραφία στην ιστορία της ανθρωπότητας. Παράλληλα όμως φρόντισαν να προμηθευθούν πληθώρα αντιτύπων τόσο από την πρώτη, όσο και από μεταγενέστερες εκδόσεις. Αφήνουμε στη διάκριση του αναγνώστη του άρθρου να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. Εμείς ως κατακλείδα παραπέμπουμε στο βιβλίο της Αποκαλύψεως και στην περί των εσχάτων της ιστορίας θεολογία της Εκκλησίας. Τ
ο οικονομικό “παιχνίδι” δεν έχει μόνο οικονομικές διαστάσεις