04 Ιανουαρίου 2010

Περί μνήμης θανάτου

Κ Λ Ι Μ Α Ξ

ΛΟΓΟΣ ΕΚΤΟΣ

ΠΡΙΝ ΑΠΟ κάθε λόγο προηγείται η σκέψις. Έτσι και η μνήμη του θανάτου και των αμαρτιών μας προηγείται από τα δάκρυα και το πένθος. Διά τούτο και τα ετοποθετήσαμε στην φυσική τους θέσι και σειρά του λόγου.

2. Η μνήμη του θανάτου είναι καθημερινός θάνατος. Και η μνήμη της εξόδου μας από την ζωή αυτή, είναι συνεχής στεναγμός.

3. Η δειλία του θανάτου είναι φυσικό ιδίωμα του ανθρώπου, το οποίον οφείλεται στην παρακοή του Αδάμ. Ο τρόμος όμως του θανάτου αποδεικνύει ότι υπάρχουν αμαρτίες για τις οποίες δεν εδείχθηκε μετάνοια.

4. Δειλιάζει ο Χριστός εμπρός στον θάνατο, αλλά δεν τρέμει, για να δείξη καθαρά τα ιδιώματα των δύο Του φύσεων, (θείας και ανθρώπινης).

5. Όπως ο άρτος είναι αναγκαιότερος από κάθε άλλη τροφή, έτσι και η σκέψις του θανάτου από κάθε άλλη πνευματική εργασία.

6. Η μνήμη του θανάτου σ΄αυτούς που ζουν στο Κοινόβιο δημιουργεί κόπους, λεπτολόγησι των αμαρτιών τους και γλυκειά υποδοχή των «ατιμιών». Ενώ στους ησυχαστάς πού ζούν μακρυά από θορύβους προξενεί απελευθέρωσι από βιοτικές φροντίδες, αδιάλειπτη προσευχή και φυλακή του νου – αρετές πού είναι και μητέρες και θυγατέρες της μνήμης του θανάτου.

7. Όπως ξεχωρίζει ο κασσίτερος από το ασήμι, όσο και αν ομοιάζουν εξωτερικά, έτσι είναι καταφανής και έκδηλη στους διακριτικούς η φυσική από την παρά φύσιν δειλία του θανάτου.

8. Αληθής απόδειξις εκείνων πού με όλη τους την καρδιά συναισθάνονται και ενθυμούνται τον θάνατο είναι η θεληματική απροσπάθεια προς κάθε κτίσμα και η τελεία απάρνησις του ιδίου θελήματος.
Εκείνος πού καθημερινά περιμένει τον θάνατο είναι οπωσδήποτε δόκιμος και σπουδαίος αγωνιστής. Ενώ εκείνος πού τον επιθυμεί κάθε ώρα είναι άγιος.

9. Δεν είναι πάντοτε καλή η επιθυμία του θανάτου. Υπάρχουν βέβαια εκείνου πού αμαρτάνουν συνεχώς παρασυρόμενοι από την κακή συνήθεια και οι οποίοι ζητούν με ταπείνωσι τον θάνατο (για να παύσουν πλέον να αμαρτάνουν).
Υπάρχουν όμως και αυτοί πού δεν αποφασίζουν να μετανοήσουν και πού επικαλούνται τον θάνατο από απελπισία.
Είναι ακόμη και εκείνοι πού έχουν την υπερήφανη ιδέα για τον εαυτό τους ότι έγιναν απαθείς, και άρα δεν φοβούνται πλέον τον ερχομό του θανάτου.
Υπάρχουν τέλος και άλλοι -εάν βέβαια υπάρχουν τέτοιοι και στην εποχή μας- οι οποίοι επιζητούν να εκδημήσουν (προς Κύριον), διότι τους παρακινεί η μυστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.

10. Μερικοί ευσεβείς έχουν την απορία και ζητούν να μάθουν, γιατί άραγε, αφού τόσο πολύ μας ευεργετεί η μνήμη του θανάτου, ο Θεός μας απέκρυψε την ώρα του, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ο Θεός επιτυγχάνει θαυμάσια την σωτηρία μας!
Διότι κανείς δεν θα προσερχόταν αμέσως στο βάπτισμα ή στην μοναχική πολιτεία, εάν εγνώριζε την ώρα του θανάτου του. Θα περνούσε όλες τις ημέρες της ζωής του μέσα στην αμαρτία και μόνο όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του θα έτρεχε προς το βάπτισμα και την μετάνοια. Εφ΄όσον όμως θα είχε ζυμωθή με την κακία, από την μακροχρόνιο συνήθεια, θα έμενε τελείως αδιόρθωτος.

11. Όταν πενθής για τις αμαρτίες σου, μην ακούσης ποτέ τον «κύνα» εκείνον, ο οποίος σου παρουσιάζει τον Θεόν φιλάνθρωπο. Διότι ο σκοπός του είναι να βγάλη από μέσα σου το πένθος και τον «άφοβον φόβο»[1]. Μην τον ακούσης, παρά μόνο όταν τυχόν ιδής τον εαυτόν σου να παρασύρεται σε βαθειά απόγνωσι.

12. Αυτός που θέλει να διατηρή πάντοτε μέσα του την μνήμη του θανάτου και της Κρίσεως του Θεού, ενώ συγχρόνως αφίνει τον εαυτό του να περισπάται σε φροντίδες και μέριμνες υλικές, ομοιάζει με εκείνον πού ενώ κολυμβά, θέλει ταυτόχρονα να κτυπά παλαμάκια.

13. Η ζωηρά μνήμη του θανάτου ολιγοστεύει τα φαγητά. Και όταν περικόπτωνται με ταπεινοσύνη τα φαγητά, κόπτονται μαζί και τα πάθη.

14. Η αναλγησία (σκληρότης) της καρδιάς φέρνει πώρωσι στον νου, και τα πολλά φαγητά ξηραίνουν τις πηγές των δακρύων. Η δίψα και η αγρυπνία πιέζουν την καρδιά. Και όταν πιεσθή η καρδιά, εκπηδούν τα δάκρυα.

15. Αυτά που είπαμε, στους γαστριμάργους φαίνονται σκληρά, ενώ στους οκνηρούς απίστευτα. Ο «πρακτικός» όμως άνθρωπος θα τα δοκιμάση και θα τα βρή με προθυμία. Αυτός πού θα τα βρή και θα τα γευθή, θα χαμογελάση ικανοποιημένος. Ενώ εκείνος πού ακόμη τα αναζητεί, θα σκυθρωπάση περισσότερο.

16. Οι Πατέρες ορίζουν ότι η τελεία αγάπη είναι «άπτωτος», (διότι μας προστατεύει από κάθε πτώσι). Παρόμοια και εγώ ορίζω ότι η τελεία συναίσθησις του θανάτου είναι «άφοβος», (διότι μας απαλλάσσει από κάθε άλλο φόβο).

17. Ο νους του «πρακτικού» μπορεί να ασκή πολλών ειδών εργασίες. Να σκέπτεται δηλαδή την αγάπη προς τον Θεόν, να ενθυμήται τόν Θεόν, να ενθυμήται την ουράνιο βασιλεία, να ενθυμήται τον ζήλο των Μαρτύρων, να ενθυμήται ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, όπως ο Ψαλμωδός πού έλεγε, «προωρώμην τον Κύριον» κλπ. (Ψαλμ. ιε΄ 8). Να ενθυμήται ακόμη τους αγίους αγγέλους, τον χωρισμό της ψυχής του από το σώμα, την συνάντησι με τα τελώνια του αέρος, την απόφασι του Κριτού, την κόλασι.
Από μεγάλες εργασίες αρχίσαμε, (όπως είναι η αγάπη του Θεού), και καταλήξαμε σ΄αυτές που μας προστατεύουν από πτώσεις, (όπως είναι ο φόβος της κολάσεως).

18. Κάποια φορά ένα Αιγύπτιος μοναχός μού διηγήθηκε τα εξής: «Αφ΄ότου παγιώθηκε δυνατά μέσα στην καρδιά μου η μνήμη του θανάτου, (δεν είχα καθόλου όρεξι για φαγητό). Και κάποτε πού χρειάσθηκε να παρηγορήσω λίγο το πήλινο σώμα μου,. Η μνήμη αυτή σαν δικαστής μού το απηγόρευσε. Και το πλέον αξιοθαύμαστο είναι ότι, παρ΄όλο που προσεπάθησα, δεν κατόρθωσα να την αποδιώξω».

19. Ένας άλλος πού ασκήτευε εδώ στην περιοχή που ονομάζεται Θολάς, πολλές φορές με την σκέψι του θανάτου εγινόταν εκτός εαυτού. Και σαν λιπόθυμο ή επιληπτικό τον ανεσήκωναν, αναίσθητο σχεδόν, οι εκεί ευρισκόμενοι αδελφοί.

20. Δεν θα παραλείψω να σου παρουσιάσω και την ιστορία του Ησυχίου του Χωρηβίτου. Αυτός ζούσε αμελέστατα χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε λοιπόν συνέβη να ασθενήση βαρύτατα και να φθάση στο σημείο, ώστε επί μία ώρα ακριβώς να φαίνεται ότι απέθανε.
Συνήλθε όμως πάλι, οπότε μας ικετεύει όλους να φύγωμε αμέσως. Και αφού έκτισε την πόρτα του κελιού του, έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια, χωρίς να ομιλήση καθόλου με κανένα. Όλο αυτό το διάστημα δεν γευόταν τίποτε άλλο, εκτός από ψωμί και νερό. Καθόταν μόνο εκστατικός εμπρός σε εκείνα πού είδε στην έκστασί του. Τόσο πολύ σκεπτικός, ώστε ποτέ πλέον δεν άλλαξε η έκφρασίς του. Και πάντοτε σαν αφηρημένος, χύνοντας αθόρυβα και συνεχώς θερμά δάκρυα.
Μόνο όταν πλησίασε η ώρα του θανάτου του, αποφράξαμε την πόρτα και εισήλθαμε μέσα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, τούτο μόνο είπε: «Συγχωρήστε με, αδελφοί. Αυτός που εγνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέση ποτέ πλέον να αμαρτήση». Εμείς εθαυμάζαμε βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο να έχη μεταμορφωθή τόσο απότομα με την μακαριστή αυτή αλλαγή και μεταμόρφωσι. Και αφού τον εθάψαμε με ευλάβεια στο κοιμητήριο πού ευρίσκεται κοντά στο κάστρο, ύστερα από μερικές ημέρες αναζητήσαμε το άγιό του λείψανο, αλλά δεν τον ευρήκαμε. Με το θαυμαστό αυτό σημείο ο Κύριος επληροφόρησε πόσο ευάρεστα δέχθηκε την επιμελημένη και αξιέπαινη μετάνοιά του, όλους εκείνους πού θα απεφάσιζαν να διορθωθούν, ύστερα και από πολλή ακόμη αμέλεια.

21. Μερικοί θεωρούν ότι η θαλασσία άβυσσος δεν έχει όρια. Και την ονομάζουν περιοχή απύθμενον. Παρόμοια και η σκέψις του θανάτου δημιουργεί στην ψυχή τέτοια κατάστασι, ώστε και η αγνότης και η έν γένει πνευματική εργασία να παρουσιάζεται άφθαστος, (χωρίς τέρμα δηλαδή). Αυτό το επιβεβαιώνει και ο προηγούμενος Όσιος. Όσοι τον μιμούνται, προσθέτουν φόβο στον φόβο, ακατάπαυστα, μέχρις ότου εξαντληθή και αυτή η δύναμις των οστών τους.

22. Ας βεβαιωθούμε ότι και τούτο είναι δώρον Θεού, μέσα σε όλα τα αγαθά Του. Αρκεί να σκεφθούμε ότι πολλές φορές, αν και πλησιάζομε σε τάφους, είμαστε αδάκρυτοι και ασυγκίνητοι. Ενώ αντίθετα πολλές φορές, χωρίς να αντικρύζωμε κάτι παρόμοιο, κατανυσσόμεθα.

23. Όποιος νεκρώθηκε για όλα τα γήϊνα, αυτός ενθυμείται τον θάνατο. Εκείνος όμως πού διατηρεί μαζί τους δεσμούς δεν ευκαιρεί για κάτι τέτοιο, αφού άλλωστε με την συμπεριφορά του γίνεται ο ίδιος εχθρός του εαυτού του.

24. Μη θέλης να δείχνης σε όλους με λόγια την αγάπη σου, αλλά καλύτερα ζήτει από τον Θεόν να τους την φανερώση εκείνος με τρόπο μυστικό. Διαφορετικά δεν θα σου επαρκέση ο χρόνος και για συνομιλίες και για κατάνυξι.

25. Μην απατάσαι, ανόητε εργάτη, ότι με τον επόμενο χρόνο θα αναπληρώσης τον χρόνο πού έχασες. Διότι και της κάθε ημέρας ο χρόνος δεν επαρκεί ώστε να εκπληρώσωμε όπως πρέπει τις καθημερινές μας υποχρεώσεις προς τον Δεσπότη.

26. Δεν είναι δυνατόν, είπε κάποιος, δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσωμε σαν την τελευταία της ζωής μας. Και είναι αξιοθαύμαστο, ότι κάτι παρόμοιο εξέφρασαν και οι Έλληνες φιλόσοφοι, οι οποίοι εχαρακτήρισαν την φιλοσοφία «μελέτη θανάτου».

Βαθμίς έκτη! Όποιος την ανέβηκε, δεν πρόκειται πλέον να αμαρτήση, εφ΄ όσον ασφαλώς είναι αληθινός ο λόγος εκείνος της Γραφής: «Μιμνήσκου τά έσχατά σου, και είς τον αιώνα ού μη αμάρτης» (Σοφ. Σειράχ ζ΄ 36).

Ι.Μ.Παρακλήτου

[1] Τι εννοεί με την έκφρασι αυτή γίνεται κατανοητό από αυτό που αναφέρει κατόπιν στην παράγραφο 16.

ΠΕΡΙ ΕΞOΔΟΥ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΝΑΕΡΙΩΝ ΤΕΛΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΟΒΕΡΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ

Ἡ χάρις καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου δὲν ἐξαγοράζεται, οὔτε μὲ τὴν συγκροτημένη ἀποχὴ ἀπὸ ἁμαρτίες, οὔτε μὲ ὁποιαδήποτε πληθὺ καλῶν ἔργων. Ἴσως ὁ συντάκτης τοῦ πρωτοτύπου, καίτοι κινούμενος ἀπὸ ἀγαθὰ κίνητρα, τὴν ἀφύπνιση καὶ ἐγρήγορση τῶν πιστῶν, ὑπερβάλλει, τόσον στὸ θέμα τῶν τελωνείων, ὅσον στὴν περιγραφὴ παραδείσου καὶ κολάσεως, καὶ τὴν διακριτὴ κατηγοριοποίηση τῶν ἀνθρώπων, μὲ πιθανὸ ψυχολογικὸ ἀντίκτυπο τὴν τρομοκράτηση τοῦ ἀναγνώστη. Ἐν τούτοις, παρατίθεται τὸ παρὸν (μεσαιωνικὸ) κείμενο, λόγῳ τῆς θερμῆς παρουσιάσεως καὶ τῶν λεπτομερειακῶν ταξινομήσεων παθῶν καὶ ἀρετῶν.




Σημείωση ἀρχικῆς ἐκδόσεως: Τὸ παρὸν κείμενο ἐκδιδόμενο ὑπὸ τοῦ πατρὸς Λαζάρου Ἱερομόναχου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυροβουνίου σκοπὸν ἔχει νὰ φωτίσῃ πάντα χριστιανὸν ὀρθόδοξον νὰ γνωρίσῃ τί εἶναι ἀρεστὸν ἐνώπιον τοῦ Ἁγίου Θεοῦ. Καὶ πράττοντας αὐτά, θὰ ἀξιωθῆ τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
1.
ΦΟΒΕΡΑ ΟΠΤΑΣΙΑ
ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΙΔΕΝ ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Ο ΟΠΟΙΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΗΤΑΝ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ
ΕΠΙ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 9ον ΑΙΩΝΑ
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ νέος ἦταν πνευματικὸς Πατέρας τοῦ ὁσίου Γρηγορίου, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐπίσης πολλὰ ἄλλα πνευματικὰ τέκνα μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ μία εὐλαβέστατη γυναῖκα ὀνομαζόμενη Θεοδώρα ἡ ὁποία ὑπηρετοῦσε τὸν Ἅγιο Βασίλειο σὲ ὅλη της τὴ ζωή. Ἔφθασε δὲ ὁ καιρὸς τοῦ θανάτου της καὶ ἀπέθανεν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν.
Ἐγὼ δὲ (ὁ Γρηγόριος) εὑρισκόμενος σὲ ἀπορία ζητοῦσα νὰ μάθω καὶ ἐνοχλοῦσα τὸν Ἅγιο γιὰ νὰ μοῦ εἰπῇ ἐὰν ἐσώθη ἡ Θεοδώρα καὶ ποῦ εὑρίσκεται. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος μετὰ τὶς πολλές μου ἐνοχλήσεις, μοῦ εἶπεν: «Τέκνον μου Γρηγόριε αὕτη τὴ νύχτα πορεύομαι πρὸς τὴν Θεοδώρα καὶ ἔλθε καὶ σὺ μαζί μου γιὰ νὰ τὴν ἰδῆς.»
Ἐγὼ ἀσπάσθηκα τὴν δεξιά του χεῖρα καὶ πορεύθηκα νὰ κοιμηθῶ. Καὶ γενόμενος σὲ ἔκσταση εὑρέθηκα σὲ ἕνα ἀνηφορικὸ καὶ στενὸ μέρος, καὶ ἐκεῖ βλέπω ὡραιότατα παλάτια ἐξαστράπτοντα καὶ κτυπόντας τὴν πόρτα παρουσιάσθηκαν δυὸ γυναῖκες καὶ μοῦ λέγουν. Αὐτὰ τὰ παλάτια εἶναι τοῦ πατρὸς Βασιλείου ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ λίγο πέρασεν ἀπὸ ἐδῶ καὶ πῆγε νὰ ἰδῆ τὴν Θεοδώρα ἡ ὁποία βρίσκεται ἐδῶ.
Ἀκούωντας δὲ ἡ Θεοδώρα τὸ ὄνομά της, ἔτρεξε στὴν πόρτα, μ᾿ ἐνηγκαλίσθη καὶ μοῦ λέγει:
«Ὤ! τέκνον μου Γρηγόριε! Πῶς ᾖλθες ἐδῶ; Μήπως ἀπέθανες καὶ ᾖρθες ἐδῶ;»
Ἐγὼ τῆς ἀποκρίθηκα:
«Δὲν ἀπέθανα ἀλλὰ εὑρίσκομαι ἀκόμη στὸ σῶμα μου στὸν μάταιο ἐκεῖνο κόσμο. Οἱ εὐχὲς ὅμως τοῦ πνευματικοῦ μας Πατρὸς Βασιλείου μὲ ἔφεραν ἐδῶ νὰ σὲ δῶ ὅπου πολὺ ἐπιθυμοῦσα καὶ τὸν ἐνοχλοῦσα κάθε ἡμέρα γιὰ νὰ μάθω ποῦ εὑρίσκεσαι, καὶ ἐὰν ἐσώθης. Καὶ σὲ παρακαλῶ νὰ μοῦ πῇς περὶ τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, πόσους πόνους ἔχει καὶ πῶς ἐπέρασες ἀπὸ τὰ φοβερὰ τελώνια τοῦ ἀέρος, καὶ τὶς ἐξετάσεις τῶν πονηρῶν δαιμόνων. Διότι κι ἐγὼ μέλλω ἐντὸς ὀλίγου καὶ κάθε ἄνθρωπος στὸ τέλος τῆς ζωῆς του νὰ διέλθωμεν.»
Καὶ ἀπεκρίθη ἡ Θεοδώρα καὶ τοῦ λέγει:
«Ὤ! τέκνον μου Γρηγόριε πῶς θὰ σοῦ διηγηθῶ τὸν φόβο καὶ τὸν τρόμον ἐκείνης τῆς ὥρας τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τοῦ σώματος; Πῶς θὰ σοῦ ἐξηγήσω τοὺς πόνους καὶ τὶς ὀδύνες τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς; Σοῦ παριστάνω τέκνο μου νὰ τεθῇ ἄνθρωπος γυμνὸς ἐπάνω σὲ κάρβουνα καὶ νὰ διαλύεται ἕως ὅτου ἐξέλθῃ ἡ ψυχή του. Τόσον δριμεῖς καὶ ἀνυπόφοροι εἶναι οἱ πόνοι τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς τοῦ ἁμαρτωλοῦ ὅπως ἐγώ· τοῦ δὲ δίκαιου τέκνον μου Γρηγόριε δὲν γνωρίζω.
Ὅταν βρισκόμουν στὸ κρεβάτι μου καὶ ψυχομαχοῦσα ἔβλεπα γύρω μου τὰ πονηρὰ πνεύματα τῶν δαιμόνων· ἄλλους μὲν σὰν μαύρους σκύλους, καὶ ἐγαύγιζαν, ἄλλους δὲ σὰν ταύρους μουγκρίζοντας καὶ λυσσόντας στρέφοντας τὰ ἄγρια καὶ ἄσχημα πρόσωπά τους κατ᾿ ἀπάνω μου καὶ μὲ φοβέριζαν. Ἐγὼ δὲ ἔστρεφα τὰ μάτια μου σὲ ἄλλο μέρος γιὰ νὰ μὴν βλέπω τὴν ἄσχημη μορφή τους καὶ τὸν θόρυβο ποὺ ἔκαναν· ἀλλὰ ἦταν ἀδύνατο, τέκνο μου Γρηγόριε νὰ ἀποφύγω.
Καὶ ἐνῷ ἤμουν σὲ τόσην στεναχώρια βλέπω ξαφνικὰ δυὸ νέους ἀστραπόμορφους μὲ χρυσᾶ μαλλιά, καὶ στάθηκαν στὰ δεξιὰ τοῦ κρεβατιοῦ μου, καὶ ὁ ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἄρχισε νὰ φοβερίζῃ τοὺς φοβεροὺς ἐκείνους δαίμονες λέγοντας:
«Φύγετε παμμίαροι καὶ ἀγριοπρόσωποι διότι δὲν ἔχετε νὰ κερδήσετε τίποτε ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ψυχή.»
Αὐτοὶ δὲ ἔφεραν τὶς ἁμαρτίες μου ὅσας ἐποίησα ἀπὸ τὰ νιάτα μου, εἴτε σὲ λόγια, εἴτε σὲ πράξεις καὶ ἐφώναζαν ὅλα τ᾿ ἁμαρτήματά μου ἀκόμη καὶ ὅσα δὲν ἔπραξα· ἐγὼ δὲ μὲ φόβω καὶ τρόμω ἐπρόσμενα τὸ θάνατο καὶ ἐξαίφνης ἦλθεν ὁ θάνατος σὰν ἕνας νέος χονδρὸς καὶ ὀργισμένος, σὰν λιοντάρι, φορτωμένος διάφορα ἐργαλεῖα καὶ εἶπαν σ᾿ αὐτὸν οἱ Ἄγγελοι· λῦσαι τὶς ἀρθρώσεις τοῦ σώματος καὶ μὴν τῆς δώσῃς πολλοὺς πόνους διότι τ᾿ ἁμαρτήματά της εἶναι λίγα· τότε ἄρχισεν ἀπὸ τὰ πόδια καὶ ἔλυε τὶς ἀρθρώσεις τοῦ σώματός μου, καὶ τότε αἰσθανόμουν ὅτι νεκρωνόταν τὸ σῶμα μου, καὶ τελικὰ ὁ τύραννος ἐκεῖνος γέμισε ἕνα ποτήρι μὲ πικρὸ περιεχόμενο, μοῦ τὸ ἐπότισε καὶ εὐθὺς ἐξῆλθεν ἡ ψυχή μου ἀπὸ τὸ σῶμα μου, τότε τὴν παρέλαβαν οἱ δυὸ Ἄγγελοι καὶ ἐγὼ θαύμαζα γιὰ τὰ γινόμενα, διότι δὲν ἤξερα ὅτι συμβαίνουν αὐτὰ στὸν καιρὸ τοῦ θανάτου στὸν ταλαίπωρο ἄνθρωπον.
Καὶ οἱ Ἄγγελοι ἐξέταζαν τὰ καλὰ ἔργα ποὺ ἔκαμα στὴ ζωή μου, ἂν νήστευσα, ἂν πήγαινα ἐκκλησία καὶ ἂν στεκόμουν μὲ φόβο Θεοῦ, ἂν ἔθρεψα τοὺς πεινῶντες, ἂν ἐπισκέφθηκα ἀσθενεῖς, ἂν δεχόμουν ξένους στὸ σπίτι μου, ἂν ἔδωκα τὸ καλὸ παράδειγμα στοὺς ἄλλους, ἂν ὑπέμεινα βρισιές, ἂν ἀπέφευγα ὅρκους, ἂν δὲν βλασφημοῦσα, ἂν δὲν καλλοπιζόμουν, καὶ πολλὰ ἄλλα, τὰ ἐζύγισαν αὐτὰ μὲ τὶς ἁμαρτίες μου οἱ δὲ δαίμονες ἔτριζαν τὰ δόντια τους σὲ μένα καὶ ὁρμοῦσαν νὰ μὲ ἁρπάξουν ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Ἀγγέλων, καὶ νὰ μὲ ρίξουν στὸν ἄχαρον ᾍδην.
Ξαφνικὰ ἦλθεν ὁ πνευματικός μου Πατέρας Βασίλειος καὶ εἶπε πρὸς τοὺς Ἀγγέλους:
«Κύριοί μου ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ ψυχὴ μὲ ὑπηρέτησεν στὴ ζωή μου, παρακάλεσα τὸν Κύριον νὰ τὴν συγχωρέσῃ καὶ νὰ τὴ σώσῃ ἀπὸ τὰ χέρια τῶν δαιμόνων, καὶ οἱ Ἄγγελοι πετώντας ἀμέσως ἀνεβαίναμεν στὸν οὐρανὸ ἀνατολικά, καὶ ἀνεβαίνοντας συναντήσαμεν:

1. Τελώνιον τῆς καταλαλιᾶς

Ἐδῶ ὑπῆρχε μιὰ σύναξις μαύρων, καὶ μᾶς σταμάτησαν, καὶ λυσσόντας σὰν σκῦλοι ζητοῦσαν νὰ μὲ ἁρπάξουν ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Ἀγγέλων. Καὶ μάρτυς μου ὁ Κύριος τέκνον μου Γρηγόριε, μοῦ ἐφανέρωσαν ὅσους κατέκρινα στὴ ζωή μου καὶ ὄχι μόνο τ᾿ ἀληθινὰ ἀλλὰ μὲ συκοφαντοῦσαν καὶ ἔλεγαν πολλὰ ψέματα ἐναντίον μου. Οἱ δὲ Ἄγγελοι καταφρονήσαντες αὐτούς, καὶ πετώντας τὶς πτέρυγές τους ἀνεβαίναμεν στὸν οὐρανό.

2. Τελώνιον τῆς ὕβρεως

Καὶ ἀνεβαίνοντας λίγο συνατήσαμε τὸ Τελώνιον τῆς ὕβρεως, καὶ ἐδῶ πολυαγωνιζόμενοι οἱ Ἄγγελοι, μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ Πατρός μας Βασιλείου, ἀνεχωρήσαμεν καὶ συνομιλοῦντες οἱ Ἄγγελοι ἔλεγον· ἀληθινὰ μεγάλην ὠφέλειαν βρῆκε αὐτὴ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸν Ἅγιον Βασίλειον.

3. Τελώνιον τοῦ φθόνου

Καὶ ἀνεβαίνοντας ἐφθάσαμεν στὸ Τελώνιον τοῦ φθόνου, καὶ μὴ ἔχοντας τίποτα οἱ δαίμονες ἐναντίον μου ἐπεράσαμεν ἀνενόχλητοι· ἂν καὶ ἔτριζαν τὰ δόντια τους, οἱ ἀγριοπρόσωποι ἐκεῖνοι μαῦροι νὰ μὲ ἁρπάξουν ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Ἀγγέλων· καὶ ἔτσι περάσαμε τὸ Τελώνιον τοῦτο.

4. Τελώνιον τοῦ ψεύδους

Καὶ ἀνεβαίνοντας, σὲ πολὺ ὕψος φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τοῦ ψεύδους ὅπου ἐκεῖ πολὺ πλῆθος δαιμόνων μὲ ἄσχημα πρόσωπα ἔτρεχαν κατ᾿ ἀπάνω μου, κραυγάζοντας καὶ λυσσόντας ἔφεραν πολλὲς ἀποδείξεις, καὶ εἶχαν γραμμένα πολλὲς ἀνόητες λέξεις ποὺ ἔλεγα στὴν παιδική μου ἡλικία μέχρι καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ τὰ ἔλεγα καὶ ζητοῦσαν ἀπολογία ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους. Καὶ οἱ Ἄγγελοι πληρώσαντες ἀπὸ τὰ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου ἀναχωρήσαμεν.

5. Τελώνιον τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ὀργῆς

Καὶ ἀνεβαίνοντας ἐφθάσαμεν στὸ Τελώνιον τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ὀργῆς, ὅπου ἐκεῖ πλῆθος μαύρων λυσσώντας σὰν σκύλλοι δάγκωναν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ κατατρώγονταν ἀναμεταξύ τους καὶ σὰν ἀγριόχοιροι ὀρμώντας ἐναντίων μου, ἔκαμναν τὰ σχήματα καὶ τὰ καμώματα ποὺ ἔκανα ὅταν θυμωνόμουν καὶ ὅταν ἐκρατοῦσα ἔχθρα καὶ μνησικάκουν μὲ κανένα· καὶ ἐδῶ πληρώνοντας ἀπὸ τὰ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου ἀναχωρήσαμεν.

6. Τελώνιον ὑπερηφανείας

Καὶ ἀνεβαίνοντας λίγον οἱ Ἄγγελοι ἐφθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς ὑπερηφανείας καὶ ψάχνοντας πολλὰ οἱ δαίμονες δὲν βρῆκαν τίποτα νὰ μὲ κατηγορήσουν διότι ἤμουν φτωχὴ καὶ περνώντας ἀνενόχλητοι φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς βλασφημίας.

7. Τελώνιον τῆς βλασφημίας

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς βλασφημίας, καὶ ἀμέσως ὅταν μᾶς εἶδαν οἱ δαίμονες ἔτρεξαν κατ᾿ ἀπάνω μας τρίζοντας τὰ δόντια καὶ βλασφημοῦντες, ἐγὼ ἔτρεμα ἀπὸ τὸν φόβο μου καὶ μοῦ ἔλεγαν ὅτι βλασφήμησα τρεῖς φορὲς στὴ νεότητά μου· οἱ δὲ Ἄγγελοι ἔφεραν ἀπόδειξη ὅτι ἐξομολογήθηκα καὶ ἀνεχωρήσαμεν ἀφήνοντας τοὺς δαίμονες ἄπρακτους.

8. Τελώνιον τῆς φλυαρίας καὶ ἀστειολογίας

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ τελώνιον τῆς ἀστειολογίας καὶ φλυαρίας καὶ ζητοῦσαν οἱ δαίμονες νὰ δώσω ἀπολογίαν γιὰ τὰ αἰσχρόλογα, τὶς ἀστειολογίες καὶ ἄσεμνα τραγούδια ποὺ ἔλεγα στὴ νεότητά μου καὶ ἀποροῦσα πῶς τὰ θυμοῦνταν, ἐνῷ ἐγὼ ἀπὸ τὴν πολυκαιρία τὰ ξέχασα· καὶ πληρώνοντας οἱ Ἄγγελοι ἀνεχωρήσαμεν.

9. Τελώνιον τοῦ τόκου καὶ δόλου

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τοῦ τόκου καὶ τοῦ δόλου ποὺ ἐξετάζει τοὺς τοκογλύφους καὶ δολίους, καὶ χωρὶς νὰ βροῦν τίποτα οἱ δαίμονες νὰ ἀποδείξουν ἀναχωρήσαμεν.

10. Τελώνιον τῆς ὀκνηρίας καὶ τοῦ ὕπνου

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμε στὸ Τελώνιον τῆς ὀκνηρίας ὅπου οἱ δαίμονες μὲ ἐξέτασαν ἂν κοιμόμουν πολὺ καὶ βαριόμουν νὰ σηκωθῶ νὰ προσευχηθῶ ἢ νὰ πάω στὴν ἐκκλησία ἢ ἂν μποροῦσα νὰ κάμω κανένα καλὸ καὶ ἀμελοῦσα· καὶ χωρὶς νὰ βροῦν τίποτα ἀναχωρήσαμεν ἀνενόχλητοι.

11. Τελώνιον τῆς φιλαργυρίας

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς φυλαργυρίας στὸ ὁποῖο ὑπῆρχε πολὺ σκοτάδι καὶ ὁμίχλη· καὶ ἐξετάζοντας οἱ δαίμονες καὶ ἀφοῦ δὲν βρῆκαν τίποτα ἐπειδὴ ἤμουν φτωχή, φύγαμεν ἀνενόχλητοι.

12. Τελώνιον τῆς μέθης

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς μέθης, καὶ ὀρμόντας οἱ δαίμονες σὰν λύκοι ἁρπακτικοὶ κατ᾿ ἀπάνω μας, ἐξέταζαν τὸ κρασὶ ποὺ ἤπια σ᾿ ὅλη μου τὴ ζωή· καὶ μὲ κατηγοροῦσαν ὅτι στὸ τάδε σπίτι ἤπιες τόσα ποτήρια, στὸν τάδε γάμον ἐμέθυσες καὶ ὅσα μοῦ ἔλεγαν ἦσαν ἀληθινά· καὶ πληρώνοντας οἱ Ἄγγελοι ἀναχωρήσαμεν καὶ ἀνεβαίνοντας οἱ Ἄγγελοι ἔλεγαν ἀναμεταξύ τους:
«Μεγάλον κίνδυνον ἔχει ἡ ψυχή ἕως ὅτου περάσει τὰ ἀκάθαρτα τελώνια τοῦ ἀέρος»,
καὶ ἐγὼ τοὺς λέγω:
«Ναί, κύριοί μου, καὶ νομίζω πὼς κανεὶς ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς ἀνθρώπους δὲν θὰ γνωρίζῃ τὸ τί συμβαίνει μετὰ τὸν χωρισμὸ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τοὺς δαίμονες τοῦ ἀέρος, καὶ ἀλλοίμονο στοὺς ἀμελεῖς τὸ τί τοὺς περιμένει»·
καὶ οἱ Ἄγγελοι ἀποκρίθηκαν καὶ εἶπαν:
«Οἱ ἁγίες Γραφὲς ἀναλαμβάνουν ὅλα αὐτά, ἀλλὰ οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι σκοτισμένοι ἀπὸ τὴν πολυτέλεια, τροφὲς καὶ ἡδονὲς τοῦ κόσμου, τυφλώνονται καὶ δὲν πιστεύουν ὅτι θὰ πεθάνουν καὶ δὲν φροντίζουν νὰ κάμνουν καλὰ ἔργα γιὰ τὴν ψυχή τους· καὶ ἀλλοίμονο στοὺς ἀμελεῖς διότι τοὺς ἁρπάζουν οἱ δαίμονες καὶ τοὺς ρίπτουν στὸν σκοτεινὸν ᾍδην μέχρι τῆς κρίσεως ὁπότε θὰ δικασθοῦν καὶ θὰ ἀπολάβη ὁ κάθε ἕνας ὅτι ἔπραξε.»

13. Τελώνιον τῆς μνησικακίας

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς μνησικακίας ποὺ ἐξετάζει αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἔχθρα, καὶ δὲν συγχωροῦν τοὺς ἀδελφούς τους. Καὶ ὀρμόντας οἱ δαίμονες κατ᾿ ἀπάνω μου, ἐξέταζαν τὰ κατάστιχά τους, νὰ βροῦν κανένα πταίσιμο νὰ μὲ ἁρπάξουν· καὶ χωρὶς νὰ βροῦν φώναξαν σὰν λυσσασμένα σκυλιὰ ὅτι ξεχάσαμεν νὰ τὰ γράψουμεν, καὶ ἀναχωρήσαμεν ἀνεβαίνοντας,
καὶ ρώτησα τοὺς Ἀγγέλους πῶς γνωρίζουν οἱ δαίμονες τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνρθώπων, καὶ μοῦ ἀποκρίθηκαν οἱ Ἄγγελοι:
«Δὲν γνωρίζεις, ὅτι μετὰ τὸ βάπτισμα κάθε χριστιανὸς λαμβάνει ἕναν Ἄγγελο σὰν φύλακα νὰ τὸν φυλάει, καὶ νὰ τὸν ὁδηγῇ στὸ καλό, καὶ νὰ γράφῃ τὰ καλὰ τοῦ ἔργα· ὁμοίως δὲ τὸν ἀκολουθῇ καὶ ἕνας διάβολος καὶ γράφῃ τὶς κακές του πράξεις, καὶ τὶς ἀναγγέλλει στὸ κάθε Τελώνιον ποὺ ἀνήκει ἡ ἁμαρτία καὶ γι᾿ αὐτὸ γνωρίζουν οἱ δαίμονες, καὶ ὅταν ἡ ψυχὴ χωρίσῃ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ ἀνέρχεται στοὺς οὐρανοὺς τὴν ἐξετάζουν δαίμονες σὲ κάθε Τελώνιον καὶ τοῦτο γίνεται στοὺς ὀρθόδοξους χριστιανοὺς μόνο, στοὺς δὲ ἀπίστους καὶ ἀσεβεῖς δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἐξέτασις.»

14. Τελώνιον τῆς μαγείας καὶ γοητείας

Ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς μαγείας καὶ γοητείας. Ἐδῶ οἱ δαίμονες ἦσαν σὰν ἄγρια ζῷα· ἄλλοι εἶχαν μορφὴ σκύλλου, ἄλλοι σὰν βόδια, ἄλλοι σὰν φίδια, μὲ ἄσχημη μορφή, ἀλλὰ μὲ θείαν χάρην ὅταν μὲ ἐξέτασαν δὲν βρῆκαν τίποτα, καὶ ἀνεβαίνοντας ρώτησα τοὺς Ἄγγελους μὲ τί τρόπον μποροῦν νὰ σβήσουν ἀπὸ τὰ κατάστιχα τῶν δαιμόνων τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἀνθρώπων, καὶ οἱ Ἄγγελοί μου ἀποκρίθησαν:
«Συγχωροῦνται τὰ ἁμαρτήματα ὅταν ὁ ἄνθρωπος μετανοήσῃ καὶ ἐξομολογηθῇ στὸν πνευματικὸν καὶ κάμῃ τὸν κανόνα ποὺ τοῦ ἔβαλεν τότε ἐξαλείφονται τὰ ἁμαρτήματα ἀπὸ τὰ κατάστιχα τῶν δαιμόνων· καὶ λυσσώντας οἱ δαίμονες τοὺς πολεμοῦν γιὰ νὰ τοὺς ρίψουν σὲ νέα ἁμαρτήματα. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἐξομολόγηση καὶ ἡ μετάνοια γίνονται αἰτίες νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ περάσουν ἐλεύθερα τὰ ἐναέρια τελώνια. Ἀλλὰ πολλοὶ ἄνθρωποι λέγουν ὅτι τὰ ἐξομολογοῦνται στὸν Θεό· καὶ ἄλλοι πάλι ζητοῦν νὰ εὕρουν πνευματικὸν συγκαταβατικὸν γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὸν κανόνα· ἀλλὰ αὐτὴ δὲν εἶναι μετάνοια ἀλλὰ πονηρία καὶ ὁ Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται. Καὶ ὅπως στὴν ἀσθένεια τοῦ σώματος ἐκλέγουμεν τὸν καλύτερον ἰατρόν, ἔτσι πολὺ περισσότερον στὴν ἀσθένεια τῆς ἀθάνατης ψυχῆς νὰ ἐκλέγουμε τὸν θεοφοβούμενον καὶ αὐστηρὸν πνευματικό, καὶ νὰ τὸν ἔχει κανεὶς μέχρι τέλους τῆς ζωῆς· ἀλλιῶς πλανοῦνται οἱ ἄνθρωποι καὶ δὲν μποροῦν νὰ περάσουν τὰ τελώνια τοῦ ἀέρος.»

15. Τελώνιον τῆς γαστριμαργίας καὶ πολυφαγίας

Αὐτὰ καθὼς μοῦ ἔλεγαν φθάσαμε στὸ Τελώνιον τῆς γαστριμαργίας καὶ πολυφαγίας, ὅπου οἱ δαίμονες ἦσαν πολὺ χονδροὶ σὰν τοὺς χοίρους, δυνατοὶ καὶ ἄγριοι, καὶ ἔτρεξαν κατ᾿ ἀπάνω μου, γαυγίζοντας, καὶ μοῦ φανέρωσαν τὶς πολυφαγίες ποὺ ἔκαμνα ἀπὸ μικρὴν ἡλικία μέχρι ποὺ γέρασα, καὶ ὅτι δὲν νήστευα Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ μέχρι καὶ τὶς Τεσσαρακοστὰς χωρὶς ἐγκράτεια· καὶ οἱ Ἄγγελοι φέρνοντας τὰ καλά μου ἔργα γιὰ πληρωμὴ ἀναχωρήσαμεν.

16. Τελώνιον τῆς εἰδωλολατρίας

Καὶ φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς εἰδωλολατρίας καὶ διαφόρων αἱρέσεων, καὶ χωρὶς νὰ βροῦν τίποτα οἱ δαίμονες ἀναχωρήσαμεν.

17. Τελώνιον τῆς ἀρσενοκοιτίας

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς ἀρσενοκοιτίας· καὶ ὁ πρῶτος αὐτῶν καθόταν σὰν φοβερὸς δράκοντας ἀλλάζοντας μορφὲς πότε σὰν ἀγριόχοιρος, πότε σὰν ποντικός, πότε σὰν θηριόψαρο καὶ τριγύρω αὐτοῦ βρῶμα καὶ ἀνυπόφορη δυσσωδία καὶ ἐπλάγιαζε ἀσχημονώντας. Καὶ ἐπειδὴ δὲν βρῆκε τίποτα ἐναντίων μου, ἀναχωρήσαμεν,
καὶ μοῦ ἔλεγαν οἱ Ἄγγελοι ὅτι πολλοὶ φθάνουν μέχρι ἐδῶ ἀνεμπόδιστα, καὶ γιὰ τὴν αἰσχρὴν αὐτὴν πρᾶξιν, καταγκρεμίζονται στὸν σκοτεινὸν καὶ ἄχαρον ᾍδην.

18. Τελώνιον τῶν χρωματοπροσώπων

Καὶ μιλώντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τὸ ὁποῖον ἐξετάζει ἄνδρες καὶ γυναῖκες, οἱ ὁποῖοι καλλωπίζουν τὰ πρόσωπά τους μὲ διάφορα χρώματα, καὶ μυρωδικὰ καὶ δὲν εὐχαριστοῦνται μὲ τὸ κάλλος ποὺ τοὺς ἔδωσεν ὁ Θεός. Ἐγὼ εἶχα χρωματισθῆ δυὸ φορὲς στὴ ζωή μου καὶ οἱ δαίμονες ἐξέταζαν νὰ μὲ κρατήσουν οἱ Ἄγγελοι ὅμως ἐπάλευαν μὲ πολὺν κόπον φέρνοντας τὶς καλές μου πράξεις, καὶ κερδίζοντας ἀναχωρήσαμεν.

19. Τελώνιον τῆς μοιχείας

Ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς μοιχείας τὸ ὁποῖον ἐξετάζει τοὺς μοιχοὺς καὶ μοιχαλίδας· δηλαδὴ τοὺς παντρεμένους οἱ ὁποῖοι πηγαίνουν σὲ ξένες γυναῖκες καὶ μολύνουν τὸ στεφάνι τους. Ἐπίσης ἐδῶ στὸ τελώνιον αὐτὸ ἐξετάζονται καὶ οἱ παρὰ φύσιν πράξαντες μὲ τὶς γυναῖκες τους. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν εἶχα εὐθύνη ἀπὸ αὐτά, ἀναχωρήσαμεν χωρὶς πρόβλημα.

20. Τελώνιον τοῦ φόνου καὶ τῆς ἐκτρώσεως

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στοὺς τελωνάρχες τοῦ φόνου οἱ ὁποῖοι ἐξετάζουν τοὺς φονιάδες, μέχρι καὶ τὶς γυναῖκες ποὺ ἀποβάλλουν ἀπὸ τὴν κοιλία τους βρέφη καὶ μέχρι καὶ αὐτοὺς ποὺ ἀποφεύγουν τὴν τεκνογονία· καὶ ἀπὸ ἐδῶ μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἀναχωρήσαμεν χωρὶς πρόβλημα.

21. Τελώνιον τῆς κλοπῆς

Καὶ ἀνεβαίνοντας λίγο φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς κλοπῆς ποὺ ἐξετάζει τοὺς κλέφτες καὶ ἐξετάζοντάς με καλὰ οἱ δαίμονες δὲν βρῆκαν τίποτα καὶ ἀναχωρήσαμεν ἀνεμπόδιστα.

22. Τελώνιον τῆς πορνείας

Καὶ ἀνεβαίνοντας πολὺ ψηλὰ φθάσαμεν στὴν θύρα τοῦ Οὐρανοῦ, ὅπου βρίσκεται τὸ Τελώνιον τὸ ὁποῖον ἐξετάζει τοὺς πόρνους. Ὁ ἀρχηγός τους καθώταν σὲ ὑψηλὸ θρόνο καὶ φοροῦσεν φόρεμα ραντισμένο μὲ ἀφροὺς καὶ αἵματα κάθε ἀκαθαρσίας πλημμυρισμένον, τὸ ὁποῖον ἔγινε αὐτὸ ἀπὸ τὶς ἀκαθαρσίες τῆς πορνείας. Καὶ ὁρμώντας οἱ δαίμονες κατ᾿ ἀπάνω μου μὲ ἐκατηγοροῦσαν καὶ ἔλεγαν πολλὰ ψέματα, καὶ ἐτόλμησαν νὰ μὲ ἁρπάξουν ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Ἀγγέλων καὶ νὰ μὲ ρίψουν στὸν ἄχαρον ᾍδην. Οἱ δὲ Ἄγγελοι ἀντίλεγαν σ᾿ αὐτούς, ὅτι εἶχα ἐξομολογηθῆ καὶ παραίτησα ἀπὸ πολὺν καιρὸν αὐτά. Καὶ λέγοντας ψέματα οἱ δαίμονες ἔλεγαν ὅτι δὲν τὰ ἐξομολογήθηκα, οὔτε κανόνα ἔλαβα ἀπὸ πνευματικόν, καὶ οἱ Ἄγγελοι ἀναχώρησαν, τρίζοντας οἱ ἀκάθαρτοι δαίμονες τὰ δόντια τους.
Καὶ προχωρώντας μοῦ λένε οἱ Ἄγγελοι ὅτι πολὺ λίγοι περνοῦν ἀπὸ αὐτὸ τὸ τελώνιο. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ποὺ ἔρχονται μέχρι ἐδῶ πέφτουν στὸν σκοτεινὸν καὶ ἄχαρον ᾍδην.

23. Τελώνιον τῆς ἀσπλαγχνίας

Καὶ ἀνεβαίνοντας λίγο φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς ἀσπλαγχνίας, τὸ ὁποῖο ἐξετάζει τοὺς σκληρόκαρδους καὶ ἀνελεήμονες καὶ ἐξετάζοντάς με οἱ δαίμονες καὶ χωρὶς νὰ μὲ βροῦν ἄσπλαγχνον, διότι ἐλεοῦσα τοὺς φτωχούς, καὶ καταντροπιασθέντες οἱ δαίμονες, ἀναχωρήσαμεν ἀπ᾿ αὐτούς.

Ἡ πύλη τοῦ Οὐρανοῦ

Καὶ ἀνεβαίνοντας χαρούμενοι φθάσαμεν στὴν πύλη τοῦ Οὐρανοῦ, ἡ ὁποία ἀκτινοβολοῦσε καὶ ἔλαμπε σὰν καθαρὸ χρυσάφι καὶ εἶχεν ὑπερθαύμαστην ὡραιότητα, ποὺ δὲν μπορεῖ γλῶσσα ἀνθρώπου νὰ τὴν διηγηθῆ. Ὁ θυρωρός, ἦταν ἕνας ἀστραπόμορφος νέος μὲ χρυσὰ μαλιὰ καὶ μᾶς δέχθηκε χαρούμενος δοξάζοντας τὸν Θεὸν διότι περάσαμε τὰ ἐναέρια τελώνια τῶν δαιμόνων.
Καὶ περνώντας τὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ εἴδαμεν πλῆθος ἀστραπόμορφων νέων οἱ ὁποῖοι ἀκτινοβολοῦσαν σὰν τὸν ἥλιο καὶ χαίρονταν ὅλοι καὶ εὐφραίνονταν, γιὰ τὴν σωτηρία μου· ἐμεῖς πορευθήκαμεν μὲ ἀγαλλίαση καὶ χαρὰν ἀνεκλάλητον γιὰ προσκύνησιν τοῦ ἀστραπόμορφου θρόνου τοῦ Θεοῦ, καὶ Σωτῆρος Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ εἴδαμεν σύννεφα ὄχι σὰν τὰ συνηθισμένα, τὰ ὁποῖα παραμέριζαν γιὰ νὰ περάσουμεν. Καὶ εἴδαμεν ἄλλο σύννεφο λευκὸ καὶ χρυσόμορφο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐξέρχονταν ἀστραπὲς καὶ παραμέρισε κι αὐτὸ ὅπως τὰ ἄλλα καὶ περνώντας αἰσθανθήκαμεν γλυκύτατην εὐωδία ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ ἀοράτου Θεοῦ. Καὶ εἴδαμεν στὸ ἄμεσον ὕψος ἀστραποβόλο τὸν θρόνο τοῦ Παντάνακτος Θεοῦ. Ἐκεῖ εἶναι ἡ χαρὰ τῶν δικαίων καὶ ἡ Αἰώνια ἀγαλλίαση. Κ᾿ εἴδαμεν ἐκεῖ πλῆθος ἄπειρον ἀστραπόμορφων νέων, ποὺ φοροῦσαν πολύτιμα φορέματα μὲ χρυσὲς ζῶνες.
Φθάσαμεν ἀπέναντι τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ Ἄγγελοι ποὺ μὲ κρατοῦσαν ἄρχισαν νὰ ψάλλουν καὶ κλίνοντας τὰ γόνατα προσκυνήσαμεν τρεῖς φορὲς τὴν Παναγίαν Τριάδα, καὶ μαζὺ μὲ ἡμᾶς ὅλο τὸ πλῆθος τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων ποὺ ἦσαν γύρω τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ. Κ᾿ εὐθέως ἀκούστηκε φωνὴ γλυκύτατη καὶ ἔλεγεν στοὺς Ἀγγέλους ὁδηγῆστε τὴν ψυχὴν αὐτὴν πρῶτα στὸν Παράδεισον καὶ ἔπειτα στὰ καταχθόνια του ᾍδου καθὼς κάνετε σὲ ὅλες τὶς ψυχές. Κ᾿ ἔπειτα ἀναπαύσεται τὴν στὴν κατοικία τοῦ δούλου μου Βασίλειου ποὺ μὲ παρακάλεσεν.
Καὶ συνοδεύοντάς με οἱ Ἄγγελοι μὲ ἔφεραν στὸν Παράδεισον ὅπου εἶδα τὶς κατοικίες τῶν δικαίων ὅπου ἔλαμπαν σὰν ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου τῶν ὁποίων ἡ κατοικία ἑκάστου διέφερεν κάθε ἑνὸς ἀνάλογα τῶν ἔργων του. Ἐκεῖ εἴδαμεν τὸν κόλπον τοῦ Ἀβραὰμ ὅπου ἀναπαύονται τὰ τέκνα τῶν ὀρθόδοξων χριστιανῶν ὅσα ἔζησαν στὸν κόσμο ἀναμάρτητα. Ἐκεῖ ἀναπαύονται οἱ ψυχὲς τῶν Δώδεκα Πατριαρχῶν καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων καὶ φαίνονταν σὰν νὰ ἦσαν μὲ σώματα, ἀλλὰ χέριν ἀνθρώπου δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς πιάσῃ.
Ὅταν ἐπισκεφθήκαμεν ὅλες τὶς κατοικίες τῶν Ἁγίων οἱ Ἄγγελοι μὲ ἔφεραν στὶς φοβερὲς κολάσεις τοῦ Ἅδη ὅπου κατοικοῦν οἱ ἁμαρτωλοί· καὶ εἶδα τὶς σκοτεινὲς φυλακὲς ὅπου εἶναι κλεισμένες οἱ ψυχὲς τῶν ἁμαρτωλῶν ὡς ἡ ἄμμος τῆς θάλασσας καὶ σκεπάζονταν ἀπὸ τὴν μαύρην ὁμίχλη τοῦ θανάτου· καὶ ἐκεῖ ἀκούεται τέκνον μου Γρηγόριε τὸ οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο καὶ τοὺς κατατρώγει ἀσταμάτητα ὁ μολυσμὸς καὶ ἡ βρόμα.
Ἀφοῦ γυρίσαμεν ὅλες τὶς κολάσεις τῶν ἁμαρτωλῶν, ὁ ἕνας Ἄγγελος μοῦ λέγει:
«Θεοδώρα ξέρεις ὅτι σήμερα ὁ πνευματικός σου πατέρας Βασίλειος κάμνει τὸ τεσσαρακοστόν σου μνημόσυνο στὴν γῆ;»
Καὶ λέγοντας αὐτὸ ὁ ἄγγελος μὲ ἄφησαν νὰ ἐμφανισθῶ στὴν πανευφρόσυνη κατοικία τοῦ Παραδείσου, ὅπου ἐδῶ βρίσκονται καὶ ἄλλες ψυχὲς τῶν πνευματικῶν τέκνων τοῦ πατρός μας Βασιλείου. Ἐκεῖ βρισκόταν ὡραιωτάτη τράπεζη ἀκτινοβολώντας διὰ τῶν πολύτιμων λίθων ποὺ ἦταν στολισμένη, καὶ γεμάτη με διάφορα ὡραιότατα ὀπωρικὰ ποὺ ἔτρωγαν ἄνθρωποι ἄϋλοι χωρὶς παχιὲς σάρκες καὶ ἔλαμπαν σὰν ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου τὰ πρόσωπά τους. Ἐκεῖ δὲν διακρίνονταν οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὶς γυναῖκες. Ὡραιότατοι νέοι τοὺς κερνοῦσαν μὲ ροδοκόκκινο ποτὸ καὶ ὅσοι ἔπιναν χόρταναν ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τότε ὁ Ἅγιος Βασίλειος διέταξε τὴν Θεοδώρα νὰ μὲ ὁδηγήσῃ νὰ ἰδῶ τὸ ὡραιότατο περιβόλι τῆς κατοικίας του. Καὶ ὁδηγώντας με ἡ Θεοδώρα φθάσαμεν στὸ περιβόλι τοῦ ὁποίου ἡ πόρτα καὶ τὰ ψηλὰ τείχη ἦσαν χρυσαφένια, τὸ ὁποῖον ἦταν γεμάτο ἀπὸ ποικιλόμορφα δέντρα φορτωμένα ἀπὸ εὐγευστάτους καὶ ὡραιοτάτους καρποὺς ἄφθαρτους καὶ ἀθάνατους·
καὶ βλέπωντας αὐτὰ ἐγὼ ἔμεινα ἐκστατικός, ἡ δὲ Θεοδώρα εἶπε:
«Αὐτὰ ὅλα ποὺ βλέπεις τὰ ἐχάρισεν ὁ Πανάγαθος Θεὸς τοῦ πατέρα μας Βασιλείου, γιὰ τοὺς κόπους του καὶ τὴν ἀρετή του, γιὰ νὰ εὐφραίνεται καὶ νὰ ἀναπαύεται μὲ ὅλα τὰ σωσμένα πνευματικά του τέκνα. Φρόντισε καὶ σὺ τέκνον μου Γρηγόριε, ἕως ὅτου βρίσκεσαι στὸν προσωρινὸν κόσμο, νὰ κάμῃς τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἔλθῃς καὶ σὺ ἐδῶ μέχρι τὴν Δευτέρα Παρουσία, ὁπότε ὁ Θεὸς ἔχει μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτὰ ἑτοιμασμένα γι᾿ αὐτοὺς ποὺ Τὸν Ἀγαποῦν.»

Ἐγὼ ψηλαφίζοντας τὸν ἑαυτό μου ἐὰν ἤμουν μὲ τὸ σῶμα, μοῦ φάνηκε σὰν νὰ ἔπιανα ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου, καὶ τότε ᾖλθα στὸν ἑαυτό μου ἐλευθερωθεὶς ἀπὸ τὰ φοβερὰ καὶ ἐξαίσια ἐκεῖνα πράγματα. Καὶ συλλογιζόμενος ὅλα αὐτὰ ἔλεγα· ἄραγε ἀπὸ τὸν διάβολο τὰ εἶδα ὅλα αὐτά; Καὶ σηκώθηκα ἐπορεύθηκα νὰ συναντήσω τὸν ἅγιον Γέροντά μου, καὶ βρίσκοντάς τον, ἔβαλα μετάνοια καὶ πῆρα τὴν εὐλογία του, καὶ μοῦ λέει· ἄραγε ξέρεις τέκνον μου Γρηγόριε, ὅτι αὐτὴν τὴ νύκτα εἴμασταν μαζὶ στὰ οὐράνια καὶ αἰώνια σκηνώματα ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται ἡ Θεοδώρα καὶ τὴν εἶδες καὶ μιλήσατε μαζὶ κατὰ τὴν ἐπιθυμία σου, καὶ πήγατε μαζὶ στὸ ὡραιότατο περιβόλι καὶ εἶδες τὰ πανεύοσμα ἐκεῖνα ἄνθη καὶ τοὺς ἀθανάτους ἐκείνους καρποὺς καὶ εἶδες τὰ ὁλόχρυσα ἐκεῖνα παλάτια αὐτὴν τὴ νύκτα, μὴν νομίσεις τέκνον μου ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ὄνειρο.

Ἐγὼ ἀκούοντας αὐτὰ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἅγιου Γέροντα καὶ ἐπιγείου ἀγγέλου λιποθύμησα καὶ ἔμεινα ἄφωνος γνωρίζοντας ὅλα αὐτὰ ὅτι ἔγιναν στ᾿ ἀλήθεια.
Ἔπειτα ὅταν συνῆλθα μοῦ λέγει ὁ Ἅγιος:
«Καὶ σὺ τέκνον μου Γρηγόριε φρόντισε νὰ διέλθῃς τὴ ζωή σου μὲ ἀγαθοεργίες κατὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ μετὰ τὸν θάνατό σου θὰ σὲ δεχθῶ στὶς αἰωνίους κατοικίες, τὶς ὁποῖες μοῦ ἐδώρησεν ὁ Κύριος διὰ τὴν πολλήν του ἀγαθότητα. Διότι ἐγὼ θὰ φύγω σὲ λίγο ἀπὸ τὸν μάταιο αὐτὸν κόσμο, καὶ σὺ ὑστερώτερα καὶ θὰ σὲ περιμένω ἐκεῖ στὰ αἰώνια, διότι καθὼς ὁ Κύριος μοῦ ἀπεκάλυψε θὰ διέλθῃς τὴν ζωή σου θεάρεστα. Πρόσεξε τέκνον μου μὴ φανερώσῃς σὲ κανέναν ὅσα εἶδες καὶ ἄκουσες ἐν ὅσῳ ζῶ. Μετὰ ἀπὸ τὸν θάνατό μου γράψε τα αὐτὰ γιὰ ὠφέλεια τῶν Χριστιανῶν ποὺ θὰ τὰ διαβάσουν.»
Ἑὼς ἐδῶ ἀδελφοὶ χριστιανοὶ εἶναι ἡ διήγηση τοῦ θανάτου τῆς Θεοδώρας τὴν ὁποίαν ἔγραψεν ὁ σοφὸς Γρηγόριος. Ἐπίσης ἔγραψεν πῶς μέλλεται νὰ γίνῃ ἡ φοβερὰ κρίσις τὴν ἡμέρα ἐκείνης της Δευτέρας! Παρουσίας τοῦ Ἀδεκάστου Κριτοῦ περὶ τῆς ὁποίας ἀποκαλύφθηκεν στὸν ἅγιον γέροντα Βασίλειον, καὶ τὸ ὁποῖον βρίσκεται πιὸ κάτω σὲ αὐτὸ τὸ κείμενο γραμμένο.

2.
ΦΟΒΕΡΑ ΟΠΤΑΣΙΑ
ΚΑΠΟΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΟΒΕΡΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ
ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

(Ἀπὸ Σιναΐτικο Χειρόγραφο τοῦ 15-16ου αἰῶνα)
Ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ στὰ χρόνια 886-911 ὑπῆρχεν ὁ ὅσιος Βασίλειος ὁ Νέος, ὁ ὁποῖος εἶχεν μαθητήν του κάποιον Γρηγόριον, ὁ ὁποῖος κυριευμένος ἀπὸ λογισμούς, πίστευε ὅτι οἱ ἑβραῖοι ποὺ τηροῦν τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, μετὰ τὴν Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, θὰ εἶναι δεκτοὶ στὸν Θεὸν τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως ὅπως οἱ Προπάτορες, Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ.
Ὁ δὲ Ἅγιος Βασίλειος ἀντιφρονοῦσε σ᾿ αὐτὸ λέγοντας πρὸς τὸν νεαρόν:
«Ὁ Κύριος λέγει τέκνον μου στὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιο, ἐγὼ εἶμαι ἡ θύρα, δι᾿ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται ( Ἰωάν. 10,8) καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν τέκνον μου νὰ σωθοῦν οἱ ἑβραῖοι ποὺ εἶναι ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν βλασφημοῦν κάθε ἡμέραν;»
Καὶ προσευχόμενος ὁ Ἅγιος στὸν Θεὸ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν νεαρὸ αὐτοὺς τοὺς λογισμούς, ἀπέστειλεν ὁ Πανάγαθος Θεὸς θεῖον Ἄγγελον καὶ ἐξήγησεν στὸν Γρηγόριον περὶ τούτου, καὶ λέγει μιὰ νύκτα ἐνῷ κοιμόμουν, ξύπνησα γιὰ προσευχή, κατὰ συνήθεια καὶ εἶδα σὲ ὅραμα ὅτι βρέθηκα σὲ μία πεδιάδα γεμάτη ποικίλων δέντρων καὶ λουλουδιῶν, καὶ ξαφνικὰ φάνηκε ἕνας νέος ψηλὸς καὶ ὡραῖος με πύρινη στολὴ ἐξαστράπτων καὶ μοῦ λέγει:
«Γρηγόριε, οἱ εὐχὲς τοῦ Ὁσίου Πατρὸς Βασιλείου σὲ ἔφεραν ἐδῶ γιὰ νὰ μάθῃς, νὰ πεισθῇς καὶ νὰ γνωρίσῃς τὴν ἀλήθεια ποὺ ἐπιθυμοῦσες.»
Καὶ ἀρπάζοντάς με ὁ Νέος ἀπὸ τὸ χέρι βαδίζαμεν καὶ νεφέλη φωτεινὴ μᾶς ἀνέβασεν σὲ ἄπειρον ὕψος, καὶ ὑπερθαύμαστον κόσμον, καὶ βλέποντας ἔτρεμα ἀπὸ τὸν φόβο μου, καὶ εὐθὺς βρεθήκαμεν στὴν πεδιάδα τῆς ὁποίας τὸ ἔδαφος ἦταν ὑάλλειο, καὶ μέσα στὴν πεδιάδα ὑπῆρχεν ἄπειρον πλῆθος πυρινόμορφων νέων καὶ ἀκούονταν ὑμνωδίαις καὶ ᾄσματα μελίρρητα καὶ ὑπερθαύμαστα.
Προχωρώντας εἴδαμεν ἄλλον τόπον πύρινον, ὁ ὁποῖος φαινόταν ὅτι φλεγόταν καὶ δὲν καιγόταν, ὅπου ἀνθρώπινη γλῶσσα δὲν μπορεῖ νὰ διηγηθῇ. Καὶ ὁ τόπος αὐτὸς μοῦ εἶπεν ὁ συνοδός μου Ἄγγελος ὅτι εἶναι ἡ Ἁγία Πόλις ἡ Ἄνω Ἱερουσαλὴμ τῆς ὁποίας Δημιουργὸς εἶναι ὁ Θεός, καὶ εἶναι ἡ πόλις τῶν Ἁγίων καὶ πάντων τῶν Δικαίων, τῶν εὐαρεστησάντων τὸν Θεόν.
Καὶ καθὼς μοῦ τὰ ἔλεγεν αὐτὰ ὁ Ἄγγελος, βλέπω ὑπεράνω τῆς Ἁγίας Πόλεως αἰωρούμενον τὸν Τίμιον Σταυρόν, ὑπεραστράπτοντα περισσότερο ἀπὸ τὶς ἡλιακὲς ἀκτῖνες,
καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ βλέπω πλῆθος Ἀγγέλων, κρατώντας θρόνον φρικώδη, καὶ τεράστιον καὶ φωνὴ βροντώδης καὶ φοβερὴ ἐξακούετο λέγουσα:
«Ἰδοὺ ὁ Μέγας καὶ φοβερὸς Κριτὴς ἔρχεται νὰ κρίνῃ τοὺς ζωντανοὺς καὶ τοὺς νεκρούς, καὶ νὰ ἀποδώσῃ στὸν κάθε ἕνα ἄνθρωπο κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ. Καὶ αὐτὰ ὅλα γίνονται στὴν κοιλάδα τοῦ Ἰωσαφὰτ τῆς ἐπιγείου Ἱερουσαλήμ, καθὼς γράφτηκε στὶς Γραφές.»
Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ βλέπω ἄλλους Ἀγγέλους κατέχοντας πύρινες σάλπιγγες, καὶ μὲ τὴν προσταγὴ τοῦ Κριτῆ σάλπισαν, καὶ ἐσαλεύθησαν τὰ θεμέλια της γῆς, καὶ νὰ ἀνοίχτηκαν οἱ τάφοι τῶν ἀπὸ ὅλων τῶν αἰώνων νεκρῶν, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ μέχρι τῆς ἐσχάτης ἡμέρας.
Καὶ εὐθὺς ὤ! φρικτὸν θέαμα ἀνέβαιναν ἀπὸ τοὺς τάφους, τὰ ὀστᾶ γυμνωμένα τῶν νεκρῶν τῶν αἰώνων, καὶ ἐνδύνονταν σάρκες, νεῦρα καὶ δέρμα, καὶ ἦταν ἄπειρο τὸ πλῆθος ὡς ἡ ἄμμος τῆς θάλασσας, γυμνοὶ καὶ τρομαγμένοι, ὅλοι σε μία ἡλικία, σὰν νὰ ἦταν 33 χρονῶν καὶ φαίνονταν κάθε ἕνας μὲ διαφορετικὴ μορφή.
Καὶ στὸν κάθε ἕνα ἦταν γεγραμμένο στὸ μέτωπώ του, αὐτὸς εἶναι προφήτης, σὲ ἄλλους δὲ αὐτὸς εἶναι Ἱεράρχης, σὲ ἄλλους Ὅσιοι, καὶ σ᾿ ἄλλους ἐλεήμονες, καὶ ἁπλὰ κάθε ἑνὸς ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ ζωή του στὴ γῆ ἦταν γεγραμμένη στὸ πρόσωπό του.
Ὁμοίως δὲ καὶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀπίστους γραφόταν στὸ μέτωπό τους οἱ πράξεις κάθ᾿ ἑνός· αὐτὸς εἶναι φονιᾶς, σὲ ἄλλον αὐτὸς εἶναι πόρνος, σὲ ἄλλους αὐτὸς εἶναι κτηνοβάτης, σὲ ἄλλους αὐτὸς εἶναι αἱμομίκτης, σὲ ἄλλους αὐτὸς εἶναι βλάσφημος, καὶ σὲ ἄλλους αὐτὸς εἶναι φιλοκατήγορος, καὶ σὲ ἄλλους αὐτὸς εἶναι κοιλιόδουλος κλπ.,
καὶ ὅλοι ἔκλαιγαν μὲ θρῆνο ἀπαρηγόρητοι καὶ ἔλεγαν:
«Αὐτὰ ὅλα τὰ ἀκούαμεν στὶς Γραφὲς καὶ δὲν πιστεύσαμεν»
καὶ ὅλα τὰ ἔθνη ἀγαρηνοί, ἑβραῖοι, ἐθνικοὶ καὶ ὅλοι οἱ ἄπιστοι ἔκλαιαν καὶ ὠδύρονταν τὴν ἀπώλεια τοῦ ἐαυτοῦ τους,
καὶ ἰδίως οἱ Ἰουδαῖοι ἔλεγαν:
«Ἐὰν αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ φοβερὸς Κριτὴς τὸν ὁποῖον ἐσταυρόσαμεν, χαθήκαμεν ὅλοι».
Τότε ὁ συνοδός μου Ἄγγελος μοῦ λέγει:
«Βλέπεις τοὺς Ἰουδαίους πῶς τρέμουν βλέποντας αὐτὰ ποὺ γίνονται.»
Καὶ εὐθὺς ὁ Ἄγγελος μοῦ λέγει:
«Ἰδοὺ ὁ φοβερὸς καὶ μέγας Θεὸς παραγίνεται, φόβος καὶ τρόμος λαμβάνουν τὰ πάντα.»
Καὶ ἰδοὺ πλῆθος ἀναρίθμητον οὐρανίων Ἀγγέλων κατήρχετο ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, καὶ παρασταθέντες ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ θρόνου, προσκύνησαν, καὶ πάραυτα ἀκούονταν κρότοι καὶ βροντὲς φοβερὲς μαζὶ μὲ κτύπους, καὶ ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἔτρεμε, καὶ ὅλα τὰ τάγματα τῶν οὐρανῶν, παραστάθησαν σὲ κύκλον γύρω ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ φοβεροῦ Κριτοῦ μὲ πολλὴ τάξη καὶ φόβο.
Τότε ὅλοι οἱ δίκαιοι φώναξαν:
«Ἐσὺ εἶσαι ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα σὲ Προσκυνοῦμεν.»
Καὶ ἀκόυγοντας αὐτὸ οἱ Ἰουδαῖοι, αἱρετικοὶ καὶ ἄπιστοι, ἔτρεμαν καὶ ἔμειναν ἄφωνοι.
Τότε ὁ φοβερὸς Κριτὴς ἔστρεψε τὸ βλέμμα στὸν Οὐρανό, καὶ τρομάζοντας ὁ Οὐρανὸς χάθηκε. Ὁμοίως βλέποντας τὴ γῆ εὐθὺς καὶ αὐτὴ ἐξαφανίστηκε, καὶ ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ τὰ ἀστέρια χάθηκαν σὰν κερί, τὸ ἴδιο καὶ ἡ θάλασσα ξηράθηκε ὅλη καὶ μεταποιήθηκε σὲ φωτιά, καὶ ἔγινεν πύρινος ποταμός, καὶ βρίσκοταν μπροστὰ στὸν Θεϊκὸ Θρόνο.
Καὶ εὐθὺς μὲ κάλεσμα τοῦ Κριτῆ, διεχωρίσθησαν τὰ ἄπειρα ἐκεῖνα πλήθη τῶν ἀνθρώπων σὲ δυό· καὶ στάθηκε τὸ ἕνα στὰ δεξιά του Κριτῆ καὶ τὸ ἄλλο στὰ ἀριστερά.
Καὶ βλέποντας ὁ Κριτὴς τοὺς βρισκομένους στὰ δεξιά του, τοὺς εἶπε μὲ γλυκυτάτη φωνή:
«Ἐλᾶτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατέρα μου νὰ κληρονομήσετε τὴν ἑτοιμασμένην γιὰ ἐσᾶς βασιλεία.» (Ματθ. 25,34)
Ἔπειτα βλέποντας καὶ αὐτοὺς στὰ ἀριστερά του, τοὺς λέγει μὲ ὀργή:
«Ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ ἐμένα οἱ καταραμένοι στὴ φωτιὰ τὴν αἰώνια, ἡ ὁποία ἑτοιμάστηκε γιὰ τὸν διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του»

Ἡ Παναγία

Καὶ ὅταν αὐτὰ ἀκούστηκαν ἀπὸ τὸν Κριτή, καὶ ἀφοῦ οἱ ἁμαρτωλοὶ ὀδύρθησαν ἀνώφελα, ξαφνικὰ βλέπω τὴν ὑπερθαύμαστην ἐκείνη πόλη ἀπέναντι τοῦ Κριτῆ νὰ στέκεται, καὶ νὰ ἡ κατὰ τὴν δύση πόλη ἀνοίχθηκε βλέπω μία γυναῖκα ἀπὸ τὰ δεξιὰ τοῦ Κριτοῦ στεκόμενη ἀστράπτοντας περισσότερο ἀπὸ τὸν ἥλιον, πρὸς τὴν ὁποία λέγει ὁ Κριτής· εἴσελθε Μητέρα μου στὴν βασιλεία μου, καὶ ἀφοῦ τὴν ὑποδέχθησαν στρατοὶ Ἀγγέλων εἰσῆλθαν στὴν Ἁγίαν Πόλιν.

Οἱ Ἅγιοι 12 Ἀπόστολοι

Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ βλέπω 12 ἄνδρες οἱ ὁποῖοι ἦσαν οἱ 12 Ἀπόστολοι φορώντας στολὲς πυρίμορφες προσκύνησαν τὰ πόδια τοῦ Κριτοῦ καὶ εἰσῆλθαν καὶ αὐτοὶ στὴν Ἁγίαν Πόλιν.

Οἱ 70 Ἀπόστολοι

Ἔπειτα χωρίσθησαν ἄλλοι 70 ἄνδρες ἀπὸ τὸ ἄπειρο πλῆθος ποὺ βρισκόταν δεξιά του Κριτῆ καὶ αὐτοὶ ἦσαν οἱ 70 Ἀπόστολοι οἱ ὁποῖοι προσκυνώντας καὶ αὐτοί, εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη.

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες

Ἔπειτα διεχωρίσθησαν ἀπ᾿ αὐτῆς τῆς δεξιᾶς μερίδας πλῆθος ἀνδρῶν τῶν ὁποίων τὰ πρόσωπα σπινθηροβολοῦσαν, καὶ ἄστραπταν οἱ στολές τους περισσότερον ἀπὸ τὸν ἥλιον, καὶ προσκυνώντας τὸν Κριτὴν εἰσῆλθαν στὴν Ἁγίαν Πόλιν.

Οἱ Ἱεράρχες

Μετὰ διεχωρίσθηκε ἄλλη συναγωγὴ πλῆθος ἄπειρον τῶν Ἁγίων Ἱεραρχῶν, τῶν ὁποίων τὰ πρόσωπα ἄστραπταν περισσότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο, καὶ οἱ στολές τους περισσότερο ἀπὸ τὸ χιόνι, καὶ προσκυνόντας τὸν Κριτὴν εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη.

Οἱ Διδάσκαλοι

Μετὰ ἀπὸ λίγο διεχωρίσθηκε ἄλλη συναγωγὴ τῶν θείων Διδασκάλων τῶν ὁποίων σπινθηροβολοῦσαν τὰ πρόσωπά τους καὶ ἀφοῦ προσκύνησαν τὸν Κριτὴν εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη.

Οἱ ἀσκητὲς Ὅσιοι Πατέρες

Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ διεχωρίσθηκε ἄλλη συναγωγὴ πλύθος ἀναρίθμητο, οἱ ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου καὶ τῶν βουνῶν Μοναχοί, καὶ εὐαρεστησάμενοι τὸν Κριτήν, καὶ ἀφοῦ ἐπαινέθηκαν ἀπὸ Αὐτόν, προσκυνῆσαν καὶ αὐτοὶ καὶ εἰσῆλθαν στὸν Πόλη.

Οἱ παρθένοι καὶ ἐλεήμονες

Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο διεχωρίσθηκε ἄλλη μικρὴ συναγωγή, ἀστράπτοντας σὰν τὴν ἀστραπὴ προσκυνώντας καὶ αὐτοὶ τὸν Κριτὴ εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη.

Οἱ εἰλικρινῶς μετανοημένοι

Ἔπειτα διεχωρίσθηκε ἄλλη συναγωγὴ πλῆθος ἄπειρον, οἱ εἰλικρινῶς στὸν κόσμο μετανοημένοι καὶ προσκυνώντας τὸν Κριτὴ εἰσῆλθαν καὶ αὐτοὶ στὴν Ἁγία Πόλη.

Οἱ Ἅγιοι Προπάτορες

Μετὰ ἀπὸ λίγο διεχωρίσθησαν ἄλλοι 15 ἄνδρες ὡραιότατοι καὶ ἀστράπτοντες σὰν τὸ φῶς, οἱ Ἅγιοι προπάτορες Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, καὶ οἱ υἱοὶ αὐτῶν, προσκυνώντας καὶ αὐτοὶ τὸν Κριτὴ εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη.

Οἱ ἀπὸ Ἀδὰμ ἕως τοῦ Χριστοῦ Προφῆτες

Ἔπειτα διεχωρίσθηκε ἄλλη μικρὴ συναγωγὴ οἱ ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι τὸν Χριστὸ Δίκαιοι καὶ Προφῆτες περὶ τῶν ὁποίων εἶπεν ὁ Κύριος· «Οἱ πρῶτοι θὰ γίνουν τελευταῖοι, καὶ οἱ τελευταῖοι πρῶτοι»· καὶ αὐτοὶ προσκυνώντας τὸν Κριτὴν εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη.

Οἱ διὰ τὸν Χριστὸν Σαλοί

Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο διεχωρίσθηκε ἄλλη μικρὴ συναγωγή, οἱ διὰ τὸν Χριστὸ Σαλοί, καὶ αὐτοὶ προσκυνώντας τὸν Κριτὴ εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη.

Οἱ τοῦ γάμου ἄμωμοι

Καὶ ἀμέσως ἀπεχωρίσθηκε ἄλλη μικρὴ συναγωγή, οἱ τοῦ γάμου ἄμωμοι καὶ ἀμόλυντοι, ντυμένοι στολὴ Βασιλικὴ καὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν δεδοξασμένα, προσκυνώντας καὶ αὐτοὶ τὸν Κριτὴ εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη,
καὶ ἔλειψαν οἱ στὰ δεξιά του Κριτῆ Δίκαιοι, καὶ ἔμειναν μόνο οἱ στὰ ἀριστερά του Κριτῆ ἁμαρτωλοί με καταντροπιασμένα τὰ πρόσωπα, ὀδυρόμενοι, βλέποντας αὐτὰ ποὺ συνέβαιναν· ἦσαν δὲ πλῆθος ἄπειρον, τρέμοντας καὶ μὲ φόβο στέκοντας ἀνάμεναν τὴν φοβερὴ ὥρα τῆς καταδίκης τους.
Καὶ γυρνώντας τὸ βλέμμα πρὸς αὐτοὺς ὁ Κριτής, διεχωρίσθηκε μεγάλη συναγωγὴ σὰν τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας, καὶ καλώντας τοὺς Ἀγγέλους ὁ Κριτής, τοὺς ἔρριψαν στὸν πύρινον ποταμὸν ὀδυρώμενους καὶ κλαίοντας.

Ὅλοι οἱ ἀβάπτιστοι καὶ Αἱρετικοί

Καὶ καλώντας ὁ Κριτὴς τοὺς Ἀγγέλους ἅρπαξαν ἄλλη συναγωγὴ ἀναρίθμητη τοὺς ἔρριψαν στὸν πύρινον ποταμόν, νὰ καίγωνται αἰωνίως.

Οἱ αὐτόκτονες

Ἔπειτα μὲ νεῦμα στοὺς Ἀγγέλους ὁ Κριτής, ἅρπαξαν ἄλλη συναγωγὴ ἀναρίθμητη, καὶ τοὺς ἔρριψαν στὴν κοχλάζουσαν θάλασσαν τοῦ πυρός.

Οἱ φονιάδες, οἱ φαρμακοί-μάγοι

Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο μὲ νεῦμα ὁ Κριτὴς στοὺς Ἀγγέλους ἅρπαξαν ἄλλη συναγωγὴ τοὺς φονιάδες-φαρμακοὺς καὶ τοὺς μάγους καὶ τοὺς ἔβαλαν στὴν σπινθηροβολοῦσαν ἐκείνη θάλασσα.

Οἱ μοιχοὶ καὶ αἱμομῖκτες

Καὶ καλώντας τοὺς Ἀγγέλους του ὁ Κριτὴς ἅρπαξαν ἄλλη συναγωγή, τοὺς μοιχοὺς καὶ τοὺς αἱμομῖκτες, καὶ τοὺς ἔρριψαν στὴν πυρανάπτουσαν θάλασσα.

Οἱ ἀρσενοκοίται

Καὶ πάλιν νεύοντας τοὺς Ἀγγέλους ὁ Κριτὴς ἅρπαξαν ἄλλη μεγάλη συναγωγὴ τοὺς ἀρρενομανοῦντας καὶ βίαια τοὺς ἔσπροξαν καὶ τοὺς ἔρριψαν στὴ λίμνη ἐκείνη τῆς φωτιᾶς.

Οἱ κτηνοβάτες

Καὶ πάλιν ὁ Κύριος καλώντας τοὺς Ἀγγέλους διεχώρησαν ἄλλη συναγωγή, τῶν κτηνοβατῶν τῶν ὁποίων τὰ πρόσωπα ὑπῆρχαν σὰν τὰ κτήνη καὶ μὲ ὀργὴ τοὺς ἔρριψαν στὸν ποταμὸ τῆς φωτιᾶς.

Ὅσοι μὲ βότανα καὶ φάρμακα σκότωσαν βρέφη

Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο καλώντας ὁ Κριτὴς τοὺς Ἀγγέλους διαχώρισαν ἄλλη συναγωγή, αὐτοὺς ποὺ σκότωσαν βρέφη, καὶ μὲ βίαια ὁρμὴ τοὺς ἔρριψαν στὸν ποταμὸ τῆς φωτιᾶς.

Οἱ κλέφτες καὶ οἱ ἅρπαγες

Καὶ πάλι καλώντας τοὺς Ἀγγέλους ὁ Κριτὴς διεχώρισαν ἄλλη συναγωγὴ τοὺς κλέφτες καὶ τοὺς ἅρπαγες καὶ τραβώντας τους μὲ βία, τοὺς ἔρριψαν στὴν πύρινη θάλασσα.

Οἱ βλάσφημοι καὶ ἐπίορκοι

Καὶ διεχώρησαν οἱ Ἄγγελοι ἄλλη συναγωγή, πλῆθος ἄπειρον καὶ τὴν ἔρριψαν στὴν παφλάζουσαν καὶ σπινθηροβολοῦσαν θάλασσα τοῦ πυρός.

Οἱ ψεῦτες καὶ ψευδομάρτυρες

Καὶ διεχώρισαν ἄλλη συναγωγὴ ποὺ ἔβγαζε βρόμα ἀπὸ τὸ στόμα, τοὺς ἔρριψαν βίαια στὴ λίμνη τῆς φωτιᾶς.

Οἱ κατήγοροι-κατάλαλοι

Καὶ πάλι καλώντας τοὺς Ἀγγέλους ὁ Κριτὴς ἅρπαξαν ἄλλη συναγωγὴ ἄπειρο πλῆθος καὶ ἔβγαινεν ἀπὸ τὸ στόμα αὐτῶν αἷμα καὶ φίδια τεράστια, κρέμονταν στὶς γλῶσσες τους, καὶ τοὺς ἔρριψαν στὴν κατώδυνη λίμνη τῆς φωτιᾶς.

Οἱ φθονεροὶ καὶ μνησίκακοι

Καὶ χωρίζοντας ἄλλη συναγωγὴ οἱ Ἄγγελοι τοὺς μνησίκακους καὶ φθονεροὺς σπρώχνοντας, καὶ φέρνοντάς τους, τοὺς ἔρριψαν βίαια στὴν λίμνη τῆς φωτιᾶς.

Ὅσοι ὀργίζονται καὶ θυμώνουν

Καὶ πάλι καλώντας ὁ Κριτὴς ἅρπαξαν ἄλλη συναγωγὴ αὐτοὺς ποὺ θυμώνουν καὶ ὀργίζωνται, καὶ τοὺς ἔρριξαν αὐτοὺς στὸν ποταμὸ ἐκεῖνο τῆς φωτιᾶς.

Οἱ ἁμαρτωλοὶ Ἱερεῖς καὶ Μοναχοί

Καὶ μὲ τὸ κάλεσμα τοῦ Κριτῆ οἱ Ἄγγελοι χώρισαν ἄλλη συναγωγή, τοὺς Ἱερεῖς καὶ Μοναχοὺς οἱ ὁποῖοι ἁμάρτησαν (καὶ δὲν μετανόησαν), πολὺ πλῆθος, καὶ ἔρριψαν ἄλλους στὸν Τάρταρο τοῦ ᾍδη, ἄλλους στὸ σκοτάδι τὸ ἐξώτερο καὶ ἄλλους στὸ τρίξιμο τῶν δοντιῶν, νὰ κολάζονται αἰώνια.

Αὐτοὶ ποὺ ἔχουν ἔχθρα πρὸς ἄλλους καὶ κοινωνοῦν

Ἔπειτα ξεχώρισαν ἄλλη, συναγωγή, τῶν μνησικάκων καὶ σπρώχνοντας αὐτοὺς σκληρὰ τοὺς ἔρριψαν στὴ λίμνη τῆς φωτιᾶς τὴν καιομένη.

Οἱ μέχρι θανάτου ἀμετανόητοι Χριστιανοί

Ἔπειτα ἅρπαξαν ἄλλη συναγωγὴ πλῆθος ἄπειρον· οἱ Ἄγγελοι σπρώχνοντας καὶ τραβώντας βιαίως τους ἔρριξαν σὲ διάφορες κολάσεις ἀνάλογα τῶν ἁμαρτιῶν τους.

Οἱ ἐλεήμονες Χριστιανοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν μετανόησαν

Καὶ πάλι μὲ προσταγὴ τοῦ Κριτῆ διεχωρίσθηκε ἄλλη συναγωγὴ ἄπειρο πλῆθος κλαίγοντας πικρὰ καὶ στενάζοντας ὁδηγούμενοι ἀπὸ τοὺς πυρίνους Ἄγγελους, γιὰ νὰ ριφθοῦν στὴν παφλάζουσαν ἐκείνη θάλασσα τῆς φωτιᾶς.

Βλέποντας αὐτοὺς ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κριτοῦ βγαίνοντας ἀπὸ τὴν Ἁγία Πόλη, τρέχει σπουδαῖα καὶ φθάνοντας τοὺς φοβεροὺς ἐκείνους Ἀγγέλους εἶπε:
«Στὸ ὄνομα τῆς Τρισηλίου Θεότητος, Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Πνεύματος Ἁγίου, νὰ μὴ κολασθεῖ αὐτὴ ἡ συναγωγή, καὶ προσελθοῦσα στὸν Κριτή, προσκύνησε τὰ ἄχραντά Του πόδια καὶ εἶπε·
Υἱέ μου καὶ Θεέ, λυπήσου αὐτὴ τὴ συναγωγή, γιὰ τοὺς λόγους ποὺ ξεφώνησες ἀπὸ τὸ ἴδιό σου τὸ στόμα λέγοντας·

Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται. (Ματθ. 6,7)

Καὶ ἀποκρινόμενος ὁ Κριτὴς λέγει:

Ὦ Μητέρα μου γιὰ τὴν μὲν ἐλεημοσύνη ποὺ ἐποίησαν κατακρατῶ καὶ λυτρώνω αὐτοὺς ἀπὸ τὴν κόλαση, γιὰ δὲ τοῦ ὅτι ἁμάρτησαν καὶ δὲν μετενόησαν, δὲν θὰ εἰσέλθουν στὴν πόλιν τῶν Ἁγίων μου, οὔτε θὰ δοῦν τὴν Βασιλεία μου.

Καὶ προστάζοντας ὁ Κριτὴς τοὺς Ἀγγέλους, νὰ πάρουν αὐτοὺς μακριὰ τῆς πόλεως τῶν Ἁγίων, σὲ ἕνα τόπο ἀμέτοχον κάθε θλίψεως καὶ κολάσεως.

Ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐπέστρεψε μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγέλους στὴν Ἁγία Πόλη ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε βγεῖ.

Τὰ ἀβάπτιστα παιδιὰ τῶν Χριστιανῶν

Καὶ ἀπεχώρισαν ἄλλη συναγωγὴ οἱ Ἄγγελοι μπροστὰ στὸν Κριτή, τὰ πρόσωπα τῶν ὁποίων ἦσαν σκοτεινὰ καὶ τυφλά, καὶ λέγουν στὸν Κριτή. Κύριε ἐμεῖς εἴμαστε τέκνα Χριστιανῶν, καὶ ἡ τομὴ τοῦ θανάτου δὲν μᾶς ἄφησε νὰ ζήσουμε νὰ βαπτισθοῦμεν καὶ νὰ σὲ εὐαρεστήσουμεν· ὁ Κριτὴς διέταξε τοὺς Ἀγγέλους νὰ τοὺς πάρουν μακριὰ τῆς πόλεως τῶν Ἁγίων, νὰ ἀπολαμβάνουν μικρὴ ἀπόλαυση· δὲν ἦσαν οὔτε νήπια, οὔτε γέροντες, οὔτε γυναῖκες ἀλλὰ ὅλοι ἄνδρες νεαροὶ μιᾶς ἡλικίας.

Ὁ Ἄρειος, Μακεδόνιος καὶ ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ

Καὶ καλώντας ὁ Κριτὴς τοὺς Ἀγγέλους, ἔφεραν ἄλλη μικρὴ συναγωγὴ τῶν Αἱρετικῶν καὶ κρέμουνταν στὶς γλῶσσες τοὺς ἔχιδνες (φίδια),
καὶ γυρνώντας ὁ Κύριος εἶπε:
«Πῶς ἐτολμήσατε, νὰ σχίσετε τὸν χιτῶνα τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησίας μου καὶ νὰ ἀπωλέσετε ἄπειρο πλῆθος ψυχῶν ἀνθρώπων;
Τότε ἀρπάζοντας τοὺς οἱ Ἄγγελοι τοὺς ἔρριψαν στὴν πύρινη ἐκείνη θάλασσα.

Ὁ Διοκλητιανός, Νέρων καὶ ὅλοι οἱ τύραννοι Βασιλιᾶδες

Καὶ μὲ προσταγὴ τοῦ Κριτῆ ἔβγαλαν ἄλλη συναγωγή, ἀπὸ τὰ στόματα τῶν ὁποίων ἔτρεχεν αἷμα βρώμερο καὶ αὐτοὶ ἦσαν ὅλοι οἱ τύραννοι Βασιλιᾶδες, ποὺ βασάνιζαν τοὺς χριστιανούς, καὶ σπρώχνοντάς τους οἱ Ἄγγελοι τοὺς ἔρριψαν στὸν τάρταρον τοῦ Ἅδη.

Οἱ Ἰουδαῖοι

Καὶ πάλιν καλώντας ὁ Κριτὴς ἔβγαλαν οἱ Ἄγγελοι ἄλλη συναγωγή, ἄπειρον πλῆθος τῶν ἑβραίων καὶ ἔστησαν μπροστὰ τοῦ Κριτοῦ, καὶ ὀδυρώμενοι ἔκλαιγαν καὶ φώναξαν:
«Ἀλοίμονο σ᾿ ἐμᾶς, ὅτι πέσαμεν στὰ χέρια τοῦ Ναζωραίου ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ τοῦ Ἰσαὰκ τοῦ Ἰακὼβ ποὺ ἐλατρεύαμεν. Ποῦ εἶναι ὁ Μωυσῆς ποὺ μᾶς εἶπεν νὰ μὴν λατρεύουμεν ἄλλο Θεόν; Νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς λυτρώσει;»
Καὶ εὐθὺς στάθηκε μπροστά τους ὁ Μωυσῆς λέγοντας:
«Δὲν εἶμαι ἐγὼ ποὺ σᾶς ἔγραψα στὸ νόμο· ὅτι θὰ ἀναστήσῃ ὁ Κύριος ὁ Θεός μας προφήτην ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μας σὰν ἐμένα, καὶ ὅποιος δὲν ἀκούσῃ αὐτοῦ τοῦ προφήτη θὰ ἐξωλοθρευθῇ. Τώρα ἀλοίμονο σ᾿ ἐσᾶς διότι δὲν πιστεύσατε σὲ Αὐτόν.»
Καὶ λέγοντας αὐτὰ ὁ Μωυσῆς τοὺς ἄφησε καὶ εἰσῆλθε στὴν Ἁγία Πόλη· οἱ Ἰουδαῖοι ὀδυρόμενοι μὲ στεναγμοὺς σπάραζαν κλαίγοντας, καὶ εὐθὺς ἀστραπὴ φαβερὴ ἄστραψε καὶ οἱ Ἄγγελοι τοὺς ἔβαζαν πολλοὺς μαζὶ στὸν ποταμὸ ἐκεῖνον τῆς φωτιᾶς, καὶ ἔλειψαν ὅλοι οἱ ἀπὸ ἀριστερὰ ἁμαρτωλοί, βαλμένοι σὲ ὅλες τὶς κολάσεις, ὁ τόπος τῆς κολάσεως ἦταν μία μέγιστη κοιλάδα μεταξὺ δυὸ ὁροσειρῶν, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξέρχετο κλάμα καὶ ἀναστεναγμοί, καὶ ἀνέβαιναν μέχρι τὸ ὕψος τῆς Πόλεως τῶν Ἁγίων· γιὰ νὰ μὴν ἀκούουν οἱ δίκαιοι καὶ ἔτσι νὰ λυποῦνται καὶ νὰ στενάζουν, μὲ προσταγὴ τοῦ φοβεροῦ Κριτῆ, ὅταν ἅπλωσε τὸ χέρι Του τὸ Δεξί, ἔπεσαν καὶ τὰ δυὸ ὅρη καὶ κατακάλυψαν τὴν κοιλάδα ἐκείνη τοῦ κλάματος, καὶ δὲν ἀκουώταν πλέον ὁ θρῆνος τῶν ἁμαρτωλῶν.

Καὶ ἀφοῦ ἔγιναν ὅλα αὐτὰ συνάχθησαν ὅλα τὰ οὐράνια τάγματα ἀναπέμποντας δοξαλογίες μεγάλυναν τὴν Τρισυπόστατον Θεότητα, Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα τὸν ἕνα ἀληθινὸ Θεό.

Καὶ εἰσρχόμενος ὁ Δίκαιος Κριτὴς καθησμένος στὸν θρόνο τῆς δόξας στὸν ἀέρα συνοδευόμενος ἀπὸ ὅλα τὰ οὐράνια τάγματα εἰσῆλθεν στὴν Πόλιν τῶν Ἁγίων, καὶ παρέστησε μπροστὰ Του τὴν Πανυπέραγνον Αὐτοῦ Μητέρα, ἀπὸ τὴν ὁποία σαρκώθηκε καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ ὅλους τοὺς Δίκαιους καὶ Ἅγιους ὅλων τῶν αἰώνων οἱ ὁποῖοι Τὸν εἶχαν εὐαρεστήσει, τοὺς στεφάνωσε μὲ στεφάνια ἀμάραντα δόξης, καὶ ἐφώναξεν σ᾿ αὐτούς, τὴν μακαρία ἐκείνη φωνή:

«Ἐλᾶτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατέρα μου, νὰ κληρονομήσετε τὰ αἰώνια ἀγαθὰ τοῦ παραδείσου τὰ ὁποῖα ἑτοίμασα πρὶν νὰ χτιστῇ ὁ κόσμος».

Καὶ εὐθὺς εἰσῆλθαν ὅλοι οἱ δίκαιοι στὸν Παράδεισον, ὁ ὁποῖος ἦταν στὴ μέση της Ἁγίας ἐκείνης Πόλης, ὅπου δὲν ὑπάρχει νύκτα, οὔτε λύπη, οὔτε στεναγμὸς πόνου, ἀλλὰ ὑπάρχει ἡ αἰώνια χαρὰ καὶ εὐφροσύνη.

Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔζησαν εὐσεβῶς, χριστιανοί, καὶ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου περιέπεσαν σὲ ἁμαρτήματα καὶ δὲν μετενόησαν ὅπως καὶ τὰ ἀβάπτιστα παιδιὰ τῶν χριστιανῶν, βρίσκονται στὴ γῆ τῶν πράων, καὶ στεροῦνται τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ αἰωνίου φωτὸς καὶ τῆς συναυλίας τῶν Ἀγγέλων καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων καὶ Δικαίων.

Οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ αὐτοὶ ποὺ κληρωνόμησαν τὶς αἰώνιες κολάσεις, καθὼς μοῦ εἶπεν ὁ συνοδός μου Ἄγγελος, στερούμενοι κάθε ἀγαθοῦ, κληρωνόμησαν τὴν αἰώνια φωτιά, σκοτάδι ἀσταμάτητο, σκουλήκι ἀκοίμητο, στέρηση ἀπαρίθμητη, θλίψεις καὶ πόνους ἀσταμάτητους, στοὺς ἀπέραντους καὶ ἀτελείωτους αἰῶνες.

Μετὰ ποὺ εἶδα ὅλα αὐτὰ γύρισε σ᾿ ἐμένα ὁ Κύριος με ἱλαρὸ καὶ γαλήνιο πνεῦμα, καὶ ἀφοῦ ᾖλθα μαζὶ μὲ τὸν συνοδό μου Ἄγγελο, προσκυνήσαμεν μὲ φόβο καὶ τρόμο τὰ ἄχραντα πόδια Του καὶ ἀφοῦ σηκωθήκαμε, μοῦ λέγει μὲ ἱλαρὸ πρόσωπο:
«Νά, μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ θεραπευτῆ μου Ἁγίου Βασιλείου εἶδεν τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον στὸ μέλλον θὰ γίνει ἡ φοβερή μου Κρίση, καὶ πληροφορήθηκες περὶ τῶν ἀχάριστων Ἰουδαίων ὅπως ζητοῦσες νὰ μάθῃς περὶ τῆς σωτηρίας τους.
Τότε μὲ προσταγὴ τοῦ Κριτοῦ μὲ παρέλαβεν ὁ θεῖος ἐκεῖνος Ἄγγελος καὶ μὲ ἔφερε στὸν τόπο ἀπὸ ὅπου μὲ εἶχεν παραλάβει. Καὶ μὲ σηκωμένη τὴ σκέψη γι᾿ αὐτὰ ποὺ εἶδα, μὲ φόβο καὶ τρόμο, διηγούμουν σὲ ὅλους αὐτὰ καὶ δόξασα τὸν Κύριον, στὸν ὁποῖον πρέπει ὅλη ἡ δόξα, ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ ἀγαθὸ αὐτοῦ Πνεῦμα, Τὸν Θεὸ τῆς Τριάδος σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

Είναι φανταστικά τα τελώνια;

Tο κύριο μένος τού επικριτή κατευθύνεται κατά της Ορθόδοξης ασκητικής διδασκαλίας περί των δαιμονικών τελωνίων τα οποία αντιμετωπίζει η ψυχή μετά το θάνατο, και υποπτεύεται κανείς ότι είναι η επιθυμία του να εξαλείψει αυτήν την ίδια την έννοια των τελωνίων που τον οδήγησε στη σύλληψη μίας τόσο αυτοαναιρούμενης θεωρίας όπως αυτής τού «ύπνου της ψυχής». Η γλώσσα που χρησιμοποιεί για να περιγράψει τα τελώνια είναι απόλυτη και μάλλον υπερβολική. Μιλά για τα «φανταστικά μετά θάνατον τελώνια»38 και αποκαλεί τις σχετικές αναφορές στην Ορθόδοξη γραμματεία «παράλογες ιστορίες»39 και «ιστορίες φρίκης δεξιοτεχνικά σχεδιασμένες έτσι ώστε να ρίξουν την ψυχή στην απελπισία και την άπιστία»40 «το μύθευμα των τελωνίων είναι... παντελώς ξένο προς το Θεό και την Αγία Του Εκκλησία»41.



Όταν όμως επιχειρεί να περιγράψει το πως ο ίδιος αντιλαμβάνεται τα τελώνια, το αποτέλεσμα είναι μία τόσο παράλογη καρικατούρα ώστε δεν μπορεί κανείς να πιστέψει ακόμα και ότι έχει διαβάσει τα εν λόγω κείμενα. Κατά τη γνώμη του οι αναφορές στα τελώνια «θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι "ο δρόμος προς τη Βασιλεία τού Θεού" ανήκει στο Σατανά, ό οποίος μπορεί να εισπράττει τέλη απ' όσους διασχίζουν το δρόμο αυτόν... Οι δαίμονες παραχωρούν άδεια διέλευσης σε ανταπόδοση για το εξαιρετικό ποιόν ενός αγίου».42 Θεωρεί ότι τα τελώνια περιγράφουν «μία πλανώμενη ψυχή που έχει ανάγκη από προσευχές για να αναπαυθεί» (όπως πίστευαν οι παγανιστές) και ότι είναι μία «απόκρυφη έννοια σύμφωνα με την οποία τα έξοδα για το ταξίδι καταβάλλονται από τις προσευχές και τις ελεημοσύνες».43 Αναζητά «θύραθεν επιρροές» για να εξηγήσει το πως μία τέτοια έννοια εισήλθε για πρώτη φορά στην Ορθόδοξο Εκκλησία, και συμπεραίνει ότι «το μύθευμα των τελωνίων είναι η άμεση επίδραση των θρησκευτικών λατρειών οι οποίες χρησιμοποιούσαν την ανατολική αστρολογία και θεωρούσαν ότι όλη η δημιουργία δε βρίσκεται υπό την φροντίδα ενός δίκαιου και στοργικού Θεού».44 «Αυτά τα τελώνια είναι απλώς μία παράλογη μεταλλαγή αυτών των παγανιστικών μυθευμάτων»45. Για το συμπέρασμά του, ωστόσο, δεν παρουσιάζει ίχνος αποδεικτικών στοιχείων εκτός από το ίδιο είδος των ασαφών παραλληλισμών που οδηγούν τους ανθρωπολόγους στο συμπέρασμα ότι o Χριστιανισμός είναι απλώς και μόνον άλλη μία παγανιστική «λατρεία που πιστεύει στην ανάσταση». Θεωρεί ότι τα τελώνια είναι ουσιαστικά ταυτόσημα με το Λατινικό δόγμα περί «καθαρτηρίου», και δηλώνει ότι «η διαφορά ανάμεσα στο μύθευμα τού καθαρτηρίου και αυτό των εναέριων τελωνίων είναι ότι το πρώτο παρέχει ικανοποίηση στο Θεό μέσω τού σωματικού μαρτυρίου, ενώ το δεύτερο Τού παρέχει την αναγκαία γι' Αυτόν ικανοποίηση μέσω τού ψυχικού μαρτυρίου»46.47 Ο επικριτής αποκαλεί την περιγραφή της διέλευσης της αγ. Θεοδώρας από τα τελώνια ως «μία ιστορία που βρίθει από αιρετικά στοιχεία»48, βασισμένη σε μία «παραίσθηση»49 κάποιου ανθρώπου τον οποίο, στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, «θα τον είχαν δικαίως σύρει έξω και πετροβολήσει» επειδή «βρισκόταν σε μία κατάσταση αξιοθρήνητης πνευματικής πλάνης».50 Ο λόγος για τον οποίο ο επικριτής είναι τόσο εξοργισμένος με τη διήγηση της αγ. Θεοδώρας δεν είναι σαφής• είναι μόνο μία ανάμεσα σε πολλές παρόμοιες διηγήσεις και δε διδάσκει τίποτε το διαφορετικό από αυτές, τόσο που δεν το θεώρησα αναγκαίο να την παραθέσω στο περί τελωνίων κεφάλαιο.



Αυτές οι ακραίες κατηγορίες συνιστούν προσωπικές απόψεις τού επικριτή οι οποίες ασφαλώς δεν υποστηρίζονται από αποδεικτικά στοιχεία. Διερωτάται κανείς για ποιο λόγο εμμένει στη διαμόρφωση της δικής του ερμηνείας περί των τελωνίων και αρνείται να τα κατανοήσει με τον τρόπο που ανέκαθεν τα έχει κατανοήσει η Εκκλησία, η γελοία απομίμηση κατά της οποίας καταφέρεται δεν έχει ποτέ αποτελέσει διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και σαστίζει κανείς προσπαθώντας να εντοπίσει την πηγή από την οποία έχει αντλήσει τις παράλογες ερμηνείες του.



Εδώ και δεκαέξι περίπου αιώνες οι Πατέρες της Εκκλησίας αναφέρονται στα τελώνια ως τμήμα της Ορθόδοξης ασκητικής διδασκαλίας, το τελικό και καθοριστικό στάδιο τού «αόρατου πολέμου» που κάθε Χριστιανός διεξάγει στην επίγεια ζωή του. Κατά τη διάρκεια αυτών των αιώνων πολυάριθμοι Βίοι Αγίων και άλλα Ορθόδοξα κείμενα περιγράφουν τις πραγματικές εμπειρίες Ορθόδοξων χριστιανών, αγίων καθώς και αμαρτωλών, οι οποίοι έχουν συναντήσει αυτά τα τελώνια μετά - και, μερικές φορές, πριν - το θάνατο τους. Μόνο τα μωρά παιδιά δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι ο όρος «τελώνιο» δεν πρέπει να εκλαμβάνεται με την κυριολεκτική του έννοια, είναι μία μεταφορά την οποία οι Ανατολικοί Πατέρες θεώρησαν κατάλληλη για να περιγράψουν την πραγματικότητα που συναντά η ψυχή μετά το θάνατο. O καθένας επίσης μπορεί να αντιληφθεί ότι μερικά στοιχεία στις περιγραφές αυτών των τελωνίων είναι μεταφορικά η συμβολικά. Οι ίδιες οι διηγήσεις, ωστόσο, δεν είναι ούτε «αλληγορίες» ούτε «μυθεύματα,» αλλά ειλικρινείς διηγήσεις προσωπικών εμπειριών στην πιο ικανοποιητική γλώσσα που διαθέτει ό διηγούμενος. Εάν οι περιγραφές των τελωνίων φαίνονται πολύ «ζωντανές» για κάποιους, αυτό οφείλεται πιθανώς στο ότι δεν έχουν συνειδητοποιήσει πλήρως την πραγματική φύση τού αόρατου πολέμου ο οποίος διεξάγεται στην επίγεια ζωή. Τώρα, επίσης, πολιορκούμαστε μονίμως από δαιμονικούς πλανευτές και κατήγορους, όμως, οι πνευματικοί οφθαλμοί μας είναι σφαλισμένοι και βλέπουμε μόνον τα αποτελέσματα των ενεργειών τους, δηλαδή τις αμαρτίες στις οποίες υποπίπτουμε, τα πάθη τα οποία αναπτύσσονται εντός μας. Αλλά μετά το θάνατο, οι οφθαλμοί της ψυχής ανοίγονται στην πνευματική πραγματικότητα και βλέπουν, συνήθως για πρώτη φορά, τα πραγματικά όντα τα οποία μας επιτίθονταν κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής μας.



Δεν υπάρχει ούτε παγανισμός, ούτε αποκρυφισμός, ούτε «ανατολική αστρολογία», ούτε οποιοδήποτε «καθαρτήριο» στις περιγραφές των Ορθόδοξων πηγών για τα τελώνια. Αντιθέτως, αυτά τα τελώνια μας διδάσκουν ότι ο καθένας μας είναι υπόλογος για τις δικές του αμαρτίες, ότι στο θάνατο γίνεται αναμφισβήτητα μία συγκεφαλαίωση της επιτυχημένης ή αποτυχημένης πορείας του στον αγώνα κατά της αμαρτίας - η Μερική Κρίση - και τέλος ότι οι δαίμονες που τον παραπλανούσαν σε όλη τη διάρκειά της ζωής του κάνουν την τελική τους επίθεση στο τέλος αυτής της ζωής, αλλά έχουν εξουσία μόνο πάνω σε όσους δε διεξήγαγαν με επιτυχία τον αόρατο πόλεμο κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής τους.



Όσον αφορά τις κυριολεκτικές μορφές με τις οποίες εκφράζονται, τα τελώνια εμφανίζονται με την ίδια μορφή στις θείες λειτουργίες της Εκκλησίας - την ποίηση της Εκκλησίας -, στα ασκητικά κείμενα των Πατέρων, καθώς και στους Βίους Αγίων. Κανείς Ορθόδοξος δεν ερμηνεύει οποιοδήποτε από αυτά τα κείμενα με τον χονδροειδώς κυριολεκτικό τρόπο με τον οποίο τα έχει ερμηνεύσει ο επικριτής, αλλά τα προσεγγίζει με σεβασμό και φόβο Θεού, αναζητώντας πνευματικό όφελος. Κάθε πνευματικός πατέρας ο οποίος έχει προσπαθήσει να καλλιεργήσει στα πνευματικά του παιδιά την πανάρχαιη παράδοση της Ορθόδοξης ευλάβειας είναι σε θέση να επιβεβαιώσει το ευεργετικό αποτέλεσμα των Ορθόδοξων πηγών οι οποίες αναφέρουν τα τελώνια, μάλιστα, ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Ανδρέας τού Νόβο-Ντιβέγιεβο, ένας ιδιαιτέρως αγαπητός και σεβαστός πνευματικός πατέρας, χρησιμοποιούσε ακριβώς τα είκοσι τελώνια, από τα οποία περιγράφεται ότι διήλθε η Θεοδώρα, ως βάση μίας πολύ αποτελεσματικής προετοιμασίας των πνευματικών παιδιών του για το μυστήριο της εξομολόγησης. Εάν υπάρχει κάποια «δυσαρμονία» μεταξύ των κειμένων αυτών και τού σύγχρονου ανθρώπου, το σφάλμα οφείλεται στην τρυφηλή και επιτρεπτική εποχή μας, η οποία ενθαρρύνει την έλλειψη πίστης και τη χαλαρή στάση απέναντι στις αληθινά φοβερές πραγματικές καταστάσεις τού άλλου κόσμου, και ειδικά την κόλαση και την κρίση.



Η διδασκαλία περί τελωνίων στις Ορθόδοξες πηγές δεν έχει ποτέ ορισθεί ως «δόγμα», αφού μάλλον ανήκει στην παράδοση της Ορθόδοξης ευσέβειας, αυτό όμως δε σημαίνει ότι πρόκειται για κάτι «ασήμαντο» ή για θέμα «προσωπικής άποψης». Έχει διδαχθεί παντού και πάντοτε στην Εκκλησία, οπουδήποτε έχει μεταβιβασθεί η Ορθόδοξη ασκητική παράδοση. Το ότι το συγκεκριμένο θέμα βρίσκεται έως τώρα εκτός τού πεδίου ενδιαφερόντων πολλών σύγχρονων Ορθόδοξων θεολόγων, οφείλεται στο ότι οι θεολόγοι αυτοί ανήκουν πρωτίστως στον ακαδημαϊκό κόσμο και όχι στον κόσμο της ασκητικής παράδοσης. Ωστόσο, οι θεολόγοι μίας πιο παραδοσιακής τάσης, καθώς κι εκείνοι που θεωρούν την Ορθόδοξη ασκητική παράδοση ως ζωντανή παράδοση, έχουν αντιμετωπίσει το θέμα με ιδιαίτερη προσοχή. Εντός της Ρωσικής Εκκλησίας, η περί τελωνίων διδασκαλία έχει ευρέως συζητηθεί και υποστηριχθεί από τον Επίσκοπο Ιγνάτιο Μπριαντσιανίνωφ, τον Επίσκοπο Θεοφάνη τον Έγκλειστο, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Μόσχας, τον άγ. Ιωάννη της Κρονστάνδης, τον Αρχιεπίσκοπο Ιωάννη Μαξίμοβιτς, τον Πρωτοπρεσβύτερο Μιχαήλ Πομαζάνσκυ, και πολλούς άλλους διδάσκαλους και θεολόγους. Αλλά και εκτός της Ρωσικής Εκκλησίας, η διδασκαλία περί τελωνίων είναι μία διδασκαλία στην οποία αποδίδει ιδιαίτερη σπουδαιότητα η Σερβική Εκκλησία, αφού καταλαμβάνει μία σεβαστή θέση στη Δογματική Θεολογία τού αείμνηστου Αρχιμανδρίτη Ιουστίνου Πόποβιτς (τόμος III).







38. Στο ίδιο 6:8-9, σελ. 18.

39. Στο ίδιο 6:8-9, σελ. 24.

40. Στο ίδιο 7:1, σελ. 33.

41. Στο ίδιο 7:1, σελ. 23.

42. Στο ίδιο 6:2, σελ. 22.

43. Στο ίδιο 6:2, σελ. 26.

44. Στο ίδιο 7:1, σελ. 23.

45. Στο ίδιο 6:8-9, σελ. 24.

46. Στο ίδιο 6:12, σελ. 23.

47. Η σύγκριση των τελωνίων με το «καθαρτήριο» είναι ασφαλώς υπερβολική. Τα τελώνια αποτελούν τμήμα της Ορθόδοξης ασκητικής διδασκαλίας και αφορούν αποκλειστικά τη «δοκιμασία» που περνά ο άνθρωπος για τις αμαρτίες που έχει διαπράξει: δεν παρέχουν καμία «ικανοποίηση» στο Θεό και σκοπός τους σίγουρα δεν είναι ό «βασανισμός». Από την άλλη, το «καθαρτήριο» είναι μία νομικίστικη παρερμηνεία εκ μέρους των Λατίνων μίας τελείως διαφορετικής πλευράς της Ορθόδοξης εσχατολογίας - της κατάστασης των ψυχών στην κόλαση (μετά τη δοκιμασία των τελωνίων) η οποία ωστόσο μπορεί να βελτιωθεί μέσω των προσευχών της Εκκλησίας. Οι ίδιες οι πηγές των Λατίνων δεν παρέχουν καμία ένδειξη περί οιασδήποτε απολύτως συμμετοχής των δαιμόνων στις οδύνες όσων βρίσκονται στο «καθαρτήριο».

48. The Tlingit Herald, 6:8-9, σελ. 24.

49. Στο ίδιο 7:2, σελ. 14.

50. Στο ίδιο 6:6-7, σελ. 28.


π.Seraphim Rose
Απόσπασμα από το βιβλίο:

Η Ψυχή μετά το Θάνατο (The Soul After Death)- Ε’ Έκδοση -2004

Πως να κατανοήσουμε τα τελώνια;

Ίσως καμιά άποψη της Ορθόδοξης εσχατολογίας δεν έχει παρανοηθεί τόσο, όσο η σχετική με το φαινόμενο των εναέριων τελωνίων. Πολλοί απόφοιτοι των σημερινών νεωτεριστικών Ορθόδοξων σχολών τείνουν να απορρίπτουν γενικά το όλο φαινόμενο ως ένα είδος «μεταγενέστερης προσθήκης» στην Ορθόδοξη διδασκαλία, η ως ένα είδος «φανταστικού» κόσμου που δεν είναι θεμελιωμένος στα κείμενα των Γραφών ή των Πατέρων ή στην πνευματική πραγματικότητα. Τέτοιοι φοιτητές αποτελούν τα θύματα μίας ορθολογιστικής εκπαίδευσης, η οποία στερείται εκλεπτυσμένης αντίληψης σχετικά με τα διαφορετικά επίπεδα πραγματικότητας που συχνά περιγράφονται στα Ορθόδοξα κείμενα, αλλά και με τα διαφορετικά εννοιολογικά επίπεδα που συχνά απαντώνται στα κείμενα των Γραφών ή των Πατέρων. Η υπερβολική έμφαση που προσδίδει η σύγχρονη ορθολογιστική εκπαίδευση στην «κατά γράμμα» έννοια των κειμένων καθώς και μία «ρεαλιστική» ή «κοσμική» κατανόηση των γεγονότων που περιγράφονται στην Αγία Γραφή και στους Βίους Αγίων καταλήγουν να επισκιάζουν ή να εξαφανίζουν τελείως τα πνευματικά νοήματα και τις πνευματικές εμπειρίες που συχνά είναι πρωτεύοντα στις Ορθόδοξες πηγές. Για το λόγο αυτό, ο Επίσκοπος Ιγνάτιος, ο οποίος από τη μία ήταν ένας «οξυδερκής» σύγχρονος διανοούμενος και από την άλλη ένα γνήσιο και ταπεινό τέκνο της Εκκλησίας, μπορεί να αποτελέσει την κατάλληλη γέφυρα μέσα από την οποία οι σημερινοί Ορθόδοξοι διανοούμενοι να βρύων το δρόμο της επιστροφής προς την αληθινή παράδοση της Ορθοδοξίας.

Πριν παρουσιάσουμε εκτενέστερα τη διδασκαλία του Επισκόπου Ιγνατίου περί των εναέριων τελωνίων, αξίζει να σημειώσουμε τις επιφυλάξεις που διατυπώνουν δύο Ορθόδοξοι στοχαστές, ένας σύγχρονος και ένας αρχαίος, για όσους προχωρούν στην εξερεύνηση της υπερκόσμιας πραγματικότητας.

Το 19ο αιώνα, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Μόσχας, πραγματευόμενος το θέμα της κατάστασης των ψυχών μετά το θάνατο, γράφει: «Πρέπει να σημειώσουμε ότι, όπως ακριβώς συμβαίνει γενικά με τις αναπαραστάσεις των στοιχείων του πνευματικού κόσμου για εμάς που είμαστε ενδεδυμένοι με τη σάρκα, ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία είναι ανθρωπομορφικά και λιγότερο ή περισσότερο αντιληπτά μέσω των αισθήσεων είναι αναπόφευκτα παρόντα. Έτσι, ειδικότερα, αυτά τα χαρακτηριστικά ενυπάρχουν και στη λεπτομερή διδασκαλία περί τελωνίων τα οποία διαβαίνει η ψυχή μετά τον αποχωρισμό της από το σώμα». Συνεπώς πρέπει να εδραιώσουμε στη μνήμη μας την οδηγία την οποία έδωσε ο άγγελος στον άγ. Μακάριο Αλεξανδρείας ευθύς αφότου άρχισε να του μιλά για τα τελώνια: Να δέχεστε τα γήινα εδώ ως το πιο αδύναμο είδος αναπαράστασης των ουρανίων. Πρέπει να φανταζόμαστε τα τελώνια όχι με μία χονδροειδή και αισθητή, αλλά - όσο είναι δυνατό για μας -με μία πνευματική έννοια, και να μην αγκιστρωνόμαστε σε λεπτομέρειες οι οποίες παρουσιάζονται ποικιλοτρόπως σε διάφορους συγγραφείς και διηγήσεις της ίδιας της Εκκλησίας, μολονότι η βασική ιδέα των τελωνίων είναι μία και η αυτή.»10

Μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα από τέτοιες λεπτομέρειες που δεν πρέπει να ερμηνεύονται με «χονδροειδή» και «αισθητό» τρόπο παρατίθενται από τον άγ. Γρηγόριο τον Διάλογο στο Τέταρτο Βιβλίο των Διαλόγων του, το οποίο, όπως έχουμε ήδη δει, είναι ειδικά αφιερωμένο στο θέμα της μετά θάνατον ζωής.
Έτσι, περιγράφοντας το μεταθανάτιο όραμα κάποιου Ρεπαράτου, ο οποίος είδε έναν αμαρτωλό ιερέα να καίγεται στην κορυφή μίας τεράστιας νεκρικής πυράς, ο άγ. Γρηγόριος σημειώνει: «Εξάλλου ο Ρεπαράτος είδε πυρά να παρασκευάζεται, όχι γιατί στον άδη καίνε ξύλα για να βάλουν φωτιά, αλλά υπό το πρίσμα του ότι θα τα διηγείτο στους ζωντανούς. Έτσι είδε να χρησιμοποιούνται για τον εμπρησμό των φαύλων ανθρώπων εκείνα τα υλικά, με τα οποία συνήθως τρέφεται το σωματικό πυρ στους ζωντανούς, ούτως ώστε ακούγοντας για τα συνηθισμένα, με αυτά να μαθαίνουν τι φόβο πρέπει να έχουν για τα ασυνήθιστα».11
Σε μία άλλη περίπτωση, ο άγ. Γρηγόριος περιγράφει το πως ένας άνδρας στάλθηκε πίσω στη ζωή μετά το θάνατο του εξ αιτίας ενός «λάθους» - κάποιος άλλος με το ίδιο όνομα ήταν αυτός που είχε κληθεί να φύγει από τη ζωή, κάτι που έχει επίσης συμβεί και στις σημερινές «μεταθανάτιες» εμπειρίες - και κατόπιν προσθέτει: «Όταν γίνεται αυτό, δεν πρόκειται για λάθος, αλλά για νουθεσία. Γιατί η θεϊκή αγαθότητα κατά μεγάλη δωρεά της ευσπλαχνίας Της οικονομεί, ώστε μερικοί ακόμη και μετά την έξοδο ξαφνικά ξαναγυρίζουν στο σώμα, και αρχίζουν τελικά να φοβούνται τις βασάνους τού άδη, τώρα που τις είδαν, κι ας μην πίστευαν προηγουμένως, όταν τις άκουγαν».12
Αναφερόμενος επίσης σε κάποιον άνθρωπο ο οποίος σε μεταθανάτιο όραμα είδε σπίτια καμωμένα από χρυσό στον παράδεισο, ο άγ. Γρηγόριος σχολιάζει: «Ποιος, που έχει σώας τας φρένας, θα καταλάβαινε έτσι;... δηλαδή είναι οπωσδήποτε σίγουρο πως θα κτίσει τη μονή του από χρυσό, επειδή είναι χάρη στην απλοχεριά των ελεημοσυνών του που θα αξιωθεί τού αιωνίου φωτός.»13

Σε επόμενα κεφάλαια θα έχουμε την ευκαιρία να πούμε περισσότερα σχετικά με τη διαφορά μεταξύ οράσεων τού άλλου κόσμου και πραγματικών «εξωσωματικών» εμπειριών τού κόσμου τούτου - οι εμπειρίες των τελωνίων, και πολλές από τις σημερινές «μεταθανάτιες» εμπειρίες, σαφώς ανήκουν στην τελευταία κατηγορία, όμως, προς το παρόν, μας είναι αρκετό να συνειδητοποιήσουμε ότι πρέπει να προσεγγίζουμε με επιφυλακτικότητα και σοβαρότητα όλες τις εμπειρίες από τον άλλο κόσμο. Κανείς άνθρωπος ο οποίος έχει επίγνωση της Ορθόδοξης διδασκαλίας δε θα έλεγε ότι τα τελώνια δεν είναι «αληθινά», ότι δε βιώνονται από την ψυχή μετά το θάνατο. Πρέπει όμως να έχουμε οπωσδήποτε υπόψη μας ότι αυτές οι εμπειρίες δεν εκδηλώνονται στον τραχύ, υλικό μας κόσμο• ότι τόσο ο χρόνος όσο και ο χώρος, αν και προφανώς υφίστανται, έχουν μία τελείως διαφορετική έννοια από αυτήν με την οποία τους αντιλαμβανόμαστε στη γη• και τέλος, ότι όλες οι αναφορές τέτοιων εμπειριών σε γήινη γλώσσα αποτυγχάνουν να εκφράσουν την πραγματικότητα. Οποιοσδήποτε διαθέτει μία εξοικείωση με το είδος της Ορθόδοξης γραμματείας που περιγράφει τη μεταθανάτια πραγματικότητα κατά κανόνα γνωρίζει πως να διακρίνει ανάμεσα στις πνευματικές πραγματικότητες που περιγράφονται εκεί και τις δευτερεύουσες λεπτομέρειες που μπορεί μερικές φορές να εκφράζονται σε συμβολική η φανταστική γλώσσα. Συνεπώς, φυσικά, δεν υπάρχουν ορατά «σπίτια» ή «θάλαμοι» στον αέρα όπου συλλέγονται τα «τέλη», και όπου αναφέρεται ότι υπάρχουν «ρολά παπύρου ή περγαμηνής» και άλλα όργανα γραπτής καταχώρησης των αμαρτιών, ή «ζυγαριές» με τις οποίες ζυγίζονται οι αρετές, ή «χρυσός» με τον οποίο πληρώνονται τα «χρέη» - σε όλες αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να κατανοήσουμε σωστά τις παραπάνω εικόνες ως συμβολικά η ερμηνευτικά μέσα που χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν την πνευματική πραγματικότητα την οποία αντιμετωπίζει εκείνη την ώρα ή ψυχή.

Το εάν ή όχι η ψυχή όντως βλέπει τις εικόνες αυτές, λόγω της ισόβιας συνήθειάς της να βλέπει την πνευματική πραγματικότητα μόνον μέσω των σωματικών αισθήσεων, ή το εάν αργότερα μπορεί να θυμηθεί την εμπειρία μόνο μέσω της χρήσης τέτοιων εικόνων, ή το εάν απλώς αδυνατεί να εκφράσει αυτό που έχει βιώσει με κάποιον άλλο τρόπο, όλα αυτά συνιστούν ένα τελείως δευτερεύον ερώτημα που δε φαίνεται ότι ήταν σημαντικό για τους άγιους Πατέρες και τους συγγραφείς των Βίων Αγίων οι οποίοι έχουν καταγράψει τέτοιες εμπειρίες. Το βέβαιο είναι ότι όντως υπάρχει ένας έλεγχος από τους δαίμονες, οι οποίοι εμφανίζονται με μία τρομακτική αλλά ανθρώπινη μορφή, κατηγορούν τον άνθρωπο που μόλις έχει πεθάνει για τις αμαρτίες του και κυριολεκτικά προσπαθούν να αρπάξουν με τη βία το λεπτό σώμα της ψυχής, το οποίο κρατούν σφιχτά και σταθερά οι άγγελοι• και όλα αυτά συμβαίνουν στον αέρα που βρίσκεται από πάνω μας και μπορούν να τα δουν μόνον εκείνοι που οι οφθαλμοί τους έχουν ανοιχθεί στην πνευματική πραγματικότητα.

Ας επανέλθουμε τώρα στην παράθεση της Ορθόδοξης διδασκαλίας περί τελωνίων από τον Επίσκοπο Ιγνάτιο:

Πατερικές μαρτυρίες για τα τελώνια
«Η διδασκαλία περί τελωνίων είναι η διδασκαλία της Εκκλησίας. Δεν υπάρχει καμιά απολύτως αμφιβολία - η έμφαση είναι τού ίδιου τού Επισκόπου Ιγνατίου - ότι ο απόστολος Παύλος μιλά γι' αυτά όταν δηλώνει δημόσια ότι οι χριστιανοί πρέπει να διεξάγουν πάλη με τα πονηρά πνεύματα που βρίσκονται κάτω από τους ουρανούς: «ότι ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Προς Εφεσίους 6:12).14 Αυτήν τη διδασκαλία τη βρίσκουμε στην πρωτοχριστιανική Εκκλησιαστική παράδοση και στις προσευχές της Εκκλησίας».15
Ο Επίσκοπος Ιγνάτιος παραθέτει πολλά αποσπάσματα από τη διδασκαλία αγίων Πατέρων σχετικά με τα τελώνια, μερικά από τα οποία θα παραθέσουμε και εμείς αμέσως παρακάτω.
Ο Μέγας Αθανάσιος, στο πασίγνωστο έργο του Βίος τού άγ. Αντωνίου τού Μεγάλου,16 περιγράφει πως ο άγ. Αντώνιος, «κάποτε, την ώρα τού φαγητού, εκεί που σηκώθηκε να προσευχηθή γύρω στην ενάτη ώρα (σημερινή 3μ.μ.), ένοιωσε μέσα του να συναρπάζεται νοερά• και το παράδοξο, ότι στεκόταν κι έβλεπε τον εαυτό του σαν να ήταν έξω από τον εαυτό του, και πως τον οδηγούσαν άγγελοι στον αέρα. Έπειτα έβλεπε μερικούς μοχθηρούς και φοβερούς (δαίμονας) να στέκονται στον αέρα και να θέλουν να τον εμποδίσουν να μη διαβή (προς τον ουρανό). Επειδή εκείνοι που τον οδηγούσαν (οι Άγγελοι τού Θεού) αντιμάχονταν, αυτοί τους ζητούσαν το λόγο πως και γιατί παίρναν την ευθύνη του. Ήθελαν να ζητήσουν λογαριασμό της ζωής του από τότε που γεννήθηκε. Αλλά τους εμπόδιζαν οι οδηγούντες τον Αντώνιον, λέγοντάς τους:

- Τα μεν αμαρτήματα από της γεννήσεώς του τα έσβησε ο Κύριος, αφ' ότου δε έγινε μοναχός και αφοσιώθηκε στο Θεό σας επιτρέπομε να κάμετε λόγο. Τότε επειδή οι δαίμονες κατηγορούσαν μόνον χωρίς να έχουν και επιχειρήματα, αφέθηκε ελεύθερος και ανεμπόδιστος ο δρόμος και αμέσως είδε τον εαυτό του σαν να ερχόταν και να στέκεται κοντά του και ήταν πάλιν ο ίδιος ο Αντώνιος (όπως πριν).
Τότε, ξέχασε τελείως το φαγητό και έμεινε το υπόλοιπον της ημέρας και όλη την νύχτα στενάζοντας και προσευχόμενος. Διότι θαύμαζε βλέποντας με πόσους εχθρούς έχουμε να παλέψωμε, και πόσους κόπους έχει να καταβάλη κανείς για να διαβή τον αέρα (προς τον ουρανό). Θυμόταν και πως αυτά εννοούσε ο απόστολος όταν έλεγε: «ότι ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Προς Εφεσίους 6:12),17 «τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος» (Προς Εφεσίους 2:2).18 Ο απόστολος γνωρίζει ότι τα εναέρια πνεύματα επιζητούν ένα και μόνον πράγμα, το πως να εμποδίσουν την ελεύθερη άνοδο μας στον ουρανό, και αγωνίζονται με διακαή πόθο να μας στερήσουν αύτη τη δυνατότητα. Έτσι, μας παρακινεί: «αναλάβετε την πανοπλίαν του Θεού, ίνα δυνηθήτε αντιστήναι εν τη ημέρα τη πονηρά (Προς Εφεσίους 6:13),19 «Ίνα ο εξ εναντίας εντραπή μηδέν έχων περί ημών λέγειν φαύλον» (Προς Τίτον 2:8).20

Ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, περιγράφοντας την ώρα τού θανάτου, διδάσκει: «Στο ταξίδι μας μέσα από τον αέρα, θα έχουμε ανάγκη από πολλές προσευχές, πολλούς βοηθούς, πολλές αγαθοεργίες καθώς και από την αδιάλειπτη μεσιτεία των αγίων αγγέλων. Αφού ακόμα κι όταν ταξιδεύουμε σε κάποια ξένη χώρα ή άγνωστη πόλη έχουμε ανάγκη από κάποιον οδηγό, πόσο περισσότερη ανάγκη θα έχουμε τότε από οδηγούς και βοηθούς οι οποίοι θα μας περάσουν μέσα από τις αόρατες δυνάμεις και τους κοσμοκράτορες τού σκοτεινού τούτου κόσμου που κατοικούν στον αέρα και ονομάζονται κατήγοροι και εισπράκτορες τελών.»21

Ο άγ. Μακάριος ο Μέγας γράφει: «Συ, όμως, ακούοντας ότι υπάρχουν ποταμοί δρακόντων, στόματα λεονταριών και σκοτεινές δυνάμεις που βρίσκονται κάτω από τον ουρανό, και φωτιά που καίει και κοχλάζει στα μέλη, τα θεωρείς αυτά σαν ανύπαρκτα, επειδή δε γνωρίζεις ότι αν δε δεχθείς τον αρραβώνα τού αγίου Πνεύματος, «ο δε βεβαιών ημάς συν υμίν εις Χριστόν και χρίσας ημάς Θεός, ο και σφραγισάμενος ημάς και δους τον αρραβώνα του Πνεύματος εν ταις καρδίαις ημών.» (Προς Κορινθίους Β' 1:21-22)22 - όταν η ψυχή θ' αποχωρίζεται από το σώμα, θα κυριαρχήσουν πάνω σ' αυτήν και δε θα σ' αφήσουν ν' ανεβείς στους ούρανούς.»23

Ο άγ. Ησαΐας ο Έγκλειστος, Πατέρας της Φιλοκαλίας που έζησε τον 6ο αιώνα, διδάσκει ότι οι Χριστιανοί «θα πρέπει καθημερινά να έχουμε το θάνατο μπροστά στα μάτια μας και να ανακρίνουμε τον εαυτό μας κάθε μέρα, ώστε η ψυχή μας να χωριστεί ανώδυνα από το σώμα εκείνη την ώρα και να διέλθει από τις δυνάμεις τού σκότους που μέλλουν να τη συναντήσουν στον αέρα.»24
«Όταν η ψυχή εξέλθει από το σώμα τη συνοδεύουν οι άγγελοι• και ύστερα οι δυνάμεις τού σκότους βγαίνουν να τη συναντήσουν, θέλοντας να την αρπάξουν και ελέγχοντάς την μήπως τυχόν βρουν κάτι δικό τους σ' αύτήν.»25
Παρομοίως, ο άγ. Ησύχιος, Πρεσβύτερος Ιεροσολύμων, ο οποίος έζησε τον 5ο αιώνα, διδάσκει: «Θα έρθει και σε μας η ώρα τού θανάτου, θα έρθει και δεν είναι δυνατό να τον αποφύγομε. Και είθε τότε, όταν έρθει ο άρχοντας τού κόσμου και τού αέρα, να βρει τα αμαρτήματά μας λίγα και μηδαμινά για να μη μας ελέγξει στ' αλήθεια.»26

Ο άγ. Γρηγόριος ο Διάλογος (+604) γράφει στις Ομιλίες του στα Ευαγγέλια: «Πρέπει να συλλογιζόμαστε βαθιά πόσο φρικιαστική θα είναι για μας η ώρα τού θανάτου, πόσος τρόμος θα καταλάβει εκείνη την ώρα την ψυχή μας, πόσο έντονα θα θυμηθούμε όλες τις αμαρτίες μας και θα λησμονήσουμε όλες τις περασμένες ευτυχισμένες στιγμές της επίγειας ζωής μας, πόσο φόβο θα νιώσουμε, και πόση ανησυχία ενώπιον τού Κριτή. Την ώρα τού θανάτου τα μοχθηρά πνεύματα θα γυρέψουν να μάθουν από την απερχόμενη ψυχή τα όσα έπραξε κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής της• τότε θα παρουσιάσουν μπροστά της τις αμαρτίες προς τις οποίες την είχαν προδιαθέσει, έτσι ώστε να τη σύρουν στο μαρτύριο ως συνεργό τους. Γιατί όμως μιλάμε μόνον για την αμαρτωλή ψυχή, αφού τα μοχθηρά πνεύματα πλησιάζουν ακόμα και τους εκλεκτούς ανάμεσα στους αποθνήσκοντες και ζητούν τους δικούς τους, αυτούς τους οποίους έχουν καταφέρει να κατακτήσουν; Ανάμεσα στους ανθρώπους υπήρξε μόνον Ένας ο Οποίος πριν από το Πάθος του είπε άφοβα: «ουκέτι πολλά λαλήσω μεθ' υμών έρχεται γαρ ο του κόσμου άρχων, και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Κατά Ιωάννην 14:30)27».28

Ο άγ. Εφραίμ ο Σύρος (+373) περιγράφει με τον ίδιο τρόπο την ώρα τού θανάτου και την κρίση στα τελώνια: «Τη στιγμή που θα φθάσουν στη συνέχεια οι δεσποτικές δυνάμεις, τη στιγμή που θα κατεβούν οι φοβερές στρατιές, όταν οι θείοι ψυχοπομποί θα καλέσουν την ψυχή να αναχωρήσει από το σώμα, όταν ο αλύγιστος Άγγελος θα ζητά να μας σύρει με τη βία στο δικαστήριο, και όταν τον αντικρίσει αυτόν ο ταλαίπωρος άνθρωπος... θα συγκλονισθεί ολόκληρος, θα τρέμει ολόκληρος, θα ταραχθεί ολόκληρος... Τότε παραλαμβάνοντας οι άγγελοι την ψυχή δια μέσου τού αέρος, πηγαίνουν στον τόπο όπου στέκονται οι αρχές, οι εξουσίες και οι κοσμοκράτορες των εχθρικών δυνάμεων, οι σκληροί κατήγοροί μας, οι φοβεροί τελώνες και ελεγκτές και εισπράκτορες, οι οποίοι τη συναντούν στον αέρα, ελέγχοντας, εξετάζοντας, παρουσιάζοντας τα αμαρτήματα και τα χρέη τού ανθρώπου, της νιότης και των γηρατειών, όσα έκανε με τη θέλησή του και όσα χωρίς τη θέλησή του, με έργα, με λόγια, με σκέψεις. Μεγάλος θα είναι ο φόβος εκεί, μεγάλος θα είναι ό τρόμος της ταλαίπωρης ψυχής. Θα είναι απερίγραπτη η πίεση που θα δοκιμάζει τότε, καθώς αυτή θα κρατιέται, θα συνταράζεται, θα συκοφαντείται, θα σπρώχνεται, θα εμποδίζεται από το πλήθος των μυριάδων εχθρών, για να μην κατοικήσει στο φως, για να μην μπει στη χώρα των ζώντων. Και από τη μια, οι άγιοι Άγγελοι παραλαμβάνουν την ψυχή και την οδηγούν...»29

Αλλά και οι ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας περιέχουν πολλές αναφορές στα τελώνια. Έτσι, στην Oκτώηχο, έργο τού αγ. Ιωάννη τού Δαμασκηνού, Πατέρα τού 8ου μ. Χ. αιώνα διαβάζουμε: «Ω Παρθένε, την ώρα τού θανάτου μου διάσωσέ με από τα χέρια των δαιμόνων, και την κρίση, και την κατηγορία, και τη φοβερή δοκιμασία, και από τα φθονερά τελώνια, και τον μανιασμένο άρχοντα και την αιώνια καταδίκη, Ω Μητέρα τού Θεού.30 «Όταν έρθει η ώρα να διαχωρισθεί βίαια η ψυχή μου από τα μέλη τού σώματος τότε μεσίτευσε για μένα, Θεονύμφευτε, ώστε να διέλθω ανεμπόδιστα από τους άρχοντες τού σκότους που βρίσκονται στον αέρα».31

O Επίσκοπος Ιγνάτιος παραθέτει δεκαεπτά άλλα τέτοια παραδείγματα από λειτουργικά βιβλία, τα οποία φυσικά δεν απαρτίζουν το πλήρες σύνολο των σχετικών αναφορών.

Η πιο λεπτομερής από όλες τις συζητήσεις των πρώτων Πατέρων της Εκκλησίας σχετικά με τη διδασκαλία περί των εναέριων τελωνίων εκτίθεται στην Ομιλία για την Αναχώρηση της Ψυχής από τον άγ. Κύριλλο Αλεξανδρείας (+444). Μεταξύ πολλών άλλων, στην Ομιλία του ο άγ. Κύριλλος λέει: «Ω ψυχή, τι φόβος και τρόμος σε περιμένει την ημέρα τού θανάτου! Θα δεις να στέκονται μπροστά σου φρικτοί, άγριοι, αμείλικτοι, ανηλεείς, αισχροί δαίμονες, σαν μαύροι Αιθίοπες. Αυτή και μόνο η όψη τους είναι χειρότερη από οποιοδήποτε μαρτύριο. Η ψυχή, βλέποντάς τους, ταράζεται, αναστατώνεται, ανησυχεί, γυρεύει να κρυφτεί, προστρέχει γρήγορα στους αγγέλους τού Θεού για να την βοηθήσουν. Οι άγιοι άγγελοι την κρατούν και μαζί τους περνά μέσα από τον αέρα και ανέρχεται προς τον ουρανό• εκεί συναντά τα τελώνια τα οποία φρουρούν το δρόμο από τη γη στον ουρανό, σταματώντας την ψυχή και εμποδίζοντάς την να ανέλθει υψηλότερα. Κάθε τελώνιο ελέγχει τις αμαρτίες που τού αντιστοιχούν• κάθε αμαρτία, κάθε πάθος έχει τους δικούς του εισπράκτορες και ελεγκτές.»

Πολλοί άλλοι άγιοι Πατέρες, πριν και μετά τον άγ. Κύριλλο, πραγματεύονται η θίγουν εν συντομία το θέμα των τελωνίων. Αφού παραθέσει πολυάριθμα σχετικά αποσπάσματα, ο προαναφερθείς ιστορικός της Εκκλησιαστικής διδασκαλίας που έζησε το 19ο αιώνα, καταλήγει: «Μια τέτοια αδιάλειπτη, σταθερή, και καθολική χρήση της διδασκαλίας περί τελωνίων από την Εκκλησία, ειδικά μεταξύ των Πατέρων τού 4ου αιώνα, μαρτυρεί αναμφισβήτητα ότι η διδασκαλία αυτή μεταβιβάστηκε σε αυτούς από τους διδασκάλους των προηγούμενων αιώνων και βασίζεται στην αποστολική παράδοση.»32




10. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Μόσχας, Ορθόδοξη Δογματική Θεολογία (στα Ρωσικά), τόμ. 2, Αγία Πετρούπολη 1883, σελ. 538.
11. Άγιου Γρηγορίου τού Μεγάλου, Διάλογοι, μτφρ. Στεφάνου δ.μ. με τίτλο Βίοι Αγνώστων Ασκητών, εκδ. Αδελφότητος Ίερομ. Ιωάννου «Κοίμησις της Θεοτόκου», Αγία Άννα, Άγιον Όρος 1988, IV, 32, σελ. 338.
12. Στο ίδιο, IV, 37, σελ. 349.
13. Στο ίδιο, IV, 37, σελ. 355.
14. «Διότι δεν διεξάγομεν πάλην με σάρκα και αίμα, αλλά με τας αρχάς, τας εξουσίας, τους κοσμοκράτορας τού σκοτεινού τούτου κόσμου, με τα πονηρά πνεύματα εις τους ουρανούς» (Προς Εφεσίους 6:12).
15. Μπριαντσιανίνωφ, ε. α. σελ. 138.
16. Μ. Αθανασίου Πατριάρχου Αλεξανδρείας, Ό Μέγας Αντώνιος- Βίος και Πολιτεία, μτφρ. Θεοδ. Σακελλαρίου, Έκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, ζ' εκδ., Θεσσαλονίκη 2000, σελ. 119• Μπριαντσιανίνωφ, ε. α. σελ. 138-139.
17. Βλέπε παρ. 14 σελ. 122
18. «Τον άρχοντα της εξουσίας τού αέρος» (Προς Εφεσίους 2:2).
19. «Ενδυθήτε την πανοπλίαν τού Θεού, δια να μπορέσετε να αντισταθήτε κατά την πονηράν ημέραν» (Προς Εφεσίους 6:12).
20. «Δια να εντραπή ο εχθρός που δεν θα εχη να πή τίποτε κακόν για μας» (Προς Τίτον 2:8).
21. Λόγος για την Υπομονή και την Ευγνωμοσύνη, ό οποίος διαβάζεται στις λειτουργίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας το έβδομο Σάββατο τού Πάσχα καθώς και στις νεκρώσιμες ακολουθίες. (Η παράδοση αυτή δεν τηρείται στην Ελλάδα).
22. «Εκείνος δε που μας στερεώνει μαζί μ' εσάς εις τον Χριστόν και μας έχρισε είναι ο Θεός, ο Οποίος και μας εσφράγισε και έδωκε στις καρδιές μας το Πνεύμα σαν αρραβώνα.» (Προς Κορινθίους Β' 1:21-22).
23. Μακαρίου τού Αιγυπτίου, «Ομιλίες Πνευματικές», Ομιλία ΙΣΤ, Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, μτφρ. Νικήτα Τσιομεσίδη, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 309.
24. St. Isaiah the Recluse, Homily 5:22, The Philokalia, μτφρ. Palmer-Sherrard-Ware, Faber and Faber, Λονδίνο 1979.
25. Στο ίδιο, Homily 17.
26. Αγίου Ησυχίου τού Πρεσβυτέρου, «Προς τον Θεόδουλο, λόγος περί νήψεως και αρετής», Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μτφρ. Αντωνίου Γαλίτη, Έκδ. «Το περιβόλι της Παναγίας», τόμ. Α', 5η εκδ., Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 208.
27. «Δεν θα μιλήσω πλέον πολύ μαζί σας, διότι έρχεται ο άρχων τού κόσμου, και δεν έχει επάνω μου καμμίαν δύναμιν» (Κατά Ιωάννην 14:30).
28. Αγίου Γρηγορίου τού Διαλόγου, «Ομιλίες στα Ευαγγέλια», Ομιλία 39η, στο Κατά Λουκάν 19:42, 47• Επισκόπου Μπριαντσιανίνωφ, Έργα, τόμος III, σελ. 278.
29. Οσίου Εφραίμ τού Σύρου, «Λόγος για τη Δευτέρα Παρουσία και την κρίση», Έργα, μτφρ. Κων/νου Φραντζολα, Έκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη, τόμ. Δ', α' εκδ., Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 226-229.
30. Οκτώηχος, Βιέννη, 1855, Ήχος δ', Παρασκευή, 8η Ωδή τού Κανόνα τού Όρθρου.
31. Στο ίδιο, Ήχος β', Σάββατο, 9η Ωδή.
32. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Μόσχας, έ. α. σελ. 535.


π.Seraphim Rose

Απόσπασμα από το βιβλίο:
Η Ψυχή μετά το Θάνατο (The Soul After Death)-Ε’ Έκδοση -2004

Εξοδος ψυχής και τα εναέρια τελώνια(οπτασία Κοσμά Μοναχού)

Το δέκατο τρίτο χρόνο της βασιλείας του Ρωμανού ( 920-944μ.Χ.), ζούσε στη Βασιλεύουσα (Κων/πολη) κάποιος άνδρας, που υπηρετούσε σαν ένας απο τους πιο έμπιστους φύλακες του βασιλικού κοιτώνα του Αλεξάνδρου, προκατόχου του Ρωμανού στο θρόνο. Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος προτίμησε τη μοναχική ζωή. Έγινε μοναχός με τ' όνομα Κοσμάς, και αργότερα ηγούμενος του μοναστηριού που βρίσκεται κοντά στο Σάγαρη ποταμό. Κάποτε όμως τον χτύπησε μια πολύ βαριά αρρώστια, που τον ταλαιπωρούσε για πολύ καιρό.
Συμπλήρωνε ήδη πέντε μήνες σ' αυτή τη φοβερή δοκιμασία, όταν μια μέρα, γύρω στην τρίτη ώρα, συνήλθε λίγο, ανασηκώθηκε μαλακά πάνω στο μικρό του κρεβάτι και ανακάθησε, στηριζόμενος απο το ένα μέρος κι απο το άλλο στους αδελφούς που τον διακονούσαν.
Μόλις όμως κάθησε, έπεσε σε έκσταση. Έμεινε σ' αυτή την κατάσταση απο την τρίτη ώρα μέχρι την ενάτη. Τα μάτια του ήταν ανοικτά και στηλωμένα στην οροφή του κελλιού του, ενω το στόμα του σιγοψιθύριζε λόγια άναρθρα και εντελώς ακατανόητα.
Στο μεταξύ, κάποια στιγμή, ξαναήρθε λίγο στον εαυτό του και ζητούσε απο τους παρευρισκομένους αδελφούς δυό κομμάτια ξερό ψωμί.

- Δώστε μου τις δυό φέττες ψωμί, που πήρα από τον άγιο γέροντα, είπε - κι έβαλε τα χέρια στον κόρφο του ψάχνοντας να τις βρεί.
Μερικοί απο τους παρόντες κατάλαβαν πως είδε οπτασία. Τον ικέτευαν λοιπόν να τους φανερώσει το μεγάλο αυτό μυστήριο.

-Πές μας, πάτερ, του έλεγαν. Μη μας στερήσεις την ωφέλεια. Που ήσουνα τόσες ώρες; Σε ποιά μυστική θεωρία είχες ανυψωσει το νου σου; Είδαμε που μισάνοιγες τα χείλη σου. Με ποιόν συνομιλούσες;
Εκείνος βλέποντας να τον παρακαλούν τόσο σπαρακτικά είπε:

-Σταματήστε, παιδιά μου. Κι αν επιτρέψει ο Κύριος να ξανάρθω στον εαυτό μου, θα εκπληρώσω το αίτημα σας.
Το πρωΐ λοιπόν μαζεύτηκαν όλοι οι αδελφοί κοντά του. Κι εκείνος άρχισε να διηγείται:

-Πατέρες και αδελφοί, είναι πάνω απο κάθε νου και γλώσσα ανθρώπινη όσα είδα. Γι' αυτό και μου είναι αδύνατο να τα διηγηθώ με λεπτομέρειες. Πλήν όμως, θα σας διηγηθώ όσα μπορέσω να θυμηθώ.
Καθώς ήμουνα καθισμένος στο μικρό μου κρεβάτι, στηριγμένος σε δύο αδελφούς, μου φάνηκε πως είδα στ' αριστερά μου ενα πλήθος παράξενα ανθρωπάκια με μαύρα πρόσωπα. Η μαυρίλα όμως δεν ήταν σ' όλα η ίδια, αλλά σ' άλλα περισσότερη και σ' άλλα λιγότερη. Και σ' άλλα ανθρωπάκια τα μάτια τους ήταν γυρισμένα, άλλα τα μάτια τους είχαν χρώμα κιτρινόμαυρο, άλλα αιμοστάλαχτο χρώμα, φονικά και θηριώδη. Άλλου πάλι τα χείλη ήταν μελανιασμένα και πρησμένα, άλλου το ένα χείλος ήταν πρησμένο, είτε το πάνω είτε το κάτω.
Αυτά λοιπόν τ' ανθρωπάκια πλησίασαν το κρεβάτι μου και αγωνίζονταν να με πάρουν από κοντά σας. Και στην αρχή μεν, βλέποντας εσάς γύρω μου, ένιωθα να μην τα φοβάμαι πολύ ούτε να χάνω την ψυχραιμία μου μπροστά στην ορμητικότητα τους. Ύστερα όμως, δεν ξέρω πως, χωρίστηκα απο σας, κι έτσι κατόρθωσαν να με συλλάβουν. Μ' άρπαξαν θρασύτατα, μ' έδεσαν, κι άρχισαν άλλοι να με σέρνουν μπροστά, άλλοι να με τραβάνε πίσω, ένας να με δένει χειροπόδαρα κι άλλοι να με σφίγγουν δυνατά. Τελικά με πήραν, κι άρχισαν να με σφίγγουν δυνατά. Τελικά με πήραν, κι άρχισαν να με σέρνουν με βιαιότητα σ' ένα αχανή γρεμό, που το πλάτος του δεν ξεπερνούσε μια πετροβολιά, το βάθος του όμως έφτανε μέχρι τα τάρταρα. Στη μιά πλευρά του γκρεμού υπήρχε ένα μονοπάτι τόσο στενό, που μόλις μπορούσε να χωρέσει μια πατημασιά. Σ' αυτό το στενό- στενό μονοπάτι με τραβούσαν με μεγάλη βία, ενω φρόντιζα να γέρνω πάντα προς το δεξιό μέρος, μην τυχόν γλιστρήσω και γκρεμιστώ στο αχανές και απερίγραπτό εκείνο βάραθρο. Καθώς φαίνεται μάλιστα, στο βάθος του κυλούσε ενα ποτάμι, που η ροή του δημιουργούσε μεγάλο βουητό.
Αφού λοιπόν με μεγάλο τρόμο περάσαμε κείνο το στενό δρομάκι, βαδίζοντας θαρρώ προς τ' ανατολικά, βρήκαμε μια μεγάλη πύλη μισάνοιχτη. Μπροστά της καθόταν ενας πελώριος γίγαντας, μαύρος και φοβερός στην όψη. Τα τεράστια μάτια του ηταν γυρισμένα ανάποδα, κατακόκκινα σαν αίμα, και πετούσαν πύρινες φλόγες. Απ' τα ρουθούνια του έβγαιναν καπνοί. Η γλώσσα του κρεμμόταν μια πήχη έξω απο το στόμα. Το δεξί του χέρι ήταν εντελώς ψυχρό και ακίνητο. Το αριστερό όμως ήταν χοντρό σαν κολόνα, γυμνό και πολύ μακρύ. Μ' αυτό το χέρι άρπαζε κι' έριχνε μέσα σ' εκείνο το χάος τους καταδικασμένους αμαρτωλούς που έβγαζαν σπαρακτικές κραυγές.
Καθώς λοιπόν πλησιάσαμε, ο φοβερός αγριάνθρωπος έβγαλε φωνή μεγάλη και είπε σ' εκείνους που μ' έσερναν:

- Αυτός έιναι φίλος μου!
Κι ευθύς άπλωσε το χέρι του και δοκίμασε να με πιάσει. Άρχισα να τρέμω απο φόβο. Μαζεύτηκα και κουλουριάστηκα κάτω, κυριευμένος απο τρομάρα.
Την ίδια στιγμή όμως- λες και κάποιος έστειλε για μένα - παρουσιάστηκαν δυο λευκότριχοι και σεβάσμιοι γέροντες. Νομίζω πως τους αναγνώρισα. Ήταν οι άγιοι απόστολοι Ανδρέας ο Πρωτόκλητος και Ιωάννης ο Θεολόγος, καθώς τους θυμάμαι απο τις ιερές εικόνες τους. Μόλις τους είδε εκείνος ο απαίσιος γίγαντας, έκανε πίσω και κρύφτηκε βιαστικά. Με πήραν τότε καλοσυνάτα οι δυο γέροντες, περάσαμε τη μεγάλη πύλη και μιαν άλλη εσωτερική, και βγήκαμε σ' ένα πεδινό τόπο με πανέμορφα χωριά. Τα προσπεράσαμε και προχωρίσαμε μέχρι το τέλος της πεδιάδας. Ήταν εκεί μια κοιλάδα καταπράσινη και πάντερπνη, που την ομορφιά και την χάρη της είναι εντελώς αδύνατο να παραστήσει κανείς με λόγια. Κι εκεί, καταμεσίς, καθόταν ένας γέροντας, χαριτωμένος και σεβάσμιος, έχοντας γύρω του παιδιά πλήθος, σαν την άμμο της θάλασσας.
Ε τότε ένιωσα να μου φεύγει ο φόβος, και, κάπως ήρεμος πιά, ρώτησα τους δυό οδηγούς μου:

- Ποιός να 'ναι ο γέροντας; Και τι είν' αυτό το αναρίθμητο πλήθος που τον κυκλώνει;

- Ο Αβραάμ είναι, μου είπαν. Κι αυτό που βλέπεις είναι ο κόλπος του Αβραάμ, για τον οποίο έχεις ακούσει.
Κι ευθύς με την προτροπή τους, πήγα και τον προσκύνησα ευλαβικά.
Αμέσως μετά συνεχίσαμε την πορεία μας. Περάσαμε την κοιλάδα και βγήκαμε σ' έναν απέραντο ελειώνα. Θαρρώ πως πιό πολλά ήταν τα δέντρα του ελαιώνα εκείνου απο τ' άστρα τ' ουρανού. Κάτω απο κάθε ελλιά ήταν μια σκηνή. Σε κάθε σκηνή υπήρχε μια κλίνη, και σε κάθε κλίνη ένας άνθρωπος. Σ' εκείνες τις σκηνές αναγνώρισα πολλούς που ήξερα πως ζούσαν στα βασιλικά παλάτια, άλλους που κατοικούσαν στην πόλη ( Κων/ πολη), μερικούς αγρότες, καθώς και ορισμένους απο το μοναστήρι μας. Όλοι αυτοί που αναγνώρισα, είχαν ήδη πεθάνει.
Ενώ λοιπόν σκεφτόμουν να ρωτήσω τους δυο γέροντες συνοδούς μου ποιός ήταν εκείνος ο απέραντος και τόσο θαυμάσιος ελαιώνας, με πρόλαβαν εκείνοι και είπαν:

- Τι απορείς για το ποιός είναι τούτος ο μεγάλος και πανέμορφος ελαιώνας κι όλα όσα βλέπεις μέσα σ' αυτόν; Είν' εκείνα που ακούς να λένε οι Πατέρες και η Γραφή: " Πολλές κατοικίες υπάρχουν στα ουράνια σκηνώματα Σου, Σωτήρα μας, όπου κατανέμονται όλοι οι ανθρώποι ανάλογα με την αξία τους και σύμφωνα με τα μέτρα της αρετής τους" ( Iω 14:2)
Μετά τον ελαιώνα εκείνο ήταν μια πόλη, που την ομορφιά της και την ποικιλία της και την αρμονική της κατασκευή του τείχους της είναι αδύνατο να περιγράψω. Δώδεκα ζωνάρια, απο δώδεκα πολύτιμους λίθους, έζωναν όλο το τείχος γύρω-γύρω. Κάθε ζωνάρι ήταν φτιαγμένο απο ένα είδος πολύτιμων λίθων και σχημάτιζε ξεχωριστό κύκλο. Τι να πω και για τις άλλες ομορφιές της πολιτείας εκείνης; Ήταν επίπεδη, ευρύχωρη, αρμονικά οικοδομημένη σε κάθε της λεπτομέρεια. Το τείχος καταστόλιζαν πύλες πλουμισμένες με χρυσάφι και ασήμι, που, μόλις άνοιγαν, αποκάλυπταν δάπεδο χρυσό. Ακολουθούσαν κατοικίες χρυσές και καθίσματα χρυσά και τραπέζια χρυσά. Κι η πολιτεία ολάκερη λουσμένη σε φως αλάλητο και σ' ευωδία άρρητη, σε γέμιζε χαρά.
Όσο τριγυρνούσαμε στην πόλη πουθενά δεν είδαμε άνθρωπο ή ζώο ή πουλί ή άλλο γήϊνο πλάσμα. Μόνο σαν φτάσαμε στην άκρη της, αντικρύσαμε θαυμαστά ανάκτορα, που στην είσοδο τους υπήρχε ένας θάλαμος μακρύς, όσο η βολή μιας πέτρας. Απο τη μια μεριά μέχρι την άλλη ήταν στρωμένη τράπεζα, απο μάρμαρο ρωμαϊκό κατασκευασμένη και ψηλή τόσο, όσο χρειάζεται για να κάθεται και ν' ακουμπάει ένας άνθρωπος. Κι η τράπεζα εκείνη ήταν γεμάτη απο συμποσιαστές. Φώς υπέρλαμπρο κι ευωδία και χάρη γέμιζαν όλο τον χώρο. Ο θάλαμος κατέληγε σε μικρό ελικοειδή διάδρομο, που έβγαζε σ' ενα ωραίο λιακωτό, ακριβώς απέναντι στην τράπεζα.
Απο εκεί φάνηκαν δυο φωτόμορφοι ευνούχοι, υπέλαμπροι και αστραποβόλοι στην όψη (προφανώς ήταν άγγελοι). Στράφηκαν στους γέροντες που με βάσταζαν:

- Ας καθήσει κι αυτός στην τράπεζα, είπαν. Και την ίδια στιγμή έδειξαν μια θέση, όπου με οδήγησαν οι γέροντες να καθήσω. Έπειτα κάθησαν κι αυτοί σ' ένα άλλο μέρος του θαλάμου, ενω οι ευνούχοι σα ν' αποσύρθηκαν στο βάθος του σπιτιού, προς τη μεριά του λιακωτού. Όσο έλειπαν, έπιασα να παρατηρώ με προσοχή ότι γινόταν στην τράπεζα εκείνη. Ανάμεσα στους ομοτράπεζους αναγνώρισα πολλούς γνωστούς μου, τόσο απο την τάξη των κοσμικών όσο και απο το μοναστήρι μας. Ξεχώρισα και μερικούς απ' τους παλατιανούς.
Μετά απο πολλές ώρες οι ευνούχοι φάνηκαν πάλι και φώναξαν τους γέροντες.

- Αυτόν εδω να τον γυρίσετε πίσω, γιατί πολύ θλίβονται για το θάνατο του τα πνευματικά του παιδιά. Ο βασιλιάς Κύριος, συγκινημένος απο την οδύνη τους, αποφάσισε να παρατείνει τη μοναχική του ζωή. Γυρίστε τον πίσω λοιπόν απο άλλο δρόμο, και πάρετε, αντί γι' αυτόν, το μοναχό Αθανάσιο, απο το μοναστήρι του Τραϊανού.
Με πήραν οι γέροντες. Βγήκαμε γρήγορα απο το θάλαμο κι' απ' την πόλη, ακολουθώντας άλλο δρόμο. Καθώς προχωρούσαμε, συναντήσαμε τώρα εφτά λίμνες, για ισάριθμες κολάσεις και τιμωρίες. Άλλη ήταν κατασκότεινη, άλλη γεμάτη σκουλήκια και άλλη βασανιστήρια και τιμωρίες. Σ' όλες όμως στριμώχνονταν πλήθος αναρίθμητων ανθρώπων, που θρηνούσαν, ζητώντας έλεος, και κραύγαζαν γοερά.
Αφού περάσαμε εκείνες τις λίμνες κι έναν άλλο μικρό τόπο, συναντήσαμε πάλι τον γέροντα, που έλεγαν πως είναι ο Αβραάμ. Τον πλησίασα κι αυτή τη φορά και τον ασπάστηκα. Κι εκείνος μου πρόσφερε ενα χρυσό ποτήρι γεμάτο κρασί γλυκό, γλυκύτερο κι απο το μέλι, και τρία κομμάτια ξερό ψωμί. Απ' αυτά το ένα το έβρεξα μέσα στο κρασί, και σα μου φάνηκε πως το έφαγα. Τ' άλλα δυό τα έκρυψα μέσα στον κόρφο μου. Είναι αυτά που σας ζητούσα χθές.
Μετά απο λίγο φτάσαμε πάλι στον τόπο, όπου καθόταν εκείνος ο πανάσχημος γίγαντας,με τη μαύρη σαν τη νύχτα όψη. Μόλις με είδε, άρχισε να τρίζει τρομερά τα δόντια του εναντίον μου, και να λέει με οργή και κακία:

- Τώρα μου γλίτωσες! Αλλ' απο δω και πέρα δε θα πάψω να πλέκω σκάνδαλα και να στήνω παγίδες σε σένα και στο μοναστήρι σου!
Αυτά είναι αδελφοί μου, όλα όσα ξέρω. Σας τα είπα. Πως όμως ξαναβρήκα τον εαυτό μου, αυτό το αγνοώ εντελώς.
Αμέσως οι πατέρες έστειλαν έναν αδελφό στο μοναστήρι του Τραϊανού. Κι εκείνος, μόλις έφτασε, βρίσκει τον μοναχό Αθανάσιο νεκρό, να τον βγάζουν απο το κελλί του ξαπλωμένο πάνω στο νεκροκρέβατο. Ο αδελφός ρώτησε να μάθει πότε ξεψύχησε.

- Χθές, γύρω στην ενάτη ώρα, του είπαν.
Ήταν η ώρα που ο μοναχός Κοσμάς, έχοντας δει την οπτασία, ήρθε πάλι στον εαυτό του.
Μετά απο λίγο καιρό, τα δυό μοναστήρια συγχωνεύτηκαν σε ένα, σαν κοντινά που ήταν. Και μέχρι σήμερα ( 12 αιώνας, τότε που έζησε ο συγκραφέας της διηγήσεως Μαυρίκιος, Διάκονος) ένας ηγούμενος τα καθοδηγεί.
Ο μοναχός Κοσμάς έζησε τριάντα ακόμα χρόνια μετά την οπτασία, καθοδηγώντας και τα δυό μοναστήρια στη θεάρεστη πολιτεία των μοναχών όσο και, γενικά, στη διοίκηση και τα εισοδήματα τους, πρός δόξαν του φιλάνθρωπου Θεού μας.

«Το να πούμε σε ένα πρόσωπο "σε αγαπώ" ισοδυναμεί με το να του λέμε "ποτέ δεν θα πεθάνεις"»


Θάνατος και Απώλεια

Απώλεια

Η πρώτη και η πλέον συνεχής επαφή μας με το θάνατο πραγματοποιείται μέσα από το αίσθημα της απώλειας. Μαθαίνοντας να κατανοούμε το θάνατο των άλλων και να τον βιώνουμε μέσα στους άλλους και στον εαυτό μας, μπορούμε να μάθουμε να τον αντικρίζουμε, και τελικά να αντιμετωπίζουμε το δικό μας θάνατο, κατ' αρχάς ως δυνατότητα -και όντως ως μια βεβαιότητα, μια βεβαιότητα όμως που τόσο συχνά και τόσο εμφανώς έχει απομακρυνθεί από μας, ώστε να μην τη χαρακτηρίζουμε πλέον βεβαιότητα- και κατόπιν ως την ίδια την πραγματικότητα που μας πλησιάζει.

Ένα από τα άμεσα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόσωπο εκείνο που πενθεί, είναι η εμπειρία της μοναξιάς, το γεγονός ότι το μόνο πρόσωπο που κατά καιρούς τον ενδιέφερε, το πρόσωπο εκείνο που γέμιζε όλο το χώρο και το χρόνο και όλη την καρδιά του τον άφησε. Κι αν ακόμη το πρόσωπο που μας άφησε δεν μας είχε δώσει όλη του την καρδιά, αφήνει ωστόσο πίσω του ένα τεράστιο κενό. Όσο το πρόσωπο είναι άρρωστο προσφέρουμε πολύ περισσότερο χρόνο στη σκέψη. Οι δραστηριότητές μας συγκεντρώνονται και κατευθύνονται προς αυτό. Όταν το πρόσωπο πεθάνει, πολύ συχνά αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι η δραστηριότητά τους είναι πλέον άσκοπη, δεν έχουν τουλάχιστον κάποιον άμεσο σκοπό, κέντρο και κατεύθυνση. Μια ζωή, όσο οδυνηρή και αγωνιώδης κι αν ήταν, έτρεχε σαν το ποτάμι. Τώρα όμως καταντάει ένας βάλτος.

Μοναξιά επίσης σημαίνει ότι δεν υπάρχει ούτε ένα πρόσωπο με το οποίο να μπορεί κάποιος να μιλήσει ή να το ακούσει, ή να το προσέξει, που να ανταποκρίνεται και να αντιδρά, και στο οποίο αυτός να αντιδρά και να ανταποκρίνεται. Το πρόσωπο που μας αφήνει είναι πολύ συχνά το πρόσωπο εκείνο που, στα δικά μας μάτια, μας έδινε την έσχατη αξία: το πρόσωπο εκείνο για το οποίο αξίζαμε, το πρόσωπο εκείνο που διεκδικούσε την ύπαρξη και τη σημασία μας.

Περισσότερο από μια φορά έχω αναφέρει, με την ευκαιρία κάποιου γάμου, τη φράση του Λέων Μπλόυ: «Το να πεις σε κάποιον "σ' αγαπώ" ισοδυναμεί με το να του λες "δεν θα πεθάνεις ποτέ"». Αυτό ισχύει και σ' αυτό το πλαίσιο. Το πρόσωπο που μας αφήνει δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να διακηρύσσει την έσχατη αξία μας, την έσχατη σημασία μας. Αυτό το πρόσωπο δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να μπορεί να πει «σε αγαπώ», και γι' αυτό χάνεται η αιώνια επιβεβαίωση και αναγνώρισή μας. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Δεν είναι κάτι που πρέπει να το παραμερίσουμε, να το ξεχάσουμε ή να το παρακάμψουμε. Δημιουργείται ένα κενό και αυτό το κενό δεν πρέπει ποτέ να γεμίσει με τεχνητά πράγματα, που δεν αξίζουν μπροοτά σ' αυτά που αντικαθιστούν.

Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε ότι ο πόνος είναι μία από τις εκφράσεις της αγάπης. Αν ισχυριζόμαστε ότι αγαπούμε αληθινά το πρόσωπο που μόλις αναχώρησε από αυτήν τη ζωή, πρέπει να είμαστε και έτοιμοι να το αγαπούμε μέσα από τον πόνο, με τον ίδιο τρόπο που κάποτε το αγαπήσαμε μέσα από τη χαρά - τη χαρά της επιβεβαίωσης, τη χαρά της κοινής ζωής. Aυτό απαιτεί θάρρος, και νομίζω ότι πρέπει πολλά να εξηγηθούν από την άποψη αυτή σήμερα, όταν τόσοι άνθρωποι, για να ξεφύγουν από τον πόνο, στρέφονται στα ηρεμιστικά, στο αλκοόλ ή σε οποιαδήποτε διασκέδαση, για να ξεχάσουν. Πιθανώς να επισκιάζεται ό,τι συμβαίνει σε μιαν ανθρώπινη ψυχή, συνεχίζει όμως να προχωρά, και αν δεν λυθεί, αφήνει το πρόσωπο φτωχότερο.

Ένα άλλο πράγμα που πρέπει το πρόσωπο που πενθεί να μάθει να μην κάνει ποτέ είναι να μιλά για τη σχέση αγάπης που υπήρχε σε αόριστο χρόνο. Ποτέ δεν πρέπει κάποιος να πει: «Αγαπούσαμε ο ένας τον άλλο». Πρέπει πάντοτε να λέει: «Αγαπούμε ο ένας τον άλλο».

Αν επιτρέψουμε στην αγάπη μας να μεταβληθεί σε αντικείμενο του παρελθόντος, πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν πιστεύουμε στη συνέχιση της ζωής του προσώπου που πέθανε. Αν το κάνουμε, πρέπει να ομολογήσουμε ότι είμαστε άπιστοι και άθεοι, με τη χειρότερη έννοια, και ότι αντιμετωπίζουμε τη ζωή από διαφορετική γωνία. Αν δεν υπάρχει Θεός, αν δεν υπάρχει αιώνια ζωή, τότε ο θάνατος πού επήλθε δεν έχει καμιά μεταφυσική σημασία. Αποτελεί ένα γεγονός της φυσικής ιστορίας. Είναι μια νίκη των νόμων της φυσικής και της χημείας, και ο άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει όχι ως πρόσωπο αλλά ως μέρος της φύσης. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αντιμετωπίσουμε κατάματα είτε την πίστη μας, είτε την έλλειψη πίστης και να ενεργήσουμε ανάλογα.

Πολύ συχνά, αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι το πρόσωπο που έφυγε δεv είναι μόνο μια δική τους απώλεια, αλλά μια απώλεια που στερεί όλους γύρω από κάτι το πολύτιμο - από μια λογική, μια καρδιά και μια θέληση, από κάποιον που ενεργούσε όμορφα και σωστά. Και αυτός που έχασε το πρόσωπο μένει επίσης με την απώλεια. Σ' αυτό το σημείο πρέπει να θυμηθούμε -πράγμα ουσιαστικό- ότι όποιος ζει θέτει ένα παράδειγμα: ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς καλά ή ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς άσχημα. Πρέπει να μαθαίνουμε από όλους, ζώντες ή κεκοιμημένους, αυτό που είναι λάθος για να το αποφεύγουμε και αυτό που είναι σωστό για να το μιμούμαστε. Όποιος έχει γνωρίσει κάποιον που τώρα έχει πεθάνει, θα πρέπει να στοχαστεί βαθιά το σημάδι που η ζωή αυτού του ανθρώπου άφησε στη ζωή του. Πρέπει να στοχαστεί το είδος του σπόρου που σπάρθηκε στη ζωή αυτού του ανθρώπου και τον καρπό που αυτός έφερε.

Υπάρχει μια φράση στο Ευαγγέλιο που λέει πως «εάv μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει.Εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει». Αυτό ακριβώς μπορεί να συμβεί, αν στοχαζόμαστε με όλη μας την καρδιά, με το πνεύμα και με τη μνήμη, με όλη την ευαισθησία μας και την αίσθηση δικαιοσύνης, τη ζωή εκείνων που έχουν αναχωρήσει από αυτήν τη ζωή. Αν είχαμε το κουράγιο να χρησιμοποιήσουμε αυτό το ξίφος -που είναι ο λόγος του Θεoύ για να χωρίσουμε το φως από το σκοτάδι, να χρησιμοποιήσουμε όλη μας τη διάκριση για να ξεχωρίσουμε την ήρα από το σιτάρι, τότε, έχοντας συγκεντρώσει όσο σιτάρι θα είχαμε τη δυνατότητα να ξεχωρίσουμε, θα μπορούσε ο καθένας μας, ο καθένας που είχε γνωρίσει τον κεκοιμημένο, να φέρει πολύ καρπό στη ζωή του. Μπορούμε να ζήσουμε σύμφωνα μ' ένα παράδειγμα που προσφέρεται και λαμβάνεται, να χωνέψουμε όσα αξίζουν να χωνευθούν από τη ζωή αυτού του προσώπου.

Στη Νεκρώσιμη Ακολουθία κρατούμε αναμμένα κεριά. Πιστεύω ότι αυτό υποδηλώνει δύο πράγματα. Το πρώτο, που είναι πολύ εμφανές, είναι ότι αναγγέλλουμε την ανάσταση. Στεκόμαστε κρατώντας αναμμένα κεριά με τον ίδιο τρόπο που στεκόμαστε στην εκκλησία το βράδυ της Ανάστασης. Στεκόμαστε επίσης δίνοντας τη μαρτυρία μας μπροστά στον Θεό ότι το πρόσωπο αυτό έφερε τουλάχιστον μια σπίθα φωτός στο λυκόφως του κόσμον, ότι αυτό το πρόσωπο δεν έζησε μάταια. Θα φυλάξουμε, θα προστατεύσουμε και θα μοιραστούμε αυτό το φως, έτσι ώστε να φωτίζει όλο και περισσότερους ανθρώπους, και αν είναι δυνατό να γίνει εκατονταπλάσιο.

Αν ξεκινήσουμε να ζήσουμε μ' αυτό τον τρόπο, να γίνουμε η συνέχεια της επίγειας ζωής του κεκοιμημένου, αν ξεκινήσουμε να γίνουμε η συνέχεια όλων όσα ήταν ευγενικά, καλά, αληθινά και άγια σ' αυτό το πρόσωπο, τότε αυτό το πρόσωπο πράγματι δεν έχει ζήσει μάταια και θα αισθανθούμε κι εμείς ότι πράγματι δέν ζούμε μάταια. Δεν θα υπάρξει μέσα μας χώρος για ελπίδες ενός άμεσου θανάτου, επειδή πρέπει νά επιτελέσουμε κάποια λειτουργία.

Μένουμε πίσω για να κάνουμε δυνατά όλα όσα είδαμε, όλα όσα ακούσαμε, όλα όσα νιώσαμε, να τα πολλαπλασιάσουμε και να τα σκορπίσουμε και να γίνουμε μια νέα αλυσίδα φωτός πάνω στη γη. Αν μπορέσουμε όμως να ομολογήσουμε πως το πρόσωπο που αναχώρησε από αυτήν τη ζωή ήταν για μας ένας θησαυρός, τότε «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών». Πρέπει, μαζί μ' αυτόν που εισήλθε στην αιωνιότητα, να ζήσουμε κι εμείς όσο το δυνατόν τελειότερα και βαθύτερα, στην αιωνιότητα.Επειδή είναι ο μόνος τόπος όπου μπορούμε να είμαστε μαζί με τον κεκοιμημένο. Αυτό σημαίνει ότι, καθώς όλο και περισσότερα αγαπημένα πρόσωπα αφήνουν αυτό το επίγειο προσκύνημα και εισέρχονται στη σταθερότητα και στη γαλήνη της αιώνιας ζωής, θα πρέπει να αισθανόμαστε όλο και περισσότερο ότι ανήκουμε όλο και τελειότερα και πληρέστερα σ' εκείνο τον κόσμο, και ότι σταδιακά οι αξίες του γίνονται δικές μας.

Αν μάλιστα ένα από τα πολυαγαπημένα μας πρόσωπα, αν ένας από τους πολυτιμότερους θησαυρούς μας λέγεται Ιησούς Χριστός, τότε μπορούμε αληθινά, όσο είμαστε ακόμη πάνω στη γη, να λαχταρούμε, όπως ο απόστολος Παύλος, με όλη μας την ψυχή και όλο μας το μυαλό, με όλο μας το σώμα και όλη μας την καρδιά, την ημέρα που θα ενωθούμε αδιαίρετα μαζί Του.

Θάνατος

Θα στραφούμε τώρα στις διάφορες ακολουθίες που σχετίζονται με το θάνατο στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Πρώτα απ' όλα υπάρχουν δύο ακολουθίες που ειναι πολύ γνωστές σ' όλους τους Ορθόδόξους. Είναι το «Τρισάγιον» η «Παραστάσιμος Ακολουθία» η παννυχίδα, [Στ.Μ. όπως ονομάζεται στα Ρωσικά]- και η «Νεκρώσιμος Ακολουθία» για τους λαϊκούς. Υπάρχουν επίσης και άλλες ακολουθίες, λιγότερο γνωστές: η «Ακολουθία εις Ψυχορραγούντα», που διαβάζεται πάνω από το πρόσωπο που η αναχώρησή του από αυτήν τη ζωή παρουσιάζει δυσκολίες, η «Νεκρώσιμη Ακολουθία» για νήπια και για ιερείς. Θα ήθελα να απομονώσω ορισμένα χαρακτηριστικά που βασικά είναι κοινά σ' όλες αυτές.

Υπάρχουν δύο πλευρές σ' αυτές τις ακολουθίες: η μία αφορά τη μέριμνα για την ψυχή και η άλλη τη φροντίδα για το σώμα. Το ενδιαφέρον μας για την προσευχή υπέρ της ψυχής του κεκοιμημένου είναι κοινό με αυτό όλων των άλλων Εκκλησιών. Πιστεύω όμως ότι στην Ορθοδοξία δίνουμε μια πολύ πιο ειδική και σημαντική προσοχή στο σώμα. Στο Μνημόσυνο, όλη η προσοχή μας συγκεντρώνεται στην ψυχή που βρίσκεται τώρα στην αιωνιότητα, πρόσωπο προς πρόσωπο με τον ζώντα Θεό, και η οποία αναπτύσσεται σε μια όλο και βαθύτερη κοινωνία μαζί Του. Στη Νεκρώσιμη Ακολουθία, παράλληλα με τη μέριμνά μας για την ψυχή που έχει μεν αναχωοήσει., αλλά κατά κάποιο τρόπο βρίσκεται ακόμη κοντά στη γη, υπάρχει μια βαθιά φροντίδα για το σώμα.

Όταν διαβάζουμε τη Νεκρώσιμη Ακολουθία, το σώμα αντιμετωπίζεται υπό δύο γωνίες. Αφενός, γνωρίζουμε καλά ότι αυτό το σώμα είναι καταδικασμένο να φθαρεί: «Χους ει και εις χουν απελεύσει». Υπάρχει ένας οξύς πόνος σ' αυτήν τη σκέψη και σ' αυτήν τη θέα. Στη στάση μας προς τον κεκοιμημένο, πρέπει να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στην αποδοχή της πραγματικότητας και στη βεβαιότητα της πίστης μας, ανάμεσα στη θέα της φθοράς και στη βεβαιότητα της αιώνιας ζωής, ανάμεσα στην αγάπη για τον τόπο όπου αναπαύεται ό,τι έχει απομείνει από το αγαπημένο σώμα του, και στη βεβαιότητα ότι η σχέση κοινωνίας συνεχίζεται εν Θεώ στην αιωνιότητα.

Αυτή είναι η πρώτη άποψη της συμμετοχής του σώματος. Στις διάφορες ευχές, στο τροπάριο και στον κανόνα, στους ύμνους του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, βρίσκουμε την αντανάκλαση αυτού του πόνου και την αίσθηση μιας τραγωδίας: ένα ανθρώπινο σώμα που εκλήθη στην αιώνια ζωή, και που το σκότωσε η θνητότητα που γέννησε η απώλεια του Θεού.

Η Αγία Γραφή, αφετέρου, χρησιμοποιεί τους όρους «σώμα», «πρόσωπο» και«ψυχή» κατά περίσταση, για να υποδηλώνει το όλο πρόσωπο.
Όντως, η σύνδεση που υφίσταται ανάμεσα στο σώμα και στη ψυχή, ανάμεσα στο σώμα και στην ίδια την πνευματική εμπειρία είναι τόσο τέλεια. Η μαρτυρία του απόστολου Παύλου είναι πώς «η πίστις εξ ακοής, η δε ακοή δια ρήματος Θεού».Η λέξη προφέρεται, η λέξη ακούγεται με τη βοήθεια σωματικών μέσων: τα χείλη του ομιλητή, τα αυτιά του ακροατή. Και όμως φτάνουν στην καρδιά, φτάνονν στο νου, φτάνουν στον πυρήνα του προσώπου μ' έναν τέτοιο τρόπο, ώστε ένας λόγος του Θεού να μπορεί να μεταμορφώοει τη ζωή ενός προσώπου.

Γνωρίζουμε επίσης πόσο όλες μας οι αισθήσεις συμμετέχουν σε κάθε γεγονός του νου και της καρδιάς. Πόση αγάπη δεν εκφράζει μια μητέρα στο μικρό της παιδί με το άγγιγμα του χεριού του, πόση κάθε μορφής αγάπη δεν βρίσκει έκφραση μέσα από το σώμα.Έτσι, αν κοιτάξουμε το σώμα ενός κεκοιμημένου, δεν αντικρίζουμε ένα ένδυμα που πρέπει να απορριφθεί - όπως πολλοί λένε για να παρηγοριούνται και για να σβήσουν τον πόνο τους. Δεν είναι ένδυμα, ούτε έχει απορριφθεϊ. Είναι ένα σώμα που είναι τόσο πραγματικό, όσο το πρόσωπο και η ψυχή. Μόνο το συναμφότερον, σώμα καί ψυχή, αποτελεί ολόκληρο το πρόσωπο.

Αυτό το παρουσιάζει μ' έναν απροσδόκητο και ίσως παράξενο τρόπο ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ο οποίος, μιλώντας για το σώμα, λέγει ότι ο αιώνιος προορισμός του ανθρώπου δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί πριν από την ανάσταση του σώματος, επειδή το σώμα διαθέτει, στον ίδιο βαθμό με την ψυχή, το δικαίωμα να επιλέξει και να καθορίσει τον αιώνιο προορισμό του προσώπου. Τα λόγια αυτά μας φαίνονται μυστηριώδη, επειδή δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς μπορεί να γίνει αυτό. Και όμως, αυτό το σώμα είναι τόσο εγώ, όσο εγώ είναι και η ψυχή. Και μόνο κατά το συναμφότερον μπορώ να θεωρούμαι ολόκληρος.

Έτσι, όταν παρατηρούμε αυτό το σώμα, το βλέπουμε με σεβασμό. Βλέπουμε σ' αυτό όλο τον πόνο και τη χαρά, όλο το μυστήριο της ζωής αυτού του προσώπου. Το σώμα μπορεί να ονομαστεί ορατό στοιχείο του αοράτου. Από την άποψη αυτή, δεν είναι ίσως τυχαίο το ότι στις εκκλησιαστικές ακολουθίες στα σλαβονικά, χρησιμοποιούμε για το σώμα τη λέξη «moshchi», που σημαίνει λείψανο.

Έτσι, βλέπουμε αφενός το τόσο αγαπητό και πολύτιμο σώμα, πληγωμένο και κατακτημένο από τη θνητότητα, παραδομένο στο θάνατο.
Αφετέρου, το βλέπουμε ως σπόρο που σπείρεται για να σηκωθεί ξανά στη δόξα της αθανασίας μέσα από την ανάσταση. Και, κοιτάζοντάς το, δεν μπορούμε παρά να βλέπουμε τη σύνδεσή του με το Σώμα του Χριστού.

Ο απόστολος Παύλος χρησιμοποίησε τη φράση «η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ». Η σωματική μας ύπαρξη κρύβεται στο μυστήριο της αγίας Τριάδος και αυτή η σωματική ύπαρξη μας αποτελεί την ανθρώπινη φύση μας. Στον Χριστό και στη Θεοτόκο μπορούμε να δούμε αυτό που καλείται να γίνει το σώμα μας: ένα σώμα δόξης. Έτσι δεν είμαστε διχασμένοι, αλλά βρισκόμαστε σε μια περίπλοκη κατάσταση στην οποία, συντετριμμένοι από τη λύπη για το χωρισμό, κοιτάζουμε έκπληκτοι το γεγονός ότι ένα ανθρώπινο σώμα μπορεί να πεθάνει, και με πίστη και ελπίδα κοιτάζουμε ένα σώμα που μια μέρα θα εγερθεί σαν το Σώμα του Χριστού.

Κατόπιν έρχεται η ψυχή.Υπάρχονν αρκετές ευχές που προηγούνται του θανάτου κάποιου προσώπου. Αυτές περιλαμβάνουν ακολουθίες που σχετίζονται με την προετοιμασία για το θάνατο. Πρώτα απ' όλα υπάρχει αυτή η προετοιμασία που συνίσταται στο να στραφούμε από τα πρόσκαιρα πράγματα στα αιώνια.Ο άγιος Σεραφείμ μπορούσε να λέγει πριν από το θάνατό του: «Σωματικά πλησιάζω στο θάνατο, και πνευματικά είναι μόλις σαν να έχω γεννηθεί, με όλη τη φρεσκάδα και τη δροσιά μιας αρχής δίχως τέλος».

Αυτό οδηγεί στην ανάγκη προετοιμασίας για το θάνατο μέσα από μια απαιτητική και συνάμα απελευθερωτική πορεία συμφιλίωσης και ειρήνευσης με όλους, με τη συνείδησή μας, με τις περιστάσεις, με το παρόν και το παρελθόν, με τα γεγονότα και τους ανθρώπους και με το μέλλον, με τον ερχομό του ίδιου του θανάτου. Όπως νομίζω πως το έχει θέσει ο άγιος Ισαάκ, ο Σύρος, πρέπει να υπάρχει μια διαδικασία με την οποία φθάνουμε να ειρηνεύσουμε με τον Θεό, με τη συνείδησή μας, με τον πλησίον μας, ακόμη και με τα πράγματα που έχουμε αγγίξει. Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρη η γη μπορεί τότε να μας πει: «Πορεύου εν ειρήνη». Και εμείς μπορούμε επίσης να πούμε σε όλα όσα η γη ήταν για μας: «Μείνε εν ειρήνη, και είθε η ειρήνη και η ευλογία του Θεού να είναι μαζί σου».

Δεν μπορεί κάποιος να εισέλθει στην αιωνιότητα δεμένος, περιορισμένος από το μίσος, δίχως ειρήνη. Αν θέλουμε και έχουμε τη δυνατότητα να το κάνουμε, στον σύντομο χρόνο που μας προσφέρει ο ερχομός του θανάτου, χρειάζεται να σκεφτούμε όλη μας τη ζωή ως μια άνοδο, μια άνοδο στην αιωνιότητα και όχι ως μια σταδιακή πορεία προς το θάνατο. Αυτή είναι μια άνοδος στη στιγμή εκείνη που θα εισέλθουμε στην αιωνιότητα μέσα από τη στενή πύλη του θανάτου - και δίχως να απεκδυθούμε την πρόσκαιρη ζωή, ενδυόμαστε την αιωνιότητα, για να χρησιμοποιήσω τους λόγους του απόστολου Παύλου.

Αν στο Μνημόσυνο υπάρχει μια συγκέντρωση της προσοχής στην κεκοιμημένη ψυχή, στη Νεκρώσιμη Ακολουθία η προσοχή στρέφεται στην αναχωρούσα ψυχή. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη παράδοση, τις τρεις πρώτες ημέρες μετά το θάνατο του ανθρώπου, η ψυχή του παραμένει κοντά στη γη, επισκεπτόμενη πιθανώς γνωστά μέρη και ενθυμούμενη όλα όσα υπήρξαν πάνω στη γη. Έτσι, η ψυχή θα αφήσει τη γη και θα σταθεί μπροστά στον Θεό έχοντας όλες τις ενθυμήσεις της.

Γι' αυτό περιβάλλουμε με ιδιαίτερη προσοχή τις τρεις αυτές μέρες. Προσφέρονται ευχές, γίνονται «Τρισάγια», η σκέψη μας συγκεντρώνεται σε όλες τις περίπλοκες σχέσεις που είχαμε με το κεκοιμημένο πρόσωπο. Έχουμε δε να παίξουμε και τον δικό μας ρόλο. Πρέπει να λύσουμε αρκετούς κόμβους στην ψυχή μας. Πρέπει να έχουμε τη δυνατότητα να πούμε στον κεκοιμημένο από τα βάθη της καρδιάς μας και όλης της ύπαρξής μας: «Συγχώρησέ με», και να πούμε επίσης: «Σε συγχωρώ, πορεύου εν ειρήνη».

Εδώ ίσως να βρίσκεται το νόημα του παλιού γνωμικού, ότι δεν πρέπει να κακολογούμε τον κεκοιμημένο. Αν είχαμε όντως και με κάθε ειλικρίνεια πει στο πρόσωπο που αναχώρησε από αυτήν τη ζωή: «Σε ελευθερώνω. Θα σταθώ μπροστά στον Θεό διακηρύσσοντας τη συγγνώμη. Τίποτε απ' όσα έχουν συμβεί ανάμεσά μας ας μη σταθεί στο δρόμο σου για την ολοκλήρωση και την αιώνια χαρά», τότε πώς μπορούμε να επιστρέψουμε και να θυμηθούμε το κακό και την πίκρα;

Αυτός δεν είναι ένας τρόπος για να κλείνουμε τα μάτια στην πραγματικότητα, επειδή, αν όντως έχει υπάρξει το κακό στη ζωή ενός προσώπου, αν όντως έχει υπάρξει το κακό ανάμεσα σε μας και στον κεκοιμημένο, τότε πολύ περισσότερο θα πρέπει να προσευχόμαστε στον Θεό να απελευθερώσει και τους δύο - εμάς κι εκείνον. Πολύ περισσότερο θα πρέπει να παρακαλούμε τον Θεό για να ακούσουμε τα λόγια της συγγνώμης «πορεύου εν ειρήνη», και να πούμε τα ίδια λόγια άπαξ διά παντός, με ένα όλο και μεγαλύτερο βάθος κατανόησης, με μια όλο και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση μιας αυξανόμενης ελευθερίας.

Υπάρχουν δυσκολίες στη Νεκρώσιμη Ακολουθία. Η Ακολουθία αρχίζει με τις λέξεις «Ευλογητός ο Θεός...» και ζητά από μας όλη την πίστη και την αποφασιστικότητά μας. Μερικές στιγμές τεντώνει την πίστη μας στα όριά της. «Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλατο... είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας», είπε ο Ιώβ. Δεν είναι όμως εύκολο πράγμα όταν οι καρδιές μας σπαράσσονται και όταν βλέπουμε το πρόσωπο, που αγαπάμε πάνω απ' όλα, πεθαμένο μπροστά στα μάτια μας.

Κατόπιν έχουμε ευχές της πίστης, ευχές της πραγματικότητας και ευχές της ανθρώπινης αδυναμίας - ευχές της πίστης που συνοδεύουν την ψυχή του κεκοιμημένου και που προσφέρονται μπροστά στο πρόσωπο του Θεού ως μαρτυρία αγάπης. Oι ευχές για τους κεκοιμημένους αποτελούν όντως μια μαρτυρία μπροστά στον Θεό, ότι αυτό το πρόσωπο δεν έζησε επί ματαίω. Όσο αμαρτωλός και αδύναμος άνθρωπος κι αν υπήρξε ο αποθανών, άφησε πίσω του μια όμορφη μνήμη. Όλα τα άλλα θα γίνουν χώμα. Η αγάπη θα επιβιώσει απ' όλα τα άλλα πράγματα. Η πίστη θα παρέλθει και η ελπίδα θα παρέλθει όταν η πίστη αντικατααταθεί από το όραμα και η ελπίδα από τη βεβαιότητα, αλλά η αγάπη ποτέ δεν θα παρέλθει.

Όπως στεκόμαστε και προσευχόμαστε για τον κεκοιμημένο, όλα όσα λέμε είναι: «Κύριε, αυτό το πρόσωπο δεν έζησε επί ματαίω. Αυτό που άφησε στη γη είναι ένα παράδειγμα και μια αγάπη. Το παράδειγμα θα το ακολουθήσουμε. Η αγάπη ποτέ δεν θα πεθάνει».

Παρέθεσα προηγουμένως τα λόγια του Λέων Μπλόυ:«Το να πούμε σε ένα πρόσωπο "σε αγαπώ" ισοδυναμεί με το να του λέμε "ποτέ δεν θα πεθάνεις"». Διακηρύσσοντας μπροστά στον Θεό την αθάνατη αγάπη μας για τον πεθαμένο είναι σαν να επιβεβαιώνουμε αυτό το πρόσωπο, όχι μόνο στο χρόνο αλλά και στην αιωνιότητα Όταν μάλιστα στεκόμαστε με αναμμένα κεριά στην Ακολουθία, διακηρύσσουμε πραγματικά την πίστη μας στην ανάσταση, αλλά και δηλώνουμε μπροστά στο πρόσωπο του Θεού ότι αυτό το πρόσωπο έφερε ένα φως στον κόσμο.
«Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς». Αυτό το πρόσωπο δεν έχει ρίξει απλώς ένα δημιουργικό φως, ούτε μας έχει εντυπωσιάσει μόνο με την ιδιοφυΐα του, την ομορφιά ή τα ταλέντα του, αλλά άφησε να λάμψει το φως του Θεού, ή άκτιστη Θεία δόξα. Αυτό είναι κάτι που ποτέ δεν θα πεθάνει πάνω στη γή.

Όσο συντετριμμένοι κι αν είμαστε, εξακολουθούμε να διακηρύσσουμε αυτά τα λόγια της πίστης «Ευλογητός ο Θεός ημών». Μερικές φορές το τροπάριο της Αναστάσεως, «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος», ακούγεται ακόμη πιο τραγικά, τη στιγμή που μπροστά στα μάτια μας βρίσκεται το νεκρό σώμα ενός προσώπου που αγαπούμε. Υπάρχει όμως και η φωνή της Εκκλησίας που μας απευθύνει λόγους παρακλήσεως και παρηγοριάς: «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύαεως».

Όλος ο πόνος του θνήσκοντος προσώπου εκφράζεται σε ένα από τα τροπάρια της Ακολουθίας εις Ψυχορραγούντα, που διαβάζεται για να βοηθηθεί η ψυχή που δυσκολεύεται να αφήσει αυτήν τη ζωή. «Ιδού νυν χωρίζεται, μετ' οδύνης η ψυχή, εκ του δεινού μου σώματος» λέγει η ψυχή. Όμως εδώ βρίσκεται και η βεβαιότητά μας ότι ο θάνατος, που είναι χαμός και απώλεια, είναι και μια γέννηση στην αιωνιότητα: ότι είναι ένα ξεκίνημα και όχι ένα τέλος, ότι είναι μια μεγάλη και ιερή συνάντηση του Θεού με την « ψυχή ζώσα», η οποία μπορεί να εκπληρωθεί μόνο εν Θεώ.

του (+) μητροπολίτη Σουρόζ Anthony Bloom
Andrew Walker - Κώστας Καρράς (επιμ.), Ζωντανή Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο, μτφρ Ιωσήφ Ροηλίδης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2001