03 Μαρτίου 2010

Ποιος είναι ο αληθινός εαυτός μας, το πραγματικό μας «πρόσωπο»;










Kάθε άνθρωπος βλέμμα μοναδικό, μοναδικό χαμόγελο. Mιλάει, σκέφτεται, αγαπάει όπως κανένας άλλος, ούτε πριν, ούτε μετά. Tραγουδάει τον έρωτα άκρη στη θάλασσα, βουτάει στο κύμα όλος αλκή. Bγαίνει στον βράχο, λούζεται το ηλιοβασίλεμα, χαίρεται τον φλοίσβο. Pουφάει το τώρα με την αμεριμνησιά του αθάνατου. Aνυποψίαστος για την προδοσία της σάρκας του που κάθε χρόνο μαραίνεται και κάποτε θα σαπίσει στο χώμα. Aσχετος με τον θάνατο που θα τον θερίσει.
Hλιοκαμένο αγόρι, με το ζαρκαδίσιο κορμί και τα αλατισμένα ματόκλαδα, τι σχέση έχεις εσύ με τον αυριανό εαυτό σου, τον γέροντα που σέρνεται με τρεμάμενα μέλη, κυρτωμένος, εύθραυστος, κι αδύναμο φως στα σακουλιασμένα του μάτια; Kαι συ κορίτσι ολόδροσο, σπαρταριστό κορμί ηδονικού λεόπαρδου, πώς μεταλλάζεις το διάφανο δέρμα το ολόφωτο βλέμμα, το κρουστό στήθος, τα ζωντανά μαλλιά όπου ανασαίνει ο άνεμος; Πώς μεταλλάζεις σε μαραμένη κίτρινη γεροντική σάρκα, στρεβλές αρθρώσεις, μελανιασμένες φλέβες, κομπιαστή ανάσα; Ποιος είναι ο αληθινός εαυτός μας, το πραγματικό μας «πρόσωπο»; Πότε και πού σαρκώνεται η αληθινή μας ταυτότητα, ποιος ο «πυρήνας» της ύπαρξής μας, το πραγματικό «υποκείμενο» τόσο του κάλλους όσο και της φθοράς;

ΕΡΩΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΟΣ



Έρωτας: Αλλά κι αν έφταιξα σε κάτι, Δία, συγχώρεσέ με γιατί είμαι ένα μικρό παιδάκι και ακόμη δεν κόφτει το μυαλό μου.


Δίας: Εσύ ο Έρωτας είσαι παιδάκι, εσύ που είσαι πιο αρχαίος κι από τον Ιαπετό; Ή επειδή δεν έχεις γένια ούτε και άσπρες τρίχες, απαιτείς να σε παίρνουν οι άλλοι για μωρό, ενώ είσαι γέρος και πανούργος;




Έρωτας: Και τι μεγάλο κακό σου έκανα εγώ ο γεροντάκος όπως λες, και σκέφτεσαι να με συμμαζέψεις;


Δίας: Άκουσέ τα, καταραμένε, και πες μου αν είναι μικρά. Με δουλεύεις σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν έμεινε τίποτα που να μη με μεταμόρφωσες: μ’ έκανες σάτυρο, ταύρο, χρυσαφένιο, κύκνο, αετό. Κι όμως δεν έκανες καμμιά να μ’ ερωτευθεί. Ούτε κατάφερα καμμιά, γιατί εσύ μ’ έκανες ν’ αρέσω στις γυναίκες, αλλά να είμαι αναγκασμένος να τις ξεγελώ με ένα σωρό τερτίπια και να μεταμορφώνομαι. Έτσι αυτές αγαπάνε μεν τον ταύρο ή τον κύκνο, εμένα όμως, άμα τύχει και με δουν, πεθαίνουν από την τρομάρα τους.


Έρωτας: Και που το βρίσκεις το περίεργο. Είναι θνητές και δεν μπορούν να αντικρίσουν τη μορφή σου.


Δίας: Τον Απόλλωνα όμως πώς τον αγαπάνε ο Βράγχος και ο Υάκινθος;


Έρωτας: Μα και τον Απόλλωνα δεν ήθελε να τον πλησιάσει η Δάφνη αν και έχει ωραία μαλλιά και δεν έχει γένια. Αν θέλεις όμως ν’ αρέσεις στις γυναίκες να μη κουνάς την αιγίδα και να μη κουβαλάς μαζί σου τον κεραυνό, αλλά φρόντιζε να φαίνεσαι όσο μπορείς πιο όμορφος. Φτιάχνε τα μαλλιά σου έτσι που να κρέμονται μπούκλες κι απ΄ τις δυο μεριές του προσώπου σου, που να είναι πιασμένες στο πάνω μέρος από το διάδημα.
Να φοράς κόκκινη χλαμύδα και χρυσά πέδιλα. Να περπατάς ρυθμικά με συνοδεία σουραυλιών και τυμπάνων. Τότε να δεις πως θα σε ακολουθήσουν πιο πολλές γυναίκες απ’ όσες Μαινάδες τρέχουν πίσω από τον Διόνυσο.


Δίας: Βρε δε με παρατάς. Ποτέ δεν θα επιχειρήσω να ρίξω τις γυναίκες ντυμένος έτσι.


Έρωτας: Ε τότε να πάψεις να λιγουρεύεσαι τα θηλυκά, γιατί αυτό είναι και πιο εύκολο.


Δίας: Όχι-όχι , μ΄ αρέσει ο έρωτας, αλλά να μη μου βγαίνει η ψυχή για να το πετυχαίνω. Άντε τώρα πήγαινε στο καλό και φρόντισε οι ερωτοδουλειές μου να γίνονται όπως σου τις εξήγησα.

08 Φεβρουαρίου 2010

Το χρώμα του φεγγαριού ...



- Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;

- Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε.

- Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;

- Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.

- Τι χρώμα έχει η χαρά;

- Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.

- Και η μοναξιά;

-Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.

- Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.

- Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράκτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.

- Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;

- ...;Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.

- Τι χρώμα έχει ο έρωτας;

- Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.

- Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι ...; Κοίταξε μακριά στο κενό ...; Και δάκρυσε ...;
Ζω ...;

- Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;

- Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μην αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα από τα δάχτυλα σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ' αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησε το!

Συγχωρώ!

- Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιει μια γουλιά νερό. Σ' αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Κι εσύ, θα 'ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι' αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Άντε στην υγειά σου!

Ελπίζω!

- Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πίστεψε με. Αξίζει να τη ζεί κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλ' αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι από την αρχή. Τώρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξε τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;.

- Aυριο θα 'ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τιποτ' άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ'αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζείς μέσα στη γυάλα, απο φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να 'χεις το θάρρος να λές: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζείς. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα της αναμνήσεις σου και προχώρα ...; Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ' αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γής. Aντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;
Ποιός έιναι ο δυνατός;

- Ποιός είναι ο δυνατός; Ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.

- Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή,μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.
Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:

- Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!
«Προσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ' ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σερνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χαλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. Τ' αγαλματα μόνο δε λυγάνε».

Ονειρεύονται ...; και ελπίζουν ...;

- Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ' αστέρι του.

- Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.

- Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.

- Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.

- Όμορφη βραδιά απόψε. Aκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!
Σε λίγο θα βγεί ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται ...;

- Σε λίγο θα ξημερώσει ...; Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται ...;

Ονειρεύονται και ελπίζουν ...;

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ



«Εἶπε ὅτι θὰ χόρευε μαζί μου ἂν τῆς ἔφερνα κόκκινα τριαντάφυλλα,» φώναξε ὁ νεαρὸς Φοιτητής· «ἀλλὰ σ᾿ ὅλο τὸν κῆπο μου δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο.»
Ἀπὸ τὴν φωλιά της στὴ βελανιδιὰ ἡ Ἀηδόνα τὸν ἄκουσε, καὶ κοίταξε ἔξω μέσα ἀπὸ τὰ φύλλα, καὶ ἀπόρησε.
«Οὔτε ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο σ᾿ ὅλο τὸν κῆπο μου!» αὐτὸς φώναξε, καὶ τὰ ὄμορφα μάτια τοῦ γέμισαν δάκρυα.
Ἄχ, ἀπὸ τί μικρὰ πράγματα ἐξαρτᾶται ἡ εὐτυχία! Ἔχω διαβάσει ὅλα ὅσα οἱ σοφοὶ ἔχουν γράψει, καὶ ὅλα τὰ μυστικὰ τῆς φιλοσοφίας εἶναι κτῆμα μου, κι ὅμως γιὰ νὰ θέλω ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο ἔχει γίνει ἡ ζωή μου δυστυχισμένη.
«Ἐπιτέλους νὰ ἕνας πραγματικὰ ἐρωτευμένος,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα. «Νύχτες ὁλόκληρες κι᾿ ἂν ἔχω τραγουδήσει γιὰ αὐτόν, ἂν καὶ δὲν τὸν ἤξερα: νύχτες ὁλόκληρες ἔχω διηγηθεῖ τὴν ἱστορία του στ᾿ ἀστέρια, καὶ τώρα τὸν ἀντικρίζω.
Τὰ μαλλιά του εἶναι σκοῦρα σὰν τὸν ἀνθὸ τοῦ ὑάκινθου, καὶ τὰ χείλη του κόκκινα σὰν τὸ τριαντάφυλλο τοῦ πόθου του· ἀλλὰ τὸ πάθος ἔχει κάνει τὸ πρόσωπό του σὰν ὠχρὸ ἐλεφαντόδοντο, καὶ ἡ θλίψη ἔχει βάλει τὴν σφραγῖδα της πάνω στὸ μέτωπό του.»
«Ὁ Πρίγκιπας κάνει ἕνα χορὸ αὔριο τὸ βράδυ,» μουρμούρισε ὁ νεαρὸς φοιτητής, «καὶ ἡ ἀγάπη μου θὰ εἶναι καλεσμένη. Ἂν τῆς φέρω ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο θὰ χορέψει μαζί μου μέχρι τὴν αὐγή.
Ἂν τῆς φέρω ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο θὰ τὴν κρατήσω στὰ χέρια μου, καὶ θὰ γείρει τὸ κεφάλι της πάνω στὸν ὦμο μου, καὶ τὸ χέρι της θὰ εἶναι πιασμένο στὸ δικό μου.
Μὰ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο στὸν κῆπο μου, κι ἔτσι θὰ κάθομαι μόνος, καὶ ἐκείνη θὰ μὲ προσπεράσει. Δὲν θὰ μοῦ δώσει καμία σημασία, καὶ ἡ καρδιά μου θὰ σπάσει.»
«Αὐτὸς ὄντως εἶναι ὁ ἀληθινὰ ἐρωτευμένος,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα. «Γιὰ ὅ,τι ἐγὼ τραγουδάω, ἐκεῖνος ὑποφέρει -ὅ,τι γιὰ μένα εἶναι χαρά, γιὰ ἐκεῖνον εἶναι πόνος.
Σίγουρα ὁ Ἔρωτας εἶναι ἕνα ὑπέροχο πρᾶγμα. Εἶναι πιὸ πολύτιμος ἀπὸ σμαράγδια, καὶ πιὸ ἀκριβὸς ἀπὸ φίνες ὀπαλίνες.
Τὰ μαργαριτάρια καὶ τὰ πετράδια δὲν μποροῦν νὰ τὸν ἀγοράσουν, οὔτε καὶ πουλιέται στὴν ἀγορά. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀγοραστεῖ ἀπὸ τοὺς πραματευτάδες, οὔτε μπορεῖ νὰ μετρηθεῖ στὴ ζυγαριὰ γιὰ χρυσάφι.»
«Οἱ μουσικοὶ θὰ κάθονται στὸν ἐξώστη τους,» εἶπε ὁ νεαρὸς Φοιτητής, «καὶ θὰ παίζουν τὰ ἔγχορδα ὄργανά τους, καὶ ἡ ἀγάπη μου θὰ χορεύει στοὺς ἤχους τῆς ἅρπας καὶ τοῦ βιολιοῦ.
Θὰ χορεύει τόσο ἀνάλαφρα ποὺ τὰ πόδια της δὲν θὰ ἀγγίζουν τὸ δάπεδο, καὶ οἱ αὐλικοί με τὶς χαρούμενες ἐνδυμασίες τους θὰ συνωστίζονται γύρω της.
Ἀλλὰ μὲ μένα δὲν θὰ χορέψει, γιατὶ δὲν ἔχω κόκκινο τριαντάφυλλο νὰ τῆς προσφέρω»· καὶ σωριάστηκε κάτω στὸ γρασίδι, καὶ ἔχωσε τὸ πρόσωπό του μέσα στὰ χέρια του, καὶ ἔκλαψε.
«Γιατί κλαίει;» ρώτησε μία μικρὴ Πράσινη Σαύρα, καθὼς τὸν προσπερνοῦσε μὲ τὴν οὐρά της στὸ ἀέρα. «Γιατί, στ᾿ ἀλήθεια;» εἶπε μία Πεταλούδα, ποὺ πετάριζε ὁλόγυρα κυνηγώντας μία ἡλιαχτίδα.
«Γιατί, στ᾿ ἀλήθεια;» ψιθύρισε μία Μαργαρίτα στὸ γείτονά της, μὲ ἁπαλή, χαμηλὴ φωνή. «Κλαίει γιὰ ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα.
«Γιὰ ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο;» φώναξαν· «μὰ πόσο γελοῖο!» καὶ ἡ μικρὴ Σαύρα, ποὺ ἦταν κάπως κυνική, γέλασε ἀπερίφραστα.
Ὅμως ἡ Ἀηδόνα κατάλαβε τὸ μυστικὸ τῆς θλίψης τοῦ φοιτητῆ, καὶ κάθισε σιωπηλὴ στὴ βελανιδιά, καὶ σκέφτηκε σχετικὰ μὲ τὸ μυστήριο τοῦ Ἔρωτα.
II
Ξαφνικὰ ἅπλωσε τὰ καστανὰ φτερά της γιὰ πτήση, καὶ ὑψώθηκε στὸν ἀέρα. Πέρασε μέσα ἀπὸ τὸ δασύλλιο σὰ σκιά, καὶ σὰ σκιὰ διέσχισε τὸν κῆπο.
Στὸ μέσο του μικροῦ λιβαδιοῦ στεκόταν μία ὄμορφη Τριανταφυλλιά, καὶ ὅταν τὴν εἶδε πέταξε πρὸς τὸ μέρος της, καὶ κάθισε πάνω σὲ ἕνα κλαδάκι. «Δῶσε μου ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε, «καὶ θὰ σοῦ τραγουδήσω τὸ πιὸ γλυκό μου τραγούδι.»
Ἀλλὰ τὸ Δένδρο κούνησε τὸ κεφάλι του. «Τὰ τριαντάφυλλά μου εἶναι ἄσπρα,» ἀπάντησε· «τόσο ἄσπρα ὅσο ὁ ἀφρὸς τῆς θάλασσας, καὶ πιὸ ἄσπρα ἀπὸ τὸ χιόνι πάνω στὰ βουνά. Ἀλλὰ πήγαινε στὸν ἀδελφό μου ποὺ φυτρώνει γύρω ἀπὸ τὸ παλιὸ ἡλιακὸ ρολόι, καὶ ἴσως θὰ σοῦ δώσει αὐτὸ ποὺ ζητᾷς.»
Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα πέταξε στὴν Τριανταφυλλιὰ ποὺ φύτρωνε γύρω ἀπὸ τὸ παλιὸ ἡλιακὸ ρολόι. «Δῶσε μου ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε, «καὶ θὰ σοῦ τραγουδήσω τὸ πιὸ γλυκό μου τραγούδι.»
Ἀλλὰ τὸ Δένδρο κούνησε τὸ κεφάλι του. «Τὰ τριαντάφυλλά μου εἶναι κίτρινα,» ἀπάντησε· «τόσο κίτρινα ὅσο τὰ μαλλιὰ τῆς γοργόνας ποὺ κάθεται πάνω σὲ ἕναν κεχριμπαρένιο θρόνο, καὶ πιὸ κίτρινα ἀπὸ τὸν ἀσφόδελο ποὺ ἀνθίζει στὸ λιβάδι πρὶν ὁ θεριστῆς ἔρθει μὲ τὸ δρεπάνι του.
Ἀλλὰ πήγαινε στὸν ἀδελφό μου ποὺ φυτρώνει κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ Φοιτητῆ, καὶ ἴσως θὰ σοῦ δώσει αὐτὸ ποὺ ζητᾷς.»
Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα πέταξε στὴν Τριανταφυλλιὰ ποὺ φύτρωνε κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ Φοιτητῆ. «Δῶσε μου ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε, «καὶ θὰ σοῦ τραγουδήσω τὸ πιὸ γλυκό μου τραγούδι.»
Ἀλλὰ τὸ Δένδρο κούνησε τὸ κεφάλι του. «Τὰ τριαντάφυλλά μου εἶναι κόκκινα,» ἀπάντησε, «τόσο κόκκινα ὅσο τὰ πόδια τοῦ περιστεριοῦ, καὶ πιὸ κόκκινα ἀπὸ τὶς μεγάλες βεντάλιες τοῦ κοραλλιοῦ ποὺ κυματίζουν καὶ κυματίζουν στὰ σπήλαια τοῦ ὠκεανοῦ.
Ἀλλὰ ὁ χειμῶνας ἔχει παγώσει τὶς φλέβες μου, καὶ ἡ παγωνιὰ ἔχει κάψει τὰ μπουμπούκια μου, καὶ ἡ θύελλα ἔχει σπάσει τὰ κλαριά μου, καὶ δὲν θὰ ἔχω καθόλου τριαντάφυλλα αὐτὸ τὸ χρόνο.»
«Ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο εἶναι τὸ μόνο ποὺ θέλω,» φώναξε ἡ Ἀηδόνα, «μόνο ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο! Δὲν ὑπάρχει κανένας τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο νὰ μπορέσω νὰ τὸ ἀποκτήσω;»
«Ὑπάρχει ἕνας τρόπος,» ἀπάντησε τὸ Δένδρο· «ἀλλὰ εἶναι τόσο τρομερὸς ποὺ δὲν τολμῶ νὰ σοῦ τὸν πῶ.» «Πές τον μου,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα, «Δὲν φοβᾶμαι.»
«Ἂν θέλεις ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο,» εἶπε τὸ Δένδρο, «πρέπει νὰ τὸ δημιουργήσεις ἀπὸ τὴ μουσικὴ στὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ, καὶ νὰ τὸ βάψεις μὲ τὸ αἷμα τῆς ἴδιας σου τῆς καρδιᾶς. Πρέπει νὰ μοῦ τραγουδήσεις μὲ τὸ στῆθος σου πάνω σὲ ἕνα ἀγκάθι.
Ὅλο τὸ βράδυ πρέπει νὰ μοῦ τραγουδήσεις, καὶ τὸ ἀγκάθι πρέπει νὰ τρυπήσει τὴν καρδιά σου, καὶ τὸ αἷμα τῆς ζωῆς σου πρέπει νὰ τρέξει μέσα στὶς φλέβες μου, καὶ νὰ γίνει δικό μου.»
«Ὁ Θάνατος εἶναι μεγάλο τίμημα νὰ πληρώσει (κάποιος) γιὰ ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε ἡ Ἀηδόνα, «καὶ ἡ Ζωὴ εἶναι πολὺ ἀκριβῆ γιὰ ὅλους. Εἶναι εὐχάριστο νὰ κάθεσαι στὸ πράσινο δάσος, καὶ νὰ παρακολουθεῖς τὸν Ἥλιο στὸ ἅρμα του ἀπὸ χρυσό, καὶ τὴ Σελήνη στὸ ἅρμα της ἀπὸ μαργαριτάρια.
Γλυκὸ εἶναι τὸ ἄρωμα τοῦ κράταιγου, καὶ γλυκοὶ εἶναι οἱ ἄγριοι ὑάκινθοι ποὺ κρύβονται στὴν κοιλάδα, καὶ ἡ ἐρείκη ποὺ ἀνθίζει στὸ λόφο. Ὡστόσο ὁ ἔρωτας εἶναι καλύτερος ἀπὸ τὴν Ζωή, καὶ τί εἶναι ἡ καρδιὰ ἑνὸς πουλιοῦ συγκρινόμενη μὲ τὴν καρδιὰ ἑνὸς ἀνθρώπου;»
Ἔτσι ἅπλωσε τὰ καστανὰ φτερά της γιὰ πτήση, καὶ ὑψώθηκε στὸν ἀέρα. Πέρασε πάνω ἀπὸ τὸν κῆπο σὰ σκιά, καὶ σὰ σκιὰ διέσχισε τὸ δασύλλιο.
Ὁ νεαρὸς Φοιτητὴς ἀκόμα κείτονταν στὸ γρασίδι, ὅπου τὸν εἶχε ἀφήσει, καὶ τὰ δάκρυα δὲν εἶχαν ἀκόμη στεγνώσει στὰ ὄμορφα μάτια του.
«Νὰ εἶσαι εὐτυχισμένος,» φώναξε ἡ Ἀηδόνα, «νὰ εἶσαι εὐτυχισμένος· θὰ τὸ ἔχεις τὸ κόκκινό σου τριαντάφυλλο. Θὰ τὸ φτιάξω ἀπὸ μουσικὴ στὸ φεγγαρόφωτο, καὶ θὰ τὸ βάψω μὲ τῆς ἴδιας της καρδιᾶς μου τὸ αἷμα.
Τὸ μόνο ποὺ ζητῶ ἀπὸ σένα σ᾿ ἀντάλλαγμα εἶναι νὰ εἶσαι ἕνας ἀληθινὸς ἐραστής, γιατὶ ὁ Ἔρωτας εἶναι σοφότερος ἀπὸ τὴν Φιλοσοφία, ἂν καὶ εἶναι σοφή, καὶ δυνατότερος ἀπὸ τὴν Ἰσχύ, ἂν καὶ εἶναι ἰσχυρή.
Στὸ χρῶμα τῆς φωτιᾶς εἶναι τὰ φτερά του, καὶ βαμμένο σὰν φλόγα εἶναι τὸ σῶμα του. Τὰ χείλη του εἶναι γλυκὰ σὰν μέλι, καὶ ἡ ἀνάσα του εἶναι (μεθυστική) σὰν λιβάνι.»
Ὁ Φοιτητὴς ὕψωσε τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸ γρασίδι, καὶ ἀφουγκράστηκε, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει τί τοῦ ἔλεγε ἡ Ἀηδόνα, γιατὶ ἤξερε μόνο τὰ πράγματα ποὺ εἶναι γραμμένα σὲ βιβλία.
Ἀλλὰ ἡ Βελανιδιὰ κατάλαβε, καὶ ἔνοιωσε θλίψη, γιατὶ πολὺ συμπαθοῦσε τὴ μικρὴ Ἀηδόνα ποὺ εἶχε φτιάξει τὴ φωλιά της μὲς τὰ κλαδιά της. «Τραγούδησέ μου ἕνα τελευταῖο τραγούδι,» ψιθύρισε· «Θὰ νοιώσω πολὺ μοναχικὰ ὅταν θὰ ἔχεις φύγει.»
Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα τραγούδησε στὴ Βελανιδιά, καὶ ἡ φωνή της ἦταν σὰν νερὸ ποὺ κελάρυζε ἀπὸ ἀσημένια κανάτα. Ὅταν εἶχε τελειώσει τὸ τραγούδι της ὁ Φοιτητὴς σηκώθηκε, καὶ ἔβγαλε ἕνα σημειωματάριο καὶ ἕνα μολύβι ἀπὸ τὴν τσέπη του.
«Ἔχει μορφή,» εἶπε στὸν ἑαυτό του, καθὼς ἀπομακρύνθηκε μέσα στὸ δασύλλιο -«αὐτὸ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τῆς τὸ ἀρνηθεῖ· ἀλλὰ ἔχει αἰσθήματα; Φοβᾶμαι πὼς ὄχι. Στὴν πραγματικότητα, εἶναι σὰν τοὺς περισσότερους καλλιτέχνες· εἶναι μόνο ὕφος, χωρὶς καμία εἰλικρίνεια.
Δὲν θὰ θυσίαζε τὸν ἑαυτό της γιὰ τοὺς ἄλλους. Σκέφτεται μοναχὰ γιὰ τὴ μουσική, καὶ ὅλοι ξέρουν ὅτι οἱ τέχνες εἶναι ἐγωιστικές. Ὅμως, πρέπει νὰ παραδεχτοῦμε ὅτι ἔχει κάποιες ὄμορφες νότες στὴ φωνή της. Τί κρῖμα εἶναι ποὺ δὲν σημαίνουν τίποτε, ἢ δὲν ἔχουν κανένα πρακτικὸ ὄφελος.»
Καὶ πῆγε στὸ δωμάτιό του, καὶ ξάπλωσε στὸ μικρό του ξυλοκρέβατο, καὶ ἄρχισε νὰ σκέφτεται τὴν ἀγάπη του· καί, μετὰ ἀπὸ κάποια ὥρα, ἀποκοιμήθηκε.
III
Καὶ ὅταν ἡ Σελήνη ἔλαμψε στοὺς οὐρανοὺς ἡ Ἀηδόνα πέταξε στὴν Τριανταφυλλιά, καὶ ἔβαλε τὸ στῆθος της πάνω στὸ ἀγκάθι.
Ὅλο τὸ βράδυ τραγουδοῦσε μὲ τὸ στῆθος της πάνω στὸ ἀγκάθι, καὶ ἡ ψυχρὴ κρυστάλλινη Σελήνη ἔσκυψε καὶ ἀφουγκράστηκε.
Ὅλη νύχτα τραγουδοῦσε, καὶ τὸ ἀγκάθι ἔμπαινε ὅλο καὶ βαθύτερα στὸ στῆθος της, καὶ τὸ αἷμα τῆς ζωῆς τῆς ἄδειαζε ἀπὸ μέσα της.
Τραγούδησε πρῶτα γιὰ τὴ γέννηση τῆς ἀγάπης στὴν καρδιὰ ἑνὸς ἀγοριοῦ καὶ ἑνὸς κοριτσιοῦ. Καὶ στὸ πιὸ ψηλὸ κλαδάκι τῆς Τριανταφυλλιᾶς ἄνθισε ἕνα θαυμάσιο τριαντάφυλλο, πέταλο μὲ τὸ πέταλο, τραγούδι μὲ τὸ τραγούδι.
Ὠχρὸ ἦταν, στὴν ἀρχή, ὅπως ἡ καταχνιὰ ποὺ κρέμεται πάνω ἀπὸ τὸ ποτάμι -ὠχρὸ σὰν τὰ πόδια τοῦ πρωινοῦ, καὶ ἀσημένιο σὰν τὰ φτερὰ τῆς αὐγῆς.
Σὰν τὴ σκιὰ ἑνὸς τριαντάφυλλού σε καθρέφτη ἀπὸ ἀσῆμι, σὰν τὴ σκιὰ ἑνὸς τριαντάφυλλού σε λίμνη νεροῦ, ἔτσι ἦταν τὸ τριαντάφυλλο ποὺ ἄνθισε στὸ ψηλότερο κλαδάκι τοῦ Δένδρου.
Μὰ τὸ Δένδρο φώναξε στὴν Ἀηδόνα νὰ πιέσει περισσότερο πάνω στὸ ἀγκάθι. «Πίεσε περισσότερο, μικρὴ Ἀηδόνα», φώναξε τὸ Δένδρο, «ἀλλιῶς ἡ Μέρα θά ῾ρθει πρὶν νὰ τελειώσει τὸ τριαντάφυλλο.»
Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα πίεσε περισσότερο πάνω στὸ ἀγκάθι, καὶ ὁλοένα καὶ δυνατότερο ἔγινε τὸ τραγούδι της, καθὼς τραγούδαγε γιὰ τὴ γέννηση τοῦ πάθους στὴν ψυχὴ ἑνὸς ἄνδρα καὶ μιᾶς κόρης. Καὶ μία ἁπαλὴ ἀπόχρωση ἀπὸ ρὸζ ἦρθε στὰ φύλλα τοῦ τριαντάφυλλου, σὰν τὸ ἀναψοκοκκίνισμα στὸ πρόσωπο τοῦ γαμπροῦ ὅταν φιλᾷ τὰ χείλη τῆς νύφης.
Ἀλλὰ τὸ ἀγκάθι δὲν εἶχε ἀκόμα φτάσει στὴν καρδιά της, κι ἔτσι ἡ καρδιὰ τοῦ τριαντάφυλλου παρέμενε λευκή, καθὼς μόνο τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς ἑνὸς Ἀηδονιοῦ μπορεῖ νὰ κοκκινίσει τὴν καρδιὰ ἑνὸς ρόδου.
Καὶ τὸ Δένδρο φώναξε στὴν Ἀηδόνα νὰ πιέσει περισσότερο πάνω στὸ ἀγκάθι. «Πίεσε περισσότερο, μικρὴ Ἀηδόνα», φώναξε τὸ Δένδρο, «ἀλλιῶς ἡ Μέρα θὰ ῾ρθει πρὶν νὰ τελειώσει τὸ τριαντάφυλλο.»
Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα πίεσε περισσότερο πάνω στὸ ἀγκάθι, καὶ τὸ ἀγκάθι ἄγγιξε τὴν καρδιά της, καὶ μία ἄγρια σουβλιὰ πόνου τὴ διαπέρασε.
Πικρός, πικρὸς ἦταν ὁ πόνος, καὶ ὅλο καὶ πιὸ ξέφρενο γινόταν τὸ τραγούδι της, καθὼς τραγουδοῦσε γιὰ τὸν Ἔρωτα ποὺ τελειοποιεῖται μὲ τὸ Θάνατο, γιὰ τὸν Ἔρωτα ποὺ δὲν πεθαίνει στὸ μνῆμα.
Καὶ τὸ θαυμάσιο ρόδο ἔγινε βαθυκόκκινο, σὰν τὸ ροδόχρωμα τοῦ οὐρανοῦ τῆς ἀνατολῆς. Βαθυκόκκινη ἦταν ἡ γιρλάντα ἀπὸ πέταλα, καὶ πορφυρὴ σὰ ρουμπίνι ἦταν ἡ καρδιά.
Μὰ τῆς Ἀηδόνας ἡ φωνὴ γινόταν ὅλο καὶ πιὸ ἀχνή, καὶ τὰ μικρὰ φτερά της ἄρχισαν νὰ τρέμουν, καὶ μία λεπτὴ μεμβράνη σκέπασε τὰ μάτια της. Ὅλο καὶ πιὸ ἀδύναμο γινόταν τὸ τραγούδι της, καὶ ἔνοιωσε κάτι νὰ τὴν πνίγει στὸ λαιμό.
Τότε ἔβγαλε ἕνα τελευταῖο ξέσπασμα μουσικῆς. Ἡ λευκὴ Σελήνη τὸ ἄκουσε, καὶ ξέχασε τὴν αὐγή, καὶ παρέμεινε στὸν οὐρανό. Τὸ κόκκινο ρόδο τὸ ἄκουσε, καὶ τρεμούλιασε σύγκορμο ἀπὸ ἔκσταση, καὶ ἄνοιξε τὰ πέταλά του στὸν κρύο πρωινὸ ἀέρα.
Ἡ ἠχὼ τὸ μετέφερε στὶς πορφυροβαμμένες τῆς σπηλιὲς στοὺς λόφους, καὶ ξύπνησε τοὺς κοιμισμένους τσοπάνηδες ἀπὸ τὰ ὄνειρά τους. Ἀρμένισε μέσα ἀπὸ τὰ καλάμια τοῦ ποταμοῦ, καὶ αὐτὰ μετέφεραν τὸ μαντάτο του στὴ θάλασσα.
«Κοίτα, κοίτα!» φώναξε τὸ δένδρο, «τὸ τριαντάφυλλο εἶναι ἕτοιμο τώρα»· μὰ ἡ Ἀηδόνα δὲν ἔδωσε καμία ἀπάντηση, γιατὶ κειτόταν νεκρὴ στὸ ψηλὸ χορτάρι, μὲ τὸ ἀγκάθι στὴν καρδιά της.
IV
Καὶ τὸ μεσημέρι ὁ Φοιτητὴς ἄνοιξε τὸ παράθυρό του καὶ κοίταξε ἔξω. «Τί ἔκπληξη, τί θαυμάσια τύχη!» Ξεφώνησε· «νὰ ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο!
Δὲν ἔχω ποτὲ δεῖ τριαντάφυλλο σὰν κι αὐτὸ σὲ ὅλη μου τὴ ζωή. Εἶναι τόσο ὄμορφο ποὺ εἶμαι σίγουρος ὅτι ἔχει ἕνα μακρὺ Λατινικὸ ὄνομα»· καὶ ἔσκυψε καὶ τὸ ἔκοψε.
Μετὰ φόρεσε τὸ καπέλο του, καὶ ἔτρεξε μέχρι τὸ σπίτι τοῦ Καθηγητῆ μὲ τὸ τριαντάφυλλο στὸ χέρι του. Ἡ κόρη τοῦ Καθηγητῆ καθόταν στὴν ἐξώπορτα τυλίγοντας μπλὲ μετάξι σὲ μιὰ κουβαρίστρα, καὶ τὸ σκυλάκι της ἦταν ξαπλωμένο στὰ πόδια της.
«Εἶπες ὅτι θὰ χόρευες μαζί μου ἂν σοῦ ἔφερνα ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε ὁ Φοιτητής. «Ὁρίστε τὸ πιὸ κόκκινο τριαντάφυλλο σ᾿ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Θὰ τὸ φορέσεις σήμερα τὸ βράδυ δίπλα στὴν καρδιά σου, καὶ καθὼς θὰ χορεύουμε μαζὶ θὰ σοῦ λέει πόσο σὲ ἀγαπῶ.»
Μὰ τὸ κορίτσι κατσούφιασε. «Φοβᾶμαι ὅτι δὲν θὰ ταιριάζει μὲ τὸ φόρεμά μου,» ἀπάντησε· «καί, ἐκτὸς αὐτοῦ, ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Αὐλάρχη μοῦ ἔχει στείλει μερικὰ ἀληθινὰ πετράδια, καὶ ὅλοι ξέρουν ὅτι τὰ πετράδια κοστίζουν πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὰ λουλούδια.»
«Λοιπόν, στὸ λόγο μου, εἶσαι πολὺ ἀχάριστη,» εἶπε ὁ Φοιτητὴς θυμωμένα· καὶ πέταξε τὸ τριαντάφυλλο στὸ δρόμο, κι ἐκεῖνο ἔπεσε μέσα στὸ ρεῖθρο, καὶ ὁ τροχὸς μιᾶς ἅμαξας πέρασε ἀπὸ πάνω του.
«Ἀχάριστη!» εἶπε τὸ κορίτσι. «Γιὰ νὰ σοῦ πῶ, εἶσαι πολὺ ἀναιδής· Καί, ἔπειτα, ποιὸς εἶσαι ἐσύ; Ἕνας φοιτητάκος.
Γιατὶ, δὲν πιστεύω ὅτι οὔτε κἂν ἔχεις ἀσημένιες ἀγκράφες στὰ παπούτσια σου ὅπως ἔχει ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Αὐλάρχη»· καὶ σηκώθηκε ἀπὸ τὴν καρέκλα της καὶ μπῆκε μέσα στὸ σπίτι.
«Τί ἀνόητο πρᾶγμα ποὺ εἶναι ὁ Ἔρωτας,» εἶπε ὁ φοιτητὴς καθὼς ἔφευγε. «Δὲν εἶναι οὔτε κατὰ τὸ ἥμισυ τόσο χρήσιμος ὅσο ἡ Λογική, καθὼς δὲν ἀποδεικνύει τίποτε, καὶ πάντοτε σοῦ τάζει πράγματα ποὺ δὲν πρόκειται νὰ συμβοῦν, καὶ σὲ κάνει νὰ πιστεύεις πράγματα ποὺ δὲν εἶναι ἀληθινά.
Στὴν πραγματικότητα, δὲν εἶναι διόλου πρακτικός, καί, καθὼς στὴν ἐποχή μας τὸ νὰ εἶσαι πρακτικὸς εἶναι τὸ πᾶν, θὰ ἐπιστρέψω στὴν Φιλοσοφία καὶ θὰ μελετήσω Μεταφυσική.» Ἔτσι ἐπέστρεψε στὸ δωμάτιό του καὶ τράβηξε ἕνα μεγάλο σκονισμένο βιβλίο, καὶ ἄρχισε νὰ διαβάζει.


διήγημα του Όσκαρ Ουάιλντ

04 Ιανουαρίου 2010

Η πάλη με το σκοτεινό αίνιγμα



Πώς παρηγοριέται ο θάνατος ενός εικοσιεφτάχρονου παλικαριού; Επιτέλους, αν αιτία είναι ο αδυσώπητος παραλογισμός της φύσης, σφίγγεις τα δόντια και σκύβεις το κεφάλι στην αμείλικτη νομοτέλεια. Αλλά όταν ο θάνατος έρχεται από το χέρι ανθρώπου, αδίστακτου φονιά, από ποια λογική να αρπαχτείς, πώς να αντιπαλαίψεις τον ίλιγγο του πανικού;
Θα ήθελα -ο καθένας θα ήθελε- μιαν απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα ικανή να κριθεί για τον ρεαλισμό της από το κυρίως θύμα, που είναι ο γονιός. Τι θα είχαν να πουν οι γλαφυροί ιεροκήρυκες, οι ρήτορες ηθικολόγοι, οι σοφοί των σπουδαστηρίων της μεταφυσικής. Πώς παρηγοριέται ένας τέτοιος θάνατος με γλώσσα ανοιχτή στη δυνατότητα της εμπειρικής επαλήθευσης - όχι με νοησιαρχικές κατασκευές και παραμυθένιες διαφυγές στην ψυχολογική παραίσθηση.
Ας προσπαθήσει ο τολμητίας της απάντησης να βιώσει, έστω σαν άθικτος τρίτος, την εμπειρία που συμπυκνώνει αυτή η εξωφρενική απώλεια. Προτού αρθρώσει λόγο να βλέπει με ενάργεια μπροστά του ολόκληρη τη διαδρομή της βιωμένης σχέσης που βίαια και αναίτια διακόπηκε: Τη χαρά από την πρώτη αίσθηση της σύλληψης του παιδιού. Την προσμονή των μηνών της κύησης ώσπου να αναδυθεί στον κόσμο μας μια καινούργια ύπαρξη με τη δική της απόλυτη ετερότητα. Το πρώτο χαμόγελο, τα πρώτα τρεμάμενα βήματα, τα πρώτα στραπατσαρισμένα μιλήματα. Το ξεπροβόδισμα κάθε πρωί για το σχολειό, το ανέβασμα, χρονιά τη χρονιά, από τάξη σε τάξη, την αγωνία για τις δυσκολίες, τη χαρά για τις προόδους. Την έγνοια μετά για τις καίριες επιλογές, την είσοδο στο πανεπιστήμιο, τη μέρα που πήρε το πτυχίο, το άνοιγμα στις μεταπτυχιακές σπουδές. Ως τη στιγμή που το λεπίδι του φονιά μηδένισε αυτήν τη ζωή, τη ζυμωμένη, στιγμή προς στιγμή, με την ψυχή σου. Kαι έχεις μπροστά σου άψυχο κέλυφος την ύπαρξη που ανθοβολούσε.
Δεν έχει παρηγόρια ο θάνατος, είναι αδύνατο και αφύσικο να συμβιβαστούμε μαζί του. Σοφά οι πολύπειρες πνευματικές παραδόσεις συμβουλεύουν το πένθος, την άμεση αισθητή έκφραση της ανυπόφορης οδύνης. Είναι σκέτη παθολογία οι στωικοί παλικαρισμοί, η δήθεν ορθολογική ψυχραιμία. Αν υπάρχει απάντηση στη φρικτή αλογία, αν στο αδιαπέραστο σκοτάδι υπάρχει ενδεχόμενο να αναδυθεί φωτισμός, η πιθανότητα δεν βρίσκει ερείσματα στη διάνοια ούτε στον ναρκισσισμό της μηδενιστικής «αξιοπρέπειας».
Σε άλλους καιρούς οι άνθρωποι «ήξεραν» περισσότερα από μας για τον θάνατο και τη γνώση την αντλούσαν από τη σχέση, όχι από τη διάνοια. Ο Μακρυγιάννης μιλούσε με τους αγίους σαν να ήταν γειτόνοι του, τους ζήταγε ρουσφέτια και τους έταζε ανταλλάγματα. Ζούσε τη στέρεα σιγουριά ότι η ύπαρξή μας δεν καταλύεται με τον θάνατο, ότι η επίγεια βιοτή είναι μόνο πρόγευση της ολόκληρης σχέσης, της απερίσταλτης ζωής. Kαι αυτή την εμπειρικά βεβαιωμένη βιωματική σιγουριά την έζησαν γενιές γενεών. Σήμερα ο δικός τους τρόπος (να αντλούν γνώση από τη σχέση, από την έμπρακτη εμπιστοσύνη-πίστη, από την αυτοπροσφορά και αγάπη), μοιάζει για μας απροσπέλαστος. Είναι σα να σου λείπουν τα πόδια και να θέλεις να τρέξεις, σα να σου λείπει η γλώσσα και θες να τραγουδήσεις.
Πώς ξανασυλλαβίζει κανείς τη σχέση, πώς παραδίνεται δίχως αντιστάσεις στην εμπειρία της αυταπάρνησης που ίσως να ρίχνει φως στο σκοτάδι του θανάτου; Περισσότερο και από την αφελή αλλά εξουσιαστική της νοο-τροπίας φυσιοκρατία της νεωτερικότητας, μας εγκλώβισαν στην άσχετη επιβίωση οι γλαφυροί ιεροκήρυκες και οι ρήτορες ηθικολόγοι.
Αλλοτρίωσαν βάναυσα τον προβληματισμό για την ύπαρξη σε προβληματισμό για τη συμπεριφορά, υποκατέστησαν την οντολογία με τα ψυχολογήματα. Ακύρωσαν τη γλώσσα που προϋποθέτει τη σχέση και παραπέμπει στη σχέση, επέβαλαν τη γλώσσα που εξουσιάζει νοήματα. Μας έφτιαξαν βουβούς μπροστά στον θάνατο. Γιατί στα χείλη τους η «αγάπη» είναι ηθική εντολή για βολικότερη επιβίωση, όχι ενδεχόμενος τρόπος της ύπαρξης, όχι πιθανή ελευθερία της ύπαρξης από τις νευτώνειες αναγκαιότητες. (Δεν μας άφησαν ούτε τα περιθώρια ανυποταξίας στον χρόνο και στον χώρο που έχει μια «υπερχορδή» στο κβαντικό πεδίο).
Πριν από μια εβδομάδα υποτίθεται ότι «γιορτάζαμε» στον τόπο μας τα Φώτα: τον φωτισμό του σκοτεινού αινίγματος της ύπαρξής μας, όπως εμπειρικά τον μεταγγίζει από γενιά σε γενιά η βιωματική συνέχεια της πίστης. Kαι άκουγα τον προεστώτα της σύναξης, που υποτίθεται ότι λειτουργεί αυτήν τη μετάγγιση, να μας εξηγεί ποιον λέμε «Μεγάλο» Αγιασμό και ποιον «Μικρό» Αγιασμό, ποια τα νομικά προαπαιτούμενα για την πόση του αγιασμού και πότε παρέχεται «κατά συγκατάβασιν».
Νήπιος εγώ στην ανοχή ήθελα να κραυγάσω το ερώτημα που με έκανε να βρίσκομαι εκεί: «Πώς παρηγοριέται ο θάνατος ενός εικοσιεφτάχρονου παλικαριού, ποια γλώσσα μπορεί να δηλώσει εμπειρία νίκης καταπάνω στον θάνατο. Kαι όποιος δεν ξέρει να μιλήσει τέτοια γλώσσα, ας περιοριστεί ταπεινά στη σιωπή.
Δεν υπάρχει ίσως τραγικότερη επιλογή από το να εκπροσωπείς κατ’ επάγγελμα τη μεταφυσική. Να είσαι ένστολος φορέας απαντήσεων σε υπαρξιακά ερωτήματα που εσένα δεν σε βασανίζουν.
Τις προσδοκίες που οι άλλοι έχουν επενδύσει στο λειτούργημά σου να τις εκλαμβάνεις ως προνόμιο εξουσίας, και χρυσοστολισμένος να θεατρίζεσαι μαζί με τις κοσμικές εξουσίες, σε φολκλορικές φιέστες, όπου χειμερινοί κολυμβητές διαγωνίζονται να αλιεύσουν το άλλοτε σύμβολο κατάλυσης του θανάτου. Το μόνο ένδυμα που δικαιολογεί η πάλη με τα μεταφυσικά ερωτήματα, είναι το μαύρο του πένθους για τη φρικτή αλογία του θανάτου και για το δυσπρόσιτο της ρεαλιστικής πίστης στην αναίρεσή του. Τα χρυσοστόλιστα ενδύματα γίνονται γλώσσα και φανέρωση γιορτής, μόνο όταν η γιορτή είναι φωτισμός των σκοτεινών μας αινιγμάτων. Οταν δεν λειτουργεί γλώσσα που να απαντάει στον γονιό εικοσιεφτάχρονου αδικοχαμένου παλικαριού, ο χρυσοστολισμός είναι απάτη.
Αν το καλοσκεφθεί κανείς, θάνατος δεν είναι μόνο το μαχαίρι του αδίστακτου φονιά, είναι και η νέκρα των στερεότυπων συμβάσεων, η κατάποση της ζωής από τα ψυχολογικά παραισθησιογόνα. Kαι, δυστυχώς, από τον ίλιγγο της φρίκης μοιάζει πιθανότερο να φτάσεις στο άθλημα της σχέσης που κυοφορεί ελπίδα. Από τα ψυχολογικά παραισθησιογόνα των ρητορικών βεβαιοτήτων δεν φτάνεις ποτέ στον ρεαλισμό της πίστης.

Μνήμη Θανάτου (Λαϊκὴ Παράδοση)


Τὶ μὲ κοιτὰζεις ἄνθρωπε; κἀγὼ ἄνθρωπος ἤμην,

κι ἀπό ὁμοίαν ὡς καὶ σύ, ἤμην πλασμένος ζύμην.
Κἀγὼ ὑπῆρχον ἄλλοτε, ,τι καὶ σύ ῾σαι τώρα,

καὶ σὺ ὡς εἶμαι τώρα γώ, νὰ γίνῃς θά ῾λθῃ ὥρα.
Τὸ δρέπανόν του τὸ βαρὺ ὁ θάνατος συστρέφει,

μικρούς, μεγάλους πάντοτε, θερίζει, καταστρέφει.

Τὴν ἡλικίαν, τίτλους καὶ εὐγένειαν δὲν βλέπει,

καὶ τὴν σκληράν τ᾿ ἀπόφασιν, ποσῶς δὲν μετατρέπει.

Τὸ σκῆπτρον, τὸ διὰδημα, τὴν μεγαλοφυΐαν,

εἰς τοῦ τάφου τὴν ισότητα, τὰ ῥίπτει μ᾿ ἀσπλαχνίαν.

Καὶ πλούσιον καὶ πένητα, ἄρχοντα, στρατιώτην,

εἰς τάφου φυλακήν στενήν τὸν καθιστᾷ δεσμῶτην.

Ὅμως μετὰ τὸν θάνατον ὑπάρχει κόσμος ἄλλος,

ἐκ᾿ εἶναι τίτλος καὶ βαθμός, ἐκεῖ πλοῦτος μεγάλος.

Χρυσεστεμμέν᾿ ἡ ἀρετὴ μ᾿ ἀθάνατον βραϐεῖον,

μακαριότης ἄπαυστος μακρὰν ἀπὸ δακρύων.

Λοιπὸν εἰς τὴν χώραν τ᾿ Οὐρανοῦ ἂν θὲλῃς σὺ νὰ φθάσῃς,

Εὐαγγελίου τὴν ὁδὸν φρόντισον νὰ περάσῃς.

Ἡ γῆ ἅπασα ἓν μνῆμα, καὶ ὁ κόσμος εἶν᾿ ἓν θῦμα, νεκροθάπτης ὁ καιρός.
Ὡς εἰς τὸν βράχον θραύεται τὸ ἓν μετ᾿ ἄλλο κῦμα,

αἱ γενεαὶ παρέρχονται καὶ σπῶσιν εἰς τὸ μνῆμα

Καὶ ὁ ἀνεμοστρόϐιλος γοργὸς περνᾷ τῶν χρόνων,

καὶ τὴν σκηνήν τοῦ σύμπαντος ὁ θάνατος σαρώνων.

Ἀθάνατος ὑψοῦται, κ᾿ ἡ γῆ ἓν κοιμητήριον Ἰωασαφάτ ἁπλοῦται...
Στρέφει ὁ κόσμος ἄπαυστα κ᾿ εἰς κάθε γύρισμά του

ἕνα κρημνίζει ἀπ᾿ ἐδῶ, κι᾿ ἄλλον ἐκεῖ σηκώνει·

κι᾿ ἐκεῖνος ποὺ σηκώνεται πατεῖ τὸν ἀποκάτου,

καὶ λησμονεῖ ὅτι κι᾿ αυτόν θὰ τὸν πατήσουν σκόνη.

Ἅνθρωπε ὑπερήφανε σταμάτησε τὸ βῆμα,

καὶ μετὰ προσοχῆς πολλῆς θεώρησον τὸ μνῆμα.

Πῶς δέχεται τὸ εὔθαρτον καὶ ἄχαρόν σου Σῶμα,

ποὺ χῶμα ἦτον πρώτερον καὶ θὲ νὰ γίνῃ χῶμα.

Ματαιότης Ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον.
Τὸ ἄνθος μαραίνεται, τὸ φύλλο ξεραίνεται, ὁ κόσμος περνᾷ.

Καὶ μόνος ὁ θάνατος ὑπάρχει ἀθάνατος, αὐτός δὲν γερνᾷ.

Θάνατος μᾶς περιμένει ( Ἐκδοχὴ Α´ )


Ἄρχοντες καὶ μεγιστᾶνες καὶ λοιποὶ πτωχολογιά,

θάνατος μᾶς περιμένει, νέους, γέρoυς καὶ παιδιά.
Βλέπετε μὴ πλανηθεῖτε, εἰς τῆς γῆς τὰ ἀγαθά,

ἐπειδὴ καὶ ταῦτα πάντα, ὅλα εἶναι περιττά.

Γῆ εἶναι τὰ σώματά μας, εἰς τὸ χῶμα θὰ θαφτoῦν,

στὴν δεύτερα παρουσία αἱ ψυχαίς μας θὰ κριθοῦν.

Δὲν μᾶς συνοδεύει τότε πλοῦτος δόξα καὶ τιμή,

ὅλα δῶ τὰ παρατοῦμε καὶ πηγαίνομε γυμνοί.

πλανήθηκεν ἡ φύσις, εἰς τοῦ κόσμου τὰ φθαρτά.

κι᾿ ὅσα τὴν ψυχήν μας βλάπτουν ῾κεῖνα θέλει καὶ ζητᾷ.

Ζήλευε τοὺς ἐνάρετους, ἐπιθύμει τοὺς καλοὺς

καὶ μὴν βάλλεις εἰς τὸν νοῦν σου τοὺς κακοὺς συλλογισμούς.

κουσα εἶδον πολλάκις ὅτι εἴπανε πολλοί,

σὰν γεράσουν καὶ χορτάσουν κάμνουσι τὴν ἀποχή.

Θανατώνεται τὸ σῶμα μένει ἡ ψυχὴ γυμνή,

κλαίει χύνει μαῦρα δάκρυακαὶ οὐδεὶς τὴν ἐλεεῖ.

δεῖτε, ἰδεῖτε, ἀδελφοί τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας,

τούτου χάριν ἂς φροντίσομε τὴν ἀθάνατον ψυχήν μας.

Κάλλιο διορθώσου τώρα ὅπου ἔχεις τὸν καιρόν

παρὰ νὰ φλογίζεσαι τότε εἰς τὴν γέεννα τοῦ πυρός.

Λυπηθεῖτε τὴν ψυχήν σας ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοί,

χύσατε τὰ δάκρυά σας εἰς τὴν πρόσκαιρο ζωή.

Μὴν ὀρέγεστε τοῦ κόσμου πράγματα προσωρινά,

ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς τάζει τὴν αἰώνιων χαρά.

Νὰ ἦτο βολετὸ νὰ πάγεις εἰς τὸν Ἅδη καὶ νὰ δεῖς

εἰς καμία χαρὰ τοῦ κόσμου δὲν γυρίζεις νὰ ἰδεῖς.

Ξαφνικὰ φθάνει ὁ χειμώνας καὶ θερίζει τὴν ζωὴν

θερίζει καὶ τὴν δόξα τὴν ματαίαν καὶ τερπνή.

λοι μας τὰ θεωροῦμε καὶ προβλέπομε καλά,

πὼς ὁ κόσμος εἶναι πλάνος καὶ ὁλοὲν μᾶς ἀπατᾶ.

Πάντες τιμήσατε τὴν ἀρετή, νὰ λάβετε βραβεῖον

τὴν βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, χαρὰ ἄνευ δακρύων.

Ρώτα τοὺς ἀποθαμένους εἰς τὸν Ἅδη πῶς περνοῦν,

ὅτι τὸ σκωλήκια ὅλους τοὺς ἀθλίους κατελοῦν.

Σῴνονται τὰ ψέματά μας ἀμαυρώνεται τὸ φῶς

χάνεται κ᾿ ἡ νοστιμάδα κι᾿ ὅλος μας ὁ στολισμός.

Τίποτε δὲν διαφεύγει ἀπὸ τοῦ Θεοῦ τὸν νοῦν

ὅλα τὰ κρυπτὰ τοῦ κόσμου ἐκεῖ θὰ φανερωθοῦν.

πηρέται καὶ Κριταί, ἄθεοι καὶ χριστιανοί,

ὅλοι θὰ παρασταθοῦμε εἰς τὸν φοβερὸ Κριτή.

Φάγε σύμμετρα καὶ πιές, δῶσε καὶ τινὸς πτωχοῦ,

διὰ νὰ ἔχεις παρρησία στὸ κριτήριο τοῦ Χριστοῦ.

Χάνονται τὰ σώματά μας χάνονται καὶ τὰ ὀστά,

στὴν δεύτερα παρουσία γίνονται πάλιν σωστά.

Ψεύτικη εἶν᾿ τώρα ἡ δόξα ψεύτικη καὶ ἡ τιμή,

καὶ ὡς ὄνειρο τὰ πλούτη καὶ ὡσὰν ἄνθος ἡ ζωή.

ψυχή μου παναθλία, λυπημένον μου κορμί,

κλαύσατε ἀπὸ καρδία τώρα ὅπου εἶσθε μαζί
.

Θάνατος μᾶς περιμένει ( Ἐκδοχὴ Β´ )


Ἄρχοντες καὶ μεγιστᾶνες, καὶ λοιπὴ φτωχολογιά·
θάνατος μᾶς περιμένει, νέους γέρους καὶ παιδιά.

Βλέπετε μὴν πλανηθῆτε, εἰς τοῦ κόσμου τ᾿ ἀγαθά·
πλούτη, δόξαις κ᾿ εὐμορφίαις, εἶναι ὅλα περιττά.

Γῆ εἶναι τὰ σώματά μας, κ᾿ εἰς τὴν γῆν θὰ ἐπιστραφοῦν·
στὴν Δευτέραν Παρουσίαν, ὅμως θὰ ἀναστηθοῦν.

Διὰ νὰ λογοδοτήσουν, ὅ,τι ἔπραξαν στὴν γῆν·
ὅταν ἦσαν ἡνωμένα, μὲ τὴν ἄϋλον ψυχήν.

Ἐκεῖ μέσα εἰς τὸν τάφον, ἄσοφος καὶ ὁ σοφός·
Βασιλεὺς καὶ στρατιώτης, πλούσιος καὶ ὁ πτωχός.

Ζήσαντες στὸν κόσμον τοῦτον, οὗτοι ἄνισον ζωήν·
μέσα ὅμως εἰς τὸν τάφον, ἔχουν τὴν αὐτὴν τιμήν.

Ἡ σαπίλα καὶ ἡ βρῶμα, καὶ σκωλήκων ὁ ἐσμός·
κάμνουν τὴν ἐνέργειάν των, καὶ συγχρόνως καὶ κοινῶς.

Θἄλθῃ ὅμως μία ὥρα, καθὼς εἶπεν ἡ Γραφή·
καὶ θ᾿ ἀναστηθῶσι πάντες, καὶ μεγάλοι καὶ μικροί.

Ἵνα δώσῃ ὁ καθένας, ἀκριβῆ λογαριασμόν·
τῶν ἐν τῇ ζωῇ του ἔργων, τῶν κρυπτῶν καὶ φανερῶν.

Καὶ ἡ μέρα καὶ ἡ ὥρα, εἶναι ἄγνωστος αὐτή·
πότε θὰ παρασταθῶμεν, ἔμπροσθεν εἰς τὸν Κριτή.

Λόγοι μερικῶν Πατέρων, λέγουν κάπως ἀμυδρῶς·
πῶς στὸν ὄγδοον αἰῶνα τέλος κόσμου τοῦ παντός.

Μόνους τότε μακαρίζει, ὁ Δεσπότης τοῦ παντός·
τοὺς τὰς θείας ἐντολάς Του, ἐκπληρώσαντας πιστῶς.

Νόμους τοῦ Εὐαγγελίου, Ἀποστόλων Διατάξεις·
καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Δόγματα καὶ ἀποφάσεις.

Ξενοτρόπους τιμωρίας, ἔχουσι νὰ ὑποστῶσι·
ὅσοι τοῦ Χριστοῦ τῶν Νόμων, παραβάται εὑρεθῶσι.

Ὀδυρμός, καὶ πῦρ, καὶ σκώληξ, καὶ βρυγμὸς ὁ τῶν ὁδόντων·
ἔστ᾿ αὐτῶν ἡ τιμωρία, εἰς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Πάντα ταῦτα βεβαιώνει, Βίβλος τοῦ Εὐαγγελίου,
ἡ ὁποία συνεγράφη, διὰ Πνεύματος Ἁγίου.

Ρώμην δίδου Παντοκράτορ, εἰς τὸ πλάσμα τῶν χειρῶν Σου·
ἵνα πληρωταὶ φανῶμεν, ἅπαντες τῶν Ἐντολῶν Σου.

Σωτηρίας αἰωνίου, διὰ νὰ ἀξιωθῶμεν·
καὶ στὰ δεξιά Σου μέρη, ἐν τῇ Κρίσει νὰ σταθῶμεν.

Τοὺς πιστεύοντας γνησίως, εἰς Τριάδα τὴν Ἁγίαν·
καὶ ὀρθῶς βεβαπτισμένους, ποίησον Μονήν Σου θείαν.

Ὕψωσον ἐκ τῶν γηΐνων, τοὺς θερμῶς μετανοοῦντας·
καὶ Πνευματικοῖς Πατράσιν, ἐξαγόρευσιν ποιοῦντας.

Φοβερὸν καὶ ξένον θαῦμα! ἡ Μετάνοια λαμπρύνει·
καὶ στοὺς ἐξομολογηθέντας, τὸν Παράδεισον ἀνοίγει.

Χάριν ὁ Χριστὸς παρέχει, σ᾿ ὅσους ἐξομολογηθῶσι·
καὶ στὰ ἔργα Μετανοίας, ἐν χαρᾷ ἐπιδοθῶσι.

Ψυχῆς ὅθε σωτηρία, ἔστω ἡ ἡμῶν φροντίδα·
ἵνα φθάσωμεν αἰσίως, στὴν παντοτεινὴν Πατρίδα.

Ὦ χαρά! τί εὐτυχία! τοὺς Δικαίους περιμένει!
καὶ εἰς τί φρικώδεις τόπους, στέλλονται οἱ κολασμένοι!

Η νεκρόκεφαλή



Ὦ πές μου νεκροκεφαλή, καὶ σὺ μίαν ἡμέραν
δὲν ἔπνεες τῆς φύσεως τὸν καθαρὸν ἀέραν;
Δὲν εἶχες πνεῦμα καὶ ἐσὺ ποτὲ δὲν ὁμιλοῦσες;
δὲν τραγουδοῦσες στὴ χαρά, στὴ λύπη δὲν θρηνοῦσες;

Τί ἔγιναν τὰ κάλλη σου ποὺ εἶν᾿ τὰ χρήματά σου;
τοῦ βίου σου αἱ ἡδοναὶ ἡ μαγικὴ χαρά σου;

Ποὖναι τὸ μέλλον τῆς ζωῆς ποῦνε ἡ εὐτυχία;
ποῦνε αἱ δόξαι, αἱ τιμαὶ ποῦ τὰ μεγαλεῖα;

Ποῦνε ἡ περηφάνεια καὶ ἡ εὐδαιμονία;
τῶν κερδοσκόπων τ᾿ ἀγαθὰ ποὺ πάντα μ᾿ ἀτιμία,
μὲ φθόνους, μὲ διαβολάς, μὲ πάθη καὶ μὲ μίση,
νομίζει ἕκαστος αὐτὴν τὴν γῆν νὰ κατακτήση;

Ποὖναι τῶν πλουσίων ὁ χορὸς καὶ τῶν πτωχῶν ἡ γύρα,
ποὖν᾿ ἡ ἀδαμαντοστόλιστος βασιλικὴ πορφύρα;

Ὦ πές μου νεκροκεφαλή, τί ἦσο ὅταν ζοῦσες;
πές μου μὲ ποῖα ὄνειρα στὸν κόσμον ἐπετοῦσες;

Καὶ ὅμως τί κατάλαβες ὅτ᾿ εἶδες στὴν ζωήν σου;
εὐχαριστήθηκε ποτὲ στὸν κόσμον ἡ ψυχή σου;

Δὲν ἦσαν ὅλα μάταια μ᾿ ἀβάσιμες ἐλπίδες;
Ἐσκέφθης νεκροκεφαλὴ προτοῦ ριφθῆς στὸ μνῆμα
ὅταν διέπραττες κακῶς τὸ φοβερὸν τὸ κρίμα;

Ἐσκέφθης, τί θὰ πῆ τιμὴ καὶ ὄχι ἀτιμία;
ἔζησες μὲ τὴν ἀρετή, καὶ ὄχι μ᾿ ἁμαρτία;

Γιατὶ ἐδῶ εἰς τὴν ζωὴν τ᾿ ἀγριεμένο μνῆμα,
ὅπου ἀχόρταγα ρουφᾶ τοῦ κόσμου μας τὸ κῦμα;

Κανένας δὲν τὸ σκέπτεται πῶς θὰ βρεθῆ μπροστά του,
νἄχῃ τὸ στόμα ἀνοικτὸ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου.

Αὐτὸ ποὺ αἰώνια ρουφᾶ ἀνθρώπινα κουφάρια,
καὶ μᾶς ἀφήν᾿ ὀπίσω του ἀνθρώπινα λιθάρια;

Σβήνει τὴν κάθ᾿ ἐλπίδα μας τὴ δόλια τὴ χαρά μας,
καὶ δόλια ποτίζεται ἀπὸ τὰ δάκρυά μας.

Γι᾿ αὐτὸ ὅταν πηγαίνετε εἰς τὰ νεκροταφεῖα
νὰ ρίχνετε θερμὴ ματιὰ ἐπάνω στὰ μνημεῖα.

Τὰ γράμματα διαβάζετε τὸν ἄνθρωπον σκεφθῆτε,
πῶς ἦταν καὶ τί ἔγινε κι εὐθὺς μετανοεῖτε.

Ὅλα αὐτὰ τὰ μνήματα κρατοῦν χρυσοῦν βιβλίο
καὶ μᾶς δεικνύουν τοῦ Θεοῦ τὸ οὐράνιο μεγαλεῖο.

Ἰδοὺ μᾶς λέγουν τί ἐστὶ στὸν κόσμον ἀνθρωπότης,
τὰ πάντα εἶναι μάταια τὰ πάντα ματαιότης.

Σκεφθῆτε ὅτι ἄνθρωπος πάντα στὸ μνῆμα σβύνει,
μόνον τὰς ἀναμνήσεις του εἰς τὴν ζωὴν ἀφήνει.

Βρῶμα σκωλήκων γίνεται τὸ σῶμα του στὸ χῶμα,
μόν᾿ ἡ ψυχή του σώζεται εἰς τ᾿ οὐρανοῦ τὸ δῶμα.

Καὶ σώζεται, ὅταν κανεὶς εἰς τὴν ζωὴν γνωρίζει,
τιμὴν καὶ δόξαν κι ἀρετὴν κι ὅτι ἀγαθὸν βαδίζει.

Κι ἂν σφάλλη εἰς τὸν βίον του κι εὐθὺς μετανοήση,
τότε ἡ ψυχή του τ᾿ οὐρανοῦ τὸ δῶμα θὰ κερδίση.

Ο εξοδιαστικός


Δυο είναι κυρίως οι μεγάλες ιεροτελεστίες σ' ένα κοινόβιο, στις οποίες μπορεί κανείς να δει να εφαρμόζεται απόλυτα το «όλοι για τον ένα»: η κουρά και ο εξοδιαστικός. Με την πρώτη εντάσσεται ο μοναχός στην αδελφότητα. Με τη δεύτερη εξάγεται από την επί γης αδελφότητα. Η πρώτη χαρακτηρίζεται ως πνευματική γέννηση. Η δεύτερη είναι ο σωματικός θάνατος.

Η κοίμηση του μοναχού

Η κοίμηση του μοναχού γίνεται αμέσως γνωστή σ' όλη τη Μονή και στη συνέχεια σ' όλο τον αγιορειτικό κόσμο.
Στον απελθόντα, αφού ευπρεπίσουν τη σορό, φορούν τα σανδάλια, το ζωστικό, τα σχήματα, το σκούφο, το κουκούλι του. Στη συνέχεια τον τυλίγουν στο ράσο του, το οποίο έχουν προηγουμένως διαπλατύνει. Το ράσο του γίνεται το σάβανό του κι επάνω σ' αυτό κοσμούν τρεις σταυρούς: στο μέτωπο, το στήθος, τα γόνατα. Τώρα είναι έτοιμος για τη μεταφορά του στο νάρθηκα του Καθολικού (η του Κυριακού).
Η ακολουθία του εξοδιαστικού γίνεται αμέσως μετά τη λειτουργία, το πρωί, ή μετά τον εσπερινό, το απόγευμα.
Συγκεντρώνεται όλη η αδελφότητα, όπως διατυπώνεται σε αρχαιότατο μοναστικό κανόνα, πως όταν πεθάνει αδελφός «πρέπει να συνοδεύση όλη η αδελφότης την εκφοράν του».

Η ακολουθία είναι, στ' αλήθεια, στο ξετύλιγμά της, μια αποκάλυψη. Ποιητές με μεγάλη ευαισθησία, τρόφιμοι των μοναστηριών κι αυτοί, είναι οι συνθέτες της. Τα τροπάρια δεν μιλούν μόνο για την ματαιότητα του βίου (πράγμα που μπορεί κανείς να το διδαχτεί και από τη σορό που κείται στο μέσον της λιτής), αλλά υμνούν και τη νίκη της Ζωής, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, επί του θανάτου και της φθοράς.
Προς το τέλος της ακολουθίας, τη στιγμή που αρχίζουν να ψάλλονται τα προσόμοια με πρώτο το: «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν, δώμεν, αδελφοί, τω θανόντι ...» προσέρχονται οι αδελφοί και ασπάζονται τον κεκοιμημένο.

Στη συνέχεια, υπό τις πένθιμες κρούσεις της καμπάνας, γίνεται η εκφορά του κεκοιμημένου. Προηγούνται τα εισοδικά και οι ιερείς. Έπεται η σορός και ακολουθούν, με αναμμένες τις λαμπάδες τους, οι λοιποί πατέρες.
Με συνηγμένη την αδελφότητα γύρω από τον νεοσκαμμένο τάφο, θα γίνει το πρώτο κομβοσχοίνι από τον τυπικάρη. Κάθε αδελφός θα κάνει κομβοσχοίνι για 40 ημέρες υπέρ του θανόντος. Οι αιτήσεις και δεήσεις υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του θα συνεχίζονται «επί εν έτος παρρησία εν τω Κυριακώ Ναώ, εν δε τω κοιμητηρίω μέχρι της ανακομιδής αυτού, ήτοι επί τριετίαν».

Εκείνο που πρέπει να σημειωθεί ως αξιοθαύμαστο προνόμιο των Αθωιτών μοναχών, είναι ότι το σώμα του αποιχομένου μένει, μέχρι την ταφή του, μαλακό και ευλύγιστο, αντίθετα με τα σώματα όλων των νεκρών, χωρίς εξαίρεση, που μένουν σκληρά και αλύγιστα.

«ουχί Θεός έκτισε θάνατον, αλλ’ ημείς εαυτοίς εκ πονηράς γνώμης επεσπασάμεθα».

Πέθανε την ίδια νύχτα. Θυμάμαι, όταν επέστρεψα από το νοσοκομείο όπου εργαζόμουν και μου είπαν πως είχε πεθάνει, προχώρησα στο δωμάτιό του και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Αυτό που αντιλήφθηκα από την πρώτη στιγμή ήταν η ποιότητα και το βάθος της σιωπής, η οποία κατά κανένα τρόπο δεν ήταν μια απουσία θορύβου, σύμφωνα με την έκφραση του Γάλλου συγγραφέα Ζωρζ Μπερνανός, σε ένα από τα μυθιστορήματά του -«μια σιωπή που ήταν παρουσία». Έπιασα μάλιστα τον εαυτό μου να λέει: «και οι άνθρωποι τολμούν να λένε ότι υπάρχει ο θάνατος. Τι ψέμα».

Αυτό ίσως εξηγεί το γιατί η στάση μου απέναντι στο θάνατο είναι τόσο μονόπλευρη: επειδή βλέπω τη δόξα του και όχι μόνο τον πόνο και την απώλεια. Η εμπειρία μου αναφέρεται στον ξαφνικό θάνατο, στον απροσδόκητο θάνατο, στο θάνατο που έρχεται σαν «κλέφτης εν νυκτί». Αν τέτοιες εμπειρίες βρεθούν μπροστά σας, θα καταλάβετε ίσως το γιατί κάποιος μπορεί ακόμη και να χαίρεται, όταν η καρδιά του βρίσκεται σε έντονο πόνο και αγωνία, και το πώς -σ' αυτό θα επιστρέψουμε αργότερα- μπορούμε να αναφωνήσουμε στην εξόδια ακολουθία μας: «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως». Γι' αυτό και χρησιμοποιούμε τα λόγια ενός ψαλμού από την ίδια ακολουθία, ωσάν ο κεκοιμημένος, στρεφόμενος προς εμάς, να μας έλεγε: «Ζήσεται η ψυχή μου και αινέσει σε».

Πολύ συχνότερα, όμως, αντί για έναν ξαφνικό θάνατο, αντιμετωπίζουμε μια μακρόχρονη ή ολιγόχρονη αρρώστια, ή γηρατειά, που σταδιακά μας φέρνουν είτε στον τάφο, είτε στην ελευθερία μας, ανάλογα από ποια πλευρά θα το δει κανείς. Αυτή είναι η υπέρτατη συνάντηση που λαχταρά ο καθένας μας, συνειδητά ή ασυνείδητα, και για την οποία αγωνίζεται σε όλη την επίγεια ζωή του, που είναι η πρόσωπο με πρόσωπο συνάντησή μας με τον ζώντα Θεό, με την Αιώνια Ζωή, και η κοινωνία μαζί Του. Αυτή η περίοδος της αρρώστιας, ή των προϊόντων γηρατειών, πρέπει να αντιμετωπισθεί και να κατανοηθεί δημιουργικά και χρήσιμα.

Μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ζωής, που φέρνει μεγάλη πνευματική αγωνία στους ανθρώπους, είναι όταν βλέπουν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο να γερνάει, να χάνει, τις σωματικές και πνευματικές του ικανότητες, να φαίνεται πως χάνει ό, τι ήταν το πιο πολύτιμο πράγμα: το καθαρό μυαλό, την πνευματώδη ανταπόκριση στη ζωή. Πολύ συχνά, αυτή η πορεία βρίσκεται στη μία πλευρά. Κλείνουμε τα μάτια μας για να μη βλέπουμε, επειδή φοβόμαστε να δούμε και να προβλέψουμε. Με αποτέλεσμα, όταν έρχεται ο θάνατος, να είναι ένας ξαφνικός θάνατος που όχι μόνο διαθέτει τον τρόμο του απροσδόκητου θανάτου, αλλά και τον επιπλέον τρόμο να μας κτυπά στην πλέον ευαίσθητη χορδή μας.

Αυτό συμβαίνει επειδή ο πόνος, ο φόβος και η αγωνία έχουν ανεβάσει την έντασή τους μέσα μας, αφού εμείς αρνηθήκαμε να τους δώσουμε ελευθερία έκφρασης και τη δυνατότητα να ωριμάσουν. Το κτύπημα γίνεται ακόμη πιο οδυνηρό και καταστροφικό απ' ό, τι στην περίπτωση ενός ξαφνικού θανάτου, επειδή, χώρια από τον τρόμο και τον πόνο της απώλειας που δημιουργεί, στη συνέχεια μεμφόμαστε και καταδικάζουμε τον εαυτό μας για το ότι δεν κάναμε όλα όσα θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει. Αν τα είχαμε κάνει, αυτό θα μας ωθούσε στην αλήθεια και θα ξεσκέπαζε σε μας και στον θνήσκοντα το γεγονός ότι ο θάνατος άνοιγε σιγά σιγά την πόρτα - και πως αυτή η πόρτα θα άνοιγε διάπλατα μια μέρα και το αγαπημένο μας πρόσωπο θα έπρεπε να τη διαβεί δίχως να κοιτάζει πίσω.

Είναι σημαντικό για όλους μας, οποτεδήποτε αντιμετωπίζουμε αυτή την απώλεια που πλησιάζει σταδιακά, να την αντιμετωπίζουμε απ' αρχής με εκείνον τον όμορφο και ισορροπημένο τρόπο, με τον οποίο μπορούμε όσο το αγαπημένο μας πρόσωπο βρίσκεται ακόμη εν ζωή και ανάμεσά μας. Απέναντι στη σκέψη του επερχόμενου θανάτου υπάρχει η πραγματικότητα μιας ζωντανής παρουσίας. Μπορούμε κάθε στιγμή να ακουμπάμε στην ασφάλεια αυτής της παρουσίας ενώ όλο και περισσότερο θα συνειδητοποιούμε την περιπλοκότητα της επερχόμενης απώλειας. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη δύναμη της πραγματικότητας και στην αστάθεια της σκέψης είναι που μας δίνει τη δυνατότητα να προετοιμαστούμε για το θάνατο πολύτιμων για μας ανθρώπων.

Αυτή η προετοιμασία συνεπάγεται επίσης -όπως ανέφερα προηγουμένως- μια στάση απέναντι στο θάνατο που να αναγνωρίζει αφενός τον τρόμο και τον πόνο της απώλειας, αλλά να αναγνωρίζει επίσης και το γεγονός ότι ο θάνατος είναι μια πύλη που ανοίγει στην αιώνια ζωή. «Το να πεθάνω δεν σημαίνει να απεκδυθώ την πρόσκαιρη ζωή, αλλά να ενδυθώ την αιωνιότητα», λέει ο απόστολος Παύλος. Μπορούμε τώρα να δώσουμε λίγα παραδείγματα γι' αυτή την περίοδο προετοιμασίας.

Η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο που τη βασάνισε για μια περίοδο περισσότερο από τρία χρόνια. Εγχειρίστηκε, αλλά ανεπιτυχώς. Ο γιατρός μου μίλησε γι' αυτό και κατόπιν πρόσθεσε: «Φυσικά, δεν θα πεις τίποτε στη μητέρα σου».
Toυ είπα: «Θα το πω». Και το είπα.

Θυμάμαι πως την πλησίασα και της είπα ότι είχε τηλεφωνήσει ο γιατρός και μου είχε πει ότι η εγχείρηση δεν είχε πετύχει. Σιωπήσαμε για ένα λεπτό και κατόπιν η μητέρα μου είπε:«Και έτσι θα πεθάνω».
Της είπα: «Ναί».

Κατόπιν έμεινα κοντά της, εντελώς σιωπηλός, επικοινωνώντας μαζί της δίχως λέξεις. Δεν νομίζω ότι κάναμε τίποτε σκέψεις. Είχαμε να αντιμετωπίσουμε κάτι που είχε εισβάλει στη ζωή μας και την είχε αλλάξει τελείως. Αυτό δεν ήταν κάποια σκιά, ένα κακό, κάποιος τρόμος. Ήταν το έσχατο. Και έπρεπε να αντιμετωπίσουμε αυτό το έσχατο χωρίς ακόμη να γνωρίζουμε πως θα εκτυλισσόταν. Μείναμε μαζί όσο αισθανθήκαμε ότι έπρεπε να μείνουμε. Και μετά η ζωή συνεχίστηκε.

Το αποτέλεσμα ήταν να μην κλειστούμε ούτε για μια στιγμή, η μητέρα μου κι εγώ, σ' ένα ψέμα, να μην οδηγηθούμε σε μια κωμωδία, στερημένοι από οποιαδήποτε βοήθεια. Δεν υπήρξε στιγμή που να μπήκα στο δωμάτιο της μητέρας μου μ' ένα ψεύτικο χαμόγελο, ή λέγοντας κάτι το ψεύτικο. Δεν υπήρξε καμία στιγμή που να παίξαμε την κωμωδία μιας ζωής που κατακτά το θάνατο, ποτέ δεν ισχυριστήκαμε ότι η αρρώστια θα φύγει, όταν και οι δυο γνωρίζαμε ότι αυτό δεν θα συμβεί. Δεν υπήρξε καμιά στιγμή που να στερήθηκε ο ένας τη βοήθεια του άλλου. Υπήρξαν στιγμές που η μητέρα μου αισθάνθηκε να χρειάζεται βοήθεια. Θα κτυπούσε τότε το κουδούνι και θα ερχόμουν, και θα μιλούσαμε για τον επερχόμενο θάνατο και το αίσθημα απώλειας που είχα.

Αγαπούσε τη ζωή. Την αγαπούσε βαθιά. Λίγες μέρες πριν πεθάνει έλεγε ότι θα προτιμούσε να ζήσει 150 χρόνια υποφέροντας, αντί να πεθάνει. Μας αγαπούσε. Θλιβόταν για τον χωρισμό: «Ω! Για το άγγιγμα ενός χαμένου χεριού και τον ήχο μιας φωνής που ακόμη υπάρχει».

Κατόπιν, υπήρξαν άλλες στιγμές που αισθάνθηκα τον πόνο, και πήγαινα τότε και μιλούσα γι' αυτόν στη μητέρα μου. Με στήριζε και με βοηθούσε να αντικρίσω τον θάνατο. Αυτή υπήρξε μια βαθιά και αληθινή σχέση, δίχως κανένα ψέμα μέσα της. Σ' αυτήν τη σχέση είχε βρει θέση οτιδήποτε είναι αληθινό.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά, που την ανέφερα προηγουμένως. Επειδή ο θάνατος μπορεί να επέλθει ανά πάσα στιγμή, και τότε θα είναι πολύ αργά να διορθωθεί κάτι που ήταν στραβό, όλη η ζωή πρέπει κάθε στιγμή να γίνεται μια έκφραση, όσο το δυνατόν τελειότερη και πιο ολοκληρωμένη, σχέσης σεβασμού και αγάπης. Μόνο ο θάνατος μπορεί να μετατρέψει όσα πράγματα φαίνονται μικρά και ασήμαντα σε σημεία μεγάλα και σημαντικά. Ο τρόπος που προετοιμάζεις ένα φλιτζάνι τσάι πάνω σ' ένα δίσκο, που τοποθετείς τα μαξιλάρια κάτω από έναν άρρωστο, ο τρόπος που ηχεί η φωνή σου, ο τρόπος που κινείσαι - τα πάντα μπορούν να γίνουν έκφραση όλων όσων υπάρχουν σε μία σχέση.

Αν υπάρχει μια λανθασμένη παρατήρηση, αν υπάρχει ένα ρήγμα, αν κάτι έχει στραβώσει, πρέπει να διορθωθεί αμέσως, επειδή υπάρχει η αναπόφευκτη βεβαιότητα ότι αργότερα θα είναι πολύ αργά. Ο θάνατος μας κάνει να αντιμετωπίζουμε την αλήθεια της ζωής, με μια αδρότητα και σαφήνεια που τίποτε άλλο δεν μπορεί να μας τη μεταδώσει.

Είναι σημαντικό, είτε αντικρίζοντας το θάνατό μας είτε αντιμετωπίζοντας το θάνατο κάποιου άλλου, να συνειδητοποιούμε την αιωνιότητα. Πριν από τριάντα περίπου χρόνια, ένας άνθρωπος οδηγήθηκε στο νοσοκομείο, με μια φαινομενικά συνηθισμένη αρρώστια. Μετά τις εξετάσεις βρέθηκε ότι έπασχε από καρκίνο που δεν μπορούσε να χειρουργηθεί. Το πληροφορήθηκε η αδελφή του καθώς και εγώ, αλλά όχι αυτός. Αισθανόταν ακμαίος, δυνατός και πάρα πολύ ζωντανός.

Μου είπε: «Έχω τόσα να κάνω και βρίσκομαι εδώ, καθηλωμένος στο κρεβάτι, για πόσο ακόμη;»

Του είπα: «Πόσο συχνά δεν μου έχεις πει ότι ονειρεύεσαι τη στιγμή που θα μπορούσες να σταματήσεις το χρόνο ώστε να μπορείς να είσαι αντί να φτιάχνεις; Ποτέ δεν το έκανες. Ο Θεός το κάνει τώρα για σένα. Τώρα είναι καιρός για να είσαι».

Αντιμετωπίζοντας την ανάγκη του να «είναι», σε μια κατάσταση που θα την αποκαλούσαμε εντελώς θεωρητική, έμεινε έκπληκτος και είπε: «Τι πρέπει να κάνω;»

Του είπα ότι η αρρώστια και ο θάνατος δεν καθορίζονται μόνο από φυσιολογικές αλλαγές -από τα μικρόβια και την παθολογία-αλλά και από όλα εκείνα τα στοιχεία που καταστρέφουν την εσωτερική μας ενέργεια. Αυτά είναι όλα όσα θα μπορούσε κάποιος να αποκαλέσει αρνητικές σκέψεις και αισθήματα, το καθετί που εξασθενίζει τη ζωή μέσα μας, το καθετί που εμποδίζει τη ζωή από το να ξεχυθεί σαν ποτάμι, καθαρό και ελεύθερο. Του πρότεινα λοιπόν να τακτοποιήσει όχι μόνο εξωτερικά, αλλά και μέσα του όλα όσα υπήρξαν λανθασμένα στη σχέση του με τους ανθρώπους, με τον ίδιο, σε όλες τις περιστάσεις της ζωής του, και να αρχίσει από εκείνη τη στιγμή. Όταν μάλιστα το κάνει αυτό για, το τώρα, ας προχωρήσει πίσω στο παρελθόν για να το καθαρίσει, για να κάνει ειρήνη με τους πάντες, λύνοντας τους κόμβους, για να αντιμετωπίσει κάθε κακό, για να μετανοήσει, για να δεχθεί και να ευγνωμονήσει με όλη του τη ζωή - πράγματι, η ζωή του είχε σταθεί σκληρή.

Έτσι, μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, περάσαμε από όλη αυτήν τη διαδικασία. Έκανε ειρήνη με ολόκληρη τη ζωή. Και τον θυμάμαι στο τέλος, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, τόσο αδύνατο που να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει το κουτάλι, να μου λέει με μάτια που έλαμπαν: «Το σώμα μου έχει, κιόλας πεθάνει, και όμως ποτέ δεν ένιωσα τόσο πολύ ζωντανός, όπως νιώθω τώρα». Είχε ανακαλύψει ότι η ζωή δεν ήταν μόνο το σώμα του, αν και ο ίδιος ήταν το σώμα του, και ότι διέθετε μια πραγματικότητα που ο θάνατος του σώματός του δεν μπορούσε να καταστρέψει.

Αυτή είναι μια πολύ σπουδαία εμπειρία. Είναι κάτι που πρέπει να κάνουμε σ' όλη τη διάρκεια της ζωής μας, σε κάθε στιγμή, αν θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε τη δύναμη της αιώνιας ζωής μέσα μας και συνεπώς να αποβάλουμε το φόβο για οτιδήποτε συμβεί στην πρόσκαιρη αυτή ζωή, που επίσης μας ανήκει.

Δεκάλογος Περὶ τῆς ἀναχωρήσεώς μας ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή

1. Ὥρα ἀναχωρήσεως: Κάθε λεπτὸ καθ᾿ ὅλο τὸ εἰκοσιτετράωρο.

2. Τὰ εἰσιτήρια ἐκδίδονται στὸν οὐρανό, ἀλλὰ πληρώνονται στὴ γῆ.

3. Τιμὴ εἰσιτηρίου: Αὐτὸ πληρώνεται μὲ πολλὴ ἀγάπη, ὑπομονή, ἀγῶνες καί, θυσίες.

4. Τὰ βρέφη δὲν πληρώνουν εἰσιτήριο, διότι ταξιδεύουν στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας Ἐκκλησίας.

5. Τὸ εἰσιτήριο εἶναι προσωπικὸ καὶ δὲν μεταβιβάζεται σὲ ἄλλο ἄτομο.

6. Οἱ ἐπιβάτες ταξιδεύουν χωρὶς ἀποσκευές. Οἱ ἄγγελοι τὶς ἔχουν μεταφέρει σὲ προηγούμενο δρομολόγιο.

7. Εἰσιτήριο μὲ ἐπιστροφὴ δὲν ἐκδίδεται.

8. Χρήματα δὲ μεταφέρονται. Οἱ ἐπιβάτες τὰ ἔχουν καταθέσει στὴν Τράπεζα τῶν Οὐρανῶν. Οἱ ἀποδείξεις βρίσκονται στὰ χέρια τῶν φτωχῶν.

9. Δηλώσεις συμμετοχῆς δὲ χρειάζονται. Τὰ ὀνόματα τῶν ἐπιβατῶν εἶναι γνωστὰ στὸν ὁδηγὸ τῆς ἁμαξοστοιχίας.

10. Εἰδοποιήσεις γιὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἀναχώρησης κάθε ἐπιβάτη δὲν ἀποστέλλονται. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει ὅλοι νὰ εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι μὲ μετάνοια, Ἐξομολόγηση καὶ θεία Κοινωνία γιὰ τὸ ταξίδι πρὸς τὴν αἰωνιότητα.

Ζουν οι ψυχές μετά το Θάνατο;

Όταν ο όσιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης ίδρυσε το μοναστήρι του, είχε στην άρχη μόνον έπτά μοναχούς. Για να εδραιώσει μέσα τους τη μνήμη του θανάτου, ο άγιος τους έδωσε εντολή να σκάψουν έναν τάφο. Όταν ο τάφος ολοκληρώθηκε, ο Θεοδόσιος στάθηκε από πάνω και περιτριγυρισμένος από τους επτά μοναχούς, είπε: «Δείτε παιδιά μου, ο τάφος είναι έτοιμος! Μήπως υπάρχουν ανάμεσα σας κάποιοι έτοιμοι να πεθάνουν και να ταφούν μέσα σε τούτο τον τάφο;». Ένας απ’ αυτούς, ο ιερομόναχος Βασίλειος, έπεσε στα γόνατα και ζήτησε από το Θεοδόσιο την ευλογία του για να πεθάνει. Ο Θεοδόσιος όρισε να τελέσουν επιμνημόσυνη δέηση για την ψυχή του Βασιλείου την τρίτη, την ενάτη και την τεσσαρακοστή ήμερα, όπως γίνεται συνήθως για τους κεκοιμημένους. Όταν ολοκληρώθηκε και το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο, ο Βασίλειος, ο όποιος έχαιρε άκρας υγείας, ξάπλωσε, σταύρωσε τα χέρια του και πέθανε.

Τον έθαψαν στο νέο τάφο που είχαν σκάψει. Σαράντα μέρες μετά από την ταφή του ο Βασίλειος εμφανίστηκε ανάμεσα στους ζώντες αδελφούς του και έψαλλε μαζί τους το πρωΐ στην εκκλησία.
αρχή, μόνον ο Θεοδόσιος τον είδε και προσευχόταν στο Θεό να ανοίξει τα μάτια και των άλλων μοναχών.
Ύστερα, πράγματι, σύσσωμη η αδελφότητα κοίταξε και είδε τον Βασίλειο εν μέσω αυτής.
Ένας αδελφός, περιχαρής, άνοιξε τα χέρια του και θέλησε να αγκαλιάσει το Βασίλειο – εκείνος όμως μονομιάς εξαφανίστηκε.
Ο αδελφός άκουσε μόνον τη φωνή του Βασιλείου να λέει:

«Σώστε τους εαυτούς σας, πατέρες και αδελφοί, σώστε εαυτούς».

Εμπειριών ανάγνωσμα! .. Σοφία! Πρόσχωμεν!

[...] Ξαφνικά ακούστηκε κάποιος θόρυβος και με κραυγές και γέλια άρχισε γρήγορα να μας πλησιάζει ένα πλήθος κάποιων απαίσιων Όντων.
«Δαίμονες!» σκέφτηκα. Το κατάλαβα μάλιστα πάρα πολύ γρήγορα και με έπιασε κάτι σαν τρόμος πού μέχρι τότε μου ήταν άγνωστος. Δαίμονες! Φαντάζομαι πώς ειρωνευόμουν και γελούσα αν κάποιος, λίγες μέρες, ακόμα και λίγες ώρες, νωρίτερα θα μου έλεγε ότι πιστεύει στην ύπαρξη τους και είδε με τα μάτια του τούς δαίμονες!

'Ως μορφωμένος άνθρωπος του τέλους του δεκάτου ενάτου αιώνα, με το όνομα αυτό, θεωρούσα τις κακές συνήθειες και τα πάθη του ανθρώπου. Γι' αυτό και ή λέξη αυτή δεν ήταν για μένα όνομα αλλά ένας όρος πού δηλώνει κάποια αφηρημένη έννοια και ξαφνικά αυτή «ή αφηρημένη έννοια» παρουσιάστηκε μπροστά μου σαν ζωντανό πρόσωπο! Και σήμερα ακόμα δεν μπορώ να εξηγήσω πώς και γιατί τότε αμέσως χωρίς καμία αμφιβολία αναγνώρισα στο πρόσωπό τους τούς δαίμονες. Είναι όμως σίγουρο ότι ο χαρακτηρισμός τους σαν δαίμονες ήταν για μένα τότε κάτι το τελείως παράλογο διότι, αν έβλεπα ένα τέτοιο θέαμα κάποια άλλη στιγμή, σίγουρα θα έλεγα ότι αυτό είναι μία μορφοποιημένη φαντασία, με απλά λόγια θα έλεγα οτιδήποτε άλλο εκτός από δαίμονες. Και δεν θα τούς καλούσα μ' αυτό το όνομα, επειδή, όπως είπα, δεν το θεωρούσα όνομα αλλά έναν όρο πού δηλώνει κάτι πού ούτε καν μπορούμε να το δούμε. Τότε όμως τόσο γρήγορα κατάλαβα ότι είναι δαίμονες, και το πράγμα αυτό ήταν για μένα τόσο φανερό, πού δεν υπήρξε λόγος ούτε και να το σκεφτώ. Σαν να αντίκρισα κάτι πού το ξέρω πολύ καλά από παλιά. Και επειδή, όπως έλεγα, τότε ο νους μου ενεργούσε πάρα πολύ γρήγορα, γι' αυτό και γρήγορα κατάλαβα ότι αύτή ή απαίσια όψη αυτών των όντων δεν ήταν ο πραγματικός τους εαυτός αλλά ένα τρομερό προσωπείο πού το φορούσαν πιθανώς με σκοπό να με τρομοκρατήσουν περισσότερο. Τότε ξύπνησε ή υπερηφάνειά μου. Αισθάνθηκα ντροπή και για τον εαυτό μου και για τον άνθρωπο γενικά, πού αυτά τα πλάσματα για να τον φοβερίσουν αυτόν πού τόσο μεγάλη ιδέα έχει για τον εαυτό του, χρησιμοποιούν τέτοιους τρόπους πού εμείς τούς χρησιμοποιούμε μόνο για τα μικρά παιδιά. Αφού μας περικύκλωσαν από όλες τις πλευρές οι δαίμονες φώναζαν και απαιτούσαν από τούς αγγέλους να με παραδώσουν σ' αυτούς. Προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να με αρπάξουν από τα χέρια τους, αλλά δεν τολμούσαν να το κάνουν. Από τις αισχρές κραυγές και τα ουρλιάσματα πού έβγαζαν ξεχώριζα κάποιες λέξεις και μερικές φορές και ολόκληρες τις φράσεις. - Είναι δικός μας, αρνήθηκε τον Θεό, - ξαφνικά φώναξαν όλοι με μία φωνή και ταυτόχρονα όρμησαν πάνω μου. Το αίμα πάγωσε στις φλέβες μου. «Είναι ψέμα! αυτό δεν είναι αλήθεια!», ήθελα να τούς απαντήσω. Όταν ξαναβρήκα τον εαυτό μου, και όμως ή μνήμη μου έδεσε την γλώσσα. Με έναν τρόπο ακατανόητο θυμήθηκα ξαφνικά ένα ασήμαντο περιστατικό πού συνέβη τόσο παλιά, την εποχή πού ήμουν νέος, και πού το ξέχασα σχεδόν εντελώς.[...]



2
Στην Καλύβα «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» της Αγίας Άννης Αγίου Όρους ασκήθηκε με άκρα υπακοή και ταπείνωση ο μοναχός Ευλόγιος ο οποίος τελειώθηκε στα 1885 σε ηλικία 95 ετών. Κατά κοινή ομολογία των Πατέρων της Σκήτης ο Γέρο-Ευλόγιος, πριν ακόμη παραδώσει την ψυχή του, δέχθηκε τα εναέρια πνεύματα σε μία φρικτή απολογία, ή όποία διήρκεσε 24 ώρες. Οι πάντες έβλεπαν τον μελλοθάνατο αδελφό να κινεί το κεφάλι του πότε δεξιά και πότε αριστερά και συγχρόνως ν' απολογείται στις εναντίον του κατηγορίες των δαιμόνων με τις ερωτήσεις: «Που, πότε; Πού, πότε;». Αυτό γινόταν συνέχεια χωρίς διακοπή. Πολλοί από τούς παριστάμενους δοκίμασαν να κρατήσουν το κεφάλι του, ώστε να μη κινείται συνεχώς, αλλά στάθηκε αδύνατον. Πολλές φορές έλεγε: «Όχι, δεν έγινε Αυτό, λέτε ψέματα, για εκείνο πού με κατηγορείτε, έκανα μετάνοια. και πάλι συνέχιζε: «Που, πότε;». Έτσι, χωρίς να ειπεί τίποτε στους άλλους μοναχούς, παρέδωσε το πνεύμα, χωρίς καμία άλλη πληροφορία.



3
Από το βίο του αγίου Αντωνίου

Κάποια μέρα, στις τρεις το απόγευμα, ο άγιος, Αντώνιος ετοιμαζόταν να φάει. Καθώς σηκώθηκε να προσευχηθεί, ένιωσε τον εαυτό του ν' αρπάζεται νοερά και το περίεργο είναι ότι, ενώ στεκόταν, έβλεπε την ψυχή του σαν να έχει βγει από το σώμα και να οδηγείται από κάποιους στον αέρα. Έπειτα έβλεπε άλλους, φοβερούς και μοχθηρούς, να στέκονται στον αέρα και να θέλουν να εμποδίσουν τη διάβασή του. Εκείνοι όμως πού τον οδηγούσαν αντιδικούσαν μ' αυτούς πού ζητούσαν λόγο, μήπως ήταν υπεύθυνη απέναντί τους για κάτι. και ενώ ήθελαν να κάνουν έλεγχο της ζωής του από τον καιρό πού γεννήθηκε, οι οδηγοί του Αγίου Αντώνιου τούς εμπόδιζαν, λέγοντας:
- ο Κύριος του έσβησε όλες τις αμαρτίες από τη γέννησή του. Μπορείτε να λογαριάσετε μόνο όσα έπραξε αφότου έγινε μοναχός και αφιερώθηκε στό Θεό.
Τότε, επειδή τον κατηγορούσαν χωρίς να μπορούν ν' αποδείξουν τις κατηγορίες, ο δρόμος του έγινε ελεύθερος και ανεμπόδιστος και αμέσως είδε την ψυχή του να επιστρέφει, κι ένιωσε να συνέρχεται και να γίνεται πάλι ο 'Αντώνιος, όπως ήταν πρώτα.
Ξέχασε τότε να φάει και πέρασε την υπόλοιπη μέρα κι όλη τη νύχτα με στεναγμούς και προσευχές. Έμενε εκστατικός, καθώς αναλογιζόταν με πόσους έχουμε να παλέψουμε και με τι κόπους πρέπει κανείς να περάσει την εναέρια διάβαση (ώσπου να φτάσει στον ουρανό). και σκεφτόταν ότι αυτό εννοούσε ο απόστολος Παύλος όταν έλεγε, «κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος» (Έφ. 2:2). Γιατί ή εξουσία του εχθρού αυτή είναι να πολεμάει και να προσπαθεί να εμποδίσει όσους περνούν από τον εναέριο αυτό δρόμο. Συμβούλευε λοιπόν συνεχώς: "Φορέστε την πανοπλία του θεού, για να μπορέσετε ν' αντισταθείτε την πονηρή μέρα, ώστε να καταντροπιαστεί ο εχθρός, αφού δεν θα έχει να πει κανένα κακό εναντίον μας" (Έφ. 6:13. τι τ. 2:8).


4
Του αββά Ισαάκ

Ο Σωτήρας ονομάζει «πολλάς μονάς Του Πατρός» (πρβλ. !ω. 14:2) τις πνευματικές βαθμίδες αυτών πού κατοικούν σ' εκείνη τη χώρα, δηλαδή τις ποικιλίες (των πνευματικών χαρισμάτων) πού απολαμβάνει ο νους τους. με τη φράση «πολλάς μονάς» (ο Κύριος) μίλησε όχι για τη διαφορά των τόπων, αλλά για την τάξη των χαρισμάτων. και όπως ο καθένας απολαμβάνει τον αισθητό ήλιο ανάλογα με την καθαρότητα πού έχει ή οπτική του δύναμη και αντίληψη, (και όπως από ένα λυχνάρι πού φέγγει σ' ένα σπίτι ή λάμψη φαίνεται διαφορετική στον καθένα) χωρίς το φως νά μοιράζεται σε πολλές λάμψεις, έτσι και στον μέλλοντα αιώνα όλοι οι δίκαιοι θα μένουν μαζί σ' έναν τόπο, αλλά ο καθένας θα φωτίζεται και θα ευφραίνεται από τον νοητό Ήλιο, ανάλογα με την αξία και τα μέτρα της δικής του καθαρότητας

5
Έλεγε ο μακάριος Θεόφιλος ο αρχιεπίσκοπος.
Πόσο φόβο και τρόμο και βία δοκιμάζει ή ψυχή όταν χωρίζεται από το σώμα! Γιατί καταφτάνουν σ' αυτήν τότε όλοι οι άρχοντες και οι εξουσιαστές τού σκοτεινού κόσμου και της παρουσία ζουν όσα αμαρτήματα έκανε - συνειδητά ή από άγνοια - από τη γέννησή της μέχρι την τελευταία εκείνη στιγμή πού φεύγει από το σώμα. Στέκονται λοιπόν και την κατηγορούν με δριμύτητα.
Αντιμέτωπες σ' αυτούς όμως στέκονται και οι άγιες δυνάμεις, αντιπροτείνοντας τα καλά έργα πού τυχόν έκανε ή ψυχή. Σ' αυτή τη μεγάλη στενοχώρια, μπροστά σ' ένα τέτοιο αδέκαστο κριτήριο και σε μία τόσο φοβερή εξέταση, φαντάζεσαι τι τρόμο και αγωνία θα έχει ή ψυχή; δεν μπορεί λόγος να διηγηθεί ή νους να συλλάβει το φόβο εκείνο της ψυχής, ώσπου νά τελειώσει ή δίκη και να βγει ή απόφαση από τον δίκαιο Κριτή.
Κι αν μεν της δοθεί ελευθερία, αμέσως οι εχθροί ντροπιάζονται και ή ψυχή αρπάζεται απ' αυτούς και χωρίς κανένα εμπόδιο οδηγείται και τοποθετείται στην ανεκλάλητη εκείνη χαρά και δόξα. Αν όμως έζησε με αμέλεια και δεν κριθεί άξια για την ελευθερία, θ' ακούσει τη φρικτή εκείνη φωνή: «Άρθήτω ο ασεβής, ίνα μη Ίδη την δόξα Κυρίου» «Ης. 26:10). Τότε αρχίζει γι' αυτήν ή ήμέρα της οργής, της θλίψεως και της ατέλειωτης οδύνης. Παραδίνεται ατό σκότος το εξώτερο, βυθίζεται στον Άδη, καταδικάζεται στην αιώνια φωτιά, όπου θα κολάζεται στους απέραντους αιώνες. που είναι τότε οι κοσμικές επιδείξεις και οι κομπασμοί; που ή κενοδοξία και ή καλοπέραση και ή απόλαυση της μάταιης και ακατάστατης αυτής ζωής; που είναι τα χρήματα; που ή σπουδαία καταγωγή; που Ο πατέρας η ή μητέρα η οι αδελφοί η οι φίλοι; Ποιος απ' αυτούς θα μπορέσει νά γλιτώσει την ψυχή πού κατακαίγεται στη φωτιά και δεινοπαθεί από τόσες απερίγραπτες τιμωρίες;



6
Ο θάνατος δεν συγκλονίζει τον πιστό χριστιανό, αλλά τον κάνει περισσότερο προσεκτικό στην επίγεια ζωή του με τη διαφύλαξη στην καρδιά του των εντολών του Θεού. Διότι γνωρίζει ότι εκείνος που τηρεί το θέλημα του Θεού θα αντικρίσει το Φως του Θεού για να ξεκουράσει την ψυχή του από τις επιθέσεις του διαβόλου και τις συνεχείς για τη διατήρηση του καλού μάχες του εαυτού του. Δεν αγωνιά μπροστά στο θάνατο του άλλου, αλλά συναισθάνεται το μέγεθος της φιλανθρωπίας του Θεού σε εκείνον που έχει μετάνοια και ταπείνωση στη ζωή του.


7
[...]από το Νου του Θεού (Ο) εισερχόμαστε στο 4 (τον χωροχρόνο) και εξερχόμενοι από τον χωροχρόνο (4) είθε να μην εξέλθουμε κενοί από σταυρικά - αναστάσιμα βιώματα, αλειτούργητοι, ασυγχώρητοι και ακοινώνητοι, ώστε να επανεισαχθούμε πλήρεις στην Αγάπη Του Θεού, σωσμένοι – ολοκληρωμένοι (Ο). Γι' αυτό και ορίζονται με πλήρη και αναφαίρετη γνώση και ελπίδα τα μεσοδιαστήματα προς πλήρη ένταξη στη μία και στην άλλη κατάσταση, με τα 40 του νεογέννητου και τα 40 του νεκρού, ενθυμούμενοι πως αν πεθάνουμε πριν πεθάνουμε, δεν θα πεθάνουμε όταν θα πεθάνουμε. …και αγιογραφικά, …ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνει ζήσεται…

Είθε ο καλός Θεός να μας προσθέτει πίστη, η καλή μας Παναγία να μας νουθετεί (εμάς τους συληθέντας το νου…) και ο Τίμιος Πρόδρομος να μας παράσχει αφορμές μετανοίας… προσ-ήλωσης (σταύρωσης) στα άνω που αναλόγως αυτής ακινητοποιείται η δράση του νόμο της φθοράς στα μέλη μας, ώστε να μην ενεργείται δι ημών και κατά ημών, η φαντασία και η αμαρτία…, στενοχωρώντας και σταυρώνοντας (με την άτακτη ζωή μας) Τον Κύριο, που αίρει από μακροθυμία τα αμαρτήματά μας. Αμήν

8
Ο μοναχός ζούσε αμελέστατα, χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε όμως αρρώστησε τόσο βαριά πού έφτασε στο σημείο να φαίνεται νεκρός για μία ώρα περίπου. Μετά συνήλθε και παρακάλεσε όσους ήταν εκεί να φύγουν και να τον αφήσουν μόνο. Έκτισε τότε την πόρτα τού κελιού του κι' έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα oλόκληρα χρόνια, χωρίς να μιλήσει ποτέ με κανένα και χωρίς να φάει τίποτ' άλλο πέρα από ψωμί και νερό. Συλλογιζόταν ακατάπαυστα εκείνα πού είδε στην έκστασή του την ώρα πού φαινόταν σαν νεκρός. Μόνο σαν πλησίασε η ώρα τού θανάτου του, οι άλλοι αδελφοί γκρέμισαν τη χτισμένη πόρτα και μπήκαν μέσα. Η έκφραση τού προσώπου του δεν άλλαξε όλα αυτά τα χρόνια. Ήταν συνεχώς σαν αφηρημένος, κι' από τα μάτια του έτρεχαν θερμά δάκρυα. Μετά από πολλές ικεσίες, κατόρθωσαν να τού πάρουν αυτά τα λόγια: «Συγχωρέστε με, αδελφοί! Όποιος γνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου δεν θα μπορέσει πια να αμαρτήσει!». Οι αδελφοί θαύμαζαν, βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο Ησύχιο να έχει μεταμορφωθεί τόσο ανέλπιστα. Όταν πια ξεψύχησε, τον έθαψαν στο κοιμητήρι. Μα ύστερα από λίγες μέρες το λείψανό του είχε εξαφανιστεί. Με το θαυμαστό αυτό σημείο τής σωματικής μεταστάσεως, o Κύριος φανέρωσε σε όλους, όσους θα αποφασίσουν να διορθωθούν μετά από μεγάλη αμέλεια, πόσο ευάρεστα δέχτηκε την μετάνοιά του.

ιστορία τού Ησυχίου τού Χωρηβίτη, για τον oποίον γράφει o άγιος Ιωάννης τής «Κλίμακος» στον έκτο λόγο του

9
Ο Θεός δεν επιθυμεί το θάνατο του αμαρτωλού, όπως ομολογεί δια του στόματος του προφήτη Ιεζεκιήλ «Ου βούλομαι τον θάνατον του ασεβούς» (λγ΄ 11), αλλά ζητά την επιστροφή του ως του τελώνη και του ασώτου, για να ζήσει αιώνια στους κόλπους του παραδείσου και να ευφρανθεί με τα ουράνια αγαθά αυτού. Γι’ αυτό ο Κύριος μας παρακαλεί με αγάπη: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. ια΄ 28). Ο θείος λόγος Του είναι γεμάτος έλεος, που μας τονίζει να μην απελπιζόμεθα από τις αμαρτίες μας, αλλά να τρέχουμε σ’ Αυτόν όπως ο ασθενής στον καλό γιατρό για να τον θεραπεύσει. Η θεία χάρη νικά οποιαδήποτε αμαρτία αν υπάρχει ειλικρινής μετάνοια, απομακρύνει τον άνθρωπο από την κόλαση και δεν τον αφήνει να αμαρτάνει πλέον.

10
Φθάσαμε σε μια λαμπρή τοποθεσία. Υπήρχε εκεί ένα άλλο θαυμαστό παραπέτασμα, πού έμοιαζε με πολύ λαμπρό και καθαρό ήλεκτρο. Κάποιο χέρι το παραμέρισε και μας έδειξε να περάσουμε. Μέσα σ' αυτό συναντήσαμε αναρίθμητο πλήθος αγίων αγγέλων. Τα πρόσωπα τούς φλογερά, έλαμπαν από μακριά πιο πολύ από τον ήλιο. Είχαν σταθεί με ταξί και πολλή κοσμιότητα με τα άϋλα αναστήματα τους, μετέωροι σ' εκείνο το τρομερό ύψος. Στα χέρια κρατούσαν φοβερά σκήπτρα. Σχημάτιζαν αναρίθμητες λεγεώνες παρατεταγμένες δεξιά και αριστερά. «Όταν σηκωθεί κι αυτό το παραπέτασμα, μου είπε ο οδηγός μου δείχνοντας το, θα δεις τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Πατρός. Να πέσεις να τον προσκύνησης. Ό νους σου να είναι όλος προσηλωμένος σ' Εκείνον, για ν' ακούσης Τι θα σου πει».

Ενώ άκουγα τις συμβουλές του, κοιτάζω το παραπέτασμα και βλέπω ένα μεγαλόπρεπο περιστέρι να κατεβαίνει και να κάθεται πάνω σ' αυτό. Το κεφάλι του ήταν σαν από χρυσάφι, το στήθος πορφυρό, τα φτερά λαμπερά σαν φλόγα, τα πόδια λευκά, ενώ τα μάτια τόξευαν φωτεινές ακτίνες. Καθώς απολάμβανα την ομορφιά του, ξαφνικά πέταξε στα ύψη. Ενώπιος ενωπίω Παραμερίσθηκε κι αυτό το παραπέτασμα, και βλέπω τότε στο αχανές εκείνο ύψος, πού καταπλήττει κάθε νου και διάνοια, θρόνο φοβερό, υπερυψωμένο. Κανείς δεν τον κρατούσε, κρεμόταν μετέωρος. Από μέσα έβγαιναν φλόγες πιο λευκές κι από το χιόνι. Επάνω στον θρόνο άστραφτε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Φορούσε βαθυκόκκινα και ολόλευκα ενδύματα. Ή λαμπρότης του όμως από συγκατάβαση στη δική μου αδυναμία- ήταν περιορισμένη. Είδα λοιπόν την θεανθρώπινη ευπρέπεια και ωραιότητα Του.

Ήταν σαν να βλέπει κανείς τον ήλιο να σκορπίζει χαρούμενα τις πρώτες ακτίνες της ανατολής. "Έπεσα και τον προσκύνησα τρεις φορές. Προσπάθησα ν' ανασηκωθώ και ν' αντικρίσω πάλι την ωραιότητα Του, την πύρινη λαμπρότητα της δυνάμεως Του, αλλά δεν μπόρεσα. Με είχε κυριεύσει ανέκφραστος φόβος, φρίκη και χαρά. Μέσα άπ' αυτό το φως ακούσθηκε μια φωνή, πού με τον δυνατό της ήχο έσχιζε τον αέρα. Ήταν μελιστάλακτη, ήμερη και γλυκεία. Μου είπε τρεις λέξεις. Το νόημα τους το κατάλαβα και δοκίμασα πρωτόγνωρη πνευματική ηδονή. Σε λίγο μου είπε άλλες τρεις λέξεις, πού μόλις τις άκουσα γέμισε ή καρδιά μου από θεϊκή χαρά. Κατόπιν μου είπε για τρίτη φορά άλλες τρεις και ξαφνικά ακούσθηκε ισχυρή δοξολογική κραυγή από τα αγγελικά στρατεύματα: "Άγιος, "Άγιος, "Άγιος.

Κατάλαβα ότι αυτό έγινε για μένα. Ή δοξολογία τους βέβαια είναι ακατάπαυστη. Εκείνη όμως ή εξαίσια μελωδική κραυγή ήταν για την εύνοια, πού τόσο πλούσια έδειξε σ' έμενα ο Δεσπότης Χριστός. Μόλις άκουσα αυτές τις ανέκφραστες και θεϊκές λέξεις, κατέβηκα αμέσως με τον ίδιο τρόπο πού ανέβηκα. Ήρθα πάλι στον εαυτό μου και είδα πώς βρέθηκα στον κήπο, άπ' οπού είχε γίνει ή αρπαγή μου. Αναλογιζόμουν με απορία τα όσα μου συνέβησαν. Που ήμουν και που βρέθηκα! Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς πήγα σ' εκείνον τον θεϊκό τόπο. Φέρνοντας στον νου μου όσα είδα εκεί και άκουσα, μονολογούσα: «"Άραγε έχει έρθει και άλλος εδώ ή μόνο εγώ;».

ΟΣΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ