27 Νοεμβρίου 2010

Μιά φορά κι ένα καιρό....


Ένα ποντικάκι κάποτε, παρατηρούσε από την τρυπούλα του τον αγρότη και τη γυναίκα του που ξεδίπλωναν ένα πακέτο. Τι λιχουδιά άραγε έκρυβε εκείνο το πακέτο; Αναρωτήθηκε.

Όταν οι δύο αγρότες άνοιξαν το πακέτο, δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε, όταν διαπίστωσε πως επρόκειτο για μια
ποντικοπαγίδα!

Τρέχει γρήγορα λοιπόν στον αχυρώνα για να ανακοινώσει το φοβερό νέο!:


-Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι!


Η
κότα κακάρισε, έξυσε την πλάτη της και σηκώνοντας το λαιμό της είπε:

"Κύρ Ποντικέ μου, καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί πρόβλημα για σας. Αλλά δεν βλέπω να έχει καμιά επίπτωση σε μένα! Δε με ενοχλεί καθόλου εμένα η  ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"


Το ποντικάκι γύρισε τότε στο
γουρούνι και του φώναξε:

"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"


Το γουρούνι έδειξε συμπόνια αλλά απάντησε:


"Λυπάμαι πολύ κυρ ποντικέ μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο από το να προσευχηθώ. Να είσαι σίγουρος ότι θα το κάνω. Θα προσευχηθώ."
 

Τότε το ποντίκι στράφηκε προς το
βόδι και του φώναξε κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου:

"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"


Και το βόδι απάντησε:


"Κοιτάξτε, κύριε ποντικέ μου, πολύ λυπάμαι για τον κίνδυνο που διατρέχεις, αλλά εμένα η ποντικοπαγίδα το μόνο που μπορεί να μου  κάνει, είναι ένα τσιμπηματάκι στο δέρμα μου! "


Έτσι, ο καλός μας ποντικούλης, έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι, περίλυπος και απογοητευμένος γιατί θα έπρεπε
ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ, να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της ποντικοπαγίδας!  

Την επόμενη νύχτα, ένας παράξενος θόρυβος, κάτι σαν το θόρυβο που κάνει η ποντικοπαγίδα όταν κλείνει, ξύπνησε τη γυναίκα του αγρότη που έτρεξε να δει τι συνέβη. Μέσα στη νύχτα όμως, δεν πρόσεξε πως στην παγίδα πιάστηκε από την ουρά ένα
φίδι ....  

Φοβισμένο
το φίδι δάγκωσε τη γυναίκα.

Ο άντρας της έτρεξε γρήγορα και την πήγε στο νοσοκομείο. Αλλοίμονο όμως, την έφερε στο σπίτι με πολύ υψηλό πυρετό. Ο γιατρός τον συμβούλεψε να της κάνει ζεστές σουπίτσες..


Έτσι ο αγρότης 
έσφαξε την κότα για να κάνει μια καλή κοτόσουπα!

Η γυναίκα όμως πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και όλοι οι γείτονες ερχόταν στη φάρμα να βοηθήσουν. Ο καθένας με τη σειρά του καθόταν στο προσκεφάλι της γυναίκας από ένα 8ωρο.


Για να τους ταΐσει όλους αυτούς ο αγρότης αναγκάστηκε να 
σφάξει το γουρούνι.

Τελικά όμως η γυναίκα δε τη γλύτωσε! Πέθανε! Στη κηδεία της ήρθε πάρα πολύς κόσμος, γιατί ήταν καλή γυναίκα και την αγαπούσαν όλοι.


Για να φιλοξενήσει όλον αυτόν τον κόσμο ο αγρότης αναγκάστηκε να 
σφάξει το βόδι
 
Ο κυρ Ποντικός μας, έβλεπε όλο αυτό το πήγαιν'έλα από την τρυπούλα του με πάρα πολύ μεγάλη θλίψη.......

Γοητεία και απογοήτευση


Καλό ή κακό;
Η λέξη «γοητεία» είναι της μόδας. Οι λέξεις «γοη­τεία», «γοητευτικό», «γοητεύτηκα» δίνουν και παίρνουν στίς κοσμικές συζητήσεις· και ιδίως μεταξύ γυναικών.
Και μερικές φορές, θέλοντας να δείξωμε, πόσο ακόμα πιο έντονα ήσαν τα αισθήματα και οι εντυπώσεις μας, ξεφωνίζουμε:
— Τρέλλα! ... Παλάβωσα!...
Μιλάμε έτσι, γιατί έχομε την ιδέα, ότι το να γοη­τεύει κανείς, ή να γοητεύεται είναι καλό πράγμα. Γιατί τάχα ομορφαίνει την ζωή. Όμως δεν είναι τόσο καλό! Γιατί στην συνέχεια τα πράγματα αλλάζουν! Και τότε ο άνθρωπος πού είχε πετάξει ψηλά «αεροβατώντας», «γοητευμένος», αρχίζει και «απογοητεύεται» και «ξεγοητεύεται».
Και το «ξεγοήτευμα» δεν είναι και τόσο κακό, όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Αντίθετα. Είναι καλό! Είναι προσγείωση. Είναι απαλλαγή από το ψέμα. Είναι επιστροφή στην αλήθεια.
Στην γλώσσα της χριστιανικής ζωής οι λέξεις «γόητας», «γοητεία ή γητεία», «γοήτευμα ή γήτεμα» μιλάνε για μια ενέργεια μανική και δαιμονική, πού κάνει τον
άνθρωπο και χάνει τον έλεγχο του λογικού του·  και δεν μπορεί πια να σκεφθεί λογικά και σωστά!
Γοητεύεται ο άνθρωπος, όταν αφήσει τον εαυτό του να συναρπαγή! Και προφυλάσσεται από την γοητεία πραγμάτων, προσώπων, καταστάσεων και ιδεών, όταν ξέρει να κρατάει το μυαλό του καθαρό και την ψυχή του ανυποδούλωτη στα πάθη.
Παρασυνεβλήθη!...
Η γοητεία είναι μια πανίδα, ένα δόκανο, ένα αγ­κίστρι. Και κάποιο πράγμα ή κάποια ιδέα είναι το δό­λωμα. Το δόλωμα ξετρελλαίνει το άλογο ζώο (πουλάκι, αλεπού, ποντίκι, ψάρι...). Γοητεύεται από το δόλωμα. Και ... η συνέχεια είναι γνωστή.... Και μονότονα πεζή. Και το αποτέλεσμα είναι νοητό.
— Ζώο είναι, λέμε. Τι να σου κάμει! Δεν λογάει!
Μα ο άνθρωπος πού είναι λογικός, δεν πρέπει να καταντάει σε ανάλογη θέση.
- Τι εστίν άνθρωπος; Ηλάττωσας αυτόν, Κύριε, βραχύ τι παρ' αγγέλους. Δόξη και τιμή εστεφάνωσας αυτόν. Και κατέστησας αυτόν επί τα έργα των χειρών Σου κυρίαρχον. Πάντα υπέταξας ύποκάτω των ποδών αυτού!...
Και ενώ ο Θεός τον ηθέλησε τόσο ψηλά, ο άν­θρωπος ξεπέφτει στην θέση των αλόγων ζώων. Και πιο κάτω ακόμη! ... Και άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε. Παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις. Και ωμοιώθη αυτοίς.
Ο άγιος Ιάκωβος ο Πέρσης
Ζωντανό παράδειγμα ο άγιος Ιάκωβος ο Πέρσης.
Ζούσε στην πρωτεύουσα της Περσίας, την Κτησιφώντα, γύρω στο 400 μ. Χ. Βασιλιάς των Περσών ήταν τότε από την γενιά των Σασσανιδών ένας πολυτάλαντος νέος ο Βαχράμ ο Ε'. Όπως και οι περισσότεροι Πέρσες ο Βαχράμ ήταν πυρολάτρης. Λάτρευε τον Ζωροάστρη. Και είχε εχθρική στάση εναντίον των Χριστιανών. Έκα­νε και διωγμούς. Μα όχι συνεχώς και αδιάκοπα. Και ήξερε να κάνει στραβά μάτια, όταν κάποιος χριστιανός του ήταν χρήσιμος.
Ο Ιάκωβος ήταν και αυτός ένας ταλαντούχος νέος. Ωραίος, Έξυπνος. Γεμάτος ζωτικότητα και λεβεν­τιά. Γοητευτικός. Και άξιος άνθρωπος. Και είχε ένα αξίωμα λαμπρό, πού κάνει τους άλλους Πέρσες να τον φθονούν.
Μα ο βασιλιάς τον θαυμάζει. Τον εκτιμά βαθύτατα. Η παρουσία τον γοητεύει. Τον κάνει τον στενώτερο φίλο και συνδαιτυμόνα του. Και γοητεύεται ακόμη πιο πολύ. Από το ήθος του, πού λάμπει. Και βλέποντας τον να είναι παντού άψογος και στα έργα του τέλειος, γοητεύεται όλο και πιο πολύ. Και θέλει τον Ιάκωβο δικό του. Κατάδικό του! Και παίρνει την απόφαση να τον τραβήξει πνευματικά και ιδεολογικά κοντά του.
Πώς όμως θα γοητεύσει ένα χαρακτήρα αδαμάντι­νο;
Πώς γοητεύτηκε.
Στους άνδρες, στους λεβεντόψυχους, και ιδίως στους πνευματικά φωτισμένους, οι φοβέρες δεν πιανουν. Ο Βαχράμ το ξέρει αυτό. Και αρχίζει αλλιώς. Με τον πιο έξυπνο και ψυχολογικά πιο επιτυχημένο τρόπο.
Του φέρεται με τον φιλικώτερο τρόπο. Τον εξυ­ψώνει με επαίνους στα ουράνια. Του δείχνει την πιο μεγάλη δυνατή εύνοια. Δεν προφθάνει ο Ιάκωβος να ειπή λέξη, και αμέσως γίνεται! Ο Βαχράμ αδικεί Πέρ­σες δικούς του στα φανερά για χάρη του Ιακώβου!
Και ο Ιάκωβος; Μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος από μια τέτοια εύνοια; Έχει γοητευθή. Όπου κι αν βρίσκεται λέει μέσα του: Για κύτταξε, πόσο με αγαπάει! Από τα χείλη μου κρέμεται!
Και οι άλλοι του λένε: Για κύτταξε αγάπη πού σου έχει! Αυτός πάει να τρελλαθή νια σένα!... Τον τραβάς από την μύτη....
Μα τα πράγματα δεν έμειναν εκεί...
Μια ήμερα ο Βασιλιάς Βαχράμ Ε' επήρε τον Ιάκω­βο παράμερα και του είπε:
- Βλέπεις, Ιάκωβε, πόσο σε αγαπώ. Είσαι ο καλ­λίτερος μου φίλος. Ο πιο έμπιστος. Ο επιστήθιος. Ό­μως η κατάσταση αυτή δεν θα μπορέσει να διατηρηθή αν δεν κάνεις και συ κάποιο βήμα. Έχομε μια διαφο­ρά. Στην θρησκεία! Κάτι πού μας χωρίζει. Δεν γίνεται να έλθεις και συ στην ίδια θρησκεία με μας, στην πίστη των πατέρων μας, να είμαστε εδώ και πέρα μια ψυχή; Να μη μας χωρίζει τίποτε! Ούτε ο θάνατος!....
Και ο Ιάκωβος; Γοητευμένος από την συμπεριφο­ρά του Βαχράμ συλλογίζεται:
— Είναι δυνατό να ειπείς όχι σε ένα τέτοιο βασιλιά, όταν σε αγαπάει τόσο πολύ; Επιτρέπεται, Ιάκωβε, να του ειπής ΟΧΙ;
Σκέπτεται και ξανασκέπτεται ο Ιάκωβος! Μα πως το σκέπτεται; Ό νους τους έχει κολλήσει στην αγάπη και στην εκτίμηση του βασιλιά. Την μετράει από όλες τις πλευρές και καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι δεν μπορεί να την ανταμείψει με ένα ΟΧΙ.
Και άπαντα:
- ΝΑΙ, βασιλιά μου. Όπως θέλεις. Πάντα μαζί Σου!
Ο Βαχράμ πανηγυρίζει. Και ό Ιάκωβος παύει να είναι Χριστιανός. Με ένα ΝΑΙ αρνήθηκε τον Χριστό.
Γιατί τον ΑΡΝΗΘΗΚΕ; Γιατί γοητευμένος από τον Βαχράμ, τα δώρα του, την αγάπη του, την εκτίμηση του, εκόλλησε το μυαλό του σ' αυτά. Και ούτε πού πέρασε από τον νου του, όταν έλεγε το ΝΑΙ, τι είναι ο Χριστός και τι η βασιλεία Του.
Χοροπηδούν τα μαυράκια!...
Κάποια φορά ταξειδεύοντας μέσα στην ζούγκλα δύο ευρωπαίοι εξερευνητές ευρέθηκαν μπροστά σε μια ομάδα παιδιά ιθαγενών πού έπαιζαν με κάτι πέτρες πού πέταγαν σπίθες! Κατάλαβαν ότι είναι διαμαντόπετρες. Και ηθέλησαν να τις πάρουν!
— Μας δίνετε, παιδιά, αυτές τις παλιόπετρες πού μας χρειάζονται; Εμείς θα σας δώσωμε πιο όμορφα παιχνίδια!
Και τους έδωκαν καθρεφτάκια και παιδικές φυσαρ­μόνικες!
Χοροπηδούν τα μαυράκια από την χαρά τους! Έ­δωσαν πέτρες και επήραν πράγματα πού δεν τα είχαν ιδεί ποτέ στην ζωή τους!... Νόμιζαν τον εαυτό τους κερδισμένο!... Που να φαντασθούν τι είχαν δώσει, και τι είχαν πάρει!....
Έτσι την είχε πάθει και ο Ιάκωβος. Και χειρότερα. Εκείνα δεν ήξεραν να εκτιμήσουν τις πέτρες τους! Ε­κείνος δεν ασχολήθηκε τότε να εκτίμηση αυτό πού που­λούσε, τον Χριστό!
Ο Δαβίδ και ο Αβεσσαλώμ
Μα δεν φέρονται όλοι σαν τον Ιάκωβο.
Διαβάζαμε το Β' Βασιλειών κεφ. 16 και βλέπομε. Ο Δαβίδ ήταν βασιλιάς. Εβασίλευσε χρόνια πολλά. Ένδοξα. Και γεμάτος ευτυχία. Μα ήλθε και η θύελλα. Η θύελλα πού απειλεί εξ 'ίσου τις φτωχοκαλύβες και τα ανάκτορα! Μια πίκρα πολύ μεγάλη. Εστράφηκε ε­ναντίον του ο υίός του ο Άβεσσαλώμ. Με στόχο να τον σφάξει τον πατέρα του και να γίνει αυτός βασιλιάς. Και ο Δαβίδ; Παίρνει τα βουνά. Από βασιλιάς καταν­τάει κατσαπλιάς! Και ο Άβεσσαλώμ από πίσω! Ψάχνει να τον βρει! Να τον σφάξει! Τον πατέρα του! Εκείνον πού τον γέννησε!
Γοητευμένος από το όραμα του βασιλικού θρόνου ο Άβεσσαλώμ, κάνει πράγματα πρωτάκουστα!
Ξεσηκώνονται οι φίλοι του Δαβίδ.
—  Τι επήρες τα βουνά; Θα τον σφάξωμε, το πα­λιόπαιδο!....
Μα ο Δαβίδ δεν γοητεύεται στην σκέψη της τιμω­ρίας και της εκδίκησης!
—  Το παιδί μου θα σφάξω; Προτιμώ τις ταλαιπω­ρίες και τον θάνατο!...
Φεύγει για να μη τον σφάξει το παιδί του. Και για να μη σφάξει το παιδί του!....
Στην ψυχή του βασιλεύει η πατρική στοργή· και η σκέψη της παρουσίας του Θεού.
Ο Δαβίδ και ο Αβεσσά
Σε κάποιο σημείο τον συναντά ένα γέρος, ο Σεμεΐ. Ο Σεμεΐ τον μισούσε τον Δαβίδ. Και ανίκανος πια να κάμει κακό, καταριέται! .... Κατάρες φρικτές!
—  Σκόνη, στάχτη να γίνεις!....
Ο Δαβίδ ακούει. Μα δεν λέει τίποτε. Σκύβει το κεφάλι. Και ψιθυρίζει: Δόξα Σοι, Κύριε.
Μα οι γύρω του δεν το καταπίνουν!
Ένας λεβεντόψυχος στρατηγός ο Αβεσσά, πού μόλις συγκρατιέται λέει:
—  Θα το σφάξω το παλιόσκυλο!
Γιατί τα είπε αυτά; Γιατί γοητεύτηκε από τα αισθή­ματα αγανάκτησης, με τα όποια γέμισε η καρδιά του, βλέποντας ένα παλιόγερο να βρίζει και να καταριέται τον βασιλιά Δαβίδ στην πιο ευγενική εκδήλωση της ζωής του! Και κατέληξε στην σκέψη: Μια κι' έξω! Να ξεμπερδεύωμε με κάτι τέτοιους!.... Και την σκέψη του την εύρισκε τετραγωνικά λογική! Γιατί θα του έδινε το δικαίωμα να καμαρώνει σε όλη του την ζωή! Και να λέει: Μπράβο μου. Καλά του έκαμα. Γινόταν και διαφορετικά;
Άλλα ό Δαβίδ δεν συμφωνεί! Γυρίζει και λέει ήρεμα στον Αβεσσά:
—  Αδελφέ και φίλε Αβεσσά, ο γιος μου, πού τον εγέννησα και τον ανέθρεψα, γυρεύει το κεφάλι μου. Και σας το έχω ειπεί. Μη τολμήσει κανείς ν' απλώσει χέρι επάνω του. Γιατί είναι παιδί μου. Και το αίμα για μένα νερό δεν γίνεται. Αν λοιπόν εκείνον τον συγχω­ρούμε, θα τα βάλωμε με αυτόν τον ταλαίπωρο γέρο, πού έχει ένα πάθος εναντίον μου;  Αφήστε τον. Ας καταριέται. Καλό θα βγή. Θα ιδεί ο Θεός την ταπείνωση και την ανεξικακία μου. Και θα μας ελεήσει!...
Ο Αβεσσαλώμ γοητεύτηκε από τον πόθο του θρόνου!
Ο Αβεσσά γοητεύτηκε και τυφλώθηκε από την οργή και την αγανάκτηση!
Μα ο Δαβίδ δεν άφησε, ούτε τις καταστάσεις, ούτε τις πράξεις, ούτε τα λόγια των ανθρώπων γύρω του, να γίνουν καμινέττο πού θα παραθέρμαινε στο κεφάλι του τους λογισμούς του και τα συναισθήματα του. Διατήρη­σε την σκέψη του ήρεμη και νηφάλια, πνευματικά σω­στή. Και από το στόμα του βγήκαν λόγια θείας σοφίας!
Και ο Θεός είδε την ταπείνωση του και την ανεξι­κακία του. Και τον ελέησε.
Ο δίκαιος Ιώβ και η γυναίκα του
Είδαμε, πώς αγωνίστηκε να μη γοητευθή ένας βα­σιλιάς. Ας ιδούμε τώρα και ένα φτωχό. Η μάλλον έναν άνθρωπο πού ήταν πολύ πλούσιος, αλλά δυστύ­χησε και φτώχηνε τόσο πολύ, ώστε να κάθεται επάνω σε ένα σωρό κοπριά!
Μπορείτε να φαντασθήτε χειρότερο ξεπεσμό;
Και ο πιο φτωχός έχει μια καρέκλα. Έχει ένα κρεβατάκι από σανίδια. Έχει μια ακρούλα να σταθή! Ο Ιώβ δεν είχε τίποτε απολύτως! Κατάντησε άρρω­στος επάνω σε ένα σωρό κοπριά. Εγκαταλειμμένος από τους πάντες!
Και ή γυναίκα του; Στους δρόμους! Ζητιανεύει. Για λίγο ψωμάκι. Για να φάνε!.... Και περιμένει να σκοτει­νιάσει, για να ξαπλώσει κάπου στο ύπαιθρο να ξεκού­ραστη, ή πρώην νοικοκυρά και αρχόντισσα! Περπατάει σιωπηλή. Μα βράζει από τους λογισμούς.
— Θεέ μου, μέχρι που; Και μέχρι πότε;
Και κάποια στιγμή ξεσπάει στον Ιώβ.
—   Υπομονή και υπομονή! Μέχρι πότε πια;  Και γιατί;  Για να ευαρεστήσομε το Θεό;  Και γιατί;  Που είναι τα καλά πού έκαμες μέχρι τώρα;  Που είναι οι προσευχές σου; Που είναι οι ελεημοσύνες σου; Που είναι οι νηστείες σου; Για κοίτα, πού κατάντησες! Που είναι το έλεος του Θεού; Που είναι η προστασία Του; Που είναι η αγάπη Του; Που είναι η δικαιοσύνη Του; Που είναι η υπόσχεση Του, ότι θα αμείβει τα καλά μας έργα; Τι τον θέλεις τέτοιο Θεό; Βλαστήμα Τον και πέθανε!
Είχε ανάψει η ταλαίπωρη γυναίκα! Είχε σκοτιοθή ο νους της από την συνεχή μονόπλευρη αναμόχλευση των ταλαιπωριών της! Και νόμισε πώς αν ο Ιώβ βλαστημήσει τον Θεό, θα ικανοποιηθεί- θα χορτάσει· θα βάλει τα πράγματα στην θέση τους! Είχε η δυστυχής συναρπαγή' είχε γοητευθή από τους λογισμούς της!
Μα ο Ιώβ δεν την ακολούθησε στο σκεπτικό της. 'Ήρεμος, νηφάλιος, έχοντας σαν αφετηρία στην σκέψη, ότι ο Θεός είναι παντοδύναμος και πανάγαθος, της είπε:
—  Γιατί «μου χάλασες», γυναίκα; Γιατί μιλάς έτσι, σαν να ήσουν έλαφρόμυαλη, επιπόλαιη, και απερίσκε­πτη; Όταν ο Θεός μας έδινε αγαθά, ήταν καλός. Τώρα πού μας δίνει δοκιμασίες, δεν θα δείξωμε υπομονή; Τι δούλοι Του είμαστε τότε;
Πώς να μη γίνει υπόδειγμα πίστεως, νηφαλιότητας, υπομονής, νήψεως, αφοσιώσεως, λογικής;
Πεθερά και νύφη μαζί!
Μα ο Ιάκωβος γοητεύτηκε! Και ζή μέσα στην παραζάλη της γοητείας αρκετόν καιρό. Τρίβει τα χέρια του ενθουσιασμένος. Για φαντάσου να ξεκινήσει απλό παιδί και να τον θεωρεί ο βασιλιάς, όχι απλώς τον πιο καλό του συνεργάτη, αλλά φίλο, μια ψυχή!
Άλλα η παραζάλη αυτή δεν διαρκεί πολύ. Έρχεται κάτι να την ταράξει και να την ανατρέψει! Τι; Ένα γράμμα. Από την μάνα του και από την γυναίκα του. Πεθερά και νύμφη. Πού ήταν και οι δυο χριστιανές. Και πού σαν χριστιανές ήταν πράγματι ομόψυχες. Μια ψυχή και μια γνώμη.
Έκατσαν και του έγραψαν. Και οι δυο μαζί:
Ιάκωβε,
Δεν σου έπρεπε να κάνεις τέτοιο λάθος, να αφή­σεις την αλήθεια και να πας στο ψέμα.
Κρίμα, να γελαστής συ από τις τιμές και τα δώρα! Γιατί, όση αξία και αν φαίνωνται πώς έχουν, όσο πο­λύτιμα και αν σου φάντασαν, είναι πρόσκαιρα! Θα σβήσουν σαν όνειρο! Θα διαλυθούν σαν καπνός!
Πώς την έκαμες τέτοια ανοησία, και αγάπησες έ­ναν άνθρωπο θνητό πιο πολύ από τον αιώνιο Θεό;
Άφησες την αγάπη του Θεού για την αγάπη ενός ανθρώπου, πού μια ήμερα θα πεθάνει και θα τον φάνε τα σκουλήκια! Και τότε ποιο θα είναι το κέρδος σου; 'Αλλά έστω, θα πεθάνεις πρώτα εσύ! Και τι θα σου προσφέρει, όταν θα πηγαίνεις για την αιώνια κόλαση; Σε τι θα σε βοηθήσει;
Μεγάλη λύπη έχομε! Για σένα! Πικρά δάκρυα χύνομε! Σκέψου το λάθος σου! Γύρισε πίσω!
Ήσουν στο φως. Και επήγες στο σκοτάδι! Ανάνη­ψε! Γύρισε στην ευσέβεια! Σου μιλάμε για τελευταία φορά. Αν δεν μας ακούσεις δεν είμαστε πια τίποτε για σένα! Εγώ δεν θα είμαι πια η μητέρα σου. Και εγώ δεν θα είμαι πια η γυναίκα σου. Δεν θα έχεις πια καμμιά σχέση μαζί μας!
Το ξεγοήτευμα
Το διάβασε ο Ιάκωβος το γράμμα αυτό και έπεσε σε βαθειά περισυλλογή. Αρχίζει να σκέπτεται ήρεμα. Να βλέπει και την άλλη όψη. Εκείνη πού είχε ξεχάσει. Εκείνη πού είχε μέσα του υποτιμήσει. Και καταλαβαί­νει ότι είχε κάμει λάθος. Ότι «την είχε πατήσει». Ότι είχε γοητευθή! Κατάλαβε ότι είχε αδικήσει τον εαυτό του φοβερά. Και έτσι αρχίζει να ξεγοητεύεται! Και παίρνει την απόφαση να τα θυσιάσει όλα για τον Χρι­στό.
Μα δεν ξεγοητεύτηκε μόνον ο Ιάκωβος. Απογοη­τεύτηκε και ξεγοητεύτηκε και ο Βαχράμ. Πού είδε το οικοδόμημα του συντρίμια.
Αλλά του Βαχράμ η καρδιά δεν εγέμισε με γαλή­νη· ούτε με ηρεμία· ούτε με χαρά. Ο Βαχράμ έγινε θηρίο. Γιατί άλλη είναι η θρησκεία του Χρίστου, και άλλη η θρησκεία των δαιμονίων. Ο Χριστός δίνει ει­ρήνη και αγάπη και καθαρότητα. Τα δαιμόνια προκα­λούν ταραχή, μίσος και βρωμιά.
Και γεμάτος οργή ο βασιλιάς Βαχράμ διατάζει να συλλάβουν τον Ιάκωβο. Και αρχίζουν οι απειλές. Ότι αν δεν σταθή στην ειδωλολατρία για πάντα, αν δεν αρνηθή τον Χριστό για πάντα, θα τιμωρηθή σκληρά.
Αλλά ο Ιάκωβος ήρεμος τώρα και μυαλωμένος, δεν γοητεύτηκε πια!
— Βασιλιά μου, μην επιμένεις. Και άφησε τα ωραία λόγια! Ό,τι και αν ειπείς, σπέρνεις την θάλασσα σιτάρι! Θα φυτρώσει ποτέ; Μη κοπιάζεις άδικα. Δεν αλλάζω γνώμη. Με τίποτε. Και για τίποτε!
Όμως ανάμεσα στην πίστη του Χρίστου και στην πίστη των δαιμονίων (ή στην έλλειψη πίστης) υπάρχει και μια άλλη διαφορά: Οι μη χριστιανοί τα βλέπουν όλα σαρκικά.
Έτσι και ο Βαχράμ έκαμε την σκέψη:
—   Τι είναι το πιο όμορφο στον κόσμο; Ή ζωή! Και τι είναι το πολυτιμότερο για τον καθένα μας; Ο εαυτούλης του.
Και διατάζει:
Στριμώχτε τον! Βασανιστήρια. Αρχίστε να κόβετε τα δάχτυλα του. Πόντο-πόντο! Με πριόνι. Και πρώτα το μικρό δάχτυλο! Μετά το δεύτερο. Ένα-ενα. Και λίγο-λίγο!
Και η διαταγή εκτελείται!
Αρχίζει το κλάδεμα.
Μα ο Ιάκωβος δεν συναρπάζεται πια ούτε από τον πόνο, ούτε από τον φόβο του θανάτου! Έχει ειρή­νη. Γιατί έχει σφαιρική θεώρηση της ζωής. Θυμάται ότι υπάρχει και αιώνια ζωή. Και αντί να τρέμει ή να ώρύεται και να καταριέται, δοξάζει τον Θεό;
—  Βλέπεις, Κύριε! Με κλαδεύουν! Σαν να ήμουν δένδρο.  Το πρώτο κλαδί μου κόπηκε κιόλας! Προς δόξαν Σου.
Και στον εαυτό του έλεγε:
—Κλάδεμα έχομε. Χειμώνας είναι. Θα περάσει. Θα έλθει η άνοιξη της αναστάσεως. Και εκεί θα ξαναβλαστήσουν τα κλαδιά, πού κόψανε από το δένδρο μου!
Το κλάδεμα προχωρεί. Μα ο Ιάκωβος μένει ακλόνητος. Τον πλησιάζει ένας «φίλος» του:
— Βρε Ιάκωβε,  ανόητος είσαι; Φέρσου έξυπνα, καημένε. Είπε πώς Τον αρνείσαι τον Χριστό. Όχι με την καρδιά σου, ρε. Με το στόμα μόνο! Ένα ψεματάκι. Μέσα στα τόσα πού λέμε. Και χαρά στο πράγμα! Αφού ωφελεί. Χωρίς να βλάπτει κανένα! Θα το δεχθούν. Θα σε αφήσουν. Και μετά, σήκω και φύγε. Μακρυά από την Περσία. Στην Ρωμιοσύνη. Και ζήσε, όπως θέλεις. Μην αφήνεις αυτό το θηρίο να σου κάνει ό,τι θέλει!...
Μα ούτε από τα λόγια αυτά δεν γοητεύτηκε ο άγιος Ιάκωβος. Και απάντησε.
—  Υποκρισία ενώπιον των ανθρώπων, μπορεί να έχει πέραση! Μπορεί ποτέ να έχει πέραση στον Θεό; Αν Τον αρνηθώ ενώπιον των ανθρώπων, πώς θα περι­μένω να με δεχθή ενώπιον των αγγέλων;
Αλήθεια! Είναι ποτέ δυνατό να θεωρηθή, ότι έχει σωστή θεώρηση του Χρίστου και της αιώνιας ζωής εκείνος πού βλέπει υπερβολική και μονομερή την στάση του αγίου Ιακώβου;
Και το κλάδεμα προχωρεί! Έχουν κόψει τα χέρια. Και τα δυο. Κόβουν και το πόδι. Και έχουν φθάσει στο γόνατο! Ο πόνος στο γόνατο είναι ο πιο οδυνη­ρός. Ο πιο αβάσταχτος. Το τσεκούρι χτυπάει τώρα στο γόνατο. Και ο άγιος βγάζει ένα βαθύ αναστεναγμό:
—  Χριστέ μου, βοήθει.
Και ήταν τόσο οδυνηρός, ώστε -όπως διαβάζομε στον βίο του - ερράγισαν και οι πέτρες!
Στην κατάσταση αυτή ήρθε η εντολή να του κό­ψουν το κεφάλι.
Και ο Ιάκωβος το ακούει ήρεμα. Και κάνει την τελευταία του προσευχή:
Δέσποτα Θεέ, Πάτερ Παντοκράτωρ, Κύριε Ιησού Χριστέ, Άγιο Πνεύμα, Σε ευχαριστώ πού με αξίωσες να μαρτυρήσω για το άγιο Όνομα Σου.
Βλέπεις, Κύριε.
•  Δεν έχω πόδια να σηκωθώ να Σε προσκυνήσω.

• Δεν έχω χέρια να τα υψώσω στον Ουρανό να Σε επικαλεσθώ!

• Δεν έχω χέρι να κάμω σαν χριστιανός για τελευ­ταία φορά το σημείο του Τιμίου Σταυρού Σου.
Παράλαβε κατά το έλεος Σου την ψυχή μου. Και κάμε, όταν θα έλθει η ευλογημένη άνοιξη της αναστά­σεως να ξαναβλαστήσω στην βασιλεία Σου ολόκληρος, δένδρο καρποφόρο.
Του έκοψαν το κεφάλι. Και παρέδωκε το πνεύμα του στον Πατέρα και Πλάστη μας.

Η πνευματική του διαθήκη

Ο άγιος Ιάκωβος ο Πέρσης μας αφήνει ένα με­γάλο δίδαγμα: Ότι χρειάζεται να έχωμε «νήψη ψυχής», δηλ. να είμαστε προσγειωμένοι στο νου· και ήρεμοι στα αισθήματα.
Το ρήμα «νήφω» σημαίνει είμαι νηφάλιος, ξεμέθυστος. Το μεθύσι από το κρασί θολώνει το μυαλό και ταράζει τα συναισθήματα. Και έτσι ο μεθυσμένος κάνει πράξεις τέτοιες, πού λέμε: Είδε ο τρελλός τον μεθυσμέ­νο και έφυγε. Πολύ κακό το μεθύσι από κρασί. Μα έχει και ένα καλό. Ότι μετά από λίγες ώρες ο άνθρω­πος ξεμεθάει. Και συνέρχεται.
Μα υπάρχει και μια άλλη μέθη. Αυτή, «ουκ από οίνου»! Όχι από κρασί. 'Αλλά από συναισθήματα· από ιδέες· από πάθη· από την γοητεία των ωραίων της γης.
Από την μέθη αυτή ο άνθρωπος πολύ δύσκολα ξεμε­θάει!
Ο άγιος Ιάκωβος μας λέει:
Πρόσεχε. Μη γοητεύεσαι. Μη γοητεύεις. Μην απο­γοητεύεσαι. Και μην απογοητεύεις. Φρόντιζε να ξεγοητεύεσαι και να ξεγοητεύεις. Γιατί αυτό μας εδίδαξε ο Χριστός, ο ελευθερωτής των ψυχών ημών. Και αυτό μας διδάσκουν οι φίλοι Του και μιμητές Του, οι άγιοι.

Κυβέρνα τους λογισμούς σου...

Ας Ιδούμε τώρα και μια ιστορία σύγχρονη, κάπως παράξενη. Αλλά και αρκετά συνηθισμένη με λίγες πα­ραλλαγές:
Ένας νεαρός 18 χρόνων επήγε με κάποιο συνο­μήλικο φίλο του να διασκεδάσουν «νεανικά». Διασκέ­δασαν, όσο πιο «καλά» μπορούσαν με τα κορίτσια τους. Έφαγαν. Ήπιαν. Εμέθυσαν. Και σαν νεαροί άρχισαν να κάνουν ο ένας στον άλλο τον «μάγκα». Και τελικά ήρθαν στα χέρια. Ο νεαρός μας έφαγε κάποια παρα­πάνω. Και του εστοίχισε. Γιατί έβλεπε και το κορίτσι του! Και αυτό, όσο κι' αν το σκεφτόταν, το εύρισκε τόσο απαράδεκτο, ώστε τελικά ο λογισμός του αιχμαλωτίσθηκε.
— θα τον σφάξω τον άτιμο!...
Και τον έσφαξε!
Γιατί; Γιατί την μια ήμερα εγοητεύθηκαν από την διασκέδαση και δεν ήξεραν τι έκαναν και την άλλη εγοητεύθη από την φιλοτιμία· από τον τραυματισμένο άκριτο εγωισμό.
Και να τώρα στο δικαστήριο. Και στην φυλακή. Και εδώ αρχίζει το ξεγοήτευμα!
— Μαύρη η ώρα, πού επήγα να διασκεδάσω! Ένα γλέντι! Θεέ μου, πόσο θα το πληρώσω! Μαύρη η ώρα πού ξεκίνησα!...
Και οι ήμερες στην φυλακή περνούν πικρές. Και το μαστίγωμα της συνείδησης τις κάνει ακόμη πιο πι­κρές!
— Τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος! Εκείνος στο χώμα! Και εγώ; Ζωντανός νεκρός. Ω, τι μεγάλο πράγ­μα να ξέρει ο άνθρωπος να κυβερνάει τους λογισμούς του! Τι σπουδαίο πράγμα, να μπορεί ο νέος να μη γοητεύεται, ούτε από τον πόθο της διασκέδασης, ούτε από τα νταηλίκια και τους παλληκαρισμούς του! Φώτισε με, Θέε μου! Επήρα λάθος δρόμο!
Και απογοητευμένος από τα αποτελέσματα της εξυ­πνάδας του και ξεγοητευμένος πια στην πικρή σκοτεινιά του κελιού της φυλακής, ο νεαρός γονατίζει και Τον επικαλείται.
— Μη αποστρέψεις το πρόσωπο Σου άπ' εμού. Κυβέρνησε την ζωή μου!
Μη λησμονείς ότι...
Αν δεν θέλεις να γοητευθής σε πράγματα επιζήμια και να απογοητευθής πικρά, πρόσεξε:

• Να θυμάσαι ότι την ζωή μας την κυβερνάνε οι λογισμοί μας.

•  Μην αφήνεις λοιπόν τον εαυτό σου να κατάληξη σε αποφάσεις με οδηγό τα πάθη πού γοητεύουν και τυφλώνουν:

* φιληδονία (πόθος για σεξ, ποτό, γλέντι, δια­σκέδαση, εκδρομές, -ποδόσφαιρο κλπ.)

* φιλοτιμία   (πληγωμένο   εγωισμό,   νταϊλίκι, και αξιωμάτων)

* φιλοκτημοσύνη (πόθο νια απόκτηση σκευών, ενδυμάτων, χρημάτων, κοσμημάτων, χωρα­φιών κλπ.)

•  Κυβέρνησε τους λογισμούς σου με οδηγό το ανέσπερο και άδυτο φως του Χρίστου.

•  Κατάφευγε στην συμβουλή του Πνευματικού σου Πατέρα.

26 Νοεμβρίου 2010

Η Κορύφωση του Ελληνικού Δράματος


«Αχ, πατρίδα μου, δεν θα σ΄ αφήσουν ζωντανή, ότι αυτήνοι σε κυβερνούν κι΄
άλλοι τοιούτοι, κι΄ απ΄ αυτούς κρέμεσαι. Η ψυχή τους ολουνών είναι η ίδια· δόλον θυσιάζουν δια εσένα πλήθος, κι΄ αρετή και πατριωτισμόν τελείως. Και κιντυνεύεις·
μ΄ αυτά δεν θα πας ομπρός».
Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, σελ. 154

«Δύο αιώνες αγώνων και θυσιών για ελευθερία, κοινωνική δικαιοσύνη, αλληλεγγύη. Και ιδού οι λαοί πάλι μπροστά στο χάος. Η επιστήμη και η οικονομική ανάπτυξη «μεγαλουργούν», η ηθική και ο πολιτισμός ενταφιάζονται… Στη ζούγκλα της «πανελεύθερης αγοράς», του εξοντωτικού ανταγωνισμού, θεότητα είναι το χρήμα. Και υπέρτατες αξίες η ατομική επιτυχία, ο πλουτισμός και η ανάδειξη με τις πιο επαίσχυντες μεθόδους. Με τη βία, την απάτη την ατιμία…Στις κοινωνίες του Βορρά αποσύνθεση, οι λαοί του Νότου αργοπεθαίνουν. Και οι υπερεθνικοί οικονομικοί κολοσσοί προετοιμάζονται για την παγκόσμια κυριαρχία.. υποτάσσοντας τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις με την εξαγορά και τους εκβιασμούς και υποδουλώνοντας την κοινωνία με τα ιδιόκτητα ηλεκτρονικά μέσα «ενημέρωσης» και «ψυχαγωγίας». Το σύστημα είναι φαύλο, οι δυτικές δημοκρατίες «ψευδοδημοκρατίες», η πολιτική εξουσία διεφθαρμένη, οι θεσμοί απατηλό σκηνικό, οι εκλογές παρωδία, το κοινοβούλιο όργανο αντιλαϊκών συμφερόντων, οι πολιτικοί ανενδοίαστη συντεχνία, τα κόμματα κερδοσκοπικές επιχειρήσεις. Η διαφθορά δεν αποτελεί περιστασιακό φαινόμενο, δεν αφορά μερικά άτομα διαβρωμένα, δεν πρόκειται για τυχαίες και απροσδόκητες ρωγμές που θα κλείσουν, για μια ιάσιμη λοίμωξη. Είναι διαχρονικό φαινόμενο, συμφυές με την άσκηση της εξουσίας, το κυριότερο χαρακτηριστικό της. Ταυτίζεται με την πολιτική και τους πολιτικούς, είναι η ψυχή και το οξυγόνο του συστήματος.
Χωρίς την αναστήλωση της δημοκρατίας, χωρίς δηλαδή τη συμμετοχή των πολιτών στη διαχείριση των κοινών, χωρίς τον άμεσο και με διαφάνεια έλεγχο των κυβερνώντων και τη λογοδοσία των αξιωματούχων, η εξαχρειωμένη εξουσία θα γίνει πειθήνιο ενεργούμενο των οικονομικών συγκροτημάτων – είναι ήδη εξαρτημένη από τους χρηματοδότες της – θα παραδώσει ολόκληρη την κρατική περιουσία για εκμετάλλευση σε εγχώριους και ξένους κεφαλαιούχους, κι΄ ακόμα την Παιδεία, την Υγεία, την Πρόνοια…
θα απωθήσει τους εργαζόμενους στο περιθώριο….». (1)


Πέρασαν κιόλας 18 χρόνια από τότε που ο ασυμβίβαστος και θαρραλέος μαχητής Κυριάκος Σιμόπουλος, στο βιβλίο του «Η Διαφθορά της Εξουσίας», αποτύπωσε κρυστάλλινα τη «λέπρα της πολιτικής διαφθοράς με την καταρράκωση των θεσμών και ηθικών αξιών της ελληνικής κοινωνίας».

Αλήθεια, πόσο επίκαιρα αντηχούν σήμερα τα λόγια του !
Τότε, ποιος έδωσε σημασία στις καίριες επισημάνσεις του;
Σήμερα, ποιος ανατρέχει στο έργο του και ποιος αντλεί διδάγματα για την κατάντια μας;
Η προσφορά του Κυριάκου Σιμόπουλου στον Ελληνισμό –με το τεράστιο συγγραφικό έργο που φθάνει τους 20 τόμους και ξεπερνά τις 10.300 σελίδες-  είναι ανεκτίμητη. Αυτή όμως δεν αναγνωρίσθηκε ποτέ από την Ελληνική Πολιτεία ή από τους κατεστημένους «πνευματικούς» φορείς του τόπου μας. Άλλωστε, ποιος θα περίμενε διαφορετική συμπεριφορά;
Στην κηδεία του, πέντε συγγενείς και τρεις φίλοι…
Ούτε ένα πνευματικό μνημόσυνο…
Η μοίρα όλων των αληθινά πνευματικών ανθρώπων.

Αυτά, ως απαραίτητη Εισαγωγή στο κυρίως θέμα.

Σήμερα, βιώνουμε την κορύφωση του ελληνικού δράματος, σε τρεις πράξεις…. Με σεναριογράφο και σκηνοθέτη τον Μεγάλο Σχεδιασμό.

Πράξη 1η.
Η αλλοτρίωση της γλώσσας.
Υπήρξε η πρώτη φάση ενός ευρύτερα υπονομευτικού σχεδίου διάβρωσης της ελληνικότητας. Επήλθε «ανεπαισθήτως», μετά από συστηματική μαζική πλύση εγκεφάλων. Εδώ και 130 χρόνια, τα μεγαλύτερα ανοσιουργήματα σε βάρος της γλώσσας- με αποκορύφωση την πραξικοπηματική επιβολή του μονοτονικού-  παρουσιάζονταν ως προοδευτικά επιτεύγματα και κατακτήσεις του λαού. Κανείς δεν συνειδητοποίησε ότι η εξουσία έχει συμφέρον να διαφθείρει την γλώσσα επειδή ακριβώς τα μέσα που χρησιμοποιεί για τη συντήρηση της επιρροής της είναι ο δόλος, η ψευδολογία και η απάτη. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η γλώσσα, όργανο έκφρασης νοημάτων, μπορεί, όταν ελέγχεται από μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, να εξελιχθεί σε όργανο εξουσίας. Έτσι, η μεθοδευμένη αλλοίωση των εννοιών νοθεύει το νόημα των λέξεων, συσκοτίζει την κρίση προκαλώντας σκόπιμη σύγχυση. Καμμιά πλέον επαφή με τα γλωσσικά αρχέτυπα, ακατάληπτοι ο Ανδρέας Κάλβος, ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Οδυσσέας Ελύτης…
Και αυτό είναι φυσικό, διότι ο άνθρωπος, κατ΄ εντολή του Σχεδιασμού, μετατράπηκε σε ενεργούμενο, αλλοτριωμένο άτομο, πλήρως αποκομμένο από όλα τα μεγάλα δημιουργήματα του πνεύματος –χωρίς καν να τα έχει γνωρίσει ! Στηρίζεται στην αυταπάτη μιας πνευματικής αυτάρκειας που θεωρεί ότι την έχει κατακτήσει, και μοιραία υποτάσσεται στους φαύλους εξουσιαστές.

Πράξη 2η.
Η διάλυση της Παιδείας και η απαξίωση της Εκπαίδευσης.
«Εν αμουσία και αμαθεία ζην», Κλαύδιος Αιλιανός (175 – 235 μ.Χ.), Varia Historia (Ποικίλη Ιστορία).

Επιδίωξη της εξουσίας είναι να κρατήσει το λαό απαίδευτο, ακαλλιέργητο και αγροίκο. Οι αλλεπάλληλες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που σκηνοθέτησε ο Μεγάλος Σχεδιασμός, με ηθοποιούς «ρηξικέλευθους, προοδευτικούς» -ιδού η μεθοδευμένη αλλοίωση των εννοιών-  παιδαγωγούς, τους εκάστοτε Υπουργούς Παιδείας και κομπάρσους τους δύσμοιρους εκπαιδευτικούς αποσκοπούσαν στην εδραίωση της διεφθαρμένης εξουσίας. Το σχολείο μετατράπηκε σε μια γραφειοκρατική λειτουργία, με δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας δασκάλους και καθηγητές, θύματα και αυτοί των αλλοπρόσαλλων καιρών.
Η παιδεία που παρέχει το σχολείο κατευθύνεται από τις σάπιες αρχές της επαγγελματικής ανέλιξης, του χρήματος, του ανταγωνισμού και της ατομικής επιτυχίας (διάβαζε δυστυχίας). Αυτή ακριβώς η παιδεία χαλυβδώνει το καθεστώς που θεοποιεί το αθέμιτο κέρδος και την αχαλίνωτη κατανάλωση και επιτρέπει στους οικονομικά ισχυρούς να θησαυρίζουν αφήνοντας ψίχουλα στον ζητιάνο λαό.

«Αυτό που φτιάξαμε είναι μια νεολαία χωρίς μνήμη, γεννημένη από το μηδέν. Εφηύραμε την πολιτισμικά αυθύπαρκτη γενιά. Υπάρχει μια λέξη που εκφράζει αυτό ακριβώς, αν δεν την πάρουμε με την υποτιμητική της σημασία αλλά με την καθαρά περιγραφική, η λέξη <βαρβαρότητα>… Βάρβαρος είναι αυτός που δεν εντάσσεται –ούτε με την προσχώρηση ούτε με την αντίδρασή του- στον πολιτισμό, δηλαδή στη συνέχεια αυτού που δημιούργησαν όσοι προηγήθηκαν. Είναι ανιστορικός, εκτός γενιάς. Δεν αποτελεί καρπό της ύπαρξης των πατέρων του, είναι μετεωρίτης… Βρίσκεται στο hic et nunc, στο εδώ και τώρα, στο μονίμως επαναλαμβανόμενο παρόν, νομάδας τού χρόνου σε ένα άχρονο πεπρωμένο».

Πράξη 3η και τελειωτική.
Η οικονομική χρεοκοπία. Ο διασυρμός της χώρας μας. Η χαριστική βολή.
Οι προβολείς στην σκηνή χαμηλώνουν. Η αυλαί κλείνει. Οι ηθοποιοί  αποσύρονται αθόρυβα… Μια παγερή σιωπή απλώνεται στους θεατές της πλατείας. Προσπαθεί έντρομος ο ένας να κοιτάξει στο πρόσωπο τον άλλο, αλλά μάταια -δεν διακρίνονται όψεις παρά μόνο μάσκες.  Έξαφνα, ένας τρομερός κρότος ακούγεται και μια φοβερή λάμψη τυφλώνει όλους. Αίφνης, το οικοδόμημα του θεάτρου κλονίζεται συθέμελα και μια καταπακτή ανοίγει με έναν φρικιαστικό πάταγο καταποντίζοντας τους πάντες.
Το απόλυτο κενό…

Επιμύθιο
Όμως, ας μη χάνουμε την αισιοδοξία μας ! Ας θεωρήσουμε ότι ήταν μια άθλια θεατρική παράσταση, ένα εφιαλτικό όνειρο.
Έχουμε ακόμη τη δύναμη να ξαναβρούμε το απωλεσθέν πρόσωπό μας.
Με πίστη καί θέληση, αλλά προπαντός με καλή και άδολη προαίρεση να παραδεχθούμε την πλάνη μας. «Ή όλοι ή κανείς», όπως είπε και Μπρέχτ.



(1). Σιμόπουλος Κυριάκος. Η Διαφθορά της Εξουσίας. Αθήνα 1992.
(2). Natacha Polony. Τ χαμένα παιδιά μας. Μικρ μελέτη γι τ χάσμα τν γενεν. Μετάφραση: Ξένια Σκούρα. Επιμέλεια: Δήμητρα Τουλάτου. Πρόλογος; Σταρος Ζουμπουλάκης. κδόσεις ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2006, σελ. 50.

Η χελώνα που μιλούσε πολύ



Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας βασιλιάς που μιλούσε πολύ. Πάντα έκανε στους υπουργούς του ηλίθιες ερωτήσεις, και όταν δεν είχε τι να τους ρωτήσει, τους ανησυχούσε μιλώντας τους για πράγματα που δεν ήθελαν να ξέρουν. Όταν μιλούσε, κανένας άλλος δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη.
Ο Πρωθυπουργός του βασιλιά ήταν ένας πολύ σοφός άνθρωπος και ήθελε να απαλλάξει, να γιατρέψει τον άρχοντα από τη φλυαρία του. Αλλά, δεν τολμούσε να πει ανοικτά στο βασιλιά να μη μιλά πολύ, γιατί θα τον έκανε να νευριάσει και θα τον σκότωνε. Έτσι περιμένε υπομονετικά μέχρι να του δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία.
Κάποια μέρα, η ευκαιρία αυτή εμφανίστηκε. Ο βασιλιάς μιλούσε, και μιλούσε, και μιλούσε όλη μέρα και τόσο πολύ μέχρι που βράχνιασε και έχασε τη φωνή του, κι έτσι δεν μπορούσε να μιλήσει άλλο. Παρ’ όλ’ αυτά, ήθελε να συνεχίσει τη συζήτηση κι ας μην μπορούσε να μιλήσει. Μη έχοντας άλλη επιλογή κάλεσε τον Πρωθυπουργό και του ζήτησε να του πει μια ιστορία. Ο σοφός Πρωθυπουργός δέχτηκε με μεγάλη χαρά και του διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία:
“Μια φορά κι ένα καιρό, ζούσε σε μια μικρή λίμνη των Ιμαλαϊων μία χελώνα που μιλούσε πολύ. Όλοι οι γείτονές της στη λίμνη κουράστηκαν να απαντούν στα αιώνια γιατί της και έπλητταν με το ασταμάτητο μουρμουρητό της. Τη βαρέθηκαν τόσο πολύ ώστε κάθε φορά που την έβλεπαν να πλησιάζει, αυτοί έφευγαν.
Η χελώνα ένιωθε φοβερά μόνη, μια και της άρεσε τόσο πολύ να μιλά αλλά δεν υπήρχε κανείς για να την ακούσει. Κάποια μέρα, δύο αγριόχηνες κατέβηκαν στη λιμνούλα για να ξεκουραστούν λίγο προτού συνεχίσουν το δρόμο τους προς τη λίμνη Μάνα Σαροβάρ. Η φλύαρη χελώνα, ξέροντας ότι είναι ξένες και έτσι θα άκουγαν το μπλα μπλα της, τις πλησιάσε και έπιασε μαζί τους την κουβέντα.
“Από ποια χώρα έρχεστε; Ποιο είναι το όνομά σας; Τι δουλειά κάνετε;” Εξαπέλυε τις ερωτήσεις τη μια πίσω από την άλλη, χωρίς να περιμένει την απάντηση.
Οι αγριόχηνες το καταδιασκέδαζαν. Και, μια και θα έμεναν μόνο για λίγο, δεν είχαν το χρόνο για να μάθουν ότι η χελώνα ήταν μόνο μια φλύαρη και πληκτική ύπαρξη. Έτσι, απάντησαν με ευγένεια στις ερωτήσεις της και την άκουσαν με χαρά να φλυαρεί.
Η χελώνα ένιωθε μεγάλη θλίψη καθώς σκεφτόταν, πως βρήκε δύο καλούς φίλους μόνο και μόνο για να τους χάσει, αφού ήξερε ότι θα έμεναν για λίγο και μετά θα έφευγαν. Τότε, της ήρθε στο μυαλό μια λαμπρή ιδέα και γυρνώντας προς το μέρος τους τούς είπε: “Είμαι κουρασμένη απ’ την απάθεια των γειτόνων μου σ’ αυτή τη λίμνη. Μήπως θα μπορούσατε να με πάρετε μαζί σας στη λίμνη Μάνα Σαμοβάρ;”
“Μα πως να σε πάρουμε στη Μάνα Σαμοβάρ;” ρώτησαν οι αγριόχηνες, “αφού δεν μπορείς να πετάξεις!”
“Ε, μα αυτό είναι εύκολο,” είπε χαμογελώντας η χελώνα. “Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να κρατήσετε ένα κλαδί ανάμεσα στα ράμφη σας κι εγώ θα κρατηθώ απ’ αυτό με τα δόντια στη μέση του. Έτσι, θα μπορέσετε να με μεταφέρετε στη λίμνη, Μάνα Σαμοβάρ.”
“Πολύ καλά,” συμφώνησαν οι χήνες, διασκεδάζοντας μ’ αυτή την πρωτότυπη ιδέα.
Έτσι, κράτησαν ένα κλαδί ανάμεσα στα ράμφη τους, η χελώνα πιάστηκε με τα δόντια στη μέση του, και ανέβηκαν σιγά σιγά στον αέρα. Αλλά δεν προχώρησαν πολύ πάνω από τους λόφους όταν τους πρόσεξε ένα κοράκι και φώναξε στα άλλα πουλιά: “Ω φίλοι, ω φίλοι, έλατε να δείτε αυτό το παράξενο θέαμα!” “Ω φίλοι, ω φίλοι, ελάτε να δείτε αυτό το παράξενο θέαμα!” επανέλαβε ένας παπαγάλος μετά το κοράκι, καθώς πλησίαζε με τα άλλα πουλιά.
“Τι το αστείο βλέπετε εδώ;” ρώτησε η χελώνα αμέσως και, έτσι, χάνοντας το κράτημά της από το κλαδί στην ανυπομονησία της να μιλήσει, έπεσε στα βράχια και σκοτώθηκε ακαριαία.”
Όταν η αφήγηση τελείωσε, ο βασιλιάς ζήτησε από τον Πρωθυπουργό να του πει ποιο ήταν το δίδαγμα απ’ αυτή την ιστορία. Ο σοφός Πρωθυπουργός του μίλησε για το δίδαγμα μέσα από τους ακόλουθους στίχους:

Ακριβώς γι’ αυτό η χελώνα σκοτώθηκε,
Που μιλούσε πολύ.
Επειδή δεν μπορούσε να μείνει ακίνητη
Και μιλούσε πολύ.
Άκουσε, τώρα, Ω βασιλιά,
Να μιλάς μόνο λόγια σοφά, λίγα και στον καιρό τους,
Γιατί το να μιλάς πολύ, Ω βασιλιά,
Τη λογική ενοχλεί.

Ο βασιλιάς αντιλήφθηκε πόσο λάθος είναι το να μιλάει κανείς πολύ και έγινε άνθρωπος των λίγων λόγων και καλών, των εκφρασμένων σοφά και στην ώρα τους.

Η εθνική επιβίωση είναι υπεράνω ιδεολογιών, ταξικών διαφορών, προσωπικών αδικιών και συμφερόντων



Ένα γεγονός που έχει επιμελώς αποσιωπηθεί είναι ότι στις 16 Νοεμβρίου 1967 η Τουρκική Εθνοσυνέλευση κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας.
 
Στα σύνορα του Έβρου η απέναντι όχθη πλημμύρισε με τουρκικά άρματα μάχης, που...

μάρσαραν νυχθημερόν εκφοβιστικά και πανέτοιμα να περάσουν το ποτάμι. Στη δική μας πλευρά ο αριθμός των αρμάτων ήταν...
... ασήμαντος σε σχέση με των Τούρκων και αρχίσαμε τα «κολοκοτρωναίικα» τα κάναμε κυκλικές βόλτες μέσα από δάση και χωριά για να φαίνονται περισσότερα. (Εικόνα τρομακτικής ανισότητας, που θα έπρεπε να την έχουν αντικρίσει όσοι με ασυγχώρητη ανευθυνότητα μιλάνε για μείωση των εξοπλισμών.)
Ο ίλαρχος Ν.Μ., διοικητής μιας Ίλης Αναγνωρίσεως, διέθετε στον τομέα ευθύνης του πλάι στο ποτάμι 4 έφεδρους αξιωματικούς και 144 στρατιώτες, συν 2 «βοηθητικούς» που δεν έφεραν όπλο.
Εκείνες τις κρίσιμες στιγμές έλαβε μια επείγουσα διαταγή από τη Μεραρχία και κάλεσε προσκλητήριο στη μονάδα του. Ανέλυσε στους συγκεντρωμένους την κατάσταση, μίλησε για την τουρκική υπεροπλία και ζήτησε από τους στρατιώτες του 30 εθελοντές να περάσουν την ίδια νύχτα το ποτάμι, με επικεφαλής τον ίδιο και τους 4 έφεδρους αξιωματικούς τους, για δολιοφθορά στα εχθρικά τανκς. Οι πιθανότητες να γυρίσουν ζωντανοί ήταν μηδαμινές, είτε πετύχαινε η αποστολή τους είτε όχι γι’ αυτό τούς έδωσε είκοσι λεπτά προθεσμία να συζητήσουν μεταξύ τους και να αποφασίσουν μόνοι τους ποιοι θα συμμετείχαν εθελοντικά. Μάλιστα προέτρεψε όσους ήταν παντρεμένοι ή είχαν προστατευόμενα μέλη στην οικογένειά τους να μη συμμετάσχουν στο εγχείρημα.
Στην ουσία ο ίλαρχος Ν.Μ. απάλλαξε τους στρατιώτες του από κάθε όρκο και υποχρέωση και τους έδωσε το δικαίωμα να επιλέξουν οι ίδιοι αν θα ζήσουν ή θα πεθάνουν.
Ο Έβρος ήταν ανέκαθεν για τον στρατό ο κάλαθος των «αχρήστων». Ήταν μία χρόνια πρακτική των προηγούμενων κυβερνήσεων, στην οποία η δικτατορία είχε προσδώσει διαστάσεις τιμωρίας. Στον Έβρο έστελναν όλους τους παρίες, που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα για καλύτερη μετάθεση, τους κοινωνικά απροσάρμοστους και κυρίως τους αντίθετους στο καθεστώς, στους οποίους μάλιστα επιφύλασσε και την ανάλογη περιποίηση.
Αυτή πάνω κάτω ήταν η κοινωνική σύνθεση και της μονάδας του Ν.Μ., που οι οπλίτες της συσκέπτονταν μεταξύ τους για είκοσι λεπτά και συγκεντρώθηκαν πάλι με τον ήχο της σάλπιγγας. Ο ίλαρχος διέταξε οι 30 εθελοντές να κάνουν ένα βήμα μπροστά για να αποσπαστούν από τους υπόλοιπους. Τότε ένα βήμα μπροστά δεν έκαναν μόνο 30 άντρες, αλλά αυτομάτως και οι 144, μαζί τους και οι 2 «βοηθητικοί».
Αυτά τα παιδιά ήταν απλοί στρατιώτες.
Δεν είχαν την ψυχοτεχνική εκπαίδευση για καταδρομικές επιχειρήσεις ούτε τον απαιτούμενο ειδικό εξοπλισμό και την ανάλογη υποστήριξη, εύλογα θα μπορούσαν να διαμαρτυρηθούν γι’ αυτή την αποστολή θανάτου. Όμως αποφάσισαν να υπερβάλουν εαυτόν, διέγραψαν τις ταλαιπωρίες που τους υπέβαλλε το ανελεύθερο καθεστώς και ήταν έτοιμα να δώσουν τη ζωή τους για την πατρίδα, όπως ακριβώς οι πατέρες τους πολέμησαν τους Ιταλούς υπό τη μεταξική δικτατορία: η αντίθεσή τους στο δικτατορικό καθεστώς δεν επηρέασε σε τίποτα τη φιλοπατρία τους.
Ένιωθαν ως το κύτταρό τους, χωρίς να χρειαστεί να τους το πει κανείς, ότι η εθνική επιβίωση είναι υπεράνω ιδεολογιών, ταξικών διαφορών, προσωπικών αδικιών, συμφερόντων κ.λπ.
Γιατί το κράτος δεν είναι πατρίδα.
Το κράτος είναι απλώς ένα σύστημα διαχείρισης της κοινωνίας που αλλάζει ανάλογα με τα πρόσωπα τα οποία εντελώς πρόσκαιρα και συγκυριακά το στελεχώνουν. Το κράτος πιθανόν να είναι δίκαιο ή άδικο, ικανό ή ανίκανο, αφερέγγυο, αυταρχικό και σπανίως στοργικό να δέρνει τους συνταξιούχους, να μη σέβεται ζώντες και τεθνεώτες, να μεροληπτεί, να ψεύδεται, να εξαπατά, να χρηματίζεται, να τρομοκρατεί.
Η πατρίδα είναι κάτι ακλόνητο, βαθύ και καθοριστικό για τον άνθρωπο.
Η πατρίδα είναι η πανάρχαιη γειτονιά μας στον κόσμο.
Αυτή μας προσδιορίζει και νοηματοδοτεί την ύπαρξή μας. Επειδή είμαστε πρόσωπα, και όχι τυχαία άτομα, υπάρχουμε εν χώρω και χρόνω με δικό μας ήθος και έθος. Άλλωστε η ανθρώπινη ποικιλία τρόπων, αισθημάτων, εμπειριών και έκφρασης συνιστά τη διαφορετικότητα, που είναι ζωή και ευλογία, δίνει μορφή και περιεχόμενο στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.
Τελικώς η σύγκρουση τότε με την Τουρκία αποσοβήθηκε με οδυνηρές υποχωρήσεις εκ μέρους μας, μία από αυτές ήταν η επαίσχυντη απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, που άνοιξε το δρόμο για την τουρκική εισβολή στο νησί το 1974.
Και από τότε, χωρίς να γίνει πόλεμος, επί 40 ολόκληρα χρόνια χάνουμε σταθερά ανθρώπους και δικαιώματα.
Ιδίως από το 1996 και μετά έχουμε οδηγηθεί σε μια κατάσταση «φινλανδοποίησης» έναντι της Τουρκίας, η οποία συνεχώς διατυπώνει νέες απειλές και νέες απαιτήσεις: Ίμια, γκρίζες ζώνες, S-300, υφαλοκρηπίδα, Θράκη, casus belli για τα 12 μίλια, αποστρατιωτικοποίηση των νησιών (για να ακολουθήσουν τη μοίρα της Κύπρου), διχοτόμηση του Αιγαίου και ίσως άλλα που δεν τα γνωρίζουμε. Και, επειδή «τίποτα δεν μπορεί να προχωρήσει αν κάτι άλλο δεν υποχωρήσει», εμείς τα τελευταία δέκα χρόνια, άτολμοι και περιδεείς, γλείφουμε για «ελληνοτουρκική φιλία», μεταμφιέζουμε τον τρόμο μας σε «σωφροσύνη» και σκιζόμαστε να εξυπηρετήσουμε τους απέναντι σε ό,τι θέλουν: υποστήριξη στην Ευρώπη, τερατούργημα Ανάν, οικονομικά ανοίγματα και διάφορα άλλα αναξιοπρεπή, ενώ ο κατάλογος των πεσόντων μας μεγαλώνει ασταμάτητα: Σιαλμάς, Βλαχάκος, Γιαλοψός, Καραθανάσης, Ηλιάκης.
Όμως όλα έχουν ένα όριο.
Η πορεία ενός έθνους δεν καθορίζεται από ευκαιριακά συμφέροντα και ανεπαρκείς ηγεσίες. Περιλαμβάνεται στις θυσίες των νεκρών μας, στο παρόν το δικό μας και στο μέλλον αυτών που έρχονται. Τα κυριαρχικά μας δικαιώματα μπορεί να τα χάσουμε μόνο μετά από στρατιωτική ήττα, ουδείς από τους κρατούντες νομιμοποιείται να τα παραχωρήσει σε διαπραγματεύσεις.
Όποιος μιλάει για ελευθερία και ανεξαρτησία χωρίς να είναι έτοιμος να ματώσει είναι απατεώνας. Ούτε το δικαστήριο της Χάγης ούτε οποιοσδήποτε άλλος διεθνής οργανισμός μπορεί να αποφανθεί αν επιτρέπεται να αναπνέουμε ακόμη τον αέρα της πατρίδας μας ή αν η Θράκη, η Κύπρος και τα νησιά είναι δικά μας.
Η αλήθεια είναι μία και πανάρχαιη:
Δικό σου είναι μόνο αυτό που μπορείς να προστατεύσεις.

(Του Διονύση Χαριτόπουλου)