04 Μαρτίου 2012

Aντίσταση στην ψυχική καταστροφή


H στέρηση, η φτώχεια, το φάσμα της πείνας δύσκολα συμβιβάζονται με τη νηφαλιότητα, την ορθοβουλία, τις ψύχραιμες αξιολογήσεις. Oταν δεν υπάρχει πια μισθός ή ο μισθός εξαντλείται σε ελάχιστες μέρες και οι υπόλοιπες του μήνα ξημερώνουν σαν απειλή, δεν υπάρχει μυαλό για διαφορετικά ενδιαφέροντα, για ποιοτικές ενασχολήσεις. Tο μαρτύριο του άνεργου, του χαμηλόμισθου, του βάναυσα τσακισμένου συνταξιούχου είναι η τέλεια ανημπόρια του να ασχοληθεί με ό, τι ομορφαίνει τη ζωή – να διαβάσει, να ακούσει μουσική, να χαρεί τον περίπατο, να κουβεντιάσει ξέγνοιαστος για ό, τι αγαπάει. Aνημπόρια ψυχική, λογικά μη ελεγχόμενη, παραλυτική.
H στέρηση, η φτώχεια, το φάσμα της πείνας είναι κάτεργο. Aπό τα βαθιά χαράματα που θα σε ξυπνήσει ο πανικός, το μυαλό δεν έχει άλλη έγνοια παρά μόνο τον πνιγμό των χειροπιαστών απειλών: Tους απλήρωτους λογαριασμούς, τα άδεια ερμάρια, το άδειο ψυγείο, την παγωνιά στο σπίτι με το καταργημένο καλοριφέρ. Aν κάποιοι από τους πολιτικούς υπαίτιους και αυτουργούς του εξωφρενικού υπερδανεισμού της χώρας έφταναν στο εδώλιο του κακουργοδικείου, οι αναίτια καθηλωμένοι στο κάτεργο θα ένιωθαν ανασασμό. Oχι γιατί θα έπαιρναν εκδίκηση, αλλά για το κουράγιο και την ελπίδα που θα τους χάριζε η αίσθηση ότι ανήκουν σε κοινωνία, μοιράζονται τη συμφορά με συνανθρώπους, μπορούν να εμπιστεύονται θεσμούς απονομής δικαιοσύνης.
H ψυχική καταστροφή που συντελείται στην Eλλάδα σήμερα είναι ανήκεστη και μοιάζει να βάζει τέλος στη μακραίωνη ιστορία των Eλληνόφωνων του βαλκανικού νότου. Yπερβολή; Mακάρι. Πάντως πρόκειται για διάλυση και αποσύνθεση κάθε στοιχείου συνεκτικού της ελληνικής συλλογικότητας. H γλώσσα, το άλλοτε καύχημα των Eλλήνων, έχει προ πολλού εξουδετερωθεί στο λίκνο της εκπαιδευτικής παρακαταθήκης, στην επίσημη δημόσια εκφορά της, στη ριζικά αλλοτριωμένη με το μονοτονικό γραφή της. H ιστορική συνείδηση, το ίδιο. H μεταφυσική βιωματική παράδοση, ένσαρκη στο λαϊκό σώμα και μήτρα παραγωγής πολιτισμού, μεταποιημένη σήμερα σε παιδαριώδη ιδεολογήματα «επικρατούσας θρησκείας». Kαι οι ξιπασμένες ελπίδες δύο αιώνων για μεταμόρφωση της «Ψωροκώσταινας» σε «κράτος ευρωπαϊκόν» ή «εκσυγχρονισμένο», εξευτελισμένες πια, με το ελληνικό όνομα περίγελο του πλανήτη.
Στο κάτεργο της φτώχειας, της στέρησης, του φάσματος της πείνας δεν έχουμε σε τίποτα να στηριχθούμε, πουθενά να ελπίσουμε. H κρατική μας οργάνωση, στην κάθε παραμικρή πτυχή της, απροκάλυπτος εμπαιγμός, ξεδιάντροπος. Παραμένουν ακόμα, ακόμα σήμερα, σε θώκους υπουργών, με εξουσίες και χλιδάτες προνομίες, με δημόσια προβολή και αγέρωχη ιταμότητα, οι ένοχοι της κακουργηματικής ανικανότητας ή της θρασύτατης φαυλότητας, αυτοί που μας οδήγησαν, εκατομμύρια ανθρώπους, στο κάτεργο. Mια απίστευτα μεγάλη μερίδα της ηλεκτρονικής και της έντυπης δημοσιογραφίας συνεχίζει, απτόητη από την τραγωδία της λαϊκής απόγνωσης, να μετράει το «νόημα» της ανθρώπινης ύπαρξης και συνύπαρξης με μόνα τα μέτρα του χαμένου ιστορικο - υλιστικού «παραδείσου» – μαρξιστικού ή καπιταλιστικού, το ίδιο κάνει. Oι μεν διαφημίζουν σαν «σωτηρία» την εξαθλιωτική απομόνωση, κατά το πρότυπο άλλοτε της Aλβανίας και της Kούβας, οι δε το ραγιαδισμό της αδιαπραγμάτευτης υποταγής στην αδίστακτη ανθρωποκτόνο τοκογλυφία.
Oι θαυμαστές του αχαλίνωτου καπιταλισμού ταυτίζονται απροκάλυπτα με τους θιασώτες των «οραμάτων» της κάποτε σταλινικής μονοτροπίας. Tο (αφελές ή αμειβόμενο) θάμβος για την υπέρτατη αυθεντία ιδιωτικών «οίκων αξιολόγησης» κρατών και κοινωνιών, καταδίκης λαών στο κάτεργο της πείνας και του απελπισμού, εξομοιώνεται απολύτως με τις παραισθησιογόνες ιδεοληψίες της Παπαρήγα και του Tσίπρα. Tι διαφέρουν οι σημερινές «θεραπείες σοκ» μεθοδικά οργανωμένες σε αόρατα κέντρα αποφάσεων των «αγορών», από τις μεθοδικές σφαγές εκατομμυρίων κουλάκων προκειμένου να εφαρμοστεί η Nέα Aγροτική Πολιτική του Λένιν, ή το Πρόγραμμα Eκβιομηχάνισης του Στάλιν;
Kάποτε οι Nαπολέοντες και οι Oυέλλινγκτον μετράγανε τη σημασία των λαών με το πόσα κεφάλια διαθέτανε για μακέλεμα. Σήμερα η Moody’ s, η Standard and Poor’ s ή η Fitch τη μετράνε με το πόσα κεφάλια διαθέτουν για «κινεζοποίηση» της παραγωγής, για φτηνή εξαθλιωτική δουλειά στο κάτεργο της απόγνωσης. Kαι όπως τότε υπήρχαν γραφίδες που εξωράιζαν και εξυμνούσαν το μακέλεμα σαν «πατριωτισμό», έτσι και σήμερα υπάρχει δημοσιογραφία που διαφημίζει τους όποιους όρους γενοκτονίας επιβάλλει η Διεθνής των πολιτικά ανεξέλεγκτων τοκογλύφων σαν μεγαλόψυχη προσφορά σωτηρίας.
Aπό το κάτεργο δεν μπορούν να μας λυτρώσουν γενικές συνταγές σωτηρίας, «πρωτοβουλίες» αγαθών προθέσεων παγιδευμένες στο ίδιο γήπεδο όπου παίζουν δεξιοτέχνες οι βασανιστές μας. Mέσα σε μια μόλις χρονιά είδαμε να εκφυλίζονται νομοτελειακά ο ειρηνικός ξεσηκωμός των «αγανακτισμένων», η «Σπίθα» του Θεοδωράκη, ο «Kοινωνικός Σύνδεσμος» και πλήθος ανυστερόβουλες ομαδοποιήσεις έντιμων πολιτών. Aναπότρεπτα θα επανέλθουν, όπου να ’ναι, διεκδικητές της ψήφου μας οι ίδιοι, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, υπαίτιοι της σημερινής μας κόλασης, οι κραυγαλέα ανίκανοι και φαύλοι. Mε ιλιγγιώδη αδιαντροπιά, ανακατεύοντας την ίδια αηδιαστική τράπουλα των ψηφοδελτίων τους, διανθισμένη με τάχα καινούργιους αρχηγούς, αυτουργούς των εγκλημάτων που οδήγησαν στο εφιαλτικό αδιέξοδο.
Xρειάζονται πολλές γενιές για να ξαναγεννηθεί Eλληνισμός στην καμένη ελλαδική γη. Nαι, θα ψηφίσουμε για άλλη μια φορά ολότελα απελπισμένοι, για άλλη μια φορά το σιχαμερό μη χείρον. Aλλά να συνειδητοποιήσουμε επιτέλους ότι η ριζοσπαστικότερη αντίστασή μας είναι μόνο η «υπαρξιακή»: αλλαγή προσωπικής στάσης απέναντι στη μοίρα να γεννηθούμε Eλληνες. Mη χάνουμε πολύτιμα της προσωπικής ζωής μας χρόνια δίχως την επίγνωση, ότι η ελληνικότητα είναι προσωπική ανακάλυψη, είναι έρωτας, όχι δεδομένη καταγωγή. Oτι αξίζει να τη ζήσεις, όποιος ηλίθιος ή απατεώνας κι αν σε κυβερνάει, μεθώντας με τη γλώσσα της, αφομοιώνοντας την αρχοντιά της ιστορίας της, έκθαμβος συνεχώς με το αποκαλυπτικό κάλλος της Tέχνης της, ερωτευμένος ακατάπαυστα με τη σοφία που ενηλικίωσε την ανθρώπινη αναζήτηση.
Δεν είναι φυγή η προσωπική ανακάλυψη της ελληνικότητας. Eίναι δρομοδείχτης.

03 Μαρτίου 2012

Αξιακοί προσανατολισμοί στα σχολικά μας βιβλία

Ένα βίντεο πού πρέπει νά δεί κάθε γονιός πού νοιάζεται γιά τό παιδί του 



Μια αποκαλυπτική ομιλία της Ευδοξίας Αυγουστίνου, Φιλολόγου-Θεολόγου με θέμα: Αξιακοί προσανατολισμοί στα σχολικά μας βιβλία. Η ομιλία πραγματοποιήθηκε στις 19.2.12 στο Παύλειο Πολιτιστικό Κέντρο της Βέροιας, σε εκδήλωση προς τιμήν της Πολύτεκνης Μητέρας που διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας.




Λυπάμαι ειλικρινά,καθώς οι περισσότεροι γονείς αγνοούν το υλικό που χρησιμοποιείται για τη διδαχή των τέκνων τους.


Λυπάμαι επίσης,διότι βλέπω μία μερίδα γονεων να αδιαφορεί.


Μα λυπάμαι ακόμη περισσότερο όταν οι γονείς έχουν γνώση όλων αυτών και δέν ανησυχούν.


Ο χρόνος για εμάς τους μεγάλους ίσως είναι πολύτιμος,ομώς ακόμα πιό πολύτιμη είναι η σωστή διαπαιδαγώγηση των παιδιών μας!

http://santo-rinios.blogspot.com/2012/03/blog-post_9704.html 

Δέν πρέπει ν` ἀδιαφοροῦμε γιά τήν πολιτική κατάσταση

Τοῦ Ἱερομάρτυρος Ἀνδρονίκου Ἀρχιεπισκόπου Πέρμ
Κανείς ἄς μήν ἀκούει τούς λαοπλάνους, ποῦ ὑποστηρίζουν ὅτι γιά τόν χριστιανό εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορο τό πολιτικό σύστημα. Ὄχι! Ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ζοῦμε σ΄ αὐτόν τόν κόσμο, ἀπό τόν ὅποιο δέν μποροῦμε νά φύγουμε παρά μόνο ὅταν τό θελήσει ὁ Πλάστης μας. Δέν πρέπει, λοιπόν, ν` ἀδιαφοροῦμε γιά τήν πολιτική κατάσταση, καθώς ἕνα καθεστώς ἤ ἕνα πολίτευμα ἤ μία κρατική ἐξουσία μπορεῖ εἴτε νά διευκολύνει τό ἔργο τῆς σωτηρίας μας εἴτε νά τό δυσχεραίνει εἴτε ἀκόμα καί νά τό ἐμποδίζει μέ θανάσιμους διωγμούς... Ἔτσι, ἔχουμε τήν ὑποχρέωση νά ἐξετάσουμε τό παλαιό πολιτικό σύστημα, ποῦ ὑπάρχει ὡς τώρα, καί τό νέο, ποῦ μᾶς προτείνουν, γιά νά διαπιστώσουμε ποιό ἀπό τά δύο συμβάλλει περισσότερο στήν ἐπίτευξη τοῦ προορισμοῦ τῆς ζωῆς μας. Κάτω ἄπ αὐτό τό πρίσμα πρέπει νά ἐξετάζει ὁ χριστιανός ὅλα τά ἐγκόσμια πράγματα, ἕνα ἀπό τά ὁποία εἶναι καί τό πολιτικό σύστημα...
Σ' ὅλους εἶναι γνωστό, τόσο ἀπό ἄλλες χῶρες παλαιότερα ὅσο καί ἀπό τή δική μας τώρα, τί γίνεται κατά τίς περιόδους τῶν ἐκλογῶν: Θυσιάζονται τά πάντα -ἡ πίστη, ἡ πατρίδα, ἡ οἰκογένεια- στόν βωμό τῆς νίκης ἑνός κόμματος, ὁποιουδήποτε κόμματος. Τρία μόνο χρόνια ἔχουν περάσει ἀπό...

 τίς συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, καί ἡ χώρα μᾶς ἔχει γίνει ἀγνώριστη, ὄχι, βέβαια, καλύτερη, ἀλλά χειρότερη. Ἡ πίστη ἀδυνάτισε καί τά ἤθη κατέπεσαν. Ἡ ἀθεΐα, ἡ ἀπροκάλυπτη διαφθορά, οἱ λεηλασίες καί οἱ ληστεῖες δέν ἀποτελοῦν πιά σπάνια φαινόμενα. Ἡ προεκλογική κομματική προπαγάνδα καταντᾶ πλήρης παραφορά, στήν ὁποία παραδίνονται ὁλοκληρωτικά οἱ ἄνθρωποι, ξεχνώντας ὅλα τά ἄλλα. Καί μετά τίς ἐκλογές, ὅποιο κόμμα καταλάβει τήν ἐξουσία μέ μία εὐκαιριακή πλειοψηφία, αὐτό κυβερνᾶ ἀνεξέλεγκτα τό κράτος καί διοικεῖ ὅλους τους πολίτες του, διακηρύσσοντας ὅτι εἶναι ὁ μοναδικός ἐκφραστής τῆς θελήσεως τοῦ λάου. Ἄλλα ποιός μπορεῖ νά τό πιστέψει;... Μήπως ὑπῆρχε καί ὑπάρχει πραγματικό ἐνδιαφέρον γιά τόν λαό καί τήν πατρίδα, ὅταν ὅλα συνδέονταν καί συνδέονται μέ τήν πάλη καί τή νίκη τοῦ κόμματος;
Καί ἡ ὀρθόδοξη πίστη περιφρονεῖται σέ τέτοιο βαθμό, ποῦ ἀκόμα καί στήν "Ἐπιτροπή Ὁμολογίας τῆς Πίστεως" ἐξελέγησαν ὄχι μόνο χλιαροί ἤ καί ἄπιστοι Ρῶσοι, ἀλλά καί Ἑβραῖοι καί ρωμαιοκαθολικοί Πολωνοί καί μουσουλμάνοι. Κι αὐτό σέ μία χώρα ποῦ ὁ πληθυσμός της στή συντριπτική του πλειοψηφία εἶναι ρωσικός, ὀρθόδοξος καί πιστός! Μία μικρή ὁμάδα, λοιπόν, τολμᾶ νά παρουσιάζει τόν ἑαυτό της σάν λαό καί τά παραληρήματά της σάν φωνή τοῦ λάου! Μά αὐτό εἶναι ξεκάθαρος ἐμπαιγμός τοῦ συντάγματος, στό ὁποῖο, ὅπως φαίνεται, οὔτε οἱ ἴδιοι πιστεύουν...».

Ἀπό τό βιβλίο : Ἕνας ἀσυμβίβαστος Ἱεράρχης Ἱερομάρτυς Ἀνδρόνικος Ἀρχιεπίσκοπος Πέρμ (1870-1918),
τοῦ Ἡγουμένου Δαμασκηνοῦ (Ὀρλόφσκι),ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2011 σέλ. 45-47



Σχόλιο: Ἐπειδή καί ἡ δική μας πατρίδα βρίσκεται σέ μία ἀπό τίς κρισιμότερες στιγμές τῆς ἱστορίας της, σέ μία ἐποχή ποῦ παρουσιάζει ἐκπληκτική καί ἀνησυχητική ὁμοιότητα μ' ἐκείνην τῆς προεπαναστατικῆς Ρωσίας πού ἔζησε ὁ Ἱερομάρτυρας Ἀνδρόνικος, ἄς μή παρασυρόμαστε ἀπό  κάθε λαοπλάνο πού ἀποθαρρύνει τούς χριστιανούς νά ἀσχολοῦνται μέ τήν πολιτική ζωή τῆς Πατρίδας μας. Εἶναι χρέος ὅλων τῶν  χριστιανῶν νά ψηφίζουν πιστούς πολιτικούς πού ἐξασφαλίζουν νομοθετικό πλαίσιο  τό ὁποῖο θά διευκολύνει τό ἔργο τῆς προσωπικῆς μας σωτηρίας ἀλλά καί θά συνεχίζει τήν ἑλληνορθόδοξη πορεία τῆς Πατρίδας μας.
Νά καταλάβουμε πώς δέν ἐπαρκοῦν μεμονωμένοι πιστοί πολιτικοί πού ἐντάσσονται στά ἤδη ὑπάρχοντα πολιτικά σχήματα, πού ὡς γνωστό στηρίζουν καί ἐξυπηρετοῦν ἄνομα καί ἀντιχριστιανικά συμφέροντα καί κανένας πιστός πολιτικός ἀπό μόνος του δέν μπορεῖ, δέν τόν ἀφήνουν νά περάσει κάτι ἀντίθετο τῶν σκοπῶν πού ὑπηρετοῦν. Χρειάζεται ὁλόκληρος ὁ πολιτικός σχηματισμός νά συντάσσεται μέ τόν Χριστό καί τήν ἐξυπηρέτηση τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδας καί ὄχι τῶν ξένων ἀλλόθρησκων ἀφεντικῶν.  

Συνωστισμένες στο Ζάλογγο, Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς, και η αποδόμηση της ιστορίας


Στον βαθμό που αναπτύσσεται και εδραιώνεται η «αποδομητική» ιστορική σχολή, θα πρέπει να αναμετρηθεί και με το αγωνιστικό/ανταγωνιστικό στοιχείο των προεπαναστατικών και επαναστατικών χρόνων. Θα πρέπει να «απομυθοποιηθεί» το κρυφό σχολειό, η 25η Μαρτίου, η Τριπολιτσά, τα Ορλωφικά, η ίδια η «κλεφτουριά»…
…να αποσιωπηθούν ή να υποβαθμιστούν τα επαναστατικά γεγονότα τα οποία προηγούνται της Επανάστασης. Διότι αυτά ακριβώς καταδεικνύουν πως η αφετηρία της δεν ήταν αποκλειστικώς οι λόγιοι και η «γαλλική Επανάσταση».  μια άλλη αποφασιστική συνιστώσα υπήρξαν οι ένοπλες συσσωματώσεις των Ελλήνων, από τον Κροκόνδειλο Κλαδά, τον 15ο αι., έως τους Σουλιώτες, τους Μανιάτες, την κλεφτουριά. Κατ’ εξοχήν, δε οι Σουλιώτες καταλαμβάνουν κεντρικό ρόλο, εξ αιτίας του μακρόχρονου αγώνα τους, επί δύο αιώνες, ενάντια στους Τούρκους και της συμμετοχής τους στην Επανάσταση.
Η αποδομητική σχολή επιχειρεί, λοιπόν, να καταδείξει, αν χρειαστεί, και δια του βιασμού των ιστορικών στοιχείων, πως οι Σουλιώτες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά πρωτόγονες φάρες, αλβανικής καταγωγής και γλώσσας, οι οποίες δεν διέθεταν κάποια εθνική ή έστω πρωτοεθνική συνείδηση. Αν το επιτύχει, τότε θα έχει προσθέσει ένα ακόμα λιθαράκι στο βασικό ιδεολογικό της πρόταγμα: η εθνική συνείδηση είναι απούσα από τους Έλληνες πριν από την Επανάσταση, ενώ  το ελληνικό έθνος διαμορφώνεται, κυρίως, μέσω του κράτους. Οι Σουλιώτες «δεν είναι» Έλληνες, αλλά «εξελληνίζονται» επιγενέστερα!
Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να «απομυθοποιηθούν» και να διαστρεβλωθούν γεγονότα-σταθμοί στην ιστορία των Σουλιωτών, αλλά και στη νεώτερη ιστορική συνείδηση των Ελλήνων: Η αυτοπυρπόληση του Σαμουήλ στο Κούγκι δεν έγινε ποτέ. είναι αμφίβολο εάν ανατινάχτηκε η Δέσπω στου «Δημουλά τον Πύργο». προπαντός, ο χορός του Ζαλόγγου, όχι μόνο αποτελεί «εθνικιστικό μύθο», αλλά είναι πιθανό οι Σουλιώτισσες να έπεσαν στο βάραθρο σπρωγμένες από τους ίδιους τους Σουλιώτες πολεμιστές! Συνωστισμένοι στη Σμύρνη, συνωστισμένες στο Ζάλογγο!
* Ο επίλογος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Συνωστισμένες στο Ζάλογγο, Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς, και η αποδόμηση της ιστορίας, που κυκλοφορεί. 
Απομυθοποίηση ή αποσιώπηση
Στις μέρες μας, λοιπόν, στα πλαίσια της (αποδομητικής;) κριτικής των «εθνικών αφηγήσεων», οι οποίες επέτρεψαν τη συγκρότηση και την εδραίωση του εθνικού κράτους, μαζί με άλλους κομβικούς «εθνικούς μύθους» –κρυφό σχολειό, κήρυξη της επανάστασης την 25η Μαρτίου κ.ά.–, επιχειρείται και η «απομυθοποίηση» του Σουλίου και των Σουλιωτών. Και το επιχείρημα, ή μάλλον η δικαιολογία, που προβάλλεται, είναι πως επιβάλλεται να «ξαναγραφτεί» η ιστορία, χρησιμοποιώντας νέα ερευνητικά και θεωρητικά εργαλεία.
Πράγματι, κάθε γενιά, κάθε εποχή, οφείλει να επανεξετάζει τα ιστορικά γεγονότα και να συμπληρώνει, να διορθώνει, κάποτε και να αναθεωρεί αν χρειαστεί, υπό το φως νέων πηγών και νέων ιδεών. Ωστόσο, θα πρέπει να ξαναγραφτεί για να φωτιστεί και όχι για να αποσιωπηθούν πτυχές της ή ακόμα και να διαστρεβλωθεί. Έτσι, πρέπει να είναι ευπρόσδεκτη μια σύγχρονη ιστορική έρευνα που δεν μένει στα εργαλεία και τις πηγές που υπήρχαν στην εποχή του Παπαρρηγόπουλου. Η ενδελεχής έρευνα των πηγών, η χρήση της οικονομικής ιστορίας, ακόμα και η σχετική αποστασιοποίηση από τα ιστορικά γεγονότα, δεν είναι μόνον θεμιτές αλλά και αναγκαίες.
Οι επικρίσεις μας λοιπόν στους αποδομητές ιστορικούς δεν αφορούν εν τέλει στην απομυθοποιητική τους πρόθεση –που, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσε να λειτουργήσει και θετικά, αποκαλύπτοντας κρυμμένες πλευρές της ιστορίας– αλλά μάλλον στην επιχειρούμενη συστηματική διαστρέβλωση και αποσιώπηση της ιστορικής αλήθειας.
Είναι θεμιτό και αναγκαίο να διερευνηθεί η οργάνωση και ο ρόλος των πατριών, ή οι οικονομικές σχέσεις εξάρτησης των παρασουλιώτικων χωριών από τις μεγάλες φάρες του Σουλίου κ.λπ. Ωστόσο, δεν μπορεί να παρασιωπηθεί ή να υποβαθμιστεί το στοιχείο της αγωνιστικότητας, της μαχητικότητας και του ηρωισμού των Σουλιωτών, ή οι μέθοδοι και τα στρατηγήματα που χρησιμοποιούσαν κατά τις αναρίθμητες συγκρούσεις τους. Και αυτό όχι μόνο, ή κυρίως, για λόγους εθνικού φρονηματισμού –για το Σούλι θα μπορούσε να γράψει και κάποιος ξένος ιστορικός– αλλά διότι αυτό το στοιχείο είναι συστατικό της σουλιώτικης κοινότητας. Αυτή δεν θα μπορούσε καν να υπάρξει χωρίς το αγωνιστικό/ηρωικό στοιχείο που σφραγίζει άνδρες, γυναίκες και παιδιά μιας πολεμικής ομοσπονδίας. Θα ήταν ως εάν γράφαμε για τη Σπάρτη παραγνωρίζοντας ή υποβαθμίζοντας το επίσης ηρωικό/αγωνιστικό στοιχείο και μέναμε μόνο στις σχέσεις με τους είλωτες, τους περιοίκους κ.λπ. Όμως, η Σπάρτη και το Σούλι ήταν κατ’ εξοχήν πολεμικές κοινότητες και το ηρωικό/αγωνιστικό στοιχείο ήταν προϋπόθεση της ύπαρξής τους.
Και είναι κρίμα το ότι πιο πρόσφατα έργα για το Σούλι –σε μία εποχή που εκπονούνται ελάχιστες σχετικές μελέτες­– γράφτηκαν με στόχο τους Σουλιώτες, δηλαδή την αποδόμησή τους. Κατ’ αρχάς, διότι, υποβαθμίζοντας το Ζάλογγο και τη Δέσπω, «ξεχνώντας» τη Λένη Μπότσαρη, αμφισβητώντας την αυτοπυρπόληση του Σαμουήλ, μεταβάλλοντας σε κυριολεκτικό θήραμα μιας δήθεν αντικειμενικής ιστοριογραφίας τον Φώτο Τζαβέλα, αποτυγχάνουν στην ίδια την αναπαράσταση της σουλιώτικης κοινότητας, για την οποία ανάλογες πράξεις ηρωισμού αποτελούσαν προϋπόθεση της επιβίωσής της και κομβικό στοιχείο της «ιδιοπροσωπίας» της. Επί πλέον, εξ αιτίας των εθνοαποδομητικών αντιλήψεων και των συναφών ιδεολογικών παρωπίδων, το έργο τους –κατ’ εξοχήν εκείνο της Ψιμούλη, με τις σχετικές αναλήθειες, παρασιωπήσεις και διαστρεβλώσεις– σκιάζεται στο σύνολό του από την υποψία της αναξιοπιστίας. Για να αναγνωστεί από τον οποιονδήποτε επιμελή αναγνώστη, θα πρέπει να συνοδεύεται από έναν όγκο παραπεμπόμενων βιβλίων και εγγράφων, μια και δεν έχουμε να κάνουμε με περιστασιακά λάθη και παρασιωπήσεις, αλλά με ένα συστηματικό εγχείρημα αποδόμησης των Σουλιωτών, και της… ιστορικής αλήθειας, παρεμπιπτόντως.
Εξ άλλου, όσα ήδη προανέφερα για την αιτιολόγηση της αγωνιστικής/ηρωικής φύσης της σουλιώτικης κοινότητας θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια μορφή… θεμιτής απομυθοποίησης, διότι το ηρωικό στοιχείο τοποθετείται μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά πλαίσια και δεν εμφανίζεται πέραν και υπεράνω της ιστορίας. Αν, λοιπόν, με το επιχείρημα της απομυθοποίησης, μια ιστορία του Σουλίου και των Σουλιωτών, από το ένα άκρο, δηλαδή τη σχεδόν αποκλειστική επικέντρωση στην περιγραφή γεγονότων, κατεξοχήν πολεμικών, οδηγείται στο αντίθετο, δηλαδή σε μια καταγραφή των δημογραφικών, οικονομικών, κοινωνικών, γεωγραφικών δεδομένων, συρρικνώνοντας και διαστρεβλώνοντας τα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα, τότε βαρύνεται από έναν αντίστροφο και πιο επικίνδυνο στραβισμό. Πόσο μάλλον αν διαστρέφει και τα σχετικά στοιχεία για να προσλάβει το ζητούμενο.
Γι’ αυτό, για την ιστορία του Σουλίου, θα συνεχίσουμε να προσφεύγουμε προνομιακά στον Περραιβό, τον Λαμπρίδη, τον Αραβαντινό, τον Παπακώστα ή ακόμα και τον Μπενέκο. Διότι, παρά τους περιορισμούς της εποχής τους, είχαν εντοπίσει τα κομβικά στοιχεία της σουλιώτικης «ιδιοπροσωπίας».
Μια σύγχρονη ιστορία του Σουλίου εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο, και ελπίζω αυτή η μικρή μελέτη να βοηθήσει όποιον ή όποια αναλάβει να φέρει σε πέρας μια επί τέλους ολοκληρωμένη και ισορροπημένη ιστορία των Λακεδαιμονίων της Ηπείρου.
Οι Σουλιώτες και η εθνική συνείδηση
Για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν πως οι Σουλιώτες δεν διέθεταν αναπτυγμένη «εθνική συνείδηση», θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως η εθνική συνείδηση, πριν την επανάσταση του ’21 και τη δημιουργία εθνικού κράτους, αποτελεί για τους Έλληνες και τους Σουλιώτες πολεμιστές μια συνείδηση γένους, μια συνείδηση σχεδόν ταυτισμένη με τη θρησκευτική ταυτότητα και τις παραδόσεις, μια συνείδηση της ρωμιοσύνης. Ωστόσο, οι Έλληνες αρματολοί, ακόμα και οι Σουλιώτες, παραμένουν, τουλάχιστον τυπικά, υποτελείς στην οθωμανική εξουσία – οι Σουλιώτες πληρώνουν και έναν ελάχιστο, υπαρκτό όμως, φόρο στους Οθωμανούς, αναγνωρίζοντας έτσι μια ψιλή οθωμανική κυριότητα.
Για να επιβιώσουν, όλοι οι Έλληνες, από τον Ρήγα Βελεστινλή, στην Κωνσταντινούπολη ή το Βουκουρέστι, έως τον Κολοκοτρώνη, ήταν υποχρεωμένοι να διατηρούν κάποιες σχέσεις με την οθωμανική εξουσία και να έρχονται σε συνδιαλλαγή μαζί της. Εξ ου και τα αναρίθμητα «καπάκια» των κλεφταρματολών, η παρουσία του Αθανάσιου Ψαλίδα, του Ιωάννη Κωλέττη ή του Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Αθανάσιου Διάκου στην υπηρεσία του Αλή πασά, οι ανακωχές, οι συμφωνίες, οι προσχωρήσεις ενίοτε ορισμένων Σουλιωτών σε μια ισχυρότερη δύναμη. Και παρ’ όλο που η αντιπαράθεση των Σουλιωτών με τον Αλή, περισσότερο από κάθε άλλη, προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της σύγκρουσης δύο στρατοπέδων, ωστόσο δεν παύουν αυτά τα στρατόπεδα να είναι διαπερατά και σχετικά ρευστά. Εξ άλλου, μεγαλύτερη ρευστότητα χαρακτηρίζει ακόμα και τις σχέσεις του Αλή πασά με τον σουλτάνο ή τους αγάδες της Παραμυθιάς. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, λοιπόν, η εθνική συνοχή και συνείδηση των Σουλιωτών είναι ήδη εξαιρετικά υψηλή και ξεπερνάει κατά πολύ τον μέσο όρο της εποχής και της περιοχής. Και αυτό διότι η κύρια πλευρά της σχέσης τους με την οθωμανική εξουσία παρέμενε η αντιπαράθεση, πράγμα που δεν παρατηρείται στην καθημερινότητα των εμπόρων, των λογίων ή ακόμα και τη συντριπτική πλειοψηφία των αρματολών, που θα πρωτοστατήσουν αργότερα στην Επανάσταση.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι Έλληνες ζουν υπό ξένη κυριαρχία και σταδιακώς διαμορφώνουν πυρήνες μικροεξουσίας σε πολλαπλά επίπεδα, από την κοινοτική οργάνωση των ορεινών περιοχών και των νησιών μέχρι τις παραδουνάβιες Ηγεμονίες από τα Ζαγοροχώρια και τα Μαντεμοχώρια έως τα Αμπελάκια. Μέσα σε αυτούς τους πυρήνες της μικροεξουσίας, ιδιαίτερη σημασία είχαν οι στρατιωτικές δυνάμεις, οι κλέφτες, τα αρματολίκια, τα στρατιωτικά σώματα της Επτανήσου, των Ηγεμονιών, καθώς και όσα βρίσκονταν στην υπηρεσία του Αλή, διότι θα συγκροτήσουν τις απαραίτητες και εμπειροπόλεμες στρατιωτικές δυνάμεις που θα επιτρέψουν τη διεξαγωγή της Επανάστασης. Ανάμεσα σε αυτές τις στρατιωτικές μικροεξουσίες, ιδιαίτερης σημασίας ήταν εκείνες που συγκροτούσαν οι Μανιάτες, οι Σουλιώτες και οι Χειμαριώτες, οι οποίοι διέθεταν μια χωρικά προσδιορισμένη και οριοθετημένη ένοπλη εξουσία, κάτω πάντα από την οθωμανική επικυριαρχία, αλλά ουσιαστικά αυτόνομη στην πράξη.
Ανάμεσα στις τρεις αυτές συσσωματώσεις, οι Σουλιώτες συνιστούν μια επιπλέον ιδιαιτερότητα, διότι σχεδόν αποκλειστικό στοιχείο της συγκρότησής τους είναι το πολεμικό. Οι Μανιάτες και οι Χειμαριώτες αποτελούν κοινότητες αγροτο-πολεμικές. Οι αγροτο-ποιμενικές δραστηριότητες αποτελούσαν τη βάση της οικονομικής τους ζωής και η πειρατεία ή η ληστεία συνιστούσαν ένα συμπλήρωμα για τον βιοπορισμό τους.
Οι Σουλιώτες, αντίθετα, αποτελούσαν μια κοινότητα κατ’ εξοχήν πολεμική και οι αγροτο-κτηνοτροφικές δραστηριότητες ήταν η δευτερεύουσα ή τριτεύουσα απασχόλησή τους. Έτσι προσομοιάζουν με τις ομάδες των κλεφτών, μόνο που, σε αντίθεση με αυτούς, συγκροτούν ταυτόχρονα και μια εδραία κοινότητα, με μόνιμο τόπο κατοικίας, σταθερή οικογενειακή εστία και κοινωνικές σχέσεις. Παράλληλα, οι Σουλιώτες είναι υποχρεωμένοι να επεκτείνουν την ακτίνα της δραστηριότητάς τους, στον βαθμό που μεγαλώνει ο αριθμός τους, τόσο από τη δημογραφική τους επέκταση όσο και από τη συρροή νέων πληθυσμών – από το Σούλι θα σχηματιστεί το Τετραχώρι, το οποίο θα επεκταθεί στο Επταχώρι κ.λπ., και τελικά θα επεκτείνουν την «επικράτειά» τους στα υπερεξήκοντα χωριά, τα οποία προστατεύουν από τους Οθωμανούς έναντι χρηματικού και άλλων τιμημάτων. Κατά συνέπεια, οι Σουλιώτες έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση με την οθωμανική εξουσία.
Η Βάσω Ψιμούλη πραγματοποιεί μια διαφορετική ανάγνωση των σχέσεων ανάμεσα στους Σουλιώτες και την οθωμανική εξουσία:
…η κοινότητα των τεσσάρων σουλιωτικών χωριών έχει πάρει[ ] τη μορφή της χριστιανικής ποιμενικής-πολεμικής κοινότητας, η οποία δρα ελεύθερα, μη επηρεαζόμενη από την περιστασιακή παρουσία του Οθωμανού σπαχή. [ ] Θα είναι νομότυπη απέναντι στην κεντρική οθωμανική εξουσία και παράνομη απέναντι στην περιφερειακή.[ ] Θα είναι ενταγμένη μέσα από την καταβολή του κεφαλικού και άλλων φόρων, στην ισχύουσα οθωμανική νομιμότητα, αλλά μη αφομοιωμένη στο ισχύον, για την υποτελή κοινωνία, κοινωνικο-οικονομικό σύστημα[1].
Ωστόσο, ιδιαίτερα σε αυτήν όψιμη περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, η κύρια μορφή με την οποία εκφράζεται η «οθωμανική νομιμότητα» δεν είναι παρά η «περιφερειακή εξουσία». Προπαντός σε μια εποχή κατακερματισμού της κεντρικής εξουσίας. Το γεγονός ότι καταβάλλουν έναν ελάχιστο φόρο δεν τους καθιστά νομότυπους υπηκόους της οθωμανικής εξουσίας, με την οποία συγκρούονται σχεδόν αδιαλείπτως. Εξ άλλου, αρκετές φορές είχαν αναγνωρίσει και την τυπική εξουσία του ορκισμένου εχθρού τους, Αλή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο τελευταίος, μάλιστα, είναι πασάς των Ιωαννίνων, «βεζίρης» με τρείς «ιππουρίδες»…
Επιπλέον, είναι παγκοίνως γνωστό, και το επαναλαμβάνει επανειλημμένα η ίδια η Ψιμούλη, πως ο Αλής, σε όλες τις μείζονες εξορμήσεις του εναντίον του Σουλίου, ήταν πάντοτε εφοδιασμένος και με το ανάλογο σουλτανικό φιρμάνι. Έτσι θα συμβεί το 1789[2], το 1792[3] και το 1800, ενώ, όπως είδαμε, για την τελική νίκη του εναντίον των Σουλιωτών, θα αποσπάσει τις υψηλότερες διακρίσεις από την Πύλη. Ο Πουκεβίλ, αναλύοντας τις αιτίες της τελικής πτώσης του Σουλίου, μας δίνει μία σημαντική πληροφορία για την ανάμειξή της :
Η υπερβολική τους αλαζονεία [των Σουλιωτών], την τελευταία περίοδο, προκάλεσε την εχθρότητα της Πύλης και ο κιουτσούκ εμπροχόρ, ή ο Μικρός Σταυλάρχης του Σουλτάνου, που είχε σταλεί από την Υψηλότητά του, στα 1802, στις σατραπείες της Πελοποννήσου και της Αλβανίας, είχε επιμείνει στην ανάγκη να καταβληθούν οι μεγαλύτερες προσπάθειες για να τους εκδιώξουν[4].
Συνεπώς, ο Τεπελενλής δεν είχε απλώς τη συναίνεση της Υψηλής Πόρτας για την τελική επίθεση εναντίον των Σουλιωτών, αλλά εκτελούσε τις εντολές της. Γι’ αυτό, μετά τη νίκη του, θα ανταμειφθεί με τον τίτλο του Ρούμελη βαλεσή, δηλαδή του ανώτατου διοικητή του μεγαλύτερου μέρους της ευρωπαϊκής Τουρκίας, ενώ η εξουσία του θα επεκταθεί μέχρι τη Μακεδονία και την Πελοπόννησο – ο δε γιος του, Βελής, αρχηγός της εκστρατείας κατά των Σουλιωτών, θα χριστεί Μορά Βαλεσής.
Η ίδια η Ψ., εξάλλου, σε αντίθεση με την προηγούμενη απόφανσή της, σε άλλο σημείο του βιβλίου, υπογραμμίζει τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της σουλιώτικης έναντι της οθωμανικής εξουσίας.
Εξάλλου, η δυναμική και δια των όπλων επιτυχής εμπλοκή των Σουλιωτών σε μηχανισμούς παράνομης φοροείσπραξης, καθώς εκ των πραγμάτων στερούσε από το άρχον συγκρότημα της κατακτητικής κοινωνίας μέρος ή το σύνολο των προσόδων του, εμπεριείχε και τα στοιχεία της ανυπακοής ή της ανταρσίας. [ ] Η αυτονομία την οποία απολαμβάνει καθώς και η εξουσιαστική δύναμη την οποία ή ένοπλη δράση της έχει επιβάλει στην περιοχή αποτελούν [ ]πρόκληση για την επίσημη εξουσία[5].
Είδαμε στην Εισαγωγή της μελέτης μας τις σχετικές με τους Σουλιώτες απόψεις του Κορδάτου. Γι’ αυτόν, οι επιθέσεις των Τούρκων δεν συνδέονται καθόλου με τις επαναστατικές απόπειρες του 1788-1792, αλλά ήταν αποτέλεσμα αποκλειστικά των διαμαρτυριών που έκαναν οι «χριστιανοί και Τούρκοι αγρότες», όχι μόνο στον πασά των Ιωαννίνων αλλά και στον ίδιο τον σουλτάνο. Εξ άλλου, όταν οι Σουλιώτες «ξεπαστρεύτηκαν» από τον Αλή, «ξανάσαναν οι αγρότες και άρχισαν να καλλιεργούν τα χωράφια και τ’ αμπέλια τους»[6]:
Οι Σουλιώτες λοιπόν τους «πολέμους» τους με τον Αλή δεν τους έκαναν εμπνευσμένοι από τον «πόθον της ελευθερίας». Το αίσθημα της εθνικής συνείδησης στα χρόνια εκείνα ήταν ολότελα άγνωστο σ’ αυτούς[7].
Ο Κορδάτος, μέσα σε δέκα σελίδες μιας απίστευτης υμνολογίας για τον Αλή, φρονίμως ποιών, ελάχιστα αναφέρεται στο Σούλι και δεν μνημονεύει καθόλου τον Φώτο Τζαβέλα, το Ζάλογγο, το Κούγκι ή τη Δέσπω. Προτιμά την αποσιώπηση. Η προσέγγιση αυτή αναδεικνύει ήδη τον τόνο και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ανατραφεί μια ολόκληρη γενιά που θεωρούσε τον Κορδάτο μέντορά της: προβολή των αρετών του Αλή πασά και αποσιώπηση των ηρωικών επεισοδίων της σουλιώτικης εποποιίας. Είδαμε πως, για τον Κορδάτο, «ο δημοκρατισμός τους [ ] αντανακλούσε την πρωτόγονη οργάνωση του γένους και όχι νεώτερες δημοκρατικές αντιλήψεις»[8].
Ωστόσο, εποποιίες πολύ μικρότερου εύρους, όπως εκείνη των Ινδιάνων Τσεγιέν, που απαθανάτισε ο Χάουαρντ Φαστ στο Τελευταίο Μέτωπο, το οποίο πραγματευόταν τη φυγή μιας ομάδας Ινδιάνων Σιού, το 1870, αποσπούσε τον θαυμασμό των νεαρών Ελλήνων στη δεκαετία του 1960 – ανάμεσά τους και του υποφαινομένου. Τότε, δεν πέρασε από το μυαλό μας πως οι Τσεγιέν ήταν αλογοκλέφτες και ο αμερικάνικος στρατός εκπρόσωπος της ιστορικής προόδου έναντι της καθυστερημένης φυλετικής δομής και του «πρωτόγονου δημοκρατισμού» των Ινδιάνων! Οι Σουλιώτες, όμως, αποκαλούνται χωρίς περιστροφές «κλέφτες» και ο Αλής εκφραστής της προόδου[9], παρότι ο Ένγκελς, στην Καταγωγή της Ατομικής Οικογένειας…, εκθειάζει την «πρωτόγονη κοινοκτημοσύνη» των ινδιάνων Ιροκέζων ως πρόπλασμα της μελλοντικής ολοκληρωμένης κοινοκτημοσύνης!
Προφανώς, σαράντα χρόνια μετά τον Κορδάτο, και αφού έχουν μεσολαβήσει οι μελέτες του Χομπσμπάουμ[10] και τόσων άλλων για τους ληστές και την «κοινωνική ληστεία», η επανάληψη ανάλογων αποφάνσεων έχει καταστεί δυσχερέστερη. Αν όμως θεωρήσουμε τους Σουλιώτες «ληστές» και όχι «κοινωνικούς ληστές», τότε εύκολα μπορούμε να επιστρέψουμε στα ίδια!
Ο Σουλιώτης[ ]δεν αποκαθιστά κανόνα δικαίου, απλώς συμπαρατίθεται και συνάρχει με τον σούμπαση ή τον μουσουλμάνο αγά, μέσω του διαμερισμού των αγροτικών προσόδων. Υπ’ αυτή την έννοια, η οπλική δύναμη και η μαχητική δράση των Σουλιωτών στην ευρύτερη περιοχή δεν εμπεριέχει χαρακτήρα κοινωνικής ληστείας, τουλάχιστον υπό την πολύ αυστηρή σημασία του όρου[11].
Οι Σουλιώτες, που για διακόσια χρόνια διεξάγουν έναν διαρκή πόλεμο εναντίον των Οθωμανών, δεν δικαιούνται ούτε καν τον «τίτλο» του κοινωνικού ληστή «με την αυστηρή έννοια του όρου», τίτλος που εύκολα απονέμεται στους νοτιαμερικανούς κανγκασέιρος. Γι’ αυτό, αναλογιζόμενη ίσως την ιστορική ύβρη ανάλογων αποφάνσεων, και των σχετικών συμπαραδηλώσεων, δύο σελίδες πιο κάτω, αναιρεί πανηγυρικά τα λεγόμενά της:
Ταυτόχρονα η σουλιώτικη κοινωνία προβάλλεται στη συνείδηση του υποταγμένου χριστιανικού πληθυσμού ως πρότυπο εξέγερσης και ανταρσίας απέναντι στην ισχύουσα τάξη πραγμάτων. [ ]Υπ’ αυτή την έννοια, η δράση της σουλιώτικης κοινωνίας διαθέτει τα γνωρίσματα μιας πρωτόγονης επανάστασης. Μάλιστα η εντοπισμένη γεωγραφικά εξουσιαστική της δύναμη, ως τύπος χριστιανικής αντι-εξουσίας [ ] στην απώτατη συνέπειά της ενέκλειε, για τους περίοικους χριστιανικούς πληθυσμούς, και τον πυρήνα εγγραφής του μελλοντικού απελευθερωτικού τους αιτήματος. Συνεπώς η ληστεία θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως μορφή κοινωνικού κινήματος, το οποίο μέσα στο πλαίσιο της κατακτητικής κοινωνίας και δια παρανόμων μεθοδεύσεων διεκδικεί [ ] μερίδιο στην κατανομή των υπαρχόντων, διαθέσιμων πόρων[12].
Πολύ λίγα θα είχα να προσθέσω ή να αλλάξω από αυτή τη διαπίστωση. «Πρότυπο εξέγερσης και ανταρσίας», «ληστεία ως μορφή κοινωνικού κινήματος», «πρωτόγονη επανάσταση», «αντι-εξουσία» «πυρήνας εγγραφής ενός μελλοντικού απελευθερωτικού αιτήματος». Προφανώς, λοιπόν, ένα τέτοιο κίνημα δεν μπορεί να περιοριστεί στα πλαίσια της κοινωνικής ληστείας, αλλά εγγράφεται σε εκείνο ενός επαναστατικού κινήματος, μιας «πρωτόγονης επανάστασης», η οποία μετασχηματίζεται προς την κατεύθυνση μιας συνολικής επανάστασης. Και οι Σουλιώτες θα διατρέξουν ολόκληρη τη σχετική διαδρομή.
Από το γένος στο έθνος
Το ελληνικό έθνος, στη πολύχρονη διαδρομή του, θα διέλθει τρεις μεγάλες ιστορικές περιόδους. Η πρώτη είναι η αρχαία, φυλετική και πολεοκρατική περίοδος, κατά την οποία η εθνική συνείδηση είναι κατ’ εξοχήν πολιτισμικής και φυλετικής υφής και αναδεικνύεται ανάγλυφα στις αμφικτυονίες και τους Ολυμπιακούς αγώνες και κατ’ εξοχήν στις συγκρούσεις με τους ξένους αντιπάλους, οπότε οι Έλληνες συνασπίζονται και στρατιωτικά.
Η δεύτερη συνιστά την οικουμενική φάση του ελληνισμού, που διήρκεσε τουλάχιστον 15 αιώνες –από τον Μέγα Αλέξανδρο έως τους Κομνηνούς– και διακρίνεται σε τρεις μεγάλες υποπεριόδους, την ελληνιστική, τη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή. Σε αυτήν, η ελληνική εθνική συνείδηση συνιστά μια συνείδηση οικουμενική και αφορά κατ’ εξοχήν τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την κοινή θρησκεία.
Η τρίτη περίοδος, του νεώτερου ελληνισμού, αρθρώνεται σε τρεις ιστορικές υποπεριόδους.
Κατά την πρώτη φάση, από τον 11ο και τον 12ο αι., έως το 1453, διαμορφώνεται το πρωτοελληνικό οιονεί έθνος-κράτος. Τωόντι, οι πληθυσμοί που συγκροτούν το ύστερο βυζαντινό ελληνικό κράτος διαχωρίζονται από τους γειτονικούς πληθυσμούς, τους Αρμένιους, τους Βουλγάρους, τους Σέρβους, και ταυτόχρονα έρχονται σε βίαιη αντιπαράθεση με τους Φράγκους και τους Τούρκους. Ήδη από την εποχή της Αυτοκρατορίας της Νικαίας, μπορούμε να μιλάμε για το νεώτερο ελληνικό έθνος. Τότε διαμορφώνεται στις βασικές της συνιστώσες η νεώτερη ελληνική συνείδηση και ιδιοπροσωπία, ως μια εθνική συνείδηση αντιστασιακού χαρακτήρα. Γι’ αυτό και όλες οι μεταγενέστερες απόπειρες για την ελληνική «παλιγγενεσία» θα αναφέρονται παραδειγματικά στην Κωνσταντινούπολη και τους Παλαιολόγους.
Σε μια δεύτερη φάση, εκείνη της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας, οι Έλληνες όχι μόνο παύουν να διαθέτουν οποιαδήποτε αυτόνομη κρατική υπόσταση, αλλά και διαχέονται εκ νέου στο εσωτερικό μιας πολυεθνικής Αυτοκρατορίας, σε έναν ευρύτερο γεωγραφικό και πολιτισμικό χώρο.
Σε αυτή τη νέα περίοδο, αποφασιστικό συνεκτικό ρόλο διαδραματίζουν η ορθοδοξία και η γλώσσα. Έτσι, παλαιοί ελληνικοί πληθυσμοί θα υποστούν μια ρευστοποίηση της συνείδησής τους, ενώ άλλοι, όπως οι αρβανίτικοι πληθυσμοί της Ηπείρου και της Πελοποννήσου, μέσω της θρησκείας, της γλώσσας και της αντιπαράθεσης με τους Οθωμανούς, θα τείνουν να ταυτιστούν με παλαιότερους ελληνικούς πληθυσμούς. Η ελληνική εθνική συνείδηση εκφράζεται στη φάση αυτή ως συνείδηση του «γένους», χωρίς ωστόσο να πάψει ποτέ να είναι ελληνική και εθνική. Γι’ αυτό και η ανάμνηση των αρχαίων –από την πλευρά των λογίων– και του Βυζαντίου από εκείνη της Εκκλησίας, των λογίων αλλά και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, θα παραμένει καθοριστική. Οι Χρησμοί[13] και η Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου[14] αποτελούν τα πιο διαδεδομένα λαϊκά αναγνώσματα. Και κάθε τόσο, εξεγέρσεις, επαναστάσεις, η κλεφτουριά.
Καθώς οι υπόδουλοι Έλληνες νιώθουν να ενδυναμώνονται οικονομικά, πνευματικά και στρατιωτικά, στη στεριά και τη θάλασσα, ενώ παράλληλα εξασθενεί η οθωμανική Αυτοκρατορία, θα πολλαπλασιάζονται οι κινήσεις και οι απόπειρες για την «παλιγγενεσία», δηλαδή για την πολιτική χειραφέτηση ενός γένους που θα τείνει να μετασχηματιστεί και πάλι σε κράτος.
Όμως, η μετάβαση από την περίοδο του γένους, με τον πολυκερματισμό των συνειδήσεων και των ταυτοτήτων, που έχουν επιφέρει οι μακροί αιώνες της ξένης κυριαρχίας, σε μια νέα εθνική πολιτειακή υπόσταση δεν συνιστά μια απλή και γραμμική μεταβολή: στην Κρήτη και στα Επτάνησα, η ξενοκρατία θα διαρκέσει σχεδόν επτά αιώνες, στην Πελοπόννησο και στα ναυτικά ξερονήσια του Αιγαίου, θα είναι πολύ μικρότερη στη Θράκη, τη Μακεδονία την Ήπειρο, τα μικρασιατικά παράλια, τις Ηγεμονίες, τη διασπορά, οι συνθήκες διαφοροποιούνται στο έπακρο μεταξύ τους. Κατά συνέπεια, απαιτείται μια ολόκληρη επανάσταση συνειδήσεων, συμπεριφορών, πολιτισμικών προτύπων. Απαιτείται μία μετάβαση σε μια νέα ποιότητα που ουσιαστικά θα διαρκέσει μέχρι το 1922. Η νέα αυτή συνείδηση, η οποία αρχίζει να διαμορφώνεται ως καθολική συνείδηση των Ελλήνων από το 1770 –με τα Ορλωφικά– και στοχεύει στη συγκρότηση μιας συμπαγούς εθνικής ταυτότητας κρατικού χαρακτήρα, αναχωνεύει σε ένα ενιαίο σύνολο τα διάσπαρτα στοιχεία της «γενεακής» ταυτότητας: Αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο, νεωτερικότητα, σύγχρονη Ελλάδα.
Σε αυτή τη νέα ταυτότητα θα μετασχηματιστούν, το καθένα μέσα από τη δική του διαδρομή, τα disjecta membra του ελληνισμού:
Η κλεφτουριά, μέσα από την εμπειρία της σύγκρουσης, των Ορλωφικών, της συμμετοχής στα κινήματα της περιόδου 1789-1792 και του 1806-1807, της στρατολόγησης στις στρατιωτικές δυνάμεις των Επτανήσων και της Ρωσίας, θα μεταβεί από την τοπική ιδιαίτερη συνείδηση στη διεύρυνση της αντίληψης, που θα εκφραστεί στη Λευκάδα, στα 1807, και θα την οδηγήσει στη μετοχή στη Φιλική Εταιρεία και την Επανάσταση.
Οι λόγιοι, από την προσκόλληση στη Ρωσία του Ευγένιου Βούλγαρι και του Αθανάσιου Ψαλίδα της Βιέννης[15], θα αποπειραθούν να συγκροτήσουν μια επαναστατική οργάνωση με τον Ρήγα Βελεστινλή και το συνθετικό του εγχείρημα. Τα σχολειά, στα Γιάννενα, το Βουκουρέστι, τη Χίο, τις Κυδωνίες, τη Σμύρνη, θα ενοποιήσουν τον ελληνισμό και την ιδεολογία του. Οι έμποροι με τα δίκτυά τους θα φέρουν σε επαφή τόπους και ανθρώπους, οι ναυτικοί θα ενοποιήσουν και πάλι τον ελληνικό κόσμο. Και η Φιλική Εταιρεία θα εκφράσει τη συνθετικότητα ενός δυνάμει νέου πολιτειακού κρατικού μορφώματος. Έτσι θα συντελεστεί η μετάβαση από το γένος στο έθνος. Σε αυτή θα συμμετάσχουν, με όλες τις οδύνες που φέρνει η γέννηση, και οι Σουλιώτες.
Από τη φυγή στα βουνά, για να αποφύγουν τη φορολογία και τους εξισλαμισμούς, από την καθημερινή σύγκρουση με τους μουσουλμάνους αγάδες, για τη διεύρυνση της «χριστιανικής εξουσίας», θα περάσουν σταδιακά στη συμμαχία με τους Ρώσους, στα Ορλωφικά, και αργότερα, στην άσκηση μιας στοιχειώδους «εξωτερικής πολιτικής», στις σχέσεις τους με τα Επτάνησα, την Πάργα και την Πρέβεζα, στη συνειδητοποίηση της μετοχής σε μια ευρύτερη ταυτότητα ρωμαίικη/ελληνική, στη μεταβολή τους σε ένοπλη πρωτοπορία της Επανάστασης, στη διάρκεια του ’21.
Μέσα σε εκατό χρόνια, οι αδάμαστοι ορεσίβιοι θα διανύσουν μια τεράστια απόσταση. Εκείνη την απόσταση που, από διαφορετικές αφετηρίες και σε διαφορετικούς ρόλους, θα διατρέξουν όλοι οι Έλληνες, από τον Ιωάννη Πρίγκο έως τον Αδαμάντιο Κοραή: τη μεταβολή της συνείδησης μετοχής σε ένα ιδιαίτερο γένος, δίχως όμως δική του κρατική υπόσταση, σε ενεργό διεκδίκηση της πολιτικής χειραφέτησης. Σίγουρα, ο δρόμος που χρειάστηκε να διανύσουν οι Σουλιώτες, πάνω στα βουνά της Ηπείρου, προς την κατάκτηση αυτής της νέας συνείδησης ήταν πολύ μακρύτερος από άλλους. Τους έλειπε η παιδεία, οι παραστάσεις, κάποτε η ίδια η ελληνική γλώσσα. Όμως, με το αίμα, τους αγώνες και τις απροσμέτρητες θυσίες τους, θα καλύψουν αυτή τη μεγάλη απόσταση.

[1] Β. Ψιμούλη, 308.
[2] Β. Ψιμούλη, 357.
[3] Β. Ψιμούλη, 368.
[4] Pouqueville, Voyage en Morée, ό.π., τ. 3, σ. 126.
[5] Β. Ψιμούλη 310.
[6] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄, σσ. 408-409.
[7] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄, σ. 409.
[8] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄,  σ. 407.
[9] Γεγονός βέβαια που δεν αναιρεί το ότι, την ίδια εποχή, υπήρχαν και άλλοι αριστεροί  ιστορικοί, όπως ο Δημήτρης Φωτιάδης, που έγραφαν εγκωμιαστικά κείμενα για τους κλέφτες. Ωστόσο, ο πάπας της μαρξιστικής ιστοριογραφίας στην Ελλάδα ήταν τότε ο Κορδάτος.
[10] Βλ. τη νεώτερη συμπληρωμένη έκδοση του αρχικού βιβλίου του 1969, Έρικ Χομπσμπάουμ, Ληστές, Θεμέλιο, Αθήνα 2010.
[11] Β. Ψιμούλη, σ. 309.
[12] Β. Ψιμούλη, 310-311.
[13] Βλ. Asterios Argyriou, Les exégèses grecques de l’Apocalypse à l’époque turque, 1453-1821: esquisse d’une histoire des courants idéologiques au sein du peuple grec asservi, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1982 Γ. Καραμπελιάς, Η ανολοκλήρωτη…, ό.π., σσ. 50-55.
[14] Βελουδής, Γεώργιος (επιμ.), Διήγησις Αλεξάνδρου του Μακεδόνος, Ερμής, Αθήνα 1977.
[15]  Βλ. Αθανάσιος Ψαλίδας  Αἰ­κα­τε­ρί­να ἡ Β΄, ἤ­τοι ἱ­στο­ρί­α σύν­το­μος τῆς ἐν τῇ ὁ­δοι­πο­ρί­ᾳ αὐ­τῆς πρὸς τοὺς ἐν Νίζ­νη καὶ Ταυ­ρί­α Γραι­κοὺς ὑ­π’ αὐ­τῆς δει­χθεί­σης εὐ­νοί­ας. Βιέννη 1792 Ευγένιος Βούλγαρις, Στοχασμοί εις τους παρόντας κρισίμους καιρούς του Οθωμανικού Κράτους, Πετρούπολη 1771-1772.






Οἱ ἀξίες ποὺ χάνονται: "καὶ οἱ φαῦλοι περιεγίγνοντο".


Φωτογραφίες… με φαντασία!



Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες

Η Sarolta Bán είναι μια καλλιτέχνης από την Ουγγαρία. Για τα έργα της, της αρέσει να χρησιμοποιεί καθημερινά στοιχεία και αντικείμενα τα οποία και συνδιάζει με μοναδικό τρόπο.
Το αποτέλεσμα της δουλειάς της είναι εκπληκτικό! Σουρεαλιστικές φωτογραφίες, οι οποίες όπως λέει και η ίδια, «έχουν δική τους προσωπικότητα και μια διαφορετική ιστορία να διηγηθούν σε διαφορετικούς ανθρώπους».

Τρελογιάννης

Σουρεαλιστικές φωτογραφίες


Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες
Perierga.gr - Απίστευτες σουρεαλιστικές φωτογραφίες

ΕΙΧΑΜΕ ΚΑΛΟΥΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΣΤΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑ...(Μίζες από το 1821)



Στις 7 Φεβρουαρίου 1825 κι ενώ η επανάσταση βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη καμπή,

«συνωμολογήθη εν Λονδίνω, εθνικόν δάνειον

δύο εκατομμυρίων χρυσών λιρών,

δια την χρηματοδότησιν του αγώνος».

Ρίξτε μια ματιά στην κατανομή αυτού του δανείου:

- Το δάνειο συμφωνείται στο 55% της ονομαστικής του αξίας, για να

καλυφθούν οι επισφάλειες των Άγγλων πιστωτών,

δηλαδή αυτομάτως τα

2.000.000 γίνονται 1.100.000 λίρες!!!

Εμείς βέβαια πληρώναμε τόκους για 2.000.000.

Από τα 1.100.000 κρατούνται προκαταβολικά:

- Τόκοι δύο χρόνων 200.000 λίρες

- Μεσιτικά 68.000 λίρες

- Εξαγορά ομολογιών δανείου 212.000 λίρες

- Συμβολαιογραφικά 13.700 λίρες

- Έξοδα Ελλήνων (!) μεσαζόντων 15.487 λίρες.

Από τα εναπομείναντα, στέλνονται στις ΗΠΑ 156.000 λίρες για την

κατασκευή δύο φρεγατών.

(Τελικά κατασκευάστηκε μόνο μία,

που ήρθε στην Ελλάδα μετά το τέλος της επανάστασης

και την έκαψε ο Ανδρέας Μιαούλης

με τα ίδια του τα χέρια την 1η Αυγούστου 1831

στο λιμάνι τού Πόρου,

όταν επαναστάτησε κατά του Καποδίστρια και τα στρατεύματα τού

Κυβερνήτη έκαναν γιουρούσι για να καταλάβουν τον εξεγερμένο

στόλο.

Δεν το ξέρατε ούτε αυτό, έτσι; )


Επίσης, 123.000 λίρες μένουν στην Αγγλία για την αγορά έξι

πολεμικών πλοιαρίων.

Πήραμε μόνο το «Καρτερία» μετά την επανάσταση.

Συνεχίζουμε:

- Για μισθοδοσία φιλέλληνα(;) Κόχραν 37.000 λίρες

- Για αποπληρωμή πολεμοφοδίων 77.200 λίρες

- Διάφοροι λογαριασμοί (;;!!) 47.000 λίρες

Έτσι, από τα 2.000.000 χρυσές λίρες,

έφθασαν τελικά στην

Ελλάδα μόλις 190.000 λίρες.

Αντί αυτά τα ελάχιστα που

απόμειναν να πάνε στον αγώνα κατά

των Τούρκων,

κατασπαταλήθηκαν στον εμφύλιο που είχε ξεσπάσει

ανάμεσα

στους Μωραϊτες και τους Ρουμελιώτες.

Οι καπεταναίοι στρατολογούσαν

κόσμο για να χτυπήσουν τους εσωτερικούς εχθρούς και

πληρωνόντουσαν

από τα λεφτά του δανείου.

Άλλο πλιάτσικο κι εκεί, πέραν του

γεγονότος

ότι Έλληνες σκότωναν Έλληνες.

Ο Γκούρας για παράδειγμα,

είχε ένα σώμα

εκατόν πενήντα ενόπλων,

αλλά έκανε ψεύτικους καταλόγους για

πεντακόσιους και τσέπωνε την μισθοδοσία και τα τροφεία τους.

Το ίδιο

και οι αντίπαλοι του.


Όταν λοιπόν ο Καποδίστριας ανέλαβε Κυβερνήτης,

έδωσε εντολή στον

Πρόεδρο της επιτροπής οικονομικών Ανδρέα Κοντόσταυλο,

να κάνει μια απογραφή

( Να και η πρώτη απογραφή στην ιστορία μας... )

της περιουσίας του κράτους.

Το κείμενο της επιτροπής ήταν λεπτομερέστατο και

εξαιρετικά σύντομο.

Περιείχε μία μόλις πρόταση:

«Κύριε Κυβερνήτα,

εις το ταμείον του κράτους έν μόνο νόμισμα και αυτό κίβδηλον».


Ζωντανή συζήτηση στο Al Jazeera με δύο Έλληνες, τον Κώστα Υφαντή που είναι λέει πρόεδρος του Ελληνικού κέντρου Ευρωπαικών μελετών, τον Τζων Σφακιανάκη – οικονομολόγο και επικεφαλή της τράπεζας Saudi Franzi, και ο οικονομικός αναλυτής Max Keiser ζωντανά απο το Παρίσι.
Χαμός!
Το βίντεο ξεκινάει με τους δύο Έλληνες κυρίους να αναλώνονται στις κλασικές νεοελληνικές κουτοπόνηρες αναλύσεις περι της τραγικότητας και της σοβαρότητας της κατάστασης, πόσο οργισμένος είναι ο κόσμος, τα σκληρά τα μέτρα, πρέπει να τακτοποιήσουμε τα οικονομικά μας, (με ενδιάμεσα κάποια σπαρταριστά στιγμιότυπα) ότι αυτοί που διαδηλώνουν δεν είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα της δυσαρέσκειας, οτι πρέπει να δεχτούμε την κατάσταση και οτι ΓΙΑ ΟΛΑ φταίει ο λαός και λοιπά και λοιπά και λοιπά. Πλήρη ταύτιση και συνεννόηση, προφανώς μιλημένοι και προετοιμασμένοι απο τους "δικούς" μας εδώ και στην Ευρώπη.
Και μόλις τελειώνουν οι ...νεοελληνικές δικαιολογίες, παραλαμβάνει ο Keiser και τους κάνει ΡΕΖΙΛΙ!
Και δείτε τι έγινε!
Ο άνθρωπος, εξερράγη! ΕΞΕΡΡΑΓΗ για πράγματα που έπρεπε να έχουμε επαναστατήσει εμείς εδώ και χρόνια!
Θα έπρεπε να ντρεπόμαστε...



Και όμως, παράγει!

Η σκέψη μας είναι πολύ απλή.
Αν κάθε Έλληνας καταφέρει μέσα στο 2012 να αγοράσει ελληνικά προϊόντα αξίας 1.000 ευρώ στη θέση ξένων προϊόντων που αγόρασε πέρυσι, τότε θα προστεθεί στην προβληματική ελληνική οικονομία το αστρονομικό ποσό των 12 δισεκατομμυρίων ευρώ.Ολόκληρο το περιβόητο ΕΣΠΑ που υποτίθεται ότι θα αναζωογονούσε τη χώρα, είναι 18 δισεκατομμύρια για τέσσερα χρόνια. Αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει η είσοδος 12 δις ευρώ τον χρόνο στην κατάσταση που βρισκόμαστε σήμερα; Τι σημαίνει σε επενδύσεις, σε νέες θέσεις εργασίας;
Σε πολύπλοκα προβλήματα λοιπόν, χρειάζονται απλές λύσεις.


Στροφή στο ελληνικό τρόφιμο, στο ελληνικό ποτό, στροφή στον Έλληνα παραγωγό.
Και σιγά-σιγά, στροφή στο ελληνικό ρούχο και το ελληνικό παπούτσι.
Μην ψαρώνετε από τα πολυδιαφημισμένα ξένα προϊόντα, μη θεωρείτε μόδα την κατανάλωση τους.
Οι πολυεθνικές του τροφίμου, του ποτού, του ρούχου, της συσκευής, μας έκαναν να τρώμε πλαστικά σαν Αμερικάνοι, να ντυνόμαστε σαν Βρεττανοί ή Ιταλοί, να πίνουμε σαν Γάλλοι, να γίνουμε γκατζετάκηδες σαν Γιαπωνέζοι.
Η ματιά μας πρέπει να είναι ανοικτή στον κόσμο, αλλά όχι ως το σημείο να περιφρονήσουμε τους εαυτούς μας και να υιοθετήσουμε συμπεριφορές συλλογικής καταστροφής μας.
Ως εδώ.
Αξίζουμε πολύ περισσότερα και ως παραγωγοί και ως καταναλωτές και ως αυτεξούσιοι πολίτες.


Υ.Γ. και μην ξεχνάτε το απόλυτο μποϊκοτάζ στα γερμανικά προϊόντα. Αν μας ακολουθήσει η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία, θα χάσουν τη μεγάλη αγορά του Νότου από την αλαζονεία και τον άκρατο σωβινισμό τους. Θα ξεχάσουν το σχέδιο οικονομικής κατάληψης της Ευρώπης και θα αλλάξουν τροπάριο.

Η μεγάλη ληστεία της Ελλάδoς. Πως και τι έγινε. Συγκλονιστικό άρθρο!!


Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος.
Είναι μία βροχερή Τετάρτη του Φεβρουαρίου 1981.Το βράδυ, σε μια ψαροταβέρνα του Χαλανδρίου, στον δρόμο προς Χολαργό, κοντά στο σπίτι του Χαρίλαου Φλωράκη, Γενικού Γραμματέα τότε του ΚΚΕ, συνευρίσκονται οι Ανδρέας Παπανδρέου, αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, Άκης Τσοχατζόπουλος, Γεράσιμος Αρσένης, Κωστής Βαΐτσος, Βάσω Παπανδρέου, Μένιος Κουτσόγιωργας και ο μετέπειτα δήμαρχος Χαλανδρίου Νίκος Πέρκιζας.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι σίγουρος για την εκλογική νίκη του «Κινήματος» στις εκλογές του Οκτωβρίου και η συζήτηση είναι πού θα βρεθούν τα απαραίτητα κεφάλαια για να μοιραστούν στις ορδές των «μη προνομιούχων» που ανυπόμονοι περιμένουν την ώρα της μεγάλης εισβολής. (Διαβάστε το όλο. Θα αυξηθεί κατακόρυφα η οργή σας και δεν θα πιστεύετε τις αποκαλύψεις οι οποίες λόγω του έγκριτου δημοσιογράφου είναι όλες τεκμηριωμένες.
«Πρόεδρε, δεν υπάρχει πρόβλημα», λέει ο Γεράσιμος Αρσένης, μετέπειτα «τσάρος τηςοικονομίας», στον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ. «Το διεθνές σύστημα», επιμένει, «έχει μεγάλη ρευστότητα και θα βρούμε αρκετό χρήμα να φέρουμε στην Ελλάδα. Εξάλλου, τα επιτόκια είναι χαμηλά, όπως και το ελληνικό δημόσιο χρέος. Υπάρχουν έτσι περιθώρια να αντιμετωπίσουμε και αιτήματα για παροχές, αλλά και μία πιθανή φυγή κεφαλαίων στις ξένες τράπεζες από βιομηχάνους και μεγαλοεισαγωγείς…».
«Δηλαδή λεφτά υπάρχουν, Μάκη», τονίζει ευχαριστημένος ο Ανδρέας Παπανδρέου. «Θα μπορέσουμε έτσι να δείξουμε στον λαό ότι μοιράζουμε χρήμα. Ποιος ποτέ θα μάθει ότι αυτό είναι δανεικό… Θα λέμε σε όλους τους τόνους ότι είναι το χρήμα του κατεστημένου, που τώρα ανήκει στους Έλληνες…», προσθέτει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και δείχνει να απολαμβάνει το ουίσκι που πίνει. «Οι γιαπωνέζικες τράπεζες ψοφάνε να δανείζουν χρήμα στην Ευρώπη, κύριε πρόεδρε», λέει στον Ανδρέα Παπανδρέου ο Κωστής Βαΐτσος, που είχε διεθνή εμπειρία από τη συμβουλευτική θητεία του σε χώρα της Λατινικής Αμερικής. Γνώριζε επίσης ο ίδιος – όπως και ο Ανδρέας Παπανδρέου – ότι στην διεθνή κεφαλαιαγορά κυκλοφορούσε και άφθονο μαύρο αραβικό χρήμα σε πετροδολάρια, που άλλο που δεν ήθελε να τοποθετηθεί σε χώρες όπως η Ελλάδα. Το χρήμα αυτό ήταν καλοδεχούμενο από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος ήθελε να το χρησιμοποιήσει για να εξαγοράσει στην κυριολεξία ψήφους και οπαδούς, ώστε να μονιμοποιήσει την παραμονή του στην εξουσία. Αυτό ήταν το μεγάλο όραμά του και, για να το αναλύσει κανείς, απαιτούνται πολλές σελίδες.
Με απλά λόγια, λέμε ότι, όταν το 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου ίδρυσε το ΠΑΣΟΚ, δύο πράγματα τον ενδιέφεραν: Πρώτον, να διαλύσει την μισητή του – όπως είχε αποκαλύψει στον γράφοντα – Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις (ΕΚ ΝΔ) και, δεύτερον, να καταλάβει την εξουσία. Επειδή μάλιστα γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να καταλάβει την εξουσία υποσχόμενος σοσιαλδημοκρατικού τύπου μεταρρυθμίσεις, οι οποίες εξάλλου ήσαν μέσα στο πρόγραμμα της ΕΚΝΔ, εφάρμοσε μία ριζοσπαστική, λαϊκιστική, τριτοκοσμικού τύπου στρατηγική, αξιοποιώντας τα κατώτατα δυνατά ερείσματα και ένστικτα που μπορεί να διαθέτει ένας λαός.

Σπουδασμένος στην Αμερική και οικονομολόγος, επηρεασμένος από τη σχολή της οικονομετρικής προσέγγισης των πραγμάτων, ο Ανδρέας Παπανδρέου –ο οποίος απεχθανόταν την Ευρώπη και την κουλτούρα της– ήταν ένας πολιτικός με ικανότητα τολμηρών τακτικών ελιγμών, που μπορούσε με άνεση να κινείται στρατηγικά στη βάση ορθολογικών επιλογών. Ένα σημαντικό την εποχή εκείνη στέλεχος του Κινήματος χαρακτήριζε τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ «κινούμενο ηλεκτρονικό υπολογιστή». Μελετούσε κάθε κίνησή του και, κυρίως, στην Αμερική είχε διδαχθεί από ειδικούς επικοινωνιολόγουςνα καταλαβαίνει την ψυχολογία του όχλου, να συνθηματολογεί και να μπορεί να διαισθάνεται τι θέλει να ακούσει ο ακροατής.
«Ύστερα», γράφει ο Στάμος Ζούλας, «ο Ανδρέας είχε διαπιστώσει ότι στην Ελλάδα η πιθανότητα να αποκτήσει κάποιος δημοσιότητα είναι η εκπροσώπηση απόψεων με τρόπο που να διεγείρει, που να συγκινεί, και ιδιαίτερα σε θέματα που το συναισθηματικό στοιχείο είναι πολύ έντονο». Ακόμη και όσα οι πολιτικοί του αντίπαλοι θεωρούσαν ως ανερμάτιστη πολιτική και οβιδιακές μεταμορφώσεις, στην ουσία δεν ήταν παρά ένας συνειδητός και προσχεδιασμένος τακτικισμός που είχε ως πρωταρχικό –αν όχι αποκλειστικό– στόχο την κατάληψη της εξουσίας»[1]. Και η τελευταία όντως κατελήφθη τον Οκτώβριο του 1981 και έμελλε να κρατήσει, την πρώτη περίοδο, το ΠΑΣΟΚ και τον αρχηγό του στο τιμόνι της χώρας έως τον Ιούλιο του 1989.


Η δημιουργία των μηχανισμών
Εννέα χρόνια παραμονής στην εξουσία ήσαν αρκετά για το ΠΑΣΟΚ και τον ιδρυτή του να δημιουργήσουν αρθρώσεις και καταστάσεις που δύσκολα θα μπορούσαν αρθούν από φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις. Ακόμα χειρότερα, την πασοκική περίοδο εμπεδώθηκε στην Ελλάδα και μία αντιδραστική τριτοκοσμική ιδεολογία η οποία σήμερα μόνον δεινά επιφυλάσσει στη χώρα. Εξάλλου, η ιδεολογία αυτή, σύμφωνα με τα γνωστά από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα πρότυπα, χρησίμευε ως άλλοθι στους μηχανισμούς που έπαιρναν σάρκα και οστά στην Ελλάδα σε αντικατάσταση του αποκαλούμενου «κράτους της δεξιάς». Μετά λοιπόν την επιχείρηση του Φεβρουαρίου 1982, όταν μία Κυριακή οι πρασινοφρουροί έκαναν δοκιμή πραξικοπήματος, σταδιακά εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μηχανισμοί του πασοκικού κράτους που δημιουργούσαν και νέες κοινωνικο-οικονομικές αρθρώσεις.
Κοντολογίς, ο Ανδρέας Παπανδρέου επεδίωξε –και σε μεγάλο βαθμό κατάφερε– να δημιουργήσει μία φιλική προς το ΠΑΣΟΚ μεσαία τάξη, εσωστρεφή και εχθρική προς κάθε φιλελεύθερη και ευρωπαϊκή ιδέα. Επρόκειτο για μία τάξη που διψούσε για χρήμα, αλλά ήθελε να το αποκτήσει χωρίς κόπο και, κυρίως, όχι μέσα από μηχανισμούς της αγοράς και του οικονομικού ανταγωνισμού που συνεπάγεται η ελεύθερη οικονομία.
Έτσι, την περίοδο 1981-1985, εισρέουν στην Ελλάδα απίστευτα ποσά, δανεισμένα από ξένες τράπεζες, κυρίως ιαπωνικές, και δαπανώνται ασυστόλως στο όνομα της «καμένης γης», για να εκκολαφθεί η πασοκική εξουσία, η οποία ήταν και σαφέστατου τριτοκοσμικού χαρακτήρα.

Την προαναφερόμενη περίοδο, η Ελλάδα δανείστηκε από το εξωτερικό περί τα 50 δισ. δολάρια, παράλληλα δε εισέπραξε και άλλα 26 δισ. δολάρια από κοινοτικές επιδοτήσεις. Μέσα σε μία τετραετία, δηλαδή, η χώρα είχε δεχθεί το ισόποσο ενός έτους Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ). Όσο για το δημόσιο χρέος της, από 28% του ΑΕΠ το 1980, είχε εκτιναχθεί στο 47,8% στα τέλη του 1985[2]. Είχε, δηλαδή, σχεδόν διπλασιασθεί χωρίς να γίνει στη χώρα ούτε ένα έργο! Αντιθέτως, η κατανάλωση είχε πάει στα ύψη, με αποτέλεσμα την αλματώδη άνοδο του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, το έλλειμμα του οποίου έφθασε να αντιπροσωπεύει το 14,5% του ΑΕΠ και να είναι το υψηλότερο κατά κεφαλήν στον κόσμο!
Στο επίπεδο της παραγωγής, όμως, η Ελλάδα υποχωρεί σημαντικά, οι εξαγωγές της παραμένουν στάσιμες, ενώ η βιομηχανία της ξεφτίζει και σταδιακά χάνεται. Το ΠΑΣΟΚ, ωστόσο, εδραιώνεται κοινωνικά και εξαγοράζει ψήφους, συνειδήσεις, συνδικαλιστικές οργανώσεις, αγροτικούς συνεταιρισμούς, δήμους, κοινότητες. Όπως ψιθυρίζεται στους ευρωπαϊκούς διαδρόμους, το «Κίνημα» του Ανδρέα Παπανδρέου αποκτά καθεστωτικό χαρακτήρα και το ότι παραμένει στην Ευρώπη οφείλεται στο χρήμα που εισρέει στην Ελλάδα από τα διάφορα κοινοτικά Ταμεία. Τα τελευταία χρησιμοποιούνται για πλουσιοπάροχες επιδοτήσεις ημέτερων αγροτών, συνδικαλιστών, δημοσιογράφων, επιχειρηματιών, εκδοτών, ανώτερων και ανώτατων στελεχών επιχειρήσεων και, βεβαίως, κομματικών μηχανισμών.
Δημιουργείται έτσι σταδιακά ένα παρακράτος μαφιόζικου τύπου, το οποίο διεισδύει όλο και βαθύτερα στην πολιτική και κυριολεκτικά μολύνει τη δημοκρατία. Απίθανοι και αδίστακτοι εκπρόσωποι αυτού του παρακράτους δημιουργούν δίκτυα επικοινωνίας και επιρροής και αξιοποιούν στο έπακρο μια φαύλη «προοδευτική» δημοσιογραφία και ακόμα πιο φαύλους βαρώνους των μέσων μαζικής επικοινωνίας (ΜΜΕ). Αν δε κατά καιρούς τα σκάνδαλα, οι καταχρήσεις και οι λεηλασίες αυτού του παρακράτους βγαίνουν στη δημοσιότητα, αυτό οφείλεται αποκλειστικά σε εσωτερικούς ανταγωνισμούς και σε προσωπικές έριδες των ανθρώπων που δεσπόζουν στο παρακράτος. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς… Ο Κοσκωτάς, ο Μαυράκης, ο Σταματελάτος, η Αγρέξ, τα καλαμπόκια, η Προμέτ, ο Οργανισμός Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων είναι μερικά από τα 200 σκάνδαλα του ΠΑΣΟΚ που είχε καταγράψει ο Γιάννης Λάμψας και είχε περιγράψει αναλυτικά σε άρθρα του στα τότε Επίκαιρα του Γιάννη Πουρνάρα.

Συγκλονιστικά και απολύτως ηλεγμένα στοιχεία για εκείνη την περίοδο περιέχονται σε ένα αποκαλυπτικό και πολύ σημαντικό βιβλίο του Δημήτρη Στεργίου, αρχισυντάκτη του Oικονομικού Ταχυδρόμου την εικοσαετία 1979-1999 και διευθυντή σύνταξης του ίδιου περιοδικού το 2000. Στο βιβλίο Το Πολιτικό Δράμα της Ελλάδος 1981-2005[3], ο συγγραφέας προέβλεπε την πτώχευση της χώρας από το 1989, όταν στην ουσία η Ελλάδα είχε απειληθεί με αποβολή από την Ευρωπαϊκή Ένωση – χωρίς να ιδρώσει κανενός το αυτί. Την αποκάλυψη αυτή είχε κάνει ο υπογράφων από τις στήλες του Οικονομικού Ταχυδρόμου, δεχόμενος τόνους ύβρεων λάσπης από τους πραιτωριανούς της «Αλλαγής».
Την ώρα, λοιπόν, που κάποιοι ψάχνουν για «επαχθή χρέη» και παραπλανούν τον κόσμο, θα πρέπει κάποια πράγματα να τα δούμε από κοντά. Ειδικότερα δε θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι σε μία χρεοκοπία δεν υπάρχουν αμέτοχοι – κυρίως όταν η χρεοκοπία είναι απότοκος συλλογικής ληστείας, τους καρπούς της οποίας άλλοι γεύονται περισσότερο, άλλοι λιγότερο και κάποιοι ίσως καθόλου.

Αριθμοί και γεγονότα
Ο υπογράφων δέχεται ότι τα τριανταπέντε τελευταία χρόνια αρκετοί πολιτικοί πλούτισαν και κάποιοι υπερπλούτισαν ασκώντας το επάγγελμα του «εκπροσώπου του λαού». Δέχεται επίσης ότι στο πολιτικό μας σύστημα υπάρχει αυξημένη διαφθορά. Όλα αυτά, σε μία δημοκρατία είναι ανιχνεύσιμα και κολάσιμα. Γι’ αυτό, «επαχθή χρέη» υπάρχουν και αναγνωρίζονται μόνον στις δικτατορίες τριτοκοσμικού και κομμουνιστικού τύπου. Αντιθέτως, στη δημοκρατία, η διαφάνεια – η οποία είναι και ένας από τους όρους λειτουργίας της – αποτελεί αντίδοτο στη διαφθορά και ενίοτε την αποτρέπει. Ωστόσο, ειδικά στην χώρα μας, υπάρχει μία άλλη, και πραγματική, διάσταση «επαχθούς χρέους» την οποίαν ουδείς τολμά να αναφέρει και, ακόμη περισσότερο, να αναδείξει. Γι’ αυτό, στο παρόν κείμενο θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μία μερική διάσταση αυτού του «επαχθούς χρέους» προβάλλοντας στοιχεία που με πολύ κόπο αναζητήσαμε και καταγράψαμε.

Επισημαίνουμε, έτσι, ότι από το 1979 έως και το 2010 έγιναν στην Ελλάδα 5.280 γενικές και κλαδικές απεργίες, σε ποσοστό 96% του δημοσίου τομέα, με αποτέλεσμα να χαθούν 1.385 ημέρες εργασίας. Σε σημερινά ευρώ, το κόστος αυτών των εργάσιμων ημερών, που είναι 45 τον χρόνο, αντιστοιχεί σε 135 δισ. ευρώ, ήτοι στο 39% του συνολικού δημοσίου χρέους της χώρας ή στο 55% των χρεών των ασφαλιστικών ταμείων. Σημειώνουμε ότι οι απεργούντες ναι μεν δεν προσήλθαν στην εργασία τους, πλην όμως εισέπραξαν το σχετικό ημερήσιο κόστος της τελευταίας – και το συνολικό αυτό ποσόν είναι αδύνατον να υπολογισθεί. Σίγουρα, όμως, σωρευτικά αντιπροσωπεύει κάποια δισεκατομμύρια ευρώ. Οι περισσότερες από τις προαναφερθείσες απεργίες – ο αριθμός των οποίων είναι τριπλάσιος του αντιστοίχου κοινοτικού μέσου όρου πριν τη μεγάλη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΕΕ) – είχαν εκβιαστικό χαρακτήρα και κατέληξαν στην απόσπαση απίθανων προνομίων. Τα τελευταία –όπως, για παράδειγμα, τα δωρεάν ταξίδια με την Ολυμπιακή Αεροπορία όλων των μελών των οικογενειών των εργαζομένων (;) στην εταιρεία, στην πρώτη θέση– επιβάρυναν, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το κόστος παραγωγής της ελληνικής οικονομίας κατά 4% του ΑΕΠ περίπου. Έτσι, σωρευτικά τα τριάντα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία επιβαρύνθηκε με άλλα 140 δισ. ευρώ, χάνοντας ταυτοχρόνως και σημαντικό μέρος από την ανταγωνιστικότητά της. Στην απώλεια αυτή θα πρέπει να προστεθεί και η κατά 2% σωρευτική επιβάρυνση του ΑΕΠ από τα κλειστά επαγγέλματα, η οποία επίσης υπολογίζεται σε άλλα 120 δισ. ευρώ.

Επίσης, από το 1993, μετά την πτώση της κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, έως και το 2009, προσελήφθησαν στην ευρύτερο δημόσιο τομέα περί τα 600.000 άτομα, με αποτέλεσμα το κόστος του δημόσιου τομέα να επιβαρυνθεί με το απίστευτο ποσόν των 500 δισ. ευρώ – κόστος το οποίο ξεπέρασε κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες το αντίστοιχο μέσο της ΕΕ των 15 χωρών-μελών. Το ποσοστό αυτό σήμερα αντιπροσωπεύει 11 δισ. ευρώ ετησίως και είναι η βασική αιτία της δημιουργίας δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Ακόμα χειρότερα, επιβαρύνει και την εξυπηρέτηση του δημόσιου δανεισμού σε επίπεδα που είναι δύσκολο να υπολογισθούν.

Στις παραπάνω απίστευτες επιβαρύνσεις θα πρέπει να προσθέσουμε και την χορήγηση στην Ελλάδα 180.000 συντάξεων με μηδενική ανταπόδοση, οι οποίες σε μία εικοσαετία επιβάρυναν το υπερχρεωμένο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας με 24 δισ. ευρώ, στα οποία θα πρέπει να προστεθούν και κάποια δισεκατομμύρια εφάπαξ. Την περίοδο 1990-2009 καταγράψαμε επίσης για την Αθήνα 180 δήθεν φοιτητικές διαδηλώσεις, οι οποίες κατέληξαν σε καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας και σε λεηλασίες πανεπιστημιακών ιδρυμάτων ανυπολογίστου αξίας. Την εικοσαετία αυτή, οι καταστροφές που προκλήθηκαν μόνον στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο υπολογίζονται στα 30 εκατ. ευρώ σωρευτικά, συμπεριλαμβανομένων και των κλοπών επιστημονικού υλικού. Από κοινωνικής δε πλευράς, οι βάρβαρες αυτές εκδηλώσεις οδήγησαν σε απώλειες δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας στο κέντρο της Αθήνας και στο κλείσιμο περίπου 10.000 εμπορικών και άλλων επιχειρήσεων.

Αποκαλυπτικά επίσης στοιχεία για το μέγεθος της μεγάλης ληστείας μπορεί να εντοπίσει κανείς σε ένα θαυμάσιο βιβλίο του αείμνηστου Νικολάου Θέμελη, υπουργού Προεδρίας στην Οικουμενική Κυβέρνηση Ζολώτα το 1990, με τίτλο "Τον δρόμον τετέλεκα" [4]. Στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας, που ήταν και πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, περιγράφει τις απίστευτες εμπειρίες του. Σε οποιαδήποτε δημοκρατική και ευνομούμενη χώρα, το βιβλίο αυτό θα είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων και εισαγγελικών επεμβάσεων. Εν Ελλάδι πέρασε απαρατήρητο. Ο λόγος απλός και ευκόλως κατανοητός: ο συγγραφέας περιγράφει όργια καταχρήσεων και σπαταλών στη δημόσια διοίκηση και αναφέρει σοβαρότατες ατασθαλίες σε δήμους και κοινότητες. Ατασθαλίες που, συνολικά, ξεπερνούσαν τα 20 δισ. δραχμές την εποχή εκείνη. Το ποσόν αυτό, βέβαια, ανεβαίνει σε αστρονομικά ύψη αν διαβάσει κανείς τις εκθέσεις του Λ. Ρακιντζή, Επιθεωρητού Δημοσίας Διοικήσεως, ο οποίος, στην γνωστή έκθεσή του, περιγράφει τα σημεία και τέρατα που συμβαίνουν στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, στις πολεοδομίες, στα Ελληνικά Ταχυδρομεία και γενικά σε δημόσιους οργανισμούς. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ), το κόστος της διαφθοράς στην ελληνική δημόσια διοίκηση αντιπροσωπεύει περί το 2% του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) της χώρας, ήτοι, με τα σημερινά δεδομένα, ένα ποσόν της τάξεως των 5 δισ. ευρώ. Έτσι, σε επίπεδο τριακονταετίας, φθάνουμε αισίως τα 120 δισ. ευρώ.

Είναι, λοιπόν, ηλίου φαεινότερον ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι όντως «επαχθές», όχι όμως για τους λόγους που επικαλούνται κάποιοι νομικοί, που, υποκρίνονται ότι τώρα ανακαλύπτουν τον τροχό της διαφθοράς και της γραφειοκρατικής ασυδοσίας. Αυτοί που αναζητούν ενόχους και αποδιοπομπαίους τράγους για το αποκαλούμενο ελληνικό «επαχθές χρέος» και απειλούν με μηνύσεις και άλλα παρόμοια, καλά θα έκαναν να μάθουν …γραφή και ανάγνωση. Το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι το γνήσιο προϊόν της καταληστεύσεως του δημοσίου πλούτου από συντεχνίες, συνεταιρισμούς, συνδικαλιστικά σωματεία, δημόσιες επιχειρήσεις και κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες. Όλος αυτός ο εσμός της ελληνικής, σοβιετικού τύπου, κλεπτοκρατίας δίνει σήμερα τον υπέρ πάντων αγώνα για να καταρρεύσει η χώρα. Είναι η μόνη ελπίδα τους. Διότι, μία ελληνική κατάρρευση θα αφήσει άθικτους όλους τους μηχανισμούς της διαφθοράς και θα ενισχύσει τις εξουσίες των συντεχνιών. Για παράδειγμα, επιχειρηματίες που τροφοδοτούν τις διάφορες φιλολογίες περί επιστροφής στην δραχμή, είναι ξεκάθαρο τι επιδιώκουν.

Έχοντας τεράστια χρέη στο εσωτερικό και γερές καταθέσεις στο εξωτερικό, σε περίπτωση που η Ελλάδα επιστρέψει στη δραχμή νομίζουν ότι θα εξοφλήσουν τα χρέη τους σε υποτιμημένες δραχμές, εισάγοντας υπερτιμημένα ευρώ. Θα συμβεί, δηλαδή, ό,τι συνέβη στην πάλαι ποτε Σοβιετική Ένωση, στην οποίαν οι ολιγάρχες της νομενκλατούρας αγόρασαν σχεδόν τα πάντα με υπερτιμημένα έναντι του ρουβλίου δολάρια που είχαν φυγαδεύσει στο εξωτερικό την περίοδο του κομμουνιστικού καθεστώτος. Με το χρήμα αυτό οι ολιγάρχες, όχι μόνον απέκτησαν αμύθητες περιουσίες, αλλά εγκατέστησαν και τις δικές τους πολιτικές εξουσίες. Έτσι, η σημερινή Ρωσία ελέγχεται από τους ολιγάρχες του χρήματος και αυτούς που αποτελούν το πολιτικό τους σκέλος.

Αυτό το μοντέλο «οραματίζονται» κάποιοι και για την Ελλάδα, γι’ αυτό και επιδιώκουν με κάθε μέσον να την αποκόψουν από την Ευρώπη. Δηλαδή, πέρα από τη μεγάλη ληστεία, οι κύκλοι αυτοί επιχειρούν σήμερα και μία πολιτικο-θεσμική ανατροπή. Το θέμα είναι τεράστιο και οι διάφορες πτυχές του θα αναδεικνύονται όλο και πιο αδρά όσο κυλά ο χρόνος. Και ο χρόνος κυλά εφιαλτικά γρήγορα.


[1] Στάμος Ζούλας, Όσα δεν έγραψα…, Καστανιώτη, Αθήνα 2003, σ. 96.
[2] Το καλοκαίρι του 1985 η χώρα έφθασε στο χείλος της κατάρρευσης, όπως περιέγραψε ο τότε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Δ. Χαλικιάς. Βλ. τη μαρτυρία του σε συνέντευξη στον Π. Βασιλόπουλο (Οικονομικός Ταχυδρόμος, 8.1.1988), η οποία παρατίθεται στο σχετικό άρθρο μου «Από το 1985 προβλεπόταν η πτώχευση», που είναι διαθέσιμο στο http://tiny.cc/j3jax
[3] Δημήτρης Λ. Στεργίου, Το πολιτικό δράμα της Ελλάδος 1981-2005, Παπαζήση, Αθήνα 2005.
[4] Νικόλαος Θέμελης, Τον δρόμον τετέλεκα, Ι. Σιδέρης, Αθήνα 1998.

Πηγή:antiparakmi.*Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος Νοεμβρίου 2011 της Athens Review of Books, και έχει τίτλο «Η μεγάλη ληστεία».
 
σαντορινιος